Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μηλιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μηλιός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Για την ανασύνθεση της μαρξιστικής Αριστεράς


του Γιάννη Μηλιού


1. Το «Όχι» ως στιγμή ανοικτής ταξικής σύγκρουσης

Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η συνεχής αναδιάταξη ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δρώντων πολιτικών υποκειμένων (κομμάτων, κρατικών μηχανισμών, κινημάτων κ.λπ.). Πρόκειται για έναν συσχετισμό δύναμης που σε τελευταία ανάλυση αντανακλά τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα που διαπερνούν την (ελληνική) κοινωνία. 

Σπανίως τα ταξικά συμφέροντα (και ιδίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των δύο κύριων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της άρχουσας καπιταλιστικής και της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) εμφανίζονται με καθαρή μορφή, ως σύγκρουση δύο καθαρών πολιτικών θέσεων, ως πολιτική σύγκρουση ανάμεσα σε «δύο Ελλάδες», σύγκρουση του «έθνους των πληβείων» με το «έθνος των πατρικίων». Διότι το θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού κράτους, φιλτράροντας και «κοινοβουλευτικοποιώντας» τα ταξικά συμφέροντα και αιτήματα των υποτελών τάξεων, κατά κανόνα τα μετασχηματίζει σε εκδοχές του κοινού-«εθνικού» συμφέροντος, δηλαδή τα υπάγει στη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κεφαλαίου για συσσώρευση («οικονομική ανάπτυξη») και κοινωνική ειρήνη υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου («οικονομική και κοινωνική σταθερότητα»).

Μία από τις σπάνιες φορές που η ταξική σύγκρουση πήρε τη μορφή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Το «έθνος των πληβείων» με το 61,3% υπέρ του «Όχι» υπερίσχυσε έναντι του «έθνους των πατρικίων», που απαιτούσε τη συνέχιση των μνημονίων, δηλαδή των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών που αναδιανέμουν ισχύ, πλούτο και εισόδημα υπέρ της άρχουσας κεφαλαιοκρατικής τάξης. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη αυτών που σχεδίασαν το δημοψήφισμα.

Η αστραπιαία μετατροπή του «Όχι» του δημοψηφίσματος σε «Ναι» στο εσωτερικό του κράτους και των μηχανισμών του (Κυβέρνηση, Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κοινοβούλιο), αποτέλεσε την πλέον καθαρή εκδήλωση της μετεξέλιξης του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα-διαχειριστή του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή σε κόμμα που (σταδιακά) αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκπροσώπηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επομένως σε φορέα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής στρατηγικής.


2. Η νεοφιλελεύθερη μετεξέλιξη του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ

Μετά τις ευρωεκλογές του 2014, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε πρώτο κόμμα (και ήταν πλέον προφανές ότι θα αναλάμβανε τον καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας όποτε κι αν λάμβαναν χώρα εθνικές εκλογές), άρχισε μια γρήγορη διολίσθηση της πολιτικής του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ προς μια λογική «ιστορικού συμβιβασμού», δηλαδή την αντίληψη πως η Ελλάδα μετά την κρίση του 2008 μπορεί να κυβερνηθεί με βάση τις κοινωνικές ισορροπίες της περιόδου πριν από την κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα στον κομματικό λόγο απέκτησε η ρητορεία περί «παραγωγικής ανασυγκρότησης» (συνώνυμο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον δεν περιγράφονταν μορφές και δομές «κοινωνικής οικονομίας», δηλαδή οικονομικών σχέσεων που περιορίζουν την επιχειρηματική οικονομία και την αγορά). Η επαγγελία του «να πληρώσουν οι πλούσιοι», δηλαδή της αναδιανομής ισχύος και εισοδήματος υπέρ των λαϊκών τάξεων, περιθωριοποιήθηκε, η «κυβέρνηση της Αριστεράς» έδινε σταδιακά τη θέση της στην «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας». 

