Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Κατανοώντας πτυχές της ντελεζιανής επανάληψης μέσω ενός επεισοδίου του “Community”


* Ακολουθεί η πρόχειρη μετάφραση από τον Weltschmerz K. μιας ενδιαφέρουσας ανάρτησης του Daniel Coffeen σχετικά με την επανάληψη και τη διαλεκτική ταυτότητας-διαφοράς, πιστότητας-προδοσίας, μιμητικής αναπαραγωγής-καινοτόμου επανάληψης. Γίνεται σαφές από το κείμενο ότι ο Ντελέζ είναι πλήρως συμβατός με τον Χέγκελ -με μιαν ορισμένη εκδοχή του, τουλάχιστον-, πόρισμα που θα χαροποιήσει πιστεύω τον Ονειρμό. Στον μεταφραστή χρεώνονται επίσης οι σύνδεσμοι, όπως και τα σχόλια και οι διευκρινίσεις που βρίσκονται εντός αγκυλών.

* * *

Εντός του διαστήματος 21 λεπτών, παρουσιάζονται σε μας δύο μορφές παραπομπής. Από τη μία μεριά, υπάρχει το επικεντρωμένο στο Pulp Fiction πάρτυ έκπληξη. Από την άλλη, ο Άμπεντ παριστάνει το My Dinner with Andre. Ακόμη και αυτές οι δυο ταινίες προτείνουν μια αιχμηρή αντιπαράθεση: η ήρεμη ειλικρίνεια του Αντρέ αντιπαρατίθεται με την αναφορική εγκατάλειψη του Ταραντίνο. Αλλά το επεισόδιο –σαιζόν 2, επεισόδιο 19, τιτλοφορούμενο “Κριτικές Σπουδές Κινηματογράφου”- μετατοπίζει επιδέξια τους ίδιους τους όρους της αντιπαράθεσης.

Είναι τα γενέθλια του Άμπεντ. Πρόκειται να συναντήσει τον Τζεφ σε ένα ρεστωράν για δείπνο και είναι δουλειά του Τζεφ να τον πάει στο πάρτυ έκπληξη που τα μέλη της ομάδας έχουν οργανώσει για τον εμμονικό με τη μαζική κουλτούρα φίλο τους.

Αλλά ο Τζεφ εκπλήσσσεται. Το ρεστωράν -πρόταση του Άμπεντ- είναι φινετσάτο. Και τότε ο Άμπεντ εμφανίζεται όχι δρώντας σαν ο συνηθισμένος Άσπεργκερ-ικός ["αυτιστικός"], αναφερόμενος [συχνά] στη μαζική κουλτούρα αγορίστικος εαυτός του. Στην πραγματικότητα, δείχνει κανονικός, ώριμος ακόμη, κοινωνικά εμπεπλεγμένος, ευκρινής [στην έκφραση του]. Οι δυο καταλήγουν να μείνουν στο ρεστωράν καθώς η συζήτηση τους γίνεται αυξανόμενα έντονη και προσωπική.

Τότε, προς το τέλος του δείπνου τους, ο Τζεφ συνειδητοποιεί κάτι. Ο Άμπεντ δεν άλλαξε τους εμμονικούς με τη μαζική κουλτούρα τρόπους του – αναπαριστά [απλώς] την ταινία My Dinner with Andre. Διαπίστωση η οποία νευριάζει τον Τζεφ: πάνω που νόμιζε ότι ο Άμπεντ γινόταν “πραγματικός”, φάινεται ότι είναι μόνο μία ακόμη αναφορά μαζικής κουλτούρας.

Φαίνεται πως έχουμε δύο παραδείγματα ανθρώπων που υποκρίνονται ότι είναι εκείνο που δεν είναι - το ένα, ο Άμπεντ υποδυόμενος τον Άντρε· το άλλο, η ντυμένη [με θέμα το] Pulp Fiction ομάδα. Και παραταύτα δεν είναι όλες οι παραπομπές ίσες· δεν είναι κάθε υποκρισία [με την έννοια της μίμησης] στην πραγματικότητα υποκρισία. Οι δύο τρόποι εδώ δε θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικοί.

Οι φίλοι ντυμένοι ως [χαρακτήρες του] Pulp Fiction παραμένουν σε μεγάλο βαθμό οι εαυτοί τους. Μένουν αληθινοί, όπως ήταν, στους χαρακτήρες τους – η Μπρίτα είναι η Μπρίτα, ο Τρόυ είναι ο Τρόυ, ο Τσανγκ είναι ο Τσανγκ. Το μόνο διαφορετικό πράγμα σχετικά με αυτούς είναι τα κοστούμια τους. Είναι μόνο μια εξωτερική διαφορά, μια μετατόπιση [σε επίπεδο] φλούδας [δηλαδή επιφανειακού στρώματος].


Τα μέλη της ομάδας αναφέρονται στο Pulp Fiction αλλά παραμένουν οι εαυτοί τους: αντιγράφουν μάλλον παρά επαναλαμβάνουν.


Αλλά ο Άμπεντ γίνεται ένα θεμελιωδώς διαφορετικό πρόσωπο. Δεν υποδύεται μόνο τον Άντρε. Έχει γίνει άλλος.

 Ο Άμπεντ, εν τω μεταξύ, δεν ντύνεται μόνο όπως ο Άντρε. Επαναλαμβάνοντας αυτή την ταινία, γίνεται κάτι νέο: ο Άμπεντ-Άντρε.


Και αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του αντιγράφειν και του επαναλαμβάνειν. Όταν αντιγράφεις, λες τα σωστά πράγματα, ντύνεσαι με το σωστό τρόπο. [Όμως] Ο τρόπος λειτουργίας σου δεν αλλάζει. Μπορεί να ντύνεσαι όπως η Μία Γουάλλας αλλά εξακολουθείς να βγάζεις νόημα από τον κόσμο ως Μπρίτα.

Αλλά όταν επαναλαμβάνεις, ακολουθείς το δρόμο ενός άλλου και, κάνοντας το αυτό, γίνεσαι κάτι διαφορετικό. Δεν λες μόνο τα σωστά πράγματα. Βγάζεις στην κυριολεξία νόημα από τον κόσμο διαφορετικά. Κοιτάξτε τον Άμπεντ: όλα σχετικά με αυτόν είναι διαφορετικά.

Δεν παραθέτει απλώς τις ατάκες κάποιου άλλου, ως εάν ο πραγματικός Άμπεντ να υπήρχε από κάτω ή από μέσα. Δεν υποκρίνεται ότι είναι ο Άντρε. Αλλά ούτε έχει γίνει ο ίδιος ο Άντρε (οτιδήποτε θα σήμαινε αυτό). Επαναλαμβάνει τον Άντρε μέσω του δικού του μεταβολισμού, δημιουργώντας κάτι νέο, εκείνο που ο Ντελέζ θα μπορούσε να αποκαλέσει νυμφικό [nuptial]: τον Άντρε-Άμπεντ.

Τείνουμε να σκεφτόμαστε την επανάληψη ως το να κάνουμε το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Αλλά, για τον Ντελέζ (και για τον Κίρκεγκoρντ), η επανάληψη είναι πρόσθια κίνηση, μια διεργασία να ελίσσεσαι προς τα εμπρός διαφορετικά. Εάν ήσουν ο ίδιος, δε θα υπήρχε κίνηση. Αυτό αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο που σκεφτόμαστε την ταυτότητα. Αντί να είμαστε αυτό το σταθερό πράγμα, είμαστε [τέτοιου είδους] πλάσματα τα οποία επαναλαμβάνουν τους εαυτούς τους (ελπίζω) – όχι κάνοντας το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά αλλά περισυλλέγοντας τους εαυτούς μας και "χορεύοντας" τους εαυτούς μας προς τα εμπρός [picking ourselves up and dancing ourselves forward]. Είμαστε συνέχεια καινούριοι στο γίγνεσθαι που αποτελούμε.

Με την επανάληψη, η ταυτότητα είναι νομαδική: πάντοτε κάπου διαφορετικά, πάντοτε σπίτι.

Με μια έννοια, αυτό μοιάζει κάπως προφανές. Είμαι διαφορετικό πρόσωπο σήμερα από εκείνο που ήμουν όταν ήμουν 2, 8, 16, 28, 34 [ετών]. Και παραταύτα δεν είμαι απόλυτα καινούριος. Είμαι ακόμη εγώ. Αλλά αυτό που είμαι είναι [ακριβώς] αυτή η διεργασία αλλαγής. Το όνομα που δίνει ο Ντελέζ σε αυτή τη διεργασία είναι επανάληψη. Αυτή είναι το όμορφο παραλήρημα, το μυστηριώδες, στην καρδιά του είναι: είμαι πάντα εξοικειωμένος και μη-εξοικειωμένος, πάντα καινούριος ενώ παραμένω εγώ (έως ότου να μην είμαι – [διότι] ενδέχεται να αλλάξω τόσο ριζικά ώστε να μην είμαι πλέον εγώ, περίπτωση στην οποία δε θα επαναλάμβανα πλέον [εφόσον θα ήμουν ήδη κάτι εντελώς άλλο]). Όταν επαναλαμβάνω τον εαυτό μου -ή όταν επαναλαμβάνω το My Dinner with Andre- δε μένω ο ίδιος. Απεναντίας, γίνομαι κάτι νέο.

Αυτό σαφώς απέχει πολύ από το να ντύνεσαι όπως η Μία Γουάλλας. Αυτό είναι μόνο ζήτημα του να βάλεις ένα κοστούμι. Δεν υπάρχει καμία εσωτερική κίνηση, καμία "μυστική δόνηση η οποία το κινητοποιεί, μια βαθύτερη εσωτερική επανάληψη εντός του ενικού" (βλέπε το Διαφορά και Επανάληψη του Ντελέζ). Ο Άμπεντ είναι μέσα στον Άντρε και ο Άντρε είναι μέσα στον Άμπεντ. Δεν είναι ότι ο Άμπεντ γίνεται ο Άντρε – εάν το έκανε, θα βλέπαμε τον Άντρε, όχι τον Άμπεντ. Όχι, επαναλαμβάνοντας τον Άντρε, ο Άμπεντ γίνεται κάτι νέο: ο Άμπεντ-Άντρε.

Σκεφτείτε τη διασκευή ενός τραγουδιού. Το συγκρότημα στο μπαρ που παίζει μια πιστή ερμηνεία του “Satisfactionτων Stonesαντιγράφει. Οι Devo που κάνουν το “Satisfactionεπαναλαμβάνουν: είναι το “Satisfaction” ξανά και εκ νέου. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του αντιγράφειν και του επαναλαμβάνειν. Το να επαναλαμβάνεις κάτι είναι το να [το] ζεις από μέσα και, στην πορεία, να δημιουργήσεις κάτι νέο. (Ή πάρτε [για παράδειγμα] τον Ταραντίνο. “Κλέβει” από ένα εύρος ταινιών [εκτεινόμενο] από τον Λεόνε και τον Γκοντάρ μέχρι B-films που δεν έχω ποτέ ακούσει και, στην πορεία, δημιουργεί το δικό του ύφος.)

Το "Community" διακωμωδεί την ίδια τη βούληση για αυθεντικότητα καθώς η ομολογούμενη πραγματικότητα του My Dinner with Andre γίνεται μια επανάληψη. Εν τω μεταξύ, το γράμμα [πιστοποίησης] της αυθεντικότητας για έναν χαρτοφύλακα που χρησιμοποιήθηκε στο Pulp Fiction -ένα δώρο [του Τζεφ] για τον Άμπεντ- τυλίγεται στις φλόγες [δηλαδή η απόδειξη μιας υποτιθέμενης αυθεντικότητας καταστρέφεται, οπότε παραμένουμε εντός ενός κόσμου όπου δεσπόζουν τα ομοιώματα ομοιωμάτων, τα ίχνη ιχνών και οι παραπομπές που παραπέμπουν σε άλλες παραπομπές, σε μια ατέλειωτη αλυσίδα σημαινόντων άνευ δυνατότητας μιας τελικής προσφυγής σε κάποιο εξωτερικό (εξω-κειμενικό) σημαινόμενο].

Απηχώντας τον Ντελέζ, το “Community” μας λέει ότι τίποτε δεν είναι αληθινό καθεαυτό και αφεαυτού. Αποτελούμε άπαντες υποδυόμενους χαρακτήρες – όλοι παραθέτοντας, αναφέροντας, κλέβοντας, παραπέμποντας [(σε) άλλους]. Στην τελική, καμιά από τις λέξεις μας δεν είναι “δική μας” λέξη· όλες οι γραμμές που λέμε είναι, κατά μίαν έννοια, δανεισμένες. Δεν υπάρχει αληθινή αυθεντικότητα. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κάθε παραπομπή [δηλαδή: κάθε χειρονομία που εμπνέεται από μιαν άλλη και δείχνει προς αυτήν] δημιουργείται [μάλλον εννοεί: είναι δημιουργική] εξ ίσου [με τις άλλες]. Κάποιες αντιγράφουν. Το κόλπο είναι να επαναλαμβάνουν.

Στο τέλος του επεισοδίου, ο Τζεφ συνειδητοποιεί ότι η αναφορά -η παραπομπή, η παράθεση- είναι ο τρόπος που ο Άμπεντ γίνεται ο εαυτός του [το προσίδιον γίγνεσθαι του, σαν να λέμε, το γίγνεσθαι-Άμπεντ]. Όταν η Μπρίτα ντύνεται σαν Μία Γουάλλας, δεν υπάρχει καμία εσωτερική κίνηση. Τίποτε δεν έχει αλλάξει: είναι ακόμα η Μπρίτα. Αλλά όταν ο Άμπεντ υποδύεται τον Άντρε, απορροφά πτυχές του Άντρε στον εαυτό του και γίνεται κάτι νέο, κάτι διαφορετικό. Αυτή αντιγράφει. Εκείνος επαναλαμβάνει.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ονειρμάρξ: Το "κομμουνιστικό κόμμα" ως αντικείμενο μελέτης υπό το πρίσμα της θεωρίας συστημάτων



του Ονειρμού



Την Παρασκευή που μας πέρασε, ο Δ. Γρηγορόπουλος και ο Δ. Πατέλης έκαναν ενδιαφέρουσες εισηγήσεις στη Λέσχη των Αναιρέσεων της Αθήνας για το θέμα του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος στις σημερινές συνθήκες. Μπορείτε να βρείτε εδώ http://www.ilhs.tuc.gr/gr/omilies.htm ηχογραφημένη την ομιλία του Δ. Πατέλη. Η έμφασή του ήταν στην κλιμάκωση της συνειδητής επενέργειας του υποκειμενικού παράγοντα επί των αντικειμενικών όρων της ύπαρξής του, όπως αυτή εξελίχθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας, και κυρίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με την ανάδυση της κεφαλαιοκρατίας, αλλά και όπως διαμορφώνεται σήμερα. Το επαναστατικό κόμμα τοποθετήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, ως υποκείμενο που μετασχηματίζει την αντικειμενική πραγματικότητα με συνειδητό τρόπο, σε αντιδιαστολή με τους ανθρώπους που γίνονται αντικείμενα χειρισμού, κυριαρχίας και εκμετάλλευσης από το αστικό κράτος και το κεφάλαιο.

