Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

11 ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ


του Χρήστου Λάσκου


1 Ένα από τα σημαντικά αίτια της εκτίναξης της πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρόταση για την κυβέρνηση της αριστεράς ως διεξόδου έναντι της συντελούμενης κοινωνικής καταστροφής. Η πρότασή μας για κυβέρνηση της αριστεράς είναι στον αντίποδα μιας ιδέας για κυβέρνηση σωτηρίας, όποιος κι αν είναι ο επιθετικός προσδιορισμός που θα συνοδεύσει τη «σωτηρία». Και ο λόγος είναι σαφής. Στην πρώτη περίπτωση, η πρόταση αξονίζεται γύρω από μια ιδέα πως, ακόμη και για τη «σωτηρία» απαιτούνται ριζικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί και, συνεπώς, το πρόσημο της πολιτικής είναι απολύτως καθοριστικό για την απλή της βιωσιμότητα, ενώ στη δεύτερη αφήνονται υπόνοιες πως η κατάργηση του μνημονίου μπορεί να επιτευχθεί ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του άμεσου προγράμματος.

2 Στην πραγματικότητα, βέβαια, έχουμε το τελευταίο διάστημα κάτι περισσότερο από υπόνοιες. Σε διάφορες περιστάσεις έχει εκφραστεί η άποψη πως η ευρύτητα της πολιτικής συμμαχίας στην οποία προσβλέπουμε, έχει ως μόνο όριο τη δεξιά και ακροδεξιά no good man’s land. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί με την προσφυγή σε καμία κομματική απόφαση, οσοδήποτε διασταλτική ερμηνεία και αν δοθεί. Και αυτό γιατί, όπως σαφώς το θέτει η Διακήρυξή μας, «[ο] κεντρικός στόχος που θέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ είναι η ανατροπή της κυριαρχίας των δυνάμεων του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, των δυνάμεων της κοινωνικής καταστροφής, της διαπλοκής, της διαφθοράς και της σήψης, είναι η ανάδειξη μιας κυβέρνησης της συμπαραταγμένης Αριστεράς στηριγμένης σε μια πλατιά συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων».

3 Αναφορικά με την προβληματική της «σωτηρίας», βέβαια, υπάρχει και κάτι σημαντικότερο. Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη προβληματική είναι ο σκληρός πυρήνας της μνημονιακής προπαγάνδας. Ξέρουμε πως όσα γίνονται είναι άδικα, ίσως και αναποτελεσματικά, λένε οι μνημονιακοί. Γίνονται, ωστόσο, για τη σωτηρία της χώρας στο μέτρο που ο,τιδήποτε διαφορετικό θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή.

«Σωτηρία» ή αναστροφή πορείας

4 Γι’ αυτό η αριστερή προβληματική θα πρέπει να στοχεύει όχι στην «σωτηρία από την καταστροφή», αλλά στη συγκεκριμένη –εδώ και τώρα- ανακούφιση της κοινωνικής πλειοψηφίας, των κατώτερων τάξεων και των πληττόμενων κατηγοριών του πληθυσμού και, μαζί, στη ριζική αναστροφή της πορείας που έχει προδιαγράψει και υλοποιεί ο ελληνικός και διεθνής καπιταλισμός. Πράγμα που σημαίνει πως η άμεση και ριζική παρέμβαση στη διανομή του εισοδήματος και του πλούτου είναι προϋπόθεση, ώστε οποιοδήποτε κυβερνητικό εγχείρημα της αριστεράς να αντέξει.

5 Αν είναι έτσι, αν, δηλαδή, υπάρχει ένα πρωταρχικά και ισχυρά κοινωνικό στοιχείο σε οποιαδήποτε αληθοφανή διαθέσιμη πολιτική επιλογή, είναι προφανές, νομίζω, πως η όλη συζήτηση περί «κέντρου» είναι εντελώς έωλη. Πρώτον, γιατί, όπως σωστά το διατύπωσε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας, μετά από τρία χρόνια καταστροφικής ύφεσης και λιτότητας, «κέντρο» στην πράξη δεν υφίσταται πλέον από κοινωνική άποψη. Η κοινωνική πόλωση αντανακλάται στην πολιτική πόλωση σκληρής δεξιάς και ριζοσπαστικής αριστεράς με γνήσιο τρόπο, έστω και αν δεν είναι πάντοτε η συνθήκη αυτή αντιληπτή από το σύνολο των ενεχομένων. Θέλω να πω, μπορεί πολύς κόσμος να αναζητάει στις δημοσκοπήσεις τον χαμένο ενδιάμεσο χώρο, αυτό, ωστόσο, δεν συνιστά παρά νοσταλγία για την «παλιά καλή εποχή» της μικρομεσαίας γαλήνης. Ο ίδιος αυτός κόσμος είναι που επιλέγει δημοσκοπικά τα «άκρα» συλλαμβάνοντας ασυνείδητα το νόημα των καιρών –και τοποθετούμενος σχετικά.

6 Μήπως, όμως, μια ορισμένη έγνοια για το «κέντρο» μπορεί να υποστηριχθεί στη βάση μιας ανάλυσης που δίνει μεγάλο βάρος στη διαχείριση των νοοτροπιών και των συναισθημάτων αν είναι μια πολιτική πρόταση να αποδειχθεί αποτελεσματική; Μήπως, δηλαδή, κι αν ακόμη η ραγδαία εξέλιξη της κοινωνικής πόλωσης γίνει αποδεκτή, υπάρχει θέμα με αυτούς που ήταν το «κέντρο» προηγουμένως και συνεχίζουν, με όλη την κοινωνική εκπτώχευση, να διαθέτουν ευαισθησίες και προσλαμβάνουσες, που αν δεν ληφθούν υπόψη θα παράξουν αδιέξοδα, των οποίων η άρση ίσως αποδειχθεί πολύ δύσκολη; Δεν το πιστεύω. Και ο κύριος λόγος είναι, ακριβώς, πως η συγκυρία είναι σε ακραίο βαθμό επικαθορισμένη από το «γυμνό» κοινωνικό ζήτημα.

Πώς φτάνουμε σε μια κυβέρνηση της αριστεράς

7 Προφανώς, όλα τα προηγούμενα αποκτούν τη σημασία τους μόνο στο μέτρο που συμφωνούμε σχετικά με το τι θα αντιμετωπίσει και, επομένως, τι θα έχει από το πρώτο λεπτό να κάνει μια κυβέρνηση της αριστεράς. Υπάρχει ένα τμήμα του κόμματος, που φαίνεται να θεωρεί ότι κυβέρνηση της αριστεράς σημαίνει την εφαρμογή ενός συνεκτικού και πειστικού προγράμματος, που θα έχει τη συναίνεση μιας ευρύτατης πλειοψηφίας του ελληνικού πληθυσμού. Γνώμη μου είναι πως αυτό προς το οποίο κινούμαστε με μεγάλη ταχύτητα, είναι μια κοινωνική και πολιτική σύγκρουση μεγάλων διαστάσεων, όπου καθοριστικά θα αποδειχθούν η αποφασιστικότητα, η ετοιμότητα αντιμετώπισης των άμεσων ζητημάτων που θα προκύψουν και η ισχυρή στήριξη στον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ο οποίος θα είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία στη πρώτη γραμμή της σύγκρουσης. Πράγμα που σημαίνει πως η ταξική μεροληψία και στην εκφορά της πολιτικής μας είναι καθοριστική για την ίδια της την επιτυχή έκβαση.

8 Αν ο στόχος είναι το 30% να γίνει 50 ή 60% για τις δυνάμεις της αριστεράς και, ακόμη περισσότερο, αν ο στόχος είναι η δημιουργία της αναγκαίας μαχητικής κοινωνικής συσπείρωσης μπροστά στην επερχόμενη μεγάλη σύγκρουση, η μέθοδος αναφορικά με τις προτεραιότητες στις γενικές της γραμμές είναι αρκετά προφανής. Αν παίρνεις 30%, ενώ σε ψηφίζει το 40% των ανέργων ή των νέων και το 35% των εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων, ο πρώτος και κυριότερος στόχος είναι να συστρατευθεί μαζί σου το 80% των ανέργων και των νέων και το 70% των εργατών και των ιδιωτικών υπαλλήλων. Ο πρώτος στόχος, δηλαδή, είναι να επεκτείνεις την ταξική σου επιρροή ακριβώς σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες, για τις οποίες η αριστερά ιδρύθηκε και υπάρχει. Αυτοί είναι που θα φέρουν και τους υπόλοιπους. Πρώτη προϋπόθεση, λοιπόν, για μια ριζοσπαστική πολιτική με έρεισμα στην πραγματικότητα είναι η διατύπωση μιας πρότασης προς αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες και τάξεις, που θα διευκρινίζει τι έχουν να προσδοκούν βάσιμα και γρήγορα από μια κυβέρνηση της αριστεράς οι άνεργοι, οι εργάτες, οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στην υγεία και στην παιδεία, οι γυναίκες και οι νέοι, μαζί με όσους υποφέρουν και πλήττονται συνεχώς.

Οι συμμαχίες προς τα αριστερά

9 Έχουν δίκιο, λοιπόν, όσοι ισχυρίζονται πως θα πρέπει να απευθυνόμαστε προνομιακά προς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Όχι. Πρώτον, γιατί το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ποσώς ενδιαφέρονται για την πρόσκλησή μας. Μόνον εξαναγκασμένοι θα προστρέξουν. Και, δεύτερον, η αριστερά, πλην ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γι’ αυτό σωστά και πάλι η Διακήρυξη ορίζει πως πρέπει να επιδιώξουμε τη «διεύρυνση προς άλλα τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αριστερών σοσιαλιστών, του φεμινισμού και της ριζοσπαστικής οικολογίας», υπαινισσόμενη ρητά πως η κοινωνική αριστερά είναι πολύ περισσότερο το θέμα από ό,τι οι υπάρχοντες δυσκίνητοι, για να χρησιμοποιήσω έναν επιεική όρο, πολιτικοί φορείς. Η υπερβολική ενασχόληση με τους φορείς συνιστά έναν πολιτικισμό χωρίς ουσιαστικό έρεισμα στην πραγματικότητα. Και, από αυτήν την άποψη, όσα επισημαίνονται στο σημείο 9 αφορούν εξίσου και τους υποστηρικτές αυτής της άποψης. Η προσέγγιση ειδικά του «Αριστερού Ρεύματος» είναι τόσο εμφανώς λαϊκομετωπική, που επί της ουσίας δεν διαφοροποιείται, ως προς την κοινωνική απεύθυνση, από τους οπαδούς των ευρέων εγχειρημάτων.

10 Βέβαια, οι υποστηρικτές της προνομιακής απεύθυνσης προς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πραγματικότητα θεωρούν πως θα πρέπει να την επιδιώξουμε υπαναχωρώντας από τις δικές μας αναλύσεις, θέσεις και προτεραιότητες. Να βάλουμε όλοι νερό στο κρασί μας, όπως συχνά λέγεται. Και τι σημαίνει αυτό; Απλά, «όλοι» να αποδεχτούμε τις αναλύσεις, τις θέσεις και τις προτεραιότητες των … συμμάχων! Κι ας είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που κέρδισε συντριπτικά τη μάχη σε αυτό το πεδίο ακριβώς με τις συγκεκριμένες θέσεις και προτεραιότητες. Ανορθολογισμός; Όχι, μάλλον λαθροχειρία από όσους ούτως ή άλλως συμφωνούν πολύ περισσότερο με τους προτεινόμενους συμμάχους από ό,τι με την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ.

11 Ενα πρώτο συμπέρασμα: τόσο η «στενή» όσο και η «ευρεία»- ακόμη κι αν αφορά πραγματικά πολιτικά φαντάσματα- εκδοχή σχετικά με τις πολιτικές συμμαχίες αστοχούν. Η πάγια τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ, όπως κατ’ επανάληψη έχει αποφασιστεί από τα κομματικά σώματα, μου φαίνεται πολύ περισσότερο συνεκτική και, γι’ αυτό, πολύ περισσότερο δυναμική και ρεαλιστική ταυτόχρονα. Γιατί, επιπλέον όλων όσων μέχρι εδώ σημειώθηκαν, δεν είναι καθόλου απίθανο να μας δοθεί από τις εργαζόμενες τάξεις η δυνατότητα να πορευθούμε πολιτικά αυτοδύναμα. Και, προφανώς, δεν θα έχουμε την πολυτέλεια να το αρνηθούμε στο όνομα των «αναγκαίων» –και ανύπαρκτων ή ανυπόστατων- συμμαχιών.

Πηγή Εποχή, Red NoteBook.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Για την Ευρωζώνη, ξανά: "Να βγει κανείς ή να μη βγει;"



Του Χρήστου Λάσκου
 

Αριστερά διλήμματα μπροστά στα κυπριακά γεγονότα

Με αφορμή τα όσα συνέβησαν τις δύο τελευταίες εβδομάδες με επίκεντρο την κυπριακή κρίση επανήλθε το γνωστό ζήτημα περί της ανάγκης επανεξέτασης της ευρωπαϊκής –και όχι μόνο- πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. «Ασφαλώς», μας είπε ο Παναγιώτης Λαφαζάνης από την «Αυγή» της προηγούμενης Κυριακής, «η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για την Ευρωζώνη αλλά και για την ΕΕ χρειάζεται επανεξέταση». Για να συμπληρώσει παρακάτω: «Φοβούμαι ότι η Ευρωζώνη αλλά και η ΕΕ εδώ που έχουν φτάσει, δεν μεταρρυθμίζονται, αλλά μόνο ανατρέπονται».

Διατυπώσεις, όπως η τελευταία, υπαινίσσονται πως η θέση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως τα παραπάνω υποκείμενα μεταρρυθμίζονται, που σημαίνει πως δεν απαιτείται να ανατραπούν. Είναι, όμως, έτσι [1]; Ας θυμηθούμε τις σχετικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

Όπως σημειώνει η πρόσφατη Διακήρυξη, «[τ]ο μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως διακριτής οικονομικοπολιτικής οντότητας προμηνύεται δυσοίωνο καθώς η ευρωζώνη εξελίσσεται σε ζώνη γερμανικής οικονομικής επικυριαρχίας, αν όχι καταναγκασμού, που οδηγεί σε ασφυξία τις πιο αδύναμες χώρες και σε όλο μεγαλύτερες ανισότητες, ενώ η Γερμανία προωθεί την ηγεμονία της στο πολιτικό επίπεδο». Σε αυτό το πλαίσιο, «[ο]ι λαοί στις χώρες του ευρωπαϊκού ότου, στην Ιρλανδία,… αλλά και στις χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου όλο και περισσότερο στενάζουν υπό αντίστοιχα προγράμματα λιτότητας ενόσω αναπτύσσουν παράλληλα τις δικές τους αντιστάσεις και τα δικά τους κινήματα. Η μοίρα της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με τη μοίρα της Ευρώπης… γιατί η πολιτική του κεφαλαίου ενοποιεί υπό την κυριαρχία του όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες… Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μέρος αυτού του ευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης και εξέγερσης». Σε ό,τι αφορά τα εσωτερικό μέτωπο, «όπως ήθελε να συμπυκνώσει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ», απόλυτη προτεραιότητα για μας είναι η αποτροπή της ανθρωπιστικής καταστροφής και η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών… Κατά συνέπεια, δεσμευόμαστε ότι θα αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο… απειλών ή εκβιασμών με όλα ανεξαιρέτως τα όπλα που μπορούμε να επιστρατεύσουμε, ενώ είμαστε ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούμε ακόμη και με τη χειρότερη έκβαση».

