Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΩΝ ΙΔΕΏΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΩΝ ΙΔΕΏΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2024

Η ελληνικότητα του Χρήστου Γιανναρά - Κάποιες σκέψεις με αφορμή τον θάνατό του

 

του Νικόλα Σεβαστάκη


Είμαστε, ίσως, αναρμόδιοι να μιλήσουμε για έναν άνθρωπο στον οποίο η χριστιανική μαρτυρία ήταν αδιαχώριστη από τη σκέψη για την πολιτεία και την κοινωνία. Εννοώ εδώ όσοι και όσες δεν μετέχουμε σε αυτό που ο Γιανναράς ονόμαζε «ευχαριστιακή κοινότητα» και λογοδοτούμε σε πολύ διαφορετικές πηγές νοήματος και πολιτιστικά κοιτάσματα. 

Αν αναλογιστούμε όμως πως ο εκλιπών υπήρξε πολυσχιδής, τότε όχι μόνο επιτρέπονται αλλά κατά κάποιον τρόπο επιβάλλονται οι δημόσιες, κριτικές αποτιμήσεις. Αυτές οι δημόσιες αποτιμήσεις λογικά διαφέρουν από το εξειδικευμένο θεολογικό και φιλοσοφικό σχόλιο, καλό είναι όμως να μην ταυτίζονται και με μια ρηχή πολιτικολογούσα προσέγγιση. Πολλά ήδη ειπώθηκαν και γράφηκαν εν θερμώ, τόσο από ανθρώπους που τον είχαν περίπου ως μέντορα όσο και από τη σκοπιά της αμφισβήτησης και της κατάκρισης. Θέματα όπως η συμβολή του στις θεολογικές σπουδές ή ο τρόπος που διάβασε την ελληνική παράδοση είναι φυσικά σύνθετα και δεν μπορούν να συνοψιστούν σε ένα κείμενο χιλίων λέξεων.

1. Για μένα λοιπόν η σκέψη του Γιανναρά –και πάνω από όλα το πώς «εφάρμοσε» τις θεολογικές ή φιλοσοφικές του αναφορές σε μια ολική πολιτισμική και κοινωνική κριτική– αντιπροσωπεύει μια εθνορομαντική κριτική της νεωτερικότητας. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές ενσαρκώσεις ενός ρεύματος που επιδιώκει να δει την ελληνικότητα ως έναν πολιτισμό της πράξης, ικανό να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ζητήματα της σύγχρονης ζωής. Οι πνευματικές πηγές αυτής της κριτικής είναι τόσο ελληνορθόδοξες όσο και αμιγώς δυτικοευρωπαϊκές, αφού ξέρουμε ότι κυρίως εντός Δύσης έχει αναδυθεί και ξετυλιχτεί η πιο ριζική κριτική της Δύσης. Για παράδειγμα, το μαστίγωμα του καρτεσιανού ατομικισμού, της ωφελιμιστικής ηθικής και του ορθολογιστικού πνεύματος είναι τόσο παλαιές υποθέσεις όσο ο γερμανικός ρομαντισμός του 1800, οι νιτσεϊκές γραφές αλλά και η πλούσια γραμματεία που βρίσκουμε σε συγγραφείς με καθολικές αναφορές. Στο φόντο υπάρχει επίσης μια δυτική φιλοσοφία του προσώπου (ο περσοναλισμός) που στη διάρκεια του Μεσοπολέμου έκανε διμέτωπο αγώνα κατά του «υλιστικού φιλελευθερισμού» και του «μαρξιστικού οικονομισμού» χάριν των ζωντανών προσώπων. Όλα τούτα και φυσικά τα υπαρξιακά και ερμηνευτικά ρεύματα της φιλοσοφίας (που κατατείνουν στην αποδόμηση της ιδέας ενός αυτάρκους ατόμου-μοναχικής συνείδησης) είναι πολιτισμικά προϊόντα της «Δύσης» και συνυπάρχουν μέσα στα γιανναρικά κείμενα, μαζί με τις γνωστές ρωσικές και πατρώες αναφορές του.

Κάτι προσωπικό: πρωτοδιάβασα τον Γιανναρά όταν το 1989 αποφάσιζα ως θέμα της διδακτορικής μου διατριβής την κριτική της τεχνολογίας και της νεωτερικότητας στον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Υπήρξε μάλιστα και μια παρεξήγηση γιατί στο κείμενο που παρέδωσα δεν είχα συζητήσει το βιβλίο του για τη σχέση μεταξύ Χάιντεγκερ και Διονυσίου Αρεοπαγίτη. Από τότε είχα την αίσθηση πως πολλά από όσα συναντούσα στους Γάλλους χαϊντεγκεριανούς στοχαστές αλλά και σε άλλα φιλοσοφικά πνεύματα με θεολογική παιδεία είχαν συγγένεια τόνων και πνεύματος με τους συλλογισμούς του Γιανναρά. Και επειδή δεν διάβαζα μόνο νεομαρξιστές φιλόσοφους (αν και αριστερός), δυσκολευόμουν τότε να δω ως «σκάνδαλο» το να διδάσκει φιλοσοφία ένας άνθρωπος με θεολογικές αναφορές και συμμετοχή στο «εκκλησιαστικό γεγονός» (άλλη γνωστή του έκφραση). Φυσικά, ο κύκλος μέσα στον οποίο κινούμασταν τότε, με τη σημαντική μορφή του Κοσμά Ψυχοπαίδη, ήταν στην αιχμή αυτής της εναντίωσης στον Γιανναρά, στη βάση της θέσης ότι ένας θεολόγος δεν μπορεί να διδάσκει φιλοσοφία γιατί η φιλοσοφία, και ειδικά η νεωτερική, περιέχει πάντα μια ριζική κριτική της θρησκείας.

Από την άλλη, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα υπήρξε ένα κλίμα ριζοσπαστικής κριτικής στη (δυτική) φιλοσοφία του υποκειμένου και στη μεταφυσική της βεβαιότητας. Αυτή η κριτική –διάσπαρτη σε πανεπιστήμια και χώρους της Ευρώπης και των ΗΠΑ– είχε πολλά παρακλάδια, γλωσσικές οικογένειες και διακριτές ευαισθησίες. Με κάποιον τρόπο, ο Γιανναράς προσπάθησε να συνομιλήσει με όλα αυτά τα ρεύματα κριτικής στον δυτικό ανθρωπισμό και ατομικισμό, μέσα όμως από πηγές του λεγόμενου ελληνικού βιώματος ή αυτού που ονόμαζε «ελληνικό τρόπο».

2. Από εδώ πιστεύω αρχίζουν τα σοβαρότερα προβλήματα και μια πορεία με πολλά αρνητικά (κατά τη γνώμη μου) γνωρίσματα. Πολιτικά, αυτό το οδοιπορικό είχε εξαρχής μια παραδοξότητα. Για παράδειγμα, ο Γιανναράς ισχυριζόταν πάντα ότι η σκέψη του είναι κοινωνιοκεντρική και με κάποιον τρόπο έθετε σε αμφισβήτηση την επικυριαρχία του αγοραίου οικονομισμού – την αφηρημένη κατασκευή μιας πολιτικής οικονομίας. Ωστόσο, οι πρακτικές του κρίσεις ήταν σχεδόν πάντα (με κάποιες εξαιρέσεις) πολύ εχθρικές προς την αριστερά, τόσο την αριστερά των δικαιωμάτων όσο και αυτή των ταξικών-υλικών διεκδικήσεων. Για τον Γιανναρά η αριστερά ήταν απλώς μια ακραία έκφανση του ίδιου του δυτικού ατομικισμού, μια μηδενιστική παρόξυνση του ίδιου του Homo occidentalis. Και ως προς αυτό, θύμιζε κριτικές σαν αυτές του Γάλλου Ζαν-Κλοντ Μισεά ή του Κρίστοφερ Λας, μοτίβα που είναι παρόντα στη Δύση εδώ και δεκαετίες. Τελικά, η μετάφραση της γιανναρικής σκέψης θα γείρει σε μια δυσφορική, αφοριστική κατεύθυνση, εκφρασμένη με μια γλώσσα ποιητικής ευφορίας. Για μένα ωστόσο το μεγαλύτερο πρόβλημα σε σχέση με τον δημόσιο στοχασμό του Γιανναρά δεν ήταν η απαισιόδοξη ανθρωπολογία του για τον σύγχρονο πολιτισμό και τις κλίσεις του. Στο κάτω-κάτω, ποικίλες εκδοχές κριτικής απαισιοδοξίας κυριαρχούν σε στοχαστές και δημόσιους διανοούμενους που δεν έχουν καμιά σχέση με ορθοδοξίες και κοινοτισμούς. Και από μια άποψη, μια σκεπτικιστική και κριτική στάση είναι προτιμότερη από την αφελή και ιδιοτελή ενίοτε αισιοδοξία των συναινετικών διανοούμενων.