Στην εισήγησή του συντρόφου υπήρχε κατά τη γνώμη μου μια κεντρική αναλογία: στο μικροεπίπεδο της κοινωνίας, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ορισμένα μέσα, ορισμένα εργαλεία ενεργοποιώντας την παραγωγική του δύναμη για την επίτευξη ορισμένων στόχων. Έτσι και σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο, το επαναστατικό κόμμα χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα μέσα, τα κατάλληλα εργαλεία, θέτει στόχους και μετασχηματίζει την κληροδοτημένη κοινωνική πραγματικότητα παράγοντας νέους όρους και ξεδιπλώνοντας την εργατική επαναστατική δράση.

Αυτή η ''μηχανική'' αναλογία που αντιμετωπίζει το επαναστατικό κόμμα ως μηχανισμό που παράγει επαναστατικό έργο χρησιμοποιώντας εργαλεία και άλλα τεχνικά μέσα, για την επίτευξη στρατηγικών στόχων, νομίζω είναι εξαιρετικά γόνιμη. Πιάνοντας από εδώ το νήμα, θέλουμε να τη προεκτείνουμε μέχρι τις απώτατες συνέπειές της. Κάνοντας ίσως μια αλλαγή: το κομμουνιστικό κόμμα ίσως δεν είναι υποκείμενο αλλά εργαλείο της εργατικής τάξης, που είναι ή καλύτερα γίνεται, στην ενότητά της με το κομμουνιστικό κόμμα (ενότητα δρώντος-εργαλείου) το επαναστατικό υποκείμενο.

Αυτό που μας έχει λείψει είναι πιστεύω να θέσουμε με θαρραλέο τρόπο το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα ως αντικείμενο μελέτης. Δεν θα αναλύει μόνο το επαναστατικό κόμμα ''επιστημονικά'' τη πραγματικότητα, πρέπει και το ίδιο να αναλύεται με επιστημονικό τρόπο, φτάνοντας έτσι στη δυνατότητα πραγματικής αυτοκριτικής του.

Το επαναστατικό κόμμα ως παραγωγικό σύστημα

Όπως και το σοσιαλιστικό μισοκράτος, έτσι και το επαναστατικό κόμμα θα απονεκρωθεί με το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον ώριμο κομμουνισμό. Όπως και το σοσιαλιστικό μισοκράτος, έτσι και το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα είναι όργανο της εργατικής τάξης ώστε να τσακίσει αυτή την αστική τάξη. Όπως και σε ένα κράτος, έτσι και στο κόμμα αναπτύσσεται ιεραρχία της γνώσης, η διάκριση διευθυντών διευθυνόμενων, καταμερισμός εργασίας, σκοποθεσία και εκτέλεση με όρους αποδοτικότητας και ''ορθολογικότητας''. Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν το κομμουνιστικό κόμμα γίνει πράγματι κόμμα της εργατικής τάξης, τότε γίνεται ένα ''μισοκόμμα'', όπως χαρακτήριζαν οι κλασικοί την Παρισινή Κόμμα ως μισοκράτος. Όταν η τάξη των μισθωτών δούλων δρα συνειδητά και στρατηγικά, εκλείπει η αναγκαιότητα διάκρισης της κομματικής ηγεσίας από την κομματική και εργατική βάση.

Αν θέσουμε ως αντικείμενο μελέτης το επαναστατικό κόμμα, νομίζουμε θα καταλήξουμε στο παραπάνω συμπέρασμα. Ας δούμε όμως το πράγμα πιο αναλυτικά:

1) Ένα κόμμα είναι ένα σύστημα. Μελετάμε λοιπόν ένα κομματικό σύστημα. Το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε σχέση με το περιβάλλον του, και από το περιβάλλον αυτό αντλεί πόρους (ενέργεια) και δεδομένα τα οποία μεταφράζει στην ιδιαίτερη κομματική γλώσσα και θεωρία του ως πληροφορία.

2) Ένα κομματικό σύστημα επιλέγει στρατηγικές και τακτικές επιβίωσης μέσα στο περιβάλλον το οποίο ζει. Πέρα από την αρχή της αυτοσυντήρησης ή το υπό στενή έννοια ''conatus'' (Hobbes, Spinoza) που αναγκαία το διακρίνει, το κομματικό σύστημα επιθυμεί συγκεκριμένα ''αντικείμενα'' και μετασχηματίζει τη πραγματικότητα για την εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας του. Πρέπει να διακρίνουμε δύο επίπεδα: αυτό της ανάγκης του συστήματος για αυτοσυντήρηση και των αναγκών του, που θεωρούνται ιστορικά προαπαιτούμενα για τη λειτουργία ενός κομματικού συστήματος, και αυτό της επιθυμίας, που δεν εξαντλείται στην αναγκαιότητα της αυτοσυντήρησης, αλλά ορίζει με θετικό τρόπο τα αντικείμενα της επιθυμίας και τις επιδιώξεις του κομματικού συστήματος.

3) Στη βάση των αναγκών και των επιθυμιών του, το κομματικό σύστημα θέτει όπως είπαμε στρατηγικούς στόχους και τακτικά μέσα για την εκπλήρωσή τους. Εκπονεί προγράμματα ως ακολουθία βημάτων και κίνηση προς τον στρατιωτικό* ορίζοντα.

4) Το κομματικό σύστημα θεμελιώνεται σε συντακτικές-καταστατικές αρχές και ιδεολογικά αξιώματα (κοινές έννοιες) και θεωρήματα, που συγκροτούν την κομματική Ιδέα και νόημα. Οι αφηρημένες αυτές αρχές εξειδικεύονται με ''συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης στιγμής''. Καθώς η εμπειρία πάντα πλεονάζει της αφαίρεσης, η ''εφαρμογή'' αυτών των αρχών στο συγκεκριμένο υλικό της πραγματικότητας ενέχει πάντοτε ένα ποσό ''αυθαιρεσίας'' και ακαθοριστίας, ένα ποσό πολιτικής απόφασης που δεν εξαρτάται απλώς από το ''γράμμα'' των καταστατικών και ιδεολογικών αρχών. Την ''ερμηνεία'' και την εξειδίκευση αυτών των κομματικών κανόνων κάνει στο κομματικό σύστημα κυρίως το ανώτερο ιεραρχικά κομματικό υποσύστημα, που διαδραματίζει το ρόλο του ερμηνευτή του κομματικού εγγενούς σκοπού που διοικεί την κομματική μηχανή.

5) Σε ένα κομματικό σύστημα υπάρχει μια ιεραρχία της κομματικής γνώσης και ένας καταμερισμός κομματικής εργασίας. Στην κορυφή της πυραμίδας της κομματικής γνώσης βρίσκεται, όπως ήδη είπαμε, το σώμα ή τα σώματα εκείνα που ερμηνεύουν την κομματική ιδέα ή νόημα. Από το υψηλότερα ιστάμενο στο κατώτερο κομματικό σώμα, φτάνουμε μέχρι την κομματική βάση. Η όλη αυτή δομή μπορεί να αναπαρασταθεί σαν δενδροειδής δομή, όπως στο παρακάτω σχήμα, όπου κάθε κομματικό σώμα διακλαδίζεται στα σώματα εκείνα από τα οποία είναι ιεραρχικά ανώτερο (μας ενδιαφέρει η διάρθρωση του ''δέντρου'', η μορφή και όχι το περιεχόμενο της κάθε καρτέλας που είναι στο παρακάτω σχήμα τυχαίο):




6) Η ζωντανή κομματική εργασία προϋποθέτει τη νεκρή, παρελθούσα κομματική εργασία. Η νεκρή κομματική εργασία, η ιστορία του κόμματος, διαμορφώνει τους υπερβατολογικούς όρους δυνατότητας της κομματικής παραγωγής. Γράφει ο Μάρξ στην 18 Μπρυμαίρ του Λουβοβίκου Βοναπάρτη:

''Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν' ασχολούνται ν' ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που δεν έχει προϋπάρξει, σ' αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ' αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας''.

Tα ίδια ισχύουν και για την κομματική εργασία που μας ενδιαφέρει εδώ. Οι άνθρωποι που στελεχώνουν το κομματικό σύστημα παράγουν με τη δράση τους πραγματικότητα μέσα σε κομματικές και ιστορικές συνθήκες που δεν επιλέγουν οι ίδιοι αλλά έχουν αποκρυσταλλωθεί ως επιστέγασμα μιας ιστορικής κομματικής παραγωγής. Η παράδοση της νεκρής, παρελθούσας κομματικής εργασίας βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό της ζωντανής κομματικής εργασίας. Το παρελθόν και η μνήμη επιβάλλεται σαν ιδέα/ιδεώδες πάνω στο παρόν, καθορίζοντας τα όρια και τους σκοπούς της κομματικής δράσης. Τα ''πνεύματα'' του παρελθόντος, τα ονόματα, τα μαχητικά συνθήματα, οι αρχές οργάνωσης και οι πολιτικές αξίες, όλα αυτά κατευθύνουν την ζωντανή κομματική εργασία ως όροι δυνατότητάς της (χωρίς όλους αυτούς τους όρους,που συναπαρτίζουν το κομματικό νόημα, αυτή δεν είναι κομματική, αλλά μη κομματική ή αντικομματική).

7) Το κομματικό σύστημα δεν είναι πράγμα αλλά σχέση. Είναι η βιο-λογική σχέση του συστήματος με το περιβάλλον (όροι και πλαίσιο της ύπαρξής του), και η κοινωνική σχέση των ανθρώπων που είναι φορείς ή αλλιώς ενσαρκώνουν το κομματικό νόημα.

8) Το κομματικό σύστημα έχει, σχηματικά μιλώντας, βάση και εποικοδόμημα. Πάνω στη βάση των πραγματικών, άμεσων, ενεργών παραγωγικών διαδικασιών, εγείρεται ένα σύνολων κανονιστικών αρχών/διατάξεων και κυβερνητικών-στρατηγικών επιλογών (το αντίστοιχο του νομικο-πολιτικού εποικοδομήματος), καθώς και μορφές κομματικής συνείδησης. Η ''βάση'' διακρίνεται στις κομματικές παραγωγικές δυνάμεις, που εξαρτώνται από την επιστημονική και τεχνική επίδοση του κομματικού συστήματος και τις ανθρώπινες κομματικές δυνάμεις, και από τις παραγωγικές σχέσεις που αποτελούν την οργανωτική μορφή που παίρνουν αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις.

Μιλώντας με άλλους όρους, η μηχανική-παραγωγική δραστηριότητα του κομματικού συστήματος εξελίσσεται μέσα σε ένα οργανωτικό-λειτουργικό σχήμα, το οποίο εκφράζεται στο συμβολικό-σημειολογικό σύμπαν, ως κομματικές αρχές, καταστατικά, ντοκουμέντα, γλώσσα, σημαίνοντα και σημαινόμενα. Στην ιεραρχία της γνώσης του κομματικού συστήματος, εκείνος που αντιμετωπίζεται ως γνώστης του κομματικού συστήματος είναι εκείνος που κατέχει την ορθή ερμηνεία της ολότητας του συμβολικού-σημειολογικού εποικοδομήματος ή αλλιώς την Αλήθεια του, που εκφράζει, όπως είπαμε, την οργανωτική και παραγωγική δραστηριότητα του κομματικού συστήματος. Αυτό το σώμα-ερμηνευτής παίζει το μεγαλύτερο ρόλο στην διακυβέρνηση του κομματικού συστήματος, και ιδιοποιείται την κομματική ιδέα ή νόημα, ιδιοποιείται δηλαδή τη ''νεκρή κομματική εργασία'' και θέτει τους όρους της παρούσας και μελλοντικής εργασίας. Η ανεστραμμένη όψη αυτού του κομματικού θεανθρώπινου σώματος, είναι εκείνο το σύνολο μελών που δεν μετέχουν στο αληθές νόημα ή κομματική ιδέα, δεν πληρούν τους όρους κομματικής εργασίας όντας στο περιθώριο ή εκτός του κομματικού συστήματος. Σύμφωνα με το νόμο που περιγράφει ο Girard στα εδώ πολύ διαφορετικά συμφραζόμενα, η συσσώρευση των αντιφάσεων του κομματικού συστήματος εκτονώνεται καθώς αυτές προβάλλονται σε κάποια μέλη της κοινότητας-κόμματος, που καταδικάζονται ως τα ''εξιλαστήρια θύματα'' και ''αποδιοπομπαίοι τράγοι''. Αφού αυτά φορτώνονται όλη την ευθύνη, η αποβολή τους σημαίνει και την κάθαρση του κόμματος από τις αντιφάσεις του. Αυτό κλείνει έναν κύκλο και ανοίγει τον επόμενο κύκλο, στο τέλος του οποίου οι συσσωρευμένες αντιφάσεις πάλι θα ''εκτονωθούν'' κατά τον ίδιο τρόπο.

9) Βασικός πόρος του κομματικού συστήματος είναι ο άνθρωπος (ανθρώπινη παραγωγική δραστηριότητα ως ενεργειακή πρόσληψη-μέλη) αλλά και άλλοι υλικοί-οικονομικοί όροι (έξοδα-δαπάνες για την κομματική λειτουργία κλπ). Η ενεργειακή εξάρτηση του κομματικού συστήματος σημαίνει και το ενδεχόμενο υποταγής του, για λόγους αυτοσυντήρησης, στον φορέα ή γενικότερα στο περιβάλλον από το οποίο είναι εξαρτημένο.

