Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κονδύλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κονδύλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Ο Κονδύλης και η μετακαντιανή παράδοση*

 


του Keunermann


Το δοκίμιο του Σωτήρη Αμάραντου αποτελεί μια ευπρόσδεκτη συμβολή στη σχετική με το έργο τού Κονδύλη συζήτηση, εμπλουτίζοντας την εγχώρια γραμματεία με την πρώτη απόπειρα αποτίμησής του στον ορίζοντα της μετακαντιανής βουλησιαρχικής γενεαλογίας. 

Σε προηγούμενη συνάφεια έχουμε αναφερθεί α) στις υποδειγματικές μελέτες τού Παναγιώτη Κονδύλη στην ιστορία των ιδεών, β) στη βουλησιαρχική προσέγγιση του Arthur Schopenhauer ως συνιστώσα τής πνευματικής παράδοσης της Φυσιοφιλοσοφίας (με αφορμή την απόπειρα αρτίωσης της χρωματικής θεωρίας τού Goethe) και γ) στον «μεταϋπερβατολογικό» χαρακτήρα τού κεντρικού επιχειρήματος του Gilles Deleuze. Επομένως αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη η δημοσίευση του δοκιμίου τού Σωτήρη Αμάραντου Η βούληση της ισχύος στον στοχασμό του Παναγιώτη Κονδύλη, δεδομένου ότι επιτρέπει μια ορισμένη σύνδεση αυτών των νημάτων σκέψης. Η μελέτη τού Αμάραντου στέκεται ιδιαίτερα στα προβλήματα θεμελίωσης προκειμένου να προσδιορίσει την εσωτερική συνοχή και τις αξιώσεις πρωτοτυπίας τής κονδυλικής θέσης, ενώ επιμένει στην ανίχνευση των οφειλών της προς την τοποθέτηση του Schopenhauer. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τη συγκριτική αντιπαραβολή τής κονδυλικής «περιγραφικής θεωρίας τής απόφασης» με την «κοσμοσυστημική γνωσιολογία» τού Γιώργου Κοντογιώργη.

Κατά κανόνα, το έργο τού Παναγιώτη Κονδύλη δεν έχει συναντήσει την εκτενή, συστηματική και κριτική πραγμάτευση που αξίζει. Η κυρίαρχη υποδοχή του στα καθ’ ημάς εκφράζεται είτε μ’ έναν γενικότερο θαυμασμό πέραν των ακαδημαϊκών τμημάτων, ο οποίος παραμένει ασαφής και δίχως εστίαση, είτε με την κριτική απόρριψη των θέσεών του όταν αυτές συζητιούνται από φιλοσόφους, είτε με την αναγόρευσή του σε αυθεντία σε συγκεκριμένους τομείς (όπως οι διεθνείς σχέσεις, η στρατηγική και η φαινομενολογία των διαπροσωπικών και κοινωνικών συμπεριφορών), όπου η διαύγεια της ρεαλιστικής οπτικής του αναγνωρίζεται ευρέως, δίχως όμως να εξετάζεται ο πυρήνας μεθοδολογικών και οντολογικών παραδοχών, αυστηρό σύστοιχο και επιμέρους προϊόν των οποίων αποτελεί η εν λόγω οπτική. Συχνά δηλ. η αντιμετώπιση του έργου εμπίπτει στη σφαίρα τής αποσιώπησης απ’ όσους δεν συμμερίζονται τις θέσεις του, του άκριτου θαυμασμού απ’ όσους δεν έχουν υπόψη τους τις εκβολές τής ιστορίας των ιδεών και τις πολιτικές και θεωρητικές ζυμώσεις ή τις βιωματικές συνάφειες εντός των οποίων επωάστηκε η σκέψη του, ενίοτε ακόμη και της εμπαθούς πολεμικής αντιπαράθεσης από αναγνώστες που συμμερίζονται διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις από εκείνη που (ενδεχομένως υποθέτουν ότι) ενστερνίζεται ο Κονδύλης. Στο επίπεδο των μονογραφιών, θα άξιζε να αναφερθούν η εκπονηθείσα στα Γιάννινα διδακτορική διατριβή τού Πέτρου Λάζου, η οποία ελέγχει κριτικά την κονδυλική θέση από τη σκοπιά τής χαμπερμασιανής θεωρίας τού επικοινωνιακού πράττειν (και της κριτικής θεωρίας ευρύτερα), η μελέτη Νόημα και κυριαρχία τού Γιώργου Φαράκλα, η οποία επιχειρεί την εσωτερική ανασκευή τής κονδυλικής θέσης από τη σκοπιά τής ψυχοπαιδικής αξιολογίας (και της σύστοιχης «θέσης τής προϋπόθεσης») και τέλος το συνθετικό πόνημα του συνεπέστερου κονδυλιστή, Αιμίλιου Μεταξόπουλου, ο οποίος, αναγνωρίζοντας τον θεμιτό χαρακτήρα των ενστάσεων γύρω από γνωσιοθεωρητικά ζητήματα και την αναγκαιότητα μεθοδολογικού ελέγχου, φιλοδοξεί ν’ αρτιώσει την περιγραφική θεωρία τής απόφασης με τη μεταμεθοδολογία των επιστημονικών ερευνητικών προγραμμάτων τού Imre Lakatos και τη θεωρία τής κοσμοκατασκευής τού Nelson Goodman (αξιοποιώντας την «οιονεί ταυτολογική, αλλά παράδοξα μεστή» αναλυτική κατηγορία τής αυστοσυντήρησης).[1]

Στο Ισχύς και απόφαση, ο Κονδύλης διατυπώνει την περιγραφική θεωρία τής απόφασης, εναντιωνόμενος στις στρατευμένες θεωρίες που προσδίδουν θετικό πρόσημο και επιτακτικό χαρακτήρα στη διαδικασία τής απόφασης («βιταλιστικές», υπαρξιστικές και ευρύτερα ντεσιζιονιστικές προσεγγίσεις), όπως και απέναντι στις παραδοσιακές ηθικοκανονιστικές θεωρήσεις που εκκινούν από την προϋπόθεση ενός Δέοντος το οποίο κατέχουν ή του οποίου τις συνέπειες είναι σε προνομιακή θέση να ερμηνεύσουν κατάλληλα. Κατά τον Κονδύλη, τα θεωρητικά σχήματα, οι ιδέες και τα προϊόντα τού πνεύματος αποτελούν εργαλεία στον αγώνα για κατίσχυση και διεύρυνση της επιρροής, με αποτέλεσμα η λογική συνέπεια των εκάστοτε περιεχομένων των δομών σκέψης να υποτάσσεται στην πολεμική συνέπεια, δηλ. στον ετεροπροσδιορισμό έναντι αντιπάλων που έχουν καταλάβει ήδη κάποια θέση στο πεδίο. Ως εκ τούτου, είναι σύνηθες φαινόμενο τα περιεχόμενα ν’ αλλάζουν πρόσημα ενώ οι δομές διατηρούνται άθικτες στο διάβα τού χρόνου (προς επίρρωση της διαπίστωσης ότι οι αντιμαχόμενες παρατάξεις συχνά μοιράζονται περισσότερες και βαθύτερες παραδοχές απ’ όσες τις χωρίζουν). Οι αξίες λοιπόν εντάσσονται σ’ ένα πλαίσιο που υπηρετεί λειτουργικά την αυτοσυντήρηση και μεταρσιώνει τις αξιώσεις ισχύος των φορέων τους. Το εν λόγω πλαίσιο είναι η «κοσμοεικόνα» (η οποία διαθέτει μια πλούσια παρακαταθήκη, μεταξύ άλλων στη γερμανική παράδοση της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας των Max Scheler, Arnold Gehlen και Helmuth Plessner). Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων λαμβάνει χώρα από τον χωρισμό τού προκαταρκτικού αδιευθέτητου κόσμου, ο οποίος διέπεται από χαοτική ποικιλομορφία, σε κατ’ αρχήν ζώνες ενδιαφέροντος και αδιαφορίας. Η επικράτεια των αδιάφορων ή αδιαφοροποίητων αποτελεί «θόρυβο» για το υποκείμενο της απόφασης και τίθεται στο περιθώριο ως αδιαφοροποίητος άμορφος χυλός ή στερούμενο σημασίας υπόβαθρο, ενώ η νοηματικά μεστή επικράτεια συνιστά την πρώτη ύλη που θα επενδυθεί με αξιακό φορτίο επί τη βάσει εν πολλοίς αυθαίρετων και ενδεχομενικών περιεχομένων (αποτελεί δηλ. το πεδίο και το λίκνο των περαιτέρω διακρίσεων). Το ουσιώδες κατά τον Κονδύλη είναι το μορφικά απαράλλακτο του περαιτέρω μερισμού σε Εκείθεν και Εντεύθεν ή Υπερβατικό και Εμμενές, ήτοι σε δύο υποπεριοχές τού υπάρχοντος (εκείνου του τμήματός του που προσφέρεται σε νοηματοδότηση) οι οποίες ανταποκρίνονται στην εμπειρικά προσπελάσιμη ζώνη των φαινομένων και την υπεραισθητή επικράτεια των νοηματικών αρμών (αξίες, ιδανικά, αρχές, αξιωματικές παραδοχές, άρθρα πίστης και μεταφυσικές επενδύσεις) που παρέχουν προσανατολισμό στην ύπαρξη εντός τής εκάστοτε κοσμοεικόνας. Όμως τα υποκείμενα της απόφασης δεν υπάρχουν εν κενώ, συναντούν στο διάβα τους άλλα υποκείμενα με τις δικές τους κοσμοεικόνες και τις σύστοιχες αξιώσεις ισχύος. Οπότε ο πεπερασμένος χαρακτήρας των ανθρώπινων όντων, το γεγονός δηλ. ότι έχουν όρια στον χώρο και τον χρόνο και ότι συνυπάρχουν με άλλα τέτοια όντα, επιτάσσει τη διαρκή επαγρύπνηση και τη μέριμνα για την αποφυγή ή ελαχιστοποίηση των κινδύνων, όσο και την υπαγωγή του «ομοιοστατικού» αιτήματος της αυτοσυντήρησης στην υπηρεσία τής αυτοεπίτασης ισχύος. Η θέση τού Κονδύλη δεν είναι ότι οι κοινωνικοί δρώντες ορέγονται ακόρεστα την ισχύ για κάποιον μυστηριώδη λόγο που εγγράφεται στην υφή τού Είναι, αλλά ότι, προκειμένου να επιβιώσουν και επιπλέον να τελεσφορήσουν τα όποια εγχειρήματά τους, ενδείκνυται να συγκαλύπτουν πειστικά τις αξιώσεις ισχύος (τις οποίες εκφράζουν απλώς και μόνο υπάρχοντας) μέσω της δεσμευτικής ερμηνείας καθολικών εννοιών.

Ακολουθώντας μια σχετική νύξη τής Γεωργίας Αποστολοπούλου, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η κονδυλική θεωρία περί διάλληλης συγκρότησης της υποκειμενικής ταυτότητας και της κοσμοεικόνας αποτελεί αναδιατύπωση της «Επιστημολογίας» τού Fichte υπό την καταστατική επίδραση του Nietzsche. Ο Fichte θέλησε να ολοκληρώσει το καντιανό πρόγραμμα επιμένοντας στην αυτοαναφορική δραστηριότητα του υποκειμένου ή στο υποκείμενο συλλαμβανόμενο ως απαραμείωτη αυτοαναφορική δραστηριότητα, η οποία διέπεται από μια «ακτιβιστική» λειτουργία αυθυπέρβασης (μέσω της υπερνίκησης των εμποδίων στα οποία προσκρούει και τα οποία αναδρομικά αφομοιώνει ως επιμέρους επεισόδια και αφορμές τής δράσης του). Το υποκείμενο συλλαμβάνεται λοιπόν ως μια νησίδα ελευθερίας η οποία εκφράζεται μέσω της ατέρμονης προμηθεϊκής προσπάθειάς της να υποτάξει στη βούλησή της το σύμπαν (ό,τι δηλ. τίθεται ως διάφορο του εαυτού του), το οποίο εμφανίζεται μόνο εφόσον και ενόσω παρέχει το θέατρο για την εκδραμάτιση τούτης της εποποιίας και την απαιτούμενη αντίσταση ώστε το ελατήριο της ελευθερίας να συμπιεστεί προσωρινά. Έτσι, η γνωστική προσπάθεια του ανθρώπου ανευρίσκει πάντοτε τ’ απομεινάρια τής νοητικής και εκτεχνικευμένης δραστηριότητάς του, τα οποία ενίοτε προβάλλει ως ξένο σώμα και εξωγενές πρόσκομμα, δίχως στην πραγματικότητα να είναι δυνατόν να συναντήσει κάτι ανησυχητικά αλλότριο ή ριζικά έτερο. Απολυτοποιώντας κάποιες τάσεις τού Κριτικού προγράμματος (το οποίο επικεντρωνόταν στην αποσαφήνιση των τυπικών και λογικών προϋποθέσεων που καθιστούν δυνατή την εμπειρία και μπορούν να παράσχουν δικαιολόγηση στην άντληση θεμιτών γνωσιακών περιεχομένων από αυτήν), ο Fichte θεώρησε ότι προεξέτεινε με συνέπεια το πνεύμα του, εξαλείφοντας το αχρείαστο δογματικό κατάλοιπο του «πράγματος καθεαυτόν» (ο δε γηραιός Kant χαρακτήρισε το φιχτιανό πρόγραμμα ως μια απόπειρα υπαγωγής τής πραγματικότητας στη λογική και ο Fichte τού ανταπέδωσε το κομπλιμέντο, παρατηρώντας ότι η όψιμα επιχειρούμενη –και κατά τον Schelling, που κινούταν ήδη σε αντίστοιχη κατεύθυνση, ευκταία μα ανολοκλήρωτη– μετάβαση από τη μεταφυσική στη φυσική ήταν έργο ενός «μυαλού τριών τετάρτων»). Ας συγκρατήσουμε επομένως ορισμένα ζητήματα που είθισται να κωδικοποιούνται ως αντιθετικά ή συμπληρωματικά δίπολα, όπως του σχετισμού τής σκέψης με τη μη σκέψη, της ελευθερίας με την αναγκαιότητα, του υποκειμένου με το αντικείμενο, της φύσης με τον πολιτισμό ή ακόμη των συνειδητών επεξεργασιών με τις ασύνειδες ψυχικές ορμές και διεργασίες, κτλ.

Πέραν τού ότι συνοψίζονται εκεί συνθετικά ή με οιονεί αρχετυπικό τρόπο διάφορα μοτίβα ή προβλήματα της ιστορίας των ιδεών, ο λόγος που στεκόμαστε στη μετακαντιανή παρακαταθήκη αφορά ότι οι Fichte και Schelling αντιμετωπίζονταν επί μακρόν ως ενδιάμεσοι σταθμοί στη συντελούμενη μετάβαση «από τον Kant στον Hegel», ώστε, αναλόγως της εκάστοτε οπτικής ή προτίμησης, το φιλοσοφικό τους έργο να εκλαμβάνεται ως ατυχής υπαναχώρηση από το κεκτημένο τού κριτικισμού ή ως πρόωρη, ανεπιτυχής και ημιτελής προεργασία ενόψει τού εγελιανού συστήματος. Αντίστοιχα, η πρόκριση του Schopenhauer από τον Αμάραντο ως κρίσιμου κόμβου στη συγκρότηση της βουλησιαρχικής γενεαλογίας και επομένως ως ενδεδειγμένης επιλογής για τον εντοπισμό τού λίκνου των εννοιολογικών εργαλείων τού Κονδύλη, πέραν της ευστοχίας της, είναι αξιέπαινη λόγω τού ότι συχνά ο Γερμανός φιλόσοφος αντιμετωπίζεται επίσης ως ένας μεταβατικός σταθμός στη σύνδεση του Kant με τον Nietzsche. Εξάλλου, η διδακτορική διατριβή τού Κονδύλη αφορούσε τη γένεση της διαλεκτικής στο πρώιμο έργο των Hölderlin, Schelling και Hegel, καθώς ως κεντρική θέση είχε τη συνδιαμόρφωση από τους δύο πρώτους μιας δομής σκέψης, την οποία επεξέτεινε ο τρίτος. Πράγματι, ορισμένες θέσεις που έχουν συνδεθεί με το εγελιανό έργο (η ενότητα των αντιθέτων, η κριτική τής συλλογιστικά πορευόμενης Διάνοιας και του υποκειμενοκεντρικού αναστοχασμού που εγκλωβίζεται στην επικράτεια του πεπερασμένου, ως και η ίδια η κωδικοποίηση του απολύτου ως «ταυτότητας της ταυτότητας και της μη ταυτότητας») αποτελούν περαιτέρω ανάπτυξη και συστηματική επεξεργασία των σχετικών μοτίβων που είχαν εισαγάγει ή μορφοποιήσει οι φιλοσοφικοί συνοδοιπόροι και προκάτοχοί του κατά την κριτική οικειοποίηση ή και αποστασιοποίησή τους από ορισμένες τουλάχιστον πτυχές τού έργου των Kant και Fichte, στην γενικότερη προσπάθειά τους να συμφιλιώσουν τον «ιδεαλισμό τής ελευθερίας», που προέκυπτε από την «κοπερνίκεια αντιστροφή», με τον οντολογικό μονισμό, ο οποίος έφερε τα λάβαρα του Spinoza.

Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη την πραγματιστική και λειτουργική διάσταση της προσέγγισης του Κονδύλη, ότι δηλ. εστιάζει στο τι κάνουν τα εκάστοτε υποκείμενα της απόφασης (οι κοινωνικοί δρώντες) και στο πώς λειτουργεί η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων, ανεξάρτητα από το πώς αυτοκατανοούνται τα υποκείμενα εντός της και δίχως να λαμβάνονται στην ονομαστική τους αξία οι σχετικές διακηρύξεις και ομολογίες τους. Από την άποψη αυτή, η περιγραφική θεωρία τής απόφασης είναι αναμφίβολα μια καχύποπτη υπερβατολογική θεωρία, η οποία, ισχυριζόμενη πως τα υποκείμενα της απόφασης φενακίζονται ως προς τα πραγματικά κίνητρα και τους μηχανισμούς που καθοδηγούν τη δράση τους και φιλοδοξώντας με τη σειρά της να αναδείξει αυτές ακριβώς τις καθοριστικές καίτοι αθέατες λειτουργίες, διατηρεί ιστορικούς δεσμούς συγγένειας με παραδόσεις όπως η μαρξική κριτική τής ιδεολογίας, η νιτσεϊκή γενεαλογία των αξιών και η φροϋδική ψυχανάλυση. Δεν θα πρέπει ακόμη να διαφύγει την προσοχή μας ότι μια τέτοια θεωρία δεν υποδεικνύει καθ’ οιονδήποτε θετικό τρόπο στους ανθρώπους τι να πράξουν, αλλά αρκείται στην όσο γίνεται πληρέστερη περιγραφή τού τι όντως πράττουν και την όσο γίνεται επαρκέστερη –και αναλυτικά «σφιχτή»– σκιαγράφηση του πώς και γιατί το πράττουν – επομένως από την προσεκτική μελέτη των έργων τού Κονδύλη κάθε εμφορούμενος από κάποια κανονιστική προσέγγιση αναγνώστης έχει να κερδίσει ή να χάσει το ίδιο. Είναι μία θεωρητική κατασκευή που είναι «κοινωνικά ανωφελής» επειδή ακριβώς θα μπορούσε κατ’ αρχήν να φανεί εξίσου χρήσιμη σε όλα ανεξαιρέτως τα διανοητικά εγχειρήματα, ενώ θα μπορούσε να φωτίσει τη σαγήνη και συνάμα τον έωλο χαρακτήρα τής υποβόσκουσας λογικής ενός πλήθους εξουσιαστικών μορφωμάτων.

Αβίαστα έρχονται κατά νου ορισμένα ερωτήματα: Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος και η λειτουργία τού υποκειμένου που λαμβάνει την απόφαση σε σχέση με την αποκτώμενη εντός τής κοσμοεικόνας υποκειμενική ταυτότητα; Ποιο είναι το καθεστώς τής αυτοσυντηρητικής ενόρμησης και της βούλησης για ισχύ, που φαίνεται να συνιστούν απαραμείωτα μεγέθη που υποβαστάζουν τα ανθρώπινα σ’ όλη την εκπληκτική τους ποικιλομορφία κατά μήκος των πλέον ετερογενών κοινωνικών-ιστορικών-πολιτισμικών συμφραζομένων; Εφόσον η Απόφαση, ως επιμέρους οπτική και προοπτική, καθορίζει αναπόδραστα τον ενστερνισμό κάποιων αξιών και ιδεωδών και την κατασκευή κάποιων αντιπάλων ή τον ετεροπροσδιορισμό έναντί τους, πόθεν και τίνι τρόπω προκύπτει ως δυνατότητα η ίδια η περιγραφική θεωρία τής απόφασης, ήτοι μια οπτική ποιοτικά διάφορη από τις άλλες, η οποία ούτε κάποιο ιδεώδες προτάσσει ούτε φέρεται να έχει εχθρούς; Πώς μ’ άλλα λόγια μπορεί να θεμελιωθεί δίχως να αυτοαναιρείται μια θεωρία με αξιώσεις αξιολογικής ουδετερότητας, ενώ η ίδια κομίζει ως πόρισμά της την αξιολογική μεροληψία όλων των κοσμοαντιλήψεων και τον αφεύκτως «παραταξιακό» χαρακτήρα των θεωρητικών εγχειρημάτων; Είναι στ’ αλήθεια δυνατόν ν’ απόσχει η περιγραφική θεωρία από υποκειμενικές αξιολογήσεις ή μήπως στα ιστορικά έργα τού Κονδύλη υπεισέρχονται λάθρα τέτοιες προτιμήσεις, ανεξέταστες μεροληψίες και ανεπίγνωστες απαξιώσεις, όπως όταν φερειπείν μοιάζει να εκφράζει μια ειρωνική αποστασιοποίηση, που μετά βίας διακρίνεται κάποιες φορές από τη δυσφορία ή την αποστροφή, για ορισμένες όψεις των σύγχρονων μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών; Οι ενστάσεις και οι απορίες αυτές έχουν απευθυνθεί στην κονδυλική θέση και συχνά έχει θεωρηθεί ότι η διατύπωσή τους και μόνον επαρκεί για να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η μεθοδολογική αξιοπιστία της. Ο Κονδύλης απέκρουε αυτές τις αντιρρήσεις με τρία επιχειρήματα: α) Πρόκειται απλούστατα για παρανοήσεις. β) Κατά την εκφορά τους λαμβάνει χώρα η σύγχυση μεταξύ διαφορετικών νοηματικών επιπέδων. γ) Ως εμπειρικό τεκμήριο της ευρετικής ισχύος τού κονδυλικού σχήματος προσκομίζονται οι απαράμιλλες ενδιατρίψεις του στην ιστορία των ιδεών, όπου η περιγραφική θεωρία τής απόφασης βρίσκει εφαρμογή και μοιάζει να δομεί με αξιοσημείωτη συνοχή την ποικιλομορφία τού εμπειρικού υλικού. Επομένως μία ανταγωνιστική προσέγγιση θα όφειλε να ανασυγκροτήσει με μεγαλύτερη πληρότητα, συνοχή και επάρκεια ένα αντίστοιχης έκτασης και εύρους υλικό.

Ένα ακόμη συγκριτικό πλεονέκτημα της περιγραφικής θεωρίας τής απόφασης έγκειται κατά τον Κονδύλη στην ικανότητά της να διαυγάσει τη γένεση αλλά και την επικράτηση των ποικίλων ηθικοκανονιστικών προσεγγίσεων. Πρόκειται για μόνιμο αίτημα κάθε γενετικής υπερβατολογικής προσέγγισης από τον Fichte ίσαμε τον Deleuze: Υπάρχουν μόνο δύο συστήματα, του ιδεαλισμού τής ελευθερίας (ως αυτοθεσία τού απόλυτου Εγώ) και του ντετερμινισμού τής ύλης (ως εξαφάνιση κάθε υποκειμενικότητας στην ωκεάνια οντολογική αταραξία των νομοτελών αλληλεπιδράσεων) και το καθένα επιλέγεται με βάση την ιδιοσυγκρασία ενός εκάστου (ο στοχαστής ως απαραμείωτη υποκειμενικότητα επιλέγει και συνάμα επιλέγεται ο ίδιος: το παράδοξο αυτό θα αξιοποιηθεί δεόντως από τον Kierkegaard, ο οποίος θα προσδώσει στο φιχτιανό νήμα μια αχλή δραματικής διακινδύνευσης της ύπαρξης), αλλά μόνον το πρώτο είναι σε θέση να διαυγάσει την εμφάνιση του δεύτερου και τους λόγους που καθίσταται ελκυστικό και βιώσιμο ως προοπτική. Έτσι και στον Deleuze, υπάρχει ο «χάοσμος» των υποαναπαραστατικών «εντασιακών διαφορών» που συγκαλύπτονται από τον «καθημερινό» κόσμο τής αναπαράστασης, όμως είναι μια «φιλοσοφία τής διαφοράς» εκείνη που αναδεικνύει τις προϋποθέσεις τής «δογματικής εικόνας τής σκέψης» (της αναπαραστατικής λειτουργίας που επιμερίζει το υπάρχον σε χωροχρονικά εντοπίσιμες οντότητες και καταστάσεις πραγμάτων, ήτοι σε αναγνωρίσιμα υποκείμενα και αντικείμενα με σταθερές ιδιότητες) και καθιστά εύλογη την επικράτησή της. Εν ολίγοις, εάν υπέθετε κανείς ότι τα πράγματα είναι σε αδρές γραμμές όπως τα παρουσιάζει η κονδυλική θεωρία, θα έπρεπε να αναμένει τη διάδοση ανταγωνιστικών κανονιστικών προσεγγίσεων που θα πρόβαλλαν ως μοναδικοί αξιόπιστοι φορείς μιας οικουμενικής αλήθειας. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι και οι τρεις προαναφερθέντες φιλόσοφοι (όπως εξάλλου και ο Schopenhauer, έστω και περισσότερο αμφίθυμα) ισχυρίζονται ότι αρθρώνουν εμμενειοκρατικές θέσεις, μολονότι (στο φως και των ανωτέρω παρατηρήσεων περί της πολεμικής και συναρτησιακής λειτουργίας τής σκέψης) περισσότερο ενδιαφέρον θα παρουσίαζε η διευκρίνιση της ακριβέστερης νοηματοδότησης και χρήσης τού όρου στο επιχείρημα του καθενός.

Όσον αφορά τον οδηγητικό μίτο τού παρουσιαζόμενου βιβλίου, ήτοι την ανάγνωση του Κονδύλη υπό την οπτική τής υπερβατολογικής βουλησιαρχίας τού Schopenhauer, ο Αμάραντος φέρνει στο φως τη μορφολογική αντιστοιχία και την σύμπτωση ή επικάλυψη περιεχομένων στη σκέψη των δύο φιλοσόφων, η οποία πάντως δεν φαίνεται να προκύπτει από την άμεση και ομολογημένη επίδραση. Άλλως ειπείν, δεν θα πρέπει να φανταστούμε ότι έλαβε χώρα κάποια στιγμιαία έκλαμψη ή επιφοίτηση του νεαρού Κονδύλη όταν ενέκυπτε στις σελίδες τού Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση. Οι βιογραφικές λεπτομέρειες δεν έχουν ενδιαφέρον στο καθαυτό φιλοσοφικό επίπεδο πραγμάτευσης, αλλά φαίνεται ότι ο Κονδύλης είχε οδηγηθεί αδρομερώς στη βασική του τοποθέτηση από βιωματικούς παράγοντες (σχετιζόμενους κατά πάσα πιθανότητα με τη νεανική και ετερόδοξη αριστερή στράτευσή του) και εκ των υστέρων ενέδυσε με φιλοσοφικό λεξιλόγιο και συνειδητά εμπλούτισε με το κατάλληλο εννοιολογικό οπλοστάσιο τούτη την αρκτική ενόραση (με σημαντικότερη την επίδραση του Nietzsche μάλλον, παρά του Schopenhauer). Εξάλλου, ζητήματα όπως η οριοθέτηση και η διασύνδεση του υπερβατολογικού και του εμπειρικού, του ανυπόθετου και των υπό όρους πραγμάτων, του οντολογικού θεμελίου τού κόσμου και του κόσμου νοούμενου ως κατά το μάλλον ή ήττον εύτακτη ιεραρχία όντων και αλληλουχία συμβάντων βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη της μετακαντιανής φιλοσοφικής «στιγμής».[2] Το ερώτημα εν ολίγοις άπτεται του αν πρόκειται για σχέση εξάρτησης (λχ. συνεπαγωγής) μεταξύ των δύο εγχειρημάτων ή αν αμφότερα αποτελούν διαφορετικές και δομικά ομόλογες ενσαρκώσεις μιας κοινής μήτρας αφετηριακών παραδοχών. Με μαθηματικούς όρους, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο συγγραφέας επιχειρηματολογεί πειστικά για το ότι οι δομές σκέψης και τα χρησιμοποιούμενα από τους Schopenhauer και Κονδύλη λεξιλόγια αποτελούν μέχρι ενός σημείου ισόμορφα μοντέλα τού ίδιου τυπικού αξιωματικού συστήματος. Η επιφύλαξη αφορά το κύριο σημείο διαφοροποίησης, που είναι η εν είδει μεταφυσικής αρχής επέκταση από τον Γερμανό φιλόσοφο της εμβέλειας της βούλησης στο σύνολο του επιστητού, περιλαμβανομένης της ανόργανης ύλης, ενώ ο Κονδύλης με νεοκαντιανή ή «φιχτιανή» σύνεση αυτοπεριορίζεται στα ανθρώπινα, θεωρώντας ότι οι μεταφυσικές φιλοδοξίες αντικατοπτρίζουν αξιώσεις ισχύος και προβάλλουν το Δέον στο Είναι ή απορροφούν το Είναι στο Δέον. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε» επισημαίνει ο συγγραφέας, «πως ο Κονδύλης δεν ενδιαφέρεται άμεσα για τα ερωτήματα της κλασικής οντολογίας, αντιθέτως στο επίκεντρο της σκέψης του βρίσκεται το πεδίο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινωνική οντολογία. Δηλαδή η σκέψη του εστιάζει στον άνθρωπο και την κοινωνία του και μόνο δευτερευόντως και συμπληρωματικώς, στον βαθμό που εμπλέκεται στην ανθρώπινη κατάσταση, ασχολείται με τη ζωική και ανόργανη πραγματικότητα» (112-113). Αυτή θα είναι άλλωστε η κριτική τού Κονδύλη στον Nietzsche: Έχοντας με επιδέξιο τρόπο ξεσκεπάσει το θεολογικό αίμα που ρέει στις φλέβες τής φιλοσοφίας και δη της παραδοσιακής μεταφυσικής και των ορθολογιστικών μεταμορφώσεών της, θα επιδοθεί κατόπιν και ο ίδιος στην υποστήριξη σαφώς μεταφυσικών θέσεων με τις σύστοιχες κανονιστικές συμπαραδηλώσεις (η «αιώνια επιστροφή», ο «υπεράνθρωπος», το αίτημα μιας «μεταξίωσης των αξιών» και φυσικά η ίδια η «θέληση για δύναμη» ή «βούληση της ισχύος», η οποία, δίχως ν’ αποτελεί μεταφυσική αρχή παλαιού τύπου, υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια που θέτει η αγνωστικιστική ευσέβεια). Δεν θα συναντήσει κανείς στον Κονδύλη το ένθερμο ενδιαφέρον τού Nietzsche  για τις συγκαιρινές εξελίξεις στα πεδία τής βιολογίας και της χημείας (όπως το έργο των Wilhelm Roux, William Rolph και Carl von Nägeli) ως τεκμήρια της επενέργειας της «βούλησης στη φύση» (όπως ήταν ο τίτλος ενός σχετικού πονήματος του Schopenhauer). Πάντως δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι ο Κονδύλης μεριμνούσε για τη διαφοροποίησή του από τα συναφή ρεύματα ιστοριστικού νατουραλισμού τού 19ου αι., τα οποία συνδέονταν με τις «στρατευμένες θεωρίες τής απόφασης» των Lebensphilosophen και των υπαρξιστών των πρώτων δεκαετιών τού 20ού αι., και ότι είναι βιαστικές οι συσχετίσεις τού έργου του με αυτές τις τάσεις (όπως το είχε επιχειρήσει λίγο μετά τον αδόκητο χαμό του η Σταυρούλα Τσινόρεμα, διαπιστώνοντας τον αναγωγιστικό ρόλο που διαδραματίζει στη θεωρία του η «μυστηριώδης βιοψυχική δομή» ως εννοιολογικό ισοδύναμο μιας βιολογικής εγγραφής τής «βούλησης για ισχύ»).

Εν πάση περιπτώσει, η θέση τού Αμάραντου είναι ότι υφίσταται «εκλεκτική πνευματική συγγένεια» μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Πρόκειται για θέση αναμφίβολα ορθή, ενίοτε όμως διατυπώνεται ως ο τολμηρότερος ισχυρισμός ότι «η πραγματική έμπνευση για τον έλληνα στοχαστή είναι το έργο τού Αρθούρου Σοπενχάουερ, τόσο έμμεσα όσο και άμεσα», και άρα υφίσταται «άμεση πνευματική παρουσία τού Σοπενχάουερ στην περιγραφική θεωρία τής απόφασης». Η σύγκλιση αυτή άπτεται τόσο του διαπιστούμενου δυϊστικού σχήματος που χρησιμοποιούν (ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση, ο προκαταρκτικός κόσμος τής χαοτικής ποικιλομορφίας και ο διευθετημένος που παρέχεται από τις κοσμοεικόνες) όσο και της αναγωγής τής βούλησης σε καθορίζουσα αρχή η οποία οργανώνει τον φαινομενολογικό πλούτο τής εμπειρίας, ενώ επισφραγίζεται από τον υπαρξιακό οδοδείκτη που προτείνουν αμφότερες οι θεωρήσεις – στην περίπτωση του Schopenhauer άμεσα ως ηθικοπρακτικός γνώμονας, ενώ σ’ εκείνη του Κονδύλη έμμεσα ως μεθοδολογικό ιδεώδες και γνωσιολογική προϋπόθεση. Πρόκειται για την ενδεδειγμένη υπαρξιακή στάση τής παραίτησης, η οποία επιφυλάσσεται για τις μεγαλοφυΐες και τους ασκητές ή αντίστοιχα για τους «επαΐοντες του περιθωρίου», των οποίων η εμφάνιση ευνοείται στις ιστορικές μεσοβασιλείες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η σύγκλιση αυτή «παρέχει μια ακλόνητη τεκμηρίωση για τις οφειλές τού Παναγιώτη Κονδύλη στη φιλοσοφία τού Αρθούρου Σοπενχάουερ» (120). Εάν μάλιστα επιχειρούσαμε «εν είδει διανοητικού πειράματος να αφαιρέσουμε τις επιρροές αυτές», θα λάμβανε χώρα η «κατάρρευση του οντολογικού και γνωσιολογικού υποβάθρου τής περιγραφικής θεωρίας τής απόφασης» (122). Ο Αμάραντος επιμένει στον επίλογο ότι πρόκειται για μείζονος σημασίας ομοιότητες και όχι απλώς για αναλογίες στα έργα των δύο φιλοσόφων, οι οποίες «δεν αφήνουν περιθώρια στην άρνηση του συμπεράσματος για την καταγωγική σχέση τού σκληρού πυρήνα των εννοιολογικών εργαλείων τού δεύτερου [σ.σ. του Κονδύλη] από την πνευματική παραγωγή τού πρώτου [σ.σ. του Schopenhauer]» (172). Ενώ, αναφερόμενος εκ νέου στο προταθέν νοητικό πείραμα, υπερθεματίζει: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς αυτό. Η αφαίρεση θα σήμαινε την οντολογική και λειτουργική κατάρρευση της περιγραφικής θεωρίας τής απόφασης» (173).