Υπήρξε όμως, ιδίως μετά τη δεκαετία του '80, ένα διαιρετικό σχήμα που έκανε τη σκέψη του Γιανναρά πολύ ευάλωτη στον συντηρητικό δογματισμό. Η φιλοσοφία της αγαπητικής ελπίδας (ο ερωτικο-οντολογικός ορίζοντας της σκέψης του) διαπότιζε μια ερεβώδη πολιτισμική απαξίωση της νεοελληνικής κοινωνίας και του κράτους, από όπου δεν σωζόταν τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Η περιβόητη περιφρόνηση για το «ελλαδικό κρατίδιο» έγινε γρήγορα μέθοδος κακοχαρακτηρισμού των πάντων, από τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα μέχρι συνολικά τη λεγόμενη «φραγκολεβαντίνικη» συνείδηση, ως διεστραμμένα εγωιστική σχέση με τον κόσμο.

Σε αυτήν τη μάχη του με το φάντασμα μιας ενιαίας, αρνητικής και πνευματικά ιμπεριαλιστικής Δύσης ο Γιανναράς θα θυσιάσει τους χυμούς της πρώιμης σκέψης του. Το σταθερό υπόστρωμα κάθε ρομαντικού συντηρητισμού στην Ευρώπη, τόσο στη Δύση όσο και στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία, είναι η αποθέωση της παλλόμενης λαϊκής κοινότητας και η δαιμονοποίηση όλων των «τεχνητών» πολιτικών κατασκευών (του μοντέρνου κράτους, των αντιπροσωπευτικών θεσμών). Το πλαίσιο αυτό πλακώνει διαρκώς τον λόγο του Γιανναρά με τρόπο που σταδιακά γίνεται πιο ασφυκτικός στην απολυτότητά του. Και ενώ η μια πτυχή του εγχειρήματος επιδίωκε να αποδομήσει τη δογματική και περίκλειστη ηθικολογία, η άλλη πλευρά του Γιανναρά θα γλιστρήσει σε μια πολεμική που δεν αφήνει και πολλά ανοιχτά παράθυρα.

3. Φυσικά κάποιοι (νεο)φιλελεύθεροι σχολιαστές που γράφουν τώρα αρνητικά για τον Γιανναρά φαίνεται να λησμονούν τα κοινά μεταξύ τους σημεία. Αν και ο εκλιπών απεχθανόταν φιλοσοφικά τη λογική των δικαιωμάτων, επί χρόνια έγραφε τα χειρότερα για τη δημοσιοϋπαλληλία και τον κρατισμό. Εκθείαζε, επίσης, την αριστεία, έβρισκε πάντα αντικοινωνικές τις απεργίες και μηδενιστική την όποια διαμαρτυρία ενδιαφερόταν για οικονομικά-μισθολογικά αιτήματα. Όπως και κάποιοι συντηρητικοφιλελεύθεροι δημοσιολόγοι και σχολιαστές, πίστευε πως ο «ιστορικός υλισμός» είναι η κυρίαρχη ιδεολογία και το πνεύμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, μιας Ελλάδας που για τον Γιανναρά ήταν πλέον τελειωμένη υπόθεση, εκτός αν την έσωζε το ήθος και η αρχοντιά «λίγων γενναίων». 

Η κοινωνική-πολιτισμική κριτική του Γιανναρά επέστρεφε διαρκώς στην εξιδανικευμένη ιδέα μιας μαγιάς «εύψυχων Ελλήνων» που σώζουν τον πολιτισμό από τη βαρβαρότητα και το έθνος από την κατάρρευση του ίδιου του κράτους. Έχω συζητήσει αλλού (στο δοκίμιό μου «Κοινότοπη χώρα») τη στάση αυτή που βλέπει το «λίγο» της χώρας ως κρυμμένο πλούτο, τη φτώχεια ως αρχοντιά και την περιφερειακή θέση ως προνόμιο μιας αγαθής ελληνότροπης οικουμενικότητας απέναντι στην εγκληματική παγκοσμιότητα της Δύσης. Είναι, πράγματι, μια κριτική που δεν ενδιαφέρεται για θέματα ισότητας ή κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά περισσότερο για την αρετή της αυθεντικότητας και ένα είδος πολιτικής της ψυχής. Παρ' όλα αυτά, ο Γιανναράς των πρώτων δεκαετιών υπερασπίστηκε έναν χριστιανισμό της σάρκας και μια φιλοσοφία του προσώπου που θα μπορούσε να μην προχωρήσει σε ισοπεδωτικά μονοπάτια. Θα μπορούσε να είναι ένας κριτικός συντηρητικός λόγος που θα απέφευγε τον στόμφο της αντιμοντέρνας ρητορείας. Έχω, δε, την εντύπωση (κάνω μια υπόθεση) ότι του στοίχισε πολύ η επίθεση που δέχτηκε –και ιδίως η αμφισβήτηση της επάρκειάς του ως δασκάλου φιλοσοφίας– από επιφανή πρόσωπα και φορείς της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια της εποχής. Η ίδια η δεκαετία του '80 βιώθηκε ευρύτερα από πολλούς εθνορομαντικούς διανοούμενους και καλλιτέχνες ως πολιτισμικό τραύμα, με πηγή προέλευσης τόσο τον πασοκικό μαζικοδημοκρατικό «λαϊκισμό» όσο και μια νεοδιαφωτιστική αριστερά που θα τη θεωρήσουν εθνομηδενιστική δύναμη. Ο Γιανναράς είχε υποστεί στη νεότητά του το σοκ και τη συμβολική βία των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και αργότερα θεώρησε πως έγινε στόχος ενός άλλου φανατισμού (από φιλελεύθερους, αριστερούς και «δυτικόφρονες» εκσυγχρονιστές).

Από εκεί και πέρα, ο δημόσιος διανοούμενος που κατακτά μια ορισμένη δημοφιλία και μιλάει στο κοινό του θα επαναλαμβάνει μονότονα τον βασικό καμβά της σκέψης του με όλο και πιο σκληρούς χαρακτηρισμούς και θυμό. Φυσικά, κάθε κοινωνικός κριτικός λόγος έχει ένα μερίδιο εμπάθειας, γιατί δεν υπάρχει αμερόληπτη, ψύχραιμη και πάντοτε πολιτισμένη γραφή, ιδίως σε μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων και μεγάλων ρηγμάτων. Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε πως ο τρόπος με τον οποίο ο Γιανναράς θα καταγγείλει διάφορα δεινά οδηγεί σε μια εθνορομαντική ουτοπία με αιχμή μια ανεύρετη, φασματική ελληνικότητα. Ακόμα και η κριτική του στον πολιτικό εθνικισμό και στη στενόμυαλη πατριδοκαπηλία της θεσμικής Εκκλησίας εντάσσεται σε μια αντίληψη περί ελληνικής οικουμενικότητας που παρουσιάζεται πάντα ως ο αυθεντικός τρόπος του βίου μας απέναντι σε μια παρακμιακή Δύση και μια δεσποτική Ασία. Η ιδέα μιας εναλλακτικής καθ’ ημάς Ανατολής που υποτίθεται ότι θα μας δωρίσει και πολιτική διέξοδο έγινε ένας αψύς δογματισμός, κατακεραυνώνοντας σχεδόν τους πάντες ως ολίγιστους και κρετίνους. Εδώ το πένθος για τη χαμένη ελληνικότητα έγινε ένα μελαγχολικό άγχος με το οποίο αδικείται οτιδήποτε έρχεται μετά τον Σεφέρη, τον Πικιώνη, τους «δασκάλους του γένους», τη λαϊκή αρχιτεκτονική κ.λπ.

Ο λόγος του Γιανναρά έγινε ένα τέχνασμα σύγκρισης μεταξύ μιας συνθήκης πνευματικού μεγαλείου και λαϊκής άνθισης (πριν από το ελληνικό κράτος και τους επείσακτους θεσμούς του) και μιας κατάστασης εκπεσμού και βαρβαρότητας. Οι αποχρώσεις μειώνονταν, οι τελεσίδικες αποφάνσεις πολλαπλασιάστηκαν και στο τέλος ακόμα και ο Δαρβίνος ταυτίστηκε με μια πιθηκόμορφη, παρακμιακή ανθρωπότητα.

4. O θάνατος του Χρήστου Γιανναρά δεν μπορεί πάντως να είναι μια αφορμή λεκτικών κατεδαφίσεων ή εγκωμιαστικών παιάνων. Χρειαζόμαστε περισσότερες κριτικές αποτιμήσεις και λιγότερες μονότονες καταδίκες ή κολακευτικά παχιά λόγια. Για τη δική μου αίσθηση των πραγμάτων, ο στοχασμός του Γιανναρά είχε πάρει έντονη κλίση προς μια αριστοκρατική και αντιδημοκρατική πολιτική φιλοσοφία, στηριγμένη, παραδόξως, σε μια ποιητική ενόραση του έρωτα και της σχέσης. Το ένα σκέλος δυνάμωσε υπερβολικά, ενώ το άλλο έμεινε στάσιμο, σαν ένα καλλιεπές σχόλιο πάνω στον καμβά της γενιάς του '30 περί ελληνικότητας. Ένας ιδιαίτερος ρομαντικός συντηρητισμός με αιχμηρούς τόνους και πνεύμα πολεμικής θα γεννήσει περισσότερες παρεξηγήσεις με τον καιρό.