Έτσι, «[θα] διεκδικήσουμε με όλα τα πρόσφορα μέσα το αίτημα για ανατροπή της σημερινής μορφής ολοκλήρωσης της Ευρώπης,… ώστε να επανεθεμελιωθεί συνολικά το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης και του σοσιαλισμού». Συνεπώς, όπως το θέτει η Απόφαση της τελευταίας Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης: «Υπάρχει εναλλακτική λύση: Να οικοδομήσουμε μια νέα Ελλάδα, να αγωνιστούμε για μια προοδευτική και σοσιαλιστική Ευρώπη, που απαιτεί τη ρήξη με το σημερινό νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα».

Παρέθεσα εκτεταμένα αποσπάσματα από τα αποφασισμένα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ, για να έχει αντικείμενο η διαφωνία, που εμφανίζεται στις τάξεις μας. Τι αφορά, λοιπόν, το αίτημα για επανεξέταση; Να μεταβάλλουμε τη γραμμή της ρήξης με το σημερινό νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα, τη γραμμή της ανατροπής του, με προσανατολισμό την κοινωνική δικαιοσύνη και τον σοσιαλισμό;  Προφανώς δεν ισχυρίζονται αυτό οι αιτούντες την επανεξέταση, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν, όπως γίνεται φανερό από όσα παρατέθηκαν, ο ΣΥΡΙΖΑ πουθενά δεν υπερασπίζεται μια γραμμή «μεταρρύθμισης» της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, αλλά με σαφήνεια τοποθετείται στη γραμμή της ανατροπής. Ανατροπής όχι της πολιτικής, αλλά, με σαφήνεια, του νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος στην κατεύθυνση μιας Ενωμένης Ευρώπης του σοσιαλισμού. 

Τι μένει, λοιπόν, από το αίτημα της επανεξέτασης; Μόνο ένα πράγμα –να φύγουμε από το ευρώ! Να το πούμε, να το διακηρύξουμε ως την κεντρική μας επιλογή.

Ας μείνουμε, λοιπόν, σε αυτό ψύχραιμα και παραγωγικά. Διευκρινίζοντας εξαρχής πως προφανώς και θα πρέπει ένα πολιτικό υποκείμενο που επαγγέλλεται την ανατροπή να είναι σοβαρά προετοιμασμένο για πολλές πιθανές εκβάσεις, διευκρινίζοντας, επιπλέον, πως δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υπαναχωρούμε απέναντι στην καθεστωτική δραχμοφοβική προπαγάνδα [2] επιμένω να μην κατανοώ την ωφέλεια από την πρόταξη αυτού του συνθήματος. Και εξηγούμαι.

Τι ήταν αυτό που δεν επέτρεψε την αναβάθμιση του αρχικού κυπριακού «όχι» σε μια νικηφόρα εναλλακτική; Προφανώς καθοριστικό είναι το γεγονός πως στην ηγεσία βρίσκεται η αδελφή δεξιά του Σαμαρά και της Μέρκελ, που έχει πολύ διαφορετικούς στόχους από τη ριζοσπαστική αριστερά. Και ακόμη περισσότερο καθοριστικό είναι το γεγονός πως ο πολιτικός συσχετισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι εξαιρετικά δυσμενής. Αν θέλαμε να το αποτυπώσουμε με μια φράση θα λέγαμε πως, με όλες τις εσωτερικές του αντιφάσεις, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο εμφανίζει ένα σκληρά αρραγές μέτωπο απέναντι στις εργατικές τάξεις της ηπείρου. Υπάρχει δυνατότητα απάντησης χωρίς την παρουσία ενός ακόμη ισχυρότερου ευρωπαϊκού εργατικού μετώπου, το οποίο να επιτρέπει τον μαχητικό συντονισμό και την έμπρακτη αλληλεγγύη, που απαιτείται για τη νικηφόρα έκβαση της άγριας ταξικής πάλης που εξελίσσεται στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης τα πέντε τελευταία χρόνια και για καιρό ακόμη; Νομίζω πως η απάντηση είναι ρητά και κατηγορηματικά όχι. Αν είναι έτσι δεν βλέπω σε τι μας βοηθάει μια πολιτική που αξονίζεται γύρω από το σύνθημα της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Σίγουρα δεν οικοδομεί συνθήκες ενιαίας δράσης των εργαζομένων διεθνώς στο μέτρο που συνιστά αντικειμενικά μια κατεξοχήν πολιτική εθνικού ακροατηρίου.  Τη στιγμή που περισσότερο από κάθε άλλη φορά απαιτείται μια πολιτική πρόταση που συνέχει τα συμφέροντα και τα αιτήματα των εργατικών τάξεων σε όσο το δυνατό ευρύτερο πεδίο η πρόταξη της δραχμής λογικά προτείνει στους Πορτογάλους την επιστροφή στο εσκούδο, στους Ισπανούς την πεσέτα κ.ο.κ. και τον ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά για την κατάκτηση της καλύτερης εθνικής θέσης. Όχι μόνο είναι εξαιρετικά αδύναμο πολιτικά, κατά τη γνώμη μου, αλλά, κυριολεκτικά, δεν βγάζει νόημα ως αριστερή πρόταση.

Τα προηγούμενα, ξαναλέω, δεν σημαίνουν πως δεν θα πρέπει να προετοιμαζόμαστε για όλα –δεδομένου, μάλιστα, πως δεν αποκλείεται η Ευρωζώνη να διαλυθεί αφεαυτής. Ούτε σημαίνουν πως έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως: «Δεν υπάρχει ζωή χωρίς νερό, αλλά υπάρχει ζωή χωρίς ευρώ». Αυτό που αμφισβητούν είναι η στρατηγική ή, έστω, τακτική ωφελιμότητα της δραχμικής επιλογής. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που μια τέτοια επιλογή ακόμη κι αν προταχθεί, αφορά την περίοδο μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από την αριστερά. Πράγμα που σημαίνει πως, πέρα από τα προφανή διαχειριστικά της κατάστασης πλεονεκτήματα που έχει ο αντίπαλος, η αριστερή κυβέρνηση θα αναλάβει αναγκαστικά εντός ευρώ και θα πρέπει σε αυτές τις συνθήκες να πάρει τα πρώτα μέτρα, που θα καθορίσουν εν πολλοίς τη συνολική της πορεία. Και δεν θα είναι προφανώς το βασικό ο έλεγχος της εκροής των κεφαλαίων γιατί, μπροστά στη τεράστια σύγκρουση, τα κεφάλαια μάλλον θα έχουν ήδη εκρεύσει!

Νομίζω, εν κατακλείδι, και για να μην επαναλάβω τον εαυτό μου, πως σωστά το έθεσε ο Πάνος Κοσμάς, στέλεχος της «Αριστερής Πλατφόρμας» και όχι της «Αριστερής Ενότητας», στο Rproject, πριν από μερικές μέρες: «Όπως έδειξε και η εμπειρία της Κύπρου, η ρήξη με την Ευρωζώνη και η ωρίμανση των διαθέσεων -πρώτα απ’ όλα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αλλά και σε τμήματα μεσαίων τάξεων- για μια τέτοια ρήξη αποτελούν προϊόν - συνέπεια της επιθετικότητας της άλλης πλευράς (της Ευρωζώνης) αλλά και της εφαρμογής ενός προγράμματος ανατροπής της λιτότητας. Έτσι, όχι μόνο «νομιμοποιείται» αυτή η ρήξη αλλά και αποκτά το κοινωνικό, ταξικό και προγραμματικό περιεχόμενο που μπορεί να αναδείξει την Αριστερά σε ηγεμονική πολιτική δύναμη μιας τέτοιας ρήξης. Αλλά και να νομιμοποιήσει τον αγώνα και τις θυσίες που θα απαιτηθούν από μια τέτοια ρήξη… Το αντίθετο, δηλαδή να φανταστούμε ότι μια «προκαταβολική» ρήξη με την Ευρωζώνη με μονομερή έξοδο από αυτή θα φέρει ή θα ευνοήσει τη ρήξη με τις πολιτικές λιτότητας και τον εγχώριο καπιταλισμό συνιστά μια αντιστροφή προτεραιοτήτων που μπορεί να αποβεί καταστροφική για την Αριστερά.

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το νόμισμα και η ανταγωνιστικότητα της (καπιταλιστικής) εθνικής οικονομίας αποκτούν τον ηγεμονικό ρόλο σε βάρος του ταξικού περιεχομένου της ρήξης, με αποτέλεσμα την ηγεμονία σε μια τέτοια ρήξη να την πάρουν δυνάμεις εχθρικές προς την Αριστερά. Η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα δεν θα δώσουν όλες τους τις δυνάμεις σε ένα τέτοιο αγώνα για να είναι την επόμενη μέρα απλός «παραγωγικός συντελεστής» σε ένα πιο ανταγωνιστικό και «εθνικά κυρίαρχο» καπιταλισμό.

Ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατά το δυνατόν ευρύτερη μετάδοση της ρήξης στην ίδια την Ευρωζώνη και την Ε.Ε… Ο «αδύναμος κρίκος» που σπάει από τις πολιτικές λιτότητας, δεν πρόκειται να επιβιώσει παρά μόνο αν η δυναμική της ρήξης επεκταθεί σε όλη την ιμπεριαλιστική αλυσίδα ή έστω σε μερικούς ακόμη κρίκους της… Είναι γι’ αυτό το λόγο που το «Έξω από το ευρώ», ενώ είναι ένα ισχυρό ενδεχόμενο αποτέλεσμα της ρήξης με τα μνημόνια και την τρόικα, δεν πρέπει να είναι στόχος της Αριστεράς… Με λίγα λόγια, ο στόχος της ρήξης με την Ευρωζώνη είναι η κινηματική-διεθνιστική επέκταση και όχι η «εθνική» αναδίπλωση».


Συντομευμένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύεται στην Αυγή της 31ης Μαρτίου.
_________________________

Σημειώσεις

[1] Για μια προηγούμενη απάντηση σε αντίστοιχα ερωτήματα:  «Αναμένοντας τη Μεγάλη Νύχτα στην Ευρωζώνη!», RedNoteBook, 12 Δεκεμβρίου 2012.

[2] Βλ. Χρήστος Λάσκος-Ευκλείδης Τσακαλώτος, «Είμαστε χαμένοι χωρίς το ευρώ» στο:  22 Πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ, σ. 213-220.
 
Πηγή Red NoteBook

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Οικονομική Κρίση και πλασματικό κεφάλαιο: Ο Ernst Lohoff και ο Norbert Trenkle συζητούν για την Οικονομική και Δημοσιονομική Κρίση - Μέρος 2 από 3

 

 Ενώ οι νεοφιλελεύθεροι αλλά  και οι κεϋνσιανιστές  θεωρητικοί επιλέγουν να ερμηνεύουν την κρίση ως πρόβλημα αξιοποίησης της προσφοράς ή της ζήτησης, ο Ernst Lohoff και ο Norbert Trenkle υποστηρίζουν ότι η αστική οικονομία έπαθε έμφραγμα στα χρόνια της Τεχνολογίας της Πληροφορίας ( IT), όταν με την ολο και μεγαλύτερη αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από την τεχνολογία πετάχτηκε έξω από το χώρο της μισθωτής εργασίας ένας  μεγαλύτερος όγκος ανθρώπων απ’ όσους προσλαμβάνονταν και που είχαν την εργασία σαν βασική πηγή εισοδήματος. Αυτή είναι μια αλλαγή που υποστηρίζεται ότι μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο με κερδοσκοπικό κεφάλαιο, γνωστό ως "πλασματικό κεφάλαιο." Η ποσότητα των τίτλων που  αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις χρηματοπιστωτικές αγορές η αξία των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μελλοντικά, αλλά που τους  διαπραγματεύονται  ως προκαταβληθέντα κεφάλαια, όπως είναι τα παράγωγα (derivatives), τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures), τα δικαιώματα προαίρεσης (options) , κλπ., έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια και υπερβαίνει κατά πολύ την αξία που δημιουργείται στην πραγματική οικονομία.
 

Αν πάψει να υπάρχει εμπιστοσύνη ότι θα πραγματοποιηθεί η μελλοντική αξία επειδή προβλέπεται να πληγεί η βάση της πραγματικής οικονομίας στην οποία αντιστοιχούν οι τίτλοι , κατά την άποψη των συντακτών του Die Grosse Entwertung (Η Μεγάλη υποτίμηση), ολόκληρο το σύστημα τύπου αλυσιδωτών επιστολών (chain letters,απλό σύστημα πυραμίδας) θα καταρρεύσει. Το δεύτερο μέρος της συνομιλίας με τον Ernst Lohoff και τον Norbert Trenkle για την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.


Reinhard Jellen: Τι προκάλεσε τη σημερινή κρίση;

Norbert Trenkle:  Διερευνώντας τις αιτίες, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τα δύο μεγάλα επίπεδα της κρίσης. Το βασικό επίπεδο  της αξιοποίηση της αξίας όπως έχουμε ήδη πει, είναι  μια συνέπεια της επιτάχυνσης της ανάπτυξης της παραγωγικότητας, γεγονός που καθιστά όλο και πιο περιττή την εργασία. Η τρίτη βιομηχανική επανάσταση παίζει έναν κρίσιμο ρόλο ως προς αυτό. Ενώ έντονες τάσεις εξορθολογισμού είχαμε και σε προηγούμενες φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης, για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1920 και του '30, με την εισαγωγή φορντικών μεθόδων στην παραγωγή , παράλληλα δημιουργήθηκαν νέοι βιομηχανικοί τομείς μαζικής παραγωγής  που χρειαζόντουσαν πολύ πρόσθετη εργασία. Αυτή η επέκταση της εμπορευματικής παραγωγής σε νέους τομείς της οικονομίας αντισταθμίστηκε από τις συνέπειες του εξορθολογισμού, ώστε τελικά να χρησιμοποιηθεί ακόμη περισσότερη εργασία από πριν.

Στην τρίτη όμως βιομηχανική επανάσταση, αυτός ο μηχανισμός εξισορρόπησης δεν λειτούργησε πια, επειδή αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας που βασίζεται στην τεχνολογία της πληροφορικής σημαίνει μετατόπιση του παραγωγικού δυναμικού μιας κοινωνίας στο πεδίο των γνώσεων ή, πιο συγκεκριμένα, στην εφαρμογή της γνώσης στην παραγωγή, με συνέπεια να αμφισβητούνται τα θεμέλια της αξιοποίησης του κεφαλαίου, μιας και κάτι τέτοιο οδηγεί σε μαζική απομάκρυνση της εργατικής δύναμης από  τους τομείς  παραγωγής αξίας, και οι νεες βιομηχανιες που θα ανοίξουν δεν μπορεί  να είναι ανταγωνιστικές.