Στο τελευταίο κεφάλαιο του δοκιμίου, αναδεικνύονται τα όρια της κονδυλικής θεωρίας όπως εξακτινώνεται στην κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των τελευταίων αιώνων. Η κύρια μομφή που διατυπώνεται είναι συναφής προς την εγελιανή κριτική στον Schelling: Η βούληση για ισχύ επιβάλλεται ως αδιαφοροποίητο πέπλο που καλύπτει τα πάντα και ανευρίσκεται παντού, ως προκρούστεια κλίνη στην οποία προσαρμόζεται η πραγματικότητα, ώστε ο φορμαλισμός τού θεωρητικού σχήματος καταλήγει να καταπιέζει και να συγκαλύπτει αντί να αναδεικνύει τα φαινόμενα σ’ όλη τους την ετερογένεια και την ιδιοσυστασία. Επιπλέον, η αξιολογικά ελεύθερη θεωρία μοιάζει να μην επιτρέπει τις ποιοτικές διακρίσεις στη συγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου και να μην διαθέτει κριτήρια για την ιεραρχική διάταξη των επιμέρους όψεών του (λχ. πολιτισμικών φαινομένων, κοινωνικών σχηματισμών, καλλιτεχνικών ρευμάτων, πολιτικών ιδεολογιών, διαφορετικών πολιτευμάτων), σε αντίθεση με την κοσμοσυστημική γνωσιολογία τού Κοντογιώργη, η οποία εκκινεί από την ιστορική ανάδυση του προτάγματος της ελευθερίας, η έκταση και η ένταση της εμπέδωσης και διάχυσης του οποίου επιτρέπει τη σύγκριση διαφορετικών πολιτισμικών μορφωμάτων και θεσμίσεων, όπως και των επιμέρους σταδίων στη μακρά διάρκεια της εξέλιξης. Το αναδυθέν σε πραγματικό ιστορικό χρόνο πρόταγμα της ελευθερίας αποκαλύπτεται αναδρομικά ως το διαλεκτικό συμπλήρωμα της ισχύος, οριοθετώντας την εμβέλεια της βούλησης για ισχύ και μετριάζοντας τις θεμελιωτικές αξιώσεις της. Δεν θα υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, δεδομένου ότι οι επεξεργασίες αυτού του τμήματος μάς φαίνονται λιγότερο ενδιαφέρουσες (υπό την έννοια ότι απομακρύνονται από τα μεταθεωρητικά ζητήματα – εξυπακούεται ότι για έναν άλλο τύπο αναγνώστη, το πρόσημο θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν αντίστροφο). Σ’ αυτό το σημείο ο Αμάραντος απευθύνει μια παράξενη κριτική στον Κονδύλη, διαπιστώνοντας τις οφειλές του στη γερμανική κουλτούρα, ενώ μοιάζει ν’ αποδέχεται μια εκδοχή τού αφηγήματος περί «πρωσικού εξαιρετισμού», έστω και με αντιστραμμένη, αρνητική φόρτιση. Σχολιάζοντας τη διάκριση του Michel Foucault μεταξύ του άγριου και του βάρβαρου, ο Αμάραντος γράφει ότι «αυτή συνεπάγεται, πέρα από το κοινό τους χαρακτηριστικό, όπου είναι η πολιτισμική υστέρηση, ότι ο βάρβαρος σε αντίθεση με τον καλοπροαίρετο άγριο, διακατέχεται από την αλαζονεία τής ισχύος και την έπαρση της επιβολής. Ώστε ο βάρβαρος μεταφράζει ψυχολογικά την πολιτισμική του υστέρηση μέσω της ισχύος σε υπεροχή. Αδυνατεί, λοιπόν, να τοποθετηθεί υπέρ μιας ειρηνικής διευθέτησης, μέχρι τη στιγμή που θα νιώσει τους συσχετισμούς δύναμης να στρέφονται εις βάρος του. Τις περισσότερες φορές, αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται πολύ αργά, ώστε το τίμημα της επιβολής να το πληρώνει ο βάρβαρος με την ίδια του την καταστροφή. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που έχουμε δει κάτι τέτοιο να επαναλαμβάνεται στη γερμανική ιστορία» (159).[3]

Η αξιόλογη συμβολή τού Αμάραντου στην κριτική φιλοσοφική γραμματεία για το έργο τού Κονδύλη θα μπορούσε να εντρυφήσει περισσότερο στις συνδέσεις και τις αντιστοιχίες που επιχειρεί στο επίπεδο της ιστορίας των ιδεών, όπως και να έχει λάβει υπόψη ορισμένες από τις εργασίες που αναφέραμε προκειμένου ν’ ανασυγκροτήσει με πλουσιότερους όρους όχι μόνο την επιχειρούμενη στάθμιση ή αποτίμηση της φιλοσοφικής συνεισφοράς τού Κονδύλη συναρτήσει τής ιστορίας των ιδεών, αλλά και τις γόνιμες και ενδιαφέρουσες συζητήσεις που διεξάγονται, έστω και με όρους «χαλασμένου τηλεφώνου», στη σύγχρονη ελληνόγλωσση πραγματικότητα (το καταβαλλόμενο τίμημα θα ήταν βέβαια η αύξηση σε όγκο τής μελέτης). Ανεξάρτητα από το αν θεωρούμε «τραβηγμένη» τη διαπίστωση ότι η επίδραση του Schopenhauer υπήρξε ίσως η πλέον καθοριστική κατά την πνευματική διαμόρφωση του Κονδύλη, η πρωτοβουλία τής διατύπωσης και εξερεύνησης αυτής της υπόθεσης είναι αξιέπαινη, όπως και η συγκριτική αντιπαραβολή με τις συναφείς επεξεργασίες τού Κοντογιώργη. Όσον αφορά τις επισημανθείσες νωρίτερα κριτικές, η γνώμη μας είναι ότι μπορούν ν’ αποφευχθούν ή ν’ αντιμετωπιστούν ικανοποιητικά με τους πόρους που διαθέτει ή μπορεί ν’ αντλήσει η περιγραφική θεωρία τής απόφασης. Συγκατανεύουμε στη διαπίστωση του Μεταξόπουλου ότι ο Κονδύλης είχε υπόψη του τις σύγχρονες γνωσιοθεωρητικές και μεθοδολογικές συζητήσεις, όμως τις «σνόμπαρε», αρκούμενος κατά κάποιον τρόπο, πέραν των απαντήσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη διαβεβαίωση της εντιμότητας και της ακεραιότητάς του (σε κάθε περίπτωση, ο Μεταξόπουλος θεωρεί τις εκφερόμενες ενστάσεις διαχειρίσιμες). Μήπως ο Κονδύλης είναι τελικά κακός φιλόσοφος; Ή θα έπρεπε μάλλον ν’ αποφανθούμε ότι δεν είναι καν φιλόσοφος, εφόσον αφενός η περιγραφική θεωρία τής απόφασης, όπως η «μη φιλοσοφία» τού Francois Laruelle (hat tip, Τζόνι Ευσταθίου aka Γιόχαν φον Όιστατ [Ονειρμάρξ]), συνιστά μια επιστημονική προσέγγιση που λαμβάνει τη δομή τής φιλοσοφικής απόφασης ως πρώτη ύλη, ενώ, επιπλέον, αφιέρωσε ορισμένες από τις πλέον αξιόλογες σελίδες τού έργου του στην ιστορία των ιδεών, την κοινωνική οντολογία και ευρύτερα τη θεωρία τού πολιτισμού;

Εν κατακλείδι, το δοκίμιο του Αμάραντου αποτελεί μια μεστή στοχαστική χειρονομία που φτάνει στο αναγνωστικό κοινό σε μια κομψή και σε γενικές γραμμές προσεγμένη έκδοση (την οποία παραλείψαμε να αναφέρουμε ότι προλογίζει ο Στέφανος Ροζάνης). Ολοκληρώνοντας την πραγμάτευσή του, ο Αμάραντος επιχειρεί να εντάξει το θεωρητικό εγχείρημα του Κονδύλη στη μακρά διάρκεια της ιστορίας των ιδεών από την άποψη της πρωτοτυπίας. Διακρίνει τρία επίπεδα –τα οποία εκτείνονται από την επινόηση νέων εννοιολογικών εργαλείων ή/και των σύστοιχων πεδίων (ή την ίδρυση «σχολής») ίσαμε τη δημιουργική ανάκτηση, ιδιοποίηση, αξιοποίηση και μετάπλαση ήδη διαθέσιμων εννοιολογικών εργαλείων και την επέκτασή τους σε νέα πεδία εφαρμογής, η οποία απλώς υπερβαίνει τη συνετή διαχείριση των υπαρχόντων νοητικών εργαλείων στα θετικά περιγεγραμμένα πεδία που τούς αναλογούν– και σπεύδει να κατατάξει την περιγραφική θεωρία τής απόφασης στην ενδιάμεση βαθμίδα – εκτίμηση τον γενικό χαρακτήρα τής οποίας συμμεριζόμαστε, ανεξάρτητα από κάποιες επιμέρους περιπλοκές τής επιχειρηματολογίας που την υποβαστάζει. Σε κάθε περίπτωση, προσυπογράφουμε μετ’ επιτάσεως τον ισχυρισμό τού συγγραφέα ότι ο Κονδύλης «αποτελεί μια σημαντική μορφή τής σύγχρονης φιλοσοφίας. Είναι όντως υποδειγματικός ο τρόπος που αξιοποιεί το πλήθος των γνώσεων που διαθέτει για να λειτουργήσει ως ιστορικός των ιδεών. Εξίσου αξιομνημόνευτη είναι και η ικανότητά του να συνδέει τις προκείμενες προτάσεις του με τις συμπερασματικές, αναζητώντας ορθολογικές εξηγήσεις στις δαιδαλώδεις διαδρομές τής σκέψης. Επίσης, η περιγραφική θεωρία τής απόφασης, στο μέτρο που παρέχει ορισμένα κρίσιμα εργαλεία ανάλυσης των σύγχρονων γεωπολιτικών συσχετισμών δύναμης, δύναται να προσεγγίσει με σχετική επάρκεια γεγονότα τού κοντινού μέλλοντος» (179).

----------------------

[1] Βλ. αντιστοίχως Γιώργος Φαράκλας, Νόημα και κυριαρχία. Νοηματική συγκρότηση και κριτική των σχέσεων κυριαρχίας (Αθήνα: Εστία, 2007). Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, πόλεμος, πολιτική. Όψεις του μετανεωτερικού κόσμου υπό το φως της θεωρίας της κοσμοκατασκευής (Αθήνα: Εκδόσεις Λιβάνη, 2005). Πέτρος Λάζος, Αξιακός σχετικισμός, κανονιστικότητα και αποφασιαρχία στο έργο του Π. Κονδύλη. Όροι, προϋποθέσεις συγκρότησης και θεωρητικές συνέπειες μίας αποφασιαρχικής θεωρίας (Ιωάννινα, 2011). Για μια εμπεριστατωμένη αποτίμηση της πρώιμης υποδοχής τού κονδυλικού έργου στην Ελλάδα, παραπέμπουμε τον αναγνώστη στο μελέτημα του Γιώργου Ευαγγελόπουλου, «Μελαγχολία και Πολεμική και η υποδοχή τού έργου τού Π. Κονδύλη στην Ελλάδα», Νέα Κοινωνιολογία, 39 (2004), 43-64.

[2] Πρβλ. τα όσα αναφέρει σχετικά στη μνημειώδη εργασία του Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη, τόμος Β΄: από τον Χέγκελ και τον Νίτσε ως τον Χάιντεγκερ και τον Βίττγκενσταϊν, μετάφραση: Μιχάλης Παπανικολάου (Ηράκλειο & Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012), 27-28: «Το Υπερβατικό παύει ν’ αποτελεί ενσάρκωση του Δέοντος ή ανώτατη κανονιστική βαθμίδα δικαιοδοσίας, κι αντί γι’ αυτό γίνεται η αρχέγονη πηγή που παράγει αφ’ εαυτής όλες τις μορφές τού Πεπερασμένου, τις κακές και τις άσχημες εξίσου με τις καλές και τις ωραίες. Βέβαια, οι ακριβείς συνθήκες κάτω απ’ τις όποιες λάμβανε χώρα τούτη η παραγωγή ή, μ’ άλλα λόγια, οι σχέσεις μεταξύ Πεπερασμένου και Απόλυτου, Όντος και Είναι, κτλ., παρέμεναν εξίσου ασαφείς όπως και σε ανάλογες δομές σκέψης τού παρελθόντος, το κυριότερο όμως ήταν ότι πλέον είχε πεθάνει όχι μόνο η ιδέα τής Δημιουργίας, παρά κι η παλιά ιεραρχία των οντολογικών επιπέδων, καθώς και καθαυτό το Υπερβατικό παλαιού τύπου». Στον Schopenhauer αναφέρεται στις σελίδες 34-36, 224-225.

[3] Στις «Κριτικές αντιρρήσεις στη φιλοσοφία του Παναγιώτη Κονδύλη», ο Φώτης Τερζάκης έχει επιμείνει στον υφέρποντα «πρωσικό αυταρχισμό» τής σκέψης τού Κονδύλη. Αξίζει να προσεχθεί το κρεσέντο με το οποίο διαδοχικά προσεγγίζει την πολεμική διαπίστωσή του, ως εάν όλο το κείμενο έχει γραφτεί για να νομιμοποιήσει σταδιακά την ακροτελεύτια φράση και την απόλαυση που η εκφορά της κομίζει: «Σε αυτές τις προγραμματικές διατυπώσεις εμφανίζονται όλα τα μοτίβα που θα γίνουν λίγο-λίγο αναγνωριστικά τής σκέψης τού Παναγιώτη Κονδύλη: ο βεμπεριανός του σχετικισμός που αξιώνει μιαν "αξιολογικώς ουδέτερη επιστήμη" και η έννοια της "ετερογονίας των σκοπών"· η αγωνιστική (ωμά εργαλειακή) αντίληψη του Λόγου και η αυταρχική υπαγωγή όλων των διαφορικών και κρίσιμων περιεχομένων σε μια υποτιθέμενη απαράλλακτη, υπαρξιακή και διαχρονική "δομή"· μια νεοδαρβινικού τύπου φυσικοποίηση της ιστορίας (που προϋποθέτει μία κοινωνική προβολή στην ίδια τη φύση) με την αναγωγή τής "έχθρας" σε υπεριστορική ανθρώπινη ουσία, ως αιώνια αμοιβαία διεκδίκηση "ζωτικού χώρου" (είναι ακριβώς η έννοια του ναζιστικού Lebensraum)· ένας επίσης φασιστικών αποχρώσεων αντιδιανοουμενισμός –που θα πρέπει να ενέχει σημαντικές ποσότητες αυτοπεριφρόνησης– και μια αντίληψη της επιβολής και της επικράτησης ως αυτού "που μετράει" πραγματικά στην ιστορία… [...] Ποια είναι η ταυτότητα αυτής τής θεωρίας; Τα βασικά της κλειδιά έχουν ήδη διαφανεί, νομίζω. Ακριβέστερα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το εγχείρημά του σαν μία μετάβαση από τον αξιακό σχετικ­­­ισμό σε μια νεοδαρβινιστικού τύπου βουλησιαρχία. Ο πεισματικός του αντι-ουμανισμός βρίσκει τις εκλεκτικές του συγγένειες πρώτον σε πεσιμιστικές, κυκλικές αντιλήψεις τής ιστορίας (Θουκυδίδης, Μακιαβέλι, Όσβαλντ Σπένγκλερ), και δεύτερον στους πιο ζοφερούς (και κυριολεκτικά αντιδραστικούς, όσο προχωρούμε στην ύστερη νεωτερικότητα) επικριτές τού Διαφωτισμού: Τόμας Χομπς, Ντε Μαιστρ και Μπονάλντ, Τόμας [σ.σ. μάλλον εννοείται ο συντηρητικός πολιτειολόγος Carl Schmitt] Σμιτ… Ιδιαίτερη γοητεία φαίνεται να τού ασκεί ο μιλιταριστικός πρωσικός αυταρχισμός, όπως παραδειγματικά εκφράζεται στους στοχασμούς τού στρατηγού Καρλ φον Κλαούζεβιτς, με τον οποίον διαλέγεται διαρκώς (όπως και με τον μεγάλο νομικό τής Βαϊμάρης, θεωρητικό στυλοβάτη τού ναζισμού, τον Καρλ Σμιτ) σε όλο του το έργο. [...] Παράγοντες οροεξαρτημένοι και ιστορικώς μεταβλητοί, όπως η συνθήκη τής υλικής σπάνης και οι εσωτερικεύσεις της, η παιδαγωγική βία και τα ψυχικά της αποτυπώματα, τυχόν σχέσεις υποδούλωσης, εκμετάλλευσης, ανισότητας και αδικίας που παράγουν εκρήξεις δικαιολογημένης οργής και αγανάκτησης, οιδιπόδειες αντιζηλίες που γεννιούνται ή επιτείνονται από πατριαρχικές δομές σχέσεων και σεξουαλικώς κατασταλτικούς κανόνες – όλο αυτό το φάσμα των διαφοροποιητικών συνθηκών που μπορούν να παράγουν βία, μίσος και ανταγωνισμό ανάμεσα στους ανθρώπους πολτοποιούνται κάτω από μία και μόνη, μη αναγώγιμη "υπαρξιακή" αρχή: την αρχή τής έχθρας. Αυτό είναι, ας μού επιτραπεί να το πω, η φασιστική ανθρωπολογία στην πιο καθαρή φιλοσοφική της έκφραση: την έκφραση, ακριβώς, που έκανε διάσημη με τις διατυπώσεις του ο Καρλ Σμιτ». Βλ. https://thepressproject.gr/fotis-terzakis/

 

* Βλ. Σωτήρης Αμάραντος, Η βούληση της ισχύος στον στοχασμό του Παναγιώτη Κονδύλη, προλεγόμενα: Στέφανος Ροζάνης (Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, 2021).

