Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΩΡΙΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Θέσεις για τη νομαδολογία, τον λείο και τον γραμμωτό χώρο


του Βασίλη Τρωίζου



ΝΟΜΑΔΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ 

-η νομαδική πολεμική μηχανή, παρά το  παραπλανητικό της ονομασίας της δεν έχει στόχο τον πόλεμο. Αναφέρεται σε μια σχέση μεταξύ των στοιχείων που προάγει την ροικότητα, την οριζοντιότητα κλπ. Η ουσιώδης σχέση της νομαδικής πολεμικής μηχανής είναι με την δημιουργική αλλαγή, με την παραγωγή γραμμών φυγής. Αυτό που εν πολλοίς λένε οι Ντελέζ-Γκουαταρί είναι ότι οι διαδικασίες της απεδαφικοποίησης και της γραμμή φυγής εμπλέκουν για την πραγμάτωσή τους τη συναρμογή μιας μηχανής νομαδικού τύπου.

-η πρωταρχική διάκριση ανάμεσα στον κρατικό μηχανισμό και στην πολεμική μηχανή, το ασύμβατο μεταξύ τους, αφορά τον χώρο τον οποίο καταλαμβάνουν και ενεργούν. αυτή η ασυμβατότητα είναι ο λόγος που ο πόλεμος προκύπτει ως αποτέλεσμα της συνάντησης της πολεμικής μηχανής και του κράτους, της ''τριβής'' ανάμεσα στην επέκταση του λείου χώρου και στον μηχανισμό γραμμοποίησης που επιτελούν, αντίστοιχα

-οι λείοι χώροι που καταλαμβάνουν οι νομάδες είναι κυρίως στέπες και έρημοι, όπως και η ''παγωμένη έρημος'' που καταλαμβάνεται από τους Εσκιμώους. Σε αυτούς τους τύπους χώρου τα ορόσημα, τα διακριτά σημεία και ο προσανατολισμός βρίσκονται σε διαρκή μεταλλαγή, δεν υπάρχει προοπτική ούτε ''γραμμή που χωρίζει τον ουρανό και τη γη''. Οι χώροι αυτοί είναι ''άπειροι'', ανοίγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν έχουν κάποια μορφή κεντρικής προοπτικής. Η σχέση που αναπτύσσουν οι νομάδες με τον χώρο δεν είναι μετρική. Δεν ποσοτικοποιούν, ούτε διαιρούν την γη. Ο λείος χώρος που ενοικούν είναι χώρος μη-διαιρεμένος και μη-μετρικός

-η νομαδική χωρική κατανομή είναι αυτής της κατανομής μιας πολλαπλότητας στοιχείων σε ένα ανοιχτό χώρο χωρίς καθορισμένα όρια, όπου οι νομαδικές φυλές κινούνται επί της γης ελεύθερα αντί να οριοθετούν τη γη σύμφωνα με σταθερά σύνορα. Η ουσία του κράτους, από την άλλη, συνίσταται στο ότι δημιουργεί ένα ομογενοποιημένο, γραμμοποιημένο χώρο που μπορεί να μετρηθεί. Το κράτος επιφορτίζεται με την χάραξη ορίων και συνόρων, με τον περιορισμό της κίνησης και την εφαρμογή του κρατικού Νόμου εντός αυτού του κωδικοποιημένου χώρου που δημιουργεί.



-Σε αντίθεση με τη νομαδική ζωή, οι κρατικοί χώροι είναι γραμμοποιημένοι μέσω τοίχων, εγκλεισμών, δρόμων και ορίων που δημιουργούν μια σταθερή αίσθηση προσανατολισμού. Η ζωή στην πόλη είναι γενικά σε μεγάλο βαθμό ορθολογικά οργανωμένη. Κάθετοι,παράλληλες, οικοδομικά τετράγωνα κλπ κατασκευάζουν έναν ενοποιημένο,μετρήσιμο και κλειστό χώρο. Ήδη οι πρώτες πόλεις διέθεταν στα σύνορά τους, τείχη και φρούρια ως μέσα ελέγχου και επιτήρησης των ροών που εισέρχονταν και εξέρχονταν από αυτές. Οι μετακινήσεις εντός της πόλης είναι προβλέψιμες και με επαναληπτικότητα: σπίτι-δουλειά-σπίτι. Οι οποιεσδήποτε κινήσεις καταλήγουν πίσω στο σπίτι, το κατεξοχήν σημείο επαν-εδαφικοποίησης. Η κίνηση στην πόλη είναι εν πολλοίς κίνηση ανάμεσα σε προβλεπόμενα και από τα πριν δοσμένα σημεία, σε αντίθεση με το νομαδικό ταξίδι, όπου το σημείο αποτελεί απλά ένα στιγμιαίο και τυχαίο σταμάτημα της ροής, πριν αυτή ξεκινήσει ξανά. Η ζωή ακολουθεί ένα ρυθμό που δημιουργεί habits και patterns ακυρώνοντας τη δυνατότητα της άσκοπης περιπλάνησης και της περιπέτειας. Στη νομαδική ζωή, η δυνατότητα κατασκευής μιας κίνησης που επαναλαμβάνεται υπονομεύεται. Το ταξίδι δεν μπορεί να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή, να εδαφικοποιηθεί πάνω στον ίδιο δρόμο. Στο λείο χώρο της ερήμου, τα μονοπάτια στην άμμο δημιουργούνται για να καταστραφούν αμέσως μετά.



-η σχέση του πολέμου με την πολεμική μηχανή είναι ταυτόχρονα συγκυριακή και αναγκαία ,στο βαθμό που στο κοινωνικό πεδίο συνυπάρχουν νoμαδικού τύπου συναρμογές και κρατικοί μηχανισμοί η σύγκρουση είναι αναγκαία ως αποτέλεσμα της ασυμβατότητας ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.μπορούμε να σκεφτούμε το πώς αυτή η αντιπαράθεση δεν χάνεται στο βάθος του ιστορικού χρόνου,αλλά απέκτησε τη μεγαλύτερη έντασή της στο ολοκαύτωμα,ως διαδικασία στην οποία η διαφορά αυτή πήρε εκρηκτικές διαστάσεις με τελικό σκοπό την εκμηδένιση όσων ταξινομούνταν στην κατηγορία του νομά(εβραίοι,ρομά)από την πλευρά αυτών που διεκδικούσαν την πρωταρχικότητα της εδαφικοποίησης,της γνήσιας σχέσης με τη γη

-οι ντελέζ-γκουατάρι λένε ότι ο πόλεμος είναι η αποτυχία της πολεμικής μηχανής,το μόνο αντικείμενο που της έχει μείνει αφού έχει χάσει όλη αυτή την ενδογενή μορφογεννητική ικανότητά της,δηλαδή την δύναμη προς παραγωγή αλλαγών.το κύριο χαρακτηριστικό της νομαδικής πολεμικής μηχανής είναι η διάσχιση ενός λείου χώρου και η ροπή προς την απεδαφικοποίηση.ο πόλεμος γίνεται το κύριο αντικείμενο μόνο όταν η πολεμική μηχανή γίνεται αντικείμενο ''εγκόλπωσης'' και ενσωμάτωσης από το κράτος.ο ναζισμός αποτελεί τη μορφή της πολεμικής μηχανής στο στάδιο της πλήρους απορρόφησής της από τον πόλεμο,όπου μετατρέπεται σε μηχανή παραγωγής θανάτου

-τα κράτη αναγκάστηκαν να ιδιοποιηθούν την πολεμική μηχανή με πολλές μορφές:είτε με την μορφή καστών πολεμιστών που υπηρετούν το βασιλιά ή με μισθοφόρους στις σύγχρονες δυτικές στρατιωτικές μορφές ή ως αναγκαστική στρατιωτική θητεία των πολιτών του έθνους-κράτους.παρότι η πολεμική μηχανή μπορεί να εσωτερικευτεί και να γίνει εξάρτημα του κρατικού μηχανισμού με τη μορφή του στρατού,οι ντ-γκ αναφέρουν ότι η διαφορά ανάμεσα στην απείθαρχη φύση του πολεμιστή και αυτή του κράτους δεν εξαλείφεται.η σχέση του πολεμιστή με τον κρατικό αξιωματούχο,τον βασιλιά κλπ είναι εύθραυστη και αμοιβαίας καχυποψίας.σε αρκετές ινδο-ευρωπαικούς μύθους ο πολεμιστής αντιτίθεται με κρατικές φιγούρες όπως ο βασιλιάς,ο νομοθέτης,ο ιερέας ακολουθώντας μια πιο απείθαρχη,αντικοινωνική στάση.αυτή η τάση επιζεί ακόμη και σε σύγχρονα έργα ,όπως στο apocalypse now του f.f.coppola,όπου ο marlon brando ένας στρατιώτης στην υπηρεσία του κράτους,εκφεύγει της κρατικής του υπερκωδίκωσης και του στρατιωτικού ελέγχου μετατρεπόμενος σε δυνητικό κίνδυνο


(αντίστοιχα με τους ''χερσαίους'' νομάδες,υπάρχουν και οι θαλάσσιοι νομάδες,οι πειρατές που διασχίζουν τον λέιο χώρο της θάλασσας,ενώ με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν σήμερα και οι hackers που κινούνται στον λείο χώρο του cyberspace.)


ΝΟΜΑΔΟΛΟΓΙΑ

-οι ντελέζ-γκουαταρί αντλούν από τα νομαδικά φύλα κυρίως των μογγόλων,των ούνων,των βεδουίνων κλπ και της ιστορίας τους ως μιας διαρκούς αντιπαράθεσης με εγκατεστημένους,πολιτικά οργανωμένους πληθυσμούς και κρατικές αυτοκρατορίες.είναι μια χειρονομία που προσπαθεί να αναδείξει μια διαφορετική ιστορία,από την κλασική δυτική προοπτική που πριμοδοτεί την μόνιμη εγκατάσταση και την εδαφικοποίηση ως τις μοναδικές συνιστώσες για την ανάδυση πολιτισμού,κατάσκευάζοντας τους νομάδες ως εξωτικούς βαρβάρους,τοποθετώντας τους στο νηπιακό στάδιο της ανθρωπότητας.