Για ένα πράγμα δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς τον Γιανναρά: πως του έλειπε το πάθος. Από αυτή την άποψη, πράγματι, δεν ήταν ο τύπος του ακαδημαϊκού φιλοσόφου, του καθηγητή πανεπιστημίου που διδάσκει φιλοσοφία. Στάθηκε ανυποχώρητα πολεμικός παρά διπλωμάτης. Και η πραότητα (την οποία τονίζουν κάποιοι) ήταν ένας τόνος της φωνής και όχι η αντιμετώπιση των αντιπάλων και των εχθρών, που για τον Γιανναρά κόμιζαν όλα τα δεινά του κόσμου. Και αυτό το στοιχείο προσφέρει πολλές ευκαιρίες εκφραστικής δεινότητας, αλλά είναι και παγίδα στην οποία κάποιος επενδύει τον ναρκισσισμό του (ιδίως αν είναι συγγραφέας και ομιλητής χαρισματικός).

Απομένει εν τέλει στους θεολόγους ή στους φιλοσόφους της θρησκείας να κάνουν τις δικές τους αποτιμήσεις ενός έργου. Το βέβαιο είναι πως η σκέψη του Γιανναρά (αδιαχώριστη από το πρόσωπο και τη δημόσια παρουσία του) ανήκει στο πεδίο της ελληνικής ιδεολογίας και των μεταμορφώσεών της. Μια κριτική της ελληνικής ιδεολογίας θα είναι όμως πάντα κάτι διαφορετικό από το ξήλωμα της όποιας πνευματικής φυσιογνωμίας ή τους οπαδικούς διθυράμβους των social media. 


Πηγή LiFO


Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2018

Συμβολή στο σχεδίασμα μιας ιστορίας των αναπτυξιακών σταδίων της (μετα-)διαλεκτικής*


του Ονειρμάρξ (Γιόχαν φον Όιστατ)


I. Υλιστική διαλεκτική: Για την αμεσότητα, την αρνητικότητα και τη θετικότητα, την υπέρβασή της


1. Η διαλεκτική λογική ασκεί κριτική στους τρεις βασικούς νόμους της τυπικής λογικής, τον νόμο της ταυτότητας, τον νόμο του αποκλειόμενου τρίτου και τον νόμο του αποχρώντος λόγου, δείχνοντας πώς οι τρεις αυτοί νόμοι δεν είναι παρά τρεις στιγμές μιας έλλογης διαλεκτικής αυτοκριτικής του πρώτου νόμου, που οδηγεί στον δεύτερο, και του δεύτερου νόμου, που οδηγεί στον τρίτο. Ο νόμος της ταυτότητας, Α = Α, αναιρείται από το γίγνεσθαι του Α που οδηγεί στη διαφορά του Α από τον εαυτό του, όπως υποδηλώνει η ίδια η μορφή της κατηγόρησης της ταυτότητας, σύμφωνα με την οποία το Α, για να ισούται με τον εαυτό του, πρέπει να διαφέρει από τον εαυτό του. Το γίγνεσθαι του Α οδηγεί στη διαφορά από τον εαυτό του, και άρα στη δυνατότητα της αντίθεσής του, στο μη Α. Ο νόμος του αποκλειόμενου τρίτου, (+) Α διάφορο του -Α,  αναιρείται όταν συλληφθεί πως το Α ορίζεται μέσω της αντίθεσής του στο -Α, πράγμα που προϋποθέτει το κοινό εννοιολογικό τους πεδίο, το κοινό λογικό θεμέλιο των δύο πρώτων, εξίσου έγκυρων λογικών νόμων, οδηγώντας στον νόμο του αποχρώντος λόγου. Από την αρχαία διαλεκτική μέχρι τη νεωτερικότητα, είχαν ήδη διατυπωθεί οι πρώτες κριτικές των νόμων της τυπικής λογικής, στον Ηράκλειτο, τον Ζήνωνα, τον Πλάτωνα, τον ταοϊσμό, στις διάφορες μορφές σκεπτικισμού και στωικισμού, αλλά και με τη μορφή διαφόρων θεολογικών δογμάτων γεφύρωσης του χάσματος της τυπικής έννοιας με την πραγματικότητα. 

2. Αν ο Kant έδειξε την αναγκαιότητα της διαλεκτικής αντίφασης στη μορφή των αποριών του Καθαρού Λόγου, και ο Fichte έδειξε τη διαλεκτική παραγωγή των τριών θεμελιακών νόμων της τυπικής λογικής στο Θεμέλιο της Επιστημολογίας με σημείο εκκίνησης το καντιανό υπερβατολογικό Ego, ήταν ο Hegel εκείνος που έδωσε στη διαλεκτική λογική την πλέον ώριμη μορφή και μέθοδο. Ξεκινώντας από μια φαινομενολογία της άμεσης εμπειρίας, η συνείδηση οδηγείται από τη γνώση των φαινομένων της εμπειρίας στη γνώση της γνώσης, στην επιστημονική επί-γνωση της σκέψης από την ίδια τη σκέψη, άρα στην Επιστήμη της Λογικής. Η Επιστήμη της Λογικής οδηγείται από το καθαρό Είναι της Έννοιας, την απλούστερη έννοια της Λογικής, προς την Ουσία και την Έννοια της Έννοιας, τελικά στην Απόλυτη Ιδέα της Λογικής, στη διαλεκτική Μέθοδο. Η Απόλυτη Ιδέα του Λόγου εξωτερικεύεται στη Φύση (φιλοσοφία της φύσης), και το Πνεύμα (φιλοσοφία του Πνεύματος). 

Με τον Hegel η Ιδεαλιστική Διαλεκτική φτάνει στην ωρίμανσή της. 

3. Ενώ η κριτική του Hegel στον πρώιμο και μέσο Schelling της φιλοσοφίας της ταυτότητας, ήταν πως ο δεύτερος δεν συνέλαβε την ταυτότητα της ταυτότητας και της μη ταυτότητας στη διαλεκτική τους, αλλά υπέταξε τη μη ταυτότητα σε μια απόλυτη ταυτότητα, η κριτική του ύστερου Schelling στον Hegel ήταν πως ο Hegel υπέταξε την μη ταυτόσημη στην έννοια ύπαρξη στην συμπεριληπτική απόλυτη ταυτότητα της Έννοιας. Η μη αναγωγιμότητα και ασυμμετρία του είναι και της ύπαρξης στην έννοια, σύμφωνα με τον Schelling, διακρίνει τη διαλεκτική μέθοδο σε δύο μεθόδους, την αρνητική διαλεκτική που διαρκώς ανάγει την ύπαρξη στη διαμεσολάβηση της Ουσίας και της Έννοιας, και τη θετική διαλεκτική που αναγνωρίζει τη θετικότητα του δημιουργικού Είναι και της Ύπαρξης, μέσω της οποίας αποκαλύπτεται η Έννοια. Η Φιλοσοφία της Αποκάλυψης δεν είναι ούτε ορθολογισμός ούτε εμπειρισμός, είναι ένας μεταφυσικός εμπειρισμός, καθώς μέσω μιας ιστορικά προσδιορισμένης υπαρξιακής αποκάλυψης γνωρίζεται εξ αποκαλύψεως η αλήθεια που υπερβαίνει την αντίθεση Λόγου και Εμπειρίας. Ο Schelling αναγνωρίζει στον Hegel ότι εντοπίζει και τις δύο διαστάσεις της διαλεκτικής και τις αναπτύσσει, ωστόσο το φιλοσοφικό του σύστημα μεροληπτεί υπέρ της πρώτης, αρνητικής και κριτικής διαλεκτικής, και μόνο αντιφατικά, με ασυνέπεια, αναγνωρίζει τη θετική χριστιανική κρατική ύπαρξη. Αν η αρνητική διαλεκτική, μολονότι αναγκαία, περιορίζεται τελικά σε μια ακαδημαϊκή επιστημονική διαλεκτική που υποτιμά τη θετική, δοσμένη ύπαρξη, η θετική διαλεκτική μετατρέπει την αρνητική διαλεκτική σε θετική ύπαρξη της ελευθερίας πέρα από το φιλοσοφικό εννοιολογικό σύστημα κατανόησής της. Για τον Schelling, αυτό σημαίνει το πέρασμα από μια εννοιολογική διαλεκτική, που νομιμοποιούσε το Κράτος, σε μια πρακτική διαλεκτική του Κράτους στη βάση της εμπειρίας της χριστιανικής αποκάλυψης.

Η ασυμμετρία Έννοιας και Ύπαρξης, και η διάκριση ανάμεσα σε Αρνητική και Θετική διαλεκτική, Επιστημονική Φιλοσοφία και Φιλοσοφία της Ζωής, θα σημαδέψει όλη τη μετέπειτα ιστορία της διαλεκτικής. O Schelling δείχνει πως η θετικότητα και η αρνητικότητα διαιρούν εσωτερικά την ίδια τη διαλεκτική μέθοδο, δημιουργώντας νέες της εκδοχές και διαλεκτικές μεροληψίες, δηλαδή αποφάσεις περί της διαλεκτικής μεθόδου.

Με τον Schelling η Ιδεαλιστική Διαλεκτική φτάνει στην παρακμή της, θέτοντας τους όρους δυνατότητας μιας Υλιστικής Διαλεκτικής που αναγνωρίζει την προτεραιότητα της ύπαρξης και της ζωής έναντι της έννοιας και της φιλοσοφίας.

