Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκρόσσμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκρόσσμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους;



Αντιγράφω από το Χωρίς Επιστροφή*:



Μια θεωρητική ερμηνεία που επέστρεψε μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν και αυτή που συνδέεται με τις παρατηρήσεις του Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου σχετικά με τον περίφημο «νόμο» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Το επιχείρημα μπορεί να αναπτυχθεί απλά με όρους στοιχειώδους άλγεβρας (για μια ενδιαφέρουσα αναλυτική περιγραφή βλ. Μηλιός, κ.ά, 2005: 217-235). Ως γνωστόν, για το Μαρξ το ποσοστό του κέρδους μπορεί να οριστεί ως το πηλίκο της συνολικά παραγόμενης υπεραξίας (υ) προς το συνολικό κεφάλαιο της οικονομίας (Κ). Το τελευταίο διακρίνεται σε σταθερό (σ), που αντιστοιχεί στα μέσα παραγωγής που τίθενται στη διάθεση των εργατών προκειμένου να παραχθεί το προϊόν και μεταβλητό (μ), το οποίο διατίθεται για την πληρωμή των εργατών. Το ποσοστό του κέρδους λοιπόν δίνεται ως r = υ/σ+μ. Αν συνεχίσουμε διαιρώντας αριθμητή και παρονομαστή στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης με το μεταβλητό κεφάλαιο μ παίρνουμε τελικά πως

r = s/g+1,

όπου το s συμβολίζει το ποσοστό εκμετάλλευσης, το λόγο, δηλαδή, της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο (s = υ/μ), ενώ το g την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή το λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο (g = σ/μ). Εύλογο είναι πως η οργανική σύνθεση εκφράζει τη σχέση μεταξύ «νεκρής» και ζωντανής εργασίας.

Για το Μαρξ, ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, η οποία συνδέεται με μια μεγαλύτερη αναλογικά χρήση των μέσων παραγωγής σε σχέση με τη χρήση της εργατικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι συνέπεια της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου – η τελευταία υποδηλώνει την ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά μονάδα ζωντανής εργασίας σε φυσικούς όρους, δηλαδή πόσο πολλά μέσα παραγωγής χρησιμοποιεί ο εργάτης. Η εξέλιξη του καπιταλισμού συνδέεται με τη διαρκή εκμηχάνιση της παραγωγής και αυτή οδηγεί σε αύξηση του μέρους σ του κεφαλαίου που διατίθεται για την αγορά των μέσων παραγωγής σε σχέση με το μέρος μ, που πληρώνει την εργατική δύναμη. Η υπεραξία, όμως, παράγεται αποκλειστικά από τη ζωντανή εργασία και, συνεπώς, η απομείωση της αναλογίας της σημαίνει και προβλήματα στην παραγωγή της υπεραξίας.
   
Διαφορετικά ειπωμένο, αν αυξάνει η οργανική σύνθεση g, τότε αυτό ενεργεί πτωτικά στο ποσοστό κέρδους r, όπως εύκολα φαίνεται από τον τύπο του ποσοστού κέρδους. Πράγματι, η αύξηση του παρονομαστή, αν θεωρήσουμε πως ο αριθμητής δεν μεταβάλλεται, σημαίνει μείωση της τιμής του κλάσματος. Δεδομένου ότι η καπιταλιστική συσσώρευση τίθεται σε κίνηση με αποκλειστική επιδίωξη την κερδοφορία είναι προφανές πως αυτή η πτώση του ποσοστού κέρδους -η οφειλόμενη στη συνεχή εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγή που αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου- μπορεί να αποτελέσει αιτία των οικονομικών κρίσεων.
   
Φυσικά, η λειτουργία του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους έχει μια σειρά από προϋποθέσεις τις οποίες ο Μαρξ διεξέρχεται με αναλυτικό τρόπο στο Κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το ποσοστό εκμετάλλευσης θεωρείται σταθερό, όπως επίσης θεωρείται πως η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται γρηγορότερα από την παραγωγικότητα της εργασίας (σε διαφορετική περίπτωση εύκολα αποδεικνύεται πως η οργανική σύνθεση δεν αυξάνεται). Επιπλέον, ο Μαρξ εξετάζει μια σειρά από αντεπιδρώσες στο «νόμο» αιτίες, όπως η αύξηση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, η εντατικοποίηση της λειτουργίας του συστήματος των μηχανών, η μείωση της τιμής των πρώτων υλών, η μείωση της αξίας των μηχανών, η αύξηση των δεξιοτήτων του «συλλογικού εργάτη» κ.ά. Για τους υποστηρικτές του «νόμου» ως του βασικού μηχανισμού που βρίσκεται πίσω από τις καπιταλιστικές κρίσεις, ωστόσο, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης είναι η πιο ισχυρή τάση, η οποία προσιδιάζει περισσότερο στην καπιταλιστική συσσώρευση και επηρεάζει καθοριστικά την πορεία της.
   
Η προσπάθεια ερμηνείας της κρίσης του 1970 στη βάση του «νόμου» στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Χένρικ Γκρόσμαν (Henryk Grossmann) και του Πάουλ Μάτικ (Paul Mattick). Ο βασικός μηχανισμός, λοιπόν, της κρίσης δεν είναι άλλος από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Καθώς το ποσοστό κέρδους πέφτει, η αύξηση της συνολικής ποσότητας του κέρδους επιβραδύνεται μέχρις ότου φθάσει σε ένα τέλος. Όταν, πλέον, η πρόσθετη επένδυση δεν συνεισφέρει καμιά αύξηση στο κέρδος έχουμε παύση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ξέσπασμα της κρίσης. Δεδομένης της πτώσης του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης, η αυξανόμενη ανεργία, ο πληθωρισμός και οι αυξανόμενες κρατικές δαπάνες -στα χρόνια μετά το 1973- είναι φαινόμενα που πρέπει να ταξινομηθούν στις συνέπειες και όχι στα αίτια της κρίσης.
   