10) Ένα κόμμα είναι (κομματικό) σύστημα, και διακρίνεται από την οργανωτική μορφή του δικτύου (ρευστότητα, χαλαρότητα δεσμών, ελάχιστος καταμερισμός εργασίας, οριζόντιος συντονισμός, όχι σαφές πρόγραμμα, εύκολα αποσυντίθεται, κ.α). Δεν υπάρχει ποτέ το απόλυτο σύστημα και το απόλυτο δίκτυο, κάθε πραγματικό σύστημα με την ευρεία έννοια είναι μια ανάμειξη των δύο τύπων σε διάφορες δοσολογίες.

11) Όσο μαζικοποιείται ένα κομματικό σύστημα, αυξάνει η πολυπλοκότητα και τα διαφορετικά ενδεχόμενα συνδυασμών των δράσεων, επιθυμιών, αναγκών κλπ των μελών. Έτσι αναδύεται αυθόρμητα η ανάγκη ''απομείωσης της πολυπλοκότητας'' με την εισαγωγή οργανωτικών-διοικητικών/θεσμικών μέτρων.

12) Ένα κομματικό σύστημα βρίσκει την ισορροπία δυνάμεων, πρακτικών και επικοινωνίας μεταξύ των μελών του ώστε να μπορεί να παραχθεί και να αναπαραχθεί. Η ισορροπία αυτή είναι κάτι ανάλογο (σε άλλο, μη οικονομικό επίπεδο) με το ''νόμο της αξίας''. Κάθε κομματικό μέλος ενσωματώνει μια κομματική αξία, που προκύπτει από τη συνδυασμένη κομματική παραγωγή, και αποτελεί αφαίρεση από τις επιμέρους κομματικές εργασίες που τις συνέχει. Μαζί προυποτίθεται και αφαίρεση της ''μέσης κομματικής εργασίας'' άρα και του ''μέσου κομματικού μέλους''. Στη βάση αυτής της αξίας αναπτύσσεται μια αξιολογική κλίμακα. Κάποιοι συγκεντρώνουν μέγεθος μεγαλύτερης κομματικής αξίας και κάποιοι μικρότερης. Όλοι όμως είναι ίσοι ως προς το γεγονός της συμμετοχής τους στο κοινό, αφηρημένο κομματικό μέτρο. Έτσι δημιουργείται μια ιεραρχία και πολλαπλά επίπεδα. Χοντρικά, από το ''μέσο ποσό'' και πάνω της κλίμακας έχουν τα ανώτερα στρώματα, και από εκεί προς τα κάτω τη ''βάση''. Τα μεσαία στρώματα λειτουργούν σαν ''ιμάντες μεταβίβασης'' των πληροφοριών από τα κάτω προς τα πάνω και το αντίστροφο, σύμφωνα με τον παραλληλισμό του Ι. Στάλιν.

13) Με την παραπάνω ιεραρχία συνδέονται οι τάσεις ''γραφειοκρατικοποίησης'', όταν κάθε στρώμα και κάθε επιμέρους κομματικό σώμα ή όργανο (το κόμμα ως οργανισμός, σώμα με όργανα) αυτονομείται. Η ποσοτική διαφορά αξίας στην κομματική αξιολογική κλίμακα γίνεται ποιοτική διαφορά και αυταξία, με τη λογική που ο Νίτσε έλεγε πως μια ποσοτική διαφορά δύναμης είναι και ποιοτική διαφορά (βλ. την ανάλυση του Ντελέζ για τον Νίτσε). Οι τάσεις αυτές πρέπει να συγκρούονται με αντιτάσεις, όπως η οριζόντια και όχι κάθε** επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων επιπέδων (οριζόντια επικοινωνία σημαίνει πως κάθε επίπεδο βρίσκεται στο ίδιο ύψος με κάθε άλλο και μπορεί να επικοινωνεί άμεσα με το καθένα, πχ το κατώτερο με το ανώτερο επίπεδο), με την ανακλητότητα των φορέων της κομματικής αξίας και την εναλλαγή των αξιωμάτων, κ.α

14) Κάθε κομματικό σύστημα, διαμορφώνοντας το ''μέσο κομματικό μέλος'' με μικρότερη ή μεγαλύτερη ομοιομορφία, διαμορφώνει και μια κομματική μαζική ψυχολογία, ένα κομματικό ψυχικό δυναμικό-ασυνείδητο. Τα μέλη μιας πολιτικής οργάνωσης συμπεριφέρονται με λίγο ως πολύ ομοιόμορφο τρόπο σε αρκετά ζητήματα, έχουν κοινά ''εξαρτημένα αντανακλαστικά'', όνειρα, επιθυμίες, μια ελάχιστη κοινή ψυχοπαθολογία.

15) Το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα θέλει να άρει τον εαυτό του διαμορφώνοντας τους όρους εκείνους που καθιστούν ικανές τις επαναστατημένες δυνάμεις να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Θέτει τον εαυτό του ως εργαλείο, ως τεχνικό μέσο για τον σκοπό αυτό. Προστατεύει την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα από τις επιθέσεις των αντιπάλων. Μεταβιβάζει πληροφορίες θεωρίας, στρατηγικής, τακτικής και πρακτικής, ώστε να εκλείψει η ίδια η αναγκαιότητά του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του επαναστατικού κομματικού συστήματος από κάθε άλλο κομματικό σύστημα.

16) Για να είναι δυνατή η αυτοκριτική του επαναστατικού κόμματος πρέπει να θέσει τον εαυτό του ως σύστημα και να αναλύσει τις αντιφάσεις του. Καθώς μια τέτοια αυτεπίγνωση είναι οριακά αδύνατη, το επαναστατικό κόμμα πρέπει να έχει ένα εξωτερικό σημείο θέασης που λειτουργεί σαν καθρέφτης των ελαττωμάτων του, σε ενότητα αλλά και διαφορά με αυτό. Το σημείο αυτό, που βρίσκεται εκτός αλλά και εντός του κόμματος, είναι οι ερευνητικές-κριτικές ομάδες της εργατικής τάξης και των συμμάχων [της], που εντοπίζουν αντιφάσεις του και καλούν το κομματικό σύστημα να τις επιλύσει.

Πιστεύω ότι αυτή η κατεύθυνση της μελέτης του επαναστατικού κόμματος είναι αρκετά γόνιμη και χρήσιμη, και ότι πρέπει να πυροδοτηθεί ένας ευρύτερος προβληματισμός στη βάση αυτή.

------------------------------------------------------
* Έχω την εντύπωση ότι ο Ονειρμός εννοεί "στρατηγικό" - εάν έχω δίκιο, πρόκειται περί μιας ενδιαφέρουσας γλωσσικής παραδρομής.

** Πιθανότατα εννοεί: "η οριζόντια και όχι κάθετη επικοινωνία".

Υ. Γ.: Το κείμενο είναι πολύ ενδιαφέρον, και εάν δεν απατώμαι, αποτελεί επεξεργασία ενός παλαιότερου που είχε δημοσιευθεί με αφορμή το ρόλο των σχημάτων της ΕΑΑΚ στο Τάξ(ε)ις και Ηθική (εδώ και μήνες κάθεται εξ ευωνύμων της Δυνάμεως στον παράδεισο των ιστολογίων). Προσέθεσα δυο-τρία σημεία στίξης και μια αγκύλη, καθώς και τις υποσημειώσεις με τους αστερίσκους, που ορθώς νομίζω επισημαίνουν κάποιες αβλεψίες. Συμμερίζομαι σε γενικές γραμμές τον προβληματισμό και τη συλλογιστική του, εάν εξαιρέσει κανείς βέβαια τις τελετουργικές αναφορές στον "επαναστατικό" ή "κομμουνιστικό" χαρακτήρα του υπό εξέταση κομματικού σχηματισμού - και χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά όχι από έλλειψη σεβασμού, αλλά επειδή άξιος κομμουνιστής είναι μόνο αυτός που λιβανίζει δεόντως την εργατική τάξη, το λαό και καταφέρεται αντιστοίχως εναντίον των μονοπωλίων και του κράτους του Ιζ... των ΗΠΑ (καθήκοντα στα οποία οι καταβληθείσες από τον Ονειρμό προσπάθειες έχουν έως τώρα, ομολογουμένως, κριθεί ανεπαρκείς). - Κ.

Πηγή: το δημοκρατικό σοσιαλιστικό ιστολόγιο Die Bestimmung des Menschen

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

11 ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ


του Χρήστου Λάσκου


1 Ένα από τα σημαντικά αίτια της εκτίναξης της πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρόταση για την κυβέρνηση της αριστεράς ως διεξόδου έναντι της συντελούμενης κοινωνικής καταστροφής. Η πρότασή μας για κυβέρνηση της αριστεράς είναι στον αντίποδα μιας ιδέας για κυβέρνηση σωτηρίας, όποιος κι αν είναι ο επιθετικός προσδιορισμός που θα συνοδεύσει τη «σωτηρία». Και ο λόγος είναι σαφής. Στην πρώτη περίπτωση, η πρόταση αξονίζεται γύρω από μια ιδέα πως, ακόμη και για τη «σωτηρία» απαιτούνται ριζικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί και, συνεπώς, το πρόσημο της πολιτικής είναι απολύτως καθοριστικό για την απλή της βιωσιμότητα, ενώ στη δεύτερη αφήνονται υπόνοιες πως η κατάργηση του μνημονίου μπορεί να επιτευχθεί ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του άμεσου προγράμματος.

2 Στην πραγματικότητα, βέβαια, έχουμε το τελευταίο διάστημα κάτι περισσότερο από υπόνοιες. Σε διάφορες περιστάσεις έχει εκφραστεί η άποψη πως η ευρύτητα της πολιτικής συμμαχίας στην οποία προσβλέπουμε, έχει ως μόνο όριο τη δεξιά και ακροδεξιά no good man’s land. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί με την προσφυγή σε καμία κομματική απόφαση, οσοδήποτε διασταλτική ερμηνεία και αν δοθεί. Και αυτό γιατί, όπως σαφώς το θέτει η Διακήρυξή μας, «[ο] κεντρικός στόχος που θέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, των δυνάμεων της κοινωνικής καταστροφής, της διαπλοκής, της διαφθοράς και της σήψης, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης της συμπαραταγμένης Αριστεράς στηριγμένης σε μια πλατιά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων».

3 Αναφορικά με την προβληματική της «σωτηρίας», βέβαια, υπάρχει και κάτι σημαντικότερο. Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη προβληματική είναι ο σκληρός πυρήνας της μνημονιακής προπαγάνδας. Ξέρουμε πως όσα γίνονται είναι άδικα, ίσως και αναποτελεσματικά, λένε οι μνημονιακοί. Γίνονται, ωστόσο, για τη σωτηρία της χώρας στο μέτρο που ο,τιδήποτε διαφορετικό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή.

«Σωτηρία» ή αναστροφή πορείας

4 Γι’ αυτό η αριστερή προβληματική θα πρέπει να στοχεύει όχι στην «σωτηρία από την καταστροφή», αλλά στη συγκεκριμένη –εδώ και τώρα- ανακούφιση της κοινωνικής πλειοψηφίας, των κατώτερων τάξεων και των πληττόμενων κατηγοριών του πληθυσμού και, μαζί, στη ριζική αναστροφή της πορείας που έχει προδιαγράψει και υλοποιεί ο ελληνικός και διεθνής καπιταλισμός. Πράγμα που σημαίνει πως η άμεση και ριζική παρέμβαση στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου είναι προϋπόθεση, ώστε οποιοδήποτε κυβερνητικό εγχείρημα της αριστεράς να αντέξει.

5 Αν είναι έτσι, αν, δηλαδή, υπάρχει ένα πρωταρχικά και ισχυρά κοινωνικό στοιχείο σε οποιαδήποτε αληθοφανή διαθέσιμη πολιτική επιλογή, είναι προφανές, νομίζω, πως η όλη συζήτηση περί «κέντρου» είναι εντελώς έωλη. Πρώτον, γιατί, όπως σωστά το διατύπωσε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας, μετά από τρία χρόνια καταστροφικής ύφεσης και λιτότητας, «κέντρο» στην πράξη δεν υφίσταται πλέον από κοινωνική άποψη. Η κοινωνική πόλωση αντανακλάται στην πολιτική πόλωση σκληρής δεξιάς και ριζοσπαστικής αριστεράς με γνήσιο τρόπο, έστω και αν δεν είναι πάντοτε η συνθήκη αυτή αντιληπτή από το σύνολο των ενεχομένων. Θέλω να πω, μπορεί πολύς κόσμος να αναζητάει στις δημοσκοπήσεις τον χαμένο ενδιάμεσο χώρο, αυτό, ωστόσο, δεν συνιστά παρά νοσταλγία για την «παλιά καλή εποχή» της μικρομεσαίας γαλήνης. Ο ίδιος αυτός κόσμος είναι που επιλέγει δημοσκοπικά τα «άκρα» συλλαμβάνοντας ασυνείδητα το νόημα των καιρών –και τοποθετούμενος σχετικά.

6 Μήπως, όμως, μια ορισμένη έγνοια για το «κέντρο» μπορεί να υποστηριχθεί στη βάση μιας ανάλυσης που δίνει μεγάλο βάρος στη διαχείριση των νοοτροπιών και των συναισθημάτων αν είναι μια πολιτική πρόταση να αποδειχθεί αποτελεσματική; Μήπως, δηλαδή, κι αν ακόμη η ραγδαία εξέλιξη της κοινωνικής πόλωσης γίνει αποδεκτή, υπάρχει θέμα με αυτούς που ήταν το «κέντρο» προηγουμένως και συνεχίζουν, με όλη την κοινωνική εκπτώχευση, να διαθέτουν ευαισθησίες και προσλαμβάνουσες, που αν δεν ληφθούν υπόψη θα παράξουν αδιέξοδα, των οποίων η άρση ίσως αποδειχθεί πολύ δύσκολη; Δεν το πιστεύω. Και ο κύριος λόγος είναι, ακριβώς, πως η συγκυρία είναι σε ακραίο βαθμό επικαθορισμένη από το «γυμνό» κοινωνικό ζήτημα.