4. Το πέρασμα από την Ιδεαλιστική Διαλεκτική του Hegel στην Υλιστική Διαλεκτική των Marx-Engels διατηρεί το κεκτημένο της κριτικής του Schelling και του Feuerbach στον Hegel. Ο Engels, όπως και ο Bakunin και ο Kierkegaard, παρακολουθεί τις διαλέξεις περί της Φιλοσοφίας της Αποκαλύψεως (1840) του Schelling, και συγγράφει μια κριτική το 1841, το Anti-Schelling. Ο γερμανικός Ιδεαλισμός, ο γαλλικός υλισμός, η αγγλική πολιτική οικονομία, αποτελούν βασικές πηγές της μαρξιστικής υλιστικής διαλεκτικής, αν και όχι τις μόνες. Στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας ο Marx δίνει το στίγμα της υλιστικής αντιστροφής της διαλεκτικής, του υλιστικού αναποδογυρίσματός της, ώστε αυτή να περάσει από τον ουρανό των φιλοσοφικών αφαιρέσεων στην τραχιά γη της σπαρασσόμενης ανθρώπινης ύπαρξης και να σταθεί πλέον "με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω". Στην Αγία Οικογένεια και τη Γερμανική Ιδεολογία οι Marx-Engels θα συνεργαστούν για την υλοποίηση του προγράμματος αυτού, ενάντια στον δεξιό, χριστιανικό-κρατικό εγελιανισμό, ενώ στις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ ο Marx θα δώσει το αίτημα της δικής του, υλιστικής διαλεκτικής, στην ακροτελεύτια θέση: «Οι φιλόσοφοι μονάχα εξηγούσαν με διάφορους τρόπους τον κόσμο, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε». Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο θα διακηρύξει αυτό το αίτημα ριζικής ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, σύμφωνα με την υλιστική πλέον διαλεκτική μέθοδο. 

Η διαλεκτική παραγωγή των νόμων της τυπικής λογικής, την οποία απέδειξε η ιδεαλιστική διαλεκτική, μετατρέπεται στην υλιστική διαλεκτική, δηλαδή σε μια νέα, αντεστραμμένη και ιστορική εκδοχή των νόμων αυτών. Οι ''τρεις νόμοι της διαλεκτικής'' του Engels αντιστοιχούν στους τρεις νόμους-στιγμές της διαλεκτικής λογικής. Ο νόμος μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα δείχνει πως το Α μετατρέπεται σε διάφορο του Α, σε "μη Α". Ο νόμος της πάλης των αντιθέτων δείχνει την ενότητα και αντίθεση των (+)Α και - Α. Ο νόμος της άρνησης της άρνησης δείχνει την επιστροφή στην ταυτότητα μέσα από την ετερότητα, στο κοινό θεμέλιο των δύο πρώτων νόμων. Για τους Marx-Engels, αυτή είναι η κίνηση της πραγματικής, υλιστικής-ιστορικής διαδικασίας. Η αρχική πρωτόγονη κοινότητα αυτομεταβάλλεται και οδηγείται στην πάλη των αντιθέτων, την ταξική πάλη, που είναι η ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Η συμφιλίωση των αντιμαχόμενων τάξεων, και η επιστροφή στον αρχικό, πρωτόγονο κομμουνισμό σε ανώτερο επίπεδο, δεν υπάρχει ήδη, στην υπάρχουσα πολιτισμένη καπιταλιστική πραγματικότητα, όπως υπόσχεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία και η ελευθερία της αγοράς, αλλά μέλλεται, μπορεί να υπάρξει. Αυτός ο μελλοντικός προσανατολισμός σε μια επερχόμενη πραγμάτωση της συμφιλίωσης, διαχωρίζει την επαναστατική διαλεκτική από τη συντηρητική διαλεκτική. Οι Marx-Engels δεν αναποδογυρίζουν απλώς την ιδεαλιστική διαλεκτική του Hegel, δείχνοντας την υλική της βάση. Υποστηρίζουν, επιπλέον, ότι ο τρίτος νόμος της συμφιλίωσης ταυτότητας και ετερότητας δεν ισχύει στον πραγματικό κόσμο, αλλά μπορεί να ισχύσει, αν επικρατήσει ο ώριμος κομμουνισμός, που ήδη έλκει μαγνητικά την ιστορική κίνηση, με την πραγματική υπέρβαση των τάξεων.


Έτσι αρχίζει η ιστορία της Υλιστικής Διαλεκτικής. 

5. Στην αρχή της ιστορίας της Υλιστικής Διαλεκτικής, θεωρία και πράξη, έννοια και ύπαρξη, αρνητικότητα και θετικότητα, βρίσκονται σε μία άμεση, ασαφή και υπανάπτυκτη ενότητα υποκειμένου-αντικειμένου, με προτεραιότητα της θετικής άρνησης της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, της ιδεώδους επαναστατικής πράξης που ακολουθεί το γίγνεσθαι της πραγματικής κίνησης του κομμουνισμού. Η πραγματική ήττα, όμως, των επαναστατικών κινημάτων, και ειδικά της Παρισινής Κομμούνας,  οδηγεί στην άνοδο της αρνητικής-κριτικής διάστασης, ώριμος καρπός της οποίας είναι τα ιστορικά έργα του Marx, η Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας και το Κεφάλαιο, η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους του Engels. Με την ήττα των επαναστατικών προσπαθειών, η επαναστατική διαλεκτική περνά κρίση, την οποία υποδηλώνει το έργο του Engels, το Τέλος του Λουδοβίκου Φόυερμπαχ και της Γερμανικής Φιλοσοφίας, αλλά και η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του Marx. Οι Marx-Engels νιώθουν την ανάγκη, τελικά, να θετικοποιήσουν την υλιστική διαλεκτική κριτική, συνδέοντάς τη με την άνοδο των συνδικάτων και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ενώ, ταυτόχρονα, η αρνητικότητα της κριτικής προς την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων πασχίζει να διατηρηθεί στη ζωή. Η θετικότητα και η αρνητικότητα αρχίζουν να μη βρίσκονται σε άμεση ενότητα αλλά να διασπώνται, συνεπώς ο διαχωρισμός θεωρίας και πράξης βαθαίνει. Το γεγονός πως οι Marx και Engels προτίμησαν αρχικά να διαπραγματευτούν τη δημοσίευση της Κριτικής του Προγράμματος της Γκότα, αναγνωρίζοντας το σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και προσπαθώντας να μην το εκθέσουν δημόσια για τη τραγική πολιτική του στροφή (με αποτέλεσμα το κείμενο να δημοσιευτεί σε ασφαλέστερη ιστορική συγκυρία, 13 χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Marx), αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη διάσπαση ανάμεσα σε μια Αρνητική υλιστική διαλεκτική, που είχε υποσχεθεί να ασκήσει ''ανελέητη κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων'', και μια Θετική υλιστική διαλεκτική, που προέκρινε τη θετική ύπαρξη του αναπτυσσόμενου συνδικαλισμού και του σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται το γεγονός ότι, ενώ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αρνούταν να δώσει ουτοπικές ''συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος'', η Κριτική του Προγράμματος της Γκότα προσπαθεί να περιγράψει κάποιους θετικούς όρους ύπαρξης της Ουτοπίας.

6. Με τον Λένιν και τον Γκράμσι, η άμεση, υπανάπτυκτη ενότητα της αρνητικής υλιστικής διαλεκτικής με τη θετική, και η πρωταρχική διάσπαση θετικότητας και αρνητικότητας στο ύστερο έργο των Marx-Engels, κατευθύνεται προς μια ανάπτυξη και εξειδίκευση τόσο της αρνητικής, όσο και της θετικής πλευράς της διαλεκτικής, στην εφαρμοσμένη, και όχι ιδεώδη, επαναστατική υλιστική διαλεκτική. Από τη μία μεριά, ο αρνητικός παράγοντας της καταστροφής των δεδομένων συνθηκών βρίσκεται σε ανειρήνευτη πολεμική με κάθε μεταρρύθμιση του αστικού κράτους. Από την άλλη μεριά, ο υποκειμενικός παράγοντας της πρωτοπορίας και του Κόμματος ανατιμάται σε σχέση με τις αντικειμενικές υλικές συνθήκες, σηματοδοτώντας μια στροφή της πρώτης, άμεσης υλιστικής διαλεκτικής των Marx-Engels προς έναν ιστορικό ιδεαλισμό της υποκειμενικής πολιτικής ηγεσίας που παρεμβαίνει από μια θέση σχετικής εξωτερικότητας προς τις αντικειμενικές συνθήκες. Η τελική ανατίμηση του Θετικού Υποκειμένου έναντι της κριτικής του Αντικειμένου, ολοκληρώνεται με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αντίθετα, εκεί που η επανάσταση ηττήθηκε η διαλεκτική οδηγήθηκε σε μια κριτική των θετικών, αντικειμενικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένου και του υποκειμένου.

7. Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία και η ήττα της σοσιαλιστικής επανάστασης στον Δυτικό Κόσμο, βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στη Θετική υλιστική διαλεκτική και την Αρνητική υλιστική διαλεκτική. 

Η ΕΣΣΔ αναπτύσσει μια Θετική διαλεκτική, που υπερασπίζεται τη θετική ύπαρξη της ελευθερίας στην ύπαρξη της σοβιετικής κρατικής εξουσίας.