Με βάση την ανάλυση του Ντέιβιντ Γιάφε (David Yaffe) (1976), καθώς το ποσοστό του κέρδους πέφτει η συσσώρευση υποχωρεί. Οι καπιταλιστές αυξάνουν τις τιμές στην προσπάθεια τους να συγκρατήσουν την πτωτική κερδοφορία και έτσι δίνουν ώθηση στον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή το κράτος υποχρεώνεται να παρέμβει έτσι, ώστε να διατηρήσει την απασχόληση σε πολιτικά αποδεκτά επίπεδα και, επιπλέον, να διασώσει πληττόμενες από την κρίση επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται γρήγορα και επιδεινώνουν τον πληθωρισμό, ενώ η μερική έστω προστασία της απασχόλησης δεν επιτρέπει την πτώση των μισθών σε επίπεδα τέτοια που θα ευνοούσαν την ανάκαμψη της κερδοφορίας. Οι συνολικές αντιφάσεις παροξύνονται και, έτσι, γίνεται όλο και δυσκολότερη η εύρεση αποτελεσματικών πολιτικών. Η κατάσταση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας στη δεκαετία του 1970, μαζί και ο στασιμοπληθωρισμός, μπορούν να βρουν την ερμηνεία τους σε αυτό το πλαίσιο (Shaikh, 1978).
   
Η μόνη πραγματική διέξοδος από την κρίση, συνεπώς, δεν μπορεί παρά να είναι, από τη μια πλευρά, η εξάλειψη των πιο αδύνατων και λιγότερο αποτελεσματικών κεφαλαίων και, από την άλλη, η αποδυνάμωση της θέσης των εργατών κυρίως λόγω της αύξησης της ανεργίας. Η καταστροφή του κεφαλαίου συντελεί στη μείωση της οργανικής σύνθεσης g του συνολικού κεφαλαίου, ενώ η πτώση των πραγματικών μισθών σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας ωθεί προς τα πάνω το ποσοστό εκμετάλλευσης s. Όλα αυτά οδηγούν σε μια τόνωση της κερδοφορίας που επιτρέπει την επανέναρξη της συσσώρευσης. Με τα λόγια του Ντέιβιντ Γιάφε (1973: 203), «... η καπιταλιστική κρίση μπορεί να ιδωθεί ως η σημαντικότερη αντεπιδρώσα αιτία στη μακροχρόνια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους».
   
Απέναντι στην ερμηνεία αυτή είχαν διατυπωθεί στην εξεταζόμενη περίοδο πολλών ειδών ενστάσεις, οι οποίες είναι αδύνατον να σχολιαστούν επαρκώς στο πλαίσιο της δικής μας παρουσίασης. Νομίζουμε, όμως, πως σε ό,τι αφορά την πολιτική σημασία της αποδοχής της οι επικριτές της δικαιώνονται από την πολύ συχνά ακραία ντετερμινιστική πρόσληψη που της έγινε από τους υποστηρικτές της. Μια πρόσληψη, η οποία έθετε όλους τους υπόλοιπους παράγοντες εντός παρενθέσεως και, κυρίως, αδυνατούσε να λάβει σοβαρά υπόψη την καταστατική σημασία της μαρξικής διατύπωσης πως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ταξική πάλη και, επομένως, να κατανοήσει πως το πολιτικό στοιχείο δεν μπορεί να εξοβελιστεί από την ερμηνεία και των οικονομικών κρίσεων. Επιπρόσθετα, η θεώρηση αυτή, ενώ ορθά επισημαίνει την προτεραιότητα της παραγωγής ως καθοριστικής βαθμίδας σε σχέση με τη διανομή και την κυκλοφορία, εν τέλει τη μετατρέπει σε αποκλειστικό εξηγητικό παράγοντα ωθώντας σε μονοαιτιακές ερμηνείες, που είναι εντελώς αδύνατο να συλλάβουν τη συνθετότητα του συγκεκριμένου.
   
Με άλλα λόγια, οι υποστηρικτές της συχνά υπήρξαν οι χειρότεροι υπονομευτές της σημασίας της. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως πολλές από τις κριτικές που της απευθύνονται κυρίως με εμπειρικά επιχειρήματα είναι όσο βάσιμες εμφανίζονται. Και αυτό, γιατί οι μετρήσεις των μεγεθών που αξιοποιούνται είναι συνήθως τόσο επισφαλείς, που ελάχιστα μπορούν να επιβεβαιώσουν όσο και να απορρίψουν την ερμηνεία αυτή. Ο υπολογισμός, για παράδειγμα, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου με τη χρήση του λόγου κεφαλαίου-προϊόντος, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα εθνικολογιστικά στοιχεία, είναι εξαιρετικά αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Η άποψη, λοιπόν, που, βάσει αυτών, ισχυρίζεται πως η αύξηση της οργανικής σύνθεσης μπορεί να θεωρηθεί η βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων μέχρι το 1920 όχι όμως για τη μετέπειτα περίοδο, οπότε θα πρέπει να αναζητηθούν άλλοι εξηγητικοί μηχανισμοί, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ασθενής ως επιχειρηματολογία. Γιατί, ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτή η μεθοδολογία των συγκεκριμένων επικριτών, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου το 1970 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από ό,τι τον 19ο αιώνα και, συνεπώς, η απόκριση του ποσοστού κέρδους σε μεταβολές του ποσοστού εκμετάλλευσης θα είναι σαφώς δυσκολότερη.
   
Επιπλέον, στη διάρκεια της συζήτησης διατυπώθηκαν και προσεγγίσεις που ενσωμάτωναν την προβληματική του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εξαιτίας της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης σε περισσότερο σύνθετες αναλύσεις. Χαρακτηριστική είναι η εργασία του Έρνεστ Μάντελ (Ernest Mandel) (1995), ο οποίος, στο πλαίσιο μιας θεωρίας μακρών κυμάτων καπιταλιστικής εξέλιξης, σαν αυτήν που πρωτοδιατυπώθηκε συγκροτημένα από τον Νικολάι Κοντράτιεφ (Nikolai Kondratiev), υποστηρίζει πως είναι ένα σύνολο «εξωτερικών» καθορισμών που, ενισχύοντας τη θέση του κεφαλαίου στην ταξική σύγκρουση, επιτρέπει παραγωγικές αναδιαρθρώσεις αναγκαίες για τη δημιουργία των ανοδικών φάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αφότου, όμως, εγκαθιδρυθεί η ομαλή αυτή πορεία της συσσώρευσης αρχίζει η διαβρωτική επίδραση του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στο μέτρο που λειτουργεί πλέον ανεμπόδιστα η «ειδικά καπιταλιστική» τροχιά αύξησης της οργανικής της οργανικής σύνθεσης λόγω τεχνολογικής καινοτομίας.