Πώς φτάνουμε σε μια κυβέρνηση της αριστεράς

7 Προφανώς, όλα τα προηγούμενα αποκτούν τη σημασία τους μόνο στο μέτρο που συμφωνούμε σχετικά με το τι θα αντιμετωπίσει και, επομένως, τι θα έχει από το πρώτο λεπτό να κάνει μια κυβέρνηση της αριστεράς. Υπάρχει ένα τμήμα του κόμματος, που φαίνεται να θεωρεί ότι κυβέρνηση της αριστεράς σημαίνει την εφαρμογή ενός συνεκτικού και πειστικού προγράμματος, που θα έχει τη συναίνεση μιας ευρύτατης πλειοψηφίας του ελληνικού πληθυσμού. Γνώμη μου είναι πως αυτό προς το οποίο κινούμαστε με μεγάλη ταχύτητα, είναι μια κοινωνική και πολιτική σύγκρουση μεγάλων διαστάσεων, όπου καθοριστικά θα αποδειχθούν η αποφασιστικότητα, η ετοιμότητα αντιμετώπισης των άμεσων ζητημάτων που θα προκύψουν και η ισχυρή στήριξη στον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ο οποίος θα είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία στη πρώτη γραμμή της σύγκρουσης. Πράγμα που σημαίνει πως η ταξική μεροληψία και στην εκφορά της πολιτικής μας είναι καθοριστική για την ίδια της την επιτυχή έκβαση.

8 Αν ο στόχος είναι το 30% να γίνει 50 ή 60% για τις δυνάμεις της αριστεράς και, ακόμη περισσότερο, αν ο στόχος είναι η δημιουργία της αναγκαίας μαχητικής κοινωνικής συσπείρωσης μπροστά στην επερχόμενη μεγάλη σύγκρουση, η μέθοδος αναφορικά με τις προτεραιότητες στις γενικές της γραμμές είναι αρκετά προφανής. Αν παίρνεις 30%, ενώ σε ψηφίζει το 40% των ανέργων ή των νέων και το 35% των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων, ο πρώτος και κυριότερος στόχος είναι να συστρατευθεί μαζί σου το 80% των ανέργων και των νέων και το 70% των εργατών και των ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο πρώτος στόχος, δηλαδή, είναι να επεκτείνεις την ταξική σου επιρροή ακριβώς σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες, για τις οποίες η αριστερά ιδρύθηκε και υπάρχει. Αυτοί είναι που θα φέρουν και τους υπόλοιπους. Πρώτη προϋπόθεση, λοιπόν, για μια ριζοσπαστική πολιτική με έρεισμα στην πραγματικότητα είναι η διατύπωση μιας πρότασης προς αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες και τάξεις, που θα διευκρινίζει τι έχουν να προσδοκούν βάσιμα και γρήγορα από μια κυβέρνηση της αριστεράς οι άνεργοι, οι εργάτες, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στην υγεία και στην παιδεία, οι γυναίκες και οι νέοι, μαζί με όσους υποφέρουν και πλήττονται συνεχώς.

Οι συμμαχίες προς τα αριστερά

9 Έχουν δίκιο, λοιπόν, όσοι ισχυρίζονται πως θα πρέπει να απευθυνόμαστε προνομιακά προς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Όχι. Πρώτον, γιατί το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ποσώς ενδιαφέρονται για την πρόσκλησή μας. Μόνον εξαναγκασμένοι θα προστρέξουν. Και, δεύτερον, η αριστερά, πλην ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γι’ αυτό σωστά και πάλι η Διακήρυξη ορίζει πως πρέπει να επιδιώξουμε τη «διεύρυνση προς άλλα τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αριστερών σοσιαλιστών, του φεμινισμού και της ριζοσπαστικής οικολογίας», υπαινισσόμενη ρητά πως η κοινωνική αριστερά είναι πολύ περισσότερο το θέμα από ό,τι οι υπάρχοντες δυσκίνητοι, για να χρησιμοποιήσω έναν επιεική όρο, πολιτικοί φορείς. Η υπερβολική ενασχόληση με τους φορείς συνιστά έναν πολιτικισμό χωρίς ουσιαστικό έρεισμα στην πραγματικότητα. Και, από αυτήν την άποψη, όσα επισημαίνονται στο σημείο 9 αφορούν εξίσου και τους υποστηρικτές αυτής της άποψης. Η προσέγγιση ειδικά του «Αριστερού Ρεύματος» είναι τόσο εμφανώς λαϊκομετωπική, που επί της ουσίας δεν διαφοροποιείται, ως προς την κοινωνική απεύθυνση, από τους οπαδούς των ευρέων εγχειρημάτων.

10 Βέβαια, οι υποστηρικτές της προνομιακής απεύθυνσης προς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πραγματικότητα θεωρούν πως θα πρέπει να την επιδιώξουμε υπαναχωρώντας από τις δικές μας αναλύσεις, θέσεις και προτεραιότητες. Να βάλουμε όλοι νερό στο κρασί μας, όπως συχνά λέγεται. Και τι σημαίνει αυτό; Απλά, «όλοι» να αποδεχτούμε τις αναλύσεις, τις θέσεις και τις προτεραιότητες των … συμμάχων! Κι ας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που κέρδισε συντριπτικά τη μάχη σε αυτό το πεδίο ακριβώς με τις συγκεκριμένες θέσεις και προτεραιότητες. Ανορθολογισμός; Όχι, μάλλον λαθροχειρία από όσους ούτως ή άλλως συμφωνούν πολύ περισσότερο με τους προτεινόμενους συμμάχους από ό,τι με την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ.

11 Ενα πρώτο συμπέρασμα: τόσο η «στενή» όσο και η «ευρεία»- ακόμη κι αν αφορά πραγματικά πολιτικά φαντάσματα- εκδοχή σχετικά με τις πολιτικές συμμαχίες αστοχούν. Η πάγια τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως κατ’ επανάληψη έχει αποφασιστεί από τα κομματικά σώματα, μου φαίνεται πολύ περισσότερο συνεκτική και, γι’ αυτό, πολύ περισσότερο δυναμική και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Γιατί, επιπλέον όλων όσων μέχρι εδώ σημειώθηκαν, δεν είναι καθόλου απίθανο να μας δοθεί από τις εργαζόμενες τάξεις η δυνατότητα να πορευθούμε πολιτικά αυτοδύναμα. Και, προφανώς, δεν θα έχουμε την πολυτέλεια να το αρνηθούμε στο όνομα των «αναγκαίων» –και ανύπαρκτων ή ανυπόστατων- συμμαχιών.

Πηγή Εποχή, Red NoteBook.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Για την Ευρωζώνη, ξανά: "Να βγει κανείς ή να μη βγει;"



Του Χρήστου Λάσκου
 

Αριστερά διλήμματα μπροστά στα κυπριακά γεγονότα

Με αφορμή τα όσα συνέβησαν τις δύο τελευταίες εβδομάδες με επίκεντρο την κυπριακή κρίση επανήλθε το γνωστό ζήτημα περί της ανάγκης επανεξέτασης της ευρωπαϊκής –και όχι μόνο- πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. «Ασφαλώς», μας είπε ο Παναγιώτης Λαφαζάνης από την «Αυγή» της προηγούμενης Κυριακής, «η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για την Ευρωζώνη αλλά και για την ΕΕ χρειάζεται επανεξέταση». Για να συμπληρώσει παρακάτω: «Φοβούμαι ότι η Ευρωζώνη αλλά και η ΕΕ εδώ που έχουν φτάσει, δεν μεταρρυθμίζονται, αλλά μόνο ανατρέπονται».

Διατυπώσεις, όπως η τελευταία, υπαινίσσονται πως η θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως τα παραπάνω υποκείμενα μεταρρυθμίζονται, που σημαίνει πως δεν απαιτείται να ανατραπούν. Είναι, όμως, έτσι [1]; Ας θυμηθούμε τις σχετικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως σημειώνει η πρόσφατη Διακήρυξη, «[τ]ο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως διακριτής οικονομικοπολιτικής οντότητας προμηνύεται δυσοίωνο καθώς η ευρωζώνη εξελίσσεται σε ζώνη γερμανικής οικονομικής επικυριαρχίας, αν όχι καταναγκασμού, που οδηγεί σε ασφυξία τις πιο αδύναμες χώρες και σε όλο μεγαλύτερες ανισότητες, ενώ η Γερμανία προωθεί την ηγεμονία της στο πολιτικό επίπεδο». Σε αυτό το πλαίσιο, «[ο]ι λαοί στις χώρες του ευρωπαϊκού ότου, στην Ιρλανδία,… αλλά και στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου όλο και περισσότερο στενάζουν υπό αντίστοιχα προγράμματα λιτότητας ενόσω αναπτύσσουν παράλληλα τις δικές τους αντιστάσεις και τα δικά τους κινήματα. Η μοίρα της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με τη μοίρα της Ευρώπης… γιατί η πολιτική του κεφαλαίου ενοποιεί υπό την κυριαρχία του όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες… Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης και εξέγερσης». Σε ό,τι αφορά τα εσωτερικό μέτωπο, «όπως ήθελε να συμπυκνώσει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ», απόλυτη προτεραιότητα για μας είναι η αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών… Κατά συνέπεια, δεσμευόμαστε ότι θα αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο… απειλών ή εκβιασμών με όλα ανεξαιρέτως τα όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε ακόμη και με τη χειρότερη έκβαση».

Έτσι, «[θα] διεκδικήσουμε με όλα τα πρόσφορα μέσα το αίτημα για ανατροπή της σημερινής μορφής ολοκλήρωσης της Ευρώπης,… ώστε να επανεθεμελιωθεί συνολικά το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης και του σοσιαλισμού». Συνεπώς, όπως το θέτει η Απόφαση της τελευταίας Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης: «Υπάρχει εναλλακτική λύση: Να οικοδομήσουμε μια νέα Ελλάδα, να αγωνιστούμε για μια προοδευτική και σοσιαλιστική Ευρώπη, που απαιτεί τη ρήξη με το σημερινό νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα».

Παρέθεσα εκτεταμένα αποσπάσματα από τα αποφασισμένα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ, για να έχει αντικείμενο η διαφωνία, που εμφανίζεται στις τάξεις μας. Τι αφορά, λοιπόν, το αίτημα για επανεξέταση; Να μεταβάλλουμε τη γραμμή της ρήξης με το σημερινό νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα, τη γραμμή της ανατροπής του, με προσανατολισμό την κοινωνική δικαιοσύνη και τον σοσιαλισμό;  Προφανώς δεν ισχυρίζονται αυτό οι αιτούντες την επανεξέταση, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν, όπως γίνεται φανερό από όσα παρατέθηκαν, ο ΣΥΡΙΖΑ πουθενά δεν υπερασπίζεται μια γραμμή «μεταρρύθμισης» της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, αλλά με σαφήνεια τοποθετείται στη γραμμή της ανατροπής. Ανατροπής όχι της πολιτικής, αλλά, με σαφήνεια, του νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος στην κατεύθυνση μιας Ενωμένης Ευρώπης του σοσιαλισμού. 

Τι μένει, λοιπόν, από το αίτημα της επανεξέτασης; Μόνο ένα πράγμα –να φύγουμε από το ευρώ! Να το πούμε, να το διακηρύξουμε ως την κεντρική μας επιλογή.

Ας μείνουμε, λοιπόν, σε αυτό ψύχραιμα και παραγωγικά. Διευκρινίζοντας εξαρχής πως προφανώς και θα πρέπει ένα πολιτικό υποκείμενο που επαγγέλλεται την ανατροπή να είναι σοβαρά προετοιμασμένο για πολλές πιθανές εκβάσεις, διευκρινίζοντας, επιπλέον, πως δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπαναχωρούμε απέναντι στην καθεστωτική δραχμοφοβική προπαγάνδα [2] επιμένω να μην κατανοώ την ωφέλεια από την πρόταξη αυτού του συνθήματος. Και εξηγούμαι.

Τι ήταν αυτό που δεν επέτρεψε την αναβάθμιση του αρχικού κυπριακού «όχι» σε μια νικηφόρα εναλλακτική; Προφανώς καθοριστικό είναι το γεγονός πως στην ηγεσία βρίσκεται η αδελφή δεξιά του Σαμαρά και της Μέρκελ, που έχει πολύ διαφορετικούς στόχους από τη ριζοσπαστική αριστερά. Και ακόμη περισσότερο καθοριστικό είναι το γεγονός πως ο πολιτικός συσχετισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι εξαιρετικά δυσμενής. Αν θέλαμε να το αποτυπώσουμε με μια φράση θα λέγαμε πως, με όλες τις εσωτερικές του αντιφάσεις, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο εμφανίζει ένα σκληρά αρραγές μέτωπο απέναντι στις εργατικές τάξεις της ηπείρου. Υπάρχει δυνατότητα απάντησης χωρίς την παρουσία ενός ακόμη ισχυρότερου ευρωπαϊκού εργατικού μετώπου, το οποίο να επιτρέπει τον μαχητικό συντονισμό και την έμπρακτη αλληλεγγύη, που απαιτείται για τη νικηφόρα έκβαση της άγριας ταξικής πάλης που εξελίσσεται στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης τα πέντε τελευταία χρόνια και για καιρό ακόμη; Νομίζω πως η απάντηση είναι ρητά και κατηγορηματικά όχι. Αν είναι έτσι δεν βλέπω σε τι μας βοηθάει μια πολιτική που αξονίζεται γύρω από το σύνθημα της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Σίγουρα δεν οικοδομεί συνθήκες ενιαίας δράσης των εργαζομένων διεθνώς στο μέτρο που συνιστά αντικειμενικά μια κατεξοχήν πολιτική εθνικού ακροατηρίου.  Τη στιγμή που περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαιτείται μια πολιτική πρόταση που συνέχει τα συμφέροντα και τα αιτήματα των εργατικών τάξεων σε όσο το δυνατό ευρύτερο πεδίο η πρόταξη της δραχμής λογικά προτείνει στους Πορτογάλους την επιστροφή στο εσκούδο, στους Ισπανούς την πεσέτα κ.ο.κ. και τον ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά για την κατάκτηση της καλύτερης εθνικής θέσης. Όχι μόνο είναι εξαιρετικά αδύναμο πολιτικά, κατά τη γνώμη μου, αλλά, κυριολεκτικά, δεν βγάζει νόημα ως αριστερή πρόταση.