RJ: Τι είναι λοιπόν πλασματικό κεφάλαιο και ποιος  ο ρόλος του στη σημερινή κρίση;

Ernst Lohoff: Ο ρόλος του πλασματικού κεφάλαιου είναι σημαντικός για να κατανοήσουμε το δεύτερο επίπεδο της κρίσης. Είναι ένας όρος που εισήγαγε ο Μαρξ για να το ξεχωρίσει από το λειτουργικό κεφάλαιο. Ο Μαρξ έδειξε ότι το κεφάλαιο στη πορεία εξέλιξης του δεν μετατρέπει μόνο την παραγωγή πατάτας, χάλυβα, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, κλπ. σε παραγωγή εμπορευμάτων, αλλά ότι το ίδιο το χρηματικό κεφάλαιο γίνεται κι αυτό εμπορεύσιμο αγαθό.

"Αξίωση  σε μελλοντική αξία "
Αυτό που συμβαίνει σ’ αυτή τη διαδικασία είναι πολύ παράξενο. Μετά την πώληση, το αρχικό κεφάλαιο αποκτά ξαφνικά μια διπλή ύπαρξη. Από τη μία, το αρχικό κεφάλαιο είναι τώρα στην κατοχή του δανειολήπτη ή της εταιρείας που εκδίδει τις μετοχές, ενώ την ίδια στιγμή ο πιστωτής ή ο μέτοχος κατέχει μία κατοπτρική εικόνα του αρχικού κεφάλαιου, δηλαδή ένα τίτλο ιδιοκτησίας (δάνειο, το μερίδιο, κλπ.) που αντιπροσωπεύει μια στιγμιαία απαίτηση. Αυτός ο διπλός χαρακτήρας του δεν είναι μια απλή μυθοπλασία, όπως ο όρος "πλασματικό κεφάλαιο" φαίνεται να υποδηλώνει. Δεν υπάρχει μόνο στα μυαλά των ανθρώπων, αλλά αποκτά μια αντικειμενική κοινωνική υπόσταση, με τη μορφή κινητών αξιών για όσο διάστημα η βεβαιωμένη αξίωση φαίνεται ότι μπορεί να εξοφληθεί. Πρόκειται για μια αξίωση για μελλοντική αξία και αντιπροσωπεύει καπιταλιστικό πλούτο όπως  ακριβώς και η αξία του λειτουργικού κεφάλαιου της εργασίας.

Μια τέτοια αύξηση κεφαλαίου με εκ των προτέρων κεφαλαιοποίηση της μελλοντικής αξίας ήταν οριακή έως ασήμαντη  στην μακροπρόθεσμη  εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου την εποχή του Μαρξ, αλλά τα τελευταία 30 χρόνια έχει εξελιχθεί σε πραγματική πηγή καπιταλιστικού πλούτου. Για να συνεχίσει να υπάρχει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, παρά το ότι η εργασία έχει γίνει όλο και πιο περιττή λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας, σήμερα στην αγορά κυκλοφορούν όλο και περισσότερα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, δηλαδή πλασματική αξία. Έτσι προς το παρόν, η διαρθρωτική κρίση αξιοποίησης, αναβάλλεται.

RJ: Και πού σκάλωσε;

EL: Δυστυχώς, ένα σύστημα που βασίζεται στην πρόβλεψη μελλοντικής παραγωγής αξίας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο σαν σύστημα αλυσιδωτών επιστολών (απλό σύστημα πυραμίδας) -και ως τέτοιο δέχεται πιέσεις από δύο πλευρές: Από τη μια πλευρά, όσο πιο μεγάλος είναι ο χρόνος επαναδιεκπεραίωσης αυτής της παράλογης μορφής καπιταλισμού, τόσο πιο γρήγορα θα συσσωρεύονται τα τοξικά περιουσιακά στοιχεία ενός συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης που έχει καταναλωθεί. Τα παλιά χρέη δεν γίνεται να εξαφανιστούν χωρίς να υπάρξουν συνέπειες. Η θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν ή με τον μηδενισμό του πλασματικού κεφαλαίου να καταστραφεί κοινωνικό κεφάλαιο.

"Τα χρέη του παρελθόντος δεν μπορεί να εξαφανιστούν χωρίς να υπάρξουν συνέπειες"
Από την άλλη, το συνεχώς αυξανόμενο κύμα των όλο και νεότερων τίτλων ιδιοκτησίας μπορεί να βρει αγορά μόνο αν είναι πιθανό να εκπληρωθεί η υπόσχεση πληρωμής και η προοπτική κέρδους από την πλευρά των δανειοληπτών και άλλων πωλητών τίτλων ιδιοκτησίας. Όταν αυτό δεν μπορεί πλέον να εξασφαλιστεί, η φούσκα σκάει και τότε φαίνεται ότι πρόκειται για μια "οικονομική κρίση", όταν πραγματικά το μόνο πράγμα που απέτυχε είναι ο μηχανισμός που επέτρεψε στη δομική κρίση αξιοποίησης να αναβληθεί για δεκαετίες. Αν μπορείτε να το καταλάβετε τότε, ξέρετε ότι η τρέχουσα κρίση είναι πολύ πιο σοβαρή από όσο νομίζεται. Πρόκειται για μια συστημική κρίση υπό την αυστηρή έννοια του όρου: μια κρίση που αμφισβητεί πραγματικά το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής πλούτου.

RJ: Ποιες πιστεύετε ότι θα είναι οι συνέπειες των πολιτικών λιτότητας που ακολουθούν οι οικονομικές και πολιτικές τάξεις ως λύση για την κρίση;

NT: Όταν αναφερόμαστε σε πολιτικές λιτότητας πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Η λιτότητα, με την έννοια του καθορισμού των επίσημων στόχων, δηλαδή της πορείας προς τη δημοσιονομική εξυγίανση, είναι ένας διπλός αντικατοπτρισμός, μια Φάτα Μοργκάνα. Έτσι, νέο χρέος αναγκαστικά θα προστίθεται στο παλιό, αφού τα κράτη δεν έχουν  άλλη επιλογή από το να ρίχνουν συνεχώς δεκάδες δισεκατομμύρια στις τράπεζες, για να αναβάλουν την κατάρρευση τους όσο καιρό μπορέσουν. Αυτό το κάνουν για να μην υπάρξουν καταστροφικές συνέπειες. Όμως, τα δισεκατομμύρια αυτά δεν προέρχονται από τη δημιουργία πραγματικής αξίας και αυξάνονται μόνο με επανειλημμένη προεξόφληση μελλοντικής αξίας.

"Οι συνέπειες για την πλειοψηφία του πληθυσμού είναι καταστροφικές"
Τα κράτη πρέπει να κάνουν ό, τι μπορούν ώστε να εξασφαλίσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα και αυτό να το κάνουν σαν να ήταν σε θέση να εξυγιάνουν τους προϋπολογισμούς τους μακροπρόθεσμα. Αυτό ακριβώς αποδεικνύουν  οι βάναυσες πολιτικές λιτότητας ενάντια σε κάθε κοινωνικό δίκτυο προστασίας, που θεωρείται καθαρή σπατάλη από τη πλευρά του πλασματικού κεφαλαίου: τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, τις δημόσιες υπηρεσίες, την εκπαίδευση, κλπ. Η επίσημη εκδοχή αυτής της ιστορίας είναι πραγματικά αρκετά αποκαλυπτική των διακρίσεων που κάνουν μεταξύ τομέων " σημαντικών για το σύστημα"  και τομέων "συστημικά ασήμαντων ". Το γεγονός ότι οι συνέπειες για την πλειοψηφία του πληθυσμού και για την παραγωγή υλικού πλούτου είναι καταστροφικές δε νομίζω ότι χρειάζεται καμία περαιτέρω εξήγηση. Αρκεί μόνο να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στην Ελλάδα και την Ισπανία, όπου αυτό που εφαρμόζεται είναι ακριβώς αυτό που αργά ή γρήγορα θα απειλήσει και τις χώρες που δεν έχουν πληγεί ακόμη τόσο σοβαρά από τις συνέπειες της κρίσης .

RJ: Γιατί επιλέγουν αυτή την πολιτική φτωχοποίησης;

ΝΤ: Δεν το κάνουν, για να οικοδομήσουν μια "βιώσιμη" κοινωνία ούτε για να μη φορτώσουν με υπέρογκα χρέη " τα παιδιά μας" , όπως η φαρισαϊκή, αξιοθρήνητα ανειλικρινής πολιτική φρασεολογία τους ισχυρίζεται. Το κάνουν μόνο και μόνο για να συνεχίσει η συσσώρευση του πλασματικού κεφαλαίου. Η τιμή του πλασματικού κεφαλαίου πάντως συνεχίζει να αυξάνει, διότι αυτό δεν είναι πλέον θέμα διατήρησης της  λειτουργίας του μηχανισμού παραγωγής αφηρημένου πλούτου μέσω απορρόφησης μελλοντικής αξίας καθώς ο μηχανισμός παύει να λειτουργεί λόγω της υψηλής παραγωγικότητας. Πάνω απ 'όλα, αυτό που προέχει, αντίθετα, είναι να μη καταρρεύσουν τα τεράστια βουνά  μη εξαγοράσιμων υποσχέσεων πληρωμής. Γιαυτό, το μεγαλύτερο μέρος του  πλασματικού κεφαλαίου που μόλις δημιουργήθηκε επιστρέφει πίσω άμεσα στο χρηματοπιστωτικό τομέα και όλο και λιγότερο μπαίνει σε κυκλοφορία στην πραγματική οικονομία.


"Βουνά από μη εξαγοράσιμες υποσχέσεις πληρωμής"
Επομένως, η επιδεικτική  πολιτική λιτότητας έχει φθάσει σε ένα σημείο όπου έχει αρχίσει να γίνεται αντιπαραγωγική και λόγω του στενόμυαλου  στόχου της συσσώρευσης πλασματικού κεφαλαίου. Εκεί  που φτάνει στα άκρα, όπως αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα και την Ισπανία, οδηγεί κατευθείαν στην οικονομική ύφεση - επηρεάζοντας το τραπεζικό και οικονομικό σύστημα. Κάτι που σιγά-σιγά αρχίζουν να το αντιλαμβάνονται οι σκληροπυρηνικοί γερμανοί και ευρωπαίοι τσάροι της λιτότητας. Για το λόγο αυτό και, φυσικά, λόγω των μαζικών διαδηλώσεων, έχει αρχίσει να γίνεται κουβέντα για μια νέα ανάπτυξη και προγράμματα κινήτρων, αλλά μένει να δούμε κατά πόσο τα προγράμματα αυτά θα υλοποιηθούν έγκαιρα, πριν αρχίσει ο  κατακλυσμός. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα γίνει  για να επιβραδυνθεί τουλάχιστον η πορεία εξαθλίωσης.

Φυσικά, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση αυτό θα καθυστερήσει μόνο τα πράγματα, επειδή αυτά τα προγράμματα χρηματοδοτούνται από το ίδιο πλασματικό κεφάλαιο.Οπότε, μετά, οι υποστηρικτές τους, όπως ο νέος γάλλος Πρόεδρος Hollande, δεν αμφισβητούν τη λιτότητα ως τέτοια σε καμιά περίπτωση. Θέλουν μόνο να της δώσουν μια ελαφρώς διαφορετική μορφή. Επιπλέον κυνηγούν την ψευδαίσθηση του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και βασικά απαιτούν από το λαό να υποβληθεί σε κάθε δυνατή θυσία γιαυτή τη φαντασίωση. Από αυτή την άποψη, μπορούμε να περιμένουμε μεγάλη σκληρότητα από ένα πιθανό κόκκινο-πράσινο κυβερνητικό συνασπισμό στη Γερμανία, το προσεχές έτος.

RJ: Στο βιβλίο σας, γράφετε ότι, " Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να έρθει σε ένα σημείο όπου το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων θα είναι πλέον συμβατό με την καπιταλιστική μορφή του πλούτου." Αλλά δεν είναι εκεί πάντα τάσεις που εμποδίζουν μια κρίση, ενώ είναι συνεχή ή αλλιώς μετά;

EL: Η μαρξική θεωρία της κρίσης συνδέει δύο στοιχεία. Από τη μία πλευρά, ο Μαρξ υποστηρίζει τη θεωρία ότι το κεφάλαιο οδεύει προς ένα ανυπέρβλητο ιστορικό όριο λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη, εξετάζει επίσης την πορεία των περιοδικών κρίσεων που διακόπτουν την εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου ξανά και ξανά. Στη θεωρία του για την κρίση και τα δύο αυτά στοιχεία εμπλέκονται μεταξύ τους λόγω του ότι το βασικό πρόβλημα του καπιταλισμού, η υποταγή της παραγωγής υλικού πλούτου στον ευτελή στόχο της αξιοποίησης της αξίας, εμφανίζεται πάντα στη διάρκεια αυτών των περιοδικών κρίσεων.

"Ένας βουδιστικός τρόπος κατανόησης των κρίσεων"
Περισσότερο από άλλους κοινωνικούς τομείς , η συζήτηση στην αριστερά κυριαρχείται από μια έντονη τάση υποβάθμισης της παρούσας κρίσης. Ετσι, το πρόβλημα των περιοδικών κρίσεων εξετάζεται μεμονωμένα και η δυνατότητα ενός ιστορικού ορίου απλά διαγράφεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος βουδιστικού τρόπου κατανόησης των κρίσεων σύμφωνα με τον οποίο οι κρίσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από καθαρά  "αυτορυθμιστικές κρίσεις."Έρχονται και παρέρχονται αιωνίως και τελικά ενισχύουν μόνο το κεφάλαιο. Το ίδιο και ο Μαρξ – ο οποίος λέει κάτι εντελώς διαφορετικό για τις περιοδικές κρίσεις. "Οι κρίσεις είναι πάντα, λύσεις στιγμιαίες και βίαιες των υφιστάμενων αντιθέσεων. Είναι βίαιες εκρήξεις που για κάποιο διάστημα αποκαθιστούν τη διαταραγμένη ισορροπία". Για τον Μαρξ, το κυρίαρχο στοιχείο των κρίσεων είναι η συνεχής όξυνση και συσσώρευση νέων αντιφάσεων.

Τα επιχειρήματα μας στο βιβλίο  συνδέονται άμεσα με την μαρξική ιδέα του ιστορικού  ορίου και την εντάσσει στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση. Το γεγονός ότι η καταστροφή  κεφαλαίου σε περιόδους κρίσης αποκαθιστά την κερδοφορία του κεφαλαίου και επομένως μπορεί να γίνει αφετηρία μιας νέας διαδικασίας συσσώρευσης δεν είναι μια αναφορά στο πρόβλημα του  ιστορικού ορίου, αλλά μόνο στις  περιοδικές κρίσεις. Αυτό υποθέτει ότι μια  νέα αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία  αξιοποίησης του κεφαλαίου μπορεί να ξεκινήσει μετά τη  διόρθωση της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας. Κάτι που ουσιαστικά αποκλείεται στις συνθήκες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης.
 