Αναφορές

Mandel, E. (1995), Long Waves of Capitalist Development, 2η έκδοση, Verso.

Μηλιός, Γ. κ. ά. (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, Αθήνα, Νήσος.

Shaikh, A. (1978), An Introduction to the History of Crisis Theories, στο: U. S. Capitalism in Crisis, URPE. 

Yaffe, D. (1973), “The Marxian Theory of Crisis, Capital an the State”, Economy and Society, τ. 2, αριθμός 2.

Yaffe, D. (1976), “Inflation, the Crisis and the Post War Boom”, Revolutionary Communist, 2.

-----------------------------------------------------------------
* Πλήρη στοιχεία: Χρήστος Λάσκος – Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ: Χωρίς Επιστροφή. Καπιταλιστικές Κρίσεις, Κοινωνικές Ανάγκες, Σοσιαλισμός, σελίδες 52-56, εκδόσεις ΚΨΜ, 2011. Το απόσπασμα προέρχεται από το πλέον ενδιαφέρον ίσως σημείο του βιβλίου, το παράρτημα του Κεφαλαίου 1, με τίτλο "Οι Μαρξιστές και η Κρίση της δεκαετίας του 1970" (σελίδες 47-63). Για την ίδια προβληματική, παραπέμπω -ειδικά αναφορικά με τον Γκρόσσμαν- σε αυτήν την κριτική, την οποία είχαμε άλλωστε αναδημοσιεύσει, καθώς και στο κείμενο του Σταμάτη από το επαναστατικό ιστολόγιο Die Bestimmung des Menschen.



Σημείωση: Αναφερόμενοι σε αυτή την εργασία, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι Gérard Duménil και Dominique Lévy "αξιοποιώντας πέντε εναλλακτικές μετρήσεις του ποσοστού κέρδους -αυτή που αποδίδουν στο Μαρξ και ορίζεται ως ο λόγος των κερδών με την ευρεία έννοια (συνολικό εισόδημα μείον αμοιβή της εργασίας) προς το απόθεμα του κεφαλαίου και, επιπλέον με τη σειρά, αυτές που προκύπτουν με αφαίρεση από την πρώτη των φόρων επί της παραγωγής, των συνολικών φόρων, αυτή του λόγου του συνολικού κέρδους προς τα ίδια κεφάλαια με αφαίρεση των τόκων και, τέλος, αυτή που προκύπτει από την προηγούμενη μέτρηση αφαιρουμένων και των μερισμάτων- αποδεικνύουν τη σαφή και πολύ ισχυρή τάση για μείωση του ποσοστού κέρδους μετά από την κορύφωση του το έτος 1965" (σελίδα 65, "Για Περαιτέρω Ανάγνωση").

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

N. Moszkowska - Θεωρίες για τις οικονομικές κρίσεις: Η θεωρία του μειούμενου ποσοστού κέρδους


Τέτοιες μέρες που είναι, ας θίξουμε ένα θέμα οικονομικής εσχατολογίας, από το -οκείο για τους τακτικούς αναγνώστες μας- μπλογκ της λέσχης αριστερών δημοκρατών Die Bestimmung des Menschen. Διόρθωσα μόνο κάποια ορθογραφικά και προσέθεσα ορισμένα σημεία στίξης - Κ.

* * *

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο μέρος (Η θεωρία του μειούμενου ποσοστού κέρδους) του βιβλίου της Ναταλί Μοσκόβσκα «Θεωρίες για τις οικονομικές κρίσεις» (γράφτηκε το 1935, εκδόσεις "Κριτική", 1988, σελίδες 79-94). 


ΙV. Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΙΟΥΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Μια κάποια συγγένεια με τις δύο θεωρίες που πραγματευτήκαμε παρουσιάζει και η θεωρία του Henryk Grossmann. Και αυτός προσπαθεί, σ’ αντίθεση με τον Μαρξ, να αναπτύξει τόσο τις περιοδικές κρίσεις όσο και την κατάρρευση του καπιταλισμού, από τεχνικές και όχι από κοινωνικές στιγμές.
   
Ο πυρήνας της θεωρίας του [1] μπορεί να περιγραφεί περίπου ως εξής:
  
Με την τεχνική πρόοδο αυξάνεται η σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο (το τοποθετημένο σε εγκαταστάσεις, μηχανές κλπ.) σε βάρος του μεταβλητού (για μισθούς δαπανώμενου) κεφαλαίου. Επειδή το σταθερό κεφάλαιο (c) μεταβιβάζει μόνο τη δική του αξία στο προϊόν και επειδή μόνο το μεταβλητό κεφάλαιο (v) παράγει την υπεραξία (m), η υπεραξία πρέπει να μειώνεται διαρκώς με την τεχνική πρόοδο. Η υπεραξία μειώνεται στην αρχή σχετικά και μετά απόλυτα. Η προϊούσα συρρίκνωση της υπεραξίας και η πτώση του ποσοστού του κέρδους (m/c+v) οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία σιγά σιγά σε διάλυση. Οι περιοδικές κρίσεις είναι απλώς στάδια στην πορεία του καπιταλισμού προς την κατάρρευση.
  
Μειώνεται πράγματι το ποσοστό κέρδους και μάλιστα από τεχνικούς λόγους;


                                                                  1.

Ασφαλώς είναι αληθές, ότι μόνο το μεταβλητό κεφάλαιο ή, αντιστοίχως, τα προσωπικά μέσα παραγωγής δημιουργούν υπεραξία, ενώ αντιθέτως, το σταθερό κεφάλαιο ή, αντιστοίχως, τα υλικά μέσα παραγωγής δεν μεταβιβάζουν στο προϊόν παρά μόνο τη δική τους αξία. Είναι επίσης αληθές, ότι με την τεχνική πρόοδο αυξάνεται η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργαζόμενο, δηλαδή ότι τα υλικά μέσα παραγωγής αυξάνονται ταχύτερα από τα προσωπικά. Εντούτοις ο καλύτερος εξοπλισμός των εργατών δεν συμπιέζει το ποσοστό κέρδους, αλλά το αυξάνει ακόμη περισσότερο.
  