 

Πηγή artcore 

 

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Δυο ιστορίες των ελληνικών γραμμάτων

1. Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη, ιδρυτή των εκδόσεων «γνώση»:


Άνοιξη του 1983. Ήταν ο Βασίλης Κρεμμυδάς εκείνος ο οποίος, ύστερα από σχετική συνεννόηση, ήρθε ένα πρωί στο γραφείο μου με τον Παναγιώτη Κονδύλη. Μου είχε πει πολλά γι’ αυτόν ο Κρεμμυδάς. Τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Την εποχή εκείνη ο Κονδύλης ήταν ήδη ένας επιτυχημένος συγγραφέας και ιδιαίτερα δημοφιλής φιλόσοφος-στοχαστής στη Γερμανία. Είχαμε ακριβώς την ίδια ηλικία. Συζητήσαμε για κάμποση ώρα. Ήταν καλός συζητητής, είχε χιούμορ, η κουβέντα μαζί του ήταν ευχάριστη και όπως θα ανακάλυπτα και στο μέλλον είχε πάντα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Προσπάθησα να του παρουσιάσω τις εκδοτικές μου φιλοδοξίες. Σ΄ αυτή την πρώτη μας συνάντηση μου πρότεινε την έκδοση μιας σειράς κλασσικών βιβλίων πολιτικής, στοχασμού και φιλοσοφίας την οποία ήταν διατεθειμένος να επιμελείται και να διευθύνει. Μου εξήγησε πως ο ίδιος θα συμμετείχε στη μετάφραση κάποιων από τα βιβλία αυτά και κάποια ενδεχομένως να τα σχολίαζε. Δεν χρειάστηκε να επιχειρηματολογήσει περισσότερο. Τον ρώτησα πώς θα ονομάζαμε τη σειρά αυτή. Ήταν προετοιμασμένος και μου απάντησε αμέσως: «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη»! Δεν ήμουν σε θέση, είχα τη «γνώση», δεν είχα όμως τότε τη γνώση και την οξυδέρκεια να εκτιμήσω το μέγεθος και τη σημασία της πρότασης του Κονδύλη. Σήμερα, αποστασιοποιημένος και βλέποντας τα πράγματα σαν ένας μακρινός, εξωτερικός παρατηρητής, με περισσή βεβαιότητα, δηλώνω πως μόνη η σειρά αυτή θα αρκούσε απολύτως για να αφήσει το ανεξίτηλο, θετικό εκδοτικό της αποτύπωμα, σε οποιονδήποτε εκδοτικό οίκο και βέβαια στη «γνώση». Συμφωνήσαμε από την αρχή σε όλα όσα μου ζήτησε.


Ο Κονδύλης ήταν ένας χαλκέντερος μελετητής, αλλά και ένας καθ’ όλα καθημερινός άνθρωπος. Μελετούσε και έγραφε ακατάπαυστα. Πού και πού έπαιζε τάβλι και έβλεπε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Του άρεσε το καλό φαγητό και το κόκκινο κρασί. Παρέα με τον Κρεμμυδά και με τον Κωστή Παπαγιώργη επισκεφτήκαμε δυο-τρεις φορές μερικά μεταμεσονύκτια «σκυλάδικα» της Αθήνας. Ο Παπαγιώργης, παλιός τρόφιμος των οίκων αυτών, ήταν ο οδηγός μας. Οι υπόλοιποι ακολουθούσαμε. Νομίζω πως ο Κονδύλης, ακόμη και σε τέτοιους χώρους, μελετούσε.


Πολύ σύντομα συνέταξε και μου παρουσίασε το πρώτο τριετές σχέδιο για τη φιλοσοφική μας βιβλιοθήκη. Περιείχε σημαντικά, κλασσικά έργα της ανθρώπινης σκέψης και της ιστορίας των ιδεών. Δεν έχει νόημα να αναφέρω τον πλήρη κατάλογο της Φιλοσοφικής μας Βιβλιοθήκης. Δειγματοληπτικά μόνο αναφέρω εδώ μερικούς τίτλους: ΛΕΟ ΣΤΡΑΟΥΣ, Φυσικό Δίκαιο και Ιστορία, ΟΛΟΦ ΖΙΓΚΟΝ, Βασικά Προβλήματα Φιλοσοφίας, ΜΑΡΣΕΛ ΓΚΡΑΝΕ, Η κινέζικη σκέψη, ΧΕΛΜΟΥΤ φον ΓΚΛΑΖΕΝΑΠ, Η φιλοσοφία των Ινδών, ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ, Θεωρία Σημειωτικής, ΛΕΒ ΒΥΓΚΟΤΣΚΙ, Σκέψη και γλώσσα, ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ, Η ανθρώπινη κατάσταση, ΓΙΟΧΑΝ ΧΟΥΙΖΙΝΓΚΑ, Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ, Λεβιάθαν, ΡΑΥΜΟΝ ΑΡΟΝ, Η εξέλιξη της κοινωνιολογικής σκέψης, ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΩ, Οι λέξεις και τα πράγματα, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΤΣΟΣ, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1873 ως το 1974, Ν. Π. ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η αρχαία σοφιστική: Τα σωζόμενα αποσπάσματα, κ.ά. κ.ά. κ.ά. Σύνολο εξήντα τόσοι τίτλοι. Ένας πραγματικός θησαυρός. Στο διαδίκτυο μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να εντοπίσουν κάθε σχετική πληροφορία.


Επέλεξε τους συνεργάτες του ο Κονδύλης, συναδέλφους του της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών γενικά, μεταφραστές, επιμελητές. Όλοι άξιοι και με απόλυτη προσήλωση στις οδηγίες του Κονδύλη. Του είχαν όλοι τους τυφλή εμπιστοσύνη. Το φθινόπωρο του 1983 έκανε την εμφάνισή του το πρώτο βιβλίο της σειράς και αμέσως μετά, το ίδιο έτος, το δεύτερο. Ήταν η διδακτορική διατριβή του Καρλ Μαρξ «Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας», σε μετάφραση του ίδιου του Παναγιώτη Κονδύλη και ακολούθησε το δικό του έργο που είχε ήδη κυκλοφορήσει στη Γερμανία όπου το είχαν υποδεχτεί με εξαιρετικές κριτικές, «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη». Είναι προφανές πως θέλησε από την αρχή να δώσει το δικό του στίγμα στην καινούργια σειρά.


1985-1990. Η «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» της «γνώσης» έχει ήδη καθιερωθεί στην Ελλάδα ως μια σημαντική εκδοτική πρωτοβουλία. Τα περισσότερα από τα Πανεπιστημονικά μας Ιδρύματα χρησιμοποιούν κάμποσα από τα βιβλία μας ως εκπαιδευτικά βοηθήματα. Ένας μεγάλος αριθμός «φιλοσόφων», «συγγραφέων», «καθηγητών» αλλά και καθηγητών, μελετητών, στοχαστών, επισκέπτονται καθημερινά τη «γνώση» και ζητούν να δει ο «κύριος Κονδύλης» τα έργα τους προκειμένου να ενταχθούν στη Φιλοσοφική μας Σειρά. Ο Κονδύλης την εποχή εκείνη ζούσε και εργαζόταν στη Χαϊδελβέργη τέσσερις έως έξι μήνες κάθε χρόνο. Τον υπόλοιπο χρόνο ήταν στην Αθήνα. Ένα πρωί δέχομαι ένα τηλεφώνημα από περιώνυμο Πρύτανη της Φιλοσοφικής Σχολής μεγάλου μας Πανεπιστημίου. Συμφωνήσαμε ραντεβού το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Ήρθε στην ώρα του ο κύριος Καθηγητής συνοδευόμενος από δύο βοηθούς του. Κάθισαν στις καρέκλες που τους πρόσφερα, δεν ήθελαν καφέ ούτε τσάι. Ο κύριος Καθηγητής σοβαρός, ψυχρός, αμίλητος ζητά με νόημα από τους βοηθούς του να ξεκινήσουν. Ανέλαβαν εκείνοι να μου παρουσιάσουν το έργο του κυρίου Καθηγητή το οποίο επιθυμούσε ο Συγγραφέας του να περιληφθεί στα υπό έκδοσιν βιβλία της Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης. Ο Κονδύλης την εποχή εκείνη ήταν στην Αθήνα. Τους είπα ότι θα μελετήσει την εργασία ο Διευθυντής της Σειράς μας και θα τους ενημερώσουμε σε ένα περίπου μήνα. Μου απάντησαν οι βοηθοί ότι θα προτιμούσαν μια απάντηση σε δεκαπέντε το πολύ ημέρες. Δεν έχουν μου λένε περιθώριο για μεγαλύτερη αναμονή. Είπα, «καλά, θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν.» Μου παρέδωσαν το έργο τους και απήλθαν. Την επομένη έδωσα το δακτυλόγραφο στον Κονδύλη. Σε μία εβδομάδα μου το επέστρεψε. Το ξεφύλλισα. Θυμήθηκα τις διορθωμένες με κόκκινο στυλό κακές εκθέσεις του φιλολόγου μου στο γυμνάσιο. Παραθέτω μια παρατήρηση του καθηγητή μας σε κακή έκθεση συμμαθητή. «Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι δεν είχες πρόλογο και επίλογο και ότι ήσουν εκτός θέματος, προσέτι η έκθεσίς σου βρίθει γραμματικών και συντακτικών λαθών. Ένα (1)» (Βαθμολογία στα είκοσι).


Μερικές από τις παρατηρήσεις του Κονδύλη που θυμάμαι για το έργο του κυρίου καθηγητή. «Αδόκιμη έκφρασις, βλ. έργο… συγγραφέα… εκδόσεις…», «πολλαπλή επανάληψις», «λαθεμένη παράθεσις, βλ. έργο… συγγραφέα… εκδόσεις…», «δεν νομίζω ότι ο συγγραφέας της συγκεκριμένης προσέγγισης θα συμφωνούσε με την παρούσα καταχώρηση άνευ της έγγραφης αδείας του…», «αυθαίρετη εικασία» κ.ά. κ.ά. κ.ά… Το δακτυλόγραφο ολόκληρο κατακόκκινο. Στην πρώτη σελίδα με κόκκινα κεφαλαία γράμματα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μου εξήγησε ότι δεν είναι επιτρεπτό τέτοια έργα να αποτελούν πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το μισό έργο κλεμμένο από διάφορες ελληνικές και ξένες εκδόσεις, απαράδεκτες παραδοχές και πλήθος αμπελοφιλοσοφιών. Είπα στον Κονδύλη ότι θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε πως το έργο δεν μπορεί να ενταχθεί στη Φιλοσοφική μας Σειρά χωρίς καμιά περαιτέρω εξήγηση και δικαιολογία. Μου απάντησε κοφτά: «ο κύριος Καθηγητής πρέπει να ξέρει πως εμείς ξέρουμε!»


Πηγή: περιοδικό Νέον Πλανόδιον


2. Ενθύμηση του Σταύρου Ζουμπουλάκη, τότε διευθυντή του περιοδικού Νέα Εστία:


Το 1999, τον Νοέμβριο, κάνω το πρώτο αφιέρωμα στον Κονδύλη. Έκανα κατόπιν αρκετά ακόμη στον ίδιο, αλλά αυτό ήταν το πρώτο. Ζητάω από διάφορους να γράψουν, μεταξύ των οποίων και τον Κοσμά Ψυχοπαίδη. Όπως ξέρεις, μέγιστη έχθρα υπήρχε ανάμεσα στους δύο άνδρες, καθώς διεκδικούσαν και οι δύο την πρωτοκαθεδρία στο φιλοσοφικό πεδίο. […] Ο μακαρίτης ο Κοσμάς –μακαρίτες και οι δύο τώρα– κάνει την εξής απρέπεια: παραθέτει αποσπάσματα από τα έργα του Κονδύλη σε μετάφραση δική του από τη γερμανική έκδοση του Κονδύλη χωρίς παραπομπή μάλιστα σε σελίδες. […] Όχι μόνο είχαν βγει [τα έργα αυτά] στα ελληνικά, αλλά τα είχε μεταφράσει ο ίδιος ο Κονδύλης. Και έπρεπε βεβαίως να μπει το ελληνικό κείμενο του Κονδύλη, και όχι το ελληνικό κείμενο του Ψυχοπαίδη. Κάναμε αμέτρητο κόπο για να βρούμε τα παραθέματα στο γερμανικό πρωτότυπο και κατόπιν την αντίστοιχη σελίδα του ελληνικού, και να τα βάλουμε στα ελληνικά. Βγαίνει το τεύχος. Μου τηλεφωνεί ο Κοσμάς: «Θέλω να τα πούμε». «Μετά χαράς, να τα πούμε». Συναντιόμαστε και μου λέει: «Το αφιέρωμα αυτό είναι ντροπή: ντροπή για τη Νέα Εστία, ντροπή για όλους όσοι γράψαμε σ’ αυτό, και εγώ εάν το ήξερα δεν θα συμμετείχα». «Γιατί, Κοσμά, είναι ντροπή;» Γιατί στο ίδιο αφιέρωμα υπήρχε ένα κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη με τίτλο «Ένας κλασικός». Και σε μία υποσημείωση ο Κουτσουρέλης ανέφερε ως πηγή και πρόδρομο του Κονδύλη τον Μαξ Βέμπερ. Ο Κοσμάς δεν είχε διαβάσει τίποτε από το αφιέρωμα, απολύτως τίποτε, είχε δει μόνο τον τίτλο «Ένας κλασικός» και το όνομα Μαξ Βέμπερ στην υποσημείωση. Και μου λέει: «Τι είναι αυτά, αναφέρετε τον Κονδύλη ως ισάξιο του Βέμπερ;» Του απαντώ: «Όλα τα κείμενα του αφιερώματος είναι κριτικά απέναντι στο έργο του Κονδύλη. Του Κουτσουρέλη είναι επαινετικό, αλλά δεν τον θεωρεί ισάξιο του Βέμπερ, πουθενά δεν γράφει κάτι τέτοιο». «Εν πάση περιπτώσει», του λέω, «να ξέρεις ότι το ποιος γράφει και ποιος δεν γράφει στο περιοδικό το αποφασίζω εγώ και κανείς δεν ρωτάει ποιοι θα είναι οι άλλοι. Εάν εκτιμάει το περιοδικό γράφει, εάν δεν το εκτιμάει δεν γράφει. Αυτός είναι ο κανόνας» . Και ο Κοσμάς, όπως θα τον ξέρεις, προχωρούσε μέχρι εκεί που τον άφηνες, μετά σταμάτησε τη συζήτηση και άρχισε αυτά τα διονυσιακά, ότι εμείς είμαστε αδέρφια… 

- Σταύρος Ζουμπουλάκης, Έντεκα συναντήσεις. Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο (Αθήνα: Εκδόσεις Πόλις, 2020), 309-312.

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Κριτικές αντιρρήσεις στη φιλοσοφία του Παναγιώτη Κονδύλη


του Φώτη Τερζάκη


Ο απροσδόκητα πρώιμος θάνατος τού Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998) άφησε οπωσδήποτε φτωχότερο το (ούτως ή άλλως πενιχρό) ελληνικό πνευματικό τοπίο, κόβοντας βίαια κάθε ζωντανό διάλογο με τη σκέψη του. Μέσα στη θλίψη αυτού του γεγονότος, ωστόσο, είναι ευτύχημα ότι το έργο του παρουσιάζεται ήδη σε ικανοποιητικό βαθμό ολοκληρωμένο –λες και μια κρυφή διαίσθηση καθοδηγούσε τον δημιουργό του, μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί κανείς– πράγμα το οποίο καθιστά δυνατή μια νηφάλια και κατά τεκμήριο δίκαιη αποτίμησή του. Γιατί το πρώτο που πρέπει να πούμε, όποιες και αν είναι οι κρίσεις μας για το περιεχόμενο των επιμέρους ιδεών του, είναι ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης ήταν φτιαγμένος από τη στόφα τού αληθινού θεωρητικού. Δεν χρειάζεται εδώ να επαναλάβω το εύρος των διανοητικών του ενδιαφερόντων, το βάθος των γνώσεών του και την ένταση των πνευματικών του δυνάμεων, πράγματα τα οποία ακούστηκαν κατά κόρον στις νεκρολογίες του, και είναι ούτως ή άλλως γνωστά. Μας άφησε λοιπόν ένα σημαντικό, τόσο σε όγκο όσο και σε περιεχόμενο, φιλοσοφικό έργο το οποίο, επιπλέον, είχε την τύχη να εκτιμηθεί αρκετά νωρίς και μάλιστα από έναν κύκλο πολύ ευρύτερο από εκείνους οι οποίοι έχουν πραγματικό ενδιαφέρον και ως εκ τούτου την ικανότητα να παρακολουθούν αυτού τού είδους τη σκέψη. Το γεγονός αυτό από μόνο του, για όποιον γνωρίζει τα ελληνικά πνευματικά πράγματα, δεν είναι καθόλου αυτονόητο και απαιτεί μια εξήγηση.