 Αναδημοσίευση από το Περγάδι

Ευκλείδης Τσακαλώτος - Οι Νέοι Οθωμανοί της ευρωζώνης





Επαναλαμβάνω ότι η έκτακτη εισφορά πάνω στις καταθέσεις αποτελεί ένα εφάπαξ μέτρο

Jeroen Dijsselbloem, πρόεδρος Εurogroup (18/3/2013)



 
Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μακρόχρονη ήταν και αποτέλεσμα πολλών αιτιών. Παρά την άποψη που κυριαρχεί στην Ελλάδα, και βεβαίως με περιόδους έξαρσης, ο αυταρχισμός, συγκριτικά με τη μεσαιωνική Ευρώπη τουλάχιστον, δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτή της Αυτοκρατορίας. Μπροστά στην Ισπανία της Ισαβέλλας και του Φερδινάνδου, μάλλον μιλάμε για υπόδειγμα ανεκτικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας. Αλλά κυρίαρχο στοιχείο στη μεγαλύτερη διάρκεια της ιστορίας της ήταν η αυθαιρεσία. Η έλλειψη ενός σταθερού συστήματος διοίκησης, και προπαντός, ενός σταθερού συστήματος φορολογίας. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ο τρόπος είσπραξης των φόρων στα εδάφη της Αυτοκρατορίας ήταν πολλές φορές αυθαίρετος.

Κανένα αδύνατο σημείο του οποιοδήποτε συστήματος δεν αποβαίνει αναγκαστικά και μοιραίο. Πάντα παίζουν ρόλο και οι μηχανισμοί ανάδρασης πληροφοριών, η ετοιμότητα να ενσωματωθούν αιτήματα από τα κάτω, και βεβαίως η ικανότητα να προωθούνται μεταρρυθμίσεις. Εν προκειμένω, μέχρι το τέλος σχεδόν, οι Οθωμανοί απέφυγαν συνολικές λύσεις για συνολικά προβλήματα. Αντιθέτως, είχαν την τάση να αντιμετωπίζουν την διαχείριση κρίσεων αποσπασματικά, και σε κάθε επαρχία ξεχωριστά. Όταν αποφάσισαν υπέρ πιο συνολικών λύσεων, ήταν πλέον αργά.

Οι ομοιότητες με τη σημερινή «διακυβέρνηση» της ευρωζώνης είναι εμφανείς. Από την πρώτη στιγμή οι ηγέτες της δεν διάβασαν καλά την κρίση. Έκριναν ότι η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση. Ότι καμία άλλη «επαρχία» δεν θα χρειαστεί διάσωση. Συνέχισαν στον ίδιο σκοπό και μετά τα προγράμματα της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι διαφάνηκαν πιο συνολικές λύσεις, για μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση για παράδειγμα, υπονομεύτηκαν από την Γερμανία σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Γιατί η Γερμανία πήγε πίσω από τη θέση ότι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν θα βάραινε το χρέος των κρατών-μελών.

Με την απόφαση του Εurogroup για την Κύπρο, αυτή η υπονόμευση ολοκληρώνεται. Αντί για μια ευρωπαϊκή εγγύηση για τις καταθέσεις, τώρα ξέρουμε ότι δεν θα υπάρχει εγγύηση ούτε στο εθνικό ούτε στο υπερεθνικό επίπεδο. Η υπόσχεση του Jeroen Dijsselbloem είναι εντελώς αναξιόπιστη. Δεν πείθει κανέναν. Και το γεγονός ακόμα ότι την εκφώνησε, δείχνει το διαζύγιο με την πραγματικότητα που έχουν πάρει οι ηγέτες της Ευρώπης.

Αλλά οι ομοιότητες δεν εξαντλούνται εδώ. Το αποτέλεσμα της αυθαιρεσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης και αίσθησης ασφάλειας που επικρατούσε. Σε αυτές τις συνθήκες τα άτομα δεν έπαιρναν ρίσκο, δεν οικοδομούσαν μακροπρόθεσμες σχέσεις εμπιστοσύνης, και απέφευγαν όσο μπορούσαν να πληρώσουν φόρους. Και επρόκειτο για μια ορθολογική αντιμετώπιση, όσο το περιβάλλον ήταν ρευστό και οι απαιτήσεις των αρχών μπορούσαν να αλλάξουν ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση. Ακόμα και οι σχέσεις που μπορούσε να είχε κανείς για να «ξεπεραστούν» κάποια εμπόδια, ήταν προσωρινές - το «βύσμα» σήμερα το είχες, αύριο το έχανες.

Η τελευταία απόφαση του Εurogroup λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. Από τη μια μεριά, θα υποσκάψει τις προσπάθειες για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της ρευστότητας. Γιατί να βάλει κανείς τα χρήματά του στην τράπεζα; Γιατί όχι κάτω από το στρώμα; Η σε λιγότερες παραγωγικές επενδύσεις, σε ακίνητα ή σε χρυσό; Οι καταθέσεις μετατρέπονται έν δυνάμει σε επενδύσεις. Ο χρυσός όχι. Έτσι βλέπουμε πως η απόφαση χτυπά στην καρδιά της διαμεσολάβησης του τραπεζικού συστήματος (από τους καταθέτες στους επενδυτές). Και όλα αυτά, με την ευλογία της ΕΚΤ!

Και να ήταν μόνο θέμα ρευστότητας… Αν οι πολίτες αποφασίσουν να κρατάνε στο εξής τον όποιο πλούτο τους σε χρυσό, σε κοσμήματα κ.ο.κ., αυτά δεν μετριούνται από τις κυβερνήσεις και άρα θίγεται η δυνατότητα των κυβερνήσεων να μαζέψουν φόρους. Η αβεβαιότητα δημιουργεί αμυντικές στάσεις - κρατάς αυτά που έχεις γιατί δεν ξέρεις πώς θα ξημερώσει αύριο. Ό,τι χειρότερο στην παρούσα συγκυρία, δηλαδή.

Τέλος η Ευρωζώνη συνεχίζει να μη δίνει συνολικές λύσεις, να αντιμετωπίζει κάθε χώρα ξεχωριστά. Φαίνεται πια ότι μόνο οι λαοί του Νότου, σε μια πρώτη φάση τουλάχιστον, μπορούν να επιβάλουν μια συνολική λύση. Οι Οθωμανοί, βλέπετε, έχουν το άλλοθι ότι δρούσαν στην εποχή πριν εγκατασταθεί η δημοκρατία με τη σύγχρονη της μορφή της. Εμείς όχι.

----------------------------------------------------------
Σχόλιο από: Άκης Γαβριηλίδης

Δεν είναι αυτονόητο ότι οι συνολικές λύσεις είναι πάντοτε οι καλύτερες και οι ευνοϊκότερες για τους από κάτω.
Το κείμενο αναφέρεται σε αυτούς και τις επιθυμίες τους μόνο φευγαλέα, μόνο στο βαθμό που το οθωμανικό σύστημα κατάφερνε να ενσωματώνει αιτήματά τους.
Ίσως όμως θα ήταν πιο ενδιαφέρον να στρέφαμε το βλέμμα στο ποια ήταν αυτά τα αιτήματα και πώς επιδίωκαν να τα θέσουν και να τα υλοποιήσουν αυτοί οι από κάτω.
Για παράδειγμα:
http://wp.me/p1eY1R-hw
Ίσως τότε βλέπαμε ότι τα αιτήματα αυτά δεν περιλάμβαναν καμία συνολική λύση.

Πηγή Red NoteBook

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

130 χρόνια από το θάνατο του Καρλ Μαρξ: Ένας στοχαστής του παρόντος




Του Μιχάλη Σκομβούλη
 
 «De te fabula narratur»*

Στις 14 Μαρτίου 1883 πέθανε στο Λονδίνο ο Καρλ Μαρξ, φέτος δηλαδή συμπληρώνονται 130 χρόνια από το θάνατο του. Ο πιστός σύντροφος του Μαρξ, Φρήντριχ Ένγκελς, είχε πει στον επικήδειο λόγο του: «Το όνομα και το έργο του θα ζήσουν στους αιώνες». Ίσως όμως δεν μπορούσε ούτε και ο ίδιος να φανταστεί πόσο ακριβές θα αποδεικνύονταν αυτό που έλεγε. Μπροστά στην παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση –ή θα ήταν καλύτερα να γράψουμε παγκόσμια καπιταλιστική αναδιάρθρωση–, τις συνέπειες της οποίας ο καθένας μας ζει στην κυριολεξία στο «πετσί» του, ποιος πραγματικά θα μπορούσε να ισχυριστεί, χωρίς να γελοιοποιηθεί, ότι το έργο του Μαρξ για τον καπιταλισμό και για τις κυκλικές κρίσεις-εκκαθαρίσεις του, είναι σήμερα «ξεπερασμένο». Δυστυχώς –δυστυχώς ακόμη και για τον ίδιο το Μαρξ, τον μοναδικό ίσως στοχαστή που αποζητά την αυτοκατάργηση του μέσα από την ιστορία–, η μαρξική ανάλυση συνεχίζει να «νικάει» οποιαδήποτε άλλη ανάλυση για τον καπιταλισμό. Ασφαλώς και ο ίδιος ο Μαρξ ως άνθρωπος δεν έμεινε σε πρακτικό επίπεδο αμέτοχος απέναντι στον καπιταλισμό, υπήρξε καταρχάς ένα πρότυπο κομμουνιστή: Αρνήθηκε τη σχετική άνεση και την αστική αξιοπρέπεια της ζωής που θα μπορούσε να είχε. Προτίμησε την ανέχεια (σχεδόν εξαθλίωση) της ζωής του στο Λονδίνο και την οικονομική εξάρτηση από τον Ένγκελς. Αφιερώθηκε στην αξιακά εμποτισμένη επιστήμη και την πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης: Ιδρυτής της «Ένωσης των Κομμουνιστών», συνιδρυτής της Α΄Διεθνούς, δεκάδες άρθρα πολιτικού και πολεμικού χαρακτήρα, απελάσεις και διώξεις από την «Ιερή συμμαχία» των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων της εποχής του.

Ο Μαρξ όμως υπήρξε πρώτιστα, και πάνω απ’όλα, ένας μεγάλος στοχαστής, και μάλιστα ο κριτικός στοχαστής ενός κοινωνικού συστήματος εντός του οποίου ζούμε ακόμη. 24 χρόνια μετά την πτώση των καθεστώτων αυτού που ονομάστηκε «υπαρκτός σοσιαλισμός», το επιχείρημα που ακύρωνε τη σκέψη του λόγω αυτής της πτώσης έχει πλέον αποδυναμωθεί αισθητά. Το να επιρρίπτει κάποιος στον Μαρξ την κυρία ευθύνη των ανεπαρκειών και της ανελευθερίας των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» θα ήταν σαν συνέδεε ευθέως και αποκλειστικά τον Άνταμ Σμιθ με τις πολιτικές του ΔΝΤ…Όπως φανερώνει και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ έκτος από ριζοσπάστης κριτικός υπήρξε πρώτα οπαδός του καπιταλισμού, της δυναμικής και της νεωτερικότητας του, και αναζητούσε τις συνθήκες ώστε οι κοινωνίες να πάνε μετά απ’ αυτόν, όχι δηλαδή να επιστρέψουν σε κάποια προνεωτερική τεχνοφοβική απλότητα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι όλο και συχνότερα εμφανίζονται απολογητές του καπιταλισμού που επικαλούνται κυνικά την οξυδέρκεια των αναλύσεων του Μαρξ. Η σκέψη του Μαρξ πρέπει όμως πρωταρχικά να απασχολεί όχι αυτούς που θέλουν την αέναη αναπαραγωγή του καπιταλισμού ως «τέλους της ιστορίας», αλλά αυτούς που επιδιώκουν τόσο την κατανόηση όσο και το ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του. Το εκμεταλλευτικό και βίαιο κοινωνικό σύστημα που ονομάζεται καπιταλισμός στέκει μπροστά μας πανίσχυρο, κάνοντας την ανάλυση του Μαρξ πιο επίκαιρη από ποτέ. Αυτό δεν αποτελεί λόγο, θα αντέφασκε μάλιστα στην ίδια τη φύση του έργου του Μαρξ, να προχωρήσει ο οποιοσδήποτε σε μία αγιογραφία ή έστω σ’ έναν πανηγυρικό της δικαίωσής του. Ίσως η πλέον ορθή στάση γι΄ αυτήν την επέτειο είναι η αναφορά στις εννοιολογικές τομές  του έργου του, έννοιες ασφαλώς εμποτισμένες και βεβαρημένες όχι απλά από μία θεωρητική αξία, αλλά από τη διαλεκτική τους σχέση με την ίδια την καπιταλιστική και αντι-καπιταλιστική πραγματικότητα.

Νεαρός-Ώριμος Μαρξ
Μία αφετηρία για την αναφορά αυτή θα μπορούσαν να είναι οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του ίδιου του μαρξικού έργου και κυρίως η πολυσυζητημένη διαφορά μεταξύ του νεαρού και του ώριμου Μαρξ. Είναι ασφαλώς λανθασμένη η αποδοχή μίας ριζικής διάστασης μεταξύ των δύο, δηλαδή το να μην παραδεχτούμε ότι ιδέες όπως αυτές που διατυπώνονται με τρόπο δυνατό στα Χειρόγραφα του 1844 για την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ουσίας στο καπιταλισμό, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την αισθησιακή και διανοητική αυτοπραγμάτωση, είναι κανονιστικές ιδέες που διατρέχουν το σύνολο του έργου του Μαρξ, και πέραν αυτού το σύνολο του μαρξισμού. Ιδέες που ενσωματώθηκαν και διαθλαστήκαν ως κανονιστικές πρακτικές στην ίδια την ιστορικότητα των αντικαπιταλιστικών κινημάτων. Όσο όμως ορθό είναι να επισημάνουμε την κανονιστική ενότητα του έργου του Μαρξ, άλλο τόσο λάθος είναι να μη δούμε την εσωτερική διαφοροποίηση του έργου, όπως την κατανόησε ο ίδιος ο Μαρξ, όχι μόνο σε σχέση με τα χειρόγραφα του 1844, αλλά και σχέση με το μετά του 1848 όταν και η διάψευση των προσδοκιών για μια ενιαία παγκόσμια αντικαπιταλιστική επανάσταση, τον ώθησε σ’ έναν συστηματικό στοχασμό για τη φύση του καπιταλισμού που θα κατέληγε τελικά στην κολοσσιαία εργασία του Κεφαλαίου. Όποιος προσπαθεί να εξηγήσει τον καπιταλισμό μόνο μέσα από την ακύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όσο και να δικαιώνεται από τη βία του συστήματος, δεν παύει να είναι καταδικασμένος να αναπαράγει μία αυθόρμητη επαναστατικότητα, οδηγούμενος στον μάταιο πολιτικό ιδεαλισμό που αδυνατεί να κατανοήσει και να αλλάξει μόνιμα και συστηματικά την αδικία και τη βία του συστήματος.