Τα προηγούμενα, ξαναλέω, δεν σημαίνουν πως δεν θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για όλα –δεδομένου, μάλιστα, πως δεν αποκλείεται η Ευρωζώνη να διαλυθεί αφεαυτής. Ούτε σημαίνουν πως έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως: «Δεν υπάρχει ζωή χωρίς νερό, αλλά υπάρχει ζωή χωρίς ευρώ». Αυτό που αμφισβητούν είναι η στρατηγική ή, έστω, τακτική ωφελιμότητα της δραχμικής επιλογής. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που μια τέτοια επιλογή ακόμη κι αν προταχθεί, αφορά την περίοδο μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από την αριστερά. Πράγμα που σημαίνει πως, πέρα από τα προφανή διαχειριστικά της κατάστασης πλεονεκτήματα που έχει ο αντίπαλος, η αριστερή κυβέρνηση θα αναλάβει αναγκαστικά εντός ευρώ και θα πρέπει σε αυτές τις συνθήκες να πάρει τα πρώτα μέτρα, που θα καθορίσουν εν πολλοίς τη συνολική της πορεία. Και δεν θα είναι προφανώς το βασικό ο έλεγχος της εκροής των κεφαλαίων γιατί, μπροστά στη τεράστια σύγκρουση, τα κεφάλαια μάλλον θα έχουν ήδη εκρεύσει!

Νομίζω, εν κατακλείδι, και για να μην επαναλάβω τον εαυτό μου, πως σωστά το έθεσε ο Πάνος Κοσμάς, στέλεχος της «Αριστερής Πλατφόρμας» και όχι της «Αριστερής Ενότητας», στο Rproject, πριν από μερικές μέρες: «Όπως έδειξε και η εμπειρία της Κύπρου, η ρήξη με την Ευρωζώνη και η ωρίμανση των διαθέσεων -πρώτα απ’ όλα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά και σε τμήματα μεσαίων τάξεων- για μια τέτοια ρήξη αποτελούν προϊόν - συνέπεια της επιθετικότητας της άλλης πλευράς (της Ευρωζώνης) αλλά και της εφαρμογής ενός προγράμματος ανατροπής της λιτότητας. Έτσι, όχι μόνο «νομιμοποιείται» αυτή η ρήξη αλλά και αποκτά το κοινωνικό, ταξικό και προγραμματικό περιεχόμενο που μπορεί να αναδείξει την Αριστερά σε ηγεμονική πολιτική δύναμη μιας τέτοιας ρήξης. Αλλά και να νομιμοποιήσει τον αγώνα και τις θυσίες που θα απαιτηθούν από μια τέτοια ρήξη… Το αντίθετο, δηλαδή να φανταστούμε ότι μια «προκαταβολική» ρήξη με την Ευρωζώνη με μονομερή έξοδο από αυτή θα φέρει ή θα ευνοήσει τη ρήξη με τις πολιτικές λιτότητας και τον εγχώριο καπιταλισμό συνιστά μια αντιστροφή προτεραιοτήτων που μπορεί να αποβεί καταστροφική για την Αριστερά.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το νόμισμα και η ανταγωνιστικότητα της (καπιταλιστικής) εθνικής οικονομίας αποκτούν τον ηγεμονικό ρόλο σε βάρος του ταξικού περιεχομένου της ρήξης, με αποτέλεσμα την ηγεμονία σε μια τέτοια ρήξη να την πάρουν δυνάμεις εχθρικές προς την Αριστερά. Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν θα δώσουν όλες τους τις δυνάμεις σε ένα τέτοιο αγώνα για να είναι την επόμενη μέρα απλός «παραγωγικός συντελεστής» σε ένα πιο ανταγωνιστικό και «εθνικά κυρίαρχο» καπιταλισμό.

Ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατά το δυνατόν ευρύτερη μετάδοση της ρήξης στην ίδια την Ευρωζώνη και την Ε.Ε… Ο «αδύναμος κρίκος» που σπάει από τις πολιτικές λιτότητας, δεν πρόκειται να επιβιώσει παρά μόνο αν η δυναμική της ρήξης επεκταθεί σε όλη την ιμπεριαλιστική αλυσίδα ή έστω σε μερικούς ακόμη κρίκους της… Είναι γι’ αυτό το λόγο που το «Έξω από το ευρώ», ενώ είναι ένα ισχυρό ενδεχόμενο αποτέλεσμα της ρήξης με τα μνημόνια και την τρόικα, δεν πρέπει να είναι στόχος της Αριστεράς… Με λίγα λόγια, ο στόχος της ρήξης με την Ευρωζώνη είναι η κινηματική-διεθνιστική επέκταση και όχι η «εθνική» αναδίπλωση».


Συντομευμένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύεται στην Αυγή της 31ης Μαρτίου.
_________________________

Σημειώσεις

[1] Για μια προηγούμενη απάντηση σε αντίστοιχα ερωτήματα:  «Αναμένοντας τη Μεγάλη Νύχτα στην Ευρωζώνη!», RedNoteBook, 12 Δεκεμβρίου 2012.

[2] Βλ. Χρήστος Λάσκος-Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Είμαστε χαμένοι χωρίς το ευρώ» στο:  22 Πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ, σ. 213-220.
 
Πηγή Red NoteBook

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Οικονομική Κρίση και πλασματικό κεφάλαιο: Ο Ernst Lohoff και ο Norbert Trenkle συζητούν για την Οικονομική και Δημοσιονομική Κρίση - Μέρος 2 από 3

 

 Ενώ οι νεοφιλελεύθεροι αλλά  και οι κεϋνσιανιστές  θεωρητικοί επιλέγουν να ερμηνεύουν την κρίση ως πρόβλημα αξιοποίησης της προσφοράς ή της ζήτησης, ο Ernst Lohoff και ο Norbert Trenkle υποστηρίζουν ότι η αστική οικονομία έπαθε έμφραγμα στα χρόνια της Τεχνολογίας της Πληροφορίας ( IT), όταν με την ολο και μεγαλύτερη αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από την τεχνολογία πετάχτηκε έξω από το χώρο της μισθωτής εργασίας ένας  μεγαλύτερος όγκος ανθρώπων απ’ όσους προσλαμβάνονταν και που είχαν την εργασία σαν βασική πηγή εισοδήματος. Αυτή είναι μια αλλαγή που υποστηρίζεται ότι μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με κερδοσκοπικό κεφάλαιο, γνωστό ως "πλασματικό κεφάλαιο." Η ποσότητα των τίτλων που  αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές η αξία των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μελλοντικά, αλλά που τους  διαπραγματεύονται  ως προκαταβληθέντα κεφάλαια, όπως είναι τα παράγωγα (derivatives), τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), τα δικαιώματα προαίρεσης (options) , κλπ., έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια και υπερβαίνει κατά πολύ την αξία που δημιουργείται στην πραγματική οικονομία.
 

Αν πάψει να υπάρχει εμπιστοσύνη ότι θα πραγματοποιηθεί η μελλοντική αξία επειδή προβλέπεται να πληγεί η βάση της πραγματικής οικονομίας στην οποία αντιστοιχούν οι τίτλοι , κατά την άποψη των συντακτών του Die Grosse Entwertung (Η Μεγάλη υποτίμηση), ολόκληρο το σύστημα τύπου αλυσιδωτών επιστολών (chain letters,απλό σύστημα πυραμίδας) θα καταρρεύσει. Το δεύτερο μέρος της συνομιλίας με τον Ernst Lohoff και τον Norbert Trenkle για την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.


Reinhard Jellen: Τι προκάλεσε τη σημερινή κρίση;

Norbert Trenkle:  Διερευνώντας τις αιτίες, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τα δύο μεγάλα επίπεδα της κρίσης. Το βασικό επίπεδο  της αξιοποίηση της αξίας όπως έχουμε ήδη πει, είναι  μια συνέπεια της επιτάχυνσης της ανάπτυξης της παραγωγικότητας, γεγονός που καθιστά όλο και πιο περιττή την εργασία. Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση παίζει έναν κρίσιμο ρόλο ως προς αυτό. Ενώ έντονες τάσεις εξορθολογισμού είχαμε και σε προηγούμενες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1920 και του '30, με την εισαγωγή φορντικών μεθόδων στην παραγωγή , παράλληλα δημιουργήθηκαν νέοι βιομηχανικοί τομείς μαζικής παραγωγής  που χρειαζόντουσαν πολύ πρόσθετη εργασία. Αυτή η επέκταση της εμπορευματικής παραγωγής σε νέους τομείς της οικονομίας αντισταθμίστηκε από τις συνέπειες του εξορθολογισμού, ώστε τελικά να χρησιμοποιηθεί ακόμη περισσότερη εργασία από πριν.

Στην τρίτη όμως βιομηχανική επανάσταση, αυτός ο μηχανισμός εξισορρόπησης δεν λειτούργησε πια, επειδή αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας που βασίζεται στην τεχνολογία της πληροφορικής σημαίνει μετατόπιση του παραγωγικού δυναμικού μιας κοινωνίας στο πεδίο των γνώσεων ή, πιο συγκεκριμένα, στην εφαρμογή της γνώσης στην παραγωγή, με συνέπεια να αμφισβητούνται τα θεμέλια της αξιοποίησης του κεφαλαίου, μιας και κάτι τέτοιο οδηγεί σε μαζική απομάκρυνση της εργατικής δύναμης από  τους τομείς  παραγωγής αξίας, και οι νεες βιομηχανιες που θα ανοίξουν δεν μπορεί  να είναι ανταγωνιστικές.

RJ: Τι είναι λοιπόν πλασματικό κεφάλαιο και ποιος  ο ρόλος του στη σημερινή κρίση;

Ernst Lohoff: Ο ρόλος του πλασματικού κεφάλαιου είναι σημαντικός για να κατανοήσουμε το δεύτερο επίπεδο της κρίσης. Είναι ένας όρος που εισήγαγε ο Μαρξ για να το ξεχωρίσει από το λειτουργικό κεφάλαιο. Ο Μαρξ έδειξε ότι το κεφάλαιο στη πορεία εξέλιξης του δεν μετατρέπει μόνο την παραγωγή πατάτας, χάλυβα, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, κλπ. σε παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά ότι το ίδιο το χρηματικό κεφάλαιο γίνεται κι αυτό εμπορεύσιμο αγαθό.

"Αξίωση  σε μελλοντική αξία "
Αυτό που συμβαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία είναι πολύ παράξενο. Μετά την πώληση, το αρχικό κεφάλαιο αποκτά ξαφνικά μια διπλή ύπαρξη. Από τη μία, το αρχικό κεφάλαιο είναι τώρα στην κατοχή του δανειολήπτη ή της εταιρείας που εκδίδει τις μετοχές, ενώ την ίδια στιγμή ο πιστωτής ή ο μέτοχος κατέχει μία κατοπτρική εικόνα του αρχικού κεφάλαιου, δηλαδή ένα τίτλο ιδιοκτησίας (δάνειο, το μερίδιο, κλπ.) που αντιπροσωπεύει μια στιγμιαία απαίτηση. Αυτός ο διπλός χαρακτήρας του δεν είναι μια απλή μυθοπλασία, όπως ο όρος "πλασματικό κεφάλαιο" φαίνεται να υποδηλώνει. Δεν υπάρχει μόνο στα μυαλά των ανθρώπων, αλλά αποκτά μια αντικειμενική κοινωνική υπόσταση, με τη μορφή κινητών αξιών για όσο διάστημα η βεβαιωμένη αξίωση φαίνεται ότι μπορεί να εξοφληθεί. Πρόκειται για μια αξίωση για μελλοντική αξία και αντιπροσωπεύει καπιταλιστικό πλούτο όπως  ακριβώς και η αξία του λειτουργικού κεφάλαιου της εργασίας.

Μια τέτοια αύξηση κεφαλαίου με εκ των προτέρων κεφαλαιοποίηση της μελλοντικής αξίας ήταν οριακή έως ασήμαντη  στην μακροπρόθεσμη  εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου την εποχή του Μαρξ, αλλά τα τελευταία 30 χρόνια έχει εξελιχθεί σε πραγματική πηγή καπιταλιστικού πλούτου. Για να συνεχίσει να υπάρχει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, παρά το ότι η εργασία έχει γίνει όλο και πιο περιττή λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας, σήμερα στην αγορά κυκλοφορούν όλο και περισσότερα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, δηλαδή πλασματική αξία. Έτσι προς το παρόν, η διαρθρωτική κρίση αξιοποίησης, αναβάλλεται.

RJ: Και πού σκάλωσε;

EL: Δυστυχώς, ένα σύστημα που βασίζεται στην πρόβλεψη μελλοντικής παραγωγής αξίας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο σαν σύστημα αλυσιδωτών επιστολών (απλό σύστημα πυραμίδας) -και ως τέτοιο δέχεται πιέσεις από δύο πλευρές: Από τη μια πλευρά, όσο πιο μεγάλος είναι ο χρόνος επαναδιεκπεραίωσης αυτής της παράλογης μορφής καπιταλισμού, τόσο πιο γρήγορα θα συσσωρεύονται τα τοξικά περιουσιακά στοιχεία ενός συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης που έχει καταναλωθεί. Τα παλιά χρέη δεν γίνεται να εξαφανιστούν χωρίς να υπάρξουν συνέπειες. Η θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν ή με τον μηδενισμό του πλασματικού κεφαλαίου να καταστραφεί κοινωνικό κεφάλαιο.

"Τα χρέη του παρελθόντος δεν μπορεί να εξαφανιστούν χωρίς να υπάρξουν συνέπειες"
Από την άλλη, το συνεχώς αυξανόμενο κύμα των όλο και νεότερων τίτλων ιδιοκτησίας μπορεί να βρει αγορά μόνο αν είναι πιθανό να εκπληρωθεί η υπόσχεση πληρωμής και η προοπτική κέρδους από την πλευρά των δανειοληπτών και άλλων πωλητών τίτλων ιδιοκτησίας. Όταν αυτό δεν μπορεί πλέον να εξασφαλιστεί, η φούσκα σκάει και τότε φαίνεται ότι πρόκειται για μια "οικονομική κρίση", όταν πραγματικά το μόνο πράγμα που απέτυχε είναι ο μηχανισμός που επέτρεψε στη δομική κρίση αξιοποίησης να αναβληθεί για δεκαετίες. Αν μπορείτε να το καταλάβετε τότε, ξέρετε ότι η τρέχουσα κρίση είναι πολύ πιο σοβαρή από όσο νομίζεται. Πρόκειται για μια συστημική κρίση υπό την αυστηρή έννοια του όρου: μια κρίση που αμφισβητεί πραγματικά το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής πλούτου.

