Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο



 του Χρήστου Λάσκου

Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610
Φραντσέσκο Μπονέρι, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1610


Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.

Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.


Ο Μαρξ και η θρησκεία
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626
Ρέμπραντ, «O Iησούς εκδιώκει τους εμπόρους από τον ναό», 1626

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.

Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.


Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός

Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.

Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.

Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.

Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.

Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».

Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.


Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.

Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.

Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.

Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».

* * *

Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».

Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.

Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.

Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.


Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση

Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.

Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».

Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.

Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.

Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.

Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).

Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό, τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.

* * *

Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.

Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

 --------------------------------------------------------------------------------------------
Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013.


Και δυο ωραία σχόλια:
α) Σχόλιο από: Λ.

Θα σταθώ σε ελάχιστα σημεία: 

O συγγραφέας επισημαίνει: "Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου". 

Αν οι φιλελεύθεροι διανοητές που το κάνουν αυτό, είναι σε κάποιο βαθμό ένοχοι, αναρωτιέμαι δεν είναι ένοχοι τα κόμματα και οι πολιτικοί της Αριστεράς, που αν και θεσμικά υπόχρεα, σωπαίνουν απόλυτα μπροστά στα αδύνατα σημεία της κρατικής Εκκλησίας Α.Ε. ας πούμε για παράδειγμα στη φοροδιαφυγή, στον προσηλυτισμό και στη στρατολόγηση ανήλικων σε διάφορες μοναστικές αδελφότητες, στην καλλιέργεια μιας βαρβαρικής δεισιδαιμόνίας (αυτή η εκκωφαντική σιωπή στην υποδοχή του βλάσφημου Αγίου Φωτός με τιμές αρχηγού Κράτους), στην καλλιέργεια του φυλετισμού από την εθνική Εκκλησία, στην καταδίκη των προγαμιαίων ερωτικών σχέσεων, στην δαιμονοποίηση της ομοφυλοφιλίας, στην παρεμπόδιση στοιχειωδών θεσμικών μεταρρυθμίσεων (σύμφωνο συμβίωσης, ευθανασία, καύση νεκρών, μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων-εξαιρείται ο Χριστόδουλος), στην άρνηση της Ιεραρχίας να εκδώσει εγκύκλιο καταδίκης της Χρυσής Αυγής, στους Αγιασμούς που οι ιερείς κατά δεκαδες τελούν στα γραφεία αυτής της σατανιστικής και εγκληματικής οργάνωσης χωρίς να διαφωνεί ούτε ένας επίσκοπος, και σταματώ σε αυτά. 

Με την ευκαιρία να ρωτήσω σε ποιό σημείο ο Χριστός λέει Μακάριοι είναι οι φτωχοί..., γιατί υποψιάζομαι ότι αυτό το λέει μόνο ο συγγραφέας. 

Ο συγγραφέας σωστά επισημαίνει ...τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». 

Αναρωτιέμαι όμως δυο πράγματα. 
1. Πότε και που η Αριστερά του έκανε την αυτοκριτική της γιαυτό. 
2. Να υποθέσω ότι αποτελεί αυτοκριτική το πέρασμα του Μανώλη Γλέζου, από οπαδός της χειρότερης κρατικής τυραννικής κομμουνιστικής αθεϊας (Εμβέρ Χότζα)στη συμπροσευχή στη Βουλή με τη Χρυσή Αυγή (Αγιασμός) και στη συνέχεια η συμμετοχή του στην όχι μόνο μαγική και βλάσφημη, αλλά και ακυρωτική της ιδέας της ανεξιθρησκείας και του χωρισμού Κράτους Εκκλησίας, διαδικασία του όρκου, μπροστά στο φιλοχουντικό Αρχιεπίσκοπο; 

Έχω την αίσθηση ότι καλό θα ήταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, που βαρύνεται με σειρά ολόκληρη από καραγκιοζιλίκια, ασυνέπειες, παλινωδίες, μεταμορφώσεις και κυρίως σιωπές (ακόμη και σε προκλητικά ιερά οικονομικά σκάνδαλα) και συνενοχές στο εκκλησιαστικό, να πάψουν να προκαλούν τη νοημοσύνη μας. 
Λ.