Το πρωτείο των υλικών συνθηκών
Το πρωτείο των υλικών συνθηκών που θα αναγνωρίσει σταθερά ο Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία και μετά, θα κάνει γνωστή τη διαλεκτική του ως υλιστική και την κοινωνική θεωρία του ως ιστορικό υλισμό. Αυτή την προτεραιότητα άλλωστε είναι που θα προσπαθήσουν να απωθήσουν όλοι οι θεωρητικοί απολογητές του υπάρχοντος ιστορικού συστήματος, προτάσσοντας (από τον Πάρσονς μέχρι το Χάντινγκτον), τη σημασία των «πολιτισμικών αξιών». Η ειρωνεία βέβαια με το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι ότι σε συνθήκες ανεξέλεγκτης κυριαρχίας του καπιταλισμού, που συμβατικά ονομάζουμε «νεοφιλελευθερισμό», οι υλικές συνθήκες έχουν πλέον ανατείλει ως μια πραγματικότητα χωρίς την ανάγκη καμίας εμφατικής πολιτισμικής δικαιολόγησης: Ασιάτες, Μουσουλμάνοι και Ευρωπαίοι συναντιούνται πλέον στην αδυσώπητη ταυτότητα του κεφαλαίου, που αδιαφορεί για τις πολιτισμικές τους διαφορές. Οι δε καπιταλιστές δεν κρύβουν καθόλου τον οικονομισμό τους, επικαλούμενοι κυνικά την ανάγκη για «περισσότερη και πιο αποτελεσματική εργασία» και καταδικάζοντας τους εργαζόμενους που έζησαν «πάνω από τις (υλικές) δυνατότητες τους». «Δεν χρειάζονται τα πολλά λόγια, να στρωθούμε στη δουλειά», μας λένε με κάθε ευκαιρία οι καπιταλιστές, ένας υλισμός που ακόμη και στην πιο κυνική εκδοχή του κρύβει πάντοτε ταυτόχρονα έναν ιδεαλιστικό πυρήνα της εξιδανίκευσης της μιζέριας των πολλών, της επιστροφής στις «παραδοσιακές αυθεντικές αξίες» καθώς και τις αξίες της (ατομικής) «ευθύνης» και της «αξιοκρατίας».

Η προτεραιότητα, όμως, των υλικών συνθηκών όπως τη νόησε ο Μαρξ και ο μαρξισμός δεν έχει καμία σχέση με τον ιδεολογικό μικροφασισμό των «υλικών απαιτήσεων» που σήμερα αναδύεται πιο εκβιαστικός από ποτέ. Ούτε βέβαια ο μαρξικός υλισμός έχει καμία σχέση με το φασίζων συνομωσιολογισμό των «σκοτεινών συμφερόντων» των Αμερικάνων, των Εβραίων ή του Σόρος. Η προτεραιότητα των υλικών συνθηκών, ή και ακόμη η προτεραιότητα της οικονομικής βαθμίδας, έχει να κάνει για το Μαρξ με τα αντικειμενικά όρια που θέτει στους ανθρώπους η σύνθετη κοινωνική ολότητα εντός της οποίας ζουν. Με την έδραση των πολιτικών και όποιων άλλων κοινωνικών εξελίξεων πάνω σε αντικειμενικές συγκρουσιακές σχέσεις, οι οποίες δεν αφορούν απλές ατομικές ανταλλαγές, αλλά σχέσεις μαζικών συνόλων που συγκροτούνται ως υποκείμενα αποκλειστικά και μόνο από τους αντικειμενικούς καθορισμούς αυτής της ολότητας που ο Μαρξ ονομάζει καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Για τον Μαρξ ο πρωτεύον καθορισμός αυτής της ολότητας είναι η διάσπαση της καπιταλιστικής κοινωνίας σε Κεφάλαιο και Εργασία, δύο υποκείμενα που δεν μπορούν να υπάρξουν και να νοηθούν πέραν της συγκρουσιακής διαλεκτικής τους.

Η διαλεκτική: Ένας υλισμός των σχέσεων
Η αναφορά στη διαλεκτική μας φέρνει αμέσως στο μυαλό το φιλοσοφικό υπόβαθρο της σκέψης του Μαρξ, και τις αναφορές του στη διαλεκτική του Χέγκελ. Θα αναρωτηθεί βέβαια κανείς αυθόρμητα πως είναι δυνατόν μία υλιστική θεωρία να σχετίζει τη μέθοδο της με τον εκπρόσωπο του απόλυτου ιδεαλισμού. Την απάντηση μας τη δίνει ο ίδιος ο Μαρξ ήδη από τις Θέσεις για το Φόιερμπαχ: Ο υλισμός χωρίς τη διαλεκτική είναι μία μηχανιστική και νεκρή θεωρία της αμεσότητας των αισθήσεων. Ο ιδεαλισμός ήταν αυτός που ανέπτυξε την ενεργητική-σχεσιακή διάσταση της σκέψης, γι’ αυτό και ο Μαρξ βρήκε στη διαλεκτική του Χέγκελ έναν πολύτιμο σύμμαχο ώστε να σκεφτεί τη δυναμική και σύνθετη καπιταλιστική πραγματικότητα. Δεν είναι κάποιος άλλος από το Λένιν που στα φιλοσοφικά του κείμενα θα επαναλάβει τη θέση του Μαρξ και θα παραδεχθεί τη σημασία του ιδεαλισμού για την υπέρβαση του μηχανιστικού υλισμού. Αυτή η υπέρβαση σημαίνει για το Μαρξ ότι αν η εγελιανή διαλεκτική κατανοηθεί μεθοδολογικά και όχι ως ένας μεταφυσικός ιδεαλισμός, μετατρέπεται σ’ ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό όπλο στα χέρια αυτού που θέλει να κατανοήσει τη σχεσιακή δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό είναι που αντιλαμβάνεται πρώτιστα ο Μαρξ ως την υλιστική «αντιστροφή» του Χέγκελ και την από-φετιχοποίηση της διαλεκτικής, και όχι μία μηχανική αντικατάσταση της λέξης «ιδέα» με τη λέξη «ύλη». Όπως άλλωστε δείχνει και στη θεωρία του για την ιδεολογία αλλά και γενικά για τη φετιχιστική επίδραση του κεφαλαίου, οι ιδέες και οι πνευματικές-συμβολικές σημασίες δεν είναι καθόλου ασήμαντες και άμεσα αναγώγιμες, έχουν έναν κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή της υλικής κυριαρχίας του καπιταλισμού.

Ήταν ο ίδιος ο Μαρξ που φιλοδοξούσε την περίοδο που έγραφε το Κεφάλαιο να μας δώσει σε «δύο ή τρία τυπογραφικά φύλα» τον ορθολογικό πυρήνα της εγελιανής διαλεκτικής. Ο Μαρξ δεν έγραψε τελικά αυτές τις σελίδες ίσως γιατί κατάλαβε ότι ο καλύτερος τρόπος έκθεσης του ορθολογικού πυρήνα της διαλεκτικής είναι η ενεργητική παρουσία της μέσα στις ίδιες τις έννοιες του Κεφαλαίου, στο οποίο βρίσκεται εξάλλου και η μαρξική φιλοσοφία: Μια σχεσιακή διαλεκτική των σύνθετων καθορισμών και των τάσεων, που όταν την αγνοούμε οδηγούμαστε είτε στον ανορθολογισμό της ρομαντικής εσωτερικότητας, είτε στον ποσοτικό θετικισμό του κυρίαρχου οικονομισμού, που υποκρύπτει τον χυδαία απολογητικό του χαρακτήρα. Ο Μαρξ όμως πραγματοποίησε και ένα δεύτερο αναποδογύρισμα του Χέγκελ σ’ ένα περισσότερο ιστορικό-οντολογικό επίπεδο. Βρήκε στην εγελιανή διαλεκτική το οντολογικό πρωτείο της αντίφασης, το πρωτείο της διαφοράς όπου «το ένα χωρίζεται στα δύο», καθώς και της επαναστατικής αρνητικότητας του πραγματικού κόσμου. Αυτή η πραγματικότητα θα σημαίνει για το Μαρξ από τη Γερμανική Ιδεολογία και μετά μία πλήρως ιστορικό-κοινωνικά διαμεσολαβημένη πραγματικότητα. Ως οπαδός του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, ο Μαρξ θα συνδέσει την πραγματική αρνητικότητα με την πολιτική πράξη πέραν κάθε μεταφυσικής πίστης. Από την υλιστική αυτή θέση της ένταξης της πολιτικής σύγκρουσης δεν θα μείνει αλώβητη ούτε η ίδια η επιστήμη. Ο Μαρξ θα φανερώσει ότι την επιστημονική γνώση διατρέχουν υπόρρητες πολιτικές τοπο-θετήσεις, και ότι ακόμα περισσότερο την αντικειμενικότητα της επιστήμης δεν την διασφαλίζει η αποφυγή αυτών των τοποθετήσεων (που καταλήγει εντέλει στη χυδαία απολογητική). Η επιστημονική αντικειμενικότητα για το Μαρξ καθίσταται δυνατή μόνο όταν αυτή η πολιτική-ιδεολογική τοποθέτηση καθίσταται ρητή και αναγνωρίζεται (δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οπαδοί του καπιταλισμού που αναγνωρίζουν ρητά την πολιτική και ταξική τους τοποθέτηση, όπως ο Χάγεκ, έχουν απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα να πουν για το σύστημα από τον ο,ποιονδήποτε  «τεχνικό» οικονομολόγο).

Παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις

Μία από τις πλέον σημαντικές διαλεκτικές σχέσεις για το Μαρξ είναι αυτή μεταξύ των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων. Το δίπολο που καλώς ή κακώς θεωρήθηκε ως ο πυρήνας της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, σε βαθμό που έφτανε τον υπερτονισμό. Ένας υπερτονισμός που οφείλεται εν μέρει στον ίδιο το Μαρξ και τον περίφημο πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (1859), όπου και ορίζεται το δίπολο παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις ως η οντολογική- δια-ιστορική ενότητα των ιστορικών τρόπων παραγωγής. Εκεί επίσης ο Μαρξ αναφέρεται στο μηχανισμό ιστορικού μετασχηματισμού όπου πλέον οι παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν να παραμείνουν δεσμευμένες (δεν «χωράνε») στις παραγωγικές σχέσεις. Ο Μαρξ έβλεπε κατά συνέπεια στον ειδικό καθορισμό της σχέσης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων την ειδοποιό διαφορά του καπιταλιστικού συστήματος. Ήταν η συγκεκριμένη οικονομική, πολιτική και ιδεολογική δομή αυτής της σχέσης που οδηγούσε στην οικειοποίηση του υπερπροϊόντος από την κυρίαρχη τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας υπό τη μορφή της υπεραξίας εντός μίας συνεχώς διευρυνόμενης αυτό-αξιοποίησης του κεφαλαίου (την ειδητική αυτή φόρμουλα του καπιταλισμού που ο Μαρξ συνόψισε ως Χ-Ε-Χ΄). Η έμφαση όμως στο δίπολο αυτό και ειδικά η (σταλινική) ερμηνεία της, αποδίδοντας στις παραγωγικές δυνάμεις την απόλυτη προτεραιότητα, μετατράπηκε εντέλει στη μεταφυσική του αυτοματοποιημένου τροχού της ιστορίας που θα οδηγούσε «νομοτελειακά» (όσο και η νομοτέλεια της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους») στην κατάρρευση του καπιταλισμού και στο μεταβατικό στάδιο του σοσιαλισμού. Η αντίδραση σ’ αυτή τη μηχανιστική θέση θα αποδώσει την αντίστροφη προτεραιότητα στις παραγωγικές σχέσεις, με το ρόλο των κινημάτων του 60 και 70 να είναι σ’ αυτή την αντίδραση κεντρική. Το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων μοιάζει να δικαιώνει αυτό που ονομάσαμε σχεσιακό υλισμό του Μαρξ: Ο βαθμός εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, το μέγεθος της υπεραξίας μετατρέπονται στο προϊόν μίας αδιάπτωτης σύγκρουσης, της ταξικής πάλης στο εσωτερικό των παραγωγικών σχέσεων, και όχι στο αποτέλεσμα μίας τεχνικής-ποσοτικής μεταβολής.

Ούτε όμως αυτή η αντίδραση μπόρεσε να υπερβεί εντέλει την εμμονή στο ίδιο το δίπολο της παραγωγής, μία εμμονή στην παραγωγή (που σήμερα ονομάζεται «πραγματική οικονομία») στην οποία ίσως μένει σε κάποιο βαθμό εξαρτημένος και ο Μαρξ.  Αυτή η εξάρτηση όμως σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την οπτική του Μαρξ που όπως είπαμε είναι αυτή της ολότητας. Ο Μαρξ δεν «ανακάλυψε» ούτε την εκμετάλλευση της εργασίας ούτε την υπεραξία (αυτά υπάρχουν ήδη στους ρικαρδιανούς σοσιαλιστές και ίσως ήδη στον Άνταμ Σμιθ). Η αποκλειστική επικέντρωση στην παραγωγή, υποτιμά τη συνθετότητα της οπτικής του Μαρξ, το ρόλο που απέδιδε στο χρήμα για τη συγκρότηση της αξίας καθώς και την παραγωγική-διαπλαστική επίδραση που ασκεί ο ανταγωνισμός της αγοράς, όπως φαίνεται από τις εξαιρετικές αναλύσεις του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Είναι αμφίβολο αν το ίδιο το δίπολο παραγωγικές σχέσεις-παραγωγικές δυνάμεις μπορεί να λειτουργήσει αν δεν ληφθεί υπόψη η ολότητα των όρων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που διαμορφώνει τις συνθήκες της εκμετάλλευσης και της παραγωγής υπεραξίας. Ο Μαρξ θεωρούσε αυτό το ζήτημα ως καίριο για τη σκέψη του και δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι από το σύνολο του σχεδιαγράμματος του Κεφαλαίου δεν έγραψε παρά μόνο τον πρώτο τόμο, οι ελλείποντες τόμοι, με κυριότερους αυτόν για το Κράτος και αυτόν για την Παγκόσμια Αγορά, αποσκοπούσαν σε μία θεωρία που θα περιέκλειε τη συνολική διάρθρωση της δυναμικής αναπαραγωγής του καπιταλισμού.Ας αναφέρουμε, ενδεικτικά και παραδειγματικά, ότι όπως φαίνεται από τα πολιτικά κείμενα του Μαρξ, και ειδικά από τη 18η Μπρυμαίρ, αυτός είχε μία σαφή άποψη για τη σημασία της αυτονομίας του κρατικού μηχανισμού στην αναπαραγωγή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Γι’ αυτό εξάλλου και ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού πρέπει να αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από την αλλαγή των νομικών όρων ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, και το πέρασμα τους από τους καπιταλιστές στους εργάτες. Η μαρξική κριτική πολύ απέχει λοιπόν από το να είναι μία «οικονομική» θεωρία της παραγωγής, όποιος την έχει μελετήσει έστω και λίγο, μάλλον δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει πχ. την έκρηξη των εθνικισμών και των αυταρχισμών στην Ευρώπη της παρούσας κρίσης.   