-οι νομαδικές φυλές λόγω των συνθηκών των βιότοπων που ενοικούν(έδαφος δύσκολο να καλλιεργηθεί,ζώα αδύνατο να εξημερωθούν και να χρησιμοποιηθούν προς εργασία),αναγκάζονται να είναι διαρκώς σε κίνηση,ακολουθώντας τους βιο-ρυθμούς των ζώων στην αναζήτηση τροφής.σε μια τέτοια μορφή κοινωνικής οργάνωσης δεν μπορεί να συσσωρευτεί πλούτος,ούτε να αναδυθεί ιδιοκτησία,καθώς τα αντικείμενα και οι άνθρωποι είναι διαρκώς σε ροή.ο πολιτισμός,η ανάδυση κράτους και η ατομική ιδιοκτησία έχουν ως συνθήκες πραγμάτωσής τους την μόνιμη εγκατάσταση σε ένα έδαφος,την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία,την παραγωγή ενός υπερ-προιόντος,την περίφραξη της γης που γίνεται ιδιοκτησία κλπ.οι ντελέζ-γκουαταρί χρησιμοποιούν το παράδειγμα των νομαδικών φυλών για να αντλήσουν από αυτή στοιχεία που συγκροτούν ένα αντι-Παράδειγμα σε αυτό της κρατικής-ιεραρχικής-συγκεντρωτικής μορφής οργάνωσης.στη νομαδική κατανομή τα στοιχεία δημιουργούν μεταξύ τους οριζόντιες,μοριακές συνδέσεις που ανθίστανται στο να υπερ-κωδικοποιηθούν από ένα κέντρο.οι νομάδες αποτελούν μια κοινωνική μορφή που προσπαθεί να διατηρήσει τις σχέσεις της σε μια μακριά-από-την-ισορροπία κατάσταση σε αντίθεση με τις κρατικές κοινωνίες οι οποίες επιθυμούν να παραμείνουν γραμμοποιημένα και σταθερά συστήματα.η ''νομαδική μηχανή '' δεν έχει κέντρο βάρους,κάποιο υπερβατικό σημείο από το οποίο αναδύεται η τάξη.λειτουργεί όπως ένα σμήνος,παράγει τάξη εμμενώς,από τις διαδράσεις μεταξύ των στοιχείων της χωρίς την ανάγκη ύπαρξης ενός εξωτερικού ρυθμιστή 

-το μοντέλο των νομάδων είναι αυτό του ριζώματος:κάθε σημείο μπορεί να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε άλλο,δεν υπάρχει καθετότητα,το ρίζωμα αναπτύσσεται προς όλα τα σημεία του ορίζοντα,δεν έχει αρχή και τέλος.το μοντέλο του κράτους είναι αυτό του δέντρου:καθετότητα-ιεραρχία,εδαφικοποίηση,κέντρο που ορίζεται από την ρίζα και από την οποία απορρέουν όλα τα κλαδιά κλπ


ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ 



-στην πραγματικότητα αυτά τα δύο μοντέλα χώρου υπάρχουν μόνο σε αναμίξεις και όχι σε ''καθαρή κατάσταση'' και αυτό που έχουμε είναι δυνάμεις που γραμμοποιούν και δυνάμεις που δημιουργούν λείο χώρο σε ένα διαρκές γίγνεσθαι μεταξύ των δύο.απόλυτα γραμμοποιημένος ή λείος χώρος δεν υπάρχει.η πρόθεση των ντ-γκ είναι να επιχειρήσουν μια διάκριση αυτού του μίγματος σε δύο Ιδέες,να ταυτοποιήσουν δύο γενικές τάσεις:αυτή του νομαδισμού και αυτή της εγκατάστασης,της μόνιμης κατοικίας,τάσεις οι οποίες στην εμπειρία μας δίνονται μόνο με τη μορφή ανάμειξης

Το ερευνητικό πρόγραμμα των ντ-γκ,λοιπόν,συνίσταται σε αυτό το ''τέντωμα''  των εννοιών,έτσι ώστε να φτάσουν στην ακραία μεταξύ τους απόσταση και να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την Ιδέα του νομά,η οποία δεν μπορεί να εκδηλωθεί σε καθαρή μορφή στην εμπειρική πραγματικότητα


-οι όροι που χρησιμοποιούν οι ντ-γκ(ροή,απεδαφικοποίηση κτλ)είναι κυρίως περιγραφικοί,δηλαδή αναλυτικά όπλα ώστε να μπορούμε να αξιολογήσουμε μια κατάσταση και να την αναλύσουμε.δεν είναι απλά υμνητές της αλλαγής,της ροής,της απεδαφικοποίησης ως τέτοιας.αυτό θα τους κατέτασσε σε ένα αντεστραμμένο είδωλο του πλατωνισμού που a priori δίνει αξία στην ταυτότητα,στην στάση και στην ισορροπία.
στο έργο τους βέβαια,η αξιολογική δεσπόζουσα βρίσκεται υπό την πλευρά της κίνησης,της διαφοράς κτλ,αλλά αυτό δεν συγκροτεί ένα α priori μανιχαιστικό δίπολο πριμοδότησης της ροής σε κάθε δυνατή περίπτωση

οι ίδιοι προειδοποιπούν να μην πιστέψουμε ποτέ ότι ένας λείος χώρος αρκεί για να μας σώσει και το ότι το να εδαφικοποιηθούμε ή να διατηρήσουμε μια σταθερή ταυτότητα δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί.

αυτό που προτάσσουν είναι μια εμμενή αξιολόγηση της κάθε κατάστασης στην ενικότητά της.πού χρειάζεται να προσπαθήσουμε να την εκτρέψουμε από την κατάσταση ισορροπίας,να ακολουθήσουμε κάποια γραμμή φυγής,να πειραματιστούμε με τις διαφορετικές δυνατότητες που μας προσφέρει και σε ποιά περίπτωση το καλύτερο είναι να παραμείνουμε γραμμοποιημένοι,εδαφικοποιημένοι κλπ

-το γεγονός ότι οι ντ-γκ δεν είναι απλοί υποστηρικτές του λείου χώρου έναντι του γραμμικού φαίνεται και από το ότι ο γραμμωτός χώρος μπορεί να προσφέρει επαναστατικές δυνατότητες.πχ σε εξεγερσιακές καταστάσεις,ο μητροπολιτικός χώρος,ένα τερραίν το οποίο εμφανίζει μεγάλο βαθμό γραμμοποίησης(σπίτια,γωνίες,φράχτες,τοίχοι) κτλ περιορίζει την κινητικότητα των κατασταλτικών μηχανισμών παρέχοντας μια υλική προστασία και κρυψώνα στον αμυνόμενο

σε καταστάσεις συγκρούσεων,ουσιαστικά αυτό που πραγματοποιείται είναι η προσθήκη επιπλέον επιπέδων γραμμοποίησης στον αστικό ιστό.τα οδοφράγματα,οι κάδοι κλπ είναι ισάριθμες προσπάθειες να δημιουργηθούν περαιτέρω όρια,περισσότερες πτυχώσεις στον χώρο,να πολλαπλασιαστούν τα σημεία μη-ορατότητας κλπ με σκοπό τον περιορισμό της κίνησης και την επιβραδύνση της ταχύτηταε των κατασταλτικών μηχανισμών.


-οι ντ-γκ σημειώνουν ότι πλέον δεν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο και επίφοβο για τον κρατικό πολεμικό μηχανισμό από το να διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις σε χώρο με υψηλό βαθμό γραμμοποίησης.τα κράτη επιθυμούν να μεταφέρουν το πεδίο μάχης εκεί που έχουν πλήρη έλεγχο,δηλαδή στον αέρα,στην ανοιχτή θάλασσα ή σε ανοιχτές πεδιάδες,δλδ σε λείους χώρους.αρχικά οι νομάδες μέσω της συναρμογής αναβάτης-άλογο-τόξο ανέπτυσσαν τέτοια ταχύτητα που μπορούσαν να υπερφαλλαγγίσουν τα πιο δυσκίνητα κρατικά στρατεύματα.σταδιακά αυτή η σχέση αντιστράφηκε καθώς ο κρατικός μηχανισμός απέκτησε μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα εγκολπώνοντας τις νέες πολεμικές τεχνολογίες.πλέον οποιαδήποτε αντιπαράθεση με το κράτος σε τέτοιους ανοικτούς,λείους χώρους είναι αυτοκτονική.

-ο ίδιος μάλιστα ο καπιταλισμός τείνει να δημιουργεί ένα λείο χώρο,τον παγκόσμιο χώρο της αγοράς στον οποίο ρέουν ελεύθερα εμπορεύματα,κεφάλαια,εργατικές δυνάμεις
πλέον το κεφάλαιο μπορεί μέσω των εξελιγμένων ηλεκτρονικών συστημάτων να πραγματοποιεί χρηματικές συναλλαγές σε ακαριαίο χρόνο με το ψηφιακό χρήμα να κυκλοφορεί ως σημείο με άπειρη ταχύτητα διατρέχοντας την γη


ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΝΟΜΑΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

-η έννοια του νομαδισμού δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στους νομάδες.επεκτείνεται σε ετερογενή πεδία.ουσιαστικά πρόκειται για μια αφηρημένη μηχανή,αφηρημένη με την έννοια ότι το νομαδικό μοντέλο μπορεί να ενσαρκωθεί σε ένα καλλιτεχνικό κίνημα,σε μια επιστημονική ανακάλυψη,σε μια εξεγερσιακή διαδικασία.οι ντ-γκ μιλούν πχ για νομαδικές μορφές τέχνης,νομαδική επιστήμη ενάντια στην ''βασιλική΄΄ μορφή επιστήμης που αναζητά σταθερούς νόμους.σε αυτό το πλαίσιο οι νομάδες χρησιμεύουν ως προνομιακός ιδεότυπος ώστε να εξάγουν από αυτούς κάποια χαρακτηριστικά και να σκεφτούν μια κατάσταση ικανή να αντισταθεί στην ιεραρχία και τη συγκεντροποίηση

-χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρουν οι ντ-γκ ως νομαδική και βασιλική μορφή επιστήμης είναι οι διαφορετικοί τρόποι κτισίματος των καθεδρικών ναών.από τη μια οι αρχιτέκτονες ως εκπρόσωποι της βασιλικής επιστήμης,διαμορφώνουν από τα πριν το σχέδιο στο μυαλό τους και το εξωτερικεύουν στην ύλη δίνοντάς της μορφή.υπάγουν την διαδικασία στις διατάξεις του Λόγου(υλομορφικό μοντέλο με θεικές συνδηλώσεις περί Δημιουργού που κατασκευάζει το σχέδιο στη νόησή του και το εξωτερικεύει στην πειθαρχημένη ύλη).από την άλλη οι τεχνίτες που αυτοσχεδιάζουν και πειραματίζονται αυθόρμητα τη στιγμή της κατασκευής χωρίς κάποιο προσχέδιο.αντλούν από την ύλη που υπάρχει γύρω τους για να καλύψουν τα κενά και να συνεχίσουν.πειραματίζονται με τις δυνατές συναρμογές που προσφέρει το τοπίο,με την ύλη να  αναγνωρίζεται ως ισότιμος δημιουργός στο τελικό αποτέλεσμα.ο αρχιτέκτονας ως ενσαρκωτής του Παράδειγματος της βασιλικής επιστήμης λειτουργεί ασκώντας ένα υπερβατικού ελέγχο πάνω στην ύλη,είναι η ανώτερη αρχή

-άλλη μια περίπτωση είναι η διάκριση ανάμεσα στο σκάκι και το γκο ως ''βασιλική'' και νομαδική μορφή παιχνιδιού αντίστοιχα.το σκάκι ακολουθεί μια κρατική λογική.οι χωρικές μονάδες διεξαγωγής του παιχνιδιού είναι γραμμοποιημένες και αριθμημένες(άσπρα-μαύρα τετράγωνα)και η κίνηση στον χώρο είναι ελεγχόμενη.τα κομμάτια έχουν κωδικοποιηθεί και μπορούν να κινηθούν στη βάση ενός συνόλου κανόνων.πχ ο αξιωματικός κινείται μόνο στη βάση της διαγωνίου και κατα μήκος μόνο ενός χρώματος γραμμής.επίσης τα κομμάτια είναι ιεραρχημένα από τα πιόνια μέχρι τη βασίλισσα και το βασιλιά έχοντας μια εσωτερική αξία.


-το γκο από την άλλη υπακούει σε μια διαφορετική λογική.ο χώρος κίνησης είναι σχετικά ελεύθερος από όρια και σύνορα.τα κομμάτια με τα οποία παίζεται είναι πανομοιότυπα και οι ταυτότητές τους αλλάζουν αναλογα με τις σχέσεις με τις οποίες βρίσκονται με τα άλλα κομμάτια κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού,σε αντίθεση με τα κομμάτια του σκακιού τα οποία έχουν σταθερές ταυτότητες

-στο σκάκι το επίδικο είναι η κατάληψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου χώρου ώστε να επιβληθεί ο έλεγχος σε αυτόν.