Υπό συνθήκες τεχνικής προόδου το ποσοστό κέρδους θα μειωνόταν, μόνο εάν αυξανόταν η σύνθεση του κεφαλαίου χωρίς ταυτόχρονα ν’ αυξάνεται και η παραγωγικότητα της εργασίας. Διότι η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει την αξία των υλικών και προσωπικών μέσων παραγωγής, κατά συνέπεια συμπιέζει στη συνέχεια τη σύνθεση του κεφαλαίου (c/v+m) και αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας (m/v). Αμέσως όμως μετά την εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών, τον εφοδιασμό δηλαδή των εργατών με τα πιο ακριβά μέσα παραγωγής, η σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται βέβαια, μειώνεται όμως και πάλι μετά την συνεπεία της αυξανόμενης παραγωγικότητας πτώση της τιμής των μέσων παραγωγής.
  
Επειδή μετά την πτώση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών που αγοράζονται από τους εργάτες μειώνεται και ο μισθός, αυξάνεται δηλαδή το ποσοστό υπεραξίας, δεν είναι δυνατόν να μειώνεται το ποσοστό κέρδους [2].
  
Όποια κι αν είναι η διάρθρωση της οικονομίας, τελικά χρησιμοποιούνται μόνο τέτοιες εφευρέσεις, οι οποίες τηρούν μια ορισμένη αναλογία μεταξύ της αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Και στον καπιταλισμό πρέπει κάθε αύξηση της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη να εξασφαλίζει μια πολύ υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.
  
Σε κάθε οικονομία πρέπει κάθε μηχανή που πρόκειται να εισαχθεί να εξοικονομεί τόση εργασία, όση έχει κοστίσει αυτή η ίδια. Στην καπιταλιστική οικονομία όμως, όπου η ζωντανή εργασία διασπάται σε πληρωμένη (v) και απλήρωτη (m), όπου ο επιχειρηματίας δεν ανταποδίδει στον εργάτη με το μισθό ολόκληρη την αξία της εργασίας που αυτός προσφέρει (εννοεί προφανώς όχι την αξία της εργασίας, αλλά την αξία των προϊόντων της εργασίας που προσφέρει ο εργάτης, Σ.τ.Μ.), αλλά κρατάει ένα μέρος της (την υπεραξία ή το κέρδος), δεν αρκεί η μηχανή να εξοικονομεί τόση μόνον εργασία, όση κόστισε αυτή η ίδια. Το απλήρωτο μέρος της εργασίας που εξοικονόμησε η μηχανή δεν μετράει· γι’ αυτό κάθε μηχανή που πρόκειται να εισαχθεί πρέπει να εξοικονομεί τόση πληρωμένη εργασία, όση (πληρωμένη και απλήρωτη, Σ.τ.Μ.) εργασία έχει κοστίσει αυτή η ίδια. Αν δεν το κάνει, τότε παύει να ενδιαφέρει τον καπιταλιστή επιχειρηματία: επειδή δημιουργία ζημία, δεν χρησιμοποιείται.
  
Ο παραγωγός που στηρίζεται στη δική του εργασιακή δύναμη (δηλαδή ο μη καπιταλιστικός παραγωγός που δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασιακή δύναμη, Σ.τ.Μ.), συγκρίνει την εργασία που απαιτείται για την κατασκευή της μηχανής με την εργασία που αυτή εξοικονομεί. Ο επιχειρηματίας που απασχολεί ξένη εργασία, συγκρίνει, αντιθέτως, την τιμή της μηχανής με την τιμή της εργασιακής δύναμης (που εξοικονομεί η μηχανή, Σ.τ.Μ.). Ο επιχειρηματίας, πρέπει να πληρώσει στον κατασκευαστή της μηχανής ολόκληρη την αξία της, στον εργάτη όμως δεν πρέπει να πληρώσει ολόκληρη την αξία της εργασίας που προσφέρει. Ως εκ τούτου στον καπιταλισμό δεν εισάγονται όλες οι μηχανές που εξοικονομούν εργασία, αλλά μόνο εκείνες που εξοικονομούν σχετικά πολλή εργασία [3].
  
Στις χρησιμοποιούμενες στον καπιταλισμό τεχνικές καινοτομίες ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι λοιπόν πάντα υψηλός σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη. Κι επειδή λοιπόν η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει τις τιμές τόσο των υλικών, όσο και των προσωπικών μέσων παραγωγής κι επομένως μειώνει τη σύνθεση του κεφαλαίου κι αυξάνει το ποσοστό υπεραξίας, είναι αδύνατον στον καπιταλισμό να μειώνεται από τεχνικούς λόγους το ποσοστό κέρδους [4].
  
Μόνον μετά από μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης της τεχνικής μπορεί το προϊόν της εργασίας να διασπαστεί σε μισθό και υπεραξία και η υπεραξία να αυξηθεί σε αντιστοιχία με την τεχνική πρόοδο. Ως εκ τούτου ένα ελάχιστο ύψος της παραγωγικότητας της εργασίας είναι προϋπόθεση της εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης και η τεχνική πρόοδος είναι προϋπόθεση του βαθμού εκμετάλλευσης. Η εκμετάλλευση ξένης εργασιακής δύναμης είναι οιονεί συνάρτηση της τεχνικής προόδου.
  
Πρέπει λοιπόν να δεχτούμε, ότι με την τεχνική εξέλιξη αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας. Όσο υψηλότερο όμως είναι το ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή το απλήρωτο μέρος της εργασίας, τόσο περισσότερη είναι η εργασία που πρέπει να εξοικονομεί μια μηχανή για να ισχύει ως αποδοτική. Ως εκ τούτου στον καπιταλισμό τίθενται όλο και υψηλότερες απαιτήσεις στις προς αξιοποίησιν εφευρέσεις. Οι μηχανές που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν πρέπει να εγγυώνται έναν διαρκώς υψηλότερο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, για να πετύχουν τη χρησιμοποίησή τους. Όσο υψηλότερος όμως είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σε σύγκριση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των παραγωγικών αγαθών ανά εργάτη, τόσο σχετικά χαμηλότερη είναι η σύνθεση του κεφαλαίου και υψηλότερο το ποσοστό υπεραξίας κι επομένως τόσο υψηλότερο το ποσοστό κέρδους. Συνεπώς με την ηλικία του καπιταλισμού το ποσοστό κέρδους, στο βαθμό που εξαρτάται από τεχνικές προϋποθέσεις, αναγκαστικά αυξάνεται.


                                                                                   2.

