Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βεργέτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βεργέτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Ο νεοφιλελευθερισμός και η στρατοπεδική μετάλλαξη του κοινωνικού δεσμού: Λακάν, Φουκώ, Αγκάμπεν (κι ένα τηλεγραφικό και ανεκδοτολογικό σχόλιο)


του Δημήτρη Βεργέτη


Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού αληthεια, που μόλις κυκλοφόρησε (εκδ. Πατάκη) περιέχει ένα διπλό αφιέρωμα στη λακανική θεώρηση της πολιτικής και του κοινωνικού δεσμού καθώς και στην προσφυγική κρίση. Δημοσιεύουμε εδώ μια εισαγωγή στη διπλή προβληματική αυτού του τεύχους. 


Ένα ακαταμάχητο ιδεολόγημα δεσπόζει στις συνειδήσεις του Δυτικού κόσμου: παρά την ιλιγγιώδης ανάπτυξη των οικονομικών ανισοτήτων, η κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων ιδεωδών δημιούργησε πιο ανεκτικές και ανοιχτές κοινωνίες.

Η αλήθεια δεν συμπίπτει ωστόσο με αυτό το ιδεολόγημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί η ανεκτικότητα δεν αποτελεί διόλου ανιδιοτελή δωρεά του νεοφιλελευθερισμού αλλά κατάκτηση πολύμορφων αγώνων. Εμβαθύνοντας την μικροφυσική της εξουσίας που επεξεργάστηκε ο Φουκώ, ο Ντελέζ αντιπαρέθετε στις κλασικές πειθαρχικές κοινωνίες τις σύγχρονες κοινωνίες ελέγχου.

Οι πειθαρχικές κοινωνίες συγκροτούνταν σαν ένα δίκτυο αυτόνομων αλλά αλληλέγγυων κατασταλτικών θεσμών, κατόχων ειδικών εξουσιών, που διατηρούσαν σχέσεις εξωτερικότητας με το κοινωνικό σώμα, σχέσεις ετερότοπης γειτνίασης. Αντίθετα στις κοινωνίες ελέγχου –καθότι κοινωνίες επιτρεπτικότητας, επικοινωνίας, δικτύωσης, φρενήρους κυκλοφορίας πληροφορίας και αντικειμένων– οι μηχανισμοί εξουσίας είναι εμμενείς στο κοινωνικό σώμα.

Η μικροφυσική της εξουσίας διαχέεται παντού και διεισδύει στους πιο λεπτούς πόρους της καθημερινότητας, χωρίς να συμπυκνώνεται αποκλειστικά στην περιχαρακωμένη τοπική πειθαρχικών θεσμών. Η εξατομικευμένη χημική ομαλοποίηση αντικατέστησε το άσυλο, για να δώσουμε ένα μικροσκοπικό παράδειγμα, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι πόσο αβίαστα, χωρίς την παραμικρή παραβατική έξαψη, πλήθος νόμιμων και ενάρετων ψυχοτρόπων ουσιών μετατρέπονται σε υποκατάστατη μαστούρα.

Οι τρόποι απόλαυσης του «μεταμοντέρνου» υποκειμένου συμ-φράζονται πλέον αρμονικά με το λόγο του καπιταλιστή, την υπερεγωτική προστακτική «απόλαυσε» και τις τεχνολογίες της εξουσίας. Η κυνική αξιοποίηση πάσης φύσεως κοιτασμάτων απόλαυσης, η εμπορευματοποίηση των ηδονών, μίζερων ή φαντασμαγορικών, αγοραίων ή εκλεπτυσμένων, ανεσταλμένων ή αχαλίνωτων, κακόφημων ή ευυπόληπτων μετέχουν σε περίοπτη θέση στον επενδυτικό προγραμματισμό του κεφαλαίου- αποτελούν χρυσές επενδυτικές ευκαιρίες στο κερδοσκοπικό Ελντοράντο των ενιαίων αγορών.

Οι πάσης φύσεως, παραβατικές και μη, ηδονές συστεγάζονται στην προσοδοφόρο ανεκτικότητα της ενιαίας παγκόσμιας αγοράς και διατίθενται ως εγγυημένα προϊόντα. Ταυτόχρονα, ομόρροπα πορεύεται και το υποκείμενο που συνυποθέτει και ντρεσάρει ένας υπερσύγχρονος καπιταλισμός, διαζευγμένος από τα ήθη της παρωχημένης προτεσταντικής εγκράτειας. Υποκειμενικό και κοινωνικό συναρθρώνονται με όρους αδιάπτωτης συμβατότητας και ομόρροπων έξεων, καθώς το «μεταμοντέρνο» υποκείμενο συμ-φράζεται ιδεωδώς με το λόγο του καπιταλιστή, που αγνοεί όρια, αρχές ετερονομίας και υπερβατικές αρχές.

Εφεξής, στον αναθεωρημένο νομικό κώδικα του Υπερεγώ δεν υπάρχουν πλέον ένοχες απολαύσεις, ειδικά κατά την οικόσιτη ιδιοποίησή τους − πλην αριθμητικά αμελητέων εξαιρέσεων. Ενοχοποιήσιμες πλέον είναι οι αναστολές. Το μεταμοντέρνο υποκείμενο που απαιτεί η λειτουργία της αγοράς καλείται να κινείται χωρίς καταναλωτικούς ενδοιασμούς. Ο πάλαι ποτέ μηνυτήριος ζήλος του Υπερεγώ απέναντι στις παραβατικές έξεις έχει αποβάλει τη βικτωριανή τήβεννό του και έχει μεταλλαχτεί σε ένθερμη αβανταδόρικη συνηγορία. Συνεπικουρούσα, η διαφήμιση δεν ορρωδεί πλέον μπροστά σε κανένα φραγμό.

Από τις κοινωνίες στις οποίες ορισμένα εποπτευόμενα όρια σηματοδοτούνταν ως απαράβατα, περάσαμε σε κοινωνίες  «απαραβατικών» οριοθετήσεων, στις οποίες ναι μεν υπάρχουν διαφοροποιημένοι τομείς και διαχωριστικές γραμμές, αλλά στις οποίες η διαπερατότητα αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα συγκρότησής τους. Η διαπερατότητα αντιβαίνει στη λογική της παραβατικότητας. Κανένας πειθαρχικός κέρβερος δεν φυλάσσει τη διαδικτυακή πύλη, κανένα βικτωριανό πέπλο δεν συγκαλύπτει τις εκτιθέμενες ωμότητες. Κανείς δεν διανοείται να χαρακτηρίσει παραβατική υπέρβαση ένα κλικ πρόσβασης στους πορνογραφικούς ιστότοπους. Θα ηχούσε σαν φαιδρή ανοησία. 

Παρόλα αυτά –και εδώ συναντάμε την προφητική οξύνοια του Λακάν– μέσα στις ανοιχτές κοινωνίες της επιτρεπτικότητας και της ανοχής αναδύονται συμπαγείς οριοθετήσεις, ανελέητες, εφιαλτικές, ανθρωποβόρες. Αυτή είναι η εκτροχιασμένη πραγματικότητα του σήμερα, της οποίας το πολύμορφο πρόσωπό της αποτελεί τον ζοφερό καθρέφτη της κοινοτοπίας των δεινών που μαστίζουν τον μειοδοτικά δημοπρατούμενο πολιτισμό, βορά των αγορών. 

Η ριζοσπαστική πολιτική ευφυΐα αυτού του πολιτικά συντηρητικού ανθρώπου, σύμφωνα με τα συμβατικά κριτήρια, εντόπιζε από τη δεκαετία του '60 την παράδοξη συνύπαρξη αυτών των αντιφατικών φαινομένων. Ανίχνευσε και διατύπωσε με απαράμιλλη διαύγεια την κυοφορούμενη και επερχόμενη θριαμβευτική άνοδο των διακρίσεων (ségrégations), που θα αναλάμβαναν να υφάνουν εκ νέου ένα ζοφερό ιστό διάσπαρτων αποκλεισμών μέσα στο πορώδες σύμπαν της γενικευμένης επιτρεπτικότητας.