Εν πρώτοις ο Παναγιώτης Κονδύλης, λόγω χαρακτήρα αλλά και λόγω συγκυριών, στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο έξω από το ελληνικό πανεπιστήμιο και από άλλους κρατικούς θεσμούς. Ακριβέστερο θα ήταν να πούμε ότι το ίδιο το Πανεπιστήμιο τον απέκλεισε, και αυτό είναι εξηγήσιμο αν σκεφτεί κανείς τον ζηλότυπο ανταγωνισμό που επικρατεί σε αυτό τον κατ’ όνομα πνευματικό χώρο, όπου θριαμβεύει η μικρότητα και η υπερφίαλη μετριότητα, με την τυπικά νεοελληνική πελατειακή δομή και τη δουλική εξάρτηση από κυβερνητικούς και κομματικούς μηχανισμούς. Επιπλέον ο Κονδύλης ήταν ένας άνθρωπος υπερήφανος, στα όρια της αλαζονείας, πράγμα που έκανε ακόμη πιο δύσκολη –πρακτικώς αδύνατη– τη δίχως τριβές ένταξή του στον τυπικό υπαλληλικό ρόλο που χαρακτηρίζει τον μέσο Έλληνα ακαδημαϊκό. Από τη θέση αυτή, λοιπόν, το έργο του θα ήταν φυσικό να παραμείνει περιθωριακό και το όνομά του γνωστό σε ελάχιστους ασχολούμενους ειδικά με τα θεωρητικά πράγματα, όπως ας πούμε έγινε με άλλες αξιόλογες μορφές (θα μπορούσα ενδεικτικά να αναφέρω εδώ τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και τον κύκλο του περιοδικού Σημειώσεις, με τον οποίον άλλωστε ο Κονδύλης είχε στενές σχέσεις την εποχή τής πρώτης του πνευματικής διαμόρφωσης) που αυτοαποκλείστηκαν από τους θεσμούς και τα μέσα δημοσιότητας. Το ότι δεν είχε αυτή την τύχη οφείλεται σε κάποιους ειδικούς λόγους.

Ο πρώτος από αυτούς είναι ότι ο Κονδύλης υπήρξε ένας υπερβολικά παραγωγικός στοχαστής, κι ένα έργο που διαθέτει αξιοπρόσεκτο όγκο, με κάποια υπολογίσιμη ποιότητα εννοείται, μεσοπρόθεσμα δεν περνάει απαρατήρητο. Σε αυτό συνέβαλε και η –παραδειγματική– ενασχόλησή του με παράπλευρες δραστηριότητες όπως η μετάφραση και η επιμέλεια έγκυρων εκδοτικών σειρών, στη φιλοσοφία και τις κοινωνικές επιστήμες, σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους.[1] Ο δεύτερος λόγος, εξαιρετικά καθοριστικός όπως φαίνεται, είναι ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε ήδη μια επιτυχημένη ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Γερμανία, με την οποία δεν διέκοψε ποτέ τις επιστημονικές σχέσεις. Είναι γνωστός ο χαρακτηριστικός εκείνος πνευματικός επαρχιωτισμός τού ελληνικού κοινού για το οποίο, οτιδήποτε καταφθάνει με διαπιστευτήρια της Εσπερίας, περιβάλλεται αμέσως την άλω τής εγκυρότητας και της αδιαμφισβήτητης αυθεντίας. Ο μύθος τού φιλοσόφου με το σημαντικό όνομα στη Γερμανία (ανεξαρτήτως του πόσο πραγματικά ήταν τα δεδομένα που αξιοποιούσε) λειτούργησε εν προκειμένω υπέρ τού Παναγιώτη Κονδύλη, επιβάλλοντας κατά κάποιο τρόπο και κάνοντας σεβαστό το όνομά του σ’ εκείνους οι οποίοι δεν στάθηκαν ουδέποτε ικανοί να κρίνουν τις ιδέες του.

Πέρ’ από αυτούς τους εξωτερικούς λόγους, ωστόσο, υπάρχει ίσως και κάποιος βαθύτερος, ο οποίος για να εκτιμηθεί είμαστε υποχρεωμένοι να υπεισέλθουμε κάπως στο περιεχόμενο αυτών των ιδεών. Στον Κονδύλη άρεσε να φαντάζεται τον εαυτό του ως έναν «καταραμένο» φιλόσοφο, κάποιον ο οποίος, υπεράνω προσωπικών συμφερόντων και αξιακών δεσμεύσεων, έβλεπε και κοινοποιούσε μια εξαιρετικά δυσάρεστη αλήθεια: ότι όλες οι πίστεις, όλες οι ιδεολογίες, όλα τα «ανώτερα» ιδεώδη και οι αξίες για τα οποία μάχονται οι άνθρωποι δεν είναι παρά όπλα, με τη στενή έννοια του όρου, για τη διεύρυνση της ατομικής ισχύος εκείνων οι οποίοι τα χρησιμοποιούν μέσα σε μια ιστορία (και αναμφίβολα, μια φύση επίσης) που είναι ένας απέραντος στίβος για την αλληλοεξοντωτική επιβίωση· και μάλιστα ότι μόνο τότε μπορούν να είναι δραστικά ως όπλα, όταν ακριβώς συγκαλύπτουν αυτή τους τη φύση και προβάλλονται ως καθολικά «αγαθά», ως ευγενή ιδεώδη και μέσα για τη βελτίωση του ανθρώπινου είδους. Θα δούμε την κλιμακωτή επεξεργασία αυτής τής βασικής του θέσης σε τέσσερις, κατά τη γνώμη μου τους σημαντικότερους, σταθμούς τής διανοητικής του πορείας: τη συζήτησή του με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο στις σελίδες τού περιοδικού Σημειώσεις (1977-78) και τα έργα του Η παρακμή τού αστικού πολιτισμού (1991), Ισχύς και απόφαση (1993) και Θεωρία τού πολέμου (1997), έργα τα οποία έχουν γραφτεί και δημοσιευθεί νωρίτερα στα γερμανικά. Έτσι, παρότι πεδίο εκκίνησης της σκέψης του υπήρξε αναμφίβολα ο μαρξισμός, και ειδικά εκείνη η όψη τής σκέψης τού Μαρξ που έμεινε κλασική ως κριτική τής ιδεολογίας, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι, από την πρώτη στιγμή, ο Κονδύλης διάβαζε τον Μαρξ όπως και την ψυχανάλυση, τους αρχαίους κλασικούς όπως και τη νεότερη φιλοσοφία και επιστήμη, έχοντας στο βάθος τής σκέψης του το πρότυπο μιας θεωρίας τού πολέμου στο ύφος τού Κλάουζεβιτς. Δεδομένου λοιπόν ότι γι’ αυτόν (όπως για ένα μέρος τής αρχαίας σοφιστικής, για τον Μακιαβέλι, για τον Καρλ Σμιτ και προπαντός για τον Χομπς) η ανθρώπινη σκηνή ήταν ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων, ο χαρακτηρισμός «θεωρία τού πολέμου» δεν πρέπει να θεωρείται ως απλώς ένα έργο ανάμεσα στα πολλά τού Κονδύλη, αλλά ως ένα κατηγόρημα για τη θεωρητική του σκέψη στο σύνολό της.

Πέρ’ από τις ανησυχητικές πολιτικές συνέπειες που μπορεί να έχει ένα τέτοιο ύφος θεωρίας (το οποίο, παρεμπιπτόντως, ενθάρρυνε ανέκαθεν ανενδοίαστους μιλιταριστές και ακροδεξιούς), υπάρχουν στη βάση του ορισμένα εμφανή επιστημολογικά προβλήματα. Στη θεωρία του τής ισχύος, που είναι και το θεμέλιο της σκέψης του, η απόφαση είναι εκείνη που συγκροτεί με μία και μοναδική κίνηση τόσο την υποκειμενικότητα όσο και τις «αντικειμενικές» κοσμοθεάσεις, με κριτήριο την αύξηση της ισχύος τού υποκειμένου η οποία με τη σειρά της υπηρετεί τους σκοπούς τής αυτοσυντήρησης. Έτσι όμως η υποκειμενικότητα μοιάζει να προϋπάρχει της ίδιας τής απόφασης (που υποτίθεται ότι τη συγκροτεί) με τη μορφή μιας ισχυρής βούλησης αυτοσυντήρησης του ατόμου. Γιατί όμως αυτή η αυτοσυντήρηση πρέπει να εννοείται σε αντιπαράθεση και όχι, ας πούμε, σε συνεργασία και αμοιβαία εξάρτηση με την αυτοσυντήρηση των άλλων μέσα σε μιαν αδιάλυτα πλεγμένη οικοσυστημική σχέση (όπως οι σύγχρονες επιστήμες της ζωής όλο και ζωηρότερα δείχνουν); Διότι ολοφάνερα στη σκέψη τού φιλοσόφου υποκρύπτεται μια παρωχημένη, ατομικιστική έννοια της υποκειμενικότητας που έχει τη φαντασιακή της προέλευση στην επιστημολογία τού Καρτέσιου και την κοινωνική οντολογία τού Χομπς, όπως ιδιότυπα αναβίωσε σε κάποιες βουλησιαρχικές και νεοδαρβινιστικές θεωρίες των αρχών τού εικοστού αιώνα. Στο πεδίο των συγκεκριμένων του κοινωνικοϊστορικών αναλύσεων, αντίστοιχα, ο Π. Κονδύλης επιδεικνύει μια κυνική έλλειψη ευαισθησίας απέναντι στις ιστορικές σημασίες οι οποίες σε κάθε περίπτωση, και ειδικά σε επαναστατικές περιόδους, δεν κατόρθωσαν να επικρατήσουν: με άλλα λόγια, εκείνο που αξίζει να υπολογιστεί και εκείνο μέσω τού οποίου κρίνεται σε τελευταία ανάλυση καθετί άλλο, είναι εκείνο που επικρατεί με την πιο ωμή έννοια του όρου. Έτσι όμως η σκέψη καταλήγει να γίνεται ένας αθέλητος υπερασπιστής τής ισχύος (η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει ανάγκη την υπεράσπισή της) και χάνεται η διαλεκτική ευαισθησία τού στοχασμού να διαβλέπει και να εκτιμά τις αδιάκοπες εντάσεις ανάμεσα στο δυνατό και το πραγματικό, να συλλαμβάνει την αδιάκοπη αστραπή τής δυνητικότητας που συνταράζει εκ των έσω τον κόσμο των μορφών και των θεσμισμένων πραγματικοτήτων.

Όπως είπα, ο Παναγιώτης Κονδύλης ήθελε να βλέπει τον εαυτό του σαν έναν «καταραμένο» φιλόσοφο που υπενθυμίζει μια δυσάρεστη, και ως εκ τούτου αποκλεισμένη, αλήθεια. Όμως στις τελευταίες τούτες δεκαετίες που τα μεγάλα κοινωνικά οράματα διαψεύσθηκαν, οι ελπίδες αναδιπλώθηκαν και η ακατάσχετη επίθεση του νεοφιλελευθερισμού τής αγοράς κάνει τον λυσσαλέο αγώνα για την επιβίωση κυρίαρχη και εφιαλτική πραγματικότητα ακόμα μία φορά στον ιστορικό κόσμο, μια φιλοσοφία κυνική που εξαίρει την αυτοσυντήρηση και μεταχειρίζεται περιφρονητικά τις αξίες, όπως αυτή τού Π. Κονδύλη, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μένει περιθωριακή. Καθένας ενδόμυχα αισθάνεται ότι απηχεί κάτι από την προσωπική του καθημερινή εμπειρία, και ο «μεταμοντέρνος» σχετικισμός έχει από καιρό αναγάγει σε κοινούς τόπους τις θεμελιακές της παραδοχές. Ο ίδιος ο Κονδύλης ήθελε να πιστεύει για τον εαυτό του ότι βρισκόταν έξω και κατά κάποιον τρόπο υπεράνω της εποχής του· κατά ειρωνικό τρόπο αυτή η εποχή έκανε τη σκέψη του εύλογη και αναπόσπαστο μέρος τού συρμού της.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης διαμόρφωσε οριστικά την πνευματική του φυσιογνωμία τα χρόνια των σπουδών του στη Χαϊδελβέργη, στο δεύτερο μισό τής δεκαετίας τού 1970. Νεαρός, τα προδικτατορικά χρόνια στην Αθήνα, είχε υπάρξει μέλος τής νεολαίας τής ΕΔΑ. Από εκείνη περίπου την εποχή είχε αναπτύξει μια σχέση με τον κύκλο ο οποίος αργότερα, μετά τη μεταπολίτευση, επρόκειτο να συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό Σημειώσεις (Γ. Λυκιαρδόπουλος, Β. Λεοντάρης, Σ. Ροζάνης και Μ. Μαρκίδης). Η σχέση αυτή υπήρξε διαμορφωτική σε πολλά σημεία για τον νεαρό Π. Κονδύλη (παρά τη διαφορετική πορεία που θ’ ακολουθούσε εν συνεχεία), και ειδικά ο Αντώνης Λαυραντώνης, το πιο ιδιόρρυθμο μέλος τού παραπάνω κύκλου, είναι ο μοναδικός άνθρωπος που τον επηρέασε σε τέτοιον καθοριστικό βαθμό ώστε θα μπορούσε κάποιος να τον αποκαλέσει «δάσκαλό» του (πράγμα που ο ίδιος ο Κονδύλης αναγνώριζε). Το σημείο τής τελικής ρήξης ήταν η αντιπαράθεση που κλιμακώθηκε την περίοδο 1977-79 μέσ’ από τις σελίδες των Σημειώσεων ανάμεσα στον Π. Κονδύλη αφενός, και τους Γ. Λυκιαρδόπουλο και Σ. Ροζάνη αφετέρου (ο Μ. Μαρκίδης κρατάει μια πιο επαμφοτερίζουσα θέση).[2] Στην αντιπαράθεση αυτή μπορούμε να δούμε τη σκέψη τού Παναγιώτη Κονδύλη στο σπέρμα της, εκεί απ’ όπου θα ξεπηδήσουν όλες οι μεταγενέστερες επεξεργασίες στα ανεπτυγμένα του έργα.

Συνεχίζοντας κατά κάποιον τρόπο μια παλαιότερη αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανόλη Λαμπρίδη, και στρεφόμενος ενάντια στο ίδιο το λίκνο τής πρώιμης πνευματικής του διαμόρφωσης, ο Κονδύλης εδώ προσπαθεί να απαξιώσει το ουμανιστικό στοιχείο μέσα σε αυτό που αποκαλεί «επαναστατική ιδεολογία»· ακριβέστερα, επιχειρεί να εξομοιώσει τον μαρξισμό σε όλες του τις εκδοχές με θρησκευτική μεταφυσική, κάτω από την υποτιμητική έννοια –όπως ο ίδιος ο Μαρξ την εφάρμοσε ιδεοτυπικά στα θρησκευτικά φαινόμενα– της ιδεολογίας (ως «ψευδούς συνείδησης», που συγκαλύπτει δομές και βλέψεις κυριαρχίας). Προσπαθεί, με άλλα λόγια, να στρέψει μια θεμελιώδη μαρξιστική ιδέα κατά τού ίδιου τού μαρξισμού. Ιδού πώς εξαγγέλλει το εγχείρημά του:


Αρχίζω με τη θέση ότι η εννοιολογική δομή που χαρακτηρίζει μια κοσμοθεωρία ή ιδεολογία είναι κατά κανόνα ασυνείδητη στους φορείς τής ίδιας αυτής και μπορεί θαυμάσια να απαντάται και στην κοσμοθεωρία ή ιδεολογία εκείνη, με την οποία η πρώτη βρίσκεται σε αγώνα ζωής και θανάτου. Η εννοιολογική δομή μιας κοσμοθεωρίας είναι με άλλα λόγια ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο της και συνειδητό στους φορείς της περιεχόμενο, δηλαδή από την απάντηση που δίνει στο α΄ ή στο β΄ κοσμολογικό ή πραξεολογικό πρόβλημα. Αυτή η ανεξαρτησία τής εννοιολογικής δομής μιας κοσμοθεωρίας αντικατοπτρίζει στην πραγματικότητα την κυριαρχία τού ασυνείδητου μέρους τους πάνω στο συνειδητό – μια κυριαρχία που, στον χώρο τής ιστορικής δράσης των ανθρώπων, συνεπάγεται τον καταποντισμό των συνειδητών τους επιδιώξεων μέσα στους δαιδαλώδεις μηχανισμούς τής ετερογονίας των σκοπών. Η διαστολή ανάμεσα στην εννοιολογική δομή μιας κοσμοθεωρίας και στο περιεχόμενό της γίνεται εύκολα αντιληπτή όταν αναλογιστούμε δύο αντιμαχόμενες θρησκείες. Μολονότι η καθεμία θεωρεί την άλλη σφαλερή –ως προς το περιεχόμενο– και την καταπολεμά, ωστόσο και οι δυο τους, σαν εννοιολογικές δομές, παρουσιάζουν τα γνωρίσματα εκείνα που χαρακτηρίζουν το φαινόμενο «θρησκεία» γενικά: χωρισμός τού κόσμου σε αόρατο Εκείθεν και ορατό Εντεύθεν, υποταγή τού δεύτερου στο πρώτο, δικαίωση των εκάστοτε πράξεων των εκπροσώπων της θρησκείας διαμέσου τής αναφοράς στο πρώτο, κτλ. κτλ. […] Αφού όμως η αίσθηση τούτη, ιδωμένη απ’ τα έξω και σχετικοποιημένη χάρη στη σύγκρισή της με την αντίστοιχη αίσθηση άλλων κοσμοθεωρητικών παρατάξεων, αποδείχνεται ψευδής, «ιδεολογική», ο θανάσιμος αγώνας των δύο πλευρών προκύπτει σε έσχατη ανάλυση όχι τόσο από τις διαφορές τους, όσο από την ομοιότητά τους: η ασυνείδητη κοινότητα της εννοιολογικής δομής τους τις αναγκάζει να έρχονται σε σύγκρουση για την κατοχή τού ίδιου χώρου […] ενώ η συνειδητή διαφορά τού περιεχομένου χρησιμεύει σαν ιδεολογικό όπλο, δηλαδή σαν μέσο επίτασης και νομιμοποίησης τόσο της έχθρας όσο και των εκατέρωθεν κυριαρχικών αξιώσεων.

Η θέση αυτή μπορεί να γίνει από πολλούς σχετικά εύκολα αποδεκτή, όσο ζητά τα παραδείγματά της σε πεθαμένες ή μισοπεθαμένες θρησκείες. Όμως την περιμένει συχνά η πιο πεισματική άρνηση όταν προεκτείνεται σε πρόσφατα ιστορικά δεδομένα και ζητά να δείξει τη δυνατότητα ύπαρξης ταυτόσημων εννοιολογικών δομών όχι πια ανάμεσα σε δύο θρησκείες, παρά ανάμεσα στην παραδοσιακή, θρησκευτικής υφής μεταφυσική και στο ιδεολογικοπολιτικό εκείνο ρεύμα που σαν ομολογημένο σκοπό του έχει την απελευθέρωση του ανθρώπου όχι μόνο από τα κοινωνικά, παρά και από τα (μαζί τους συνυφασμένα, όπως λέγεται) μεταφυσικά δεσμά (σελ. 32-33).