Αντίθετα, ο δυτικός μαρξισμός αναπτύσσει μια Αρνητική διαλεκτική, που υπερασπίζεται την αρνητική μη ύπαρξη της ελευθερίας, ασκώντας κριτική στη θετική πραγματικότητα τόσο της δυτικής όσο και της σοβιετικής εξουσίας.

Έτσι λοιπόν, ο δεσμός Θεωρίας και Πράξης, Έννοιας και Ύπαρξης κόβεται πλήρως. Στη Δύση, έχουμε μια Αρνητική Διαλεκτική που υποτιμά την επαναστατική πράξη, στο όνομα της ακαδημαϊκής, διαρκούς αρνητικής κριτικής της αντικειμενικής εκμεταλλευτικής πραγματικότητας. Στην ΕΣΣΔ έχουμε μια Θετική Διαλεκτική που επίσης υποτιμά την επαναστατική πράξη, στο όνομα της πολιτικής, διαρκούς οικοδόμησης της αντικειμενικής σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής πραγματικότητας. 

Αρνητική και Θετική Διαλεκτική, δεν είναι παρά δύο όψεις του ίδιου νομίσματος; της ήττας της επαναστατικής πράξης σε Ανατολή και Δύση, παρά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στη Δύση, η εκτατική ανάπτυξη, η εξάπλωση της επανάστασης, απέτυχε. Στην ΕΣΣΔ, η εντατική ανάπτυξη, το βάθεμα της επανάστασης, επίσης απέτυχε. Αρνητική και Θετική Διαλεκτική βρίσκονται σε συμβιβασμό με την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Η πρώτη, γιατί θεωρεί αδύνατη πλέον την επαναστατική πραγμάτωση της ελευθερίας, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από την πράξη για να ασκήσει θεωρητική κριτική στην υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Η δεύτερη, γιατί επίσης θεωρεί αδύνατη την επαναστατική πραγμάτωση της ελευθερίας, λόγω της καπιταλιστικής περικύκλωσης και καθώς θεωρεί την επανάσταση ήδη πραγματωμένη στην υπάρχουσα σοβιετική κατάσταση πραγμάτων, της οποίας η θετική ύπαρξη πρέπει τελικά να συντηρηθεί. 

Από την άμεση υλιστική διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου των Marx-Engels, περάσαμε στη διαχωρισμένη αρνητική και θετική διαλεκτική υποκειμένου-αντικειμένου της μεταπολεμικής περιόδου, στην αρνητική υλιστική διαλεκτική του δυτικού μαρξισμού, και στη θετική υλιστική διαλεκτική του σοβιετικού μαρξισμού. Ακόμα και το έργο του δομο-μαρξισμού του Αλτουσέρ, καταστατικά ενάντια στη διαλεκτική, καταλήγει στη πράξη σε μια ακαδημαϊκή αρνητική διαλεκτική απέναντι στο Κόμμα και το Κράτος, που αρνείται τον εμπειρικό θετικισμό της μαρξιστικής σοβιετικής ορθοδοξίας αξιοποιώντας την έννοια της Δομής και, αργότερα, του υλισμού της συνάντησης, ενάντια στην ιδέα της αναγκαίας και θετικής ύπαρξης της ελευθερίας. Ο Theodor Adorno θα αναδειχθεί ο αδιαφιλονίκητος φιλοσοφικός εκφραστής του οριστικού πνεύματος της εποχής του δυτικού μαρξισμού, συγγράφοντας την Αρνητική Διαλεκτική.

8. Η Πολιτισμική Επανάσταση στην Κίνα, η Κουβανική Επανάσταση, και τα εξεγερτικά γεγονότα του ''παγκόσμιου Μάη'' στον δυτικό κόσμο, τον σοβιετικό κόσμο και στον ''τρίτο κόσμο'' της αποικιοκρατίας. αρθρώνουν το αίτημα μιας νέας διαλεκτικής. Μιας διαλεκτικής που δε θα βλέπει με άμεσο, υπανάπτυκτο τρόπο τη σχέση των υποκειμένων με τις αντικειμενικές υλικές συνθήκες της ύπαρξής τους, ούτε με τον διαχωριστικό τρόπο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην αρνητική και τη θετική διαλεκτική. Οι νέοι εργατικοί αγώνες της περιόδου, τα αντιαποικιοκρατικά και αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα, οι φεμινιστικοί και διαθεματικοί αγώνες, η απο-εθνικοποίηση, πέρα από το σοβιετικό μπλοκ, προς άλλους πολιτισμούς, του κέντρου της επαναστατικής δραστηριότητας (σε Κούβα, Ρωσία), θέτουν επιτακτικά το αίτημα μιας νέας θετικής άρνησης, που ανακτά τη ριζοσπαστική αρνητικότητα και θετικότητα του έργου των Marx και Engels, μέσα όμως από το πρίσμα της ιστορικής εμπειρίας της τελικής ήττας των προηγούμενων επαναστάσεων και της διάσπασης σε αρνητική και θετική υλιστική διαλεκτική. 

9. Αυτή η νέα διαλεκτική αναπτύσσεται θεωρητικά στο έργο των Marcuse, Benjamin, Bloch, Deleuze, σε έναν βαθμό στο έργο του Badiou, αλλά και σε διάφορα έργα της φεμινιστικής και διεθνιστικής ιστορικο-υλιστικής κριτικής. Και η σοβιετική παράδοση των Ilyenkov και Vazioulin, έχει να μας προσφέρει πολλά στην άρθρωση μιας συστηματικής κριτικής προς την κλασική μαρξιστική υλιστική διαλεκτική. Πρακτικά, η νέα διαλεκτική αναπτύσσεται στους αγώνες του 1960-1970, στους αγώνες του 1990, στις αραβικές εξεγέρσεις και τους αγώνες του 2008-2018.

Η νέα διαλεκτική, που θα ονομάσουμε συμβατικά και προσωρινά μεταδιαλεκτική, αναγνωρίζει πως η μέχρι τώρα ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας ήταν η ιστορία της αποξένωσης και της πάλης καταπιεστών-καταπιεσμένων. Πως η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων αξίζει την αρνητική κριτική και τελικά τη συντριβή, με το πέρασμα ''από το όπλο της κριτικής, στην κριτική των όπλων''. Πως κάθε θετική πραγμάτωση της ελευθερίας των καταπιεσμένων μέχρι σήμερα, μετατρεπόταν στην αρνητική διαλεκτική μιας "κριτικής" που αξιοποιούσε το Κράτος, αποτρέποντας διαρκώς τον εμφύλιο πόλεμο και τη σύμπτωση έννοιας-ύπαρξης, εξελίσσοντας τον μηχανισμό του και δημιουργώντας μια νέα θετική ύπαρξη της καταπιεστικής πραγματικότητας. 

Η μεταδιαλεκτική αναγνωρίζει, επιπλέον, μια αλήθεια του μεταδομισμού, ή του λεγόμενου ιδεολογικού ''μεταμοντερνισμού''. Αναγνωρίζει πως η δοσμένη πραγματικότητα δεν είναι διαλεκτική, πως η συμφιλίωση ταυτότητας και ετερότητας είναι μια οντοθεολογική, κρατική ιδεολογία που συγκαλύπτει την πραγματική ασυμμετρία μεταξύ της έννοιας και της ύπαρξης, του ατομικού και του συλλογικού, των μερικών συμφερόντων και του γενικού συμφέροντας, της επιθυμίας και της πραγματικότητας. Ωστόσο, η μεταδιαλεκτική εργάζεται για μια μελλοντική πραγμάτωση της συμφιλίωσης, για μια μελλοντική μετατροπή της καταπιεστικής πραγματικότητας σε διαλεκτική σχέση πνεύματος-σώματος, ατομικού-συλλογικού, θεωρίας-πράξης, έννοιας-ζωής. Απέναντι στη ρήση ''η πραγματικότητα δεν είναι διαλεκτική'', η μεταδιαλεκτική απαντάει ''όχι ακόμα''. Η μεταδιαλεκτική είναι δημιουργική διαλεκτική, θέλει να δημιουργήσει τη συμφιλίωση, τη δυνατότητα της οποίας ήδη βλέπει σε κάθε σύμπτωμα, όταν σε αυτό εκδηλώνεται η αντικειμενική, ενσώματη αλήθεια της μοναδικότητας του υποκειμένου. Όμως η εκπλήρωση της διαλεκτικής συμφιλίωσης, θα σημάνει το τέλος της διαλεκτικής. Ήδη από τώρα, από τη σκοπιά του "όχι ακόμα".

Η μεταδιαλεκτική ισχυρίζεται ότι η διαλεκτική έρχεται μετά. Σήμερα βρισκόμαστε ριγμένοι σε θεμελιακά προ-διαλεκτικούς μηχανισμούς εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά και σε μια διαλεκτική εξέλιξη της κυριαρχίας που αναιρεί, τελικά, τον διαλεκτικό της χαρακτήρα στο απλό γεγονός της ωμής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Η μεταδιαλεκτική παλεύει για την προέλευση της ελεύθερης κοινότητας, όχι την προέλευσή της από τον πρωτόγονο κομμουνισμό, αλλά την προ-έλευση, την προ-ιστορία της πραγματικής της ιστορίας. Αυτή είναι η δική της "αρχή του αποχρώντος λόγου". Ο μεσσιανικός πυρήνας των μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ), του αναρχισμού, του μαρξισμού, αλλά και του ''μετακαπιταλισμού'' που υπόσχεται απελευθέρωση της εργασίας και της σεξουαλικότητας με τη βοήθεια των ρομπότ, βρίσκει στην μεταδιαλεκτική την επαναστατική, διαπολιτισμική και διαθεματική ανατίμησή του. Η μεταδιαλεκτική διαμορφώνει μια έλλογη πίστη.