Το πλεονέκτημα «Μαρξ» για την Αριστερά: Πώς να βλέπεις αυτό που έρχεται


Όταν ξέσπασε η παρούσα καπιταλιστική κρίση, αυτός που πρώτος προϊδέασε για τις δυνατές συνέπειές της, αυτός που είδε με σημαντική ταχύτητα τους σκοπούς, τις τάσεις και τις συνέπειες της πολιτικής της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» για το σύνολο της Ευρώπης ήταν, το ξέρουμε πλέον, οι δυνάμεις που προέρχονται από την Αριστερά. Θα ήταν έτσι σκόπιμο ίσως να διατηρούν οι Αριστερές δυνάμεις ενσωματωμένη στον αναστοχασμό τους και τη στρατηγική τους την οφειλή τους στον τύπο ανάλυσης που πρεσβεύει η μαρξιστική σκέψη. Δηλαδή να κάνουν συνειδητό στον εαυτό τους ότι η ιδιαιτερότητα των αναλυτικών τους εργαλείων που τους επιτρέπει να «βλέπουν αυτό που έρχεται», οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη διατήρηση της συσχέτισης τους μ’ αυτού του είδους τη σκέψη. Η Αριστερά –μαζί ίσως με κάποιους ελάχιστους αστούς θεωρητικούς που δεν έχουν αποκόψει πλήρως τη σκέψη τους από τη μαρξιστική θεωρία- ήταν η μόνη οργανωμένη δύναμη που τοποθέτησε την καπιταλιστική κρίση στην ολότητα των αιτιών και των συνεπειών της. Η μελέτη και η αξιοποίηση της σκέψης του Μαρξ είναι κατά συνέπεια κάτι πολύ περισσότερο από ένα ζήτημα φιλολογικού ενδιαφέροντος. Είναι ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα που αφορά τη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Οι έννοιες της σκέψης του Μαρξ είναι έννοιες που μένει ακόμα να ανακαλυφθούν, είναι έννοιες που έχουν ακόμη πολλά να δώσουν.   


Ενδεικτική βιβλιογραφία για τη σκέψη του Μαρξ στα Ελληνικά


B. Fine-L. Harris, Ξαναδιαβάζοντας το Κεφάλαιο, Gutenberg, 1986

E. Balibar, Η φιλοσοφία του Μαρξ, Νήσος, 1996

Κ. Αξελός, Μαρξ, ο στοχαστής της τεχνικής, Καστανιώτης, 2000

Β.Ι. Λένιν, Για τον Μαρξ και το μαρξισμό, Σύγχρονη Εποχή, 2002

L. Althusser, E. Balibar, R. Establet, P. Macherrey, J. Rancière, Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Ελληνικά Γράμματα, 2003

Π. Σουήζυ, Η θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης: Αρχές μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, Gutenberg, 2004

Γ. Μηλιός, Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης, Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Νήσος, 2005

Θ. Νουτσόπουλος, Διαλεκτική και Αξίες: Προβλήματα ανάλυσης διαλεκτικών εννοιών στο έργο του Hegel και του Marx, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 2005

Γ. Ρούσης, Ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, Γκοβόστης, 2008

D. Bensaid, Μαρξ: Τρόπος χρήσης, ΚΨΜ, 2010

A. Callinicos, Οι επαναστατικές ιδέες του Καρλ Μαρξ, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 2011

E. Hobsbawm, Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο: Μαρξ και μαρξισμός 1840-2011, Θεμέλιο, 2011



Βιογραφίες

I. Berlin, Καρλ Μαρξ, Scripta, 1998

Φ. Γουιν, Κάρολος Μαρξ, Ωκεανίδα, 2001

[*] «Για σένα λέει η ιστορία» (φράση που απευθύνει ο Μαρξ σ’ όσους πιστεύουν ότι θα μείνουν αλώβητοι από τις συνέπειες του καπιταλισμού)
 
Πηγή Red NoteBook

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Οθωμανικές γενεαλογίες του κυπριακού «όχι»


του Άκη Γαβριηλίδη


H απόρριψη του πλάνου της Ευρωομάδας για κούρεμα των καταθέσεων σε κυπριακές τράπεζες από τη βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελεί ένα γεγονός με τεράστιες και ανυπολόγιστες ακόμη συνέπειες. Δεν αναφέρομαι σε οικονομικές, αλλά σε πολιτικές συνέπειες, ή μάλλον, ακριβώς, στη βασική εξόχως πολιτική συνέπεια ότι, με το συμβάν αυτό, η πολιτική ξαναδιεκδίκησε τα δικαιώματά της από την «οικονομία». Την οικο-νομία νοούμενη ως management, ως ένα σύνολο τεχνικών διαχείρισης ανθρώπων και πραγμάτων, επί του οποίου δεν τίθεται ζήτημα διαφωνίας (mésentente), αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού· τίθεται μόνο ζήτημα επιστημονικής γνώσης και εφαρμογής της. Για την επιστημονική γνώση, ως γνωστόν, το πράγμα «είναι έτσι»· δεν ενδέχεται άλλως έχειν.
Η πολιτική, από την άλλη, είναι αυτό που διακόπτει, αυτό που έρχεται από κει που δεν το περιμένουμε [1].

Όταν σου έρχεται κάτι από κει που δεν το περιμένεις, είναι αναμενόμενο ότι προσπαθείς να το σκεφτείς με βάση αυτά που ήδη ξέρεις, να αναζητήσεις προηγούμενα. Στην περίπτωσή μας, οι συνειρμοί έμοιαζαν τόσο κραυγαλέοι και αυτονόητοι που όλοι έσπευσαν να τους κάνουν – με πρώτο και καλύτερο τον κ. Γιώργο Νταλάρα: πριν από ούτε δέκα χρόνια, στην Κύπρο υπήρξε ένα άλλο αρνητικό αποτέλεσμα σε ψηφοφορία, το οποίο είχε θεωρηθεί ως ηρωική αντίσταση στα απειλητικά σχέδια των ξένων –η απόρριψη του σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών για λύση του πολιτικού προβλήματος του νησιού. Μια απόρριψη που έγινε στο όνομα της επιθυμίας όσων παρέλαβαν κράτος και δεν ήθελαν να παραδώσουν κοινότητα.

Στο παρόν κείμενο επιθυμώ να αμφισβητήσω αυτή την αυτονόητη σύνδεση και να προσπαθήσω να επινοήσω μία άλλη γενεαλογία του συμβάντος, η οποία έρχεται από πολύ παλιότερα. Σε αντίθεση με τους αυτόματους συνειρμούς περί ηνωμένων εθνών, θεωρώ ότι υπάρχει μία εναλλακτική, παλιότερη και ξεχασμένη πλέον τεχνογνωσία, ένα άλλο ρεύμα το οποίο εκβάλλει σε αυτή την τωρινή άρνηση και την καθορίζει. Μία τεχνογνωσία που έχει σχέση με τη λογική τού πλήθους και της αυτοκρατορίας, και όχι με τη λογική του λαού και της εθνικής κυριαρχίας.

Για να εξηγήσω ποια είναι αυτή, θα χρειαστεί να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από μία πρόσφατα δημοσιευμένη επιστημονική έρευνα. Πρόκειται για τη διατριβή του Κύπριου ιστορικού Αντώνη Χατζηκυριάκου με τίτλο Κοινωνία και οικονομία σε ένα οθωμανικό νησί: η Κύπρος στο δέκατο όγδοο αιώνα.
Η διοικητική αλλαγή συχνά ερχόταν ως αντίδοτο σε τοπικές κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις, ιδίως τη μείωση του πληθυσμού, οι οποίες απειλούσαν την οικονομική βιωσιμότητα της επαρχίας και έθεταν όρια στην απόσπαση εισοδήματος. Τα έτη 1706, 1721, 1751, 1761, 1765, 1784, 1807 και 1812, οι Οθωμανικές πηγές αναφέρουν μείωση του πληθυσμού ή άλλους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (…), ο συνδυασμός των οποίων ήταν αρκετά σοβαρός ώστε να καταστήσει αδύνατη την πλήρη καταβολή των φόρων. Κάθε φορά, επρόκειτο για τη φυγή των αγροτών, οι οποίοι πήγαιναν στις ακτές της Συρίας και της Ανατολίας. Τα κίνητρα για επιστροφή των μεταναστών κυμαίνονταν από πλήρη φοροαπαλλαγή για ορισμένα χρόνια, σημαντικές μειώσεις αρκετών φόρων για το σύνολο του νησιού, μέχρι τη μείωση του συνολικού αριθμού των φορολογούμενων.

Η μετανάστευση είναι ένας πολύ γνωστός μοχλός που χρησιμοποιούσαν οι αγρότες ενάντια στην επαχθή φορολόγηση ή τις καταχρήσεις, ο οποίος έστελνε ένα σαφές μήνυμα στην πρωτεύουσα. Ήταν ένα επικοινωνιακό εργαλείο που μετέφερε την εικόνα για το πόσο επείγουσα ήταν η κατάσταση, στο οποίο η πρωτεύουσα έσπευδε να αντιδράσει για να προστατεύσει τις προοπτικές της για εξαγωγή πλεονάσματος. Είναι πολύ γνωστό ότι οι συχνές εκκλήσεις για μετανάστευση συνιστούσαν ένα διαπραγματευτικό εργαλείο το οποίο συχνά δεν ανταποκρινόταν την πραγματικότητα. Οι πηγές (…) μας επιτρέπουν να δεχθούμε με κάποια βεβαιότητα ότι οι συγκεκριμένες περιπτώσεις ήταν αρκετά σοβαρές. Για παράδειγμα, οι εντολές αυτές [από την πρωτεύουσα] στέλνονταν και στις περιοχές προς τις οποίες μετανάστευαν οι Κύπριοι.

Η συχνότητα των μεταναστεύσεων αποκαλύπτει μία άλλη δυναμική, που συνδέεται με το χώρο και τις υλικές συνθήκες. Αν η Κύπρος ήταν ένας νησιωτικός χώρος περίκλειστος από νερό που μπορούσε να παρακολουθηθεί στενά από τοπικά οικονομικά, δημοσιονομικά και διοικητικά δίκτυα, ταυτόχρονα η χρήση της θάλασσας προς μετανάστευση σε γειτονικές παράκτιες περιοχές σήμαινε ότι, από την άποψη του τοπικού πληθυσμού, η λύση αυτή ήταν προσιτή και έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα [2].

Το 1706, το 1721, το 1751 και όλες τις άλλες χρονολογίες, οι Κύπριοι –κάποιοι Κύπριοι- βρίσκονταν, όπως και τώρα, αντιμέτωποι με την απαίτηση της πρωτεύουσας μιας αυτοκρατορίας να τους φορολογήσει κατά τρόπο που υπερέβαινε τις δυνάμεις τους και τη βιωσιμότητα της οικονομίας και της κοινωνίας τους [3]. Τότε, τι έκαναν; Απλώς, έφευγαν. Έφευγαν, όμως, όχι από δειλία ή από πανικό, αλλά από στρατηγικό υπολογισμό. Το επίθετο στρατηγικός εδώ δεν πρέπει να νοηθεί ως αντιδιαστολή προς τον τακτικό υπολογισμό· ουσιαστικά είναι το ίδιο: πρόκειται για τη μη-στρατηγική στρατηγική που προσιδιάζει στη νομαδική πολεμική μηχανή και όχι στον τακτικό εθνικό στρατό.

Για την ευρωκεντρική/ φαλλογοκεντρική οπτική με την οποία έχουμε μάθει τους τελευταίους δύο αιώνες να διαβάζουμε την πολιτική ως συνέχεια του πολέμου, (ή/ και το αντίστροφο), η φυγή είναι ανεπανόρθωτα ταυτισμένη με την ήττα, το όνειδος, την αν-ανδρία, την εγκατάλειψη του ιερού πάτριου εδάφους στον «εχθρό». Όπως εξάλλου και η μετανάστευση, για τους ίδιους λόγους [4]. Ωστόσο, για την αρχαία σοφία που κουβαλάει μέσα της η διαπραγματευτική τακτική τού «κοινού των Κυπρίων» απέναντι στις νέες υπερβολικές φορολογικές απαιτήσεις μιας πρωτεύουσας, η φυγή, η έξοδος, δεν είναι ο τερματισμός του ανταγωνισμού, αλλά απλώς ένα εργαλείο για τη συνέχισή του, ή απλώς για τη διεξαγωγή του. Το απλό όχι της βουλής χωρίς «εναλλακτική πρόταση», και, ακόμα περισσότερο, το ταξίδι του υπουργού εμπορίου στη Μόσχα, δεν είναι καθόλου μια επανέκδοση της ηρωικής θυσίας με την οποία τόσο εκστασιάζεται η εθνική μυθολογία, μια νέα μορφή της ομαδικής αυτοκτονίας αγωνιστών, γυναικών, ανδρών ή/ και παιδιών, για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού· είναι η προέκταση της τόσο αρχαίας –και τόσο σύγχρονης- γνώσης ότι ενίοτε, αν όχι πάντα, η απεδαφικοποίηση συνιστά πιο ισχυρό όπλο από την εδαφικοποίηση.
Η ιδέα ενός «μετασχηματισμού» του κράτους μοιάζει αρκετά δυτική. Παραμένει το γεγονός ότι η άλλη ιδέα, η ιδέα μιας «καταστροφής» του κράτους, παραπέμπει πολύ περισσότερο στην Ανατολή, και στις συνθήκες μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής. Όσο και αν παρουσιάζουμε τις δύο αυτές ιδέες ως διαδοχικές φάσεις μιας επανάστασης, είναι πολύ διαφορετικές και δύσκολα συμβιβάζονται, συνοψίζουν δε την αντίθεση μεταξύ σοσιαλιστικών και αναρχικών ρευμάτων του 19ου αιώνα. Το δυτικό προλεταριάτο το ίδιο θεωρείται από δύο οπτικές γωνίες: καθόσον πρέπει να κατακτήσει την εξουσία και να μετασχηματίσει τον κρατικό μηχανισμό, πρόκειται για την οπτική μιας δύναμης εργασίας, αλλά, καθόσον θέλει ή θα ήθελε μία καταστροφή του κράτους, πρόκειται για την οπτική μιας δύναμης αποεδαφικοποίησης. Ακόμα και ο Μαρξ ορίζει τον προλετάριο όχι μόνο ως αλλοτριωμένο (εργασία), αλλά ως αποεδαφικοποιημένο. Ο προλετάριος, από αυτή την τελευταία άποψη, εμφανίζεται ως ο κληρονόμος του νομάδα μέσα στον δυτικό κόσμο. Και όχι μόνο πολλοί αναρχικοί επικαλούνται νομαδικά θέματα φερμένα από την Ανατολή, αλλά κυρίως η αστική τάξη του 19ου αιώνα πρόθυμα ταυτίζει προλετάριους και νομάδες, και εξομοιώνει το Παρίσι με μια πόλη στοιχειωμένη από τους νομάδες [5].
Το μπλοκάρισμα της νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού σχεδίου (το οποίο άλλωστε και αυτό αρχίζει όλο και περισσότερο να μοιάζει με μη-σχέδιο), ένα μπλοκάρισμα έστω στιγμιαίο –αλλά κάθε μπλοκάρισμα εξ ορισμού μόνο στιγμιαίο μπορεί να είναι-, χωρίς κάποια ιδέα «μετασχηματισμού» του, χωρίς «πλάνο Β», αυτό το ξερό «I would prefer not to» το αντάξιο του γραφιά Μπάρτλμπυ από το ομώνυμο διήγημα του Χέρμαν Μέλβιλ, πρέπει να διαβαστεί σε αυτή τη γενεαλογία των «νομαδικών θεμάτων των φερμένων από την Ανατολή», που συνεχίζουν να στοιχειώνουν το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, τις Βρυξέλλες, τη Λισαβόνα … Και επίσης, βέβαια, να διαβαστεί σε συνάρτηση με μια σειρά άλλες αρνήσεις, εξόδους, μπλοκαρίσματα, απεδαφικοποιήσεις, που ξεπήδησαν τα τελευταία δύο-τρία χρόνια στις πρωτεύουσες –αλλά και στις δευτερεύουσες, τριτεύουσες κ.ο.κ.- μια σειράς από άλλα, σημερινά μετα-αποικιακά έθνη-κράτη, τα οποία τις ίδιες αυτές χρονολογίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, και πολύ αργότερα, ως εκ θαύματος αποτελούσαν και αυτά μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: της Τυνησίας, της Αιγύπτου, της Λιβύης, της Συρίας και της Υεμένης. Μια σειρά από απεδαφικοποιήσεις οι οποίες επίσης είχαν μία διαφορετική σχέση με «το χώρο και τις υλικές συνθήκες»: αξιοποιούσαν, ανάλογα με την περίσταση, άλλοτε τη θάλασσα όπως οι Κύπριοι, άλλοτε την έρημο, άλλοτε τις πλατείες των μεγαλουπόλεων, (εγκαθιστώντας εκεί με μαζικό τρόπο το πιο χαρακτηριστικό σύμβολο του νομάδα: το αντίσκηνο), αλλά πάντοτε λείους και όχι πτυχωμένους χώρους.