-στο γκο αντίθετα υπάρχουν ζώνες με διαφορετική ένταση. Συγκρούσεις παράγονται στιγμιαία σε ένα σημείο για να απεδαφικοποιηθούν και να αναδυθούν κάπου αλλού,προσομοιώνοντας τις πιο αποκεντρωμένες μορφές πολέμου μακριά από το παραδοσιακό μοντέλο της οριζόντιας κατά μέτωπο αντιπαράθεσης στρατών που προσφέρει το σκάκι

-πέρα από την σχέση με τον γραμμωτό και λείο χώρο,το σκάκι και το γκο προσφέρουν δύο ασύμμετρα μοντέλα εξατομίκευσης.Από τη μια η οπτική του σκακιού προσφέρει την εικόνα της εξατομίκευσης ως μια εσωτερική διαδικασία.Αυτό που κάνει το υποκείμενο αυτό που είναι,εντοπίζεται εσωτερικά στο υποκείμενο
Αυτή είναι η οντολογία πολλών ρατσιστικών και σεξιστικών μορφών λόγου που θεωρούν ότι οι ιδιότητες προκύπτουν από το υποκείμενο καθ'ευατό.πχ η γυναίκα είναι καθ'εαυτό συναισθηματική και άρα ανίκανη για να αρθρώσει ορθό λόγο.αντίθετα,στο γκο το κάθε κομμάτι αποκτά τις ιδιότητες και τις δυνάμεις του σε σχέση με τις διαφορικές σχέσεις που αναπτύσσει με τα άλλα κομμάτια του παιχνιδιού.η ταυτότητά του δηλαδή ρευστοποιείται,καθώς ανοίγεται σε ένα πεδίο δυνάμεων εξωτερικό από αυτό


ΓΡΑΜΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΛΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ

-μορφές γραμμικού χώρου είναι η ευθεία που συνδέει δύο σημεία.μάλιστα η ολοκληρωτική γραμμοποίηση είναι η πορεία ανάμεσα σε δύο σημεία με βάση την πιο γρήγορη διαδρομή,και αυτό γιατί στην γραμμοποίηση η γραμμή καθορίζεται από τα σημεία.η κίνηση έχει μια δεδομένη αρχή και ένα σκοπό στον οποίο τείνει σε αντίθεση με το ελεύθερο ταξίδι και περιπλάνηση του λείου χώρου.στον λείο χώρο το κάθε σημείο είναι ένα στιγμιαίο σταμάτημα στη διαρκή κίνηση της γραμμής.στον γραμμοποιημένο χώρο η γραμμή υπάγεται στο σημείο

-άλλη μορφή γραμμοποίησης είναι η κάθετη γραμμή που ανταποκρίνεται στην βαρυτική δύναμη.η κάθετη γραμμή αποκτά ένα συμβολικό νόημα και γενικά η καθετότητα δίνει την αίσθηση της διαφοράς ύψους και χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ιεραρχία.η εικόνα του κράτους που υπερίπταται της κοινωνίας,τα έδρανα των δικαστών που υπερέχουν σε ύψος κλπ.σε κάθε περίπτωση που πρέπει να κατασκευαστεί μια σχέση πολιτικής ανισότητας και εξουσίας,η υψομετρική διαφορά επιστρατεύεται ως διαχρονικό σημείο επισφράγισης αυτής της ιεραρχίας


-τα πιο χαρακτηριστικά μοντέλα γραμμικού χώρου είναι η  ευκλείδια γεωμετρία,ο καρτεσιανός άξονας και ο νευτώνιος χώρος.η ευκλείδια γεωμετρία στηρίζεται στην χάραξη γραμμών σε αντίθεση με την τοπολογία και την ριμάνια γεωμετρία που ασχολείται κυρίως με καμπύλες και αλλαγές σχημάτων.το καρτεσιανό σύστημα περιλαμβάνει τη συγκρότηση ενός γραμμωτού χώρου μέσω της δημιουργία μιας κεντρικής προοπτικής,της αρχής των αξόνων,ως κέντρο και σημείο μέτρησης.το νευτώνιο σύμπαν είναι ο απόλυτος.αφηρημένος και ομοιογενής χώρος.ένας απόλυτος,''κενός'' χώρος,εντός του οποίου τα αντικείμενα τοποθετούνται ως σημεία σε ένα μετρήσιμο χώρο

-η γραμμοποίηση του χώρου έχει πολιτικές συνδηλώσεις.οι διάφορες τεχνικές/γνώσεις γύρω από την ανάλυση του χώρου διαπλέκονται με πολιτικές διακυβερνησιμότητας σχηματίζοντας σχέσεις γνώσης/εξουσίας.η γραμμοποίηση από το δεσποτικό κράτος επιδρά πάνω στη γη των πρωτόγονων φυλών,την οποία μετατρέπει σε περιφραγμένο έδαφος το οποίο αργότερα μπορεί να κατανεμηθεί.αυτή είναι η διαδικασία από την οποία η γη μπορεί να αποκομίσει ενοίκιο και να γίνει πηγή κέρδους.
.Η γεω-μετρία είναι η πρωταρχική μορφή μέτρησης και κατάτμησης του εδάφους που το καθιστά ικανό να γίνει αντικείμενο ιδιοκτησίας,κρατικής κυριαρχίας κλπ


Ο ΛΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

-Ο λείος χώρος αφήνει τον εαυτό του να γραμμοποιηθεί. Ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα που δίνουν οι Ντ-Γκ είναι αυτό της θάλασσας.Η θάλασσα συχνά εμφανίζεται ως σύμβολο ελευθερίας,συνώνυμο της περιπέτειας,αδάμαστη και χώρος κοινότητας,που δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας.Ιστορικά,η λεία θάλασσα αρχικά ήταν αντικείμενο πλοήγησης μέσω ενός νομαδικού πολύπλοκου συστήματος βασισμένο στον άνεμο,στους ήχους,στο χρώμα του ουρανού και στην θέση των άστρων.Από αρχέτυπος του λείου χώρου,η θάλασσα υπέστη μια σταδιακή γραμμοποίηση μέσω του σχεδιασμού γραμμών και τη λειτουργία χαρτών,ως αποτέλεσμα της απαίτησης για πιο ασφαλή και αποτελεσματική ναυτική πλοήγηση.

-Οι χάρτες και τα εργαλεία πλοήγησης επιτρέπουν στην προηγουμένως ανοιχτή φύση της θάλασσας να μετρηθεί και να ομογενοποιηθεί σε ποσοτικοποιημένα σημεία.Αν και οι Ντελέζ-Γκουααρί σημειώνουν ότι αυτό πραγματοποιήθηκε σταδιακά,θεωρούν το έτος 1440 μ.Χ.,όταν οι Πορτογάλοι εξερευνητές εισήγαγαν τους πρώτους ναυτικούς χάρτες,ως έτος ορόσημο στην διαδικασία γραμμοποίησης της θάλασσας.Μεσημβρινοί,γεωγραφικά μήκη και πλάτη,γεωγραφικές συντεταγμένες μετέτρεψαν τους ωκεανούς σε ένα τεράστιο δικτυωμένο υπολογίσiμο χώρο,θέτοντας τις προϋποθέσεις για τις μεγάλες ανακαλύψεις,του υπερατλαντικού εμπορίου σκλάβων και της επέκτασης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.


-Ο γραμμοποιημένος χώρος προυποθέτει για την κατασκευή του πάντα ένα συγκεκριμένο σημείο εξωτερικού παρατηρητή.πχ ο χάρτης αναπαριστά κάτι που γίνεται αντικείμενο θέασης από μια ματιά που καταλαμβάνει ένα εξωτερικό σημείο θέασης,κοιτάμε τον χάρτη από έξω και από ψηλά.Στον λείο χώρο αντίθετα,δεν εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένες μετρήσεις και οι κατηγορίες του γεωγραφικού μήκους/πλάτους για την πλοήγηση.Στην ουσία δεν έχουμε να κάνουμε με ''χώρο'',αλλά με ένα κάθε φορά συγκεκριμένο τοπίο.Για αυτό το λόγο οι νομάδες έχουν μια άμεση και στενή σχέση με το ''διάβασμα' της φύσης. ,Μπορούν και αναγνωρίζουν τα τοπικά χαρακτηριστικά του εδάφους,την κίνηση του αέρα,τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χιονιού κτλ

-Διαχρονικά,τα κράτη προσπάθησαν να ελέγξουν πέρα από το έδαφος που υπάγεται στη νομική δικαιοδοσία τους,την θάλασσα και τον αέρα που τους αντιστοιχεί.Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε νομάδες και κράτος στο έδαφος μεταφέρθηκε στο υδάτινο τερραίν,ανάμεσα σε πειρατές και κρατικούς στόλους.Όπως και οι νομάδες,έτσι και οι πειρατές βρίσκονται σε μια διαρκή ρoή πάνω στον λείο χώρο της  θάλασσας.Όπως και για τον νομά που νιώθει σπίτι όταν κινείται,έτσι και για το πειρατή η κίνηση από λιμάνι σε λιμάνι δε είναι για να εγκατασταθεί εκεί,αλλά για να βρεθεί πάλι στη θάλασσα

-Οι πρώτες αυτοκρατορίες προσπάθησαν να εξαλείψουν τον κίνδυνο που συνιστούσαν οι πειρατές,μετατρέποντας την θάλασσα σε ένα προβλέψιμο μέρος,με ''υδάτινα'' μονοπάτια ασφαλή για τη διεξαγωγή εμπορίου(ρωμαική,κινέζικη αυτοκρατορία...).

-Στη γλώσσα των σύγχρονων εθνών-κρατών μιλάμε πέρα από χερσαία,για υδάτινα και εναέρια σύνορα.Μιλάμε για εναέριο χώρο και χωρικά ύδατα που αποτελούν τμήμα της επικράτειας ενός κράτους,ως αποτελέσματα διαδικασιών χάραξης γραμμών που διακόπτουν την ροικότητα του νερού και του αέρα,ως απόπειρες γραμμοποίησης της θάλασσας και του αέρα ως λείων χώρων από το κράτος.



Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Ilya Prigogine-Isabelle Stengers, Τάξη μέσα από το Χάος - Για τον Χέγκελ και τη Φιλοσοφία της Φύσης



Α] Προλεγόμενα

Στο τρίτο κεφάλαιο του ιστορικού τους βιβλίου Τάξη Μέσα από το Χάος, οι Prigogine-Stengers διατρέχουν μια γραμμή φιλοσοφικής σκέψης που ξεκινά από τον Diderot, περνά μέσα από τον Kant, προχωρά στον Hegel και τον Bergson, καταλήγει στον Whitehead. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω φιλοσόφων και των κοσμοθεωρήσεων που πρεσβεύουν, είναι μια μεταφυσική αντίδραση απέναντι στην προσκόλληση στο νευτώνειο σύστημα, που καθιερώνει ένα φυσικοεπιστημονικό πρότυπο βασισμένο στη λογική της μαθηματικής αφαιρετικοποίησης και ομογενοποίησης της Φύσης που αποξενώνει από τη αληθινή ζωή. Σε αντίθεση με τους Bergson-Whitehead (βλ. βασικά Δημιουργική Εξέλιξη, Διαδικασία και Πραγματικότητα αντίστοιχα), οι υπόλοιποι περιορίστηκαν από την επιστημονική γνώση της εποχής τους, που δεν τους παρείχε τα πιο δυναμικά και λεπτοφυή εννοιολογικά εργαλεία των επιστημών του 21ου αιώνα. Οι Prigogine-Stengers θεωρούν ότι συνεχίζουν αυτή τη μακρά παράδοση η οποία, έχοντας αξιώσεις μιας καθολικής φιλοσοφίας ή κοσμολογίας, δεν παραγνωρίζει τις ''συμβατικές'' επιστήμες της νεωτερικότητας, αλλά προσπαθεί να τις εντάξει ως ανηρημένες στιγμές στο εσωτερικό της. 
  
Υπάρχει κάτι σημαντικό που δεν αναφέρουν οι Prigogine-Stengers στο βιβλίο τους όταν σχολιάζουν τον Kant, αλλά σχετίζεται άμεσα με τα ενδιαφέροντά τους. Ένας πολύ σημαντικός κρίκος στην ανάπτυξη της μετανευτώνιας κοσμοθεώρησης είναι η αναφορά του Kant στο πρόβλημα του οργανισμού στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης (για το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή κλικ εδώ). Η νευτώνεια φυσική ήρθε να ανατρέψει την αριστοτελική ερμηνεία της φύσης με όρους τελεολογικούς, αντικαθιστώντας την με μια μηχανική εξήγηση της φυσικής πραγματικότητας. Μολονότι ένθερμος υποστηρικτής του Νεύτωνα (άλλωστε η φιλοσοφία του είναι βασικά μια προσπάθεια να θεμελιωθεί φιλοσοφικά η δυνατότητα της επιστήμης χωρίς την απαξίωση της εμπειρίας, όπως μας καλεί να κάνουμε το φυσικοεπιστημονικό και πειραματικό πρότυπο των Νέων Χρόνων), ο Kant βλέπει στα έμβια όντα (φυτά και ζώα) την αρχή της μηχανικής εξήγησης των (φυσικών) φαινομένων να φτάνει σε ένα οριακό σημείο. Μπορούμε να πούμε ότι τα έμβια όντα αποτελούν, με τους όρους του Imre Lakatos, ένα αντιπαράδειγμα που ανασκευάζει το σύνολο της νευτώνειας μηχανικής λογικής. Ο Kant, αρνούμενος πως η μηχανική εξήγηση των έμβιων όντων εξαντλεί τη πραγματικότητά τους, αρνείται επίσης, από την άλλη μεριά, να καταφύγει σε ένα Θεό-δημιουργό που εμφύσησε τη σκοπιμότητα της ζωής στην ύλη, πλάθοντας τα έμβια όντα. Έτσι, η λύση του είναι μια φυσική τελεολογία, η οποία, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, υπονομεύει εκ των έσω τη βασική διάκριση της καντιανής φιλοσοφίας ανάμεσα στα φαινόμενα, που υπόκεινται στους φυσικούς νόμους, και στα νοούμενα, που αποτελούν το πεδίο της ανθρώπινης ηθικής και της ελεύθερης πρακτικής. Αν σε ένα μέρος του φυσικού κόσμου, όπως τα έμβια όντα, αναγνωρίζονται όχι μόνο αιτίες και αποτελέσματα, αλλά και σκοποί, έχουμε ένα είδος ελευθεριότητας των έμβιων όντων που ανακύπτει μέσα στη φύση αλλά και υπερβαίνει την αναγκαιότητα των φυσικών νόμων. Ο Kant, έχοντας επίγνωση του προβλήματος, υποστηρίζει πως η σκοπιμότητα-τελολογία στα έμβια όντα οφείλεται στην κατασκευή της κριτικής μας δύναμης, που αποδίδει σκοπιμότητα στις φυσικές διαδικασίες για να τις κατανοήσει επιστημονικά (αυτός είναι ένας από τους λόγους της περί Θεού αυταπάτης-για τη θέση του Kant, βλ. ενδεικτικά το κείμενο εδώ).
   
Από εδώ θα πιάσουν λοιπόν το νήμα ο Schelling και ο Hegel, και θα δουν, στις φιλοσοφίες της Φύσης που αναπτύσσουν, μια μορφή πρώιμης Πνευματικότητας ή Υποκειμενικότητας να ενεργοποιείται στην οργανική ύλη, που βρισκόταν ήδη, σε λανθάνουσα μορφή, στην ανόργανη ύλη. Μάλιστα, ο Hegel αναπτύσσει σε μερικές πολύ σημαντικές σελίδες, στη διδασκαλία περί της Έννοιας (στο δεύτερο τμήμα-Αντικειμενικότητα), τις έννοιες του του μηχανισμού, του χημισμού και της τελολογίας. Όπως λέει ο Hegel, βασικά μηχανισμός και χημισμός αντιδιαστέλλονται με την τελολογία, και ειδικά με την εσωτερική-εμμενή τελολογία (έναντι της εξωτερικής τελολογίας του αντικειμένου, βλ. Σκοπός/Τέλος τεθειμένο στο αντικείμενο από το Θεό). Πρέπει να δούμε τις αναπτύξεις αυτές του Hegel σε σχέση με τον Kant για τις θέσεις του δεύτερου για τον οργανισμό. Για τον Hegel, η ''οργανική αρχή'', αν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, δεν αφορά μια ιδιαίτερη περίπτωση (τα έμβια) αποκομμένη από τη Λογική, αλλά αποτελεί αναγκαίο στάδιο ανάπτυξης της αυτεπίγνωσης της Ιδέας στην Επιστήμη της Λογικής, με "ενσαρκώσεις", ασφαλώς, στη Φιλοσοφία της Φύσης και τη Φιλοσοφία του Πνεύματος (βλ. εδώ την αριστοτελική αλλά και υπερβατολογική οργανισμική θεώρηση του νεωτερικού Κράτους από τον Hegel στη Φιλοσοφία του Δικαίου). Αν υιοθετήσουμε τη θέση του Gilles Deleuze στο μικρό βιβλίο του για τον Kant, η Κριτική της Κριτικής Δύναμης έρχεται να αποκαλύψει το μυστικό της Κριτικής του Καθαρού Λόγου
   
Οι Prigogine-Stengers θα υποστήριζαν, απέναντι στον Kant, πως η απόδοση σκοπιμότητας (τελολογικής μορφής) στις φυσικές διαδικασίες, δεν είναι απλώς μια αναγκαία προεκβολή του ανθρώπινου-υποκειμενικού στο υλικό-φυσικό, ώστε να είναι το δεύτερο κατανοήσιμο. Ίσως το να μιλάμε για ''σκοπιμότητα'' είναι πράγματι ένας ατυχής ανθρωπομορφισμός. Όμως ακόμα και οι φυσικές διαδικασίες έχουν κατευθυντικότητα, ενδεχομενικότητα και ιστορία (ως προς τις δύο τελευταίες διαστάσεις και όσον αφορά πάντα τη Φύση, ο Hegel προέβη σε μάλλον αλληλοσυγκρούμενες διαπιστώσεις). Υποστηρίζουν λοιπόν πως η Θεωρία του Χάους και ευρύτερα των (ανοιχτών) Συστημάτων, ανταποκρινόμενη μάλιστα ένα κοινωνικο-πολιτισμικό πνεύμα της εποχής (μιας εποχής, θα λέγαμε, ωρίμανσης της νεωτερικότητας-αστικότητας), έρχεται να συνδράμει στην ολοκλήρωση του έργου των στοχαστών που διέκριναν τα όρια της νευτώνειας κοσμοθεώρησης, και προσπάθησαν να τα υπερβούν. 


Β] 

Ilya Prigogine-Isabelle Stengers, Order out of Chaos (1984) - Τάξη μέσα από το Χάος, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μαρία Λογιωτάτου, 1986. σελ 143 και επ.

* * *
  
Η καντιανή ανακωχή μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας ήταν εύθραυστη. Οι μετακαντιανοί φιλόσοφοι χάλασαν την ανακωχή προτιμώντας μια νέα φιλοσοφία της επιστήμης, που δέχεται εκ των προτέρων τη δυνατότητα για ένα νέο δρόμο προς τη γνώση διαφορετικό από την επιστήμη και στην ουσία εχθρικό προς αυτή. Η αφηρημένη έρευνα, απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις του πειραματικού διαλόγου, κυριάρχησε, με καταστρεπτικές συνέπειες για το διάλογο μεταξύ επιστημόνων και φιλοσόφων. Για τους περισσότερους επιστήμονες, η φιλοσοφία της φύσης έγινε συνώνυμο της αλαζονικής και παράλογης θεωρητικής μελέτης, που περιφρονούσε πλήρως τα πραγματικά στοιχεία τα οποία εξάλλου δεν έπαυαν να τη διαψεύδουν. Απ' την άλλη μεριά, για τους περισσότερους φιλοσόφους έγινε σύμβολο των κινδύνων που συνεπάγεται η ενασχόληση με τη φύση και ο ανταγωνισμός με την επιστήμη. Το ρήγμα ανάμεσα στην επιστήμη, στη φιλοσοφία και στις ανθρωπιστικές σπουδές έγινε έτσι μεγαλύτερο εξαιτίας της αμοιβαίας περιφρόνησης και του φόβου.
  
Σαν παράδειγμα αυτής της αφηρημένης θεωρητικής προσέγγισης της φύσης, ας πάρουμε πρώτα τον Χέγκελ. Η φιλοσοφία του Χέγκελ έχει κοσμικές διαστάσεις. Στο σύστημά του προσδιορίζονται τα επίπεδα αυξημένης πολυπλοκότητας και σκοπός της φύσης θεωρείται η τελική αυτοπραγμάτωση του πνευματικού της στοιχείου. Η ιστορία της φύσης φτάνει στην τελείωσή της με την εμφάνιση του ανθρώπου - δηλαδή με την έλευση του Πνεύματος που έχει επίγνωση του εαυτού του.
  
Η εγελιανή φιλοσοφία της φύσης ενσωματώνει συστηματικά όλα όσα απαρνιέται η νευτώνεια επιστήμη. Ιδιαίτερα βασίζεται στην ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην απλή συμπεριφορά που περιγράφει η μηχανική και στη συμπεριφορά πιο πολύπλοκων οντοτήτων, όπως τα έμβια όντα. Αρνείται τη δυνατότητα αναγωγής αυτών των επιπέδων, απορρίπτοντας την ιδέα ότι αυτές οι διαφορές είναι μόνο φαινομενικές και ότι η φύση στην ουσία είναι ομοιογενής και απλή. Υποστηρίζει την ύπαρξη μιας ιεραρχίας, της οποίας κάθε επίπεδο προϋποθέτει τα προηγούμενα.
  
Σε αντίθεση με τους νευτωνικούς συγγραφείς των ''romans de la matiere''*, οικουμενικών πανοραμάτων που εκτείνονται από τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις μέχρι τα ανθρώπινα πάθη, ο Χέγκελ ήξερε καλά πως αυτές οι διακρίσεις μεταξύ επιπέδων (που μπορούμε, ανεξάρτητα από τη δική του ερμηνεία, ν' αναγνωρίσουμε ότι ανταποκρίνονται στην ιδέα της αύξουσας πολυπλοκότητας στη φύση και σε μια έννοια του χρόνου που θα αποκτούσε σημασία ολοένα και πιο πλούσια σε κάθε νέο επίπεδο) έρχονταν σε αντίθεση με τη μαθηματική επιστήμη της φύσης στην εποχή του. Αποπειράθηκε λοιπόν να περιορίσει την εμβέλεια αυτής της επιστήμης, να δείξει πως μαθηματική περιγραφή επιδέχονται μόνο οι πιο τετριμμένες καταστάσεις. Η μηχανή αποδίδεται με μαθηματικούς όρους, επειδή δεν αναγνωρίζει στην ύλη παρά ιδιότητες αποκλειστικά χωρο-χρονικές. ''Ένα τούβλο δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο επειδή είναι τούβλο, αλλά παράγει αυτό το αποτέλεσμα μόνο εξαιτίας της κεκτημένης ταχύτητας. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος σκοτώθηκε από το χώρο και το χρόνο'' [10]. Ο άνθρωπος σκοτώθηκε από αυτό που αποκαλούμε κινητική ενέργεια (1/2 mv2), δηλαδή από ένα αφηρημένο μέγεθος που ορίζει τη μάζα και την ταχύτητα σαν αμοιβαία εναλλάξιμες: το ίδιο φονικό αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και αν ελαττωθεί η μια και αυξηθεί η άλλη.
  
Αυτό ακριβώς το εναλλάξιμο θέτει ο Χέγκελ σαν όρο για τη μαθηματική απόδοση, ο οποίος δεν εκπληρώνεται, όταν εγκαταλείπεται το μηχανικό επίπεδο περιγραφής, για ένα ''ανώτερο'' επίπεδο όπου εμπλέκεται ένα ευρύτερο φάσμα φυσικών ιδιοτήτων.
  
Από μια άποψη, το σύστημα του Χέγκελ παρέχει μια συνεπή φιλοσοφική απάντηση στο κρίσιμο πρόβλημα του χρόνου και της πολυπλοκότητας. Εντούτοις ενσάρκωνε για γενιές ολόκληρες επιστημόνων το κατ' εξοχήν αντικείμενο αποστροφής και χλευασμού. Μέσα σε μερικά χρόνια, οι ενδογενείς δυσχέρειες της εγελιανής φιλοσοφίας της φύσης επιδεινώθηκαν από το ξεπέρασμα του επιστημονικού υποβάθρου στο οποίο είχε στηριχτεί. Γιατί ο Χέγκελ είχε βέβαια στηρίξει την απόρριψη του νευτωνικού συστήματος πάνω στις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής του [11]. Και αυτές ακριβώς οι αντιλήψεις περιέπεσαν σε λήθη με εκπληκτική ταχύτητα. Είναι πράγματι δύσκολο να φανταστούμε λιγότερο κατάλληλη στιγμή από την αρχή του δεκάτου ένατου αιώνια για την αναζήτηση πειραματικού και θεωρητικού στηρίγματος για μια λύση διαφορετική από την κλασική επιστήμη. Εκείνη η εποχή χαρακτηριζόταν από αξιοσημείωτη διεύρυνση του πειραματικού ορίζοντα της επιστήμης και από αφθονία θεωριών που φαίνονταν να αντικρούουν τη νευτώνεια επιστήμη, απ' τις οποίες όμως οι περισσότερες έμελλαν να εγκαταλειφθούν λίγα μόλις χρόνια μετά την εμφάνισή τους. 

---------------------------------------
[10]. Philosophy Of Nature, παρ. 261.
[11]. Αυτό το συμπέρασμα του Knight στο ''The German Science in the Romantic Period'', The Emergence of Science in Western Europe (σημ. Ονειρμός: βλ. παραδειγματικά τη θεωρία των χρωμάτων του Goethe, που υπερασπίζεται ο Hegel έναντι της σχετικής νευτώνειας αντίληψης). 


Σχόλιο Ονειρμάρξ: 

Tα ίδια για τη βιολογία και τα μαθηματικά λέει και ο Engels στη Διαλεκτική της Φύσης, επισημαίνοντας πως ο διαφορικός λογισμός, σε αντίθεση πχ με τη γεωμετρία, ταιριάζει περισσότερο στην κίνηση της ζωής.

Σε σχέση με κουβέντες π έχουμε κάνει οι σύντροφοι και συν-bloggers παλιότερα. 

Ο Χέγκελ περιορίζεται από τις επιστήμες της εποχής. Για αυτό όταν περνά από τη Λογική στη διάγνωση πχ των νόμων της Φύσης, αναγκάζεται να προσφύγει πχ στη θεωρία των χρωμάτων του Γκέτε για να πιάσει αυτό που βλέπει ως δυνάμει Έννοια στη Φύση, το οποίο δεν μπορεί να το πιάσει ο Νεύτωνας παρά μόνο σπερματικά (βλ. Νόμος Βαρύτητας ως ''δύναμης από απόσταση'' που προβλημάτισε πολύ το Νεύτωνα). Με τον ίδιο τρόπο, ο Χέγκελ πρέπει να υπερβεί τα μαθηματικά της εποχής του για να συλλάβει πάλι αυτό π θεωρεί κίνηση της Έννοιας, ήδη από το επίπεδο της Φύσης. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην ταύτιση των μαθηματικών με το ευκλείδειο (εφαρμοζόμενο και στη νευτώνεια φυσική) πρότυπο, με εξαίρεση τον διαφορικό λογισμό.

Υπάρχουν και άλλα, πιο ''δυναμικά'' μαθηματικά όπως η τοπολογία (με βάση όσα βλέπουμε και στους ''μεταμοντέρνους'') πουν δεν εμπίπτουν στη μομφή του Χέγκελ. Βλ. και συμβολική λογική+θερμοδυναμική+θεωρία της πληροφορίας.

Άρα, δείχνοντας τα παραπάνω δείχνουμε γιατί ο Χέγκελ δεν πέρασε επιτυχώς από τη Λογική στη Φύση. Το ίδιο μπορούμε να δείξουμε για το Πνεύμα με βάση τη πρόοδο της ψυχολογίας της εποχής, και της κοινωνικής επιστήμης.

Όμως και η ίδια η Λογική διατρέχεται από αυτές τις αδυναμίες. Για παράδειγμα, όλα τα περί μηχανισμού-τελολογίας και η σχέση τους με τη Φυσική της εποχής, αναπόφευκτα επιδρούν στη λογική εξέταση του Χέγκελ στην ''Έννοια'' της τριάδας μηχανισμός-χημισμός-τελολογία. Άλλωστε,όπως ο ίδιος ο Χέγκελ έχει γράψει, χωρά περαιτέρω επεξεργασία στο εννοιολογικό του σύστημα, αυτό που πίστευε πως πράγματι είχε βρει οριστικά είναι η μέθοδος, η ''ψυχή'' της κατανοητικής σκέψης.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η συστημική θεωρία του Λούμαν: Πολυπλοκότητα, προσδοκίες και αυτοποιητικά συστήματα


του Θεοφάνη Τάση


Σε αντίθεση με τον Χάμπερμας, ο Λούμαν δεν ενδιαφέρεται για τους δρώντες και την έννοια της πράξης. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του βρίσκονται οι έννοιες της πολυπλοκότητας, του νοήματος και της προσδοκίας, ενώ αφετηρία της αποτελεί η διάκριση ψυχικών και κοινωνικών συστημάτων από τη μια και περιβάλλοντος από την άλλη. Για τον Λούμαν τα ψυχικά και τα κοινωνικά συστήματα είναι συστήματα νοήματος που βρίσκονται μεταξύ τους σε μια σχέση συστήματος - περιβάλλοντος, ενώ αμφότερα χρησιμοποιούν ως οργανωτική δομή την προσδοκία.1 Η θεμελιωδέστερη λειτουργία ενός συστήματος είναι η σύλληψη και η μείωση της πολυπλοκότητας μέσω της προσδοκίας. Ο Λούμαν ορίζει την πολυπλοκότητα ως την πληθώρα των δυνατών βιωμάτων ή πράξεων που εμφανίζονται σε μια δεδομένη κατάσταση και των οποίων ένα μέρος μόνο μπορεί να πραγματωθεί κάθε φορά από το υποκείμενο. Κάθε επιλογή είναι ενδεχομενική μπροστά στις υπόλοιπες επιλογές που θα μπορούσαν να έχουν επιλεγεί. Η πολυπλοκότητα μειώνεται κάθε φορά μέσω της επιλογής, η οποία με τη σειρά της συρρικνώνεται χάρη στις καθημερινές προσδοκίες. Ο Λούμαν εντοπίζει και εξαίρει τη σημασία των προσδοκιών για την αναπαραγωγή των κοινωνικών συστημάτων προκειμένου να διακρίνει μεταξύ διαφορετικών τύπων προσδοκιών ως δομών που διαθέτουν αντίστοιχες λειτουργίες. Ακολούθως αντιλαμβάνεται το νόημα ως έναν ορισμένο τρόπο για τον συνδυασμό διαφορετικών ενδεχομένων, δηλαδή έναν τρόπο επεξεργασίας του βιώματος και της πράξης που βρίσκεται μεταξύ πραγματικότητας και προσδοκίας.2 Σε αυτή τη συλλογιστική το νόημα καθιστά την πολυπλοκότητα έγχρονη και λειτουργεί ως ένα μέσο για τη σύλληψη και τη μείωσή της μέσω της προσδοκίας. 
 
Ο Λούμαν κατορθώνει να μετατρέψει το πρόβλημα της πολυπλοκότητας των συστημάτων σε πρόβλημα προσδοκιών που είτε εκπληρώνονται είτε όχι. Ακολούθως ορίζει ως απογοήτευση τη διάψευση των προσδοκιών τις οποίες ένα σύστημα οφείλει να επεξεργαστεί. Τι συμβαίνει όμως με συστήματα τα οποία αλληλοεξαρτώνται; Ο Λούμαν ονομάζει διπλή ενδεχομενικότητα την εξάρτηση της επιλογής ενός ψυχικού συστήματος από την επιλογή ενός άλλου συστήματος. Με άλλα λόγια η διπλή ενδεχομενικότητα περιγράφει μια κατάσταση όπου οι δυνατότητες που εμφανίζονται προς επιλογή στο ένα σύστημα καθορίζονται από τις δυνατότητες που εμφανίζονται προς επιλογή από το άλλο σύστημα. Καθώς η πολυπλοκότητα αυξάνει στις καταστάσεις διπλής ενδεχομενικότητας, ο Λούμαν εισάγει τις προσδοκίες δευτέρου βαθμού οι οποίες είναι οι προσδοκίες επί των προσδοκιών, δηλαδή το να γνωρίζουμε τι προσδοκούν οι άλλοι από εμάς και αντιστρόφως. Διακρίνουμε δυο είδη προσδοκιών δευτέρου βαθμού: Γνωσιακή προσδοκία ονομάζεται μια προσδοκία όταν η απογοήτευση που την ακολουθεί οφείλεται στο ίδιο το σύστημα με συνέπεια την έναρξη μιας διαδικασίας μάθησης, ενώ κανονιστική προσδοκία ονομάζεται μια προσδοκία όταν η απογοήτευση που την ακολουθεί οφείλεται στο άλλο ψυχικό σύστημα. Με την έννοια της κανονιστικής προσδοκίας ο Λούμαν επαναδιατυπώνει την έννοια της κοινωνικής νόρμας στη θεωρία των συστημάτων.3 Καθώς η πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών καθιστά αδύνατο τον συντονισμό πολυάριθμων πράξεων μέσω ορθολογικών διαλόγων που αποβλέπουν στη συναίνεση, αυτή αντικαθίσταται από την προσδοκία που αφορά: α. πρόσωπα, β. ρόλους, γ. προγράμματα και δ. αξίες. Στη διατύπωση του Λούμαν: « Δεν μπορούμε ν’ αποβλέπουμε πλέον στη συναίνεση τυχαίων τρίτων για συγκεκριμένες προσδοκίες και κυρίως δεν μπορούμε να τον προβλέψουμε για καινοφανείς προσδοκίες. Δεν γνωρίζουμε ποια κατεύθυνση στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα προτιμούσαν οι αγρότες, ποια νομοθεσία θα προτιμούσαν οι νοικοκυρές, ποιες εμπορικές συνθήκες οι καθηγητές. Θα πρέπει κανείς με αφετηρία τη ρεαλιστική παρατήρηση να θεωρήσει ως δεδομένο ότι τέτοιες γνώμες δεν υπάρχουν και ακόμη ότι δεν μπορούν να δημιουργηθούν, αλλά ότι μπορεί να δημιουργηθεί μόνο η θεσμική φαντασίωση γνωμών. Πράγμα που μας παραπέμπει στην αναγκαιότητα της πολιτικής ».4
 
Η προσπάθεια ερμηνείας των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων που συντελούνται με τη μαζική δημιουργία προσδοκιών σε συνθήκες διπλής ενδεχομενικότητας δίχως την ταυτόχρονη φυσική παρουσία δρώντων και η αύξηση της πολυπλοκότητας του συστήματος στην προσπάθεια μείωσης της πολυπλοκότητας του περιβάλλοντος οδηγεί τον Λούμαν στο να περιγράψει τη σχέση συστήματος- περιβάλλοντος με όρους παρατήρησης εισάγοντας την έννοια του αυτοποιητικού συστήματος. Αυτοποιητικά είναι τα λειτουργικώς κλειστά συστήματα τα οποία αυτοαναπαράγονται μέσω της αυτοπαρατήρησης. Λειτουργικώς κλειστά εδώ σημαίνει ότι οι λειτουργίες του συστήματος αναφέρονται πάντοτε σε άλλες λειτουργίες του συστήματος. Αυτός ο αυτοαναφορικός τρόπος λειτουργίας όχι μόνο δεν λειτουργεί ανασταλτικά στην επικοινωνία με το περιβάλλον, αλλά επιπλέον εξασφαλίζει την ανοιχτότητα των αυτοποιητικών συστημάτων. Ο Λούμαν επιχειρεί να υπερβεί την αντίθεση μεταξύ ανοιχτών και κλειστών συστημάτων εισάγοντας τη διάκριση μεταξύ συστήματος και περιβάλλοντος εντός του συστήματος το οποίο συγκροτείται ακριβώς βάσει αυτής.5 Με άλλα λόγια σε κάθε λειτουργία του συστήματος υπάρχει εξαρχής η διάκριση συστήματος - περιβάλλοντος ως διάκριση αυτοναφοράς και ετεροαναφοράς. Το σύστημα αποκτά τη δυνατότητα της αυτοπαρατήρησης καθώς αυξάνει η εσωτερική του πολυπλοκότητα. Η αυτοπαρατήρηση και η ακόλουθη αυτοπεριγραφή του συστήματος με τους δικούς του όρους είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτει το σύστημα για τον έλεγχο ενός υπερπολύπλοκου περιβάλλοντος. Έτσι στη συστημική θεωρία η αυτοπαρατήρηση του συστήματος είναι ένας μηχανισμός μείωσης της εσωτερικής αύξησης της πολυπλοκλότητας ο οποίος επιπλέον επιφέρει μια εικόνα ενότητας του συστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο ο Λούμαν αντιλαμβάνεται τη διυποκειμενικότητα στα κοινωνικά συστήματα ως αυτοπαρατήρηση της επικοινωνίας. Αυτό του επιτρέπει να μην περιορίζει την επικοινωνία, όπως ο Χάμπερμας, σε μια αλληλεπίδραση μεταξύ δρώντων που διαθέτουν φυσική παρουσία. Στο σχήμα του Λούμαν η επικοινωνία συντελείται μαζικά και ταυτόχρονα δίχως τη φυσική παρουσία συνομιλητών οι οποίοι να μπορούν να εγείρουν και ν’ αμφισβητήσουν αξιώσεις εγκυρότητας. Όμως από τη στιγμή που η επικοινωνία δεν εξαντλείται πλέον στη γλωσσική αλληλεπίδραση σ’ ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς όπου η συναίνεση επιτυγχάνεται με ορθολογικά μέσα, αλλά περιγράφεται με όρους αυτοπαρατήρησης, πώς εξασφαλίζεται η συναίνεση των δρώντων; Ο Λούμαν χρησιμοποιεί την έννοια των συμβολικώς γενικευμένων μέσων επικοινωνίας όπως πίστη, εξουσία, δίκαιο, ιδιοκτησία, χρήμα, αγάπη και τέχνη, τα οποία αποτελούν κίνητρα επιλογής, δηλαδή μείωσης της πολυπλοκότητας, και αποδοχής της επικοινωνίας η οποία με τη σειρά της θ’ αποτελέσει προϋπόθεση για περαιτέρω επικοινωνίες. Τα συμβολικώς γενικευμένα μέσα επικοινωνίας συνδέονται κάθε φορά με ορισμένες συνέπειες ούτως ώστε μια επιλογή να είναι θελκτική, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη συναίνεση μεταξύ των υποκειμένων δίχως διαδικασίες διαλόγου.

* * *

Για τον Λούμαν ο διάλογος με τη μορφή ανταλλαγής επιχειρημάτων για την εκπλήρωση αξιώσεων εγκυρότητας δεν αποτελεί παρά μια οριακή περίπτωση στην πολύπλοκη καθημερινότητα των σύγχρονων κοινωνιών. 

Σε αντίθεση με τον Χάμπερμας ο Λούμαν επαναπροσδιορίζει την έννοια της ορθολογικότητας με επίκεντρο τη διάκριση μεταξύ συστήματος και περιβάλλοντος, εγκαταλείποντας την έννοια του δρώντος και της πράξης.6 Ορίζοντας την ορθολογικότητα ως προς το κάθε λειτουργικό σύστημα και τη σχέση του με το περιβάλλον, ο Λούμαν προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το ζήτημα της πολυπλοκότητας σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης. Αντί να προϋποθέσει την ύπαρξη μιας εγγενούς ορθολογικότητας εντός της γλώσσας, όπως ο Χάμπερμας, ο Λούμαν αποδίδει διαφορετικά είδη ορθολογικότητας σε κάθε σύστημα. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια τα συστήματα να μην διαθέτουν πλέον καμία κοινή αναφορά. Πώς λοιπόν επιτυγχάνεται σε αυτό το σχήμα ο συντονισμός των διαφορετικών συστημάτων; Η απάντηση της συστημικής θεωρίας είναι ότι τα συστήματα αναγνωρίζουν τη διαφορά συστήματος - περιβάλλοντος, όπως επίσης τη διαφορά των δικών τους κριτηρίων ορθολογικότητας και των κριτηρίων ορθολογικότητας που χρησιμοποιούν τα συστήματα του περιβάλλοντός τους, λαμβάνοντάς τα υπόψη για τη δική τους λειτουργία. Αυτός ο τρόπος εσωτερικού αναστοχασμού ονομάζεται από τον Λούμαν συστημική ορθολογικότητα.7 Η αναστοχαστικότητα συνιστά έναν ειδικό τρόπο λειτουργίας του συστήματος, καθοριστικής σημασίας για άλλες λειτουργίες καθώς δημιουργούνται δομές που αποτελούν προϋπόθεση για την πληθώρα συστημικών λειτουργιών. Κατ’ αυτό τον τρόπο η πλειονότητα των εσωτερικών λειτουργιών του συστήματος λειτουργεί μη αναστοχαστικά. Τελικώς τα συστήματα μειώνουν την πολυπλοκότητα του περιβάλλοντός τους αυξάνοντας τη δική τους δίχως όμως η αύξηση της δικής τους πολυπλοκότητας ν’ αποβαίνει σε βάρος της λειτουργίας τους, χάρη ακριβώς στη συστημική ορθολογικότητα. Προκειμένου τώρα να συνεργαστούν διαφορετικά συστήματα μεταξύ τους επιστρατεύονται τα συμβολικώς γενικευμένα μέσα τα οποία παράγουν ειδικούς λειτουργικούς κώδικες βάσει των οποίων συντονίζεται μια πληθώρα ταυτόχρονων επικοινωνιών έτσι ώστε αυτοί ν’ αντιστοιχούνται στα μεμονωμένα συστήματα. Αυτά λοιπόν είναι τα κέρδη που αποκομίζει ο Λούμαν, καθώς μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από τη διυποκειμενικότητα στη διάκριση συστήματος και περιβάλλοντος. 

----------------------------------------------------
1. Αξίζει να τονιστεί ότι για τον Λούμαν oι άνθρωποι, δηλαδή συνειδήσεις εντός σωμάτων, δεν αποτελούν στοιχεία των κοινωνικών συστημάτων. 
 
2. Το ερώτημα είναι αν για τον Λούμαν το νόημα πηγάζει από τη διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και δυνατότητας ή αντιστρόφως αν το νόημα επιτρέπει τη διάκριση. Επίσης το νόημα στον Λούμαν φαίνεται να είναι ατομικό και όχι κοινωνικό. 
 
3. Προκειμένου όμως να διασφαλίσει ένα σύστημα τη σταθερότητά του θα πρέπει να συνδυάζει τόσο κανονιστικές όσο και γνωσιακές προσδοκίες. 
 
4. Luhmann, Niklas (1987): Rechtssoziologie . 3. Aufl. Opladen : Westdeutscher Verlag : 72. 
 
5. Ουσιαστικά αυτό που επιχειρεί ο Λούμαν είναι ν’ απαντήσει στο ερώτημα πώς τα συστήματα εγκαθιδρύουν και διατηρούν το σύνορό τους με το περιβάλλον, στρεφόμενος από τις δομές προσδοκιών στο οργανωτικό κλείσιμο του συστήματος που συντελείται με τη διαρκή συναρμογή των επικοινωνιών. Η συναρμογή των επικοινωνιών όπως θα δούμε επιτυγχάνεται χάρη στην αυτοπαρατήρηση του συστήματος. Έτσι ο Λούμαν θέτει ως συνθήκη για την αναπαραγωγή των κοινωνικών συστημάτων τη συνέχεια και συνοχή των επικοινωνιών, προτείνοντας συγχρόνως το σχήμα της αυτοαναφοράς το οποίο την εξασφαλίζει. 
 
6. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, εντοπίζεται το συντηρητικό πολιτικό δυναμικό της συστημικής θεωρίας, το οποίο την καθιστά απωθητική σε αρκετούς πολιτικούς κοινωνιολόγους βλ. Blühdorn, Ingolfur (2000): “An Offer One Might Prefer to Refuse: The Systems Theoretical Legacy of Niklas Luhmann”, European Journal of Social Theory , Vol. 3 : 339-354 και Hörmann, Georg (Hg.) (1994): Im System gefangen - Zur Kritik systemischer Konzepte in den Sozialwissenschaften , Münster. 
 
7. Luhmann, Niklas: Die Wissenschaft der Gesellschaft , Frankfurt am Main: Suhrkamp, 1990: 694.

* Αποσπάσματα από το κείμενο "Ο διάλογος Habermas και Luhmann" του Θεοφάνη Τάση στις "Θέσεις", τεύχος 119, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2012.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ονειρμάρξ: Το "κομμουνιστικό κόμμα" ως αντικείμενο μελέτης υπό το πρίσμα της θεωρίας συστημάτων



του Ονειρμού



Την Παρασκευή που μας πέρασε, ο Δ. Γρηγορόπουλος και ο Δ. Πατέλης έκαναν ενδιαφέρουσες εισηγήσεις στη Λέσχη των Αναιρέσεων της Αθήνας για το θέμα του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος στις σημερινές συνθήκες. Μπορείτε να βρείτε εδώ http://www.ilhs.tuc.gr/gr/omilies.htm ηχογραφημένη την ομιλία του Δ. Πατέλη. Η έμφασή του ήταν στην κλιμάκωση της συνειδητής επενέργειας του υποκειμενικού παράγοντα επί των αντικειμενικών όρων της ύπαρξής του, όπως αυτή εξελίχθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας, και κυρίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με την ανάδυση της κεφαλαιοκρατίας, αλλά και όπως διαμορφώνεται σήμερα. Το επαναστατικό κόμμα τοποθετήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, ως υποκείμενο που μετασχηματίζει την αντικειμενική πραγματικότητα με συνειδητό τρόπο, σε αντιδιαστολή με τους ανθρώπους που γίνονται αντικείμενα χειρισμού, κυριαρχίας και εκμετάλλευσης από το αστικό κράτος και το κεφάλαιο.