Η μετα-διαλεκτική είναι υλιστική ως προς το ποιητικό της αίτιο, της πραγματικές ιστορικές δυνάμεις που την προωθούν, και ιδεαλιστική ως προς το τελικό της αίτιο, το μέλλον μιας απελευθέρωσης της σάρκας από τους υλικούς καταναγκασμούς, αλλά και από την ίδια την ανθρώπινη μορφή. Σύμφωνα με αυτό το στόχο κατέχει ειδικές αρχές που τη διέπουν ήδη από σήμερα, ως στάση ζωής.

10. Μετά την ιστορία της Ιδεαλιστικής Διαλεκτικής, η Ιστορία της Υλιστικής Διαλεκτικής. Και έπειτα, η ιστορία της Μετα-διαλεκτικής, που έχει ήδη ξεκινήσει, μέσα στους απελευθερωτικούς αγώνες της νέας εποχής.  Η διαλεκτική μέθοδος εξελίσσεται διαλεκτικά, υπερβαίνοντας τον εαυτό της.

Ξεκαθαρίζοντας τους λογαριασμούς μας τόσο με τον μεταμοντερνισμό όσο και με τη διαλεκτική, θέλουμε να αναπτύξουμε συστηματικά το ερευνητικό πρόγραμμα της μεταδιαλεκτικής, της διαλεκτικής που δημιουργεί ιστορικά το μη διαλεκτικό, το άνευ όρων, το απόλυτο.

Μαζί με τους συντρόφους και τις συντρόφισσές μας, είμαστε μόνο στην αρχή.



II. Εσχατολογία χωρίς Ουτοπία και Μεσσιανισμό


1. Στον ιουδαϊσμό, στον χριστιανισμό, στον ισλαμισμό, στον αναρχισμό, στον μαρξισμό, στον νιτσεϊσμό, στον μετα-ανθρωπισμό, υπάρχει ένας εσχατολογικός πυρήνας. Άλλοτε μεσσιανικός, άλλοτε κοινωνικός, κοινοτιστικός, άλλοτε τεχνολογικός. Το σχήμα είναι απλό: 1. Η αρχική, άμεση ενότητα 2. Ο αλλοτριωτικός διχασμός 3. Η αποκατάσταση της ενότητας, σε ένα ανώτερο επίπεδο. Πού οφείλεται αυτή η τριμερής, διαλεκτική δομή; Ίσως, στον ανθρώπινο ψυχισμό. Από μια αρχική κατάσταση άμεσης σχέσης με τον κόσμο, το ανθρώπινο σώμα υπάγεται στους ετερόνομους πολιτισμικούς καταναγκασμούς βιώνοντας την αλλοτρίωση, προσδοκώντας τελικά ένα μέλλον απελευθέρωσης και αποκατάστασης της χαμένης ενότητας. Ίσως, από την άλλη μεριά, η τριμερής αυτή δομή δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά οντολογική.

2. Όλες οι παραπάνω μορφές εσχατολογικής πίστης, στις ριζοσπαστικές τους εκδοχές, συμφωνούν στο ότι ο δοσμένος Κόσμος, το Κράτος και το Κεφάλαιο εκπροσωπούν την Αλλοτρίωση και το Κακό, που έχει επικρατήσει, και ότι έρχεται το Τέλος αυτού του κόσμου. Διαφωνούν ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της Αλλοτρίωσης και του Κακού, ως προς τις μεθόδους απελευθέρωσης από αυτό, και ως προς τη συλλογική, στρατευμένη προετοιμασία απέναντι στη συντέλεια του κόσμου. Η δαιμονοποίηση του δοσμένου ανθρώπινου Κόσμου, του Κράτους και του Κεφαλαίου είναι αναγκαίος όρος επιβίωσης και ανάπτυξης κάθε εσχατολογίας.

3. Κάθε εσχατολογία είναι η συντέλεια της Οικογένειας, της Κοινωνίας των Ιδιωτών και του Έθνους.

4. Μέσα στην επικράτεια του Κακού θα υπάρχουν πάντα αυτοί και αυτές που ονειρεύονται την απελευθέρωση, αποκλίνοντας από την ίδια την εκμεταλλευτική θέση τους και την καταπιεστική ταυτότητά τους. Όταν αυτές οι αποκλίσεις αφυπνίζονται, αναγνωρίζουν στα τραύματα των παιδικών, εργατικών και πλεονασματικών σωμάτων τους τα ίχνη του κοινωνικού πολέμου.

5. Η πραγματική εσχατολογία δεν χρειάζεται πλέον την ουτοπία και τον μεσσιανισμό, παρά μόνο τη θέληση το επερχόμενο Τέλος να είναι καλό, και να έρθει σύντομα.

6. Ο εσχατολογικός πυρήνας είναι ο έλλογος πυρήνας των θρησκειών, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών και των μαρξιστικών. Η θρησκεία συγκαλύπτει αυτόν τον έλλογο πυρήνα και αντιστέκεται στο πραγματικό τέλος αυτού του κόσμου, λατρεύοντας κάποιο Κύριο Όνομα και μετατρέποντας την εσχατολογία σε ουτοπία ή σε μεσσιανισμό. Από τη σκοπιά της πραγματικής εσχατολογίας, ωστόσο, κάθε Κύριο Όνομα, κάθε Ουτοπία και κάθε μεσσιανισμός δεν είναι παρά η αναγκαία παρηγοριά, που αρχικά αναταράζει τον κόσμο, αλλά τελικά τον συντηρεί.  Η πραγματική εσχατολογία είναι η ριζική απομυθοποίηση του πεπερασμένου, θνητού παρόντος και η έλλογη πίστη στην ανοιχτή έκβαση του επερχόμενου Τέλους, μέθοδος και σπουδή των ζωντανών ενδεχομένων και απόφαση πάνω στον χαρακτήρα του Τέλους.

7. Μέχρι σήμερα, ο αναρχισμός και ο μαρξισμός, με αυτή τη σειρά, έφτασαν πιο κοντά στη σύλληψη της πραγματικής εσχατολογίας πέρα από την ουτοπία και τον μεσσιανισμό.

8. Η εσχατολογία αντιμετωπίζει πια έντονα το πρόβλημα της μεθόδου. Καμία εσχατολογία σήμερα δεν είναι αρκετά οικουμενική και αρκετά αποτελεσματική, ώστε να γίνει τρόπος σκέψης και ζωής μιας κρίσιμης μάζας καταπιεσμένων. Καμία εσχατολογική μέθοδος, καμία ενότητα θεωρίας και πράξης, δεν είναι αρκετά πειστική σήμερα. Ορισμένες αναρχικές, αυτόνομες, μαρξιστικές και ισλαμικές ομάδες, με επίκεντρο τις παραγκουπόλεις του δυτικού κόσμου και τη Μέση Ανατολή, αναγνωρίζουν έμπρακτα τον κοινωνικό πόλεμο, όχι όμως και το πρόβλημα της μεθόδου τους.

9. Κάθε αίσθηση ότι ο Χρόνος μας τελειώνει, είτε μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ολοκληρωτικού πολέμου, είτε μπροστά στη δαρβινική υποκατάσταση του ανθρώπου από το cyborg, είτε μπροστά στο καθημερινό γεγονός της αρρώστιας, του πόνου και του θανάτου, πηγάζει από την αίσθηση πως ο ίδιος ο άνθρωπος έφτιαξε τις μηχανές της καταστροφής και της καταπίεσής του, πως ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ελαττωματικός, σκάρτος, θανατηφόρος και εκτεθειμένος στον θάνατο. Ο ίδιος ο άνθρωπος ήταν το πρόβλημα και το όριο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, εκείνος που θέλησε ενεργητικά ή αποδέχτηκε την πατριαρχία, την ιδιωτική ιδιοκτησία, την ταξική εκμετάλλευση, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό, τον πόλεμο, τη δυνατότητα και την πραγματικότητα του θανάτου.

10. Μόνο οι καταπιεσμένοι θα ήταν διατεθειμένοι να επιλύσουν οριστικά το πρόβλημα του ανθρώπου, την ώρα που οι κυρίαρχοι παραγγέλνουν τις νέες ιδιωτικές τους μηχανές αυτόματης καθυπόταξης ανθρώπου από άνθρωπο. Ανάμεσα στην ιστορία των κυρίαρχων και την ιστορία των καταπιεσμένων, η εσχατολογία ανήκει πραγματικά μόνο στους καταπιεσμένους, που θέλουν να βάλουν στον Κόσμο, μέσα στον οποίο υποφέρουν, ένα τέλος, ανακτώντας τη χαμένη απόλαυση. Η Δυστοπία των κυρίαρχων δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα τέτοιο τέλος, παρά μόνο τη διαιώνιση ενός παρόντος κινηματογραφικά διεσταλμένου έως τις ακρότατες συνέπειές του, φτάνοντας ''στο σημείο που δεν έχει επιστροφή''.