β) Σχόλιο από: aftercrisis

Ακόμη και άν δεν υπήρχε πιά καμμιά κοινωνική ουτοπία, πάντα θα είναι η Βίβλος το εγχειρίδιό της. Ο Χριστιανικός πολιτισμός, στην ουσία του είναι ένας ουτοπικός πολιτισμός. Στο φόντο του Χριστιανισμού ακούγεται πάντοτε o μουρμουριστός ήχος της διαμαρτυρίας. Μ αυτή την όμορφη λέξη 
(στη Γερμανική γλώσσα Murren) περιέγραψε ο Λούθηρος την έκφραση της παθιασμένης λαχτάρας για έναν καλύτερο κόσμο... 

Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία των καταπιεσμένων. Και δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, ότι ο ο ίδιος Ιησούς ήταν ο πρώτος Κομμουνάρος, καθώς μας λένε οι Πράξεις των Αποστόλων: Το πλήθος των πιστών ήταν μια καρδιά και μιά ψυχή. Κανένας δεν μιλούσε για τα δικά του αγαθά, αλλά τα πάντα ήταν κοινά μεταξύ τους... 

Ο Έρνστ Μπλόχ, στο βιβλίο του Η αρχή της ελπίδας (Prinzip Hoffnung), έγραψε μια διάσημη φράση: Ο άνθρωπος ζεί ακόμη στην προϊστορία, όλα και το κάθε τί βρίσκονται ακόμη σε χρόνο πρίν την δημιουργία του κόσμου ως δίκαιου κόσμου. Η αληθινή Γένεση δεν βρίσκεται στην αρχή αλλά στο τέλος, και θ αρχίσει για πρώτη φορά τότε, όταν η κοινωνία και η ύπαρξη (Dasein) γίνουν ριζοσπαστικά, δηλαδή όταν καταπιαστούν με τη ρίζα. 
Μόνον το ριζοσπαστικό είναι ρεαλιστικό. 

Η θρησκεία ως κοινωνική ουτοπία: Η εναλλακτική λύση του Ιησού 
(του Γιάκομπ Άουγκστάϊν - © SPIEGEL) 
http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/04/blog-post_27.html

Παρέκβαση: ένα άλλο, πρόσφατο άρθρο του ιδίου, συμπληρωματικό ως προς αυτό, από την Εφημερίδα των Συντακτών.



Αριστεροί και χριστιανοί ξανά σε εποχή αγωνίας

Αν είναι, πράγματι, αλήθεια αυτό που θα πω, ότι φύλαξες απ’ τα νιάτα σου την εντολή της αγάπης κι έδωσες στον καθένα όσα και στον εαυτό σου, τότε πώς συγκέντρωσες την περιουσία σου; […] Οποιος αγαπά σαν τον εαυτό του αυτόν που είναι πλάι του δεν κατέχει τίποτε παραπάνω απ’ αυτόν που είναι πλάι του. Κι εσύ δείχνεις να έχεις πολλά. Από πού;

Μέγας Βασίλειος, Ομιλία προς τους πλουτούντας, Μεταγραφή: Γιώργος Κοροπούλης.



Είναι γνωστό πως αριστεροί και χριστιανοί υπήρξαν στη διάρκεια της ιστορίας εξαιρετικά καχύποπτοι, έως εχθρικοί, οι μεν για τους δε. Και υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι γι’ αυτό, χωρίς αμφιβολία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, το γεγονός, δηλαδή, πως υπάρχουν σοβαρότατοι λόγοι –και, επιπλέον, ποταμοί αίματος- που χωρίζουν τις δυο πλευρές δεν σημαίνει πως αίρεται αυτομάτως το παράδοξο: και οι δύο παραδόσεις είναι τόσο ρητά με τους φτωχούς και τόσο επιθετικά εναντίον των πλουσίων, που η ιστορία των μεταξύ τους αντιπαλοτήτων λιγότερο εξηγεί και περισσότερο είναι προς εξήγηση.

Δεν μπορώ, προφανώς, εδώ να διατυπώσω αναλυτικά μια ερμηνεία. Θα μείνω, λοιπόν, στα δικά μου, αριστερά χωράφια για λίγα σχόλια σχετικά. Η κύρια αιτίαση των αριστερών απέναντι στη χριστιανική επίκληση της αγάπης ως βασικού οδηγού της κοινωνικής ζωής είναι πως, όταν δεν πρόκειται για συνειδητή και δύσκολα κρυπτόμενη υποκρισία, είναι τόσο ξέπνοη πρακτικά, που πολύ λίγα μπορεί να προσφέρει στην κριτική των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και πολύ λιγότερα στην αναγκαία ριζική αναμόρφωσή τους.