Το κρίσιμο ζήτημα της πρώτης περιόδου μετά τις ευρωεκλογές, που σηματοδοτούσε τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον «ιστορικό συμβιβασμό», δηλαδή επιτάχυνε τη συστημική μετάλλαξη της πολιτικής του, ήταν η προσέγγιση με τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς και ιδιαίτερα με τη «μνημονιακή» ΔΗΜΑΡ. Μια συμμαχία με τη ΔΗΜΑΡ θα λειτουργούσε ως άλλοθι για την απεμπόληση του ριζοσπαστικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα μιας «συμφωνίας εθνικού χαρακτήρα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό» (Δ. Βίτσας, γραμματέας ΣΥΡΙΖΑ, 3/10/2014, Χαιρετισμός στο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ). 

Καίτοι η προσέγγιση με τη ΔΗΜΑΡ δεν προχώρησε, λόγω αφενός της εκλογικής εξαφάνισης του κόμματος αυτού στις ευρωεκλογές και αφετέρου, ιδίως, λόγω των αντιστάσεων εκ μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας των στελεχών και μελών του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» παρέμεινε και εκφράστηκε ποικιλοτρόπως, μεταξύ άλλων με τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν για να στελεχώσουν κρίσιμες υπουργικές και άλλες θέσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 

Εντούτοις, και αυτό είναι το σημαντικό, η επιλογή των προσώπων δεν έπαιξε τον κύριο ρόλο, καθώς δεν ήταν η αιτία αλλά το αποτέλεσμα και το σύμπτωμα της μεταστροφής προς τον συστημικό «ρεαλισμό». Η παραγκώνιση των ομάδων εργασίας του κόμματος και της δουλειάς τους, η αγνόηση των επεξεργασιών και προτάσεων του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής κ.λπ., δεν συνιστούν παρά υλοποίηση της στρατηγικής του «ιστορικού συμβιβασμού» προς την οποία είχε προσανατολιστεί το επιτελείο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, και προπάντων ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ως επικεφαλής τότε του «κυβερνητικού προγράμματος» του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ καιρό πριν από την 25η Ιανουαρίου.

Έτσι φτάσαμε γρήγορα, μετά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης, στη Συμφωνία της 20/2 και από εκεί στη Συμφωνία της 13/7 και την τελεσίδικη αποδοχή του νεοφιλελεύθερου πλαισίου διακυβέρνησης. 

Εμβληματική στιγμή σ’ αυτή την πορεία ήταν η εξύμνηση των επιτευγμάτων (για το κεφάλαιο) της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση. Στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων (Απρίλιος 2015) που συντονίστηκε από το «Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων» του υπουργείου Οικονομικών σε συνεργασία με τα βασικά «παραγωγικά» υπουργεία διαπιστώνεται: 

«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας». Μάλιστα αυτό χαρακτηρίζεται ως «πρόοδος» που «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Επιπλέον εξαίρονται οι «διαρθρωτικές αλλαγές [...] όπως η συγκράτηση του κόστους της συνταξιοδοτικής ασφάλισης και ο εξορθολογισμός του συστήματος υγείας, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος».

Η ιδεολογική και πολιτική προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου είχε προαναγγελθεί. Μόνο όσοι δεν την έβλεπαν εξεπλάγησαν με τη συμφωνία της 13/7/15.


3. Οι εκλογές στις 20/9 ως αφετηρία αριστερής ανασύνθεσης

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που επέμειναν στην υπεράσπιση του ταξικού «Όχι» της 5/7 και δεν αποδέχθηκαν την υπερψήφιση του 3ου μνημονίου δημιούργησαν την αναγκαία συνθήκη για την ανασύνθεση της αριστερής στρατηγικής που θα εκφράσει τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας απέναντι σε αυτά του κεφαλαίου. Οι επερχόμενες εκλογές, που προκλήθηκαν από τη στάση τους αυτή, αποτελούν την αφετηριακή στιγμή της ενδεχόμενης αυτής αναγκαίας διαδικασίας, που, εφόσον υπάρξει, αναγκαστικά θα έχει μακρά διάρκεια. 