11. Υπήρξαν δύο διαλεκτικές, μία των κυρίαρχων, μία των καταπιεσμένων. Μπορεί να υπάρξει μια τρίτη διαλεκτική, που θα υπερβαίνει τη μη διαλεκτική σχέση μεταξύ των δύο, υπερβαίνοντας την κυριαρχία.

---------------------------
* Καθώς η χρονιά οδεύει προς την ολοκλήρωσή της, σπεύδουμε -με αρκετή καθυστέρηση ομολογουμένως!- να αναδημοσιεύσουμε το εν λόγω κείμενο από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (ειδικότερα το πρώτο μέρος, του οποίου το δεύτερο αποτελεί μάλλον παράρτημα) για δύο κυρίως λόγους. Αφενός και πρωτίστως γιατί είναι αφεαυτού πολύ ενδιαφέρον και φιλοσοφικά μεστό, όσες επιφυλάξεις και αν δικαιούται κανείς να διατηρήσει για την κατακλείδα του. Αφετέρου, επειδή με τον τρόπο του μοιάζει να συνεχίζει έναν διάλογο -ο οποίος, όπως συμβαίνει συνήθως με τους καλούς "διαλόγους", συντελείται μέσω των πλέον απομακρυσμένων αλληλεπιδράσεων, ανεπίκαιρων παρεμβάσεων και υπόγειων διαδρομών- διεξαγόμενο μεταξύ του συντάκτη του και ημών εδώ και τουλάχιστον έξι η εφτά χρόνια - στην πραγματικότητα, λίγο περισσότερα. Το κείμενο αναπαράγεται έχοντας υποστεί την ελάχιστη δυνατή επιμέλεια, με μόνη επί της ουσίας δημιουργική εκ μέρους μας πινελιά την προσθήκη του τίτλου (αφού, με όλον τον σεβασμό, νομίζουμε ότι υστερούν στην απαιτούμενη φαντασία οι φίλοι της ΛΝΧ). Από τη δική μας σκοπιά, επισημαίνουμε ότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το επόμενο κείμενο που θα δημοσιευτεί στο ιστολόγιο, θα αποτελεί επίσης, με τον ιδιαίτερο τρόπο του, συμβολή στην υπογείως εκτυλισσόμενη συζήτηση. Είναι ίσως ευδιάκριτο ότι με τον Ο. εκφράζουμε, με διαφορετικό ενδεχομένως τρόπο, μορφή και διάρκεια, την επιθυμία παραμονής στο Ανυπόθετο και επωμισμού του - συνεπώς, την άρνηση εξορίας, παραίτησης ή υπαναχώρησης απ' αυτό. Έχουμε επομένως την παρατηρούμενη στο κείμενο νεοκομμουνιστική επιμονή στη δυνατότητα ανίχνευσης, χαρτογράφησης και εσπευσμένης πραγμάτωσης των εμμενών στην ιστορία λογικών τάσεων, η οποία οδηγεί και ενισχύει την αυτοπεποίθηση μιας έλλογης πίστης, έναντι (αλλά, ως γειτνιάζουσα τοπολογικά, ευρισκόμενη στο πλάι) μιας "χαμηλών εντάσεων" χειραφετικής προοπτικής, οριακά εκδραματιζόμενης δίχως την ανάγκη μιας ρητής, "διακηρυκτικής" εξασφάλισης, και εκφραζόμενης "υποκειμενικώς" με τη διαρκή αμφιρρέπεια -ως η αμφιρρέπεια- μιας βραδυφλεγούς αναμονής. 
- Κ. 


Πηγή Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (Ι, ΙΙ)

Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

"Die neuzeitliche Metaphysikkritik" von Takis Kondylis (gr)


του Keunermann


Παρουσιάζουμε την πρώτη ολοκληρωμένη στα ελληνικά, δίτομη έκδοση του έργου «Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη» του Παναγιώτη Κονδύλη [1943-1998] από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Πρόκειται για έργο που κινείται στη διατομή της κοινωνικής ιστορίας, της γενικής ιστορίας των ιδεών και της νεότερης και σύγχρονης φιλοσοφίας, χαρακτηριζόμενο από αναλυτική ευκρίνεια, οξυδέρκεια και τη βέλτιστη θεωρητική εποπτεία του εκτενέστατου εμπειρικού υλικού.

Το πλούσιο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη περιλαμβάνει συστηματικές μελέτες με αξιώσεις πρωτοτυπίας, γενικές ιστορικές επισκοπήσεις, άρθρα και μονογραφίες που άπτονται της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, των διεθνών σχέσεων και της στρατηγικής, μεταφράσεις κειμένων και τη διεύθυνση της σειράς «Φιλοσοφική και πολιτική βιβλιοθήκη» των εκδόσεων «Γνώση». Χαρακτηριστικό του corpus αυτού είναι η ευρυμάθεια και η «από πρώτο χέρι» εποπτεία της βιβλιογραφίας, η διάκριση γενικών τάσεων μέσα από την οπτική της ιστορίας των ιδεών και του πολιτισμού, η σαφήνεια της επιχειρηματολογίας, η δωρική λιτότητα και καλλιέπεια του ύφους. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε εδώ είναι η πρώτη πλήρης έκδοση της μελέτης του για την ιστορία της κριτικής στη μεταφυσική, της οποίας ο πρώτος τόμος (που καλύπτει την εποχή από τον ύστερο μεσαίωνα μέχρι τον Διαφωτισμό) είχε δημοσιευθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1983, ενώ ο δεύτερος (που εκτείνεται στον 19ο και τον 20ό αιώνα) είχε προστεθεί στη γερμανική έκδοση του 1990.

Η κριτική της μεταφυσικής και η ιστορία της κριτικής αυτής είναι αδιάσπαστα δεμένες μεταξύ τους, όπως και με την ιστορία της μεταφυσικής της ίδιας, δεδομένου ότι συχνά οι πολέμιοι «της» μεταφυσικής επιχειρούσαν, διακηρυγμένα ή σιωπηρά, την αντικατάσταση ορισμένων όψεών της από άλλες ή τη ριζική αναμόρφωση του όλου. Τι αφορά λοιπόν η «μεταφυσική», της οποίας η ονομασία παραδοσιακά (και κατά τον Κονδύλη εσφαλμένα) αποδίδεται στο συμπτωματικό γεγονός της ταξινόμησης ορισμένων έργων του Αριστοτέλη «μετά» τα αντίστοιχα φυσικά; Η μεταφυσική στη σχολαστικοαριστοτελική της κρυστάλλωση, που υπήρξε η ιστορικά κυρίαρχη και πλέον καθοριστική για την εξέλιξη των ιδεών του δυτικού πολιτισμού -και γι’ αυτό ακριβώς μας ενδιαφέρει-, αποτέλεσε τη θεωρητική φιλοτέχνηση και ακολούθως υπεράσπιση της κοσμοεικόνας που άρμοζε στην πνευματική και κοινωνική κυριαρχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, αφορά τη θεολογική-φιλοσοφική σμίλευση του «σύμπαντος» στο οποίο ζούσαν όσοι επηρεάζονταν από αυτήν, με τις διευθετημένες ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ οντοτήτων, επικρατειών της πραγματικότητας και γνωστικών πεδίων που συνεπαγόταν ετούτη η επένδυση νοήματος, συνδεόμενη προφανώς με την «υλική» διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων της εποχής. Επομένως, η ιστορία της κριτικής της μεταφυσικής σχετίζεται με τις ποικίλες, διαδοχικές και επάλληλες απόπειρες αμφισβήτησης της κυρίαρχης κοσμοεικόνας και του τρόπου που εξέφραζε ή συμπλήρωνε αυτή τον «κανονικό» κόσμο. Η κατεξοχήν μεταφυσική χειρονομία είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ ενός Ενθάδε, Εμμενούς ή Εντεύθεν κι ενός Επέκεινα, Υπερβατικού ή Εκείθεν, το οποίο εκλαμβάνεται ως οντολογικά ανώτερο και γι’ αυτό η πραγμάτευση και διερεύνησή του εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκάστοτε φορέων της πνευματικής αυθεντίας (τον τρόπο διαμόρφωσης των κοσμοεικόνων, συναρτήσει μιας απόφασης η οποία παράλληλα χορηγεί στο υποκείμενό της μια ταυτότητα, είχε αναλύσει ο Κονδύλης στο «Ισχύς και απόφαση» (1984), και μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ιστορικές του μελέτες συνιστούν τις δοκιμασίες ελέγχου του σχήματος που είχε παρουσιάσει εκεί).