Για να καταλήξει:


Μια νηφάλια ιστορική θεώρηση πρέπει λοιπόν να παίρνει και την ιδέα αυτή όπως και όλες τις ανάλογες, όχι στην ονομαστική της αξία, παρά να τη βλέπει στην πολεμική της λειτουργία, στον ρόλο τού όπλου για την ανατροπή μιας κυριαρχίας και την επιβολή μιας νέας. Τη λειτουργία αυτή δεν βλέπουν φυσικά οι πλατωνικοί εραστές τής Ιδέας […] Την ξέρουν όμως πολύ καλά οι Λένιν, οι Στάλιν και οι Μάο, και ιστορικά μετρά το πώς αυτοί ερμηνεύουν σε κάθε περίπτωση την Ιδέα τού Ανθρώπου. Ωστόσο και οι απλοί θεωρητικοί εγείρουν, έστω και με τον αυνανιστικό τρόπο των διανοουμένων, αξιώσεις κυριαρχίας: όποιος διαμαρτύρεται εναντίον τής «αλλοτρίωσης» ισχυρίζεται αυτόματα ότι ξέρει τί είναι καλό και τί κακό για τον άνθρωπο, κι αφού αυτό προφανώς δεν το ξέρουν όλοι […] διεκδικεί για τον εαυτό του τον ρόλο παιδαγωγού και οδηγού (σελ. 50-51).


Σε αυτές τις προγραμματικές διατυπώσεις εμφανίζονται όλα τα μοτίβα που θα γίνουν λίγο-λίγο αναγνωριστικά τής σκέψης τού Παναγιώτη Κονδύλη: ο βεμπεριανός του σχετικισμός που αξιώνει μιαν «αξιολογικώς ουδέτερη επιστήμη» και η έννοια της «ετερογονίας των σκοπών»· η αγωνιστική (ωμά εργαλειακή) αντίληψη του Λόγου και η αυταρχική υπαγωγή όλων των διαφορικών και κρίσιμων περιεχομένων σε μια υποτιθέμενη απαράλλακτη, υπαρξιακή και διαχρονική «δομή»· μια νεοδαρβινικού τύπου φυσικοποίηση της ιστορίας (που προϋποθέτει μία κοινωνική προβολή στην ίδια τη φύση) με την αναγωγή τής «έχθρας» σε υπεριστορική ανθρώπινη ουσία, ως αιώνια αμοιβαία διεκδίκηση «ζωτικού χώρου» (είναι ακριβώς η έννοια του ναζιστικού Lebensraum)· ένας επίσης φασιστικών αποχρώσεων αντιδιανουμενισμός –που θα πρέπει να ενέχει σημαντικές ποσότητες αυτοπεριφρόνησης– και μια αντίληψη της επιβολής και της επικράτησης ως αυτού «που μετράει» πραγματικά στην ιστορία… Ματαίως ο Γ. Λυκιαρδόπουλος θα προσπαθήσει να του υποδείξει, στις πυρετώδεις αναμετρήσεις που ακολουθούν, τον ολισθηρό χαρακτήρα αυτής της επιχειρηματολογίας, τον πλούτο των διαλεκτικών αποχρώσεων που κρύβονται μέσα σε όλες τις έννοιες που τόσο ισοπεδωτικά χρησιμοποιεί, τον απερίσταλτο χαρακτήρα τής σκέψης ως διηνεκούς εναντίωσης στην κυριαρχία, που σημαίνει επίσης, στην «πραγματικότητα»: μαγνητισμένος από την ίδια του ρητορική, ο Π. Κονδύλης βαδίζει ακάθεκτος στην οικοδόμηση μιας μείζονος «θεωρίας».

Ποια είναι η ταυτότητα αυτής τής θεωρίας; Τα βασικά της κλειδιά έχουν ήδη διαφανεί, νομίζω. Ακριβέστερα, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το εγχείρημά του σαν μία μετάβαση από τον αξιακό σχετικ­­­ισμό σε μια νεοδαρβινιστικού τύπου βουλησιαρχία. Ο πεισματικός του αντι-ουμανισμός βρίσκει τις εκλεκτικές του συγγένειες πρώτον σε πεσιμιστικές, κυκλικές αντιλήψεις τής ιστορίας (Θουκυδίδης, Μακιαβέλι, Όσβαλντ Σπένγκλερ), και δεύτερον στους πιο ζοφερούς (και κυριολεκτικά αντιδραστικούς, όσο προχωρούμε στην ύστερη νεωτερικότητα) επικριτές τού Διαφωτισμού: Τόμας Χομπς, Ντε Μαιστρ και Μπονάλντ, Τόμας Σμιτ… Ιδιαίτερη γοητεία φαίνεται να του ασκεί ο μιλιταριστικός πρωσικός αυταρχισμός, όπως παραδειγματικά εκφράζεται στους στοχασμούς τού στρατηγού Καρλ φον Κλάουζεβιτς (1780-1831), με τον οποίον διαλέγεται διαρκώς (όπως και με τον μεγάλο νομικό τής Βαϊμάρης, θεωρητικό στυλοβάτη τού ναζισμού, τον Καρλ Σμιτ) σε όλο του το έργο.

Την άνοιξη του 1994 το περιοδικό Λεβιάθαν (που εξέδιδε τότε ο Γιώργος Μερτίκας), αφιέρωσε ολόκληρο το τεύχος 15 στον Παναγιώτη Κονδύλη. Στα κείμενα και τις συνεντεύξεις του που δημοσιεύονται εκεί αναφαίνεται ολόκληρο το φάσμα των ιδεών τής ωριμότητάς του. Η μακροσκελής επιδοκιμαστική παράθεση του Κλάουζεβιτς επιτρέπει να δούμε το μέγεθος των οφειλών τού Κονδύλη σε αυτή τη σκέψη – και ταυτόχρονα προαναγγέλλει το δικό του κύκνειο άσμα, τη Θεωρία τού πολέμου (Θεμέλιο: Αθήνα 1999).[3] Γράφει, ας πούμε:


Αν ο πολιτισμός δεν εξασθενίζει τις πολεμικές κλίσεις τού ανθρώπου, μολονότι για αντικειμενικούς λόγους δεν επιτρέπει τον αμιγή πια πόλεμο, τότε η «διάνοια», της οποίας η ανάπτυξη χαρακτηρίζει την κατάσταση της «παιδείας», δεν μπορεί να έχει χαρακτήρα ηθικό και ανθρωπιστικό, παρά απλώς εργαλειακό, σημαίνει την έλλογη εξεύρεση μέσων για την επίτευξη ενός σκοπού, ανεξαρτήτως τού ηθικού του ποιού. Η διάνοια καλείται λοιπόν τώρα να υπηρετήσει τις ψυχικές εκείνες δυνάμεις οι οποίες, προτού ακόμη εκλεπτυνθεί η ίδια, καθόριζαν την πορεία των γεγονότων, μολονότι η επήρεια της διάνοιας μεταβάλλει σημαντικά τούτη την τελευταία […] Για τον Κλάουζεβιτς η «διάνοια» και το στοιχείο της «ωμότητας» διόλου δεν αποτελούν αντίθεση, όπως δεν αποτελούν ο πόλεμος και ο πολιτισμός· άλλωστε τονίζει ότι «η χρήση φυσικής βίας σε πλήρη έκταση διόλου δεν αποκλείει τη σύμπραξη της διάνοιας, η βία εξοπλίζεται με τις εφευρέσεις των τεχνών και των επιστημών» (Λεβιάθαν, 15: 42).


Αυτό αναμφίβολα φωτίζει μια ορισμένη ιστορική εξέλιξη που ήταν συνέπεια της αστικής/κεφαλαιοκρατικής νεωτερικότητας και του τεχνικού/υπολογιστικού της εξορθολογισμού, ό,τι ονομάζουμε εργαλειοποίηση του Λόγου· για τον Κονδύλη όμως ανάγεται σε μια ορισμένη φιλοσοφική ανθρωπολογία, μια βαρύνουσα και ουσιολογική απόφανση περί τής ανθρώπινης φύσεως, για την οποία ο Κλάουζεβιτς, με τη συνηγορία τού Κονδύλη, λέει:


Όταν ο Κλάουζεβιτς ορίζει τον πόλεμο ως «πράξη βίας, προκειμένου να εξαναγκάσουμε τον αντίπαλο να εκτελέσει τη βούλησή μας» (Ι, 1§ 2), λαμβάνει αποκλειστικά υπ’ όψη του υπαρξιακά μεγέθη  (βία, αντίπαλος, βούληση, εξαναγκασμός), τα οποία είναι σταθερά και μπορούν να βρεθούν ανεξάρτητα από κάθε συγκεκριμένη κοινωνία, πολιτισμό ή πολιτική, γιατί έτσι ή αλλιώς υφίστανται μέσα σε όλες τους. Οποτεδήποτε κι αν μιλά ο Κλάουζεβιτς για τον πόλεμο δεν λησμονεί ποτέ τη στοιχειακή υπαρξιακή κατάσταση και αντιπαράθεση: το «στοιχείο τής ωμότητας» (Ι, 1§ 3), το «μίσος» και η «εχθρότητα» που «πρέπει να θεωρηθούν ένα τυφλό ορμέμφυτο» (Ι, 1§ 28), το «αχαλίνωτο στοιχείο τής έχθρας» (VIII, 6Β), η «αμιγής αρχή τής έχθρας» (VIII, 2), η «αυθεντική έχθρα» (VI, 8), η «αποφόρτιση της έχθρας, του μίσους» (ΙV, 11) – αυτά συνιστούν την «αυθεντική αρχή τού πολέμου» (WerkeΧ, 262) […] Όσο απρόσωπα κι αν είναι τα κίνητρα των πολέμων και όσες μεταμορφώσεις ή εξιδανικεύσεις κι αν επιδέχονται τα αρχέγονα αισθήματα της έχθρας, η φωνή τής ωμής, γυμνής φύσης δεν βουβαίνεται ποτέ μέσα στον πόλεμο (Λεβιάθαν, 15: 30).


Τρομάζει πραγματικά η δρακόντεια αφαίρεση, όσο και η δογματική αυθαιρεσία μιας τέτοια αναγωγής: από πού δηλαδή πορίζεται, ο Κλάουζεβιτς ή ο Κονδύλης, μια τέτοια βεβαιότητα για την «ανθρώπινη φύση»; Πού μπορεί αυτή η «ουσία» να βρεθεί σε χημικώς καθαρή μορφή; Παράγοντες οροεξαρτημένοι και ιστορικώς μεταβλητοί, όπως η συνθήκη τής υλικής σπάνης και οι εσωτερικεύσεις της, η παιδαγωγική βία και τα ψυχικά της αποτυπώματα, τυχόν σχέσεις υποδούλωσης, εκμετάλλευσης, ανισότητας και αδικίας που παράγουν εκρήξεις δικαιολογημένης οργής και αγανάκτησης, οιδιπόδειες αντιζηλίες που γεννιούνται ή επιτείνονται από πατριαρχικές δομές σχέσεων και σεξουαλικώς κατασταλτικούς κανόνες – όλο αυτό το φάσμα των διαφοροποιητικών συνθηκών που μπορούν να παράγουν βία, μίσος και ανταγωνισμό ανάμεσα στους ανθρώπους πολτοποιούνται κάτω από μία και  μόνη, μη αναγώγιμη «υπαρξιακή» αρχή: την αρχή τής έχθρας. Αυτό είναι, ας μου επιτραπεί να το πω, η φασιστική ανθρωπολογία στην πιο καθαρή φιλοσοφική της έκφραση: την έκφραση, ακριβώς, που έκανε διάσημη με τις διατυπώσεις του ο Καρλ Σμιτ.

Είναι απορίας άξιον πώς κανένας σχεδόν από τους αναγνώστες –ή καλύτερα να πω, θαυμαστές;– του Κονδύλη στην Ελλάδα (θα εξαιρέσω εδώ, πέρ’ από τον ίδιο τον Λυκιαρδόπουλο και τον κύκλο του, τον καθηγητή Κοσμά Ψυχοπαίδη) δεν θέλησε ν’ αποδώσει στη σκέψη αυτή το αληθινό της πολιτικό πρόσημο. Εντυπωσιάζουν, θα ξαναπώ, οι αληθινές φιλοσοφικές ικανότητες και οι σπάνιες διανοητικές του αρετές –η τρομακτική ευρυμάθεια σε ό,τι αφορά τη νεότερη, ευρωπαϊκή κυρίως ιστορία και τον νεωτερικό πολιτισμό· μια λεπτομερέστατη ενημέρωση στις τρέχουσες εξελίξεις στο πολιτικό, φιλοσοφικό, οικονομικό και τεχνολογικό πεδίο· η απεριόριστη πρόσβαση σε κείμενα γραμμένα στις μείζονες ευρωπαϊκές γλώσσες, περιλαμβανομένων τών αρχαίων ελληνικών και τών λατινικών· η συνθετικότητα της ματιάς, η αυστηρότητα της κρίσης και η λεπτομερής και υπεύθυνη τεκμηρίωση απευθείας από τις πηγές– σε βαθμό που, απ’ ό,τι φαίνεται, παραλύουν την κατά περιεχόμενο κρίση. Σε αυτό συνεπικουρούν ορισμένα στοιχεία τού ύφους του: μια εκφραστική ρωμαλέα και παραστατική, δωρική θα μπορούσε να πει κάποιος, οπωσδήποτε όχι ποιητική αλλά ψυχρά διαυγής, που επιβάλλεται με τη μονολιθικότητα και την ορμή της. Εδώ έγκειται η δύναμη, αλλά και η αδυναμία της. Γιατί αν η σκέψη τού Παναγιώτη Κονδύλη μοιάζει όντως με έναν τεράστιο μονόλιθο, όπου άπειρες διακλαδώσεις και συνεπαγωγές προκύπτουν αβίαστα από έναν μικρό αριθμό αδρών, θεμελιωδών παραδοχών οι οποίες συγκρατούν ολόκληρο το μεγαλεπήβολο οικοδόμημά της, η ίδια η έλλειψη ευλυγισίας τους το κάνει τρωτό, αφού αν αυτές οι πρώτες παραδοχές αμφισβητηθούν, είναι δύσκολο να μην συμπαρασύρουν στην κατάρρευση ολόκληρο το οικοδόμημα. Και αυτές ακριβώς είναι που προτίθεμαι να αμφισβητήσω.

Αν θέλει να βρει κάποιος τον αμιγή θεωρητικό πυρήνα τής σκέψης τού Κονδύλη, την πραγματικά ιδιοσυγκρασιακή του φιλοσοφία στην καθαρή της μορφή, δεν έχει παρά να στραφεί στο Ισχύς και απόφαση (Στιγμή: Αθήνα 2001) και στη θεωρία του τής ισχύος που εκδιπλώνεται εκεί. Εν πρώτοις αναλύεται η έννοια της απόφασης. Αυτή, ως πράξη θεμελιώδης που έχει έναν υπαρξιακό χαρακτήρα, συγκροτεί τόσο το ίδιο το υποκείμενο όσο και τις «αντικειμενικές» παραστάσεις τού κόσμου (οι οποίες, ακριβέστερα, πρέπει να εννοούνται ως ιδεολογίες, όπλα δηλαδή στον αγώνα για την επικράτηση και τη διεύρυνση της ισχύος των έτσι συγκροτημένων υποκειμένων). Όπως γράφει,


απόφαση (de-cision, Ent-scheidung) είναι η πράξη ή διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα, κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση. Πριν από την απόφαση δεν υπάρχει κόσμος ως συγκεκριμένα διευθετημένο όλο μέσα στην αντίληψη ενός υποκειμένου επίσης συγκεκριμένου, δηλαδή υποκειμένου που κατέχει ορισμένη θέση μέσα σε αυτό το όλο (σελ. 24).


Αν ωστόσο η απόφαση μοιάζει να έχει συγκροτητικό ρόλο για την ίδια την υποκειμενικότητα, εν συνεχεία γίνεται φανερό ότι με αυτό εννοείται η εξωτερική κρούστα τής αυτοσυνειδησίας τού ατόμου, διότι η ουσία τής «υποκειμενικότητας» προϋφίσταται της απόφασης με τη μορφή μιας ισχυρής βούλησης αυτοσυντήρησης. Έτσι, όλη η έμφαση που είχε δοθεί αρχικά στην απόφαση μετασχηματίζεται σταδιακά σε μια βιταλιστικής εμπνεύσεως βουλησιοκρατία (που είναι βεβαίως μια άλλη μορφή ουσιοκρατίας) η οποία επιτρέπει στον θεωρητικό μια βαρύνουσα απόφανση περί τής «εσχάτης πραγματικότητος»:


Η έσχατη πραγματικότητα συνίσταται από υπάρξεις, άτομα ή ομάδες, που αγωνίζονται για την αυτοσυντήρησή τους και μαζί αναγκαστικά για τη διεύρυνση της ισχύος τους. Γι’ αυτό συναντώνται ως φίλος ή ως εχθρός και αλλάζουν τους φίλους και τους εχθρούς ανάλογα με τις ανάγκες τού αγώνα για την αυτοσυντήρησή τους και τη διεύρυνση της ισχύος τους (σελ. 213).