Αν θέλουμε να σκεφτούμε αυτό το μπλοκάρισμα και να δουλέψουμε μαζί του, νομίζω ότι πρέπει να ξανασυνδεθούμε με αυτή τη διάσταση, την οποία η παραδοσιακή αριστερά του «εθνικού/ κοινωνικού κράτους» και της λαϊκής κυριαρχίας δεν έχει τα μέσα για να διαβάσει, και να προσπαθήσουμε όσο αντέχουμε να αφεθούμε σε αυτήν και να ακολουθήσουμε τη γραμμή φυγής της. Καλό θα μας κάνει. Τουλάχιστον, ίσως καταφέρει να μας ξαναθυμίσει ότι
δεν μπορούμε να καταλάβουμε την κοινωνική αλλαγή και την αυτενέργεια των ανθρώπων εάν τους βλέπουμε ως πάντοτε εμπλεγμένους στον έλεγχο και ρυθμισμένους από αυτόν. Μπορούμε να καταλάβουμε το σχηματισμό της εξουσίας μόνο από την προοπτική των ανθρώπων που ξεφεύγουν, και όχι το αντίστροφο. Η απόδραση, η φυγή, η ανατροπή, η άρνηση, η λιποταξία, η δολιοφθορά των ανθρώπων, ή απλώς οι πράξεις τους που λαμβάνουν χώρα πέρα ή ανεξάρτητα από υφιστάμενες πολιτικές δομές εξουσίας, υποχρεώνουν την κυριαρχία να ανταποκριθεί στη νέα κατάσταση που δημιουργούν οι άνθρωποι ξεφεύγοντας, και έτσι να αναδιοργανωθεί. Η κυριαρχία εκδηλώνεται ως αντίδραση στη φυγή. Οι άνθρωποι δεν ξεφεύγουν από τον έλεγχό της. Οι άνθρωποι απλώς ξεφεύγουν. Ο έλεγχος είναι μία πολιτιστική-πολιτική επινόηση που έρχεται μετά για να τιθασεύσει και ενδεχομένως να ιδιοποιηθεί την απόδραση των ανθρώπων [6].

[1] «Η πολιτική είναι αυτό που διακόπτει το παιχνίδι των κοινωνιολογικών ταυτοτήτων. Το 19ο αιώνα, οι επαναστάτες εργάτες των οποίων τα γραπτά μελέτησα έλεγαν:
‘Δεν είμαστε τάξη’.
Οι αστοί τούς προσδιόριζαν ως μια επικίνδυνη τάξη. Αλλά γι’ αυτούς, ο ταξικός αγώνας ήταν ο αγώνας για να μην αποτελούν πλέον τάξη, ο αγώνας για να βγουν από την τάξη και από τη θέση που προέβλεπε γι’ αυτούς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων …» (Jacques Rancière, «Le plaisir de la métamorphose politique», συνέντευξη –μαζί με την Judith Revel- στη Libération, 24 Μαΐου 2008).

[2] Antonis Hadjikyriacou, Society and Economy on an Ottoman Island: Cyprus in the Eighteenth Century, PhD Thesis, School of Oriental and African Studies, University of London, October 2010, σ. 132-3· δική μου απόδοση.

[3] Η ενότητα από την εργασία του Χατζηκυριάκου όπου απαντά το παραπάνω απόσπασμα έχει ακριβώς τον τίτλο «Cycles of (un)sustainability».

[4] Βλ. και Sandro Mezzadra, Diritto di fuga. Migrazioni, cittadinanaza, globalizzazione, Ombre Corte, Verona 2001, σ. 7.

[5] Gilles Deleuze/ Félix Guattari, Mille Plateaux, Éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 478.

[6] Dimitris Papadopoulos, Niamh Stephenson, and Vassilis Tsianos, Escape Routes. Control and Subversion in the 21st Century, Pluto Press, London – Ann Arbor 2008, σ. 43.
Πηγή: Nomadic universality 

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Η εμμονή στην «εσωτερική υποτίμηση» και η εναλλακτική στρατηγική

Εισήγηση στην Ημερίδα «Έξοδος απο την κρίση: Η πρόκληση της εναλλακτικής πορείας», που διοργανώθηκε στην Αθήνα στις 9/3/13 από το ΙΝΕΡΠΟΣΤ και το Levy Economics Institute.

του Γιάννη Μηλιού


1. Εσωτερική υποτίμηση: Λάθος ή στρατηγική επιλογή


Σε αρκετές από τις χθεσινές εισηγήσεις ακούστηκαν σημαντικές αναλύσεις κριτικής τόσο προς τη δομή και λειτουργία της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), όσο και για την παρόξυνση των αποτελεσμάτων της οικονομικής κρίσης που προκαλούν οι πολιτικές της λιτότητας ή η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης. Ακούστηκαν επιπλέον σημαντικές προτάσεις ή άξονες πολιτικής που θα μπορούσαν να περιορίσουν την κρίση και ταυτόχρονα να αποτελέσουν την αφετηρία για μια δικαιότερη και πιο δημοκρατική κοινωνία.

Η Ελλάδα όπως και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν αποτελούν οικονομίες έντασης εργασίας, δεν μπορούν να στηρίξουν την ανάπτυξη και τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα στο χαμηλό κόστος εργασίας, αλλά στην τεχνολογική καινοτομία, στην κοινωνική συνοχή, στην αποτελεσματική διοίκηση, στην αποτελεσματική χρηματοδότηση, στις στρατηγικές δημόσιες επενδύσεις. Για ποια ανταγωνιστικότητα μιλάμε όταν τα επιτόκια δανεισμού του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα είναι τετραπλάσια εκείνων της Γερμανίας, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης κρίσης χρηματοπιστωτικής αξιοπιστίας στην Ελλάδα, που διαιωνίζουν οι πολιτικές της λιτότητας και της ύφεσης;

Με δεδομένο πλέον ότι οι βασικοί διακηρυσσόμενοι στόχοι των προγραμμάτων εσωτερικής υποτίμησης απέτυχαν, τόσο ως προς τον στόχο της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους όσο και αναφορικά με την αναστροφή της ύφεσης, την απασχόληση αλλά και τη χρηματοπιστωτική φερεγγυότητα των χωρών όπου αυτά εφαρμόστηκαν, τίθεται εκ των πραγμάτων το ακόλουθο ερώτημα: Γιατί οι κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, την ΕΕ αλλά και ευρύτερα διεθνώς, καίτοι γνωρίζουν ότι βαθαίνουν την ύφεση, εμμένουν στη σημερινή συγκυρία συστημικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού να ακολουθούν πολιτικές ακραίας λιτότητας; Οι απαντήσεις που μιλούν για «λάθος» δεν μου φαίνονται πειστικές. Ούτε συμμερίζομαι την άποψη του φίλου και συναδέλφου Γιάννη Βαρουφάκη ότι πρόκειται για μια «ηλίθια» πολιτική, που ίσως να διδάσκεται ως παράδειγμα προς αποφυγή στα φοιτητικά εγχειρίδια του μέλλοντος.

Η λιτότητα και η εσωτερική υποτίμηση ουδέποτε σχεδιάστηκε ως μια πολιτική εξόδου από την κρίση προς το συμφέρον της κοινωνίας και της εθνικής οικονομίας, παρά την προς την περί του αντιθέτου ρητορική της. Ευθύς εξ αρχής ήταν μια στρατηγική για την προστασία από την κρίση των κοινωνικών δυνάμεων του κεφαλαίου, για τη μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας, των μισθωτών, των συνταξιούχων, των άνεργων, των αυτοαπασχολούμενων, της μικρής επιχείρησης, της νεολαίας. Όλα τα «ημίμετρα» με τα οποία διαχειρίζονται την κρίση οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες, εδράζονται σε ένα σταθερό άξονα πολιτικής: Την υποτίμηση της εργασιακής δύναμης, τη βίαιη αναδιανομή εισοδήματος και εξουσίας υπέρ του κεφαλαίου, που εξαθλιώνει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, βυθίζει την οικονομία στην ύφεση, εκτινάσσει το δημόσιο χρέος και αποσταθεροποιεί την πίστη.

Η ύφεση και η παρόξυνση της χρηματοπιστωτικής στενότητας υποτιμά περαιτέρω την εργασιακή δύναμη και μειώνει τη διαπραγματευτική ικανότητα των εργαζομένων, μέσα από τις συνθήκες ανεργίας και ανασφάλειας που δημιουργεί, παρέχει «επιχειρήματα» στις πολιτικές «ιδιωτικοποιήσεων» (δηλαδή στην επέκταση των σφαιρών τοποθέτησης και κερδοφορίας του ιδιωτικού κεφαλαίου και στην υφαρπαγή των δημόσιων αγαθών), ψαλιδίζει ή και εξαλείφει τα δίκτυα και τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και τον «κοινωνικό μισθό». 

Επιχειρείται έτσι να «κατασκευαστεί» ένας νέος τύπος Ευρωπαίου εργαζόμενου, με χαμηλό μισθό, ελαστικές συνθήκες εργασίας, μηδαμινά δικαιώματα, ελάχιστη δυνατότητα διαπραγμάτευσης απέναντι στην εργοδοσία. Πρόκειται για μια στρατηγική στόχευση των κυρίαρχων τάξεων, μια ταξική στρατηγική μακρού βεληνεκούς, η οποία μάλιστα δεν περιορίζεται στις χώρες της ΖτΕ (η Βρετανία αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα για αυτό), καίτοι στη ΖτΕ η στρατηγική αυτή διαθέτει ένα όπλο ιδιαίτερα προηγμένης (πολιτικής) τεχνολογίας: Τη «μόλις και μετά βίας» ελέγξιμη κρίση δημόσιου χρέους και τη χρηματοπιστωτική αναξιοπιστία (insolvency).

Είναι λοιπόν αλήθεια ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως η ΕΚΤ πεισματικά αρνούνται να κάνουν ό,τι θα μπορούσαν για τον αποφασιστικό περιορισμό των επιπτώσεων της κρίσης (έκδοση π.χ. ομολόγων αλλά και εντόκων γραμματίων της ΕΚΤ). Είναι όμως λάθος το να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μια «ανορθολογική» πολιτική. Διότι ο δραστικός έλεγχος των επιπτώσεων της κρίσης θα έθετε σε μερική έστω αχρηστία το «όπλο προηγμένης (πολιτικής) τεχνολογίας», το σοκ και δέος που δυνητικά προκαλεί στους εργαζόμενους το «φάσμα της χρεοκοπίας». Θα δημιουργείτο τότε «ηθικός κίνδυνος» (moral hazard), δηλαδή κίνδυνος παρέκκλισης από τον νεοφιλελευθερισμό, καθώς οι εργαζόμενοι θα σήκωναν ευκολότερα κεφάλι. Από ταξική σκοπιά, αυτό ακριβώς θα αποτελούσε «ανορθολογική πολιτική» για το κεφάλαιο, που έχει εκλάβει την κρίση ως «ευκαιρία» για να τσακίσει τις κατακτήσεις δεκαετιών της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Το να συζητάμε για «ανορθολογικές πολιτικές» χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη το κριτήριο του κοινωνικού ανταγωνισμού και των διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων ισοδυναμεί με το να υιοθετούμε μια «κεντρώα» πολιτική σκοπιά, σύμφωνα με την οποία το γενικώς ορθο(λογικό) ταυτίζεται με τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου αδιακρίτως, της «οικονομίας» κ.ο.κ.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι σε όσους επισημαίνουν ότι η ανάκαμψη δεν μπορεί να προκύψει, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, από τον εξαγωγικό προσανατολισμό της παραγωγής, ότι απαιτείται εδώ και τώρα η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των λαϊκών τάξεων, οι οπαδοί της λιτότητας απαντούν: Οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν το σκέλος της προσφοράς δεν έχουν ολοκληρωθεί! Πρόταση που πρέπει να μεταφράσουμε ως εξής: Δεν πρέπει να βιαστούμε να μπούμε  στην ανάκαμψη αν δεν διαλύσουμε πλήρως τις αντιστάσεις της εργασίας... Ή με τα λόγια του κ. Schäuble: «Επί μακρόν αγνοήσαμε τα μακροπρόθεσμα οφέλη [από τη λιτότητα, Γ.Μ.] για βραχυχρόνιες ανταμοιβές [από την τόνωση της ζήτησης, Γ.Μ.]» (FT, 5/9/11).