Στην «Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη», ο Κονδύλης προβαίνει σε δύο ενδιαφέρουσες επισημάνσεις αναφορικά με την εξέλιξη και την έκβαση αυτής ακριβώς της κριτικής. Η πρώτη σχετίζεται με την αμφισημία του σκεπτικισμού κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, με τάσεις υπερασπιστικές προς τη μεταφυσικά κυρωμένη αυθεντία της εκκλησιαστικής εξουσίας, που διαβλέπουν στη σύμφυρση θεολογίας και μεταφυσικής τη διάνοιξη μιας επικίνδυνης ατραπού, και με επικριτικές θύραθεν τάσεις που θα αποχαλινωθούν, λαμβάνοντας ρητά επιθετικό και κοσμικό χαρακτήρα, από τον 17ο αιώνα με την ανάδυση του ενοποιημένου φυσικομαθηματικού κοσμοειδώλου. Η έτερη επισήμανση αφορά τον εκ πρώτης όψεως παράδοξο χαρακτήρα της έντασης της αντιμεταφυσικής διαμάχης κατά τον 19ο αιώνα, που δεν αντιστοιχούσε σε κάποια υπαρκτή έξαρση νοσταλγίας της μεταφυσικής, αφού η τελευταία είχε ήδη ηττηθεί. Είναι σαν να επαναλαμβάνεται ως φάρσα σε λίγες δεκαετίες το δράμα που διήρκεσε προηγουμένως μερικούς αιώνες, του οποίου η έκβαση είχε ήδη προεξοφληθεί, λόγω της ανάγκης και της ευκολίας που υπήρχε για τους εκπροσώπους του νικητήριου στρατοπέδου, ώστε να καταγάγουν ετούτοι ορισμένες θεατρικές νίκες επί των ασθμαίνοντων «δονκιχωτικών» υπερασπιστών του ηττημένου.

Κύρια χαρακτηριστικά και καθοριστικά σημεία αυτής της ιστορικής εκδίπλωσης αποτέλεσαν: α) Η εκ νέου ανακάλυψη του Αριστοτέλη μέσω μεταφράσεων που εισάγουν στη Δύση τις προηγηθείσες αραβικές μεταφράσεις έργων του που δεν είχαν σωθεί. β) Η διαδοχική επίδραση του νομιναλισμού και του ανθρωπιστικού κινήματος. γ) Το πρωτείο της ρητορικής (θεωρία των τόπων) έναντι της λογικής, και δ) της πρακτικά αποβλέπουσας, κοινωνικά ενσωματωμένης και επικοινωνιακά διαμεσολαβημένης διάστασης (vita activa) του ανθρώπινου όντος έναντι του θεωρητικού-ενατενιστικού βίου (vita speculativa). ε) Το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας και της ανθρωπολογίας επί της οντολογίας και της θεολογίας αντίστοιχα. στ) Η ενοποίηση του κοσμοειδώλου από τη νέα φυσική επιστήμη με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της νεωτερικής κοσμοεικόνας, όπου δεσπόζει η οντολογική ανατίμηση του αισθητού κόσμου και η σύλληψη του παντός ως «οριζόντιας» (και όχι κάθετα ιεραρχημένης), ομοιογενούς και νομοτελούς ολότητας. Ένα από τα πλέον χρήσιμα για τον σύγχρονο αναγνώστη εφόδια, τα οποία παρέχει το βιβλίο, είναι η ενδελεχής σκιαγράφηση τάσεων άγνωστων εν πολλοίς στο ευρύ κοινό, που συνήθως εντοπίζει την απαρχή της νεότερης φιλοσοφίας στους René Descartes [1596-1650], Francis Bacon [1561-1626] και Thomas Hobbes [1588-1679], και η συνακόλουθη ανάδειξη σημαντικών προδρομικών μορφών. Εκτός από σχετικά γνωστά ονόματα, όπως του Γουλιέλμου του Όκαμ [1287-1347], του Πέτρου Αβελάρδου [1079-1142], του John Duns Scotus [1265/6-1308] και του Νικόλαου Κουζάνου [1401-1464], από τις σελίδες της συναρπαστικής εξιστόρησης παρελαύνουν φυσιογνωμίες όπως οι Lorenzo Valla [1407-1457], Rodolphus Agricola [1443/4-1485], Juan Luis Vives [1493-1540], Pierre de la Ramée [1515-1572], Mario Nizolio [1498-1576], Jacopo Zabarella [1533-1589], Girolamo Cardano [1501-1576] και Girolamo Fracastoro [1476/8-1553].

Κατά τον Κονδύλη, οι τέσσερις βασικοί τύποι της κριτικής στη μεταφυσική έχουν διαμορφωθεί βαθμηδόν μέχρι τον 18ο αιώνα, εκκινώντας από τον 14ο, ενώ αναδιατυπώνονται εμπλουτισμένοι και περαιτέρω επεξεργασμένοι στους δύο επόμενους αιώνες. Η τυπολογία αυτή έχει ως εξής:

α) γλωσσικός τύπος κριτικής: διαμάχες για τον ρόλο των ονομάτων και δυσπιστία για τις θεωρητικές κατασκευές που υποβαστάζουν οι γενικές έννοιες και τις συγχύσεις που δημιουργεί η χρήση τους.

β) γνωσιοθεωρητικός τύπος κριτικής: αμφισβήτηση της δυνατότητας γνώσης πρώτων αιτίων και αιώνιων αρχών ή απόλυτων ουσιών, αφού βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στον πεπερασμένο ορίζοντα της επίγειας ύπαρξής μας. Όθεν προκύπτει το πρωτείο της γνωσιοθεωρίας επί της οντολογίας.

γ) ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ως σώμα ιδεών δρα νομιμοποιητικά για την παγίωση και διατήρηση της υφιστάμενης ιεραρχίας. Είναι ένα όπλο και εργαλείο στον αγώνα για κατίσχυση· όθεν και η ανάγκη εκρίζωσής της για να επιτευχθεί η κοινωνική χειραφέτηση, τμήμα της οποίας είναι η απαλλαγή από τις πλάνες που γεννά.

δ) ανθρωπολογικός τύπος κριτικής: η μεταφυσική ριζώνει σε ανάγκες που άπτονται του ανθρωπολογικού υποστρώματος. Ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει κανείς για τα συγκεκριμένα περιεχόμενα των μεταφυσικών πεποιθήσεων, αλλά και για τη λειτουργία τους σε κοινωνικό ή ηθικοκανονιστικό επίπεδο, επομένως, η ελπίδα εκρίζωσής τους και οριστικής απαλλαγής από αυτές είναι μάταιη.

Καθεμία από τις εξελικτικές γραμμές αυτής της γενεαλογίας εξέβαλε σε σύγχρονες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα, ο γλωσσικός τύπος ταυτοποιείται εύλογα στους προγόνους των θεματικών που απασχόλησαν την αναλυτική φιλοσοφία· ο γνωσιοθεωρητικός τύπος προτυπώνει τις βασικές γραμμές στις οποίες θα κινηθεί η καντιανή «κοπερνίκεια αντιστροφή»: ο ιστορικός/κοινωνιολογικός τύπος θα εκφραστεί παραδειγματικά στον Marx [1818-1883] και τους επιγόνους του, οι οποίοι θα επιδοθούν στην κριτική της ιδεολογίας, της μυστικοποίησης και της φενακισμένης συνείδησης, ως κριτική θεωρία· τέλος, ο ανθρωπολογικός τύπος διακρίνεται στους Arthur Schopenhauer [1788-1860], Friedrich Nietzsche [1844-1900], καταλήγοντας στην ψυχανάλυση και τους υπαρξισμούς. Εξυπακούεται ότι στην ιστορική τους εκδίπλωση και αναδιάταξη, οι τάσεις αυτές μπορεί να εμφανίζονταν σε υβριδική μορφή, με εκλεκτική σύμμειξη επιμέρους όψεών τους ή ως σύμμαχες στην κοινή αντιπαράθεσή τους προς έναν αντίπαλο.

Ο συγγραφέας αξιοποιεί τη γενική ιστορία των ιδεών και τη μεθοδολογία της κοινωνιολογίας της γνώσης, ώστε να επιτύχει την περιεκτική τυπολογία ενός αχανούς ιστορικού υλικού, παραμένοντας στο επίπεδο της περιγραφικής παρουσίασης του μεταφυσικού φαινομένου, δηλαδή της όσο γίνεται αποστασιοποιημένης από κανονιστικές κρίσεις θεώρησης του τρόπου σκέψης, που έχει την πηγή του σε «εκείνη την αξίωση ισχύος η οποία αρθρώνεται ως υπέρβαση της εμπειρίας εν όψει της συγκρότησης ενός πολεμικά τελεσφόρου θεωρητικού Όλου». Ως εκ τούτου, αν και κάθε απόπειρα πρόβλεψης, που θα αφορούσε τα ενδεχόμενα μελλοντικά περιεχόμενα αυτού του τρόπου σκέψης, είναι παρακινδυνευμένη, ασφαλέστερη μοιάζει η εκτίμηση ότι ο τελευταίος δε θα στερέψει, καθώς η πηγή του είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την κοινωνική συνύπαρξη σε συνθήκες στοιχειωδώς διαφορισμένου πολιτισμού. Εν ολίγοις, τα παραδοσιακά περιεχόμενα της μεταφυσικής προσωρινά τουλάχιστον αποσύρθηκαν, οι δομές σκέψης και τα εννοιολογικά σχήματα που κληροδότησε στους νεότερους ωστόσο παραμένουν εν χρήσει με λιγότερες η περισσότερες τροποποιήσεις, ανανοηματοδοτούμενα από νέους εκπροσώπους στο πλαίσιο που διαμορφώνουν οι εκάστοτε κοσμοθεωρητικές μετατοπίσεις και διενέξεις.