Υπογραμμίζω τη φράση εφόσον υπάρξει, διότι ακόμα λείπει η ικανή συνθήκη της διαδικασίας: Η ιδεολογικοπολιτική οικοδόμηση μιας μαρξιστικής Αριστεράς που θα ανιχνεύει την ασυμφιλίωτη αντίθεση των συμφερόντων της εργασίας έναντι αυτών του κεφαλαίου και θα αγωνίζεται για να συνδεθεί μαζί τους, να γειωθεί σ’ αυτά και να τα φέρει στο πολιτικό προσκήνιο. 

Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι να γίνει αντιληπτό πως το αντίδοτο στη μνημονιακή μετάλλαξη του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η δραχμική μετάλλαξη του προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού με βάση το οποίο οικοδομήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η υποκατάσταση των ταξικών αγώνων με έναν νέο κυβερνητισμό, της «νομισματικής πολιτικής» αυτήν τη φορά.


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Θέσεις για την κρίση και τη λιτότητα[1]


του Γιάννη Μηλιού



1. Η σχέση της οικονομικής κρίσης με τη λιτότητα



1.1. Η λιτότητα ως καπιταλιστική στρατηγική μείωσης του κόστους



Μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008 επιβλήθηκαν πολιτικές σκληρής λιτότητας σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ). Η λιτότητα επικρίθηκε ως ανορθολογική πολιτική που οξύνει περαιτέρω την οικονομική κρίση, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο μεταξύ μείωσης της πραγματικής ζήτησης, ύφεσης και υπερχρέωσης. Ωστόσο αυτή η κριτική δεν είναι σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο ακολουθείται για χρόνια αυτή η «αποτυχημένη» και «ανορθολογική» πολιτική, παρά τις τόσες ενδείξεις της ακαταλληλότητάς της.[2]

Στην πραγματικότητα, η οικονομική κρίση δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά στη μείωση της πραγματικής ζήτησης. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι η μείωση της κερδοφορίας για την τάξη των καπιταλιστών. Η «λιτότητα» αποτελεί μια στρατηγική που αποβλέπει στην αύξηση του ποσοστού κέρδους για το κεφάλαιο.[3]

Η λιτότητα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του νεοφιλελευθερισμού. Στην επιφάνεια, λειτουργεί ως στρατηγική για τη μείωση του επιχειρηματικού κόστους: Μειώνει το κόστος εργασίας του ιδιωτικού τομέα, αυξάνει τα κέρδη ανά μονάδα κόστους (εργασίας) και ως εκ τούτου αυξάνει το ποσοστό κέρδους.

Συμπληρώνεται από την οικονομία στη χρήση «υλικού κεφαλαίου» (μια ακόμα πολιτική «συρρίκνωσης της ζήτησης»!) και από θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν αφενός την κινητικότητα και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων και αφετέρου την ισχύ των διευθυντών στο εσωτερικό της επιχείρησης και των κατόχων χρηματοπιστωτικών τίτλων στο εσωτερικό της κοινωνίας. Όσον αφορά δε τη δημοσιονομική εξυγίανση, η λιτότητα δίνει προτεραιότητα στις περικοπές των δημοσίων δαπανών. Αυτό επιφέρει συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, δηλαδή μείωση του έμμεσου μισθού των εργαζομένων, με παράλληλη μείωση των φόρων επί του κεφαλαίου, αλλά και σταδιακή εξαφάνιση της όποιας προοδευτικότητας στον φόρο εισοδήματος.



1.2. Η λιτότητα ως ταξική στρατηγική



Τα πράγματα έχουν συνήθως δύο όψεις. Ό, τι αποτελεί κόστος για το κεφάλαιο, συνιστά ανάγκη για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των εργαζομένων, δηλαδή ζήτημα διατήρησης ορισμένου βιοτικού επιπέδου. Αυτό αφορά και το κοινωνικό κράτος, οι υπηρεσίες του οποίου εκτός του ότι αποτελούν κόστος για τους φορολογούμενους συνιστά σημαντική μορφή έμμεσου, «κοινωνικού μισθού».