Δεκαετίες πριν από τις «πρωτοποριακές», ρηξικέλευθες θέσεις του Αγκάμπεν, ο Λακάν είχε εξαγγείλει μετ' επιτάσεως, απευθυνόμενος σε δύσπιστα ώτα, ότι οι νεότευκτες κοινωνίες των απελευθερωμένων καταναλωτικών ηθών, του τέλους της τυραννικής αναλγησίας των υπερεγωτικών απαγορεύσεων και της πανταχόθεν προσβάσιμης απόλαυσης θα ήσαν δομημένες σύμφωνα με το υπόδειγμα του « στρατοπέδου συγκέντρωσης»!

Ήδη από το 1949, στην παρέμβασή του για το Στάδιο του καθρέφτη, ο Λακάν υπογράμμιζε τη «στρατοπεδική μορφή του κοινωνικού δεσμού» στις κοινωνίες οι οποίες «δεν αναγνωρίζουν άλλη λειτουργία εκτός από την ωφελιμιστική». Ήδη από το 1963, στο σεμινάριό του L'angoisse, εγκαλούσε την εποχή του, γιατί «το πρόβλημα του στρατοπέδου συγκέντρωσης και της λειτουργίας του, αυτή την περίοδο της ιστορίας, πραγματικά παρακάμφθηκε καθ' ολοκληρίαν, συσκοτίσθηκε πλήρως από [...] την παράλογη ιδέα ότι επρόκειτο να ξεμπερδέψουμε με αυτό στα γρήγορα».

Ήδη από το 1967, σε μια ομιλία του στο ψυχιατρείο Saint-Anne, τόνιζε την αλλαγή του υποδείγματος της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό, συναρτώντας την ευθέως με τη στρατοπεδική ανάπλαση του κοινωνικού δεσμού, υπό το κράτος της θριαμβευτικής επέλασης των διακρίσεων και των συμφραζόμενων πολιτικών γκετοποίησης: «Οι πρόοδοι του παγκόσμιου πολιτισμού θα μεταφραστούν όχι μόνο με μια ορισμένη δυσφορία αλλά και με μια πρακτική που θα τη δείτε να επεκτείνεται όλο και περισσότερο και η οποία δεν θα δείξει αμέσως το αληθινό πρόσωπό της, αλλά η οποία έχει ένα όνομα: διακρίσεις».

Πρόκειται για τις διακρίσεις που προάγουν και νομιμοποιούν στιγματισμούς, στρατοπεδικές περιχαρακώσεις και γκετοποίηση επιλεκτικά οριοθετημένων υποσυνόλων πληθυσμού, τα οποία αποκόπτονται από το κοινωνικό σώμα και εκτοπίζονται, αλλά εντός του, σε θέση εσωτερικού αποκλεισμού. Η στρατοπεδική τροπή του κοινωνικού δεσμού δεν συνιστά μια παροδική μορφοποίηση ανταγωνιστικών σχέσεων, δεν αποτελεί μια ειδεχθή επιδερμική εξέλκωση της ιστορικής συγκυρίας, αντίθετα αδήριτη αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης των κοινωνιών. 

Ήδη από το μακρινό πια 1967, ο Λακάν αποφαινόταν με διαγνωστική οξύνοια ότι «το μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι ενιαίες αγορές θα βρει το ισοζύγιό του μέσα από την όλο και πιο σκληρή επέκταση των διαδικασιών διάκρισης (ségrégations).

Παγκοσμιοποιημένες αγορές –πέραν της στενής ευρωπαϊκής «κοινής αγοράς»–, ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και εμπορευματοποιημένων ανθρώπων, φρενήρης κυκλοφορία αντικειμένων υπεραπόλαυσης, καταναλωτικός ευδαιμονισμός, άρση αναστολών και απαγορεύσεων, πολύμορφες απολαύσεις πανταχόθεν προσβάσιμες, ελευθερία λόγου ως την κλίμακα του κρετινισμού και της χυδαιότητας, ναρκισσευόμενος κυνισμός της επί πτωμάτων αναρριχόμενης επαγγελματικής επιτυχίας κ.τ.λ., όλα αυτά κατανέμονται παραδόξως σε έναν κοινωνικό χώρο που αντλεί τη συνεκτικότητά του όχι από κάποιο κοινωνικό συμβόλαιο, όχι από το ιδεώδες της δημοκρατικής διαβούλευσης, όχι από τις αρετές του «κράτους δικαίου» αλλά από το υπόδειγμα του στρατοπέδου, που δεσπόζει πλέον χάρη στον δυσοίωνο πολλαπλασιασμό των διακρίσεων. 

Ο Λακάν συνέλαβε επίσης έγκαιρα το στρατηγικό βάρος της βιο-πολιτικής συνιστώσας, που έμελλε να αποτελέσει τον κεντρικό άξονα των επεξεργασιών του Φουκώ. Σε μία διάλεξη του 1971, την τοποθετούσε με ακρίβεια: «Όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον θα μας κατακλύσουν προβλήματα διακρίσεων, που θα στιγματίσουμε με τον όρο ρατσισμός. Όλα αυτά τα προβλήματα προέρχονται από τον έλεγχο όσων διαδραματίζονται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της ζωής...» . 

Αυτές οι προφητικές τοποθετήσεις του Λακάν απαντώνται όχι μόνο στα γραπτά του, πρωτογενή ή απομαγνητοφωνημένα, αλλά και στον εσώτερο πυρήνα των μεταγενεστέρων επεξεργασιών του Αγκάμπεν. Σύμφωνα με τον Αγκάμπεν, το βιοπολιτικό υπόδειγμα δεν σηματοδοτεί μια ρήξη στο δικαιϊκό υπόβαθρο της πολιτικής ιστορίας της Δύσης, αλλά συνιστά την καταγωγική μήτρα της, όπως αφήνει να διαφανεί η αρχαιολογία της «γυμνής ζωής».

Πέρα από εξελικτικές μεταμορφώσεις, που σημάδεψαν τις τεχνικές της βιο-εξουσίας ως την μικροφυσική βελτιστοποίησή της, η βιο-εξουσία ως τέτοια συγκροτεί την ενδότερη, εμμενή αρχή του πολιτισμού στη Δύση. Η πολιτική δεν θα ήταν παρά το μετωνυμικό συνεχές της βιοπολιτικής. Αυτή η υπόρρητη μετωνυμική συναίρεση της βιοπολιτικής και του πολιτικού αποκάλυψε το αποτρόπαιο αυθεντικό της πρόσωπο υπό την οριακή μορφή του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπου κανονικότητα και εξαίρεση, γεγονός και δίκαιο συμπίπτουν, καθώς η εξαίρεση επέχει θέση κανονικότητας και το γεγονός εκδηλώνεται με ισχύ νόμου.

Η συμπερασματική αιχμή της αρχαιολογίας του βιοπολιτικού υποδείγματος αποτυπώνεται σε μια διάγνωση που κεντροθετεί τους σύγχρονους μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας στο στρατόπεδο ως τόπου συναίρεσης της βιοπολιτικής και της κατάστασης εξαίρεσης. Η βιοπολιτική διάχυση της κατάστασης εξαίρεσης σε πλανητική κλίμακα διαμορφώνει τον ιστορικό ορίζοντα των σύγχρονων κοινωνιών.

Το στρατόπεδο δεν αποτελεί πλέον μια παρένθετη ανωμαλία μέσα στην κανονιστική τάξη, αντίθετα «είναι το υπόδειγμα του πολιτικού χώρου τη στιγμή που η πολιτική γίνεται βιοπολιτική». Συνιστά το βιοπολιτικό θεμέλιο του κοινωνικού δεσμού και διασφαλίζει το πλαίσιο όπου ανοριοθέτητη η κατάσταση εξαίρεσης επιβάλλεται ως κανονιστική μορφή διακυβέρνησης.

Η δραματικά επίκαιρη προσφυγική κρίση προσδίδει επονείδιστη ορατότητα στη λειτουργία του στρατοπέδου ως πολιτικής μήτρας διαχείρισης της «γυμνής» ή μινιμαλιστικά ενδεδυμένης −από νομική άποψη− ζωής.