Μελετώντας την αντιφατική φύση του καπιταλισμού αναφορικά με το ζήτημα που εδώ εξετάζουμε, ο Μαρξ σημείωνε:

«Με εξαίρεση τους δικούς του εργάτες, ο κάθε καπιταλιστής αντιλαμβάνεται τη συνολική μάζα όλων των άλλων εργατών όχι σαν εργάτες, αλλά σαν καταναλωτές [...]. Ξέρει ότι δεν αντικρίζει τον εργάτη του όπως ο παραγωγός τον καταναλωτή, και θέλει να περιορίσει την κατανάλωση του εργάτη, […] το μισθό του, όσο μπορεί περισσότερο. Θέλει βέβαια οι εργάτες των άλλων καπιταλιστών να καταναλώνουν όσο γίνεται περισσότερο από το δικό του εμπόρευμα. Άλλα η σχέση κάθε καπιταλιστή με τους δικούς του εργάτες είναι η γενική σχέση κεφαλαίου και εργασίας, η ουσιαστική σχέση […] Το ίδιο το κεφάλαιο βλέπει τη ζήτηση από τη μεριά των εργατών – δηλαδή την πληρωμή του μισθού όπου βασίζεται αυτή η ζήτηση – σαν ζημιά, και όχι σαν κέρδος» (Καρλ Μαρξ, Grundrisse, σ. 315-16). 

Η συμπίεση του μισθού και του κοινωνικού μισθού είναι η στρατηγική της αστικής τάξης, ιδίως σε συγκυρίες κρίσης υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή, όπου το ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου συρρικνώνεται. Η κρίση του κεφαλαίου είναι έλλειψη υπεραξίας, όχι έλλειψη ζήτησης.

Το βάθεμα της κρίσης αποτελεί «εκκαθάριση» για το κεφάλαιο, καταστροφή κάθε «εμποδίου», ώστε το ποσοστό κέρδους να κινηθεί και πάλι ανοδικά παράλληλα με τη φτώχεια των πολλών και την ανεργία, ώστε η συσσώρευση να επιταχυνθεί και πάλι, αρχίζοντας έστω από μικρότερη συνολική παραγωγή.

Αν η ανάλυση που προηγήθηκε είναι σωστή, τότε το βασικό επίδικο της κρίσης δεν είναι ούτε δανειστές-δανειζόμενοι ούτε Βορράς-Νότος. Είναι η αντίθεση κεφάλαιο-εργασία! Και αυτό το συμπέρασμα πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για την εναλλακτική στρατηγική της Αριστεράς, δηλαδή των πολιτικών δυνάμεων που θέλουν να εκπροσωπήσουν τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή.

2. Η εναλλακτική στρατηγική πρέπει να είναι μεροληπτική:
Υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας και της δημοκρατίας


Η κυβέρνηση της Αριστεράς όχι μόνο θα θέλει, αλλά θα είναι υποχρεωμένη από τις συνθήκες να ασχοληθεί πρώτα και κύρια με όλες τις βάναυσα πληττόμενες κατηγορίες του πληθυσμού, για να ανατρέψει την πορεία κοινωνικής αποσάθρωσης και να δημιουργήσει μια διαφορετική από την προτεινόμενη από τα μνημόνια κοινωνική συνοχή. Η «συνοχή» που προτείνει η σημερινή κυβέρνηση είναι συνοχή μέρους της κοινωνίας «δια του αποκλεισμού» της υπόλοιπης. Η στρατηγική αυτή σήμερα βρίσκεται στα πρώτα της βήματα και οργανώνεται στη βάση του εθνικού διαχωρισμού του κόσμου της εργασίας (κατάργηση νόμου για την ιθαγένεια, πογκρόμ μεταναστών κτλ.) και του ηλικιακού διαχωρισμού του κόσμου της εργασίας (ακόμη μικρότεροι μισθοί και επιδόματα για τους νέους, ουσιαστική προτροπή να εγκαταλείψουν τη χώρα). Η ακροδεξιάς έμπνευσης αυτή στρατηγική βασίζεται κατά κύριο λόγο στο φόβο της ανεργίας και στην απελπισία των νέων. Η κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να παρέμβει άμεσα νομοθετικά προς την κατεύθυνση μιας άλλου τύπου κοινωνικής συνοχής, που θα αφορά το σύνολο της κοινωνίας και θα προσπαθεί να άρει τους αποκλεισμούς.

Οι τέσσερις πυλώνες που θα αναφερθούν στη συνέχεια θα μπορούσαν να αποτελούν στοιχεία ενός ευρύτερου «προγράμματος για μια νέα κοινωνία».

1) Άμεση αναδιανομή πλούτου αρχίζοντας από το 1% της κοινωνίας στην βάση της πυραμίδας.

2) Άμεση επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε όλα τα επίπεδα και προστασία της εργασίας από το δεσποτισμό του κεφαλαίου, με δημιουργία ειδικού μηχανισμού που θα διασφαλίζει ότι τηρούνται οι νόμοι.

3) Απομόχλευση του τραπεζικού συστήματος με ρύθμιση των χρεών προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά και δημοκρατικός κοινωνικός έλεγχος με στόχο την ανάπτυξη με προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική συνοχή.

4) Θεσμικό πλαίσιο και οικονομικά κίνητρα για πρωτοβουλίες αυτοδιαχείρισης και αλληλέγγυων και συνεργατικών εγχειρημάτων ώστε να μπορέσουν οι νέοι και οι μακροχρόνια άνεργοι να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους και να μετατραπούν από φυγάδες και παρίες στην πρωτοπόρο δύναμη ριζικής αλλαγής της κοινωνίας στο σύνολο της.

1. Η άμεση αναδιανομή πλούτου θα σημάνει την ανάσχεση της κοινωνικής καταστροφής και θα αποτελέσει ένα σήμα προς τα πληττόμενα στρώματα ότι η αριστερή κυβέρνηση θα κάνει ό,τι μπορεί για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα τους μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον με συντριπτικά αρνητικούς συσχετισμούς.

Με 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ παίρνουν επίδομα ανεργίας όλοι οι δηλωμένοι άνεργοι για τρία χρόνια, ή με αναπροσαρμογή του επιδόματος στο 80% του βασικού μισθού των 751 ευρώ (ζήτημα καίριας σημασίας) που θα νομοθετηθεί αμέσως από την κυβέρνηση της Αριστεράς παίρνουν επίδομα ανεργίας όλοι και όλες για δύο χρόνια.
Βάρος πρέπει να δοθεί στη διαμόρφωση ενός δίκαιου-προοδευτικού φορολογικού συστήματος, για την αύξηση των δημόσιων εσόδων στο επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό προϋποθέτει:

α) Δημιουργία περιουσιολογίου και φορολόγηση όλων των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων με την ίδια κλίμακα (με εξαίρεση τόκους και καταθέσεις). Με περισσότερα κλιμάκια και αλλαγή των συντελεστών φορολογίας ώστε να ελαφρύνονται τα χαμηλά και μεσαία κλιμάκια.

β) Αύξηση των φορολογικών εσόδων από την επιχειρηματική δραστηριότητα στο μέσο όρο της ευρωζώνης, από σχεδόν το 50% αυτού του μεγέθους που κινήθηκε την προηγούμενη δεκαετία.

γ) Αλλαγή της σχέσης έμμεσων και άμεσων φόρων μέσω αύξησης των εσόδων από άμεσους φόρους και μείωσης των έμμεσων φόρων. Εδώ περιλαμβάνονται μέτρα όπως η μείωση του ΦΠΑ από το ανώτατο 23%, ειδική φορολόγηση των ειδών πολυτελούς διαβίωσης, πάταξη της λαθρεμπορίας καυσίμων (όπως και τσιγάρων κλπ.) αντί για την εξίσωση του πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης.

δ) Φόρο μεγάλης και πολύ μεγάλης περιουσίας με προοδευτική κλίμακα.

2. Η επαναφορά της συλλογικής διαπραγμάτευσης ισοδυναμεί (σε μεγάλο βαθμό) με την επαναφορά της δημοκρατίας και αποτελεί ένα καίριο χτύπημα στην πολιτική αναδιάρθρωσης που εφαρμόζεται στην Ευρώπη. Πρόκειται για ένα «σήμα αλλαγής πορείας» προς το κομμάτι της εργατικής τάξης που εργάζεται κυρίως στον ιδιωτικό τομέα αλλά βρίσκεται σε καθεστώς ασφυξίας και δεν μπορεί να διεκδικήσει τίποτα. Αλλά η επαναφορά του προηγούμενου πλαισίου δεν αρκεί. Η δημοκρατία στους χώρους εργασίας είναι προϋπόθεση για τη δημοκρατική διακυβέρνηση γενικότερα. Δε νοείται δημοκρατικό κράτος χωρίς τη δυνατότητα των εργαζομένων να διεκδικούν συλλογικά τα συμφέροντα τους σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης της παραγωγής:

α) Απαιτείται σήμερα η επιβολή υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας ακόμη και στις μικρότερες επιχειρήσεις (με προσωπικό λιγότερο από 21 άτομα).

β) Είναι απολύτως αναγκαία η προστασία του δικαιώματος στην απεργία, η απαγόρευση απόλυσης για συνδικαλιστικούς λόγους.

γ) Απαιτείται η ενθάρρυνση δημιουργίας πρωτοβάθμιων σωματείων, η θεσμική ενίσχυση των δικτύων τους και της δημοκρατικής τους λειτουργίας, η θεσμική δυνατότητα δημιουργίας ανεξάρτητων δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων σωματείων.

δ) Παράλληλα, απαιτείται η δημιουργία ενός πανίσχυρου Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, στελεχωμένου με αποφασισμένους υπαλλήλους για την πάταξη της μαύρης εργασίας η οποία απειλεί πλέον τα θεμέλια του ασφαλιστικού συστήματος. Θα μπορούσε αυτό το Σώμα να έχει τη μορφή Ανεξάρτητης Αρχής και να λογοδοτεί απευθείας στον πρωθυπουργό. Τέλος, ταυτόχρονα με όλα τα προηγούμενα μέτρα:

ε) Είναι απαίτηση της κοινωνίας η κατάργηση του κρατικοδίαιτου διεφθαρμένου συνδικαλισμού. Είναι απαραίτητο η κυβέρνηση της Αριστεράς να είναι άτεγκτη απέναντι στα φαινόμενα συνδικαλιστών που αμείβονται και συμπεριφέρονται σαν διευθυντές και αντί να ασκούν έλεγχο στην εργοδοσία στην πραγματικότητα συνδιοικούν και συνυπογράφουν συμβάσεις προμηθειών κτλ. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει άμεση κατάργηση συνδικαλιστικών προνομίων (διευθυντικά επιδόματα κτλ), αλλαγή θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των τριτοβάθμιων ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ (να μην έχουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται κεφάλαια).

Όλα αυτά τα μέτρα πρέπει να παρθούν άμεσα ώστε να δώσουν στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να προστατέψουν την κατάργηση του μνημονίου και να έχουν την πρωτοβουλία υπεράσπισης πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης της Αριστεράς υπέρ των συμφερόντων τους.

3. Το της ανακεφαλαιοποίησης και του κοινωνικού ελέγχου των τραπεζών είναι τεράστιο και δεν σκοπεύω να το ανοίξω εδώ. Επισημαίνω μόνο την καθοριστική σημασία που έχει η ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους και η θέσπιση μέτρων προστασίας των υπερχρεωμένων νοικοκυριών για την τόνωση της ζήτησης και επομένως για την ανάκαμψη της οικονομίας.

4. Οι τρεις προηγούμενοι πυλώνες όμως θα αποδειχθούν προσωρινά αναχώματα αν δεν δοθεί η δυνατότητα σε όσους είναι σήμερα εκτός παραγωγικής διαδικασίας να εισβάλουν δυναμικά στο προσκήνιο. Η τάξη της εργασίας είναι σήμερα διαιρεμένη, βρισκόμαστε πια στο σημείο που η αγορά εργασίας έχει ήδη γίνει δυαδική. Από τη μία πλευρά υπάρχει το ολοένα και συρρικνούμενο και συνεχώς απειλούμενο κομμάτι της «μόνιμης και σταθερής» εργασίας και από την άλλη υπάρχει το κομμάτι της «επισφαλούς, περιστασιακής ή ελαστικής, ενοικιαζόμενης», αλλά και «ανασφάλιστης ή μαύρης» εργασίας. Η κρίση έχει δημιουργήσει και έναν τρίτο πόλο που τείνει να πάρει χαρακτηριστικά μεγάλης διάρκειας, τον κόσμο της μακροχρόνιας ανεργίας: όλες εκείνες και εκείνους που η βαρβαρότητα του νεοφιλελευθερισμού έχει μετατρέψει σε «υπεράριθμους».

Οι νέοι περιμένουν από την Αριστερά να δημιουργήσει τις υλικές συνθήκες που θα τους αποτρέπουν από τη μετανάστευση. Οι μακροχρόνια άνεργοι περιμένουν να τους δοθεί η δυνατότητα να ζήσουν και να προσφέρουν. Η κρίση δίνει τη δυνατότητα στην Αριστερά όταν αναλάβει την κυβέρνηση να κάνει ριζικές τομές στη σχέση των μαζών με τα μέσα παραγωγής.

Το αργό παραγωγικό δυναμικό δεν είναι αργό από τη φύση του, υπάρχουν οι άνθρωποι που θέλουν να αξιοποιήσουν τις γνώσεις και δυνατότητές τους και τα μηχανήματα και τα κτίρια που είναι έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Η Αριστερά πρέπει να δώσει τη δυνατότητα πρώτα και κύρια στους νέους και τους άνεργους να χρησιμοποιήσουν το αργό παραγωγικό δυναμικό. Πρέπει στο όνομα της κοινωνικής συνοχής να βάλει τα συμφέροντά τους πάνω από τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των τραπεζών, οι οποίες σε τελική ανάλυση δεν χρησιμοποιούν την περιουσία που διαθέτουν. Πρόκειται για ένα δύσκολο νομικά και κοινωνικά θέμα, αλλά σε καιρό «πολέμου» σαν τον σημερινό κανείς δεν περιμένει ότι οι λύσεις θα βρεθούν εύκολα. Οι κινήσεις από τους «από κάτω» γίνονται ήδη με πρωτοπόρο παράδειγμα τη ΒΙΟ.ΜΕ. στη Θεσσαλονίκη.

Οι τέσσερις αυτοί πυλώνες αποτελούν ένα μέρος του προγράμματος, το οποίο όμως αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να σταθεροποιηθεί η κοινωνία και η οικονομία, αλλά και για να επιβιώσει (σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα) μια κυβέρνηση που θα έχει να αντιμετωπίσει τον πόλεμο των μεγάλων συμφερόντων του εξωτερικού και του εσωτερικού. Προφανώς η δυνατότητα υλοποίησης αυτής της πολιτικής απαιτεί συνδυασμένους ελέγχους δημοσιονομικών επιπτώσεων και δευτερογενών επιπτώσεων στην αγορά εργασίας από την αντίδραση του κεφαλαίου (των κάθε αντίρροπων τάσεων). Πρέπει όμως να έχουμε την τόλμη να προχωρήσουμε.

Πηγή Red NoteBook