RJ: Ποιες πιστεύετε ότι θα είναι οι συνέπειες των πολιτικών λιτότητας που ακολουθούν οι οικονομικές και πολιτικές τάξεις ως λύση για την κρίση;

NT: Όταν αναφερόμαστε σε πολιτικές λιτότητας πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Η λιτότητα, με την έννοια του καθορισμού των επίσημων στόχων, δηλαδή της πορείας προς τη δημοσιονομική εξυγίανση, είναι ένας διπλός αντικατοπτρισμός, μια Φάτα Μοργκάνα. Έτσι, νέο χρέος αναγκαστικά θα προστίθεται στο παλιό, αφού τα κράτη δεν έχουν  άλλη επιλογή από το να ρίχνουν συνεχώς δεκάδες δισεκατομμύρια στις τράπεζες, για να αναβάλουν την κατάρρευση τους όσο καιρό μπορέσουν. Αυτό το κάνουν για να μην υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες. Όμως, τα δισεκατομμύρια αυτά δεν προέρχονται από τη δημιουργία πραγματικής αξίας και αυξάνονται μόνο με επανειλημμένη προεξόφληση μελλοντικής αξίας.

"Οι συνέπειες για την πλειοψηφία του πληθυσμού είναι καταστροφικές"
Τα κράτη πρέπει να κάνουν ό, τι μπορούν ώστε να εξασφαλίσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα και αυτό να το κάνουν σαν να ήταν σε θέση να εξυγιάνουν τους προϋπολογισμούς τους μακροπρόθεσμα. Αυτό ακριβώς αποδεικνύουν  οι βάναυσες πολιτικές λιτότητας ενάντια σε κάθε κοινωνικό δίκτυο προστασίας, που θεωρείται καθαρή σπατάλη από τη πλευρά του πλασματικού κεφαλαίου: τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, τις δημόσιες υπηρεσίες, την εκπαίδευση, κλπ. Η επίσημη εκδοχή αυτής της ιστορίας είναι πραγματικά αρκετά αποκαλυπτική των διακρίσεων που κάνουν μεταξύ τομέων " σημαντικών για το σύστημα"  και τομέων "συστημικά ασήμαντων ". Το γεγονός ότι οι συνέπειες για την πλειοψηφία του πληθυσμού και για την παραγωγή υλικού πλούτου είναι καταστροφικές δε νομίζω ότι χρειάζεται καμία περαιτέρω εξήγηση. Αρκεί μόνο να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στην Ελλάδα και την Ισπανία, όπου αυτό που εφαρμόζεται είναι ακριβώς αυτό που αργά ή γρήγορα θα απειλήσει και τις χώρες που δεν έχουν πληγεί ακόμη τόσο σοβαρά από τις συνέπειες της κρίσης .

RJ: Γιατί επιλέγουν αυτή την πολιτική φτωχοποίησης;

ΝΤ: Δεν το κάνουν, για να οικοδομήσουν μια "βιώσιμη" κοινωνία ούτε για να μη φορτώσουν με υπέρογκα χρέη " τα παιδιά μας" , όπως η φαρισαϊκή, αξιοθρήνητα ανειλικρινής πολιτική φρασεολογία τους ισχυρίζεται. Το κάνουν μόνο και μόνο για να συνεχίσει η συσσώρευση του πλασματικού κεφαλαίου. Η τιμή του πλασματικού κεφαλαίου πάντως συνεχίζει να αυξάνει, διότι αυτό δεν είναι πλέον θέμα διατήρησης της  λειτουργίας του μηχανισμού παραγωγής αφηρημένου πλούτου μέσω απορρόφησης μελλοντικής αξίας καθώς ο μηχανισμός παύει να λειτουργεί λόγω της υψηλής παραγωγικότητας. Πάνω απ 'όλα, αυτό που προέχει, αντίθετα, είναι να μη καταρρεύσουν τα τεράστια βουνά  μη εξαγοράσιμων υποσχέσεων πληρωμής. Γιαυτό, το μεγαλύτερο μέρος του  πλασματικού κεφαλαίου που μόλις δημιουργήθηκε επιστρέφει πίσω άμεσα στο χρηματοπιστωτικό τομέα και όλο και λιγότερο μπαίνει σε κυκλοφορία στην πραγματική οικονομία.


"Βουνά από μη εξαγοράσιμες υποσχέσεις πληρωμής"
Επομένως, η επιδεικτική  πολιτική λιτότητας έχει φθάσει σε ένα σημείο όπου έχει αρχίσει να γίνεται αντιπαραγωγική και λόγω του στενόμυαλου  στόχου της συσσώρευσης πλασματικού κεφαλαίου. Εκεί  που φτάνει στα άκρα, όπως αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και την Ισπανία, οδηγεί κατευθείαν στην οικονομική ύφεση - επηρεάζοντας το τραπεζικό και οικονομικό σύστημα. Κάτι που σιγά-σιγά αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται οι σκληροπυρηνικοί γερμανοί και ευρωπαίοι τσάροι της λιτότητας. Για το λόγο αυτό και, φυσικά, λόγω των μαζικών διαδηλώσεων, έχει αρχίσει να γίνεται κουβέντα για μια νέα ανάπτυξη και προγράμματα κινήτρων, αλλά μένει να δούμε κατά πόσο τα προγράμματα αυτά θα υλοποιηθούν έγκαιρα, πριν αρχίσει ο  κατακλυσμός. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα γίνει  για να επιβραδυνθεί τουλάχιστον η πορεία εξαθλίωσης.

Φυσικά, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα καθυστερήσει μόνο τα πράγματα, επειδή αυτά τα προγράμματα χρηματοδοτούνται από το ίδιο πλασματικό κεφάλαιο.Οπότε, μετά, οι υποστηρικτές τους, όπως ο νέος γάλλος Πρόεδρος Hollande, δεν αμφισβητούν τη λιτότητα ως τέτοια σε καμιά περίπτωση. Θέλουν μόνο να της δώσουν μια ελαφρώς διαφορετική μορφή. Επιπλέον κυνηγούν την ψευδαίσθηση του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και βασικά απαιτούν από το λαό να υποβληθεί σε κάθε δυνατή θυσία γιαυτή τη φαντασίωση. Από αυτή την άποψη, μπορούμε να περιμένουμε μεγάλη σκληρότητα από ένα πιθανό κόκκινο-πράσινο κυβερνητικό συνασπισμό στη Γερμανία, το προσεχές έτος.

RJ: Στο βιβλίο σας, γράφετε ότι, " Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να έρθει σε ένα σημείο όπου το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων θα είναι πλέον συμβατό με την καπιταλιστική μορφή του πλούτου." Αλλά δεν είναι εκεί πάντα τάσεις που εμποδίζουν μια κρίση, ενώ είναι συνεχή ή αλλιώς μετά;

EL: Η μαρξική θεωρία της κρίσης συνδέει δύο στοιχεία. Από τη μία πλευρά, ο Μαρξ υποστηρίζει τη θεωρία ότι το κεφάλαιο οδεύει προς ένα ανυπέρβλητο ιστορικό όριο λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη, εξετάζει επίσης την πορεία των περιοδικών κρίσεων που διακόπτουν την εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου ξανά και ξανά. Στη θεωρία του για την κρίση και τα δύο αυτά στοιχεία εμπλέκονται μεταξύ τους λόγω του ότι το βασικό πρόβλημα του καπιταλισμού, η υποταγή της παραγωγής υλικού πλούτου στον ευτελή στόχο της αξιοποίησης της αξίας, εμφανίζεται πάντα στη διάρκεια αυτών των περιοδικών κρίσεων.

"Ένας βουδιστικός τρόπος κατανόησης των κρίσεων"
Περισσότερο από άλλους κοινωνικούς τομείς , η συζήτηση στην αριστερά κυριαρχείται από μια έντονη τάση υποβάθμισης της παρούσας κρίσης. Ετσι, το πρόβλημα των περιοδικών κρίσεων εξετάζεται μεμονωμένα και η δυνατότητα ενός ιστορικού ορίου απλά διαγράφεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος βουδιστικού τρόπου κατανόησης των κρίσεων σύμφωνα με τον οποίο οι κρίσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από καθαρά  "αυτορυθμιστικές κρίσεις."Έρχονται και παρέρχονται αιωνίως και τελικά ενισχύουν μόνο το κεφάλαιο. Το ίδιο και ο Μαρξ – ο οποίος λέει κάτι εντελώς διαφορετικό για τις περιοδικές κρίσεις. "Οι κρίσεις είναι πάντα, λύσεις στιγμιαίες και βίαιες των υφιστάμενων αντιθέσεων. Είναι βίαιες εκρήξεις που για κάποιο διάστημα αποκαθιστούν τη διαταραγμένη ισορροπία". Για τον Μαρξ, το κυρίαρχο στοιχείο των κρίσεων είναι η συνεχής όξυνση και συσσώρευση νέων αντιφάσεων.

Τα επιχειρήματα μας στο βιβλίο  συνδέονται άμεσα με την μαρξική ιδέα του ιστορικού  ορίου και την εντάσσει στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Το γεγονός ότι η καταστροφή  κεφαλαίου σε περιόδους κρίσης αποκαθιστά την κερδοφορία του κεφαλαίου και επομένως μπορεί να γίνει αφετηρία μιας νέας διαδικασίας συσσώρευσης δεν είναι μια αναφορά στο πρόβλημα του  ιστορικού ορίου, αλλά μόνο στις  περιοδικές κρίσεις. Αυτό υποθέτει ότι μια  νέα αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία  αξιοποίησης του κεφαλαίου μπορεί να ξεκινήσει μετά τη  διόρθωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Κάτι που ουσιαστικά αποκλείεται στις συνθήκες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης.
 
 Αναδημοσίευση από το Περγάδι

Ευκλείδης Τσακαλώτος - Οι Νέοι Οθωμανοί της ευρωζώνης





Επαναλαμβάνω ότι η έκτακτη εισφορά πάνω στις καταθέσεις αποτελεί ένα εφάπαξ μέτρο

Jeroen Dijsselbloem, πρόεδρος Εurogroup (18/3/2013)



 
Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μακρόχρονη ήταν και αποτέλεσμα πολλών αιτιών. Παρά την άποψη που κυριαρχεί στην Ελλάδα, και βεβαίως με περιόδους έξαρσης, ο αυταρχισμός, συγκριτικά με τη μεσαιωνική Ευρώπη τουλάχιστον, δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτή της Αυτοκρατορίας. Μπροστά στην Ισπανία της Ισαβέλλας και του Φερδινάνδου, μάλλον μιλάμε για υπόδειγμα ανεκτικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας. Αλλά κυρίαρχο στοιχείο στη μεγαλύτερη διάρκεια της ιστορίας της ήταν η αυθαιρεσία. Η έλλειψη ενός σταθερού συστήματος διοίκησης, και προπαντός, ενός σταθερού συστήματος φορολογίας. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ο τρόπος είσπραξης των φόρων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας ήταν πολλές φορές αυθαίρετος.

Κανένα αδύνατο σημείο του οποιοδήποτε συστήματος δεν αποβαίνει αναγκαστικά και μοιραίο. Πάντα παίζουν ρόλο και οι μηχανισμοί ανάδρασης πληροφοριών, η ετοιμότητα να ενσωματωθούν αιτήματα από τα κάτω, και βεβαίως η ικανότητα να προωθούνται μεταρρυθμίσεις. Εν προκειμένω, μέχρι το τέλος σχεδόν, οι Οθωμανοί απέφυγαν συνολικές λύσεις για συνολικά προβλήματα. Αντιθέτως, είχαν την τάση να αντιμετωπίζουν την διαχείριση κρίσεων αποσπασματικά, και σε κάθε επαρχία ξεχωριστά. Όταν αποφάσισαν υπέρ πιο συνολικών λύσεων, ήταν πλέον αργά.

Οι ομοιότητες με τη σημερινή «διακυβέρνηση» της ευρωζώνης είναι εμφανείς. Από την πρώτη στιγμή οι ηγέτες της δεν διάβασαν καλά την κρίση. Έκριναν ότι η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Ότι καμία άλλη «επαρχία» δεν θα χρειαστεί διάσωση. Συνέχισαν στον ίδιο σκοπό και μετά τα προγράμματα της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι διαφάνηκαν πιο συνολικές λύσεις, για μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση για παράδειγμα, υπονομεύτηκαν από την Γερμανία σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Γιατί η Γερμανία πήγε πίσω από τη θέση ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν θα βάραινε το χρέος των κρατών-μελών.

Με την απόφαση του Εurogroup για την Κύπρο, αυτή η υπονόμευση ολοκληρώνεται. Αντί για μια ευρωπαϊκή εγγύηση για τις καταθέσεις, τώρα ξέρουμε ότι δεν θα υπάρχει εγγύηση ούτε στο εθνικό ούτε στο υπερεθνικό επίπεδο. Η υπόσχεση του Jeroen Dijsselbloem είναι εντελώς αναξιόπιστη. Δεν πείθει κανέναν. Και το γεγονός ακόμα ότι την εκφώνησε, δείχνει το διαζύγιο με την πραγματικότητα που έχουν πάρει οι ηγέτες της Ευρώπης.

Αλλά οι ομοιότητες δεν εξαντλούνται εδώ. Το αποτέλεσμα της αυθαιρεσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης και αίσθησης ασφάλειας που επικρατούσε. Σε αυτές τις συνθήκες τα άτομα δεν έπαιρναν ρίσκο, δεν οικοδομούσαν μακροπρόθεσμες σχέσεις εμπιστοσύνης, και απέφευγαν όσο μπορούσαν να πληρώσουν φόρους. Και επρόκειτο για μια ορθολογική αντιμετώπιση, όσο το περιβάλλον ήταν ρευστό και οι απαιτήσεις των αρχών μπορούσαν να αλλάξουν ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση. Ακόμα και οι σχέσεις που μπορούσε να είχε κανείς για να «ξεπεραστούν» κάποια εμπόδια, ήταν προσωρινές - το «βύσμα» σήμερα το είχες, αύριο το έχανες.