Περίκλειστοι χώροι για ανεπιθύμητους μετακινούμενους πληθυσμούς, κέντρα κράτησης, αστυνομευόμενοι αυτοσχέδιοι καταυλισμοί, ολόκληρα νησιά όπως τα Nauru και τα Christmas, τα οποία οι αυστραλιανές κυβερνήσεις έχουν μετατρέψει σε πλωτά στρατόπεδα εγκλεισμού προσφύγων –σύγχρονη, βιοπολιτική παραλλαγή του «πλοίου των τρελών» (stultifera navis), που απαθανάτισε η πένα του Φουκώ–, παραγκουπόλεις, αποκομμένα μπανλιέ αλλά και περιφραγμένες μικροπόλεις πλουσίων, εκουσίως εγκλωβισμένων υπό την προστασία ιδιωτικών στρατών.

Θα ήταν ένοχη παράλειψη να μην υπενθυμίσουμε εδώ τις πρωτοποριακές επεξεργασίες του Μπαντιού πάνω στα φαινόμενα «ζωνοποίησης», κατάτμησης σε ζώνες ολόκληρων περιοχών, καθότι χαρτογραφούν νέες μορφές του στρατοπεδικού υποδείγματος σε διευρυμένη κλίμακα. Βλέπουμε να συγκροτούνται «ξένες κηδεμονίες, εδαφικοί διαμελισμοί [...] θύλακες υπό τη δικαιοδοσία ιδιωτικού στρατού ή ένοπλων συμμοριών» σε πλήρη αποσύνδεση από κάθε συντεταγμένη κεντρική εξουσία.

Θα ήταν, άραγε, αυθαίρετος υπερθεματισμός να προσθέσουμε εδώ τη διολίσθηση ολόκληρων κοινωνιών στο υπόδειγμα του στρατοπέδου, με την υπαγωγή τους σε καθεστώς μνημονιακής κατοχής, όπου, υπό το πρόσχημα της έκτακτης οικονομικής κατάστασης, αναστέλλονται οι εθνικές νομοθεσίες και αποκτά ισχύ νόμου η ληστρική απαιτητικότητα των κερδοσκόπων δανειστών;

Θα μπορούσαμε νομίμως να ταυτοποιήσουμε τον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο καπιταλισμό με μια μήτρα τερατογένεσης πρωτόγνωρων, εφιαλτικών μορφών στρατοπέδου. 


Y.Γ  Η Ηριάννα παραμένει έγκλειστη για να εκτίσει ποινή 13 ετών με ανυπόστατες κατηγορίες. Η  περίπτωσή της αποδεικνύει με τρόπο δραματικό πόσο ακραίες πρακτικές διακρίσεων και εγκλεισμού μπορούν να ενεργοποιηθούν υπό την επίφαση μιας νομιμότητας κομμένης και ραμμένης στα μέτρα εμμονικών πειθαρχικών κοινωνιών.


*Ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια




* Τηλεγραφικό σχόλιο: Προσυπογράφουμε την κριτική του Ονειρμάρξ στη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών ως προς τις (κατα)χρήσεις του όρου "νεοφιλελευθερισμός" από τον συγγραφέα, όπως και από το μεγαλύτερο μέρος των φίλων, στελεχών και διανοουμένων της Αριστεράς και της Αναρχίας (κύρια δε από τους εντασσόμενους στις νεοσοσιαλδημοκρατικές εκδοχές της). Ωστόσο, μεταξύ της πολιτικά αφελούς "αντινεοφιλελεύθερης" οπτικής και της ροπής προς τη νεοκομμουνιστική τελετουργία, η οποία οδηγεί σε οιονεί-κενολογικές, αν και όχι στερούμενες νοήματος διαπιστώσεις ("φταίει ο καπιταλισμός που μπήκε μέσα η Εριάννα" κλπ, ["φταίει η ΕΕ που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος**", μου είχε πει κάποτε μια κοπέλα από το Κομμουνιστικό Κόμμα, για να δώσω ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα]), αρνούμαστε καταρχήν να επιλέξουμε. Οι διατυπώσεις αυτές είναι αντίστοιχες με το "φταίει ο σοσιαλισμός που εκτελέστηκε ο (χ, ψ) Κίροφ", που θα προσυπέγραφε για παράδειγμα ένας αντικομμουνιστής: Όλο και κάτι λένε, αλλά όχι αρκετά κατά τη γνώμη μας -εκτός των συνηθισμένων πολεμικών συμφραζομένων-, ώστε να είναι αναλυτικά ή πολιτικά χρήσιμες.

** Έχουν ακουστεί και χειρότερα. Έτερο μέλος (άρρεν) της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν προφανώς ευκολότερο -και όντας εν βρασμώ- να ταυτιστεί λιμπιντικά με την επιθυμία επιβολής ή φιλήσυχης διασφάλισης της τάξης του σκληρά εργαζόμενου αστυνομικού υπαλλήλου απέναντι στην έλλειψη σεβασμού και την καθύβριση. "Καλά του έκανε!", λοιπόν. Προς τιμήν του, έστω και δύο ημέρες αργότερα αναθεώρησε. Το αγαπημένο όλων εκστόμισε φυσικά ο απολαυστικός κ. Σώρρας, με τη συνωμοσιολογία περί σκηνοθεσίας του όλου θεάματος, αφού "και το Χόλυγουντ των Εβραίων είναι, δεν το ξέρατε; Δικό μας είναι, μωρέ; Δεν είναι δικό μας! Δεν είναι δικό μας! Των Εβραίων είναι"!

Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Οι εξεγέρσεις, το κράτος και η λαϊκή βούληση στον Μπαντιού


του Δημήτρι Βεργέτη


Η δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα των εξεγέρσεων τίθεται συστηματικά υπό αμφισβήτηση εν ονόματι του αριθμού. Πράγματι, όλες οι εξεγέρσεις έχουν ως ενεργούς φορείς μειοψηφικά υποσύνολα πληθυσμού, από όπου φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες συνάγουν με δογματική αυταρέσκεια την απουσία κάθε ερείσματος νομιμότητας. Στη «δημοκρατική» λογιστική της κάλπης αντιπαρατίθεται ο εγγενής αυταρχισμός των εξεγερμένων μειοψηφιών. Εξέγερση και δημοκρατία θα ήσαν έννοιες ασύμβατες και αλληλοαποκλειόμενες. Κάθε εξεγερσιακή διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη στην εγγενή ανομία της μειοψηφικής προέλευσής της. Πρόκειται για ζήτημα με στρατηγικής πολιτική βαρύτητα, ειδικά στις μέρες μας όπου με την «αφύπνιση της ιστορίας», σύμφωνα με την έκφραση του Μπαντιού, πολλαπλασιάζονται ραγδαία οι εστίες εξέγερσης, σε τοπικές και εθνικές κλίμακες. Στρατευμένος φιλόσοφος, ο Μπαντιού επεχείρησε να αναμετρηθεί ενστόχαστα με την πρόκληση αυτών των πολιτικών ερωτημάτων και δεν είναι διόλου περιττό να υπενθυμίσουμε τις θέσεις του, ειδικά στη σημερινή μνημονιακή συγκυρία.

Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τη διάκριση ανάμεσα σε άμεσες και ιστορικές εξεγέρσεις. Η ιστορική εξέγερση επέρχεται κατά κανόνα ως αποτέλεσμα μετασχηματισμού μιας άμεσης εξέγερσης. Και οι μεν και οι δε εκτυλίσσονται σ’ ένα σφοδρό εξωστρεφές θέατρο επιχειρήσεων και προσφέρουν το θέαμα μιας ορατής ανάφλεξης των κοινωνικών αντιθέσεων. Ωστόσο, η άμεση εξέγερση εκτυλίσσεται σε ένα στενό, τοπικό ορίζοντα. Η εξάπλωσή της είναι συχνά πολυεστιακή και μιμητική, ο δε χρόνος της εφήμερος -π.χ. οι εξεγέρσεις στις συνοικίες του Λονδίνου και άλλες επαρχιακές πόλεις. Αντίθετα, η ιστορική εξέγερση αποτελεί κατά κανόνα μετάβαση από τον πολυεστιακό κατακερματισμό της άμεσης εξέγερσης στην κεντροθετημένη συμπαρουσία μιας νεοσύστατης πολλαπλότητας πρωταγωνιστών. Μια νέα πολλαπλότητα (multiplicité) εμφανίζεται στη ρευστή πολιτική σκηνή. Η πολιτική διαδικασία εμπλουτίζεται με ένα ποιοτικά διαφοροποιημένο οντολογικό υπόστρωμα συμβατό με την τοπική μιας νέας εξεγερσιακής υποκειμενικότητας, φορέα πιστότητας, fidélité, που μορφοποιεί μια πολιτική διάρκεια, ως υπέρβαση του εφήμερου και του αυθόρμητου. Το τελικό εξαγόμενο αυτής της σύνθετης διαδικασίας συμπίπτει με τη διαμόρφωση μιας νεοσύστατης κεντρικής σκηνής που συμπυκνώνει τη δυναμική της εξέγερσης.