Σε περιόδους έξαρσης το ποσοστό κέρδους αυξάνεται· μειώνεται μόνο στις περιόδους κρίσης ή, αντιστοίχως, ύφεσης. Εδώ όμως το μειούμενο ποσοστό κέρδους δεν είναι συνέπεια της αυξανόμενης σύνθεσης του κεφαλαίου αλλά της οφειλόμενης στη δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης κάμψης των πωλήσεων.
  
Αν με αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται το ποσοστό υπεραξίας τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για να μη μειωθεί το ποσοστό κέρδους, αν δηλαδή ο μισθός μειώνεται τόσο μόνον, όσο χρειάζεται για ν’ αντισταθμιστούν οι απώλειες που προκύπτουν για τα κέρδη από την αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου, τότε δεν υπάρχει λόγος να συρρικνωθεί η κοινωνική αγοραστική δύναμη, δεν υπάρχει λόγος να εμφανιστεί μια δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Η εντός αυτών των ορίων μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης και αύξηση του ποσοστού υπεραξίας δεν μειώνουν τη ζήτηση για εμπορεύματα, αλλά μεταβάλλουν την κατεύθυνσή της. Διότι,στο βαθμό που μειώνεται η ζήτηση των εργατών για καταναλωτικά αγαθά, αυξάνεται και η ζήτηση των επιχειρηματιών για παραγωγικά αγαθά.
  
Επειδή κατά την εισαγωγή τεχνικών καινοτομιών στον καπιταλισμό ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σε σχέση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των παραγωγικών αγαθών είναι πάντα υψηλός και αυξανόμενος και επειδή όσο υψηλότερος είναι ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας τόσο λιγότερο αυξάνεται η σύνθεση του κεφαλαίου, για τη διατήρηση του δεδομένου ποσοστού κέρδους απαιτείται μια σχετικά χαμηλή και κατά την πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης φθίνουσα [5] αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Ο υψηλός και αυξανόμενος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας καθιστά ωστόσο δυνατή μια σημαντική και αυξανόμενη αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Με άλλα λόγια: Το ποσοστό κέρδους θέτει όλο και πιο περιορισμένες απαιτήσεις στην αύξηση του ποσοστού υπεραξίας, η παραγωγικότητα της εργασίας καθιστά όμως σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την αύξηση του ποσοστού υπεραξίας δυνατή [6]. Η διαφορά μεταξύ της για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους αναγκαίας και της τεχνικά δυνατής αύξησης του ποσοστού υπεραξίας αυξάνεται με την ηλικία του καπιταλισμού όλο και περισσότερο.
  
Η ταχέως αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας επιτρέπει στον ύστερο καπιταλισμό μιαν αύξηση του ποσοστού υπεραξίας πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτή που είναι αναγκαία για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους. Μια σημαντική αύξηση του ποσοστού υπεραξίας πέραν της για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους αναγκαίας αύξησης διαταράσσει όμως την αναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, ματαιώνει την πραγματοποίηση των ενσωματωμένων στα εμπορεύματα κερδών. (Επιπρόσθετα κέρδη χρησιμοποιούνται, ως γνωστόν, κυρίως για συσσώρευση.)
  
Αν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται πολύ περισσότερο απ’ όσο απαιτείται για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους, τότε το ποσοστό κέρδους αυξάνεται μεν δυνητικά, όχι όμως πραγματικά. Η αναπόφευκτη προϋπόθεση της πραγματοποίησης του κέρδους -η αρμονία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης- δεν πληρούται· τα εμπορεύματα στα οποία είναι ενσωματωμένο το κέρδος, μένουν απούλητα.
  
Η ίδια η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία, μειώνοντας τις τιμές των υλικών και προσωπικών μέσων παραγωγής, θα εμπόδιζε δυνητικά, δηλαδή στην περίπτωση που υπήρχε αρκετή ζήτηση, μια κατά την πρόοδο της τεχνικής μείωση του ποσοστού κέρδους και θα προκαλούσε αύξησή του, πιέζει στην πραγματικότητα, μειώνοντας την αξία της εργασιακής δύναμης, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των μαζών και προκαλώντας έτσι περιοδικά κάμψη των πωλήσεων, το ποσοστό κέρδους προς τα κάτω.
  
Η αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου, ο εξοπλισμός των εργατών με ακριβότερα μέσα παραγωγής, αυξάνει τη δεκτικότητα της αγοράς επειδή ακριβώς διευρύνει τη ζήτηση μέσων παραγωγής. Η στη συνέχεια αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η πτώση των τιμών των μέσων διαβίωσης που μειώνει την αξία της εργασιακής δύναμης  -περισσότερο απ’ ό, τι ίσως είναι αναγκαίο για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους- περιορίζει τη δεκτικότητα της αγοράς, επειδή ακριβώς μειώνει τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών. Η αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου συμπιέζει μεν το ύψος των δυνητικών κερδών, αυξάνει όμως της δυνατότητα πραγματοποίησής τους. Η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνει μεν το ύψος των δυνητικών κερδών, περιορίζει όμως τη δυνατότητα πραγματοποίησής τους.

  
                                                                                      3.

Όσο υψηλότερη είναι -ceteris paribus- η σύνθεση του κεφαλαίου (c/v+m), τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους. Το γεγονός όμως, ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, και ιδιαιτέρως σ’ αυτές του ύστερου καπιταλισμού, η σύνθεση του κεφαλαίου έχει φτάσει σ’ ένα σημαντικό ύψος, οφείλεται όχι μόνο σε τεχνικούς, αλλά και σε κοινωνικούς παράγοντες. Διότι οι υψηλές επενδύσεις ανά εργάτη (εννοεί προφανώς το άθροισμα όλων των μέχρι τώρα επενδύσεων, δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο, ανά εργάτη, Σ.τ.Μ.) δεν προκαλούνται μόνον από την τεχνική πρόοδο, αλλά, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, από την υπερπαραγωγή, την υπερπλήρωση των αγορών.
  
Επειδή με την τεχνική πρόοδο δεν αυξάνεται μόνον η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, αλλά και η παραγωγικότητα της εργασίας, αυξάνεται η αξία των μέσων παραγωγής με σημαντικά βραδύτερο ρυθμό απ’ ό, τι η ποσότητα τους - αυτό όμως μόνον υπό ομαλές συνθήκες στην αγορά. Διότι, μόνον όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης (εννοεί εδώ το άθροισμα αυτού που συνήθως ονομάζεται κατανάλωση και της «αναπαραγωγικής κατανάλωσης», δηλαδή των επενδύσεων, Σ.τ.Μ.),η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει την υπό διαφορετικές συνθήκες αυξανόμενη σύνθεση του κεφαλαίου.
  