Η λεγόμενη σφαίρα τού πνεύματος δεν είναι παρά η έσχατη μεταμόρφωση της ορμής για αυτοσυντήρηση – όπως περίπου για τον Κλάουζεβιτς η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα… Ιδού λοιπόν με ποιον τρόπο φτάνουμε, χωρίς πολλές περιστροφές, στη θεμελιώδη ιδέα που βρίσκεται στο βάθος τής σκέψης όλων των αντιδιαφωτιστών κριτικών της νεωτερικότητας, από τον Χομπς ως τον θεωρητικό τού εθνικοσοσιαλισμού Καρλ Σμιτ, και κατά μιαν άλλη εκδοχή από τους νεοδαρβινιστές μέχρι τον Μισέλ Φουκώ και τις λεγόμενες μεταμοντέρνες «μαχητικές θεωρίες τού λόγου» – ιδέα η οποία βεβαίως έχει την απώτατη καταγωγή της σε ένα κομμάτι τής αρχαίας Σοφιστικής, εκείνο που εκπροσωπεί ο Καλλικλής τού πλατωνικού Γοργία. Η φαινομενική ισχύς τέτοιων επιχειρημάτων ερείδεται ολοφάνερα στην ακρίβεια με την οποία μπορούν να περιγράψουν την εμπειρική πραγματικότητα σε κοινωνίες όπως η παρούσα – τίποτε όμως δεν μας βεβαιώνει ότι η εμπειρική πραγματικότητα αντιστοιχεί επακριβώς προς μια «έσχατη πραγματικότητα» της ανθρώπινης φύσης (ή της φύσης εν γένει). Στην πραγματικότητα, η έλλειψη καχυποψίας απέναντι σ’ ένα τέτοιο άλμα συνιστά θεωρητική αφέλεια πρώτου μεγέθους, και αν διαπράττεται τόσο συχνά κι από τόσο προικισμένους στοχαστές αυτό οφείλεται σε ορισμένα θεμελιώδη επιστημολογικά σφάλματα που διαποτίζουν ολόκληρο το φαντασιακό μιας εποχής και μιας κοινωνίας όπως η δική μας.

Ένα από τα μείζονα σφάλματα του είδους αυτού, από τότε τουλάχιστον που η επιστημολογία τού Καρτέσιου (όσο και ο ατομικισμός τού Τζων Λοκ) έχει αποκτήσει ισχύ ασυνείδητου κανόνα, είναι η υποτιθέμενη αυτοτέλεια του «υποκειμένου». Το μοντέλο τής σκέψης που επεξεργάζεται σήμερα ο Π. Κονδύλης, παρά την ενδελεχή ενημέρωσή του σε σύγχρονες ιδέες και προβληματικές, έχει την φαντασιακή του επικαιρότητα ακριβώς στον Καρτέσιο και στον Χομπς. Θα μπορούσε εν πρώτοις να γίνει δεκτό ότι η σφαίρα τού «πνεύματος» δεν μπορεί και δεν πρέπει να κατανοείται ανεξαρτήτως τού ενορμητικού υποστρώματος και των ασυνειδήτων κινήτρων της ανθρώπινης πράξης (οσοδήποτε κι αν είναι δυνατό να ανασυγκροτηθούν αυτά θεωρητικά)· θα μπορούσαμε ακόμη και να δεχθούμε πως η έννοια της αυτοσυντήρησης μπορεί να ισχύσει ως νόμιμη περιγραφή αυτού τού ενορμητικού υποστρώματος στη γενικότητά του (αν και αναρωτιέται κανείς κατά πόσον η συρρίκνωση του πλήθους και της ποικιλομορφίας των σχέσεων επιθυμίας που διαπλέκονται ανάμεσα σε έναν οργανισμό και το περιβάλλον του στην απλή έννοια της «αυτοσυντήρησης» δεν είναι ήδη εμποτισμένη από μιαν αγωνιώδη χροιά που στο πλαίσιο τής θεωρίας θα μπορούσε να ελεγχθεί αν μη τι άλλο ως μερικότητα)· το πώς όμως αυτή η δέσμη των ενορμητικών σχέσεων, προσανατολισμών και κινήτρων, ακόμη και αν συμφωνήσουμε να την ονομάσουμε «αυτοσυντήρηση», φτάνει να εννοηθεί ως απόλυτα διακεκριμένη από το οικοσυστημικό πλέγμα στο οποίο διαπλέκεται, και μάλιστα κατά τρόπο ριζικά ανταγωνιστικό προς τα υπόλοιπα μέρη τού οικοσυστήματος ώστε να εκλαμβάνεται κάπως αυτονόητα ότι η δική μου «αυτοσυντήρηση» έχει ως εμπόδιο τη δική σου, άρα στον αγώνα για την επιβίωση τα υποκείμενα προσεγγίζονται κατ’ ανάγκη μέσ’ από τις κατηγορίες τού «εχθρού» και του «φίλου», αυτό ομολογώ ότι δεν μπορώ να δω από πού προκύπτει. Μολονότι ο Π. Κονδύλης ορίζει αρχικά την απόφαση ως «διαδικασία αποχωρισμού», από τη δομή τής σκέψης του προκύπτει ότι ο αποχωρισμός αυτός είναι ήδη δεδομένος πριν από την πράξη τής απόφασης, ως αποχωρισμός, διάκριση ή ριζικός ανταγωνισμός των ίδιων των ζωτικών συμφερόντων των ατομικοτήτων.

Η συγγένεια αυτής τής ιδέας με το καπιταλιστικό φαντασιακό είναι παραπάνω από εμφανής, και ήδη υπερβολικά σχολιασμένη από τη σύγχρονη κριτική των ιδεών. Αν ωστόσο εκλάβουμε την κοινωνική σχέση όπως άλλωστε και τη σχέση ανάμεσα στην ίδια την κοινωνία και το γήινο σύστημα ως σχέση οικοσυστημική, σχέση δηλαδή αμοιβαία διαπεπλεγμένων ζωτικών συμφερόντων σε ένα μόρφωμα όπου, σε τελευταία ανάλυση, η επιβίωση του ατόμου εξαρτάται από την επιβίωση του όλου συστήματος, τότε δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να καταλάβει κανείς ότι όχι μόνον ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να νοηθεί ως «έσχατη πραγματικότητα» (γιατί τότε εμφανώς η ζωή δεν θα ήταν δυνατή, και όλες οι «ρεαλιστικές» θεωρίες τού παραπάνω τύπου μοιάζουν τυφλές απέναντι σε αυτή την πιο απλοϊκή και κοινότοπη διαπίστωση), αλλά ούτε καν μπορεί να του αποδοθεί ισότιμο επιστημολογικό καθεστώς με τη σχέση αλληλεγγύης: διότι μόνο χάρη σε μια, έστω οριακή, υπεροχή τούτης τής τελευταίας μπορεί ένα σύστημα να συγκροτηθεί ως σύστημα. Η έννοια της «κοινωνίας» περιέχει καταστατικά στον ορισμό της την έννοια της αλληλεγγγύης/συνεργασίας, και η πλέον σύγχρονη επιστημολογία των συστημάτων αναγκάζεται βήμα με βήμα να δεχθεί ότι ούτε η ίδια η φύση μπορεί να εννοηθεί ως συγκροτημένη με διαφορετικό τρόπο. Σε έναν πολιτισμό όπως ο νεότερος αστικός/καπιταλιστικός όπου η φαντασιακή κατασκευή τού «ατομικού συμφέροντος» υπερισχύει των πραγματικών σχέσεων συνεργασίας, η πιθανότητα της επιβίωσης όλων μειώνεται δραματικά, όπως με τον πιο ωμό και αναντίρρητο τρόπο δείχνει σε όλους μας σήμερα η πραγματική κατάσταση του πλανήτη.

Αν είδαμε ήδη τον «καθαρό» φιλοσοφικό πυρήνα τής σκέψης τού Π. Κονδύλη, ό,τι τέλος πάντων μπορούμε ν’ αποκαλέσουμε έτσι, θα ήταν σκόπιμο τώρα να ρίξουμε μια ματιά στις συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές του αναλύσεις, όπως κυρίως προκύπτουν από το έργο του Η Παρακμή τού Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία (Θεμέλιο: Αθήνα 1991). Το έργο αυτό έχει ως κίνητρο μια εξαιρετικά φιλόδοξη πρόθεση: ούτε λίγο ούτε πολύ, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τουλάχιστον τρεις αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού, τους αιώνες ακριβώς που διανύουμε. Οι έννοιες του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου, οι οποίες γνώρισαν τόσες και τέτοιες περιπέτειες στις θεωρητικές συζητήσεις των τελευταίων δεκαετιών, επιστρατεύονται προκειμένου να δώσουν τα ερμηνευτικά σχήματα-κλειδιά για τις φάσεις αυτού που ο συγγραφέας εννοεί ως παρακμή τού αστικού πολιτισμού. Θα μπορούσαμε ήδη να εγείρουμε μια ένσταση εδώ, δεδομένου ότι οι έννοιες αυτές, χρησιμοποιημένες από διάφορες πλευρές με ιδεολογικό τρόπο για τους σκοπούς διασταυρούμενων πολεμικών, είναι εξαιρετικά ασαφείς και αμφίσημες και έχουν επανειλημμένα επιστρατευθεί για να στεγάσουν κατά καιρούς αντιτιθέμενα επιχειρήματα.[4] Εν πάση περιπτώσει δεν θα επιμείνω περισσότερο, γιατί με ενδιαφέρει προπαντός το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτής τής ανάλυσης.

Εκείνο για το οποίο θέλει να μιλήσει το βιβλίο είναι μια μετάβαση σε ολόκληρο το φάσμα τού κοινωνικού από μια ορισμένη ιστορική περίοδο, που είναι ο κλασικός, φιλελεύθερος αστικός πολιτισμός, σε μιαν άλλη, τη λεγόμενη μαζική δημοκρατία, η οποία συμπίπτει προφανώς με την άνοδο του καπιταλισμού και φτάνει μέχρι τον τύπο κοινωνίας που επικρατεί στις ημέρες μας τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο. Η θεωρητική στρατηγική τού συγγραφέα είναι απλή στη σύλληψή της και αυστηρή στην εφαρμογή της. Σε ένα επίπεδο, οι έννοιες του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού στην πλήρη τους σημασία αντιστοιχούν μία προς μία σε αυτές τις κοινωνιοπολιτισμικές περιόδους: μοντέρνα εποχή είναι ακριβώς η κλασική εποχή τού Διαφωτισμού και του αστικού φιλελευθερισμού, με τις συγκεκριμένες μορφές ζωής, τα αξιακά και κοσμοθεωρητικά μορφώματα και το είδος τού γούστου που καθόρισαν τον αστικό πολιτισμό τής Ευρώπης· μεταμοντέρνα εποχή, αντιστοίχως, ονομάζεται εκείνη η περίοδος που ακολουθεί τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις και τη βιομηχανική επανάσταση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την πρόσβαση μεγάλων μαζών στο πολιτικό προσκήνιο, τη μαζική παραγωγή αγαθών, τη ρευστοποίηση των παραδοσιακών τρόπων ζωής και αξιών, την κατάλυση τού υψηλού γούστου, κοκ. Εν συνεχεία όμως, έχοντας επίγνωση της πολυσημίας των αφετηριακών του εννοιών, ο Π. Κονδύλης προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με μια συμπληρωματική διευκρίνιση. Ειδικά στο λογοτεχνικό/αισθητικό πεδίο, λέει, μοντερνισμός και μεταμοντερνισμός έχουν κάπως διαφορετική έννοια: ο αποκαλούμενος λογοτεχνικός μοντερνισμός δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαδικασία προσαρμογής τού εποικοδομήματος (για να το πούμε έτσι) στην κοινωνιοπολιτισμική μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή. Παρά το όνομά του δηλαδή, ο λογοτεχνικός (και γενικότερα αισθητικός) μοντερνισμός τού δέκατου ένατου και των αρχών τού εικοστού αιώνα εγγράφεται μάλλον στην περίοδο που ο συγγραφέας αποκαλεί μεταμοντέρνα παρά στη μοντέρνα, με την πρώτη σημασία τού όρου. Αντίστοιχα, ο λογοτεχνικός/αισθητικός μεταμοντερνισμός αντιστοιχεί στις διαμορφώσεις του εποικοδομήματος την περίοδο της ολοκλήρωσης και τής εξάπλωσης του μεταμοντέρνου μοντέλου πολιτισμού. Με τα ίδια του τα λόγια:


Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διακρίνουμε ξεκάθαρα τη μοντέρνα εποχή (ως εποχή τού Διαφωτισμού) από τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό καθώς και τις δύο αντίστοιχες σημασίες του μεταμοντέρνου μεταξύ τους. Αν όμως θέσουμε στο επίκεντρο της προσοχής μας την τομή ανάμεσα στις δύο εποχές και θελήσουμε να τη χρονολογήσουμε διαφορετικά απ’ ό,τι  γίνεται συνήθως σήμερα, τότε εμφανίζεται το παράδοξο ότι η μεταμοντέρνα εποχή ως εποχή που ακολουθεί τη μοντέρνα εποχή (ως εποχή τού Διαφωτισμού) περιλαμβάνει κι  εκείνο το οποίο ονομάστηκε μοντερνισμός με τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική έννοια. Με άλλα λόγια: η μεταμοντέρνα εποχή αρχίζει ταυτόχρονα με τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό και όχι με τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μεταμοντερνισμό, όπως νομίζεται σήμερα (σελ. 62).


Πιστεύοντας πως έχει υποτάξει με αυτή του την ερμηνεία την πολλαπλή αμφισημία των όρων του, ο Π. Κονδύλης προχωρεί στο κύριο θεμελιωτικό εγχείρημα αυτής τής πρότασης. Αν έχουμε μπροστά μας σύμφωνα με τον τρόπο που τις ορίσαμε δύο σαφώς διακριτές κοινωνιοπολιτισμικές περιόδους, δύο μοντέλα πολιτισμού, προκειμένου να προσδιοριστούν αυτά με ακρίβεια θα πρέπει να συγκροτήσουμε δύο αντίστοιχα θεωρητικά μοντέλα, δύο ιδεατούς τύπους, από τα οποία θα απέρρεαν, ή στα οποία θα συνέκλιναν, όλες οι επιμέρους λειτουργίες ή εκφράσεις κάθε τέτοιας κοινωνιοπολιτισμικής περιόδου – περιλαμβανομένων των τρόπων παραγωγής και της ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων, της μορφής των πολιτικών θεσμών, των πεποιθήσεων και των αξιών, των αισθητικών αντιλήψεων κοκ. Δύο τέτοια μοντέλα συγκροτεί λοιπόν ο Π. Κονδύλης, αντίστοιχα προς τον μοντέρνο (ή αστικό) πολιτισμό και τη μεταμοντέρνα (ή μαζική) δημοκρατία, τα οποία κρυσταλλώνονται σε δύο θεμελιώδη σχήματα σκέψης: τα σχήματα αυτά ο συγγραφέας ονομάζει συνθετικό-εναρμονιστικό, στην πρώτη περίπτωση, και αναλυτικό-συνδυαστικό στη δεύτερη. Ας δώσουμε και πάλι τον λόγο στον ίδιον προκειμένου να δούμε πώς ορίζει αυτά τα σχήματα:


Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους τού οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το  μέρος υπάρχει εντός τού Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα τού αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό συνδυαστικό σχήμα σκέψης […] Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία […] σημεία ή άτομα των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητά τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν κι επιτρέπεται να συνδυαστούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους (σελ. 63-64).


Από τη στιγμή που το σημείο αυτό ορίστηκε με σαφήνεια και αποφασιστικότητα, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ολόκληρο το υπόλοιπο βιβλίο, σχεδόν τριακόσιες σελίδες που ακολουθούν και δύο τουλάχιστον αιώνες ανθρώπινης ιστορίας, θα εξαχθούν αστραπιαία από εδώ σαν περιστέρι από το καπέλο τού ταχυδακτυλουργού, μπροστά στα μάτια τού έκπληκτου κοινού που επευφημεί και χειροκροτάει. Αν η σκέψη τού Π. Κονδύλη χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική συστηματικότητα και σαφήνεια, αυτή ακριβώς η σαφήνεια γίνεται και το πιο παραπλανητικό συστατικό της, αφού μέσα στο σιδερένιο της κλουβί συμπιέζεται να χωρέσει μια απίθανη ετερογένεια περιεχομένων, κάτω από την οιονεί αστυνομική της νομοθετικότητα πολτοποιείται ανελέητα κάθε απείθαρχο υλικό. Πρόκειται για ένα σημείο που είχε ήδη επισημάνει ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: αυτό που θα λέγαμε κακό εγελιανισμό, ή, για να το πούμε ακόμη πιο απερίφραστα, μια γραφειοκρατική χρήση τής σκέψης. Πρέπει ωστόσο να ξεκαθαριστεί αυτό το σημείο. Βεβαίως και δεν υπάρχει τίποτε κακό στο να υποβάλει κάποιος σε δομική ανάλυση μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο παίρνοντας ως βάση τις επικρατούσες κοινωνικές σχέσεις και συνδέοντας με αυτές όλες τις όψεις τού πολιτισμού· ούτε θα ήταν μεθοδολογικά άτοπο να κατασκευάζουμε μοντέλα με τα οποία να εργαζόμαστε ερμηνευτικά πάνω στην ανθρώπινη ιστορία και την κοινωνία. Αυτό ακριβώς κάνει μια διαλεκτικά ιστορική μέθοδος ή μια γενετική-δομική μέθοδος, και αυτή είναι πιθανότατα η επιστημονική προσέγγιση η οποία εγγυάται τα λιγότερα τουλάχιστον χονδροειδή σφάλματα. Το αληθινό πρόβλημα έγκειται αλλού, και έχει δύο όψεις.