Κλασικό και εμβληματικό παράδειγμα η πλατεία Ταχρίρ. Ως γεωγραφικός χώρος υφίσταται μια ασύλληπτη συμβολική μεταμόρφωση. Από τη στιγμή που παρέχει φιλοξενία σ’ ένα μείζον σύμπτωμα του κοινωνικού αναδεικνύεται σε τοπική σκηνή της ιστορίας. Και εδώ η αφυπνισμένη ιστορία γίνεται μάρτυρας ενός συναρπαστικού τοπολογικού παράδοξου. Ποιο είναι αυτό; Η περιχαρακωμένη εστία εξέγερσης πολιορκεί το κράτος εν τω συνόλω του! Παρά τις λιλιπούτιες διαστάσεις της σε σύγκριση με το αχανές της επικράτειας, η κεντροθετημένη σκηνή της εξεγερσιακής διαδικασίας αναδεικνύεται σε λίκνο πολιορκίας του κράτους. Το περικυκλώνει και το πολιορκεί. Το γεωγραφικά λιλιπούτειο κέντρο περικυκλώνει την κρατική επικράτεια αντιστρέφοντας την τοπολογία του εσωτερικού αποκλεισμού του. Δεν έχουμε να κάνουμε με το κλασικό υπόδειγμα πολιορκίας μιας πόλης, αλλά με την ανοριοθέτητη πολιορκία του κράτους.


Κεντροθετημένοι στρατηγικοί τόποι

Αυτοί, λοιπόν, οι κεντροθετημένοι στρατηγικοί τόποι αποτελούν πρωτότυπα πολιτικά μορφώματα, σε εγγενή και μετωπικό ανταγωνισμό με τους καθιερωμένους θεσμούς ελεγχόμενης αντιπροσώπευσης αλλά και την κοινοβουλευτικά σοβατισμένη πρόσοψη της ηγεμονίας του χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Εμφανίζονται κατά κανόνα στη μητροπολιτική ενδοχώρα της επικράτειας αλλά χαρακτηρίζονται από ένα καθεστώς εκ-σωτερικότητας. Ενεστοποιούν μέσα στο πραγματικό της πολιτικής ένα είδος θεσμικής ετεροτοπίας. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για πολιτικά αναφομοίωτους τόπους σε ατέρμονη, αδιάλλακτη και ανατρεπτική υφαίρεση από το κράτος για να χρησιμοποιήσω τον προσφιλή όρο soustraction. Με λακανικούς όρους θα λέγαμε ότι ενεστοποιούν το πραγματικό της αφυπνισμένης ιστορίας και της πολιτικής μέσα στην εμπεδωμένη συμβολική τάξη της εξουσίας. Οι δυναμικές γραμμές του μετασχηματισμού περνούν και από ένα δεύτερο κομβικό σημείο. Ο μετασχηματισμός της άμεσης εξέγερσης σε ιστορική εξέγερση συνυποθέτει τη μετάβαση από μια πρώτη, μιμητική εξάπλωση του ωστικού κύματος της εξέγερσης στην ποιοτική και συνθετική επέκταση του. Αυτό που αποκαλέσαμε κεντροθετημένη σκηνή της εξέγερσης συστεγάζει πλέον όλο το μωσαϊκό των κοινωνικών τάξεων, όλες τις θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, όλες αποχρώσεις τις διαφοράς των φύλων, όλα τα πολιτιστικά ιδιώματα.

Βέβαια, με τα κριτήρια της αστικής δημοκρατίας η κεντροθετημένη τοπική της άμεσης εξέγερσης δεν είναι παρά ο τόπος συρροής μια ετερόκλητης και θορυβούσας μειοψηφίας. Ένα εκατομμύριο από τα ογδόντα στην Αίγυπτο. Ποιο είναι άραγε το καθεστώς αυτής της πολλαπλότητας; Πρόκειται για ένα κρίσιμο πολιτικό ερώτημα που αναμφίβολα αποτελεί πρόκληση για τα κοινοβουλευτικά μαθηματικά. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η πολλαπλότητα που εγκαθίσταται στην κεντροθετημένη τοπική της ιστορικής εξέγερσης διαθέτει ένα πολιτικό εκτόπισμα που δεν είναι μετρήσιμο. Υπ’ αυτό το πρίσμα δεν έχει καθεστώς αριθμήσιμου μειοψηφικού υποσυνόλου αλλά συνιστά πολύμορφη γενολογική [1] μετωνυμία της κοινωνίας. Θα συμπεράνουμε, λοιπόν, εν πνεύματι αληθείας ότι η αντιπροσωπευτικότητα της εξεγερσιακής τοπικής δεν είναι μειοψηφική αλλά γενολογική. Αποτελεί συμβαντική μήτρα της «γενικής βούλησης», αυτού που ο Ρουσσώ αποτύπωσε στην πολιτική σκέψη με τον όρο volonté générale.


Γεν(ολογ)ική βούληση και πολιτική
    
Ως γνωστόν ο Μπαντιού προτείνει ήδη από το Είναι και το συμβάν μια ριζοσπαστική αποκρυπτογράφηση της ρουσσωικής γενικής βούλησης, αποδεικνύοντας τη συμβαντική καταγωγή της και ταυτοποιώντας την ως «τελεστή πιστότητας που κατευθύνει μια γενολογική διαδικασία» [2]. Παρά μια ορισμένη υπολειμματική αμφισημία –στο βαθμό που ο Ρουσσώ «υποβάλλει ακόμη αυτήν την [πολιτική] διαδικασία στον νόμο του αριθμού»– ο συγγραφέας του Κοινωνικού συμβολαίου αποδεικνύει ότι «η γενική βούληση δεν θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται, έστω και από το κράτος. «Ο κυρίαρχος, που δεν είναι παρά μια συλλογική οντότητα, δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται παρά μόνον από αυτόν τον ίδιο: η εξουσία μπορεί σαφώς να μεταβιβαστεί, όχι όμως η βούληση» [3]. Αυτή η διάκριση, προσθέτει ο Μπαντιού, «ανάμεσα σε εξουσία (μεταβιβάσιμη) και βούληση (μη εκπροσωπήσιμη) είναι ιδιαιτέρως βαθυστόχαστη. Απο-κρατικοποιεί την πολιτική. Ως πιστή διαδικασία σ’ ένα συμβάν-συμβόλαιο, η πολιτική δεν επιδέχεται ούτε εκχώρηση, ούτε εκπροσώπηση» [4]. Σε αυτή την αποκρυπτογράφηση, ο ορισμός της γενικής βούλησης συνυποθέτει την αποσύνδεση της έκφρασής της από την πλειοψηφική λογιστική της εκπροσώπησης. Ο Μπαντιού αποσπά, λοιπόν, την έκφραση της γενικής βούλησης από το καθεστώς της αριθμητικά σταθμίσιμης πλειοψηφίας και την συνάπτει οργανικά με την ανάδυση μιας αλήθειας. Και εν προκειμένω μιας πολιτικής αλήθειας, η οποία εισάγει μια ρωγμή στο υπερβατολογικό του κόσμου, που αντιβαίνει στην ομοιοστασία του καθώς και στο νομικό φορμαλισμό του κράτους, γονιμοποιώντας έτσι αδιανόητες δυνατότητες.