Νομίζω, λοιπόν, πως η προσέγγιση αυτή είναι σαφώς εσφαλμένη και αυτός είναι ένας από τους λόγους που αδυνατεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά το γεγονός πως ο χριστιανισμός –και η θρησκευτική διδασκαλία και πρακτική γενικότερα- αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, τον πιο ανθεκτικό τύπο λαϊκής κουλτούρας στην ιστορία.

Η εντυπωσιακή αυτή ανθεκτικότητα στα μυαλά και τις ψυχές των λαϊκών ανθρώπων δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους «ψευδούς συνείδησης», είναι πολύ περισσότερο πρακτικοί οι λόγοι. Οι μαρξιστές, άλλωστε, γνωρίζουν πως οι ιδεολογίες αναφέρονται πολύ περισσότερο σε συγκεκριμένες πρακτικές –πράξεις τις λένε οι χριστιανοί- παρά σε ιδέες, με τις οποίες παραγεμίζονται άδεια κεφάλια.

Το πιο ισχυρό σημείο της χριστιανικής διδασκαλίας είναι, χωρίς αμφιβολία, η εκπληκτική φιγούρα του Χριστού. Είναι αυτή η, πρακτική, διάσταση, η ακραία αποστασιοποίηση από το αφηρημένο, τις «ιδέες» και τις «εντολές», που της δίνει τη μεγάλη επιρροή της στις καρδιές των ανθρώπων.

Όπως σημειώνει ο Τέρι Ιγκλετον, ο Χριστός «παρουσιάζεται ως άστεγος, χωρίς υπάρχοντα, ταγμένος εργένης, πλανόδιος οδοιπόρος, κοινωνικά περιθωριακός, περιφρονητής των συγγενικών δεσμών, ανεπάγγελτος, φίλος των απόβλητων και των παριών, […], αμελής όσον αφορά τους κανόνες αγνότητας, επικριτής της παραδοσιακής αυθεντίας, αγκάθι στο πλευρό του κατεστημένου και μάστιγα για τους πλούσιους και τους ισχυρούς […] Σέβεται το εβραϊκό Σάββατο όχι επειδή σημαίνει εκκλησιασμό, αλλά επειδή αντιπροσωπεύει μια προσωρινή απόδραση από το βάρος της εργασίας. Το Σάββατο έχει να κάνει με την ξεκούραση, όχι με την θρησκεία. Ένας από τους καλύτερους λόγους για να είσαι χριστιανός, όπως και σοσιαλιστής, είναι το ότι δεν σου αρέσει να είσαι υποχρεωμένος να δουλεύεις και απορρίπτεις την έμφοβη ειδωλολατρία που κάτι τέτοιο εμπεριέχει» – ειδωλολατρία που είναι σήμα κατατεθέν της καπιταλιστικής θέσμισης της ζωής. Κανονικά, καμιά ανθρώπινη φιγούρα από την ιστορία δεν θα έπρεπε να είναι πιο οικεία στους κομμουνιστές, στους ελευθεριακούς, στους σιτουασιονιστές και σε όλες τις φυλές των επαναστατών, νομίζω.

Σ’ αυτή τη νέα εποχή αγωνίας που ζούμε, στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κρίσης, που όλα δείχνουν πως μάλλον αποκτά οριακό για την ανθρωπότητα χαρακτήρα, η Αριστερά δεν μπορεί παρά να νοιάζεται, μαζί με όλο τον «λαό», και για τον «λαό της εκκλησίας». Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν πολλοί άνθρωποι της εκκλησίας εργάζονται με αυταπάρνηση σε αλληλέγγυες δομές ή όταν κορυφαίοι ιεράρχες με μεγάλη παρρησία συγκρούονται με τους ναζιστές. Μπορούμε να συστρατευθούμε – δεν χρειάζεται να τους υποκαταστήσουμε. Κι έτσι, κι αυτά που μας χωρίζουν έντονα θα μπορέσουμε να τα βάλουμε κάτω και να δούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget