Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Δύο κείμενα του Κώστα Καλλίτση για το ενδεχόμενο επερχόμενης διεθνούς οικονομικής κρίσης


Στην ευφορία, επωάζεται η νέα παγκόσμια κρίση


Οταν ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, ο 69χρο­νος διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος, προει­δο­ποί­η­σε για τον κίν­δυ­νο να εκδηλω­θεί «Στιγ­μή Μίν­σκι» (Minsky Moment) αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση των πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της Κίνας, κτύ­πη­σε συ­να­γερ­μός σε όλη την υδρό­γειο. «Στιγ­μή Μίνσκι» εί­ναι το ξέ­σπα­σμα της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης. Ως πρώ­τη έχει κα­τα­γρα­φεί, το 1998, η κρί­ση της Ρωσί­ας (τότε ο Πολ ΜακΚάλεϊ κα­θιέ­ρω­σε τον όρο, τι­μώ­ντας τον ρι­ζο­σπά­στη Αμε­ρι­κα­νό οικονομο­λό­γο Χίμαν Μίν­σκι). Η δεύ­τε­ρη, το 2007, όταν ξέ­σπα­σε η πρώ­τη σφο­δρή κρί­ση του πράγμα­τι πα­γκό­σμιου κα­πι­τα­λι­σμού.

Ο Μίν­σκι τεκ­μη­ρί­ω­σε τη θε­ω­ρία ότι η στα­θε­ρό­τη­τα εκτρέ­φει νο­μο­τε­λεια­κά την απο­στα­θε­ρο­ποί­η­ση και την κρί­ση, με μο­χλό το χρη­μα­το­πι­στω­τι­κό κε­φά­λαιο. Διέ­κρι­νε τρεις κα­τη­γο­ρί­ες δα­νει­σμού των επι­χει­ρή­σε­ων: Τον ασφα­λή, που απο­πλη­ρώ­νουν τό­κους και κε­φά­λαιο με τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη τους. Τον κερ­δο­σκο­πι­κό, που στη­ρί­ζο­νται στα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη για να πλη­ρώ­νουν μόνο τό­κους. Και τη δα­νειο­δό­τη­ση τύ­που Πόν­τζι (από το όνο­μα του διά­ση­μου απα­τε­ώ­να, εφευ­ρέ­τη των «πυ­ρα­μί­δων»…), που δα­νεί­ζο­νται γνω­ρί­ζο­ντας ότι δεν θα μπο­ρέ­σουν να πλη­ρώ­σουν ούτε τό­κους ούτε κε­φά­λαιο από τα μελ­λο­ντι­κά κέρ­δη, αλλά στοι­χη­μα­τί­ζουν μόνο στην ανα­τί­μη­ση (φού­σκω­μα…) των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων τους για να κα­λύ­ψουν τις υπο­χρε­ώ­σεις τους.

Αρχι­κά ο δα­νει­σμός εί­ναι ασφα­λής. Oσο η οι­κο­νο­μία πάει καλά και φου­ντώ­νουν οι προσ­δο­κί­ες γίνεται πιο τολ­μη­ρός. Οσο η φάση της ανό­δου πα­ρα­τεί­νε­ται, τόσο τα κρι­τή­ρια χα­λα­ρώ­νουν. Εφό­σον οι τρά­πε­ζες δα­νεί­ζουν εύ­κο­λα και άπλε­τα όλοι σπεύ­δουν να πά­ρουν δά­νεια – όσο η ορ­χή­στρα παί­ζει, κα­νείς δεν θέ­λει να μεί­νει έξω από τον χορό. Η φού­σκα με­γα­λώ­νει και στο τέ­λος σπά­ει. Η ευ­φο­ρία τε­λειώ­νει με δά­κρυα. Η αφορ­μή μπο­ρεί να εί­ναι άσχε­τη, απρό­βλε­πτη. Μπο­ρεί να εί­ναι γε­ω­πο­λι­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα. Μπο­ρεί να εί­ναι η αιφ­νί­δια άνο­δος ή ο φό­βος για μια αιφ­νί­δια άνο­δο επι­το­κί­ων – εξ ου το άγ­χος της κ. Γέλεν, το διε­θνές εν­δια­φέ­ρον τι θα πρά­ξει ο αντι­κα­τα­στά­της της στη FED, η αγω­νία του κ. Ντρά­γκι. Μπο­ρεί να εί­ναι μια αιφ­νί­δια διόρ­θω­ση στην Κίνα – εξ ου η διε­θνής ανη­συ­χία από την προει­δο­ποί­η­ση του Zου Ξια­ο­τσουάν, στις 18 Οκτω­βρί­ου.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι ότι οδεύ­ου­με στην επόμενη κρί­ση. Οχι αδι­καιο­λό­γη­τα. Κύρια αι­τία, η υπερ­χρέ­ω­ση. Οτι, για πρώ­τη φορά έπει­τα από μια σο­βα­ρή κρί­ση, εκεί­νην του 2007-2008, η φού­σκα του χρέ­ους όχι μόνο δεν μειώ­νε­ται αλλά διογκώνεται. Τα στοι­χεία εί­ναι τρο­μα­κτι­κά. Το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, πε­ρί­που 174% του πα­γκο­σμί­ου ΑΕΠ το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 (The 16th Geneva Report on the World Economy) και φέτος εκτι­μά­ται στο 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π (Institute of International Finance, Global Debt Monitor, 24.10.2017).

Σύμ­φω­να με το IIF, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος (επι­χει­ρή­σε­ων, κρα­τών, νοι­κο­κυ­ριών, τρα­πε­ζών) ήταν 226 τρισ. δολ., τον Ιού­νιο. Από αυτά, 58,95 τρισ. δολ. εί­ναι χρέ­ος νοι­κο­κυ­ριών, 93,49 τρισ. επι­χει­ρή­σε­ων, 88,89 τρισ. κρα­τών και 83,71 τρισ. δολ. εί­ναι το κα­θα­ρό χρέ­ος του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού το­μέα. Μια τε­ρά­στια ρευ­στό­τη­τα πλημ­μυ­ρί­ζει τις αγο­ρές αλλά, αντί να διο­χε­τεύ­ε­ται σε νέες πα­ρα­γω­γι­κές επενδύ­σεις (ιδιω­τι­κές, δη­μό­σιες υπο­δο­μές…), φου­σκώ­νει τις υπάρ­χου­σες αξί­ες, φου­σκώ­νει τις αγορές με­το­χών και ομο­λό­γων – ενι­σχύ­ει τα κέρ­δη του πλού­του και διευ­ρύ­νει τις ανι­σό­τη­τες μέσα και με­τα­ξύ των χω­ρών. Και η Βασι­λεία Ι­Ι­Ι­, για τις τρά­πε­ζες, αντί να ενι­σχύ­ε­ται χα­λα­ρώ­νει σιγά σιγά και αθό­ρυ­βα.

Ηδη, παρά τα χα­μη­λά επι­τό­κια, πολ­λά κρά­τη δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν το χρέ­ος. Ταυτόχρονα, το πο­σο­στό επι­χει­ρή­σε­ων που δυ­σκο­λεύ­ο­νται να εξυ­πη­ρε­τή­σουν τα δά­νειά τους εί­ναι πιο με­γά­λο από το 2010. Παράλ­λη­λα, ως πο­σο­στό συρ­ρι­κνώ­νο­νται οι απο­δό­σεις και ενι­σχύ­ε­ται η ροπή προς όλο και πιο επι­κίν­δυ­νες το­πο­θε­τή­σεις. Προ­χθές, η Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών (BIS) ανάρ­τη­σε έκ­θε­ση για τις αγο­ρές πα­ρα­γώ­γων – τα, κατά Γ. Μπά­φετ, «όπλα μα­ζι­κής εξόντωσης». Στις 31.12.2016 η ονο­μα­στι­κή αξία τους ήταν 482 τρισ. δο­λά­ρια. Σε έξι μή­νες, στις 31.6.2017, είχε αυ­ξη­θεί στα 542 τρισ. δο­λά­ρια. Επω­ά­ζε­ται η επό­με­νη κρί­ση. Μπρο­στά της, ίσως ωχριά η κρί­ση που ξέ­σπα­σε πριν από 10 χρό­νια.



Το φάντασμα του 2008 πλανάται


Προς το πα­ρόν η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία βρί­σκε­ται σε φάση έντο­νης ανά­καμ­ψης. Αλλες χώ­ρες τα πη­γαί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο καλά (όπως η Γερ­μα­νία, η Ισπα­νία, η Γαλ­λία, η Ιρλαν­δία), άλ­λες αγω­νί­ζο­νται να ακο­λου­θή­σουν και η Ελλά­δα πα­σχί­ζει ακό­μα να βγει από την κρί­ση. Συνο­λι­κά, όμως, η ευ­ρω­παϊ­κή οι­κο­νο­μία κι­νεί­ται σε τρο­χιά με­γέ­θυν­σης, το ακα­θά­ρι­στο εθνι­κό ει­σό­δη­μά της σε στα­θε­ρές τι­μές υπο­λο­γί­ζε­ται ότι θα αυ­ξη­θεί σχε­δόν 2% φέ­τος, η ανερ­γία κι­νεί­ται σε χα­μη­λά επί­πε­δα (βε­βαί­ως, με πολύ χα­μη­λή αμοι­βή της ερ­γα­σί­ας), η πα­ρα­γω­γή της με­τα­ποί­η­σης αυ­ξά­νε­ται, ενώ ο πλη­θω­ρι­σμός και τα επι­τό­κια πα­ρα­μέ­νουν σε κα­θο­δι­κή τρο­χιά. Το ερώ­τη­μα εί­ναι αν αυτή η ανά­καμ­ψη εί­ναι στα­θε­ρή ή εύ­θραυ­στη, με βρα­χύ ορί­ζο­ντα.

Τις τε­λευ­ταί­ες 10 ημέ­ρες υπήρ­ξαν τρεις ισχυ­ρές προει­δο­ποι­ή­σεις για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν και που θα επη­ρέ­α­ζαν όλους, και την Ευρω­ζώ­νη, με άμε­σο τρό­πο.

• Η­ Τρά­πε­ζα Διε­θνών Δια­κα­νο­νι­σμών, η λε­γό­με­νη κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών του κό­σμου, θε­ώ­ρη­σε ανα­γκαίο να απευ­θύ­νει προει­δο­ποί­η­ση για τους κιν­δύ­νους που ελ­λο­χεύ­ουν στη με­γά­λη άνο­δο που ση­μειώ­νουν τα χρη­μα­τι­στή­ρια του ανε­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού.

• Η­ Ευρω­παϊ­κή Κεντρι­κή Τρά­πε­ζα προ­έ­βη σε μια ασυ­νή­θι­στη ενέρ­γεια. Εχει αναρ­τή­σει ως κε­ντρι­κό θέμα στην ιστο­σε­λί­δα της, μια συ­νέ­ντευ­ξη του αντι­προ­έ­δρου της, κ. Βίτορ Κον­στάν­τσιο, με θέμα τις συ­νέ­πειες που θα είχε μια διόρ­θω­ση των χρη­μα­τι­στη­ρί­ων, στη στα­θε­ρό­τη­τα του διε­θνούς και ευ­ρω­παϊ­κού χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συ­στή­μα­τος.

• Και το Διε­θνές Νομι­σμα­τι­κό Ταμείο προει­δο­ποί­η­σε ότι η κα­τά­στα­ση του τρα­πε­ζι­κού κλά­δου της Κίνας προ­σο­μοιά­ζει στην κα­τά­στα­ση που εί­χαν βρε­θεί οι τρά­πε­ζες των Η­ΠΑ λίγο πριν ξε­σπά­σει η πα­γκό­σμια κρί­ση του 2008.

Παράλ­λη­λα με την τρέ­χου­σα πα­γκό­σμια ανά­καμ­ψη, ενι­σχύ­ο­νται οι φό­βοι για μια επερ­χό­με­νη νέα πα­γκό­σμια κρί­ση. Αιτία εί­ναι ότι για πρώ­τη φορά μετά από μια κρί­ση του 2008 η φού­σκα του χρέ­ους διο­γκώ­νε­ται.

Ο κ. Ζου Ξια­ο­τσουάν, διοι­κη­τής της κε­ντρι­κής τρά­πε­ζας της Κίνας, μι­λώ­ντας στο πλαί­σιο του 19ου Συνε­δρί­ου του Κ­Κ Κίνας, τον Οκτώ­βριο, είχε προει­δο­ποι­ή­σει για επερ­χό­με­νη κρί­ση αν δεν συ­γκρα­τη­θεί η υπερ­χρέ­ω­ση πε­ρι­φε­ρειών, επι­χει­ρή­σε­ων και νοι­κο­κυ­ριών της χώ­ρας. Ο ρυθ­μός με τον οποίο αυ­ξά­νο­νται τα χρέη στην Κίνα τρέ­χει τα­χύ­τε­ρα από εκεί­νον που είχε ση­μειω­θεί στις Η­ΠΑ πριν από την κρί­ση του 2008 ή στην Ιαπω­νία πριν από την τρα­πε­ζι­κή κρί­ση που ση­μά­δε­ψε την πο­ρεία της, το 1991. Και, ως γνω­στόν, αν «πέ­σει» η Κίνα, κα­μία πε­ριο­χή του κό­σμου δεν εί­ναι οχυ­ρω­μέ­νη για το τσου­νά­μι που θα ση­κω­θεί.

Αλλά, οι απει­λές δεν προ­έρ­χο­νται μόνο από μια κρί­ση της Κίνας. Ολος ο κό­σμος εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο υπερ­δα­νει­σμέ­νος από όσο ήταν πριν από 10 χρό­νια. Θυμί­ζω ότι το πα­γκό­σμιο χρέ­ος, που ήταν ίσο με το 174% του πα­γκο­σμί­ου Α­Ε­Π το 2008, αυ­ξή­θη­κε στο 212% το 2014 και έφτα­σε στο εκ­πλη­κτι­κό πο­σο­στό 324% του πα­γκό­σμιου Α­Ε­Π τον Ιού­λιο, φέ­τος (Institute of International Finance, iif.com). Ετσι, το πα­γκό­σμιο χρέ­ος έχει εκτο­ξευ­τεί στα 226 τρισ. δο­λά­ρια.

Βασι­κά, δύο πα­ρά­γο­ντες στή­ρι­ξαν την πα­γκό­σμια (και ευ­ρω­παϊ­κή) ανά­καμ­ψη:

Πρώ­τος, η άφθο­νη, φθη­νή ρευ­στό­τη­τα που πα­ρέ­χουν οι με­γά­λες κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι το συν­δυα­σμέ­νο ενερ­γη­τι­κό των κε­ντρι­κών τρα­πε­ζών Η­ΠΑ­, Ευρω­ζώ­νης, της Αγγλί­ας και Ιαπω­νί­ας, το 2008 ήταν 3 τρισ. δο­λά­ρια. Τώρα εί­ναι 14 τρισ. δο­λά­ρια. Από αυτά, μόνο το 25% πήγε στην «πραγ­μα­τι­κή» οι­κο­νο­μία. Το 75% φου­σκώ­νει τις αγο­ρές κε­φα­λαί­ου και ομο­λό­γων – πλου­τί­ζει τους πλού­σιους και τρο­φο­δο­τεί ακραίο τυ­χο­διω­κτι­σμό.

Δεύ­τε­ρος, η τα­χεία ανά­πτυ­ξη της Κίνας, με ονο­μα­στι­κούς ρυθ­μούς περί το 10% μετά το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης του 2008. Η κι­νε­ζι­κή ηγε­σία ανέ­στει­λε τη στρο­φή που είχε απο­φα­σί­σει με επι­δί­ω­ξη να συ­γκρα­τή­σει τον ρυθ­μό επεν­δύ­σε­ων και να ενι­σχύ­σει την εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση, και απο­φά­σι­σε να ρί­ξει το βά­ρος στη στή­ρι­ξη της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας. Οι πα­ρε­νέρ­γειες της κα­θυ­στέ­ρη­σης στην αντι­με­τώ­πι­ση των δο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών, εκ­δη­λώ­νο­νται σή­με­ρα.

Η επί­δρα­ση αυ­τών των δύο πα­ρα­γό­ντων, αν δεν ανα­στρέ­φε­ται, εξα­ντλεί­ται. Και το νέο πα­γκό­σμιο το­πίο προ­σο­μοιά­ζει στο 2008.


Πηγή Η Καθημερινή της Κυριακής, 05.11.2017 και 10.12.2017

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Τι είναι η βιοπολιτική; Μικρή παρέμβαση στην ερμηνεία του Foucault


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)




Η βιοπολιτική είναι ένας όρος που εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στις πολιτικές επιστήμες. Θεωρείται ότι η καταγωγή του βρίσκεται στο έργο του Φουκώ, αλλά προσλαμβάνει διαφορετικές εννοιολογικές αποχρώσεις. Στον Αγκάμπεν παίρνει μια διαφορετική σημασία, στους Νέγκρι-Χάρντ επίσης. Τί είναι λοιπόν η βιοπολιτική?
  
Προσπαθώντας να την ορίσουμε, δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη βιοπολιτική χωρίς τη βιολογία, σε δύο όψεις της, τη μοριακή και την πληθυσμιακή, τη μικρο-κλίμακα και τη μάκρο-κλιμακα. Σε αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί η ενασχόληση του Φουκώ με τις "επιστήμες της ζωής", τη βιολογία, την ιατρική. Όσοι και όσες αποσυνδέουν τον Φουκώ από τα επιστημονικά μοντέλα από τα οποία θεωρητικά αντλεί, τον καθιστούν όλο και πιο "αντιεπιστημονιστή'', όλο και πιο ερμηνευτικά ερμητικό και δυσνόητο, όσες βιβλιογραφικές αναφορές και αν γίνονται στις διαλέξεις Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας ή στις διαλέξεις για τη Γένεση της Βιοπολιτικής. Στο κείμενό του Ζωή-Εμπειρία και Επιστήμη, που αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή της εισαγωγής του Φουκώ στην αγγλική μετάφραση του Κανονικού και Παθολογικού του Κανγκιλέμ και που δημοσιεύτηκε στη Revue de métaphysique et de morale, ο Φουκώ αποσαφηνίζει την οφειλή των σχετικών εννοιών του στο βιοπληροφοριακό επιστημολογικό παράδειγμα που αναδύθηκε από τη σύγχρονη βιολογία, και το οποίο ανέλυσε με πρωτοπόρο τρόπο, κατά τον Φουκώ, ο Ζακόμπ. Άλλωστε, για τον Φουκώ ήδη η πρωιμότερη ''μικροφυσική της εξουσίας'' αποτελούσε ένα μοντέλο ανάγνωσης των εξουσιαστικών σχέσεων δανεισμένο από τη κβαντική (μικρο)φυσική. Με άλλα λόγια, όπως έχει δείξει και ο περίφημος Γάλλος Επιστημολόγος, Μπασελάρ, το πέρασμα από μια μηχανιστική αντίληψη του Όντος σε μια πιο σχεσιακή, από τη 1η στη 2η βιομηχανική επανάσταση και με το πέρασμα από τη φυσική μηχανική των σωμάτων στην έννοια του πεδίου και της χημικής διαδικασίας, καθορίζει και το έργο του Φουκώ. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, ο Φουκώ τοποθετείται εντός του 2ου βιομηχανικού και επιστημολογικού νεωτερικού κύματος, και στις παρυφές του 3ου. Αρχικά, συλλαμβάνει την εξουσία όχι ως υποστασιοποιημένο σώμα και φυσική μηχανική διάταξη σωμάτων, αλλά ως σχέση και πεδίο δυνάμεων. Έπειτα, συλλαμβάνει την εξουσία πέρα και από τον ορίζοντα του Μπασελάρ, με γνώμονα τη βιοπληροφοριακή επανάσταση. Η εξουσία είναι, έτσι, μια μοριακή και πληθυσμιακή διαδικασία αυτο-οργάνωσης της μορφής κοινωνικής ζωής, και ελέγχου της παθολογικής παρέκκλισης από αυτήν την αυτοοργάνωση. 
  
Έτσι λοιπόν, θα πούμε ότι η βιοπολιτική είναι ο ζωντανός έλεγχος των σωμάτων στις πιο μοριακές διαστάσεις τους (αισθητηριακές αντιλήψεις και πληροφορίες, ορμές, επιθυμίες, απόλαυση, αρνητικά και θετικά συναισθήματα, συμπτώματα) και σε πληθυσμιακό επίπεδο, ελέγχοντας το περιβάλλον ύπαρξής τους και προσαρμοζόμενη έτσι στις αντιστάσεις και τις "παρεκκλίσεις'' τους, επιδρώντας ενεργητικά έτσι στη ζωή των σωμάτων, παράγοντας κατά αυτό το τρόπο το ίδιο το ''αντικείμενο'' του ελέγχου της. Στη βιολογία, η τυπολογική σκέψη βλέπει τον ''Άνθρωπο'', όπως και κάθε Είδος, ως αφαίρεση, στην οποία υπάγονται οι διάφορες υπο-κατηγορίες, ενώ η πληθυσμιακή σκέψη, ως πιο εξελιγμένη, βλέπει την ανθρωπινότητα ως αποτέλεσμα της βιοποικιλομορφίας και της επανάληψης μεταλλάξεων σε έναν ''ανθρώπινο'' πληθυσμό. Κατά ανάλογο τρόπο, η βιοπολιτική, ελέγχοντας το περιβάλλον των σωμάτων, άρα τη ζωή των σωμάτων, παράγει τη νόρμα, τον τύπο, τη διάπλασή τους. Έτσι, ο "ανθρώπινος πληθυσμός'' εμφανίζεται όχι ως αφετηριακό αντικείμενο άσκησης εξουσίας, αλλά ως αποτέλεσμα, ως προιόν μιας διαδικασίας παραγωγής των μοριακών και περιβαλλοντικών όρων ύπαρξης των σωμάτων. 
  
Αυτός είναι ο ορίζοντας της βιοπολιτικής, να παράγει η ίδια το αντικείμενο του ελέγχου της, ελέγχοντάς το πλήρως. Το καπιταλιστικό έθνος-κράτος εξελίσσεται τόσο, ώστε η εξουσία του να πηγάζει από την ίδια τη ζωή των σωμάτων. Εκεί που η ζωή παρέκκλινε από το πολιτικό κράτος, με το πολιτικό κράτος να προσπαθεί να την καταστέλλει ή να την ενσωματώνει, η βιοπολιτική φαντασιώνεται την υπέρβαση της ίδιας της διαφοράς πολιτικής-ζωής, άρα την εξάλειψη της παρέκκλισης και της αντίστασης, με τις όποιες νέες διαφοροποιήσεις να παράγονται ως απλές αυτοδιαφοροποιήσεις του βιοπολιτικού περιβάλλοντος αυτο-ελέγχου. Το βιοπολιτικό κράτος οραματίζεται μια κοινωνία στην οποία η Ανάπτυξη, η Ανταγωνιστικότητα, η Άμυνα/Ασφάλεια, έχουν εσωτερικευτεί σε πληθυσμιακό επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα διαφορετικά σώματα λειτουργούν σαν ένα πολύμορφο καπιταλιστικό σώμα που αναπτύσσεται, ανταγωνίζεται και αμύνεται μέσα σε ένα κοινό περιβάλλον. Από την ''ανθρώπινη φύση'' μέχρι την καπιταλιστική κοινωνία ολόκληρη, η εξουσία να αυτορρυθμίζεται, να αυτοδιορθώνεται, να αυτοεξελίσσεται, να αυτοθεραπεύεται από την αρρώστια των δυσλειτουργιών. To καπιταλιστικό κράτος εξελίσσεται, από την υπερβατικότητα της θεοπατριαρχικής κυριαρχίας στην εμμένεια της διακυβέρνησής του, προσπαθώντας να ξεπεράσει τη διαφορά δημόσιας-ιδιωτικής σφαίρας, νομικοπολιτικής εξουσίας και εξουσίας των όρων ζωής, να ξεπεράσει τη διαφορά του πολιτικού με το προσωπικό. 
  
Υπό αυτή την έννοια, όπως αναφέρει ο Ντεριντά, το αυτοάνοσο του βιοπολιτικού σώματος είναι η τρομοκρατία. Ένας εχθρός που δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα. Είναι η συμβουλή του Αντώνη Σαμαρά προς τους υπόλοιπους καπιταλιστές, όταν έπεσε η ΕΣΣΔ, ότι ο εχθρός του καπιταλισμού δεν θα έρθει ''απέξω'', σε έναν ''πόλεμο πολιτισμών'', αλλά θα έρθει από μέσα, με τρόπο που δεν θα μπορεί να διακριθεί το από μέσα και απέξω, όπως συνέβη με τον δυτικό και διαφωτιστικό μαρξισμό.



Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 6: Περί της διαφοράς του φιλοσοφικού μου συστήματος από εκείνο του Ονειρμάρξ



Η ιστορία (ή η φύση) συνιστά κατά τον Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ) περίσταση της λογικής, ενώ κατ' εμέ η λογική συνιστά ανάβρυσμα της ιστορίας (της φύσεως). Για αμφότερους η ιστορία ίσως αποτελεί διαλεκτική ανύψωση της φύσεως (εμπλουτιστική αναίρεση, αλλά επίσης αφαίρεση, με την έννοια της απόσπασης, συντασσόμενη με γενική υποκειμενική), αλλά για εκείνον είν' η λογική της ιστορίας που έχει τον πρώτο λόγο, ως μήτρα της ιστορίας της λογικής, ενώ για μένα η "λογική της Ιστορίας" υπάγεται στην "ιστορία της Λογικής", ως αλληλουχία διαφορετικών ανακεφαλαιώσεων φυσικών δυνάμεων - η ανακεφαλαίωση ως δημιουργική επανάληψη είναι ευρύτερη της αναίρεσης, με την οποία είναι συμβατή. Θαρρώ πως δεν είναι δυνατή η θεμελίωση σ' επιστημονική βάση των κανονιστικών προτιμήσεών του, οι οποίες μου φαίνεται ότι επαναλαμβάνουν την (καρτεσιανή-εγελιανή) λήψη του ζητουμένου, μολονότι συμφωνώ με την "ελάχιστη" συνεπαγωγή ότι η "δυνατότητα της δυνατότητας" της μετάβασης προς έναν μετακαπιταλιστικό τρόπο κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης, όπου η διαπλοκή της κοινωνικής διαμεσολάβησης των αναγκών και των ιστορικά-πολιτισμικά προσδιορισμένων επιθυμιών με το πρόταγμα της όσο γίνεται απρόσκοπτης εκτύλιξης-εξερεύνησης των δυνατοτήτων της καθεμιάς και του καθενός, θα πλησίαζε τη βέλτιστη ιστορικά επίτευξη κοινής ελευθερίας -ό,τι εν συντομία αποκαλείται "χειραφετική υπόθεση"-, δεν μπορεί καταρχήν ν' αποκλειστεί.
 
Ο Ο. αναγνωρίζει βέβαια (βλέπε τα αποσπάσματα στο υστερόγραφο) την ανεξάλειπτη τραγική διάσταση της ανθρώπινης συνθήκης και τον οιονεί οντολογικό της χαρακτήρα, σπεύδοντας να τα επανενσωματώσει αμφότερα σε μια τραγικά αισιόδοξη, αναβαθμισμένη εκδοχή της εγελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας. Όταν το κάνει αυτό, βρισκόμαστε εγγύτερα από ποτέ, ωστόσο φοβάμαι ότι συνήθως το κάνει ανεπαρκώς, στον βαθμό δηλαδή που το επιτρέπουν οι περιορισμοί του από τη συμμετοχή του στις συγκρούσεις και τα επίδικα της εποχής. Οι υπαγορεύσεις από τα επιτακτικά προαπαιτούμενα της στράτευσής του στο πλευρό των υποτελών τάξεων (σύμφωνα πάντοτε με την ονομαστική αξία στην οποία αυτοκατανοείται και εκφέρεται τούτη η υπαρξιακή δέσμευση [και την οποία δεν έχω την πρόθεση ν' αμφισβητήσω εδώ, σπεύδοντας ωστόσο να επισημάνω ότι είναι προβληματική εξαρχής η σχέση μεταξύ της ένσκοπης αυτοκατανόησης των φορέων δράσης και των εν πολλοίς αθέλητων συνεπειών των επιτελέσεών τους, και σε αυτό οφείλεται εν πολλοίς το απαραμείωτο της θεωρητικής διαφωνίας μας]), "θολώνουν" την επίγνωση της τραγικότητας αυτής, η οποία, φαντάζοντας αχρείαστη και άχρηστη από τη σκοπιά τόσο των προδιαγραφών της θεωρίας, όσο και των απαιτήσεων της δράσης (τις οποίες ακριβώς η θεωρία φιλοδοξεί ν' ανατροφοδοτήσει -και από τις οποίες άλλωστε πηγάζει εξαρχής), τίθεται στο περιθώριο ως "θόρυβος", όταν δεν απωθείται κιόλας ως ασύνειδος όρος της κανονιστικά προσανατολισμένης στρατηγικής σκέψης.
 
Τι θα υπήρχε επέκεινα της οιονεί σπειροειδούς (κάτι περισσότερο από κυκλικής, κάτι λιγότερο από σπειροειδούς, ώστε να καθιστά δυνατή την ανελικτική όσο και την καθελικτική, εξελικτική ή αφελικτική πορεία) εναλλαγής καθεστώτων ρύθμισης του χάους, ήτοι της βίαιης ή μη, μακρόσυρτης ή μη αντικατάστασης μιας μορφής αυτορύθμισης από μιαν άλλη και στρωματογραφικής αλληλεπικάθισης της μιας πάνω στην άλλη; Δε μπορούμε να το πούμε, αλλά δε χρειάζεται κιόλας να σπεύσει κανείς να αναπαραγάγει αβίαστα την ασθενή "ανθρωπική αρχή", μεταφέροντάς τη στο επίπεδο της φιλοσοφίας της Ιστορίας. Εάν είναι περισσότερο η φύση που προσπαθεί να σκεφτεί και να καταστεί αυτοσυνείδητη μέσω του ανθρώπινου όντος, παρά το αντίστροφο, τότε απαιτείται προσοχή απ' όσους σπεύδουν κατόπιν εορτής να φέρουν τη γλαύκα πριν το σούρουπο, προβαίνοντας στην αναδρομική εμβάπτιση της αστάθμητης τροχιάς αυτών των μισοεπιτυχημένων και συνάμα μάταιων αποπειρών στην κολυμβήθρα μιας οιονεί τελεολογικής εποποιίας. Η "φύση" της Ιστορίας συμπίπτει με την εν εξελίξει ιστορία της "Φ/φύσης", η "λογική" της Ιστορίας αποτελεί κεφάλαιο της συντελούμενης φυσιο-λογικής εξιστόρησης, συναρτάται με όλα όσα επιτρέπει κάθε φορά "η" φύση να ειπωθούν από "την" ίδια, για "την" ίδια και μέσω "της" ίδιας. Μεταβαίνουμε έτσι από την ιστορία της Φύσης στη φυσική της Ιστορίας, από το χημικό υπέδαφος του Πνεύματος στη συνθήκη της ελευθερίας και της αναντίστρεπτης αποσύνθεσής του(ς). Ιδού το τελικό μεταξύ μας διαφέρον (το οποίο σχεδόν εξαφανίζεται σε αποσπάσματα όπως το προτελευταίο, όπου, όχι τυχαία, η λέξη απελευθέρωση μπαίνει σε εισαγωγικά): ένα ενδεχόμενο -μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω: μα αναπόδραστο- "αλτσχάιμερ της Γης" ίσως οδηγήσει στην οριστική εξάλειψη κάθε ίχνους της παρουσίας της επιθυμίας χειραφέτησης και των όσων διαδραματίστηκαν εν ονόματί της. Κι αν κανείς δε θυμάται τις παραληρητικές διακηρύξεις των Κομμουνιστικών Κομμάτων και τις πλείστες εκδηλώσεις της σταλινικής παράνοιας, μήτε τις κατακτήσεις αυτών των καινοφανών μορφών πολιτειακής οργάνωσης, με τα κρατικά διευθυνόμενα μονοπώλια στην οικονομία και τη μονοκομματική δικτατορία στο πολιτικό σύστημα; Δεν τρέφω αυταπάτες ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στη σκέψη του οποίου δε χρειάζεται να χύνει κανείς δάκρυα, δε θα καταστείλει ούτε θα περιορίσει την αναζωπύρωση της επιθυμίας, την οποία εξέφρασε ιστορικά -αλλά και δέσμευσε με μοιραίες για αυτή συνέπειες- η τεθνεώσα μορφή.

--------------------------------------------------------------
Υστερόγραφο: "Το κλειδί της ανθρώπινης ιστορίας είναι η τάση απελευθέρωσης των ανθρώπων από τα προδεδομένα φυσικά δεσμά, η τάση κοινωνικοποίησης του φυσικού-βιολογικού, η μετατροπή της φυσικής αναγκαιότητας σε ελευθερία και ενδεχομενικότητα [...] Υπάρχει, με άλλα λόγια, στην ανθρώπινη ιστορία ένας ντετερμινισμός της επικράτησης του μη ντετερμινιστικού. Αυτή θα ήταν και η τελευταία Φιλοσοφία της Ιστορίας. Μια Φιλοσοφία της Ιστορίας που αναγνωρίζει το φυσικο-ιστορικό νόμο της κατάκτησης μιας ελευθερίας πέρα από τον φυσικο-ιστορικό νόμο. [...] Η ''απελευθέρωση'' από το φυσικά και βιολογικά αναγκαίο της αυτοσυντήρησης, αλλά και η απελευθέρωση από την προδεδομένη ιστορική παράδοση, μπορεί να οδηγεί στην ολοκληρωτική συντριβή της ανθρωπότητας. Ακριβώς αυτό σημαίνει, στη[ν] πραγματικότητα, ελευθερία από τα φυσικά-βιολογικά δεσμά. [...] Η θέση περί της λογικής μορφής της ιστορικής κίνησης και η θέση περί της εγγενούς ανθρώπινης τάσης προς απελευθέρωση με ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιθυμίας, θα πρέπει να θεμελιωθούν σε επιστημονική βάση, και, όπως φαίνεται, κάτι τέτοιο είναι εφικτό" (Ιστορική νομοτέλεια και απελευθέρωση, αποσπάσματα από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών).

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ο νεοφιλελευθερισμός και η στρατοπεδική μετάλλαξη του κοινωνικού δεσμού: Λακάν, Φουκώ, Αγκάμπεν (κι ένα τηλεγραφικό και ανεκδοτολογικό σχόλιο)


του Δημήτρη Βεργέτη


Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού αληthεια, που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πατάκη) περιέχει ένα διπλό αφιέρωμα στη λακανική θεώρηση της πολιτικής και του κοινωνικού δεσμού καθώς και στην προσφυγική κρίση. Δημοσιεύουμε εδώ μια εισαγωγή στη διπλή προβληματική αυτού του τεύχους. 


Ένα ακαταμάχητο ιδεολόγημα δεσπόζει στις συνειδήσεις του Δυτικού κόσμου: παρά την ιλιγγιώδης ανάπτυξη των οικονομικών ανισοτήτων, η κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων ιδεωδών δημιούργησε πιο ανεκτικές και ανοιχτές κοινωνίες.

Η αλήθεια δεν συμπίπτει ωστόσο με αυτό το ιδεολόγημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η ανεκτικότητα δεν αποτελεί διόλου ανιδιοτελή δωρεά του νεοφιλελευθερισμού αλλά κατάκτηση πολύμορφων αγώνων. Εμβαθύνοντας την μικροφυσική της εξουσίας που επεξεργάστηκε ο Φουκώ, ο Ντελέζ αντιπαρέθετε στις κλασικές πειθαρχικές κοινωνίες τις σύγχρονες κοινωνίες ελέγχου.

Οι πειθαρχικές κοινωνίες συγκροτούνταν σαν ένα δίκτυο αυτόνομων αλλά αλληλέγγυων κατασταλτικών θεσμών, κατόχων ειδικών εξουσιών, που διατηρούσαν σχέσεις εξωτερικότητας με το κοινωνικό σώμα, σχέσεις ετερότοπης γειτνίασης. Αντίθετα στις κοινωνίες ελέγχου –καθότι κοινωνίες επιτρεπτικότητας, επικοινωνίας, δικτύωσης, φρενήρους κυκλοφορίας πληροφορίας και αντικειμένων– οι μηχανισμοί εξουσίας είναι εμμενείς στο κοινωνικό σώμα.

Η μικροφυσική της εξουσίας διαχέεται παντού και διεισδύει στους πιο λεπτούς πόρους της καθημερινότητας, χωρίς να συμπυκνώνεται αποκλειστικά στην περιχαρακωμένη τοπική πειθαρχικών θεσμών. Η εξατομικευμένη χημική ομαλοποίηση αντικατέστησε το άσυλο, για να δώσουμε ένα μικροσκοπικό παράδειγμα, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι πόσο αβίαστα, χωρίς την παραμικρή παραβατική έξαψη, πλήθος νόμιμων και ενάρετων ψυχοτρόπων ουσιών μετατρέπονται σε υποκατάστατη μαστούρα.

Οι τρόποι απόλαυσης του «μεταμοντέρνου» υποκειμένου συμ-φράζονται πλέον αρμονικά με το λόγο του καπιταλιστή, την υπερεγωτική προστακτική «απόλαυσε» και τις τεχνολογίες της εξουσίας. Η κυνική αξιοποίηση πάσης φύσεως κοιτασμάτων απόλαυσης, η εμπορευματοποίηση των ηδονών, μίζερων ή φαντασμαγορικών, αγοραίων ή εκλεπτυσμένων, ανεσταλμένων ή αχαλίνωτων, κακόφημων ή ευυπόληπτων μετέχουν σε περίοπτη θέση στον επενδυτικό προγραμματισμό του κεφαλαίου- αποτελούν χρυσές επενδυτικές ευκαιρίες στο κερδοσκοπικό Ελντοράντο των ενιαίων αγορών.

Οι πάσης φύσεως, παραβατικές και μη, ηδονές συστεγάζονται στην προσοδοφόρο ανεκτικότητα της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και διατίθενται ως εγγυημένα προϊόντα. Ταυτόχρονα, ομόρροπα πορεύεται και το υποκείμενο που συνυποθέτει και ντρεσάρει ένας υπερσύγχρονος καπιταλισμός, διαζευγμένος από τα ήθη της παρωχημένης προτεσταντικής εγκράτειας. Υποκειμενικό και κοινωνικό συναρθρώνονται με όρους αδιάπτωτης συμβατότητας και ομόρροπων έξεων, καθώς το «μεταμοντέρνο» υποκείμενο συμ-φράζεται ιδεωδώς με το λόγο του καπιταλιστή, που αγνοεί όρια, αρχές ετερονομίας και υπερβατικές αρχές.

Εφεξής, στον αναθεωρημένο νομικό κώδικα του Υπερεγώ δεν υπάρχουν πλέον ένοχες απολαύσεις, ειδικά κατά την οικόσιτη ιδιοποίησή τους − πλην αριθμητικά αμελητέων εξαιρέσεων. Ενοχοποιήσιμες πλέον είναι οι αναστολές. Το μεταμοντέρνο υποκείμενο που απαιτεί η λειτουργία της αγοράς καλείται να κινείται χωρίς καταναλωτικούς ενδοιασμούς. Ο πάλαι ποτέ μηνυτήριος ζήλος του Υπερεγώ απέναντι στις παραβατικές έξεις έχει αποβάλει τη βικτωριανή τήβεννό του και έχει μεταλλαχτεί σε ένθερμη αβανταδόρικη συνηγορία. Συνεπικουρούσα, η διαφήμιση δεν ορρωδεί πλέον μπροστά σε κανένα φραγμό.

Από τις κοινωνίες στις οποίες ορισμένα εποπτευόμενα όρια σηματοδοτούνταν ως απαράβατα, περάσαμε σε κοινωνίες  «απαραβατικών» οριοθετήσεων, στις οποίες ναι μεν υπάρχουν διαφοροποιημένοι τομείς και διαχωριστικές γραμμές, αλλά στις οποίες η διαπερατότητα αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα συγκρότησής τους. Η διαπερατότητα αντιβαίνει στη λογική της παραβατικότητας. Κανένας πειθαρχικός κέρβερος δεν φυλάσσει τη διαδικτυακή πύλη, κανένα βικτωριανό πέπλο δεν συγκαλύπτει τις εκτιθέμενες ωμότητες. Κανείς δεν διανοείται να χαρακτηρίσει παραβατική υπέρβαση ένα κλικ πρόσβασης στους πορνογραφικούς ιστότοπους. Θα ηχούσε σαν φαιδρή ανοησία. 

Παρόλα αυτά –και εδώ συναντάμε την προφητική οξύνοια του Λακάν– μέσα στις ανοιχτές κοινωνίες της επιτρεπτικότητας και της ανοχής αναδύονται συμπαγείς οριοθετήσεις, ανελέητες, εφιαλτικές, ανθρωποβόρες. Αυτή είναι η εκτροχιασμένη πραγματικότητα του σήμερα, της οποίας το πολύμορφο πρόσωπό της αποτελεί τον ζοφερό καθρέφτη της κοινοτοπίας των δεινών που μαστίζουν τον μειοδοτικά δημοπρατούμενο πολιτισμό, βορά των αγορών. 

Η ριζοσπαστική πολιτική ευφυΐα αυτού του πολιτικά συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με τα συμβατικά κριτήρια, εντόπιζε από τη δεκαετία του '60 την παράδοξη συνύπαρξη αυτών των αντιφατικών φαινομένων. Ανίχνευσε και διατύπωσε με απαράμιλλη διαύγεια την κυοφορούμενη και επερχόμενη θριαμβευτική άνοδο των διακρίσεων (ségrégations), που θα αναλάμβαναν να υφάνουν εκ νέου ένα ζοφερό ιστό διάσπαρτων αποκλεισμών μέσα στο πορώδες σύμπαν της γενικευμένης επιτρεπτικότητας.

Δεκαετίες πριν από τις «πρωτοποριακές», ρηξικέλευθες θέσεις του Αγκάμπεν, ο Λακάν είχε εξαγγείλει μετ' επιτάσεως, απευθυνόμενος σε δύσπιστα ώτα, ότι οι νεότευκτες κοινωνίες των απελευθερωμένων καταναλωτικών ηθών, του τέλους της τυραννικής αναλγησίας των υπερεγωτικών απαγορεύσεων και της πανταχόθεν προσβάσιμης απόλαυσης θα ήσαν δομημένες σύμφωνα με το υπόδειγμα του « στρατοπέδου συγκέντρωσης»!

Ήδη από το 1949, στην παρέμβασή του για το Στάδιο του καθρέφτη, ο Λακάν υπογράμμιζε τη «στρατοπεδική μορφή του κοινωνικού δεσμού» στις κοινωνίες οι οποίες «δεν αναγνωρίζουν άλλη λειτουργία εκτός από την ωφελιμιστική». Ήδη από το 1963, στο σεμινάριό του L'angoisse, εγκαλούσε την εποχή του, γιατί «το πρόβλημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης και της λειτουργίας του, αυτή την περίοδο της ιστορίας, πραγματικά παρακάμφθηκε καθ' ολοκληρίαν, συσκοτίσθηκε πλήρως από [...] την παράλογη ιδέα ότι επρόκειτο να ξεμπερδέψουμε με αυτό στα γρήγορα».

Ήδη από το 1967, σε μια ομιλία του στο ψυχιατρείο Saint-Anne, τόνιζε την αλλαγή του υποδείγματος της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, συναρτώντας την ευθέως με τη στρατοπεδική ανάπλαση του κοινωνικού δεσμού, υπό το κράτος της θριαμβευτικής επέλασης των διακρίσεων και των συμφραζόμενων πολιτικών γκετοποίησης: «Οι πρόοδοι του παγκόσμιου πολιτισμού θα μεταφραστούν όχι μόνο με μια ορισμένη δυσφορία αλλά και με μια πρακτική που θα τη δείτε να επεκτείνεται όλο και περισσότερο και η οποία δεν θα δείξει αμέσως το αληθινό πρόσωπό της, αλλά η οποία έχει ένα όνομα: διακρίσεις».

Πρόκειται για τις διακρίσεις που προάγουν και νομιμοποιούν στιγματισμούς, στρατοπεδικές περιχαρακώσεις και γκετοποίηση επιλεκτικά οριοθετημένων υποσυνόλων πληθυσμού, τα οποία αποκόπτονται από το κοινωνικό σώμα και εκτοπίζονται, αλλά εντός του, σε θέση εσωτερικού αποκλεισμού. Η στρατοπεδική τροπή του κοινωνικού δεσμού δεν συνιστά μια παροδική μορφοποίηση ανταγωνιστικών σχέσεων, δεν αποτελεί μια ειδεχθή επιδερμική εξέλκωση της ιστορικής συγκυρίας, αντίθετα αδήριτη αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης των κοινωνιών. 

Ήδη από το μακρινό πια 1967, ο Λακάν αποφαινόταν με διαγνωστική οξύνοια ότι «το μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι ενιαίες αγορές θα βρει το ισοζύγιό του μέσα από την όλο και πιο σκληρή επέκταση των διαδικασιών διάκρισης (ségrégations).

Παγκοσμιοποιημένες αγορές –πέραν της στενής ευρωπαϊκής «κοινής αγοράς»–, ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και εμπορευματοποιημένων ανθρώπων, φρενήρης κυκλοφορία αντικειμένων υπεραπόλαυσης, καταναλωτικός ευδαιμονισμός, άρση αναστολών και απαγορεύσεων, πολύμορφες απολαύσεις πανταχόθεν προσβάσιμες, ελευθερία λόγου ως την κλίμακα του κρετινισμού και της χυδαιότητας, ναρκισσευόμενος κυνισμός της επί πτωμάτων αναρριχόμενης επαγγελματικής επιτυχίας κ.τ.λ., όλα αυτά κατανέμονται παραδόξως σε έναν κοινωνικό χώρο που αντλεί τη συνεκτικότητά του όχι από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο, όχι από το ιδεώδες της δημοκρατικής διαβούλευσης, όχι από τις αρετές του «κράτους δικαίου» αλλά από το υπόδειγμα του στρατοπέδου, που δεσπόζει πλέον χάρη στον δυσοίωνο πολλαπλασιασμό των διακρίσεων. 

Ο Λακάν συνέλαβε επίσης έγκαιρα το στρατηγικό βάρος της βιο-πολιτικής συνιστώσας, που έμελλε να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα των επεξεργασιών του Φουκώ. Σε μία διάλεξη του 1971, την τοποθετούσε με ακρίβεια: «Όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον θα μας κατακλύσουν προβλήματα διακρίσεων, που θα στιγματίσουμε με τον όρο ρατσισμός. Όλα αυτά τα προβλήματα προέρχονται από τον έλεγχο όσων διαδραματίζονται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της ζωής...» . 

Αυτές οι προφητικές τοποθετήσεις του Λακάν απαντώνται όχι μόνο στα γραπτά του, πρωτογενή ή απομαγνητοφωνημένα, αλλά και στον εσώτερο πυρήνα των μεταγενεστέρων επεξεργασιών του Αγκάμπεν. Σύμφωνα με τον Αγκάμπεν, το βιοπολιτικό υπόδειγμα δεν σηματοδοτεί μια ρήξη στο δικαιϊκό υπόβαθρο της πολιτικής ιστορίας της Δύσης, αλλά συνιστά την καταγωγική μήτρα της, όπως αφήνει να διαφανεί η αρχαιολογία της «γυμνής ζωής».

Πέρα από εξελικτικές μεταμορφώσεις, που σημάδεψαν τις τεχνικές της βιο-εξουσίας ως την μικροφυσική βελτιστοποίησή της, η βιο-εξουσία ως τέτοια συγκροτεί την ενδότερη, εμμενή αρχή του πολιτισμού στη Δύση. Η πολιτική δεν θα ήταν παρά το μετωνυμικό συνεχές της βιοπολιτικής. Αυτή η υπόρρητη μετωνυμική συναίρεση της βιοπολιτικής και του πολιτικού αποκάλυψε το αποτρόπαιο αυθεντικό της πρόσωπο υπό την οριακή μορφή του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κανονικότητα και εξαίρεση, γεγονός και δίκαιο συμπίπτουν, καθώς η εξαίρεση επέχει θέση κανονικότητας και το γεγονός εκδηλώνεται με ισχύ νόμου.

Η συμπερασματική αιχμή της αρχαιολογίας του βιοπολιτικού υποδείγματος αποτυπώνεται σε μια διάγνωση που κεντροθετεί τους σύγχρονους μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας στο στρατόπεδο ως τόπου συναίρεσης της βιοπολιτικής και της κατάστασης εξαίρεσης. Η βιοπολιτική διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης σε πλανητική κλίμακα διαμορφώνει τον ιστορικό ορίζοντα των σύγχρονων κοινωνιών.

Το στρατόπεδο δεν αποτελεί πλέον μια παρένθετη ανωμαλία μέσα στην κανονιστική τάξη, αντίθετα «είναι το υπόδειγμα του πολιτικού χώρου τη στιγμή που η πολιτική γίνεται βιοπολιτική». Συνιστά το βιοπολιτικό θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού και διασφαλίζει το πλαίσιο όπου ανοριοθέτητη η κατάσταση εξαίρεσης επιβάλλεται ως κανονιστική μορφή διακυβέρνησης.

Η δραματικά επίκαιρη προσφυγική κρίση προσδίδει επονείδιστη ορατότητα στη λειτουργία του στρατοπέδου ως πολιτικής μήτρας διαχείρισης της «γυμνής» ή μινιμαλιστικά ενδεδυμένης −από νομική άποψη− ζωής.

Περίκλειστοι χώροι για ανεπιθύμητους μετακινούμενους πληθυσμούς, κέντρα κράτησης, αστυνομευόμενοι αυτοσχέδιοι καταυλισμοί, ολόκληρα νησιά όπως τα Nauru και τα Christmas, τα οποία οι αυστραλιανές κυβερνήσεις έχουν μετατρέψει σε πλωτά στρατόπεδα εγκλεισμού προσφύγων –σύγχρονη, βιοπολιτική παραλλαγή του «πλοίου των τρελών» (stultifera navis), που απαθανάτισε η πένα του Φουκώ–, παραγκουπόλεις, αποκομμένα μπανλιέ αλλά και περιφραγμένες μικροπόλεις πλουσίων, εκουσίως εγκλωβισμένων υπό την προστασία ιδιωτικών στρατών.

Θα ήταν ένοχη παράλειψη να μην υπενθυμίσουμε εδώ τις πρωτοποριακές επεξεργασίες του Μπαντιού πάνω στα φαινόμενα «ζωνοποίησης», κατάτμησης σε ζώνες ολόκληρων περιοχών, καθότι χαρτογραφούν νέες μορφές του στρατοπεδικού υποδείγματος σε διευρυμένη κλίμακα. Βλέπουμε να συγκροτούνται «ξένες κηδεμονίες, εδαφικοί διαμελισμοί [...] θύλακες υπό τη δικαιοδοσία ιδιωτικού στρατού ή ένοπλων συμμοριών» σε πλήρη αποσύνδεση από κάθε συντεταγμένη κεντρική εξουσία.

Θα ήταν, άραγε, αυθαίρετος υπερθεματισμός να προσθέσουμε εδώ τη διολίσθηση ολόκληρων κοινωνιών στο υπόδειγμα του στρατοπέδου, με την υπαγωγή τους σε καθεστώς μνημονιακής κατοχής, όπου, υπό το πρόσχημα της έκτακτης οικονομικής κατάστασης, αναστέλλονται οι εθνικές νομοθεσίες και αποκτά ισχύ νόμου η ληστρική απαιτητικότητα των κερδοσκόπων δανειστών;

Θα μπορούσαμε νομίμως να ταυτοποιήσουμε τον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο καπιταλισμό με μια μήτρα τερατογένεσης πρωτόγνωρων, εφιαλτικών μορφών στρατοπέδου. 


Y.Γ  Η Ηριάννα παραμένει έγκλειστη για να εκτίσει ποινή 13 ετών με ανυπόστατες κατηγορίες. Η  περίπτωσή της αποδεικνύει με τρόπο δραματικό πόσο ακραίες πρακτικές διακρίσεων και εγκλεισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν υπό την επίφαση μιας νομιμότητας κομμένης και ραμμένης στα μέτρα εμμονικών πειθαρχικών κοινωνιών.


*Ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια




* Τηλεγραφικό σχόλιο: Προσυπογράφουμε την κριτική του Ονειρμάρξ στη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών ως προς τις (κατα)χρήσεις του όρου "νεοφιλελευθερισμός" από τον συγγραφέα, όπως και από το μεγαλύτερο μέρος των φίλων, στελεχών και διανοουμένων της Αριστεράς και της Αναρχίας (κύρια δε από τους εντασσόμενους στις νεοσοσιαλδημοκρατικές εκδοχές της). Ωστόσο, μεταξύ της πολιτικά αφελούς "αντινεοφιλελεύθερης" οπτικής και της ροπής προς τη νεοκομμουνιστική τελετουργία, η οποία οδηγεί σε οιονεί-κενολογικές, αν και όχι στερούμενες νοήματος διαπιστώσεις ("φταίει ο καπιταλισμός που μπήκε μέσα η Εριάννα" κλπ, ["φταίει η ΕΕ που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος**", μου είχε πει κάποτε μια κοπέλα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να δώσω ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα]), αρνούμαστε καταρχήν να επιλέξουμε. Οι διατυπώσεις αυτές είναι αντίστοιχες με το "φταίει ο σοσιαλισμός που εκτελέστηκε ο (χ, ψ) Κίροφ", που θα προσυπέγραφε για παράδειγμα ένας αντικομμουνιστής: Όλο και κάτι λένε, αλλά όχι αρκετά κατά τη γνώμη μας -εκτός των συνηθισμένων πολεμικών συμφραζομένων-, ώστε να είναι αναλυτικά ή πολιτικά χρήσιμες.

** Έχουν ακουστεί και χειρότερα. Έτερο μέλος (άρρεν) της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν προφανώς ευκολότερο -και όντας εν βρασμώ- να ταυτιστεί λιμπιντικά με την επιθυμία επιβολής ή φιλήσυχης διασφάλισης της τάξης του σκληρά εργαζόμενου αστυνομικού υπαλλήλου απέναντι στην έλλειψη σεβασμού και την καθύβριση. "Καλά του έκανε!", λοιπόν. Προς τιμήν του, έστω και δύο ημέρες αργότερα αναθεώρησε. Το αγαπημένο όλων εκστόμισε φυσικά ο απολαυστικός κ. Σώρρας, με τη συνωμοσιολογία περί σκηνοθεσίας του όλου θεάματος, αφού "και το Χόλυγουντ των Εβραίων είναι, δεν το ξέρατε; Δικό μας είναι, μωρέ; Δεν είναι δικό μας! Δεν είναι δικό μας! Των Εβραίων είναι"!

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 5: Η Naturphilosophie στη σκέψη του Nick Land





Στο έργο του Κοφτερά [ή αιχμηρά] νοούμενα (2011), που αποτελεί συλλογή κειμένων από τα έτη 1987-2007, ο Nick Land επιχειρεί την «κατάρρευση» της διάκρισης μεταξύ του υπερβατολογικού και του εμπειρικού μέσω της υπαγωγής της ιδεατής συνθήκης συγκρότησης των αντικειμένων (δηλ. της αναπαραστατικής σκέψης) στην υλική συνθήκη παραγωγής της (δηλ. τις διεργασίες αυτοκατασκευής της ύλης). Πρόκειται για μια εκδοχή αχαλίνωτου νιτσεϊσμού (Schelling, Schopenhauer, Nietzsche, Bataille, Lyotard, Deleuze-Guattari οι κύριες αναφορές), όπου δεσπόζει η αντιδιαστολή μεταξύ της παραγωγικής διεργασίας και του προϊόντος, και η «επιπεδοποίηση» του κόσμου μέσω των επάλληλων σειρών παραγωγής (έτσι, η σκέψη εισροφάται εκ νέου στο είναι, ως μια πτυχή του), και η κανονιστική επιταγή του εναγκαλισμού της απρόσωπης διεργασίας εις βάρος των ατομικών, προσωρινών κρυσταλλώσεών της. Είναι όμως προβληματική η αντίστιξη των δύο επιπέδων και η συναφής προτροπή, η οποία εκβάλει πολιτικά σε μια εξύμνηση των αυτοματισμών της εμμενούς δυναμικής του καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος, στην παράδοση στη νομοτελή εκδίπλωσή τους και την απροϋπόθετη συμβολή στην επιτάχυνσή τους «μέχρι το τέλος» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό: από το ενδεχόμενο ενός πλήρως αυτοματοποιημένου κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, μέχρι την καταστροφή του πλανήτη ή την εξάλειψη της ανθρωπότητας δίχως την εγγύηση της αντικατάστασής της από «κάτι άλλο»). Τούτος ο θανατροπικός τεχνοφουτουρισμός εδράζεται στην παραδοχή ότι το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί επαρκή και μάλιστα την ανώτερη μέχρι σήμερα προσομοίωση/ανακεφαλαίωση της παραγωγικής δραστηριότητας της φύσεως, ώστε η Naturphilosophie να καταλήγει στην απολογία των τεχνολογικά προηγμένων, «άυλων» πτυχών του χρηματοπιστωτικού πλέγματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο όμως παραβλέπονται οι εναλλακτικές και διαζευκτικές ενίοτε στρατηγικές «επιτάχυνσης», όπως και οι σύστοιχες «επιβραδύνσεις», οι οποίες αποτελούν εξίσου εκφάνσεις και όψεις της διαδικασίας αυτής. Εν ολίγοις, ο Land ιδεολογικοποιεί τη Naturphilosophie μ’ έναν τρόπο που θυμίζει τους πολιτικούς ρομαντισμούς και βιταλισμούς, τους οποίους αποστρέφεται.
   
Η αυτοεκμηδένιση των ατομικών μορφών, η επιθυμία σύνθλιψής τους προς όφελος της διέλευσης του Απείρου που υποβαστάζει καθετί πεπερασμένο, τον φέρνει κοντά σε ρητορικούς τόπους περί μαιευτικής επίσπευσης του τοκετού της Ιστορίας, που απαντούσαν στο πρώτο τέταρτο του 20ού αι., από τις καλλιτεχνικές πρωτοπορίες μέχρι τις αντίστοιχες πολιτικές (του φασισμού και του κομμουνισμού). Πολιτικά ο Land φαίνεται να καταλήγει σ’ έναν μαρξογενή, αντιφιλελεύθερο τεχνοκαπιταλισμό (ο «σκοτεινός διαφωτισμός» ως σύγχρονη αναβάθμιση του «αντιδραστικού μοντερνισμού»).

Η αντιδιαλεκτική αντιδιαστολή της διεργασίας προς το προϊόν είναι προβληματική, διότι καταλήγει σε μια πριμοδότηση της φερόμενης ως «πρωταρχικής» διαδικασίας έναντι των «δευτερογενών». Όμως, από τη σκοπιά μιας γενετικής οντολογίας δεν υπάρχει κανένας λόγος να ιεραρχηθούν οι «σειρές παραγωγής», εφόσον άπασες υπάρχουν εν φύσει, ώστε μπορεί να ειπωθεί ότι, τρόπον τινά, επιτείνουν εξίσου την παραγωγικότητα, η καθεμιά με τα προσίδια μέσα και στα αντίστοιχα πεδία της. Από την περιγραφική διάκριση μεταξύ της παραγωγικής διαδικασίας και του προϊόντος, ο Land συνήγαγε λοιπόν την κανονιστική προτροπή της επίτασης των εντάσεων της πρώτης εις βάρος του «κλεισίματος» ή της ακυρωτικής εκφόρτισής τους, όπως τούτη εκδηλώνεται στο δεύτερο. Ενώ οι Deleuze και Guattari επέμεναν στο ότι κάθε απεδαφικοποιητική κίνηση, εκείνης του καπιταλιστικού συστήματος περιλαμβανομένης, συνοδεύεται από μια σύστοιχή της μερική επανεδαφικοποίηση, ώστε ζητούμενο πλέον να είναι ο επίδικος χαρακτήρας της τελευταίας, ο Land απαλείφει τη δεύτερη «στιγμή», θεωρώντας ότι ο συντονισμός με τη φύση ισοδυναμεί με τον παροξυσμό των εντασιακών διαφορών προς κάθε κατεύθυνση, ώστε ν’ αποδεσμευτούν απρόσκοπτα οι μέγιστες εκβλαστήσεις. Πρακτικό αποτέλεσμα τούτης της τακτικής, η οποία θυμίζει πολύ τον γνωστικό και θεοφανικό Deleuze του Peter Hallward, είναι η πρόσδεση στην εκάστοτε κυρίαρχη στρατηγική (επανεδαφικοποιητική τάση).
   
Με όρους εσωτερικούς στην καντιανή γνωσιοθεωρία, θα επισημαίναμε ότι η απαραμείωτη διαφορά ανάμεσα στην έννοια και την εποπτεία, όπως και αναμεταξύ του φαινομένου (ως του αναπαραστατικού υβριδικού προϊόντος της εξαντικειμενικεύουσας συνέργειας όλων των δυνάμεων της ανθρώπινης επιστημολογικής σκευής) και πράγματος καθεαυτόν (δηλ. της ενικής, αυτόφωτης ύπαρξης), μπορεί να διευθετηθεί είτε στο επίπεδο της πρώτης, διαμέσου της δημιουργίας νέων, περιεκτικότερων και περισσότερο «ευέλικτων» εννοιών, ήτοι μέσω της αναδιευθέτησης και μόχλευσης του υπάρχοντος εννοιολογικού πλαισίου, είτε από τη σκοπιά της δεύτερης, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος «ησυχαστικής» διολίσθησης στον μυστικισμό του ανεπανάληπτου βιώματος. Ο Deleuze φερειπείν φαίνεται να προτιμά τον δεύτερο προσανατολισμό, αλλά επιμένει στην αναγκαία εκβολή του στον πρώτο, ειδάλλως είναι εκτεθειμένος να δεχτεί κανείς οποιοδήποτε εννοιολογικό πλαίσιο βρεθεί εύκαιρο. Επιδιώκοντας μια σκέψη η οποία δε θα ήταν ανθρωποκεντρική, δηλαδή διαμεσολαβημένη από πλέγματα προδιαμορφωμένων νοητικών κατηγοριών και νοηματοδοτούντων πλαισίων, ο Land οδηγείται στην τελετουργική εκζήτηση μιας σκέψης που δε θα είναι ανθρώπινη, αλλά χθόνια, εξωγήινη ή ρομποτική. Μέχρι όμως να εκλείψει ή να αυτομετασχηματιστεί η ανθρωπότητα διαμέσου της επιτάχυνσης της καπιταλιστικής δυναμικής, της οποίας ο προσωρινός και έσχατος ξενιστής έχει καταστεί, θα δικαιούται κανείς να αμφιβάλλει για το αν η σκέψη του Land, η τόσο ερεθιστική και ενδιαφέρουσα, κατόρθωσε να προμηνύσει κάτι άλλο, πέραν της οδυνηρής υπόμνησης ότι το καπιταλιστικό σύστημα, όπως αυτή τούτη η φύση, η οποία άλλωστε αναδρομικά αυτοκατασκευάζεται ως προαιώνια γεννήτριά του, ανυποθέτως σκέφτεται.

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Μέρα Μαγιού


του Γιάννη Παπαθεοδώρου


Στις 29 Μαΐου 2008, πέθανε ο Άγγελος Ελεφάντης. Στις 26 Μαϊου 2009, πέθανε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Στη συγχρονική —και μάλλον επιλεκτική— μνήμη πολλών παλαιών συντρόφων και φίλων, ο πρώτος συνδέθηκε εξακολουθητικά με την ύστατη έκκλησή του για οργάνωση των αριστερών πολιτών «στο κόμμα που μας έλαχε», ενώ ο δεύτερος με τη δήλωση πως θα «κλείσει τελευταίος την πόρτα» στον παλαιό ΣΥΝ. Και οι δύο δηλώσεις είναι υπαρκτές, και βέβαια διατυπωμένες μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα. Η ιδιοτελής χρήση τους, η μονότονη επανάληψή τους, καθώς και η ενίοτε προεκλογική εργαλειοποίησή τους κολάκεψαν τη διανοητική τεμπελιά της «ριζοσπαστικής αριστεράς», ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν το τέλειο πολιτικό άλλοθι σε κάποιους / κάποιες για να δικαιολογήσουν τις μόνιμες ή ευκαιριακές εκλογικές επιλογές τους στην κάλπη, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ φαινόταν να είναι «πάνω στο κύμα».

Όσοι γνωρίσαμε (και αγαπήσαμε) αυτούς τους δύο ανθρώπους, ξέρουμε πόσο απεχθάνονταν τα τσιτάτα, την κοινοτυπία της εύκολης ατάκας, τη συρρίκνωση της πολιτικής σε μια επικολυρική έξαρση συναισθημάτων. Για αυτό και σήμερα, έχει ιδιαίτερη σημασία να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ιστορική διαδρομή τους, κυρίως σε ό,τι αφορά το αξιακό φορτίο της Ανανεωτικής Αριστεράς, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο ενός δημοκρατικού ανθρωπισμού, τον οποίο υπηρέτησαν —και, σε μεγάλο βαθμό, διαμόρφωσαν— ως δημόσιοι διανοούμενοι της μεταπολίτευσης.[1]


Ο ΠΟΛΙΤΗΣ

«Διαφορές στον Δεκαπενθήμερο». Έτσι ήταν ο τίτλος στο τεύχος 68 του Δεκαπενθήμερου Πολίτη του 1986, που κατέγραφε τη διαφωνία μιας μειοψηφίας, ενόψει της μεγάλης συζήτησης για τη «μετεξέλιξη» ή την «αναβάθμιση» του ΚΚΕ ες. Στις υπογραφές των διαφωνούντων, εντοπίζουμε αμέσως το όνομα του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Είναι μάλλον η απαρχή μιας ιδεολογικής διαφοροποίησης και μιας πολιτικής διαδρομής, που σφράγισε την πορεία της ΕΑΡ αλλά και του μετέπειτα ΣΥΝ, με επίκεντρο τον αταλάντευτο ευρωπαϊσμό, τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, τις επιθυμητές συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία. Παρ’ ότι στο εξής ήταν «μειοψηφία», η πόρτα του Πολίτη δεν έκλεισε ποτέ για τον Παπαγιαννάκη. Το αντίθετο, μάλιστα.

Ο Ελεφάντης στήριξε σθεναρά τον Παπαγιαννάκη σχεδόν σε όλες τις χαμένες μάχες του μέσα στο ΣΥΝ, καθώς έβλεπε πως η ιδεολογική διχοστασία του ΣΥΝ (μια αντιφατική συνύπαρξη ΕΑΡ και ΚΚΕ), απαιτούσε διαρκή εγρήγορση για την υπεράσπιση των ιδεών της Ανανεωτικής Αριστεράς. Πολλά από αυτά τα ζητήματα κρύφτηκαν κάτω από το χαλί, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητούσε αργότερα αμέριμνα τον δρόμο της νέας ριζοσπαστικής αντι-παγκοσμιοποίησης, χωρίς να έχει σκεφτεί σοβαρά τι απέγιναν εκείνες οι πέτρες από τα γκρεμισμένα τείχη του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, υπήρχε πάντα ένα στοιχείο που ένωνε τον Παπαγιαννάκη με τον Ελεφάντη. Επιμένοντας σε μια κοινή γραμμή ιδεολογικών αρχών, δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να συνταχτούν ούτε με την ενωτική ρητορική της «μεγάλης αριστεράς», (που έσβηνε με τη μαγική γομολάστιχα τη διάσπαση του ’68), ούτε με τη ρητορική των «λοιπών προοδευτικών δυνάμεων», (που απλώς εξυπηρετούσε τη μεταγραφή ψηφοφόρων στο μεγάλο γήπεδο του τότε ισχυρού ΠΑΣΟΚ). Μέχρι το τέλος της ζωής τους, φιλικά αλλά και συχνά συγκρουσιακά, ο Παπαγιαννάκης και ο Ελεφάντης βάδισαν ένα μάλλον μοναχικό δρόμο, που ωστόσο τους εξασφάλισε μια ευρύτερη αναγνώριση μέσα στην μεταπολιτευτική δημοκρατία μας. Κέρδισαν επάξια «τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών», χωρίς να δεχτούν απαραίτητα τις λογής-λογής κομματικές σατραπείες.

Αυτές τις ημέρες τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ανάρτησαν στην ιστοσελίδα τους το σύνολο των ψηφιοποιημένων τευχών του Πολίτη. Πρόκειται για μια σημαντική βιβλιογραφική βάση τεκμηρίωσης, που επιτρέπει στον εξειδικευμένο ερευνητή και στον επαρκή αναγνώστη να ενημερωθεί για τις ιστορικές τύχες της Ανανεωτικής Αριστεράς, χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα των καιρών μας και κυρίως χωρίς το λατρευτικό εικονοστάσι, που φτιάχτηκε από τους πιστούς μιας ορισμένης «ριζοσπαστικής» τελετουργίας. Είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναδιαβάσουμε αυτό το σημαντικό περιοδικό αλλά και να ξανασκεφτούμε τη δική μας πολιτική γενεαλογία∙ ιδίως σήμερα που «το πώς περνούμε τις μέρες και τις νύχτες μας / ένας Θεός το ξέρει».

----------------------
[1] https://drive.google.com/file/d/0B3mvzCFV851iMmpzSFBZNXgxckU/edit


Πηγή dim/art, 29/05/2017: Ανανεωτική.

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

"Die neuzeitliche Metaphysikkritik" von Takis Kondylis (gr)


του Keunermann


Παρουσιάζουμε την πρώτη ολοκληρωμένη στα ελληνικά, δίτομη έκδοση του έργου «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη» του Παναγιώτη Κονδύλη [1943-1998] από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πρόκειται για έργο που κινείται στη διατομή της κοινωνικής ιστορίας, της γενικής ιστορίας των ιδεών και της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας, χαρακτηριζόμενο από αναλυτική ευκρίνεια, οξυδέρκεια και τη βέλτιστη θεωρητική εποπτεία του εκτενέστατου εμπειρικού υλικού.

Το πλούσιο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη περιλαμβάνει συστηματικές μελέτες με αξιώσεις πρωτοτυπίας, γενικές ιστορικές επισκοπήσεις, άρθρα και μονογραφίες που άπτονται της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής, μεταφράσεις κειμένων και τη διεύθυνση της σειράς «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων «Γνώση». Χαρακτηριστικό του corpus αυτού είναι η ευρυμάθεια και η «από πρώτο χέρι» εποπτεία της βιβλιογραφίας, η διάκριση γενικών τάσεων μέσα από την οπτική της ιστορίας των ιδεών και του πολιτισμού, η σαφήνεια της επιχειρηματολογίας, η δωρική λιτότητα και καλλιέπεια του ύφους. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ είναι η πρώτη πλήρης έκδοση της μελέτης του για την ιστορία της κριτικής στη μεταφυσική, της οποίας ο πρώτος τόμος (που καλύπτει την εποχή από τον ύστερο μεσαίωνα μέχρι τον Διαφωτισμό) είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1983, ενώ ο δεύτερος (που εκτείνεται στον 19ο και τον 20ό αιώνα) είχε προστεθεί στη γερμανική έκδοση του 1990.

Η κριτική της μεταφυσικής και η ιστορία της κριτικής αυτής είναι αδιάσπαστα δεμένες μεταξύ τους, όπως και με την ιστορία της μεταφυσικής της ίδιας, δεδομένου ότι συχνά οι πολέμιοι «της» μεταφυσικής επιχειρούσαν, διακηρυγμένα ή σιωπηρά, την αντικατάσταση ορισμένων όψεών της από άλλες ή τη ριζική αναμόρφωση του όλου. Τι αφορά λοιπόν η «μεταφυσική», της οποίας η ονομασία παραδοσιακά (και κατά τον Κονδύλη εσφαλμένα) αποδίδεται στο συμπτωματικό γεγονός της ταξινόμησης ορισμένων έργων του Αριστοτέλη «μετά» τα αντίστοιχα φυσικά; Η μεταφυσική στη σχολαστικοαριστοτελική της κρυστάλλωση, που υπήρξε η ιστορικά κυρίαρχη και πλέον καθοριστική για την εξέλιξη των ιδεών του δυτικού πολιτισμού -και γι’ αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει-, αποτέλεσε τη θεωρητική φιλοτέχνηση και ακολούθως υπεράσπιση της κοσμοεικόνας που άρμοζε στην πνευματική και κοινωνική κυριαρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, αφορά τη θεολογική-φιλοσοφική σμίλευση του «σύμπαντος» στο οποίο ζούσαν όσοι επηρεάζονταν από αυτήν, με τις διευθετημένες ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ οντοτήτων, επικρατειών της πραγματικότητας και γνωστικών πεδίων που συνεπαγόταν ετούτη η επένδυση νοήματος, συνδεόμενη προφανώς με την «υλική» διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων της εποχής. Επομένως, η ιστορία της κριτικής της μεταφυσικής σχετίζεται με τις ποικίλες, διαδοχικές και επάλληλες απόπειρες αμφισβήτησης της κυρίαρχης κοσμοεικόνας και του τρόπου που εξέφραζε ή συμπλήρωνε αυτή τον «κανονικό» κόσμο. Η κατεξοχήν μεταφυσική χειρονομία είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ ενός Ενθάδε, Εμμενούς ή Εντεύθεν κι ενός Επέκεινα, Υπερβατικού ή Εκείθεν, το οποίο εκλαμβάνεται ως οντολογικά ανώτερο και γι’ αυτό η πραγμάτευση και διερεύνησή του εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκάστοτε φορέων της πνευματικής αυθεντίας (τον τρόπο διαμόρφωσης των κοσμοεικόνων, συναρτήσει μιας απόφασης η οποία παράλληλα χορηγεί στο υποκείμενό της μια ταυτότητα, είχε αναλύσει ο Κονδύλης στο «Ισχύς και απόφαση» (1984), και μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ιστορικές του μελέτες συνιστούν τις δοκιμασίες ελέγχου του σχήματος που είχε παρουσιάσει εκεί).

Στην «Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη», ο Κονδύλης προβαίνει σε δύο ενδιαφέρουσες επισημάνσεις αναφορικά με την εξέλιξη και την έκβαση αυτής ακριβώς της κριτικής. Η πρώτη σχετίζεται με την αμφισημία του σκεπτικισμού κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, με τάσεις υπερασπιστικές προς τη μεταφυσικά κυρωμένη αυθεντία της εκκλησιαστικής εξουσίας, που διαβλέπουν στη σύμφυρση θεολογίας και μεταφυσικής τη διάνοιξη μιας επικίνδυνης ατραπού, και με επικριτικές θύραθεν τάσεις που θα αποχαλινωθούν, λαμβάνοντας ρητά επιθετικό και κοσμικό χαρακτήρα, από τον 17ο αιώνα με την ανάδυση του ενοποιημένου φυσικομαθηματικού κοσμοειδώλου. Η έτερη επισήμανση αφορά τον εκ πρώτης όψεως παράδοξο χαρακτήρα της έντασης της αντιμεταφυσικής διαμάχης κατά τον 19ο αιώνα, που δεν αντιστοιχούσε σε κάποια υπαρκτή έξαρση νοσταλγίας της μεταφυσικής, αφού η τελευταία είχε ήδη ηττηθεί. Είναι σαν να επαναλαμβάνεται ως φάρσα σε λίγες δεκαετίες το δράμα που διήρκεσε προηγουμένως μερικούς αιώνες, του οποίου η έκβαση είχε ήδη προεξοφληθεί, λόγω της ανάγκης και της ευκολίας που υπήρχε για τους εκπροσώπους του νικητήριου στρατοπέδου, ώστε να καταγάγουν ετούτοι ορισμένες θεατρικές νίκες επί των ασθμαίνοντων «δονκιχωτικών» υπερασπιστών του ηττημένου.

Κύρια χαρακτηριστικά και καθοριστικά σημεία αυτής της ιστορικής εκδίπλωσης αποτέλεσαν: α) Η εκ νέου ανακάλυψη του Αριστοτέλη μέσω μεταφράσεων που εισάγουν στη Δύση τις προηγηθείσες αραβικές μεταφράσεις έργων του που δεν είχαν σωθεί. β) Η διαδοχική επίδραση του νομιναλισμού και του ανθρωπιστικού κινήματος. γ) Το πρωτείο της ρητορικής (θεωρία των τόπων) έναντι της λογικής, και δ) της πρακτικά αποβλέπουσας, κοινωνικά ενσωματωμένης και επικοινωνιακά διαμεσολαβημένης διάστασης (vita activa) του ανθρώπινου όντος έναντι του θεωρητικού-ενατενιστικού βίου (vita speculativa). ε) Το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας και της ανθρωπολογίας επί της οντολογίας και της θεολογίας αντίστοιχα. στ) Η ενοποίηση του κοσμοειδώλου από τη νέα φυσική επιστήμη με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της νεωτερικής κοσμοεικόνας, όπου δεσπόζει η οντολογική ανατίμηση του αισθητού κόσμου και η σύλληψη του παντός ως «οριζόντιας» (και όχι κάθετα ιεραρχημένης), ομοιογενούς και νομοτελούς ολότητας. Ένα από τα πλέον χρήσιμα για τον σύγχρονο αναγνώστη εφόδια, τα οποία παρέχει το βιβλίο, είναι η ενδελεχής σκιαγράφηση τάσεων άγνωστων εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, που συνήθως εντοπίζει την απαρχή της νεότερης φιλοσοφίας στους René Descartes [1596-1650], Francis Bacon [1561-1626] και Thomas Hobbes [1588-1679], και η συνακόλουθη ανάδειξη σημαντικών προδρομικών μορφών. Εκτός από σχετικά γνωστά ονόματα, όπως του Γουλιέλμου του Όκαμ [1287-1347], του Πέτρου Αβελάρδου [1079-1142], του John Duns Scotus [1265/6-1308] και του Νικόλαου Κουζάνου [1401-1464], από τις σελίδες της συναρπαστικής εξιστόρησης παρελαύνουν φυσιογνωμίες όπως οι Lorenzo Valla [1407-1457], Rodolphus Agricola [1443/4-1485], Juan Luis Vives [1493-1540], Pierre de la Ramée [1515-1572], Mario Nizolio [1498-1576], Jacopo Zabarella [1533-1589], Girolamo Cardano [1501-1576] και Girolamo Fracastoro [1476/8-1553].

Κατά τον Κονδύλη, οι τέσσερις βασικοί τύποι της κριτικής στη μεταφυσική έχουν διαμορφωθεί βαθμηδόν μέχρι τον 18ο αιώνα, εκκινώντας από τον 14ο, ενώ αναδιατυπώνονται εμπλουτισμένοι και περαιτέρω επεξεργασμένοι στους δύο επόμενους αιώνες. Η τυπολογία αυτή έχει ως εξής:

α) γλωσσικός τύπος κριτικής: διαμάχες για τον ρόλο των ονομάτων και δυσπιστία για τις θεωρητικές κατασκευές που υποβαστάζουν οι γενικές έννοιες και τις συγχύσεις που δημιουργεί η χρήση τους.

β) γνωσιοθεωρητικός τύπος κριτικής: αμφισβήτηση της δυνατότητας γνώσης πρώτων αιτίων και αιώνιων αρχών ή απόλυτων ουσιών, αφού βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στον πεπερασμένο ορίζοντα της επίγειας ύπαρξής μας. Όθεν προκύπτει το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας επί της οντολογίας.

γ) ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ως σώμα ιδεών δρα νομιμοποιητικά για την παγίωση και διατήρηση της υφιστάμενης ιεραρχίας. Είναι ένα όπλο και εργαλείο στον αγώνα για κατίσχυση· όθεν και η ανάγκη εκρίζωσής της για να επιτευχθεί η κοινωνική χειραφέτηση, τμήμα της οποίας είναι η απαλλαγή από τις πλάνες που γεννά.

δ) ανθρωπολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ριζώνει σε ανάγκες που άπτονται του ανθρωπολογικού υποστρώματος. Ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει κανείς για τα συγκεκριμένα περιεχόμενα των μεταφυσικών πεποιθήσεων, αλλά και για τη λειτουργία τους σε κοινωνικό ή ηθικοκανονιστικό επίπεδο, επομένως, η ελπίδα εκρίζωσής τους και οριστικής απαλλαγής από αυτές είναι μάταιη.

Καθεμία από τις εξελικτικές γραμμές αυτής της γενεαλογίας εξέβαλε σε σύγχρονες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα, ο γλωσσικός τύπος ταυτοποιείται εύλογα στους προγόνους των θεματικών που απασχόλησαν την αναλυτική φιλοσοφία· ο γνωσιοθεωρητικός τύπος προτυπώνει τις βασικές γραμμές στις οποίες θα κινηθεί η καντιανή «κοπερνίκεια αντιστροφή»: ο ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος θα εκφραστεί παραδειγματικά στον Marx [1818-1883] και τους επιγόνους του, οι οποίοι θα επιδοθούν στην κριτική της ιδεολογίας, της μυστικοποίησης και της φενακισμένης συνείδησης, ως κριτική θεωρία· τέλος, ο ανθρωπολογικός τύπος διακρίνεται στους Arthur Schopenhauer [1788-1860], Friedrich Nietzsche [1844-1900], καταλήγοντας στην ψυχανάλυση και τους υπαρξισμούς. Εξυπακούεται ότι στην ιστορική τους εκδίπλωση και αναδιάταξη, οι τάσεις αυτές μπορεί να εμφανίζονταν σε υβριδική μορφή, με εκλεκτική σύμμειξη επιμέρους όψεών τους ή ως σύμμαχες στην κοινή αντιπαράθεσή τους προς έναν αντίπαλο.

Ο συγγραφέας αξιοποιεί τη γενική ιστορία των ιδεών και τη μεθοδολογία της κοινωνιολογίας της γνώσης, ώστε να επιτύχει την περιεκτική τυπολογία ενός αχανούς ιστορικού υλικού, παραμένοντας στο επίπεδο της περιγραφικής παρουσίασης του μεταφυσικού φαινομένου, δηλαδή της όσο γίνεται αποστασιοποιημένης από κανονιστικές κρίσεις θεώρησης του τρόπου σκέψης, που έχει την πηγή του σε «εκείνη την αξίωση ισχύος η οποία αρθρώνεται ως υπέρβαση της εμπειρίας εν όψει της συγκρότησης ενός πολεμικά τελεσφόρου θεωρητικού Όλου». Ως εκ τούτου, αν και κάθε απόπειρα πρόβλεψης, που θα αφορούσε τα ενδεχόμενα μελλοντικά περιεχόμενα αυτού του τρόπου σκέψης, είναι παρακινδυνευμένη, ασφαλέστερη μοιάζει η εκτίμηση ότι ο τελευταίος δε θα στερέψει, καθώς η πηγή του είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την κοινωνική συνύπαρξη σε συνθήκες στοιχειωδώς διαφορισμένου πολιτισμού. Εν ολίγοις, τα παραδοσιακά περιεχόμενα της μεταφυσικής προσωρινά τουλάχιστον αποσύρθηκαν, οι δομές σκέψης και τα εννοιολογικά σχήματα που κληροδότησε στους νεότερους ωστόσο παραμένουν εν χρήσει με λιγότερες η περισσότερες τροποποιήσεις, ανανοηματοδοτούμενα από νέους εκπροσώπους στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι εκάστοτε κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις και διενέξεις.