Για παράδειγμα, η αστυνομοκρατούμενη Τυνησία του αιμοσταγή τυράννου Μπεν Αλί, αξιολάτρευτου συνομιλητή της δημοκρατικής Δύσης, εκθειαζόταν ως Νορβηγία του Μαγρέμπ για να σαρωθεί εν ριπή οφθαλμού από την εξεγερμένη «μειοψηφία» του τυνησιακού λαού εν ονόματι μιας ανθρώπινης δικαιοσύνης, νομικά και θεσμικά αθεμελίωτης. Το γενολογικό της υπόστρωμα την καθιστά εκφραστικό φορέα της λαϊκής γενικής βούλησης. Απ’ αυτή την άποψη είναι εντυπωσιακό ότι και οι πιο προκατειλημμένες σελίδες του διεθνούς Τύπου θα υποχρεωθούν να κατονομάσουν την αριθμητικά μειοψηφική παρουσία στην πλατεία Ταχρίρ παρουσία του αιγυπτιακού λαού.

Η εξεγερσιακή σκηνή, εμπλουτισμένη με τη γενολογική της σύσταση εκφράζει και κεντροθετεί τη γενική βούληση. Αντιλαμβάνεται κανείς εδώ σε τι βαθμό οι εμπαθείς παραναγνώσεις των θέσεων του Μπαντιού παραμορφώνουν, ευτελίζουν και εξαφανίζουν το βάθος της σκέψης του, παρουσιάζοντας τον ως παλαιοημερολογίτη της δικτατορίας του προλεταριάτου! Θα ήταν διασκεδαστικό να επιχειρήσουν να μας εξηγήσουν από πότε το προλεταριάτο είναι δομημένο σαν ένα γενολογικό σύνολο. Θα έλεγα, για να κλείσω αυτό το σημείο, ότι υπάρχουν δύο εκδοχές της εκφραζόμενης γενικής βούλησης: η γενολογική, εν πνεύματι αληθείας, και η κάλπικη. Επιστρατεύω φυσικά αυτή τη λέξη με τη διφορούμενη κλίση της, σαν φροϋδική πνευματώδη λέξη: κάλπικη, δηλαδή κίβδηλη αλλά και αναδυόμενη από την κάλπη.

* Ο Δημήτρις Βεργέτης είναι ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια.

------------------------------------------------------------------------
1. Γενολογικό είναι ένα σύνολο του οποίου τα στοιχεία είναι τόσο ετερόκλιτα που καμιά ιδιότητα δεν μπορεί να τα ενοποιήσει.

2. Alain Badiou, L’ Etre et l’ Evénement, Seuil, 1988, σσ. 281-283.

3. Ό.π., σ. 

4. Ό.π., σ.

Πηγή Εποχή

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Διάλογος μεταξύ Κώστα Δουζίνα και Δημήτρι Βεργέτη για τον Αλαίν Μπαντιού


Αλαίν Μπαντιού ή η αναγέννηση της Ιστορίας

του Κώστα Δουζίνα


Τον Ιανουάριο του 2013, στη διάρκεια του συνεδρίου «Το Ελληνικό Σύμπτωμα» στο Παρίσι, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τον Αλαίν Μπαντιού. Παρουσίασα τη γνωστή μου άποψη ότι, σ' όλο τον κόσμο, έχουμε μπει σε μια νέα «εποχή αντίστασης» με τρεις κοινές μορφές: εξεγέρσεις (χρησιμοποίησα το παράδειγμα του Δεκέμβρη), μαρτύριο/μαρτυρία και έξοδος (Υπατία) και αμεσοδημοκρατικές καταλήψεις (Αγανακτισμένοι). Aκούγοντας την απάντηση του Μπαντιού, η έκπληξη μου ήταν τέτοια, που νόμιζα ότι δεν κατάλαβα καλά. Την αντιγράφω από το άρθρο του «Ή σημερινή μας αδυναμία»: «Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε τη δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα […] Τα ίδια είδαμε […] τον Μάη του '68 στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ». [1]

Ο Μπαντιού είναι πιθανόν ο τελευταίος μεγάλος γάλλος φιλόσοφος της γενιάς των '60. Η θεωρία του συμβάντος, η μαθηματική οντολογία, η κριτική του ηθικισμού και του νομικισμού και το λογοτεχνικό του έργο αποτελούν άξια συνέχεια του Φουκώ, του Λακάν, του Σαρτρ. Θεωρώ όμως τις πρόσφατες πολιτικές παρεμβάσεις του και την πεποίθηση περί «ανικανότητας» της Αριστεράς προβληματικές. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, ο Μπαντιού απέρριπτε τις πολιτικές των ταυτοτήτων, τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης, έβρισκε ιδιαίτερα προβληματικές τις εξεγέρσεις των νέων. Αποκαλούσε το πλήθος «ονειρική παραίσθηση», που διεκδικεί το δικαίωμα «των αργόσχολων του πλανήτη μας […] να απολαμβάνουν χωρίς να κάνουν τίποτα, φροντίζοντας επιμελώς να αποφεύγει κάθε μορφή πειθαρχίας, ενώ γνωρίζουμε καλά ότι η πειθαρχία, σε όλα τα πεδία, είναι το κλειδί για την αλήθεια». Απέρριπτε την κατηγορία του «κινήματος», γιατί «είναι συνδεδεμένο με τη λογική του κράτους»· η πολιτική, υποστήριζε, πρέπει να κατασκευάσει «νέες μορφές πειθαρχίας που θα αντικαταστήσουν την πειθαρχία των πολιτικών κομμάτων». [2]

Η Αναγέννηση της Ιστορίας, βιβλίο του Μπαντιού που εκδόθηκε το 2012, συνεχίζει την πολιτική ανάλυση, ταξινομώντας τις πρόσφατες αντιστάσεις σε «άμεσες» ταραχές και «ιστορικές» εξεγέρσεις. Οι «ταραχές» (Παρίσι 2005, Αθήνα 2008, Λονδίνο 2011) χαρακτηρίζονται, όχι πολύ διαφορετικά από τα κατεστημένα ΜΜΕ, ως μη πολιτικές, «μηδενιστικές», βίαιες. Αντίθετα, βρίσκω ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τις «ιστορικές» εξεγέρσεις, την οποία και χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου Philosophy and Resistance in the Crisis (2013). Κατά τον Μπαντιού, η εξέγερση της Ταχρίρ χαρακτηρίστηκε από διάρκεια, επιμονή, συνοχή και ανεξαρτησία από πολιτικά κόμματα. Κατέλαβε έναν κεντρικό χώρο και πέρασε από την «κακοφωνία» της άμεσης εξέγερσης στο κεντρικό σύνθημα «Να φύγει ο Μουμπάρακ», το οποίο συνένωσε τις λαϊκές δυνάμεις. Οι καταληψίες δημιούργησαν μια «λαϊκή δικτατορία». Είχαν με το μέρος τους την εξουσία της αλήθειας και επέβαλαν τις αποφάσεις τους, ακολουθώντας την νέα μορφή πειθαρχίας που υποστηρίζει ο Μπαντιού.

Η πρόγνωση, ωστόσο, για το μέλλον της εποχής των αντιστάσεων εντάσσεται σ' αυτό που ο Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία». Χαρακτηρίζει τον επαναστάτη που είναι προσκολλημένος στην παλιά του θεωρία και ιδεώδες --ακόμη και στην αποτυχία του ιδεώδους αυτού--, παραγνωρίζοντας τη δυνατότητα να παρέμβει στην τρέχουσα πολιτική πρακτική, για να αλλάξει τον κόσμο. Είναι μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια και δυναμώνει όσο οι προβλέψεις της αποτυχαίνουν. Για να αποφύγουν λοιπόν την ήττα ή την αφομοίωση οι εξεγερμένοι πρέπει, κατά τον Μπαντιού, να εμπνέονται από την ιδέα του για τον κομμουνισμό. Η απουσία της, που επιδεινώνεται από την έλλειψη σφικτής πολιτικής οργάνωσης, σημαίνει ότι οι εξεγέρσεις δεν μπορούν να ωριμάσουν και να εξελιχθούν σε χειραφετητική πολιτική. Η πολιτική οργάνωση που φαντασιώνεται ο Μπαντιού είναι μικρή, χαρακτηρίζεται από υψηλή πειθαρχία και, χωρίς να είναι προσκολλημένη σε μια κοινωνική τάξη, ενεργεί απέναντι στον λαό με ηγετικό και δεσποτικό τρόπο. Αυτό είναι το είδος της οργάνωσης που απέρριψαν κατηγορηματικά τα πρόσφατα κινήματα αντίστασης, με την άμεση δημοκρατία και τις οριζόντιες δικτυώσεις τους. Δυστυχώς, για τον Μπαντιού, η «αναγέννηση της Ιστορίας» αποδείχτηκε θνησιγενής.

Η τυποποίηση των αντιστάσεων κάνει τον Μπαντιού να υποτιμά τις επιτυχίες και να υπερτιμά τις ήττες. Η απέχθειά του για το κράτος τον οδηγεί να απορρίπτει τα αριστερά κόμματα. Η αδιαφορία του για την οικονομία τον κάνει να αγνοεί τη συμβολή της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια έκρηξη. Αλλά η κρίση του καπιταλισμού οδήγησε στα Μνημόνια, τα οποία τα επέβαλαν το κράτος και η Ε.Ε. Δεν μπορεί η Αριστερά να εγκαταλείψει το πεδίο αυτό. Όπως λέει ο Ζίζεκ, «αν δεν ξέρεις ακριβώς με τι θέλεις να αντικαταστήσεις το κράτος, δεν έχεις το δικαίωμα να "αποσυρθείς" από αυτό». [3] Μ' αυτές λοιπόν τις «ελλείψεις», η «ιστορική» εξέγερση στην Αίγυπτο απέτυχε, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται ακόμα – και ίσως για πάντα-- στην εποχή των «ταραχών».

Ο Μπαντιού ελπίζει ότι θα γεννηθεί στο μέλλον μια πολιτική οργάνωση που θα εκπροσωπεί την κομμουνιστική ιδέα για να ανταποκριθεί στην ιστορική πρόκληση. Μπαίνει λοιπόν κι αυτός στη σειρά των αριστερών «προφητών» που υπόσχονται κατά καιρούς την επανίδρυση της «σωστής» κομμουνιστικής οργάνωσης και καταγγέλλουν όποιους αποπλανούνται από τις απομιμήσεις της. Η ριζοσπαστική αλλαγή παραπέμπεται στις εσχατολογικές καλένδες. Επίσης, θεωρεί σωστά ότι η ανάδυση μιας στρατευμένης υποκειμενικότητας είναι κεντρικής σημασίας για το ριζοσπαστικό εγχείρημα. Αλλά μόνο οι λίγοι στρατευμένοι που ασπάζονται την «ιδέα του κομμουνισμού» μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ωστόσο, η κατασκευή πολιτικού υποκειμένου δεν αφορά μόνο τους στρατευμένους κομμουνιστές. Η παραγωγή υποκειμένων αρχίζει με την απαγκίστρωση των ανθρώπων από την οικονομία της απόλαυσης και της κατανάλωσης, τη σταδιακή είσοδό τους στην ηθική της ανυπακοής και την πολιτική της αντίστασης. Αυτό συνέβη στο Κάιρο, την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Οι εξεγερμένοι περιγράφουν την εμπειρία τους στις πλατείες ως «πολιτικό βάπτισμα» που άλλαξε τη ζωή τους. Στην Ελλάδα η μεταμόρφωση του πλήθους των πλατειών σε λαό που υποστηρίζει την Αριστερά έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ριζικής αλλαγής.

Οι πλατείες επιβεβαίωσαν την άποψη του Μπαντιού ότι η πολιτική είναι ένα είδος σκέψης που δημιουργεί τη δική της αλήθεια· απέρριψαν όμως την εκδοχή του για την αλήθεια που είχε δημιουργηθεί σε απόσταση από την πολιτική της αντίστασης και κινητοποιεί μόνο λίγους. Χρησιμοποιώντας την ορολογία του, θα λέγαμε ότι η «αλήθεια» της επερχομένης ριζοσπαστικής αλλαγής οφείλεται στην πίστη των εξεγερμένων στο «συμβάν» της αντίστασης, στη «Στάση Σύνταγμα», όπως την ονομάσαμε. Μ' αυτή την έννοια, οι αντιστάσεις βρέθηκαν πολύ μπροστά από τη θεωρία. Η κουκουβάγια της Αθηνάς του Χέγκελ θα πετάξει το σούρουπο, όταν η φιλοσοφία αναγνωρίσει ότι η πράξη την ξεπέρασε και ακουμπήσει ξανά πάνω της.

Το έργο του Μπαντιού μας επιτρέπει να καταλάβουμε την έλευση της εποχής της αντίστασης. Εντούτοις, η προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες περιπτώσεις αντίστασης ως παράδειγμα της θεωρίας αποδεικνύεται προβληματική. Ό,τι δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο θεωρητικό οικοδόμημα απορρίπτεται. Εντάσσεται έτσι σε μια γνωστή παράδοση της ακαδημαϊκής Αριστεράς, η οποία διορθώνει το κίνημα αφήνοντας ανέπαφη τη θεωρία. Παραφράζοντας τον Μπρεχτ, θα λέγαμε ότι αν το κίνημα δεν ενεργεί σύμφωνα με τη θεωρία, πρέπει να εκλέξουμε νέο κίνημα. Αν η αλήθεια της πολιτικής αναδύεται στην πολιτική δράση, όπως σωστά λέει ο Μπαντιού, η φιλοσοφία πρέπει να πάρει αυτή την «αλήθεια» και να την κάνει οικουμενική. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ευθύνη της θεωρίας: αναλύοντας τις πρόσφατες αντιστάσεις, με τις αποτυχίες και επιτυχίες τους, πρέπει να βελτιώσουμε τόσο τη ριζοσπαστική φιλοσοφία όσο και τη δράση.

Η --συχνά κοινότυπη-- συζήτηση των οικονομολόγων έχει σημασία, η ευθύνη των φιλοσόφων όμως είναι εξίσου κρίσιμη. Πρέπει να ψηλαφήσουν το όραμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ένα όραμα χωρίς προηγούμενα ή μοντέλα. Σ' αυτό το εγχείρημα, η ελληνική Αριστερά κατέχει κεντρικό ρόλο. Όπως πλησιάζουμε την ιστορική καμπή αριστερής διεξόδου στην κρίση, ας ξεχάσουμε τη μελαγχολία του συντρόφου και φίλου Μπαντιού και ας κρατήσουμε την ελπίδα, και την ευθύνη που την ακολουθεί, ότι στην Ελλάδα θα ξεκινήσει η αναγέννηση της Ιστορίας.

-------------------------------------------
1 Alain Badiou, «Our Contemporary Impotence», Radical Philosophy, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013, τχ. 131 (στα ελληνικά σε μετάφραση Αριάδνης Αλαβάνου, στο aristeroblog.gr/node/1997).
2 Alain Badiou, «Beyond Formalisation» [συνέντευξη, 2.7.2002], στο Bruno Bosteels, Badiou and Politics, Duke University Press 2011, σ. 336, 337.
3 Slavoj Žižek, The Year of Dreaming Dangerously, Verso 2013, σ. 130.

Πηγή Αυγή


Πυροβολήστε τον πιανίστα Μπαντιού!

του Δημήτρι Βεργέτη


Η πρόσφατη επίσκεψη του Α. Μπαντιού (ΑΜ) οργανωμένη από το περιοδικό αληthεια, το τεράστιο ενδιαφέρον που την περιέβαλε, οι τρεις διαλέξεις του σε υπερπλήρεις αίθουσες είχαν και κάποιες δυσανάγνωστες παρενέργειες. Εντάσσω σε αυτές και το άρθρο του φίλτατου Κ. Δουζίνα (ΚΔ) στα «Ενθέματα» (9.2.2014). Ας μιλήσουμε ευθέως. Πρόκειται για ένα κείμενο εμφορούμενο από την υπέρμετρη και βιαστική φιλοδοξία να ισοπεδώσει σε ελάχιστες γραμμές όλο σχεδόν το πολιτικό έργο του ΑΜ, αποσυνδέοντάς το μάλιστα άνευ συζητήσεως από τις φιλοσοφικές του συντεταγμένες και κατακρημνίζοντας το στα τάρταρα του «ακαδημαϊσμού»! Έχω μια σχέση χρόνιας εγγύτητας με το γραπτό και σεμιναριακό έργο του ΑΜ όπως και με τον ίδιο, έχω μεταφράσει και σχολιάσει σε άρθρα και σεμινάρια αρκετά έργα του και ομολογώ ότι μένω ενεός μπροστά στην ελαφρότητα της προσέγγισης του ΚΔ. Δεν υπάρχουν εξ αποκαλύψεως αλήθειες αλλά, ακριβώς γι αυτό, το έργο του ΑΜ αξίζει μια πολύ σοβαρότερη κριτική προσέγγιση. Δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε μία σχεδόν φράση στο κείμενο του ΚΔ που να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Ελλείψει χώρου θα περιοριστώ εδώ σε μια μινιμαλιστική σταχυολόγηση και θα επανέλθω αλλού με έναν εμπεριστατωμένο σχολιασμό φράση προς φράση. Επιγραμματικά λοιπόν.

1. Το ύφος και η μεθόδευση. Οι λεπτά σμιλεμένες θέσεις του ΑΜ, βίαια αποσπασμένες από τα συμφραζόμενα, τη θεωρητική τους πλαισίωση και το εννοιολογικό τους υπόβαθρο εκτίθενται πετσοκομμένες και γίνονται αντικείμενο συνοπτικής εκτέλεσης. Μια ακροβατική συρραφή βεβιασμένων ετυμηγοριών μοντάρει μια εξευτελιστική καρικατούρα του ΑΜ, εμφανίζοντάς τον ακόμη και ως εγγαστρίμυθο των «κατεστημένων ΜΜΕ» ή αστοιχείωτο σε σημείο που «αγνοεί τη συμβολή της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια έκρηξη». Και λοβοτομημένος να ήταν ο άνθρωπος μάλλον θα το είχε υποψιαστεί! (το αμίμητο αυτό επιχείρημα έχει διατυπωθεί από τον Νέγκρι και ο ΑΜ του απαντά στην αρχή του Réveil de l'histoire). Ομοίως, τα επιστρατευμένα παραθέματα θα αποδειχτούν ράκη κοπτοραπτικής.

2. Ο ΚΔ επικαλείται την « Αναγέννηση της ιστορίας, βιβλίο του Μπαντιού». Ακόμη και το κομβικό σημαίνον του τίτλου έχει παραμορφωθεί. Réveil δεν σημαίνει ποτέ και πουθενά renaissance. Σημαίνει αφύπνιση, ξύπνημα – εξ ου και η χρήση του πρακτικά συνώνυμου éveil . Δεν πρόκειται για μεταφραστική ανεπάρκεια αλλά για πλήρη εννοιολογική καθίζηση του τίτλου. Για λόγους που δυστυχώς ο ΚΔ δεν έχει αντιληφθεί, ο ΑΜ επιστρατεύει σκοπίμως το εμβληματικό σημαίνον réveil με το οποίο ο Λακάν επισφράγισε την δομική ασυμβατότητα ανάμεσα σε πραγματικότητα και πραγματικό, ένα επιστημολογικό μοτίβο που εντυπώθηκε βαθιά στη σύγχρονη σκέψη. Ο όρος υποδηλώνει το σημείο σύμπραξης του υποκειμένου και ενός ενεργοποιημένου συμβαντικού χώρου όπου συμπυκνώνεται η λανθάνουσα παρουσία ενός πραγματικού. Ο ΑΜ το ενεργοποιεί στο πεδίο της ιστορίας. Δεν υπάρχει τοπική διάρρηξη της ιστορικής πραγματικότητας χωρίς την ανάδυση ενός πραγματικού, μιας αναφομοίωτης ετερογένειας της τάξεως του μη υπαρκτού(inexistant), δηλαδή μη ταυτοποιήσιμου από την θεσμική συμβολική τάξη. Εκεί διαμορφώνονται εστίες αφύπνισης της ιστορίας. Ο τίτλος πλαισιοθετεί τον ορίζοντα της αναλυτικής ων εξεγέρσεων και η εννοιολογική του κένωση, δηλαδή η στρεβλή κατανόησή του ναρκοθετεί εκ προοιμίου την ενστόχαστη πρόσληψή της.

3. Το βιβλίο ταξινομεί «τις πρόσφατες αντιστάσεις σε «άμεσες» ταραχές και «ιστορικές» εξεγέρσεις», γράφει ο ΚΔ. Νέα συγχυτική απόδοση βασικών εννοιών. Σε όλο το βιβλίο έως και τα περιεχόμενα ο ΑΜ σηματοδοτεί με έναν ενιαίο και αδιαφοροποίητο ταξινομικό όρο ως «εξεγέρσεις» τόσο τις άμεσες όσο και τις ιστορικές: émeute immédiate, émeute historique. Ταξινόμηση ανακριβέστατη πρωτίστως, γιατί εκεί που ο ΚΔ βλέπει δύο τύπους εξέγερσης το βιβλίο μας εκθέτει διεξοδικά τρεις! Συγκεκριμένα ο Αμ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην ανάλυση της «λανθάνουσας εξέγερσης», αποδίδοντάς της έναν κρίσιμο ρόλο : «Οι Δυτικές χώρες γνώρισαν και θα γνωρίσουν άμεσες εξεγέρσεις. Δεν έχουν γνωρίσει ιστορικές εξεγέρσεις εδώ και σαράντα χρόνια . Η άποψη μου είναι ότι έχει ανοίξει η εποχή αν όχι της δυνατότητας τους τουλάχιστον της δυνητικής δυνατότητας τους… Αυτό που με οδηγεί στην πρόταξη αυτής της υπόθεσης είναι εκείνο που ονομάζω η ύπαρξη στις πλούσιες χώρες μας μιας υποκειμενικότητας λανθάνουσας εξέγερσης – une subjectivité d'émeute latente». Συναντάμε εδώ μια ιδιότυπη βαθμίδα του υποκειμένου ως διακριτικό γνώρισμα μιας ιστορικής ακολουθίας – βαθμίδα μη αναγώγιμη στην ένδοξη διάκριση σε αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που κυοφόρησε ο κλασσικός μαρξισμός.

4. Περίοπτη θέση στο κατηγορητήριο καταλαμβάνει η καταγγελία του «ολιγαρχικού» πυλώνα της σκέψης του «προφήτη» Μπαντιού! Γράφει ο ΚΔ: «μόνο οι λίγοι στρατευμένοι που ασπάζονται την «ιδέα του κομμουνισμού» μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ωστόσο, η κατασκευή πολιτικού υποκειμένου δεν αφορά μόνο τους στρατευμένους κομμουνιστές». Οι «λίγοι» του ΑΜ επανέρχονται πιο κάτω ενώ πιο πάνω ο ΑΜ οραματίζεται μια «πολιτική οργάνωση που χαρακτηρίζεται από υψηλή πειθαρχία και ενεργεί απέναντι στο λαό με ηγετικό και δεσποτικό τρόπο». Επιτέλους οι μάσκες έπεσαν: κάτω από τον πράο φιλόσοφο ο επίδοξος δεσπότης, ο δυσοίωνος τύραννος. Ο Γκλυκσμάν και τα απομεινάρια των Νέων φιλοσόφων έχουν προ πολλού διαπρέψει σε αυτό το άθλημα! Η παραποίησης όμως δεν αντέχει στην δοκιμασία των κειμένων γιατί ο ΑΒ διακηρύσσει με εμμονική συνέπεια ακριβώς το αντίθετο. Σταχυολογώ στην τύχη και ο αναγνώστης ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα του. « Ο Πλάτωνας δίνει μια λειτουργική περιγραφή της ταξινόμησης των πολιτών και υποστηρίζει ότι η διεύθυνση του κράτους δεν μπορεί παρά να ανήκει σε μια περιορισμένη αριστοκρατία […] εγώ διεύρυνα και προσέδωσα καθολικότητα σε αυτό το προνόμιο: αυτό που ο Πλάτωνας λέει για τη φύση και την κατάρτιση της ελίτ, το μετέφρασα έτσι ώστε να εφαρμόζεται σε όλους τους πολίτες χωρίς εξαίρεση. Αντικατέστησα την ελιτίστικη προκατάληψη του Πλάτωνα με μια εξισωτική θεώρηση» (πρόσφατη διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο). Απερίφραστη επίσης απόρριψη «της κομματικής συγκέντρωσης της εξουσίας, της κυριαρχίας των στελεχών, του σταλινικού κανόνα "όταν η γραμμή καθοριστεί τα στελέχη αποφασίζουν για όλα"» (Logiques des Mondes, σ. 522). « Κάθε πολιτική αλήθεια ριζώνει σ' ένα μαζικό λαϊκό συμβάν» (Le réveil…, σ. 132) Όλη η θεωρία του γενολογικής πολλαπλότητας, της «ενσωμάτωσης» και της ιδιότυπης χρήσης του λακανικού καθολικού ποσοδείκτη διαψεύδει την "ολιγαρχική" επινόηση του ΚΔ. Ελλείψει χώρου αφήνω εδώ ασχολίαστους τους επιδερμικούς και παραπειστικούς υπαινιγμούς στην λογική έννοια της «πειθαρχίας». Ένα μόνο παράθεμα, όπου καλεί να: «να επινοήσουμε μια επαναστατική πολιτική πειθαρχία η οποία, καίτοι κληρονόμος της δικτατορίας του αληθούς που γεννιέται με την ιστορική εξέγερση, να μην αναπαράγει το αυταρχικό, ιεραρχικό και σχεδόν άνευ σκέψεως μοντέλο των στρατών και των ταγμάτων εφόδου». Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί στον ΑΒ είναι η άρνησή του να αναγορεύσει την «κομματική πειθαρχία» σε αρχή συμπύκνωσης της πολιτικής, όπως επιθυμούν οι κρυπτοθαυμαστές του σταλινισμού.

5. Η εικοσιπεντάχρονη κλινική εμπειρία μου δεν με συνδράμει επαρκώς ώστε να ενστερνιστώ την διαγνωστική ετυμηγορία του ΚΔ για την μελαγχολία του ΑΜ ως μοιραία «μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια». «Ας ξεχάσουμε τη μελαγχολία του συντρόφου Μπαντιού» προτρέπει ο ΚΔ. Εδώ συμφωνώ αμέριστα. Με τον τρόπο μου! Στην ιδιότυπη νοσολογική ταξινόμηση του ΑM στην μπενγιανιμική «αριστερή μελαγχολία» θα αντιτάξω το παροιμιώδες σφρίγος ζωής, την αστείρευτη και χαρούμενη δημιουργικότητα του, την ανεξάντλητη αισιοδοξία του, αποτυπωμένη στον τίτλο και στις του επίμαχου βιβλίου. Η γλυκιά μελαγχολική μορφή του Μπένγιαμιν παραδόθηκε σε ένα εκούσιο τέλος στο χείλος της Hilflosigkeit της εποχής του και του είναι του. Επιτρέψτε μου να σας καθησυχάσω: ο Μπαντιού δεν πρόκειται να αυτοκτονήσει!

Επίσης για ποια μετεξελιγμένα ίχνη ιστορικής νομοτέλειας μιλάμε στη σκέψη του ΑΒ όταν η θεωρία του συμβάντος κονιορτοποιεί κάθε έννοια περατοκρατικής τελεολογίας και ενσταλάζει την συμβαντική ενδεχομενικότητα σε κάθε πτυχή του ιστορικού γίγνεσθαι; Έλεος!

6. Όντως ο ΑΜ, όπως και οι Φουκώ, Ντελέζ, Λακάν, αντιτίθεται στην πολιτική της ταυτότητας γιατί η οικουμενικότητα έχει ως υπόβαθρο τη γενολογική πολυμορφία, την «γενολογική ανθρωπότητα» ( Μαρξ). Ο ΑΜ δεν αγνοεί το κομβικό λακανικό αξίωμα που στοιχειοθετεί το υποκείμενο ως μη ταυτόσημο-προς-εαυτόν αντιδιαστέλλοντάς το με την απολίθωσή του υπό το Κύριο σημαίνον, εμπεδωτή εξουσίας. Η πολιτική της ταυτότητας είναι η πολιτική του συμβολικού εγκλεισμού, στον πυρήνα της υπολανθάνει η διαχειριστική αρχή της αστυνομικής ταξινόμησης σε παγιωμένες ταυτότητες (Ρανσιέρ) και διαμορφώνει εστίες όπου κυοφορείται η μικροφυσική της γκετοποίησης αλλά και η βιοπολιτική εθνοκάθαρση. Ο ναζισμός υπήρξε το μείζον υπόδειγμα μια πολιτικής κεντροθετημένης στην πολιτική της ταύτισης, της ταυτότητας των ταυτοτικών ταξινομήσεων (Λακού-Λαμπάρτ). Εξάλειψη των διακρίσεων δεν διασφαλίζεται με την κατάφαση της «αστυνομικής» αρχής της ταυτότητας αλλά με την απόρριψη κάθε εξαντικειμενισμού της υποκειμενικότητας με όρους φυλετικής προέλευσης, σεξουαλικής προτίμησης κτλ. Υπενθυμίζω ενδεικτικά ότι, μαχητική αιχμή του κινήματος των γκέι, ο Φουκώ αρνείτο τον εγκλεισμό του στην ταυτότητα του ομοφυλόφιλου.

Πηγή Αυγή


Χωρίς συναξάρια και αχρείαστες προσβολές

του Κώστα Δουζίνα


Δεν έχω την παραμικρή διάθεση να μπω σε διαμάχη με τον φίλτατο Δημήτρι Βεργέτη, και πολύ περισσότερο να επιτεθώ ως ο δήθεν νεότερος των «νέων φιλοσόφων» στον Αλαίν Μπαντιού, του οποίου το έργο έχω τιμήσει και σχολιάσει επανειλημμένα (όπως και στο εγκαλούμενο άρθρο). Φιλοσοφία δεν σημαίνει δύσπεπτος αναμηρυκασμός αλλά σκέψη και κριτική, η οποία κατά Αντόρνο προϋποθέτει μια απόσταση --έστω και ελάχιστη-- από το αντικείμενο της. Συγκεκριμένα για τις αιτιάσεις:

1. Η αγγλική έκδοση του βιβλίου του Μπαντιού, την οποία χρησιμοποίησα, τιτλοφορείται The Rebirth of History (rebirth σημαίνει αναγέννηση).

2. Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι Times of Riots and Uprisings, δηλαδή η γαλλική λέξη émeutes μεταφράζεται σε ταραχές (banlieues Παρισιού, Δεκέμβρης, Λονδίνο) και εξεγέρσεις (μόνο η Ταχρίρ αναφέρεται). Το βιβλίο μου Philosophy and Resistance in the Crisis αναγνωρίζει και σχολιάζει εκτεταμένα τη μεταφραστική αυτή επιλογή, η οποία υποβιβάζει την πολιτική σημασία του Δεκέμβρη και των νεανικών εξεγέρσεων σε όλο τον κόσμο και δεν αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά σε μια δύσκολη βέβαια, μα μεγάλη αλλαγή (σ. 141-2, 182-6). Η αγγλική διττή μετάφραση εκφράζει πλήρως τις εννοιακές διαφοροποιήσεις στη χρήση της γαλλικής émeute στο πρωτότυπο.

3. Για τα υπόλοιπα, δίνω στο άρθρο των «Ενθεμάτων», καθώς και στην πλήρη μορφή του που θα εμφανιστεί σύντομα, εκτενείς βιβλιογραφικές αναφορές. Σκοπός μου δεν ήταν να επιτεθώ στον Μπαντιού, τον οποίο έχω ονομάσει τον «μεγαλύτερο ζώντα φιλόσοφο της γενιάς των '60», ούτε βέβαια να τον παρουσιάσω ως «τύραννο» (εκτός αν αυτό παραπέμπει στον Οιδίποδα). Ήθελα να υποστηρίξω ότι, στην ελληνική συγκυρία, η άποψή του περί «αφαίρεσης» από το κράτος και την οικονομία δεν συνάδει με τις ανάγκες της κοινωνίας ούτε με την πολιτική συγκυρία.

Όλα τα άλλα μπορούμε να τα συζητήσουμε εν καιρώ, στο πλαίσιο της επιτακτικής ανάγκης μιας συζήτησης εφ' όλης της ύλης στην Αριστερά χωρίς συναξάρια, τυφλοσούρτες και αχρείαστες προσβολές.

Πηγή Αυγή