Η τελευταία απόφαση του Εurogroup λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Από τη μια μεριά, θα υποσκάψει τις προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της ρευστότητας. Γιατί να βάλει κανείς τα χρήματά του στην τράπεζα; Γιατί όχι κάτω από το στρώμα; Η σε λιγότερες παραγωγικές επενδύσεις, σε ακίνητα ή σε χρυσό; Οι καταθέσεις μετατρέπονται έν δυνάμει σε επενδύσεις. Ο χρυσός όχι. Έτσι βλέπουμε πως η απόφαση χτυπά στην καρδιά της διαμεσολάβησης του τραπεζικού συστήματος (από τους καταθέτες στους επενδυτές). Και όλα αυτά, με την ευλογία της ΕΚΤ!

Και να ήταν μόνο θέμα ρευστότητας… Αν οι πολίτες αποφασίσουν να κρατάνε στο εξής τον όποιο πλούτο τους σε χρυσό, σε κοσμήματα κ.ο.κ., αυτά δεν μετριούνται από τις κυβερνήσεις και άρα θίγεται η δυνατότητα των κυβερνήσεων να μαζέψουν φόρους. Η αβεβαιότητα δημιουργεί αμυντικές στάσεις - κρατάς αυτά που έχεις γιατί δεν ξέρεις πώς θα ξημερώσει αύριο. Ό,τι χειρότερο στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή.

Τέλος η Ευρωζώνη συνεχίζει να μη δίνει συνολικές λύσεις, να αντιμετωπίζει κάθε χώρα ξεχωριστά. Φαίνεται πια ότι μόνο οι λαοί του Νότου, σε μια πρώτη φάση τουλάχιστον, μπορούν να επιβάλουν μια συνολική λύση. Οι Οθωμανοί, βλέπετε, έχουν το άλλοθι ότι δρούσαν στην εποχή πριν εγκατασταθεί η δημοκρατία με τη σύγχρονη της μορφή της. Εμείς όχι.

----------------------------------------------------------
Σχόλιο από: Άκης Γαβριηλίδης

Δεν είναι αυτονόητο ότι οι συνολικές λύσεις είναι πάντοτε οι καλύτερες και οι ευνοϊκότερες για τους από κάτω.
Το κείμενο αναφέρεται σε αυτούς και τις επιθυμίες τους μόνο φευγαλέα, μόνο στο βαθμό που το οθωμανικό σύστημα κατάφερνε να ενσωματώνει αιτήματά τους.
Ίσως όμως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να στρέφαμε το βλέμμα στο ποια ήταν αυτά τα αιτήματα και πώς επιδίωκαν να τα θέσουν και να τα υλοποιήσουν αυτοί οι από κάτω.
Για παράδειγμα:
http://wp.me/p1eY1R-hw
Ίσως τότε βλέπαμε ότι τα αιτήματα αυτά δεν περιλάμβαναν καμία συνολική λύση.

Πηγή Red NoteBook

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

130 χρόνια από το θάνατο του Καρλ Μαρξ: Ένας στοχαστής του παρόντος




Του Μιχάλη Σκομβούλη
 
 «De te fabula narratur»*

Στις 14 Μαρτίου 1883 πέθανε στο Λονδίνο ο Καρλ Μαρξ, φέτος δηλαδή συμπληρώνονται 130 χρόνια από το θάνατο του. Ο πιστός σύντροφος του Μαρξ, Φρήντριχ Ένγκελς, είχε πει στον επικήδειο λόγο του: «Το όνομα και το έργο του θα ζήσουν στους αιώνες». Ίσως όμως δεν μπορούσε ούτε και ο ίδιος να φανταστεί πόσο ακριβές θα αποδεικνύονταν αυτό που έλεγε. Μπροστά στην παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση –ή θα ήταν καλύτερα να γράψουμε παγκόσμια καπιταλιστική αναδιάρθρωση–, τις συνέπειες της οποίας ο καθένας μας ζει στην κυριολεξία στο «πετσί» του, ποιος πραγματικά θα μπορούσε να ισχυριστεί, χωρίς να γελοιοποιηθεί, ότι το έργο του Μαρξ για τον καπιταλισμό και για τις κυκλικές κρίσεις-εκκαθαρίσεις του, είναι σήμερα «ξεπερασμένο». Δυστυχώς –δυστυχώς ακόμη και για τον ίδιο το Μαρξ, τον μοναδικό ίσως στοχαστή που αποζητά την αυτοκατάργηση του μέσα από την ιστορία–, η μαρξική ανάλυση συνεχίζει να «νικάει» οποιαδήποτε άλλη ανάλυση για τον καπιταλισμό. Ασφαλώς και ο ίδιος ο Μαρξ ως άνθρωπος δεν έμεινε σε πρακτικό επίπεδο αμέτοχος απέναντι στον καπιταλισμό, υπήρξε καταρχάς ένα πρότυπο κομμουνιστή: Αρνήθηκε τη σχετική άνεση και την αστική αξιοπρέπεια της ζωής που θα μπορούσε να είχε. Προτίμησε την ανέχεια (σχεδόν εξαθλίωση) της ζωής του στο Λονδίνο και την οικονομική εξάρτηση από τον Ένγκελς. Αφιερώθηκε στην αξιακά εμποτισμένη επιστήμη και την πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης: Ιδρυτής της «Ένωσης των Κομμουνιστών», συνιδρυτής της Α΄Διεθνούς, δεκάδες άρθρα πολιτικού και πολεμικού χαρακτήρα, απελάσεις και διώξεις από την «Ιερή συμμαχία» των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων της εποχής του.

Ο Μαρξ όμως υπήρξε πρώτιστα, και πάνω απ’όλα, ένας μεγάλος στοχαστής, και μάλιστα ο κριτικός στοχαστής ενός κοινωνικού συστήματος εντός του οποίου ζούμε ακόμη. 24 χρόνια μετά την πτώση των καθεστώτων αυτού που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός», το επιχείρημα που ακύρωνε τη σκέψη του λόγω αυτής της πτώσης έχει πλέον αποδυναμωθεί αισθητά. Το να επιρρίπτει κάποιος στον Μαρξ την κυρία ευθύνη των ανεπαρκειών και της ανελευθερίας των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θα ήταν σαν συνέδεε ευθέως και αποκλειστικά τον Άνταμ Σμιθ με τις πολιτικές του ΔΝΤ…Όπως φανερώνει και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ έκτος από ριζοσπάστης κριτικός υπήρξε πρώτα οπαδός του καπιταλισμού, της δυναμικής και της νεωτερικότητας του, και αναζητούσε τις συνθήκες ώστε οι κοινωνίες να πάνε μετά απ’ αυτόν, όχι δηλαδή να επιστρέψουν σε κάποια προνεωτερική τεχνοφοβική απλότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι όλο και συχνότερα εμφανίζονται απολογητές του καπιταλισμού που επικαλούνται κυνικά την οξυδέρκεια των αναλύσεων του Μαρξ. Η σκέψη του Μαρξ πρέπει όμως πρωταρχικά να απασχολεί όχι αυτούς που θέλουν την αέναη αναπαραγωγή του καπιταλισμού ως «τέλους της ιστορίας», αλλά αυτούς που επιδιώκουν τόσο την κατανόηση όσο και το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του. Το εκμεταλλευτικό και βίαιο κοινωνικό σύστημα που ονομάζεται καπιταλισμός στέκει μπροστά μας πανίσχυρο, κάνοντας την ανάλυση του Μαρξ πιο επίκαιρη από ποτέ. Αυτό δεν αποτελεί λόγο, θα αντέφασκε μάλιστα στην ίδια τη φύση του έργου του Μαρξ, να προχωρήσει ο οποιοσδήποτε σε μία αγιογραφία ή έστω σ’ έναν πανηγυρικό της δικαίωσής του. Ίσως η πλέον ορθή στάση γι΄ αυτήν την επέτειο είναι η αναφορά στις εννοιολογικές τομές  του έργου του, έννοιες ασφαλώς εμποτισμένες και βεβαρημένες όχι απλά από μία θεωρητική αξία, αλλά από τη διαλεκτική τους σχέση με την ίδια την καπιταλιστική και αντι-καπιταλιστική πραγματικότητα.

Νεαρός-Ώριμος Μαρξ
Μία αφετηρία για την αναφορά αυτή θα μπορούσαν να είναι οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του ίδιου του μαρξικού έργου και κυρίως η πολυσυζητημένη διαφορά μεταξύ του νεαρού και του ώριμου Μαρξ. Είναι ασφαλώς λανθασμένη η αποδοχή μίας ριζικής διάστασης μεταξύ των δύο, δηλαδή το να μην παραδεχτούμε ότι ιδέες όπως αυτές που διατυπώνονται με τρόπο δυνατό στα Χειρόγραφα του 1844 για την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ουσίας στο καπιταλισμό, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την αισθησιακή και διανοητική αυτοπραγμάτωση, είναι κανονιστικές ιδέες που διατρέχουν το σύνολο του έργου του Μαρξ, και πέραν αυτού το σύνολο του μαρξισμού. Ιδέες που ενσωματώθηκαν και διαθλαστήκαν ως κανονιστικές πρακτικές στην ίδια την ιστορικότητα των αντικαπιταλιστικών κινημάτων. Όσο όμως ορθό είναι να επισημάνουμε την κανονιστική ενότητα του έργου του Μαρξ, άλλο τόσο λάθος είναι να μη δούμε την εσωτερική διαφοροποίηση του έργου, όπως την κατανόησε ο ίδιος ο Μαρξ, όχι μόνο σε σχέση με τα χειρόγραφα του 1844, αλλά και σχέση με το μετά του 1848 όταν και η διάψευση των προσδοκιών για μια ενιαία παγκόσμια αντικαπιταλιστική επανάσταση, τον ώθησε σ’ έναν συστηματικό στοχασμό για τη φύση του καπιταλισμού που θα κατέληγε τελικά στην κολοσσιαία εργασία του Κεφαλαίου. Όποιος προσπαθεί να εξηγήσει τον καπιταλισμό μόνο μέσα από την ακύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όσο και να δικαιώνεται από τη βία του συστήματος, δεν παύει να είναι καταδικασμένος να αναπαράγει μία αυθόρμητη επαναστατικότητα, οδηγούμενος στον μάταιο πολιτικό ιδεαλισμό που αδυνατεί να κατανοήσει και να αλλάξει μόνιμα και συστηματικά την αδικία και τη βία του συστήματος.

Το πρωτείο των υλικών συνθηκών
Το πρωτείο των υλικών συνθηκών που θα αναγνωρίσει σταθερά ο Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία και μετά, θα κάνει γνωστή τη διαλεκτική του ως υλιστική και την κοινωνική θεωρία του ως ιστορικό υλισμό. Αυτή την προτεραιότητα άλλωστε είναι που θα προσπαθήσουν να απωθήσουν όλοι οι θεωρητικοί απολογητές του υπάρχοντος ιστορικού συστήματος, προτάσσοντας (από τον Πάρσονς μέχρι το Χάντινγκτον), τη σημασία των «πολιτισμικών αξιών». Η ειρωνεία βέβαια με το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι ότι σε συνθήκες ανεξέλεγκτης κυριαρχίας του καπιταλισμού, που συμβατικά ονομάζουμε «νεοφιλελευθερισμό», οι υλικές συνθήκες έχουν πλέον ανατείλει ως μια πραγματικότητα χωρίς την ανάγκη καμίας εμφατικής πολιτισμικής δικαιολόγησης: Ασιάτες, Μουσουλμάνοι και Ευρωπαίοι συναντιούνται πλέον στην αδυσώπητη ταυτότητα του κεφαλαίου, που αδιαφορεί για τις πολιτισμικές τους διαφορές. Οι δε καπιταλιστές δεν κρύβουν καθόλου τον οικονομισμό τους, επικαλούμενοι κυνικά την ανάγκη για «περισσότερη και πιο αποτελεσματική εργασία» και καταδικάζοντας τους εργαζόμενους που έζησαν «πάνω από τις (υλικές) δυνατότητες τους». «Δεν χρειάζονται τα πολλά λόγια, να στρωθούμε στη δουλειά», μας λένε με κάθε ευκαιρία οι καπιταλιστές, ένας υλισμός που ακόμη και στην πιο κυνική εκδοχή του κρύβει πάντοτε ταυτόχρονα έναν ιδεαλιστικό πυρήνα της εξιδανίκευσης της μιζέριας των πολλών, της επιστροφής στις «παραδοσιακές αυθεντικές αξίες» καθώς και τις αξίες της (ατομικής) «ευθύνης» και της «αξιοκρατίας».

Η προτεραιότητα, όμως, των υλικών συνθηκών όπως τη νόησε ο Μαρξ και ο μαρξισμός δεν έχει καμία σχέση με τον ιδεολογικό μικροφασισμό των «υλικών απαιτήσεων» που σήμερα αναδύεται πιο εκβιαστικός από ποτέ. Ούτε βέβαια ο μαρξικός υλισμός έχει καμία σχέση με το φασίζων συνομωσιολογισμό των «σκοτεινών συμφερόντων» των Αμερικάνων, των Εβραίων ή του Σόρος. Η προτεραιότητα των υλικών συνθηκών, ή και ακόμη η προτεραιότητα της οικονομικής βαθμίδας, έχει να κάνει για το Μαρξ με τα αντικειμενικά όρια που θέτει στους ανθρώπους η σύνθετη κοινωνική ολότητα εντός της οποίας ζουν. Με την έδραση των πολιτικών και όποιων άλλων κοινωνικών εξελίξεων πάνω σε αντικειμενικές συγκρουσιακές σχέσεις, οι οποίες δεν αφορούν απλές ατομικές ανταλλαγές, αλλά σχέσεις μαζικών συνόλων που συγκροτούνται ως υποκείμενα αποκλειστικά και μόνο από τους αντικειμενικούς καθορισμούς αυτής της ολότητας που ο Μαρξ ονομάζει καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Για τον Μαρξ ο πρωτεύον καθορισμός αυτής της ολότητας είναι η διάσπαση της καπιταλιστικής κοινωνίας σε Κεφάλαιο και Εργασία, δύο υποκείμενα που δεν μπορούν να υπάρξουν και να νοηθούν πέραν της συγκρουσιακής διαλεκτικής τους.