Θα πρέπει ωστόσο να είναι προφανές: Η σύγχρονη τεχνική προϋποθέτει μεγάλα εργοστάσια με μαζική παραγωγή κι αυτά από την πλευρά τους προϋποθέτουν την ύπαρξη υψηλής αγοραστικής δύναμης των μαζών. Αν λείπει η αναγκαία αγοραστική δύναμη, τότε το εργοστάσιο δεν είναι δυνατόν ούτε να διευρυνθεί όπως πρέπει (ως το άριστο μέγεθός του) ούτε να εκμεταλλευτεί πλήρως το δυναμικό του παραγωγής. Και για τους δύο λόγους, τη διατήρηση των εργοστασίων σε σχετικά μικρό μέγεθος αφενός και την υπερβολικά χαμηλή εκμετάλλευση του παραγωγικού τους δυναμικού αφετέρου, το κόστος παραγωγής παραμένει παρά την τεχνική πρόοδο υψηλό.
  
Αν με την τεχνική πρόοδο οι καπιταλιστές δεν εκμεταλλεύονται πλήρως την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά αντιθέτως την περιορίζουν, τότε η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη αυξάνεται χωρίς να μειώνονται αντιστοίχως οι τιμές των καταναλωτικών αλλά ούτε και των παραγωγικών αγαθών. Στην περίπτωση αυτή οι επενδύσεις ανά εργάτη (εννοεί προφανώς το άθροισμα όλων των μέχρι τώρα επενδύσεων, δηλαδή το σταθερό κεφάλαιο, ανά εργάτη, Σ.τ.Μ. [μόλις αναφέρθηκε παραπάνω, K.]), δηλαδή η σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνεται περισσότερο απ’ ό, τι είναι τεχνικά δικαιολογημένο.
  
Ακόμη δραστικότερα απ’ ό, τι στην παραγωγή πιέζεται προς τα κάτω η παραγωγικότητα της εργασίας στην σφαίρα της κυκλοφορίας:
  
Με αυξανόμενη τη δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, το κόστος διασφάλισης των πωλήσεων γίνεται όλο και υψηλότερο. Η αυξανόμενη σχετική έλλειψη ζήτησης εξαναγκάζει τους καπιταλιστές να εκτελούν πολλές μη παραγωγικές δαπάνες. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τον τρομακτικούς πόρους καταβροχθίζοντα  μηχανισμό άγρας πελατών και προτροπής σε αγορά (διαφήμιση, αγγελίες, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι κλπ.) Όσο η αγοραστική δύναμη υπολείπεται της παραγωγικής δύναμης, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ανεύρεση καταναλωτών, τόσο περισσότερο μόχθο απαιτεί η διάθεση των αγαθών [8].
  
Όταν η κοινωνική κατανάλωση διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο, η αυξανόμενη παραγωγικότητα στην παραγωγή προκαλεί αυτόματα φθίνουσα παραγωγικότητα στην κυκλοφορία. Η πρόοδος της τεχνικής αυξάνει την αποδοτικότητα της εργασίας, οι αυξανόμενες δυσχέρειες διάθεσης των προϊόντων την πιέζουν προς τα κάτω. Η εργασία που εξοικονομείται στη σφαίρα της παραγωγής, σπαταλάται στη σφαίρα της κυκλοφορίας [9].
  
Αυτό θα μπορούσε επίσης να εκφραστεί ως εξής: Αν το δυναμικό παραγωγής κρατιέται σε χαμηλά επίπεδα και δεν αξιοποιείται πλήρως, τότε αυξάνεται το κόστος παραγωγής. Αν, αντιθέτως, το δυναμικό παραγωγής κρατιέται σε υψηλά επίπεδα και αξιοποιείται πλήρως, τότε αυξάνεται το κόστος κυκλοφορίας. Και τα δυο συνεπάγονται ακρίβεια, υψηλές τιμές για παραγωγικά και καταναλωτικά αγαθά, αυξάνουν λοιπόν τη σύνθεση του κεφαλαίου και συμπιέζουν το ποσοστό υπεραξίας.
  
Όπως ήδη τονίσαμε, στον καπιταλισμό δεν εισάγονται βέβαια όλες οι τεχνικές εφευρέσεις. Μόνο τέτοιες εφευρέσεις καταφέρνουν να εισαχθούν, οι οποίες εξασφαλίζουν μια αναλογία μεταξύ του ρυθμού αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη και του αντίστοιχου ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό εξασφαλίζει υπό ομαλές συνθήκες στην αγορά (όταν υπάρχει ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης) τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους. Αν όμως υπό συνθήκες ανεπαρκούς ζήτησης η ήδη επιτευχθείσα παραγωγικότητα της εργασίας μειωθεί, τότε η παραπάνω αναλογία μεταξύ τής αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής και αυτής της παραγωγικότητας της εργασίας, καταστρέφεται. Υπό αυτές τις συνθήκες το ποσοστό κέρδους μπορεί να μειωθεί.
  
Η παραγωγικότητα της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό είναι πολύ χαμηλότερη απ’ αυτήν που θα αντιστοιχούσε στο εκάστοτε επίπεδο της τεχνικής. Η παραγωγικότητα της εργασίας δεν ανταποκρίνεται στην εκάστοτε ποσότητα των μέσων παραγωγής. Η τελειοποίηση των μέσων παραγωγής αυξάνει τη σύνθεση του κεφαλαίου, η υστερούσα παραγωγικότητα της εργασίας δεν τη μειώνει σε ικανοποιητικό βαθμό. Όχι η τεχνική,αλλά το οικονομικό σύστημα είναι η αιτία της υψηλής σύνθεσης του κεφαλαίου.
  