Στην εισήγησή του συντρόφου υπήρχε κατά τη γνώμη μου μια κεντρική αναλογία: στο μικροεπίπεδο της κοινωνίας, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ορισμένα μέσα, ορισμένα εργαλεία ενεργοποιώντας την παραγωγική του δύναμη για την επίτευξη ορισμένων στόχων. Έτσι και σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο, το επαναστατικό κόμμα χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα μέσα, τα κατάλληλα εργαλεία, θέτει στόχους και μετασχηματίζει την κληροδοτημένη κοινωνική πραγματικότητα παράγοντας νέους όρους και ξεδιπλώνοντας την εργατική επαναστατική δράση.

Αυτή η ''μηχανική'' αναλογία που αντιμετωπίζει το επαναστατικό κόμμα ως μηχανισμό που παράγει επαναστατικό έργο χρησιμοποιώντας εργαλεία και άλλα τεχνικά μέσα, για την επίτευξη στρατηγικών στόχων, νομίζω είναι εξαιρετικά γόνιμη. Πιάνοντας από εδώ το νήμα, θέλουμε να τη προεκτείνουμε μέχρι τις απώτατες συνέπειές της. Κάνοντας ίσως μια αλλαγή: το κομμουνιστικό κόμμα ίσως δεν είναι υποκείμενο αλλά εργαλείο της εργατικής τάξης, που είναι ή καλύτερα γίνεται, στην ενότητά της με το κομμουνιστικό κόμμα (ενότητα δρώντος-εργαλείου) το επαναστατικό υποκείμενο.

Αυτό που μας έχει λείψει είναι πιστεύω να θέσουμε με θαρραλέο τρόπο το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα ως αντικείμενο μελέτης. Δεν θα αναλύει μόνο το επαναστατικό κόμμα ''επιστημονικά'' τη πραγματικότητα, πρέπει και το ίδιο να αναλύεται με επιστημονικό τρόπο, φτάνοντας έτσι στη δυνατότητα πραγματικής αυτοκριτικής του.

Το επαναστατικό κόμμα ως παραγωγικό σύστημα

Όπως και το σοσιαλιστικό μισοκράτος, έτσι και το επαναστατικό κόμμα θα απονεκρωθεί με το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον ώριμο κομμουνισμό. Όπως και το σοσιαλιστικό μισοκράτος, έτσι και το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα είναι όργανο της εργατικής τάξης ώστε να τσακίσει αυτή την αστική τάξη. Όπως και σε ένα κράτος, έτσι και στο κόμμα αναπτύσσεται ιεραρχία της γνώσης, η διάκριση διευθυντών διευθυνόμενων, καταμερισμός εργασίας, σκοποθεσία και εκτέλεση με όρους αποδοτικότητας και ''ορθολογικότητας''. Πρέπει να καταλάβουμε ότι όταν το κομμουνιστικό κόμμα γίνει πράγματι κόμμα της εργατικής τάξης, τότε γίνεται ένα ''μισοκόμμα'', όπως χαρακτήριζαν οι κλασικοί την Παρισινή Κόμμα ως μισοκράτος. Όταν η τάξη των μισθωτών δούλων δρα συνειδητά και στρατηγικά, εκλείπει η αναγκαιότητα διάκρισης της κομματικής ηγεσίας από την κομματική και εργατική βάση.

Αν θέσουμε ως αντικείμενο μελέτης το επαναστατικό κόμμα, νομίζουμε θα καταλήξουμε στο παραπάνω συμπέρασμα. Ας δούμε όμως το πράγμα πιο αναλυτικά:

1) Ένα κόμμα είναι ένα σύστημα. Μελετάμε λοιπόν ένα κομματικό σύστημα. Το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε σχέση με το περιβάλλον του, και από το περιβάλλον αυτό αντλεί πόρους (ενέργεια) και δεδομένα τα οποία μεταφράζει στην ιδιαίτερη κομματική γλώσσα και θεωρία του ως πληροφορία.

2) Ένα κομματικό σύστημα επιλέγει στρατηγικές και τακτικές επιβίωσης μέσα στο περιβάλλον το οποίο ζει. Πέρα από την αρχή της αυτοσυντήρησης ή το υπό στενή έννοια ''conatus'' (Hobbes, Spinoza) που αναγκαία το διακρίνει, το κομματικό σύστημα επιθυμεί συγκεκριμένα ''αντικείμενα'' και μετασχηματίζει τη πραγματικότητα για την εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας του. Πρέπει να διακρίνουμε δύο επίπεδα: αυτό της ανάγκης του συστήματος για αυτοσυντήρηση και των αναγκών του, που θεωρούνται ιστορικά προαπαιτούμενα για τη λειτουργία ενός κομματικού συστήματος, και αυτό της επιθυμίας, που δεν εξαντλείται στην αναγκαιότητα της αυτοσυντήρησης, αλλά ορίζει με θετικό τρόπο τα αντικείμενα της επιθυμίας και τις επιδιώξεις του κομματικού συστήματος.

3) Στη βάση των αναγκών και των επιθυμιών του, το κομματικό σύστημα θέτει όπως είπαμε στρατηγικούς στόχους και τακτικά μέσα για την εκπλήρωσή τους. Εκπονεί προγράμματα ως ακολουθία βημάτων και κίνηση προς τον στρατιωτικό* ορίζοντα.

4) Το κομματικό σύστημα θεμελιώνεται σε συντακτικές-καταστατικές αρχές και ιδεολογικά αξιώματα (κοινές έννοιες) και θεωρήματα, που συγκροτούν την κομματική Ιδέα και νόημα. Οι αφηρημένες αυτές αρχές εξειδικεύονται με ''συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης στιγμής''. Καθώς η εμπειρία πάντα πλεονάζει της αφαίρεσης, η ''εφαρμογή'' αυτών των αρχών στο συγκεκριμένο υλικό της πραγματικότητας ενέχει πάντοτε ένα ποσό ''αυθαιρεσίας'' και ακαθοριστίας, ένα ποσό πολιτικής απόφασης που δεν εξαρτάται απλώς από το ''γράμμα'' των καταστατικών και ιδεολογικών αρχών. Την ''ερμηνεία'' και την εξειδίκευση αυτών των κομματικών κανόνων κάνει στο κομματικό σύστημα κυρίως το ανώτερο ιεραρχικά κομματικό υποσύστημα, που διαδραματίζει το ρόλο του ερμηνευτή του κομματικού εγγενούς σκοπού που διοικεί την κομματική μηχανή.

5) Σε ένα κομματικό σύστημα υπάρχει μια ιεραρχία της κομματικής γνώσης και ένας καταμερισμός κομματικής εργασίας. Στην κορυφή της πυραμίδας της κομματικής γνώσης βρίσκεται, όπως ήδη είπαμε, το σώμα ή τα σώματα εκείνα που ερμηνεύουν την κομματική ιδέα ή νόημα. Από το υψηλότερα ιστάμενο στο κατώτερο κομματικό σώμα, φτάνουμε μέχρι την κομματική βάση. Η όλη αυτή δομή μπορεί να αναπαρασταθεί σαν δενδροειδής δομή, όπως στο παρακάτω σχήμα, όπου κάθε κομματικό σώμα διακλαδίζεται στα σώματα εκείνα από τα οποία είναι ιεραρχικά ανώτερο (μας ενδιαφέρει η διάρθρωση του ''δέντρου'', η μορφή και όχι το περιεχόμενο της κάθε καρτέλας που είναι στο παρακάτω σχήμα τυχαίο):




6) Η ζωντανή κομματική εργασία προϋποθέτει τη νεκρή, παρελθούσα κομματική εργασία. Η νεκρή κομματική εργασία, η ιστορία του κόμματος, διαμορφώνει τους υπερβατολογικούς όρους δυνατότητας της κομματικής παραγωγής. Γράφει ο Μάρξ στην 18 Μπρυμαίρ του Λουβοβίκου Βοναπάρτη:

''Οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν. Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει σα βραχνάς στο μυαλό των ζωντανών. Και όταν ακόμα οι ζωντανοί φαίνονται σαν ν' ασχολούνται ν' ανατρέψουν τους εαυτούς τους και τα πράγματα και να δημιουργήσουν κάτι που δεν έχει προϋπάρξει, σ' αυτές ακριβώς τις εποχές της επαναστατικής κρίσης επικαλούνται φοβισμένοι τα πνεύματα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους, δανείζονται τα ονόματά τους, τα μαχητικά συνθήματά τους, τις στολές τους για να παραστήσουν με την αρχαιοπρεπή αυτή, σεβάσμια μεταμφίεση και μ' αυτή τη δανεισμένη γλώσσα τη νέα σκηνή της παγκόσμιας ιστορίας''.

Tα ίδια ισχύουν και για την κομματική εργασία που μας ενδιαφέρει εδώ. Οι άνθρωποι που στελεχώνουν το κομματικό σύστημα παράγουν με τη δράση τους πραγματικότητα μέσα σε κομματικές και ιστορικές συνθήκες που δεν επιλέγουν οι ίδιοι αλλά έχουν αποκρυσταλλωθεί ως επιστέγασμα μιας ιστορικής κομματικής παραγωγής. Η παράδοση της νεκρής, παρελθούσας κομματικής εργασίας βαραίνει σαν βραχνάς στο μυαλό της ζωντανής κομματικής εργασίας. Το παρελθόν και η μνήμη επιβάλλεται σαν ιδέα/ιδεώδες πάνω στο παρόν, καθορίζοντας τα όρια και τους σκοπούς της κομματικής δράσης. Τα ''πνεύματα'' του παρελθόντος, τα ονόματα, τα μαχητικά συνθήματα, οι αρχές οργάνωσης και οι πολιτικές αξίες, όλα αυτά κατευθύνουν την ζωντανή κομματική εργασία ως όροι δυνατότητάς της (χωρίς όλους αυτούς τους όρους,που συναπαρτίζουν το κομματικό νόημα, αυτή δεν είναι κομματική, αλλά μη κομματική ή αντικομματική).

7) Το κομματικό σύστημα δεν είναι πράγμα αλλά σχέση. Είναι η βιο-λογική σχέση του συστήματος με το περιβάλλον (όροι και πλαίσιο της ύπαρξής του), και η κοινωνική σχέση των ανθρώπων που είναι φορείς ή αλλιώς ενσαρκώνουν το κομματικό νόημα.

8) Το κομματικό σύστημα έχει, σχηματικά μιλώντας, βάση και εποικοδόμημα. Πάνω στη βάση των πραγματικών, άμεσων, ενεργών παραγωγικών διαδικασιών, εγείρεται ένα σύνολων κανονιστικών αρχών/διατάξεων και κυβερνητικών-στρατηγικών επιλογών (το αντίστοιχο του νομικο-πολιτικού εποικοδομήματος), καθώς και μορφές κομματικής συνείδησης. Η ''βάση'' διακρίνεται στις κομματικές παραγωγικές δυνάμεις, που εξαρτώνται από την επιστημονική και τεχνική επίδοση του κομματικού συστήματος και τις ανθρώπινες κομματικές δυνάμεις, και από τις παραγωγικές σχέσεις που αποτελούν την οργανωτική μορφή που παίρνουν αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις.

Μιλώντας με άλλους όρους, η μηχανική-παραγωγική δραστηριότητα του κομματικού συστήματος εξελίσσεται μέσα σε ένα οργανωτικό-λειτουργικό σχήμα, το οποίο εκφράζεται στο συμβολικό-σημειολογικό σύμπαν, ως κομματικές αρχές, καταστατικά, ντοκουμέντα, γλώσσα, σημαίνοντα και σημαινόμενα. Στην ιεραρχία της γνώσης του κομματικού συστήματος, εκείνος που αντιμετωπίζεται ως γνώστης του κομματικού συστήματος είναι εκείνος που κατέχει την ορθή ερμηνεία της ολότητας του συμβολικού-σημειολογικού εποικοδομήματος ή αλλιώς την Αλήθεια του, που εκφράζει, όπως είπαμε, την οργανωτική και παραγωγική δραστηριότητα του κομματικού συστήματος. Αυτό το σώμα-ερμηνευτής παίζει το μεγαλύτερο ρόλο στην διακυβέρνηση του κομματικού συστήματος, και ιδιοποιείται την κομματική ιδέα ή νόημα, ιδιοποιείται δηλαδή τη ''νεκρή κομματική εργασία'' και θέτει τους όρους της παρούσας και μελλοντικής εργασίας. Η ανεστραμμένη όψη αυτού του κομματικού θεανθρώπινου σώματος, είναι εκείνο το σύνολο μελών που δεν μετέχουν στο αληθές νόημα ή κομματική ιδέα, δεν πληρούν τους όρους κομματικής εργασίας όντας στο περιθώριο ή εκτός του κομματικού συστήματος. Σύμφωνα με το νόμο που περιγράφει ο Girard στα εδώ πολύ διαφορετικά συμφραζόμενα, η συσσώρευση των αντιφάσεων του κομματικού συστήματος εκτονώνεται καθώς αυτές προβάλλονται σε κάποια μέλη της κοινότητας-κόμματος, που καταδικάζονται ως τα ''εξιλαστήρια θύματα'' και ''αποδιοπομπαίοι τράγοι''. Αφού αυτά φορτώνονται όλη την ευθύνη, η αποβολή τους σημαίνει και την κάθαρση του κόμματος από τις αντιφάσεις του. Αυτό κλείνει έναν κύκλο και ανοίγει τον επόμενο κύκλο, στο τέλος του οποίου οι συσσωρευμένες αντιφάσεις πάλι θα ''εκτονωθούν'' κατά τον ίδιο τρόπο.

9) Βασικός πόρος του κομματικού συστήματος είναι ο άνθρωπος (ανθρώπινη παραγωγική δραστηριότητα ως ενεργειακή πρόσληψη-μέλη) αλλά και άλλοι υλικοί-οικονομικοί όροι (έξοδα-δαπάνες για την κομματική λειτουργία κλπ). Η ενεργειακή εξάρτηση του κομματικού συστήματος σημαίνει και το ενδεχόμενο υποταγής του, για λόγους αυτοσυντήρησης, στον φορέα ή γενικότερα στο περιβάλλον από το οποίο είναι εξαρτημένο.

10) Ένα κόμμα είναι (κομματικό) σύστημα, και διακρίνεται από την οργανωτική μορφή του δικτύου (ρευστότητα, χαλαρότητα δεσμών, ελάχιστος καταμερισμός εργασίας, οριζόντιος συντονισμός, όχι σαφές πρόγραμμα, εύκολα αποσυντίθεται, κ.α). Δεν υπάρχει ποτέ το απόλυτο σύστημα και το απόλυτο δίκτυο, κάθε πραγματικό σύστημα με την ευρεία έννοια είναι μια ανάμειξη των δύο τύπων σε διάφορες δοσολογίες.

11) Όσο μαζικοποιείται ένα κομματικό σύστημα, αυξάνει η πολυπλοκότητα και τα διαφορετικά ενδεχόμενα συνδυασμών των δράσεων, επιθυμιών, αναγκών κλπ των μελών. Έτσι αναδύεται αυθόρμητα η ανάγκη ''απομείωσης της πολυπλοκότητας'' με την εισαγωγή οργανωτικών-διοικητικών/θεσμικών μέτρων.

12) Ένα κομματικό σύστημα βρίσκει την ισορροπία δυνάμεων, πρακτικών και επικοινωνίας μεταξύ των μελών του ώστε να μπορεί να παραχθεί και να αναπαραχθεί. Η ισορροπία αυτή είναι κάτι ανάλογο (σε άλλο, μη οικονομικό επίπεδο) με το ''νόμο της αξίας''. Κάθε κομματικό μέλος ενσωματώνει μια κομματική αξία, που προκύπτει από τη συνδυασμένη κομματική παραγωγή, και αποτελεί αφαίρεση από τις επιμέρους κομματικές εργασίες που τις συνέχει. Μαζί προυποτίθεται και αφαίρεση της ''μέσης κομματικής εργασίας'' άρα και του ''μέσου κομματικού μέλους''. Στη βάση αυτής της αξίας αναπτύσσεται μια αξιολογική κλίμακα. Κάποιοι συγκεντρώνουν μέγεθος μεγαλύτερης κομματικής αξίας και κάποιοι μικρότερης. Όλοι όμως είναι ίσοι ως προς το γεγονός της συμμετοχής τους στο κοινό, αφηρημένο κομματικό μέτρο. Έτσι δημιουργείται μια ιεραρχία και πολλαπλά επίπεδα. Χοντρικά, από το ''μέσο ποσό'' και πάνω της κλίμακας έχουν τα ανώτερα στρώματα, και από εκεί προς τα κάτω τη ''βάση''. Τα μεσαία στρώματα λειτουργούν σαν ''ιμάντες μεταβίβασης'' των πληροφοριών από τα κάτω προς τα πάνω και το αντίστροφο, σύμφωνα με τον παραλληλισμό του Ι. Στάλιν.

13) Με την παραπάνω ιεραρχία συνδέονται οι τάσεις ''γραφειοκρατικοποίησης'', όταν κάθε στρώμα και κάθε επιμέρους κομματικό σώμα ή όργανο (το κόμμα ως οργανισμός, σώμα με όργανα) αυτονομείται. Η ποσοτική διαφορά αξίας στην κομματική αξιολογική κλίμακα γίνεται ποιοτική διαφορά και αυταξία, με τη λογική που ο Νίτσε έλεγε πως μια ποσοτική διαφορά δύναμης είναι και ποιοτική διαφορά (βλ. την ανάλυση του Ντελέζ για τον Νίτσε). Οι τάσεις αυτές πρέπει να συγκρούονται με αντιτάσεις, όπως η οριζόντια και όχι κάθε** επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων επιπέδων (οριζόντια επικοινωνία σημαίνει πως κάθε επίπεδο βρίσκεται στο ίδιο ύψος με κάθε άλλο και μπορεί να επικοινωνεί άμεσα με το καθένα, πχ το κατώτερο με το ανώτερο επίπεδο), με την ανακλητότητα των φορέων της κομματικής αξίας και την εναλλαγή των αξιωμάτων, κ.α

14) Κάθε κομματικό σύστημα, διαμορφώνοντας το ''μέσο κομματικό μέλος'' με μικρότερη ή μεγαλύτερη ομοιομορφία, διαμορφώνει και μια κομματική μαζική ψυχολογία, ένα κομματικό ψυχικό δυναμικό-ασυνείδητο. Τα μέλη μιας πολιτικής οργάνωσης συμπεριφέρονται με λίγο ως πολύ ομοιόμορφο τρόπο σε αρκετά ζητήματα, έχουν κοινά ''εξαρτημένα αντανακλαστικά'', όνειρα, επιθυμίες, μια ελάχιστη κοινή ψυχοπαθολογία.

15) Το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα θέλει να άρει τον εαυτό του διαμορφώνοντας τους όρους εκείνους που καθιστούν ικανές τις επαναστατημένες δυνάμεις να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Θέτει τον εαυτό του ως εργαλείο, ως τεχνικό μέσο για τον σκοπό αυτό. Προστατεύει την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα από τις επιθέσεις των αντιπάλων. Μεταβιβάζει πληροφορίες θεωρίας, στρατηγικής, τακτικής και πρακτικής, ώστε να εκλείψει η ίδια η αναγκαιότητά του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά του επαναστατικού κομματικού συστήματος από κάθε άλλο κομματικό σύστημα.

16) Για να είναι δυνατή η αυτοκριτική του επαναστατικού κόμματος πρέπει να θέσει τον εαυτό του ως σύστημα και να αναλύσει τις αντιφάσεις του. Καθώς μια τέτοια αυτεπίγνωση είναι οριακά αδύνατη, το επαναστατικό κόμμα πρέπει να έχει ένα εξωτερικό σημείο θέασης που λειτουργεί σαν καθρέφτης των ελαττωμάτων του, σε ενότητα αλλά και διαφορά με αυτό. Το σημείο αυτό, που βρίσκεται εκτός αλλά και εντός του κόμματος, είναι οι ερευνητικές-κριτικές ομάδες της εργατικής τάξης και των συμμάχων [της], που εντοπίζουν αντιφάσεις του και καλούν το κομματικό σύστημα να τις επιλύσει.

Πιστεύω ότι αυτή η κατεύθυνση της μελέτης του επαναστατικού κόμματος είναι αρκετά γόνιμη και χρήσιμη, και ότι πρέπει να πυροδοτηθεί ένας ευρύτερος προβληματισμός στη βάση αυτή.

------------------------------------------------------
* Έχω την εντύπωση ότι ο Ονειρμός εννοεί "στρατηγικό" - εάν έχω δίκιο, πρόκειται περί μιας ενδιαφέρουσας γλωσσικής παραδρομής.

** Πιθανότατα εννοεί: "η οριζόντια και όχι κάθετη επικοινωνία".

Υ. Γ.: Το κείμενο είναι πολύ ενδιαφέρον, και εάν δεν απατώμαι, αποτελεί επεξεργασία ενός παλαιότερου που είχε δημοσιευθεί με αφορμή το ρόλο των σχημάτων της ΕΑΑΚ στο Τάξ(ε)ις και Ηθική (εδώ και μήνες κάθεται εξ ευωνύμων της Δυνάμεως στον παράδεισο των ιστολογίων). Προσέθεσα δυο-τρία σημεία στίξης και μια αγκύλη, καθώς και τις υποσημειώσεις με τους αστερίσκους, που ορθώς νομίζω επισημαίνουν κάποιες αβλεψίες. Συμμερίζομαι σε γενικές γραμμές τον προβληματισμό και τη συλλογιστική του, εάν εξαιρέσει κανείς βέβαια τις τελετουργικές αναφορές στον "επαναστατικό" ή "κομμουνιστικό" χαρακτήρα του υπό εξέταση κομματικού σχηματισμού - και χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά όχι από έλλειψη σεβασμού, αλλά επειδή άξιος κομμουνιστής είναι μόνο αυτός που λιβανίζει δεόντως την εργατική τάξη, το λαό και καταφέρεται αντιστοίχως εναντίον των μονοπωλίων και του κράτους του Ιζ... των ΗΠΑ (καθήκοντα στα οποία οι καταβληθείσες από τον Ονειρμό προσπάθειες έχουν έως τώρα, ομολογουμένως, κριθεί ανεπαρκείς). - Κ.

Πηγή: το δημοκρατικό σοσιαλιστικό ιστολόγιο Die Bestimmung des Menschen