Η διαλεκτική: Ένας υλισμός των σχέσεων
Η αναφορά στη διαλεκτική μας φέρνει αμέσως στο μυαλό το φιλοσοφικό υπόβαθρο της σκέψης του Μαρξ, και τις αναφορές του στη διαλεκτική του Χέγκελ. Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς αυθόρμητα πως είναι δυνατόν μία υλιστική θεωρία να σχετίζει τη μέθοδο της με τον εκπρόσωπο του απόλυτου ιδεαλισμού. Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Μαρξ ήδη από τις Θέσεις για το Φόιερμπαχ: Ο υλισμός χωρίς τη διαλεκτική είναι μία μηχανιστική και νεκρή θεωρία της αμεσότητας των αισθήσεων. Ο ιδεαλισμός ήταν αυτός που ανέπτυξε την ενεργητική-σχεσιακή διάσταση της σκέψης, γι’ αυτό και ο Μαρξ βρήκε στη διαλεκτική του Χέγκελ έναν πολύτιμο σύμμαχο ώστε να σκεφτεί τη δυναμική και σύνθετη καπιταλιστική πραγματικότητα. Δεν είναι κάποιος άλλος από το Λένιν που στα φιλοσοφικά του κείμενα θα επαναλάβει τη θέση του Μαρξ και θα παραδεχθεί τη σημασία του ιδεαλισμού για την υπέρβαση του μηχανιστικού υλισμού. Αυτή η υπέρβαση σημαίνει για το Μαρξ ότι αν η εγελιανή διαλεκτική κατανοηθεί μεθοδολογικά και όχι ως ένας μεταφυσικός ιδεαλισμός, μετατρέπεται σ’ ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό όπλο στα χέρια αυτού που θέλει να κατανοήσει τη σχεσιακή δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό είναι που αντιλαμβάνεται πρώτιστα ο Μαρξ ως την υλιστική «αντιστροφή» του Χέγκελ και την από-φετιχοποίηση της διαλεκτικής, και όχι μία μηχανική αντικατάσταση της λέξης «ιδέα» με τη λέξη «ύλη». Όπως άλλωστε δείχνει και στη θεωρία του για την ιδεολογία αλλά και γενικά για τη φετιχιστική επίδραση του κεφαλαίου, οι ιδέες και οι πνευματικές-συμβολικές σημασίες δεν είναι καθόλου ασήμαντες και άμεσα αναγώγιμες, έχουν έναν κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή της υλικής κυριαρχίας του καπιταλισμού.

Ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που φιλοδοξούσε την περίοδο που έγραφε το Κεφάλαιο να μας δώσει σε «δύο ή τρία τυπογραφικά φύλα» τον ορθολογικό πυρήνα της εγελιανής διαλεκτικής. Ο Μαρξ δεν έγραψε τελικά αυτές τις σελίδες ίσως γιατί κατάλαβε ότι ο καλύτερος τρόπος έκθεσης του ορθολογικού πυρήνα της διαλεκτικής είναι η ενεργητική παρουσία της μέσα στις ίδιες τις έννοιες του Κεφαλαίου, στο οποίο βρίσκεται εξάλλου και η μαρξική φιλοσοφία: Μια σχεσιακή διαλεκτική των σύνθετων καθορισμών και των τάσεων, που όταν την αγνοούμε οδηγούμαστε είτε στον ανορθολογισμό της ρομαντικής εσωτερικότητας, είτε στον ποσοτικό θετικισμό του κυρίαρχου οικονομισμού, που υποκρύπτει τον χυδαία απολογητικό του χαρακτήρα. Ο Μαρξ όμως πραγματοποίησε και ένα δεύτερο αναποδογύρισμα του Χέγκελ σ’ ένα περισσότερο ιστορικό-οντολογικό επίπεδο. Βρήκε στην εγελιανή διαλεκτική το οντολογικό πρωτείο της αντίφασης, το πρωτείο της διαφοράς όπου «το ένα χωρίζεται στα δύο», καθώς και της επαναστατικής αρνητικότητας του πραγματικού κόσμου. Αυτή η πραγματικότητα θα σημαίνει για το Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία και μετά μία πλήρως ιστορικό-κοινωνικά διαμεσολαβημένη πραγματικότητα. Ως οπαδός του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, ο Μαρξ θα συνδέσει την πραγματική αρνητικότητα με την πολιτική πράξη πέραν κάθε μεταφυσικής πίστης. Από την υλιστική αυτή θέση της ένταξης της πολιτικής σύγκρουσης δεν θα μείνει αλώβητη ούτε η ίδια η επιστήμη. Ο Μαρξ θα φανερώσει ότι την επιστημονική γνώση διατρέχουν υπόρρητες πολιτικές τοπο-θετήσεις, και ότι ακόμα περισσότερο την αντικειμενικότητα της επιστήμης δεν την διασφαλίζει η αποφυγή αυτών των τοποθετήσεων (που καταλήγει εντέλει στη χυδαία απολογητική). Η επιστημονική αντικειμενικότητα για το Μαρξ καθίσταται δυνατή μόνο όταν αυτή η πολιτική-ιδεολογική τοποθέτηση καθίσταται ρητή και αναγνωρίζεται (δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οπαδοί του καπιταλισμού που αναγνωρίζουν ρητά την πολιτική και ταξική τους τοποθέτηση, όπως ο Χάγεκ, έχουν απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα να πουν για το σύστημα από τον ο,ποιονδήποτε  «τεχνικό» οικονομολόγο).

Παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις

Μία από τις πλέον σημαντικές διαλεκτικές σχέσεις για το Μαρξ είναι αυτή μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων. Το δίπολο που καλώς ή κακώς θεωρήθηκε ως ο πυρήνας της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, σε βαθμό που έφτανε τον υπερτονισμό. Ένας υπερτονισμός που οφείλεται εν μέρει στον ίδιο το Μαρξ και τον περίφημο πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (1859), όπου και ορίζεται το δίπολο παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις ως η οντολογική- δια-ιστορική ενότητα των ιστορικών τρόπων παραγωγής. Εκεί επίσης ο Μαρξ αναφέρεται στο μηχανισμό ιστορικού μετασχηματισμού όπου πλέον οι παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν να παραμείνουν δεσμευμένες (δεν «χωράνε») στις παραγωγικές σχέσεις. Ο Μαρξ έβλεπε κατά συνέπεια στον ειδικό καθορισμό της σχέσης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων την ειδοποιό διαφορά του καπιταλιστικού συστήματος. Ήταν η συγκεκριμένη οικονομική, πολιτική και ιδεολογική δομή αυτής της σχέσης που οδηγούσε στην οικειοποίηση του υπερπροϊόντος από την κυρίαρχη τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας υπό τη μορφή της υπεραξίας εντός μίας συνεχώς διευρυνόμενης αυτό-αξιοποίησης του κεφαλαίου (την ειδητική αυτή φόρμουλα του καπιταλισμού που ο Μαρξ συνόψισε ως Χ-Ε-Χ΄). Η έμφαση όμως στο δίπολο αυτό και ειδικά η (σταλινική) ερμηνεία της, αποδίδοντας στις παραγωγικές δυνάμεις την απόλυτη προτεραιότητα, μετατράπηκε εντέλει στη μεταφυσική του αυτοματοποιημένου τροχού της ιστορίας που θα οδηγούσε «νομοτελειακά» (όσο και η νομοτέλεια της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους») στην κατάρρευση του καπιταλισμού και στο μεταβατικό στάδιο του σοσιαλισμού. Η αντίδραση σ’ αυτή τη μηχανιστική θέση θα αποδώσει την αντίστροφη προτεραιότητα στις παραγωγικές σχέσεις, με το ρόλο των κινημάτων του 60 και 70 να είναι σ’ αυτή την αντίδραση κεντρική. Το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων μοιάζει να δικαιώνει αυτό που ονομάσαμε σχεσιακό υλισμό του Μαρξ: Ο βαθμός εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, το μέγεθος της υπεραξίας μετατρέπονται στο προϊόν μίας αδιάπτωτης σύγκρουσης, της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των παραγωγικών σχέσεων, και όχι στο αποτέλεσμα μίας τεχνικής-ποσοτικής μεταβολής.

Ούτε όμως αυτή η αντίδραση μπόρεσε να υπερβεί εντέλει την εμμονή στο ίδιο το δίπολο της παραγωγής, μία εμμονή στην παραγωγή (που σήμερα ονομάζεται «πραγματική οικονομία») στην οποία ίσως μένει σε κάποιο βαθμό εξαρτημένος και ο Μαρξ.  Αυτή η εξάρτηση όμως σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την οπτική του Μαρξ που όπως είπαμε είναι αυτή της ολότητας. Ο Μαρξ δεν «ανακάλυψε» ούτε την εκμετάλλευση της εργασίας ούτε την υπεραξία (αυτά υπάρχουν ήδη στους ρικαρδιανούς σοσιαλιστές και ίσως ήδη στον Άνταμ Σμιθ). Η αποκλειστική επικέντρωση στην παραγωγή, υποτιμά τη συνθετότητα της οπτικής του Μαρξ, το ρόλο που απέδιδε στο χρήμα για τη συγκρότηση της αξίας καθώς και την παραγωγική-διαπλαστική επίδραση που ασκεί ο ανταγωνισμός της αγοράς, όπως φαίνεται από τις εξαιρετικές αναλύσεις του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Είναι αμφίβολο αν το ίδιο το δίπολο παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις μπορεί να λειτουργήσει αν δεν ληφθεί υπόψη η ολότητα των όρων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που διαμορφώνει τις συνθήκες της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας. Ο Μαρξ θεωρούσε αυτό το ζήτημα ως καίριο για τη σκέψη του και δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι από το σύνολο του σχεδιαγράμματος του Κεφαλαίου δεν έγραψε παρά μόνο τον πρώτο τόμο, οι ελλείποντες τόμοι, με κυριότερους αυτόν για το Κράτος και αυτόν για την Παγκόσμια Αγορά, αποσκοπούσαν σε μία θεωρία που θα περιέκλειε τη συνολική διάρθρωση της δυναμικής αναπαραγωγής του καπιταλισμού.Ας αναφέρουμε, ενδεικτικά και παραδειγματικά, ότι όπως φαίνεται από τα πολιτικά κείμενα του Μαρξ, και ειδικά από τη 18η Μπρυμαίρ, αυτός είχε μία σαφή άποψη για τη σημασία της αυτονομίας του κρατικού μηχανισμού στην αναπαραγωγή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Γι’ αυτό εξάλλου και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού πρέπει να αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από την αλλαγή των νομικών όρων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, και το πέρασμα τους από τους καπιταλιστές στους εργάτες. Η μαρξική κριτική πολύ απέχει λοιπόν από το να είναι μία «οικονομική» θεωρία της παραγωγής, όποιος την έχει μελετήσει έστω και λίγο, μάλλον δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει πχ. την έκρηξη των εθνικισμών και των αυταρχισμών στην Ευρώπη της παρούσας κρίσης.   

Το πλεονέκτημα «Μαρξ» για την Αριστερά: Πώς να βλέπεις αυτό που έρχεται


Όταν ξέσπασε η παρούσα καπιταλιστική κρίση, αυτός που πρώτος προϊδέασε για τις δυνατές συνέπειές της, αυτός που είδε με σημαντική ταχύτητα τους σκοπούς, τις τάσεις και τις συνέπειες της πολιτικής της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» για το σύνολο της Ευρώπης ήταν, το ξέρουμε πλέον, οι δυνάμεις που προέρχονται από την Αριστερά. Θα ήταν έτσι σκόπιμο ίσως να διατηρούν οι Αριστερές δυνάμεις ενσωματωμένη στον αναστοχασμό τους και τη στρατηγική τους την οφειλή τους στον τύπο ανάλυσης που πρεσβεύει η μαρξιστική σκέψη. Δηλαδή να κάνουν συνειδητό στον εαυτό τους ότι η ιδιαιτερότητα των αναλυτικών τους εργαλείων που τους επιτρέπει να «βλέπουν αυτό που έρχεται», οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της συσχέτισης τους μ’ αυτού του είδους τη σκέψη. Η Αριστερά –μαζί ίσως με κάποιους ελάχιστους αστούς θεωρητικούς που δεν έχουν αποκόψει πλήρως τη σκέψη τους από τη μαρξιστική θεωρία- ήταν η μόνη οργανωμένη δύναμη που τοποθέτησε την καπιταλιστική κρίση στην ολότητα των αιτιών και των συνεπειών της. Η μελέτη και η αξιοποίηση της σκέψης του Μαρξ είναι κατά συνέπεια κάτι πολύ περισσότερο από ένα ζήτημα φιλολογικού ενδιαφέροντος. Είναι ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα που αφορά τη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Οι έννοιες της σκέψης του Μαρξ είναι έννοιες που μένει ακόμα να ανακαλυφθούν, είναι έννοιες που έχουν ακόμη πολλά να δώσουν.   


Ενδεικτική βιβλιογραφία για τη σκέψη του Μαρξ στα Ελληνικά


B. Fine-L. Harris, Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο, Gutenberg, 1986

E. Balibar, Η φιλοσοφία του Μαρξ, Νήσος, 1996

Κ. Αξελός, Μαρξ, ο στοχαστής της τεχνικής, Καστανιώτης, 2000

Β.Ι. Λένιν, Για τον Μαρξ και το μαρξισμό, Σύγχρονη Εποχή, 2002

L. Althusser, E. Balibar, R. Establet, P. Macherrey, J. Rancière, Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα, 2003

Π. Σουήζυ, Η θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης: Αρχές μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, Gutenberg, 2004

Γ. Μηλιός, Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Νήσος, 2005

Θ. Νουτσόπουλος, Διαλεκτική και Αξίες: Προβλήματα ανάλυσης διαλεκτικών εννοιών στο έργο του Hegel και του Marx, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 2005

Γ. Ρούσης, Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, Γκοβόστης, 2008

D. Bensaid, Μαρξ: Τρόπος χρήσης, ΚΨΜ, 2010

A. Callinicos, Οι επαναστατικές ιδέες του Καρλ Μαρξ, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2011

E. Hobsbawm, Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο: Μαρξ και μαρξισμός 1840-2011, Θεμέλιο, 2011



Βιογραφίες

I. Berlin, Καρλ Μαρξ, Scripta, 1998

Φ. Γουιν, Κάρολος Μαρξ, Ωκεανίδα, 2001

[*] «Για σένα λέει η ιστορία» (φράση που απευθύνει ο Μαρξ σ’ όσους πιστεύουν ότι θα μείνουν αλώβητοι από τις συνέπειες του καπιταλισμού)
 
Πηγή Red NoteBook