Όσο μεγαλύτερη είναι η διάσταση μεταξύ παραγωγικής και καταναλωτικής δύναμης, τόσο περισσότερο διαφέρει η τεχνικά δυνατή από την πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας. Στον καπιταλισμό όμως σε κάθε πρόοδο της τεχνικής η αύξηση της καταναλωτικής υπολείπεται σημαντικά της αντίστοιχης αύξησης της παραγωγικής δύναμης. Οι για κάθε πρόοδο της τεχνικής προκύπτουσες διαφορές μεταξύ της αύξησης της παραγωγικής και της αύξησης της καταναλωτικής δύναμης αθροίζονται. Η διάσταση μεταξύ των δύο μεγεθών, τα οποία σε μια εύρυθμη οικονομία θα έπρεπε να είναι εναρμονισμένα, αυξάνεται διαρκώς. Και με αυτή τη διάσταση διευρύνεται και εκείνη μεταξύ της τεχνικά δυνατής και της πραγματικής παραγωγικότητας της εργασίας. Με την ηλικία του καπιταλισμού τα δύο μέρη διίστανται όλο και περισσότερο. Κι αυτό προκαλεί τη διατήρηση του κόστους παραγωγής και κυκλοφορίας κι επομένως και της σύνθεσης του κεφαλαίου σε υψηλά επίπεδα [10].
  
Σε κάθε οικονομία όλα τα μεγέθη πρέπει να είναι εναρμονισμένα. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την αμοιβαία σχέση μεταξύ των παραγωγικών κλάδων ή των σφαιρών παραγωγής, αλλά και για τη σχέση της παραγωγής προς την κατανάλωση (ή, αντιστοίχως, του ποσοστού κέρδους προς το ποσοστό υπεραξίας). Κατά συνέπεια σ’ ένα υψηλό επίπεδο τεχνικής θα έπρεπε να αντιστοιχεί ένας μικρός χρόνος εργασίας και ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο των μαζών. Αν δεν λάβει χώρα αυτή η προσαρμογή του εργάσιμου χρόνου και του βιοτικού επιπέδου των μαζών στο επίπεδο της τεχνικής (αν το ποσοστό υπεραξίας αυξάνεται περισσότερο απ’ ό, τι είναι αναγκαίο για τη διατήρηση του ποσοστού κέρδους), τότε η παραγωγικότητα της  εργασίας πρέπει αναγκαστικά να μειωθεί.
  
Η παραγωγικότητα της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό δεν είναι λόγω κάποιας φυσικής αναγκαιότητας χαμηλή. Η παρά το υψηλό επίπεδο της τεχνικής χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας είναι συνέπεια της διάστασης μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, δηλαδή της συρρίκνωσης της οικονομίας στην εποχή της παρακμής του καπιταλισμού, μ’ άλλα λόγια, ένα φαινόμενο παρακμής.
  
Αναφέραμε παραπάνω: Όσο υψηλότερη είναι η σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο χαμηλότερο -ceteris paribus- είναι το ποσοστό κέρδους. Αυτό μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Όσο χαμηλότερη είναι για δεδομένο επίπεδο τεχνικής (της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη), δηλαδή όσο περισσότερο περιορίζεται, η παραγωγικότητα της εργασίας, τόσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό κέρδους.


                                                                                         4.

Το ποσοστό κέρδους καθορίζεται όχι μόνον από τη σύνθεση του κεφαλαίου, αλλά και από το ποσοστό υπεραξίας (m/v). Αν όλες οι υπόλοιπες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες, τότε, όσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό υπεραξίας, τόσο χαμηλότερο είναι και το ποσοστό κέρδους. Το ποσοστό υπεραξίας είναι όμως πολύ υψηλότερο απ’ ό, τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως.
  
Για τον ίδιο λόγο, για τον οποίο η σύνθεση του κεφαλαίου εμφανίζεται υψηλότερη απ’ ό, τι πράγματι είναι, εμφανίζεται και το ποσοστό υπεραξίας χαμηλότερο απ’ ό, τι είναι. Το γεγονός ότι η υπάρχουσα εκμετάλλευση δεν εμφανίζεται στην έκταση, στην οποία πραγματικά ασκείται, είναι κι αυτό απόρροια της υπερσυσσώρευσης.
  
Για να υπολογίσουμε το ορθό ποσοστό υπεραξίας, πρέπει να προσθέσουμε στην πραγματοποιούμενη υπεραξία και τις ακόλουθες αξίες:
  1. τις παραγόμενες και -λόγω ανεπάρκειας των πωλήσεων- μη πραγματοποιούμενες αξίες·
  2. τις αξίες, η  παραγωγή των οποίων δεν λαμβάνει χώρα λόγω ανεπάρκειας των πωλήσεων, καίτοι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την παραγωγή τους·
  3. Τα πολλών και διαφόρων ειδών -στην ανεπάρκεια πωλήσεων οφειλόμενα- κόστη παραγωγής και κυκλοφορίας.
  
Όλες αυτές οι μαζικά κατασπαταλούμενες αξίες ανήκουν κατ’ ουσίαν στην υπεραξία, αφού λόγω της επιδίωξης κέρδους τις στερούν από τους εργάτες.
  
Για να μπορέσουμε να συλλάβουμε το ύψος του ποσοστού υπεραξίας ή του βαθμού εκμετάλλευσης στον καπιταλισμό, πρέπει λοιπόν να αντιπαραβάλουμε τον μισθό όχι με την πραγματική, δηλαδή την ήδη συμπιεσμένη, παραγωγικότητα της εργασίας, όπως γίνεται συνήθως, αλλά με την τεχνικά δυνατή παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία με τον χρόνο αποκλίνει όλο και περισσότερο από την πραγματική.
  
Σε περίοδο παρακμής του καπιταλισμού, λοιπόν, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου είναι πολύ χαμηλότερη και το ποσοστό υπεραξίας πολύ υψηλότερο και επομένως το ποσοστό κέρδους σημαντικά μεγαλύτερο απ’ ό, τι φαίνονται [11].
  
Τίποτα ευκολότερο από το να εκλάβει κανείς κατά τη θεώρηση της δυναμικής του παρακμάζοντος καπιταλισμού το επιφαινόμενο ως πραγματικότητα. Τα φαινόμενα στην επιφάνεια της πραγματικότητας είναι απατηλά.
  
Επειδή, όπως αποδείξαμε, η τεχνική πρόοδος δεν είναι δυνατόν να προκαλέσει πτώση του ποσοστού κέρδους, η άποψη του Henryk Grossmann, σύμφωνα με την οποία η πτώση του ποσοστού κέρδους οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία σε διάλυση (προκαλεί αρχικά περιοδικές κρίσεις και στη συνέχεια πλήρη κατάρρευση), καταρρέει.

------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
1. Henryk Grossmann, Das Akkumulations - und Zusammenbruchsgesetz des kapitalistischen Systems. (Zugleich eine Krisentheorie), Leipzig 1929.