Εν πρώτοις, η επιτυχία μιας τέτοιας προσέγγισης δεν εξασφαλίζεται από καμία υποτιθέμενη a priori εγκυρότητα της μεθόδου, αυτής είτε οιασδήποτε άλλης, αλλά μάλλον από μια προ-επιστημονική εγγύτητα με το αντικείμενο. Αν υπάρχει κάτι που θα προφυλάξει τον θεωρητικό από ενδεχόμενη ερμηνευτική αποτυχία είναι αποκλειστικά και μόνον ο έρωτας προς το αντικείμενό του, η βιωμένη συνάφεια με τους τροπισμούς και τις εκδηλώσεις του, η συνδιαλλαγή με τη μη αναγώγιμη υλικότητά του. Αυτή η εγγύτητα προς το αντικείμενο είναι στο μεγαλύτερο μέρος τής μελέτης καταφανώς απούσα από τον Π. Κονδύλη – και αυτό είναι ιδιαίτερα έκδηλο στο μέρος που αφορά τα σύνθετα φαινόμενα τα οποία προσπαθεί να χωρέσει στην έννοια της μεταμοντέρνας εποχής ή της μαζικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η τεχνολογική πρόοδος και η αναζήτηση του αρχέγονου, του ονειρικού ή του πρωτόγονου, ο λογικός θετικισμός και οι υπαρξιακές φιλοσοφίες, ο εξπρεσιονισμός, ο σουρεαλισμός και η αφαίρεση, ο ποιητικός συμβολισμός και το σύγχρονο μυθιστόρημα, η τζαζ, η ποπ-αρτ και ο κινηματογράφος, τα ΜΜΕ και το κίνημα αμφισβήτησης, η σεξουαλική επανάσταση, τα ναρκωτικά, τα φεμινιστικά και ομοφυλόφιλα κινήματα, η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας τού ’60 και η πολιτική οικολογία, όλ’ αυτά παρουσιάζονται με μια δεινότητα αληθινά ταχυδακτυλουργική ως περίπου καθρέφτες το ένα τού άλλου, αναλύονται με τρόπο ώστε να αποκαλύπτουν διαρκώς και ακούραστα το αναλυτικό-συνδυαστικό μοντέλο, το οποίο παραμονεύει κάθε φορά στο τέλος τής διαδρομής γελώντας σαρδώνεια με τον αφελή ερευνητή που ψάχνει να βρει κάποιο άλλου είδους νόημα μέσα σε αυτά τα συγκοινωνούντα δοχεία. Όποιος παρ’ όλ’ αυτά έχει γνωρίσει από κοντά, όποιος έχει ονειρευτεί και ποθήσει μέσ’ από την ποίηση του Συμβολισμού και τις διαδρομές τής Μαύρης μουσικής, όποιος έχει σκύψει ατελείωτες ώρες με ευαισθησία πάνω απ’ ορισμένους στοχαστές αυτού τού αιώνα και όποιος έχει ζήσει έστω για μία στιγμή τους κοινοβιακούς πειραματισμούς είτε τον απελπισμένο ανταρτοπόλεμο των δρόμων, δεν μπορεί παρά να χαμογελάσει ειρωνικά διαβάζοντας τις αντίστοιχες αναλύσεις τού Π. Κονδύλη, βλέποντας και πιστοποιώντας κατ’ επανάληψη σε ποιο βαθμό απ’ ό,τι λέγεται εδώ απουσιάζει δραματικά ό,τι είναι όντως σημαντικό μέσα στα συγκεκριμένα πράγματα.

Η δεύτερη όψη τού προβλήματος είναι πιθανόν ακόμη πιο σημαντική. Η διαλεκτική ευαισθησία, στον θεωρητικό στοχασμό όπως και αλλού, έγκειται ακριβώς στην ικανότητα να κατανοεί κάποιος, και να φέρνει στο φως, τις εντάσεις που ασταμάτητα γεννιούνται ανάμεσα στο υπάρχον ως τέτοιο και στις δυνατότητες που κάθε στιγμή το διασχίζουν, μετατρέποντας τις σημασίες του προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις ή γεννώντας προεικάσματα άλλων εκδοχών πραγματικότητας – την ικανότητα δηλαδή να διαβλέπει και να εκτιμά τις αδιάκοπες εντάσεις και αμοιβαίες διεισδύσεις μεταξύ τού πραγματικού και του δυνατού. Αν κάποιος χάσει, έστω και για μία στιγμή, αυτή την αστραπή τής δυνατότητας που συνταράζει από τα μέσα τον κόσμο των μορφών και των θεσμισμένων πραγματικοτήτων, χάνει αυτομάτως το λεπτότερο και πολυτιμότερο προνόμιο του στοχασμού – και αυτή ακριβώς η ποιότητα είναι που λείπει από τη σκέψη τού Π. Κονδύλη. Ό,τι γι’ αυτόν αξίζει να υπολογιστεί –και ό,τι όντως υπολογίζεται στην πραγμάτευσή του– είναι μόνον ό,τι επικράτησε, ό,τι ακόμη επικρατεί, με την πιο άτεγκτη έννοια του όρου. Το οτιδήποτε κρίνεται με μέτρο εκείνο στο οποίο εντέλει, θελημένα ή αθέλητα, προσωρινά είτε δια παντός, φαίνεται εμπράκτως να καταλήγει: το «νόημα» μιας επανάστασης θα είναι πάντα η νέα εξουσία που αναδύθηκε από αυτήν, ένα, δύο, πέντε ή δέκα χρόνια μετά· ποτέ η ελπίδα ενός καινούργιου κόσμου, ποτέ η παραφορά και η έκσταση που σωριάζει σε ερείπια το υπάρχον, ποτέ η στιγμή τής αλληλεγγύης μπροστά στον θάνατο, η τρικυμία στις φλέβες και η φλόγα στα μάτια. Η έσχατη θεωρητική δικαίωση του υπάρχοντος είναι ακριβώς η αναγνώριση πως οτιδήποτε νέο γέννησε η ιστορική στιγμή είχε ως απώτατο και κρυφό του σκοπό αυτό το συγκεκριμένο υπάρχον· και αυτή η έμμεση, θλιβερή απολογητική είναι ακριβώς η πιο σκοτεινή πλευρά ενός θεωρητικού που με μακιαβελικό κυνισμό δηλώνει (εν προκειμένω για την πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας τού ’60):


Τούτη η αφομοιωτική ικανότητα του συστήματος δείχνει […] ότι η πολιτισμική επανάσταση στο σύνολό της προκάλεσε απλώς μια ήδη ωριμασμένη αλλαγή στο εποικοδόμημα, δηλαδή παραμέρισε απλώς ό,τι το «σύστημα» δεν χρειαζόταν πια, και μάλιστα έπρεπε να αποβάλει. Η ριζοσπαστικότητα των συνθημάτων της μπορεί βέβαια να γεννήσει οπτικές απάτες, αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτα για την αντικειμενική λειτουργία τού κινήματος. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά στην ιστορία που επιστρατεύθηκε περισσότερη ενεργητικότητα, ρητορική και ψευδαίσθηση απ’ όσο χρειαζόταν απαραίτητα για την επίτευξη του δεδομένου αποτελέσματος (σελ. 277).


Και αυτή η οπτική απάτη λοιπόν, αυτό το φάντασμα, που δεν πραγματώθηκε ούτε έγινε θεσμός αλλά κατέφυγε και πάλι μέσα στην ελπίδα και μέσα στα ανθρώπινα όνειρα, αυτό λοιπόν δεν υπήρξε; Δεν πέρασε ποτέ από εδώ, δεν είδαμε άραγε εκείνο που είμαστε βέβαιοι πως είδαμε, δεν άφησε πίσω του απηχήσεις που κάνουν αυτή την πραγματικότητα να σφαδάζει ακόμη απέναντι στο ίδιο της το μέλλον;

Εδώ που ο θεωρητικός νίπτει τας χείρας του, εδώ που αποκηρύσσει εκείνο χάρη στο οποίο μπορεί και ο ίδιος αυτή τη στιγμή να στοχάζεται, εδώ, πίσω από τον προσγειωμένο ρεαλισμό αποκαλύπτεται εκείνη η σκοτεινή, σαδομαζοχιστική παρόρμηση της υποταγής, της ταύτισης με την ισχύ που χαρακτηρίζει τους απολογητές κάθε αυταρχικής τάξης πραγμάτων. Και σε αυτήν πρέπει οπωσδήποτε να λογαριάσουμε και ορισμένες βασικές όψεις τού κλασικού αστικού πολιτισμού, ο τρόπος πραγμάτευσης των οποίων από τον Π. Κονδύλη υποβάλλει μια ορισμένη αξιακή προτίμηση, σαφώς εξιδανικευτική, που διαπνέει υπόρρητα το έργο. Παρότι ο συγγραφέας μας πασχίζει με όλες του τις δυνάμεις να επιδείξει αξιολογική ουδετερότητα, δεν μπορεί να κρύψει τουλάχιστον τη σημασία τού ότι ο τίτλος του δεν είναι: η Γέννηση της Μαζικής Δημοκρατίας, αλλά: η Παρακμή τού Αστικού Πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, πολύ περισσότερες μαρτυρίες δείχνουν ότι η προσωπική του εκτίμηση για τα πράγματα διόλου δεν διαφέρει από εκείνη ορισμένων αστών θεωρητικών τής κλασικής περιόδου. Το μοντέλο για την κοινωνία που έχει στον νου του δεν είναι στην πραγματικότητα άλλο από εκείνο του γερο-Χομπς, η αντίληψή του για τον ίδιο τον Λόγο δεν είναι άλλη από αυτήν του εργαλείου –deliberation– στην υπηρεσία τού ανταγωνισμού για την επιβίωση που ανήκει –φευ!– στην ίδια την «αιώνια φύση» τού ανθρώπου… Αλλά κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο ο «μοντέρνος» (με την έννοια του αστού-διαφωτιστή) Κονδύλης βρίσκεται ήδη στη «μεταμοντέρνα» πλευρά, της οποίας ο κυνισμός, η αποδοχή τού οτιδήποτε, χωρίς συναισθηματικές προσκολλήσεις και αξιακές εμμονές, μια αντίληψη της κοινωνίας ως γενικής αγωνιστικής των λόγων, αποτελεί ήδη μια ευδιάκριτη γραμμή στην καρδιά της αστικής σκέψης, ήδη από τα χρόνια τής αρχαίας Σοφιστικής.   

Έτσι καταρρέει και η έσχατη διάκριση πάνω στην οποία ο Π. Κονδύλης επιχειρεί να στηρίξει το μεγαλεπήβολο οικοδόμημά του: η διάκριση μεταξύ μοντέρνου-μεταμοντέρνου ως διάκριση μεταξύ του αστικού και του μετα-αστικού πολιτισμού. Διότι πέρ’ από τις δύο παραπάνω βασικές μου ενστάσεις στον τρόπο ερμηνείας, θεωρώ διαβλητό στα θεμέλιά του το σχήμα που χρησιμεύει ως λογικός σκελετός τής ανάλυσής του. Το συνθετικό-εναρμονιστικό και το αναλυτικό-συνδυαστικό μοντέλο δεν βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση διαδοχής αλλά συνυπάρχουν εμφανώς σε μεταβαλλόμενες ισορροπίες σε όλες τις περιόδους τής αστικής κοινωνίας – και μάλιστα όχι μόνο της σύγχρονης αλλά και της αρχαίας... Η διαμάχη τού Πλάτωνα με τη Σοφιστική τον τέταρτο αιώνα π.Χ., η διαμάχη του ρεαλισμού με τον νομιναλισμό στην αυγή των Νέων Χρόνων, η διαμάχη του μεταφυσικού ορθολογισμού με τον εμπειρισμό στις απαρχές τού Διαφωτισμού, η συνεχιζόμενη κάτω από διάφορες μορφές διαμάχη της απολυταρχίας με τον φιλελευθερισμό, ή της κοινωνίας των πολιτών με το κράτος, είναι μερικές μόνο από τις εμφανέστερες μεταμορφώσεις αυτού τού διπολικού σχήματος που η ταλάντευσή του σαν μια πελώρια ζυγαριά ορίζει τη ζωή και τη μοίρα των αστικών κοινωνιών μέχρι σήμερα. Δομή του είναι σε κάθε περίπτωση η μηχανική ολότητα. Τα δύο μοντέλα σκέψης, λοιπόν, δεν είναι στην πραγματικότητα δύο αλλά ένα: είτε από την πλευρά τής σύνθεσης το δούμε είτε από την πλευρά τής ανάλυσης, είτε δηλαδή από την πλευρά τού κανονιστικού όλου είτε από αυτή των ανταγωνιζόμενων μονάδων, πρόκειται πάντα γι’ αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε μοναδολογικό πρότυπο συγκρότησης της κοινωνικής ζωής και της σκέψης μέσα στον αστικό τύπο κοινωνιών, αδιάψευστη μαρτυρία τού αντινομικού τρόπου σύστασής τους. Αν ζητάμε ένα πράγματι άλλο μοντέλο σκέψης απέναντί του, θα πρέπει να αναζητήσουμε τη δομή του μάλλον στον ολιστικό τρόπο σύστασης των προ-αστικών κοινωνιών – και από εκεί, μετουσιωμένο με όρους σκέψης, στις μεγάλες κοινωνικές ουτοπίες που από την εποχή τού Ρομαντισμού και ύστερα συνταράζουν επίμονα τις κοινωνίες μας ζητώντας την αλλαγή τους, στο όραμα του κομμουνισμού που παραμένει το ανεκπλήρωτο αίτημα στην καρδιά τής πραγματικότητας, όσα δεν μπόρεσαν να βρουν χώρο στο θεωρητικό οικοδόμημα του Παναγιώτη Κονδύλη. Μοιραία όμως θα συνεχίσουν τη μυστική τους πορεία προς το μέλλον, απ’ οσοδήποτε δαιδαλώδεις ή εφιαλτικές παρακαμπτηρίους κι αν μας επιφυλάσσουν οι κλυδωνισμοί τού παρόντος, ακόμη και όταν θα έχει φυτρώσει χλόη στις γκρεμισμένες κολώνες του, σφυρίζοντας σαν πνοή τού αέρα ανάμεσά τους.    


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε μια πρώτη, αδρή ταξινόμηση του έργου του ως εξής:

α) κείμενα ιστορικοφιλοσοφικά.  Η γένεση της διαλεκτικής (διδακτορική διατριβή, 1978)· Η κριτική τής μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (ελλ. εκδ. 1983)· Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα (ελλ. εκδ. 1984)· Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός, Ι-ΙΙ (ελλ. εκδ. 1987)· Συντηρητισμός (ελλ. έκδ. 2015).  

β) η ιδιοσυγκρασιακή του φιλοσοφία. Ισχύς και Απόφαση (ελλ. εκδ. 1991)· Η ισχύς, η ηδονή, η ουτοπία (ελλ. εκδ. 1992)· Το πολιτικό και ο άνθρωπος (ελλ. έκδ. 2007).

γ) αναλύσεις τού σύγχρονου κόσμου. Η παρακμή τού αστικού πολιτισμού (ελλ. εκδ. 1991)· Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο (ελλ. εκδ. 1992)· Θεωρία τού πολέμου (ελλ. εκδ. 1997).

δ) αναλύσεις και αναφορές στη νεοελληνική πραγματικότητα. Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό Ζήμημα (ελλ. έκδ. 1985)· Ο νεοελληνικός διαφωτισμός (ελλ. έκδ. 1988)· «Εισαγωγή» στην Παρακμή τού αστικού πολιτισμού· «Επίμετρο» στη Θεωρία τού πολέμου.

ε) μια σειρά σημαντικών μεταφράσεων (Machiavelli, Montesquieu, Chamfort, Schiller, Lichtenberg, Pavese, Karl Marx, A. Hauser, J. Burnhan, Carl Schmitt, κ.ά.) στις εκδόσεις Κάλβος, Γνώση, Στιγμή και αλλού, καθώς και υποδειγματικές επιμέλειες φιλοσοφικών και ιστορικών σειρών όπως η «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» στις εκδόσεις Γνώση και ο «Νεότερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός» στις εκδόσεις Νεφέλη.

Σε αυτά πρέπει να προσθέσει κανείς ορισμένες μικρότερες δημοσιεύσεις του στα γερμανικά, καθώς και πολλά άρθρα που αποθησαυρίζονται και εκδίδονται σε αντίστοιχους τόμους μεταθανατίως. Εκ των υστέρων σκέφτομαι ότι το κομμάτι τού έργου του που διασώζεται καλύτερα ενάντια  σε κάθε  κριτική, είναι το ιστορικοφιλοφικό του έργο· πάνω απ’ όλα, ο Κονδύλης υπήρξε ένας έξοχος ιστορικός των ευρωπαϊκών ιδεών (των ελληνικών περιλαμβανομένων). 


[2]. Όλη αυτή η συζήτηση βρίσκεται σήμερα στον τόμο Παναγιώτης Κονδύλης κ.ά., Παλιά και νέα θεότητα (Έρασμος: Αθήνα 2003)· βλ. επίσης την παρουσίασή μου, από τη σκοπιά των επιχειρημάτων τού Γ. Λυκιαρδόπουλου, στο «Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος», περ. Πανοπτικόν, 20 (Θεσσαλονίκη 2015): 6-28.


[3]. Οι θέσεις τού Κονδύλη μάλιστα για τις στρατηγικές αντιλήψεις τού Λένιν στο ίδιο βιβλίο δείχνουν ότι ήδη από την πρώτη στιγμή, ακόμη και όταν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως μαρξιστή, διάβαζε και μετάφραζε τον μαρξισμό με τους όρους μιας «θεωρίας τού πολέμου» στο ύφος τού Κλάουζεβιτς. Η απαξίωση της διαλεκτικής (αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής του στη Χαϊδελβέργη, της οποίας κάποιες προγραμματικές θέσεις συνοψίζονται στο άρθρο του «Η γένεση της διαλεκτικής», στο ίδιο αυτό τεύχος τού Λεβιάθαν: 69-77) με βάση ένα χονδροειδές πραγματιστικό επιχείρημα, επιτείνει αυτή την υποψία.  


[4].  Για μία, παράλληλη χρονικά με αυτήν του Κονδύλη, ερμηνεία τής δέσμης των φαινομένων που κρύβονται πίσω από τον παραπλανητικό όρο τού «μεταμοντέρνου», κι επίσης μια διιστάμενη αποτίμηση των διακυβευμάτων και της ιστορικής σημασίας τής δεκαετίας τού ’60, βλ. το βιβλίο μου Οι Αντίποδες του ’60: πίσω από τη διφορούμενη έννοια του μεταμοντερνισμού και μέσ’ από τα «νέα» κοινωνικά κινήματα (Πρίσμα: Αθήνα 1992).