2. «Mε την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας συμβαδίζει χέρι χέρι... το φτήναιμα [sic] του εργάτη, δηλαδή ένα αυξανόμενο ποσοστό υπεραξίας, ακόμη και στην περίπτωση που ο πραγματικός μισθός αυξάνεται. Ο πραγματικός μισθός δεν αυξάνεται ποτέ στην ίδια αναλογία με την παραγωγικότητα της εργασίας.» «Με την αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας (αυξάνεται) όχι μόνον ο όγκος των μέσων παραγωγής που αναλώνονται από αυτήν, αλλά (μειώνεται) και η αξία τους σε σύγκριση με τον όγκο τους. Η αξία τους αυξάνεται λοιπόν απόλυτα, όχι όμως στην ίδια αναλογία με την αύξηση του όγκου τους. Ως εκ τούτου, η αύξηση της διαφοράς μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου είναι πολύ μικρότερη από την αύξηση της διαφοράς μεταξύ της ποσότητας των μέσων παραγωγής, στα οποία μετατρέπεται το σταθερό κεφάλαιο, και της ποσότητας της εργασιακής δύναμης, στην οποία μετατρέπεται το μεταβλητό κεφάλαιο.» «Το ίδιο λοιπόν σε αξία μεταβλητό κεφάλαιο θέτει σε κίνηση περισσότερη εργασιακή δύναμη, επομένως περισσότερη εργασία. Το ίδιο σε αξία σταθερό κεφάλαιο παρουσιάζεται σε περισσότερα μέσα παραγωγής, δηλαδή σε περισσότερα μέσα εργασίας, υλικά εργασίας και βοηθητικές ύλες.» (Marx, Kapital, Bd. I, S. 568, 587, 569.)

3. «Αν δούμε τη χρήση μηχανών αποκλειστικά και μόνον ως μέσο μείωσης της τιμής του προϊόντος, το όριό της ορίζεται εκεί όπου η εργασία, η οποία απαιτείται για την παραγωγή τους, είναι λιγότερη απ’ αυτήν που αντικαθιστά η χρήση τους. Για το κεφάλαιο όμως, το όριο αυτό εκφράζεται πιο στενά. Αφού το κεφάλαιο δεν πληρώνει τη χρησιμοποιούμενη εργασία, αλλά την αξία της χρησιμοποιούμενης εργασιακής δύναμης, η χρήση των μηχανών καθορίζεται για αυτό από τη διαφορά μεταξύ της αξίας της μηχανής και της αξίας της εργασιακής δύναμης που αντικαθίσταται απ’ αυτήν.» (Marx, Kapital, Bd. I, S. 356.)

4. Στην οριακή περίπτωση, που ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι μικρός σε σχέση με αυτόν της αύξησης των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, η εισαχθείσα μηχανή αντικαθιστά παρ’ όλα αυτά τόση πληρωμένη εργασία, όση κοστίζει αυτή η ίδια. Στην περίπτωση αυτή δεν αυξάνεται βέβαια το ποσοστό κέρδους,αλλά ούτε και μειώνεται - Δες τη μαθηματική θεμελίωση των όσων αναπτύχθηκαν εδώ στο βιβλίο μου Das Marxsche System, a.a. O., S. 71-119, ιδιαιτέρως S. 77 και εξής.

5. Ή, αντιστοίχως, αμετάβλητη.

6. Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπάρχουν και πολλές τεχνικές καινοτομίες, στις οποίες η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται περισσότερο από την ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη, στις οποίες δηλαδή η σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται και κατά συνέπεια το ποσοστό υπεραξίας δύναται να μειωθεί χωρίς να μειώσει το ποσοστό κέρδους. Επιπλέον δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σε πολλές τεχνικές καινοτομίες, όπως καταμερισμός της εργασίας, τελειοποίηση της οργάνωσης της επιχείρησης, πρωτοτυποποίηση και τυποποίηση της παραγωγής κλπ., αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας χωρίς να αυξάνεται η ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά εργάτη· και εδώ η σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται (αν λάβουμε υπόψη μας την παραγωγή στο σύνολό της).

7. «Όπως στα παλιά χρόνια των πουριτανικών εκκλησιών ο παθιασμένος ανταγωνισμός των διαφόρων αιρέσεων στη μάχη για τις ψυχές των πιστών έδινε κατεύθυνση και ρυθμό στη ζωή, έτσι και σήμερα, κατά μία έννοια, η μάχη για τον τελικό καταναλωτή.» (M. J. Bonn, Prosperity, Berlin 1930, S. 46.)

8. «Σύμφωνα με πλήθος μαρτυριών η πώληση είναι η κύρια δυσκολία της σύγχρονης οικονομίας, και η ταχύτατη αύξηση του κόστους των πωλήσεων το επιβεβαιώνει. Αυτή η παθητική πίεση των καταναλωτών στους παραγωγούς αμβλύνεται πού και πού μόνο από τη σπατάλη του πολέμου ή από μια ανάκαμψη, κατά την οποία η ζήτηση τονώνεται για ένα διάστημα από ψευδαισθήσεις.» (W. C. Mitchell, Der Konjunkturzyklus, Leipzig 1931, S. 158.)

9. Οι καπιταλιστές επιχειρηματίες επινόησαν δύο δαπανηρά εργαλεία, τα οποία εξυπηρετούν διαμετρικά αντίθετους στόχους: Ως εργοδότες ένα εργαλείο συμπίεσης των μισθών, άρα περιορισμού της αγοραστικής δύναμης, ως παραγωγοί ένα εργαλείο άγρας πελατών, δηλαδή "δημιουργίας" αγοραστικής δύναμης. Τις ζημίες που προκαλεί το ένα, πρέπει να τις αντισταθμίζει το άλλο. Και τα δύο αυτά εκλεπτυσμένα εργαλεία δεν είναι τίποτα άλλο παρά σπατάλη αξιών.

10. Η αύξηση των τιμών των μέσων παραγωγής από την οργανωμένη σε καρτέλ βαριά βιομηχανία συμβάλλει επίσης όχι λίγο στην αύξηση της σύνθεσης του κεφαλαίου. Και αυτή η αύξηση δεν οφείλεται στην τεχνική.

11. Δες ένα πίνακα για το ποσοστό υπεραξίας στην αμερικανική βιομηχανία στο E. Varga, Die grosse Krise, Moskau-Leningrad, 1943, S. 220.