Αυτό δείχνει ότι η λιτότητα συνιστά θεμελιακά μια ταξική πολιτική. Εξυπηρετεί με αποκλειστικό τρόπο τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων, συνταξιούχων, μικροεπιχειρηματιών, ανέργων αλλά και των κοινωνικά αδύναμων ομάδων. Μακροπρόθεσμος στόχος της είναι να διαμορφώσει και να επιβάλει ένα μοντέλο εργασιακών σχέσεων με συρρικνωμένα δικαιώματα και λιγότερες κοινωνικές παροχές για τους εργαζόμενους, με χαμηλότερους και «ευέλικτους» μισθούς και με εκμηδένιση της διαπραγματευτικής δύναμης των μισθωτών απέναντι στους εργοδότες και τις οργανώσεις τους.

Η λιτότητα οδηγεί βεβαίως σε οικονομική ύφεση. Αλλά η ύφεση ασκεί πίεση σε κάθε ιδιώτη επιχειρηματία, τόσο στον καπιταλιστή όσο και στον μικροεπιχειρηματία, στην κατεύθυνση μείωσης όλων των δαπανών του. Ωθείται στο να επιδιώξει την εξαγωγή περισσότερης απόλυτης υπεραξίας, δηλαδή να επιχειρήσει να παγιώσει υψηλά ποσοστά κέρδους μέσα από τη μείωση των μισθών, την εντατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας, την παραβίαση εργασιακών κανονισμών και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων κλπ.[4]

Στην προοπτική των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, η ύφεση επιτρέπει να τεθεί σε κίνηση μια «διαδικασία δημιουργικής καταστροφής». Πρόκειται για την αναδιανομή του εισοδήματος και της εξουσίας προς όφελος του κεφαλαίου με παράλληλη συγκέντρωση πλούτου. Μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, ιδίως στο λιανικό εμπόριο, «εκκαθαρίζονται» από τις μεγάλες επιχειρήσεις και από εμπορικά κέντρα.

Αυτή η στρατηγική έχει τη δική της οικονομική και πολιτική λογική, καίτοι αυτό ίσως να μην γίνεται σαφές σε μια επιφανειακή ανάγνωση. Βάση της στρατηγικής αυτής είναι η κατανόηση της κρίσης ως ευκαιρίας για ιστορικής σημασίας μεταβολή του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων προς όφελος της καπιταλιστικής εξουσίας. Το σχέδιο αυτό αποβλέπει στο να υποταγούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες στις απαιτήσεις του κεφαλαίου για αυξημένη κερδοφορία αλλά και στην ανενόχλητη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, με σκοπό να μεταφερθούν τα βάρη και οι συνέπειες της συστημικής καπιταλιστικής κρίσης στους ώμους των εργαζομένων.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε μια συγκυρία έντασης των κοινωνικών ανταγωνισμών, όπως η σημερινή, μια κυβέρνηση που επιθυμεί να εκφράσει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας, δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ακολουθήσει πολιτικές λιτότητας.



1.3. Λιτότητα και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο



Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μια μορφή άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας, δηλαδή έναν από τους δυνατούς τρόπους οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου επί της κοινωνικής πλειοψηφίας. Βασίζεται αφενός στη λιτότητα, όπως προαναφέραμε, και αφετέρου στην απόδοση καθοριστικού ρυθμιστικού ρόλου στις παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Η χρηματοπιστωτική σφαίρα δεν αποτελεί το βασίλειο της κερδοσκοπίας (άλλωστε η «κερδοσκοπία» είναι ο στόχος όλων των ειδών κεφαλαίου), ούτε λειτουργεί ως καζίνο. Πρόκειται για έναν σημαντικό εποπτικό μηχανισμό.

Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Καρλ Μαρξ δείχνει σαφώς ότι το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο προσωποποιείται σε δύο «υποκείμενα»: τον καπιταλιστή του χρήματος και τον ενεργό καπιταλιστή. Στη διάρκεια μιας διαδικασίας δανειοδότησης, ο καπιταλιστής του χρήματος γίνεται αποδέκτης και ιδιοκτήτης ενός χρηματοπιστωτικού τίτλου, δηλαδή μιας γραπτής υπόσχεσης πληρωμής την οποία δίνει ο ενεργός καπιταλιστής, δηλαδή ο διευθυντής της επιχείρησης.

Με τα λόγια του Μαρξ:



«Στο προτσές της αναπαραγωγής ο ενεργός κεφαλαιοκράτης αντιπροσωπεύει απέναντι στους μισθωτούς εργάτες το κεφάλαιο σαν ξένη ιδιοκτησία, ο δε κεφαλαιοκράτης του χρήματος, αντιπροσωπευόμενος από τον ενεργό κεφαλαιοκράτη, συμμετέχει στην εκμετάλλευση της εργασίας».[5]



Σίγουρα υπάρχουν δευτερεύουσες αντιθέσεις μεταξύ των διευθυντών και των μεγάλων επενδυτών χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αλλά αυτές οι αντιφάσεις είναι περιορισμένης σημασίας εάν συγκριθούν με την ταξική αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής τάξης.

Η κάθε επιχείρηση έχει τη διπροσωπία του Ιανού. Αφενός ο μηχανισμός παραγωγής καθαυτός και από την άλλη η χρηματοπιστωτική μορφή ύπαρξής του, δηλαδή οι μετοχές, τα ομόλογα και οι λοιποί τίτλοι της επιχείρησης, που γίνονται αντικείμενα συναλλαγών στις παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η παραγωγή υπεραξίας αποτελεί ένα πολιτικοποιημένο πεδίο σύγκρουσης. Η ακριβής έκβαση αυτής της διαδικασίας δεν είναι ποτέ γνωστή εκ των προτέρων, περιέχει πάντα κάποιους «κινδύνους» για το κεφάλαιο. Οι τεχνικές που αποβλέπουν στη διαχείριση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου αναπτύσσονται και εφαρμόζονται στο πλαίσιο λειτουργίας μιας «απορυθμισμένης» αγοράς χρήματος. Στην παρούσα συγκυρία αποβλέπουν στο να αντιμετωπίσουν την αντίσταση της εργατικής τάξης με το να επιβάλλουν και να εδραιώνουν τις πολιτικές συγκεκριμένους κανόνες, που σταθεροποιούν τις πολιτικές λιτότητας.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δημιουργούν δομές εποπτείας της αποτελεσματικότητας των ατομικών κεφαλαίων, δηλαδή μηχανισμούς ελέγχου της κίνησης του κεφαλαίου. Το αίτημα για αύξηση των κερδών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ασκεί πίεση στα ατομικά κεφάλαια (επιχειρήσεις) στην κατεύθυνση εντατικότερης και πιο αποτελεσματικής εκμετάλλευσης της εργασίας, δηλαδή για μεγαλύτερη κερδοφορία. Αυτή η πίεση μεταδίδεται στα κεφάλαια μέσα από πολλά κανάλια επικοινωνίας.

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Όταν μια μεγάλη εταιρεία εξαρτάται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές που εξασφαλίζουν τη χρηματοδότησή της, κάθε υποψία ανεπαρκούς αξιοποίησης του κεφαλαίου της, αυξάνει το κόστος των δανείων και συνεπώς μειώνει τη διαθεσιμότητα χρήματος και μειώνει τις τιμές των ομολόγων και των διάφορων παραγώγων.

Σε μια τέτοια κατάσταση, οι δυνάμεις της εργασίας που δρουν στο πολιτικοποιημένο περιβάλλον της μεγάλης επιχείρησης τίθενται μπροστά σε ένα δίλημμα: Είτε να αποδεχθούν τις πιέσεις των καπιταλιστών για μεταβολή προς το χειρότερο των όρων εργασίας και αμοιβής, με αποτέλεσμα να χάσουν τμήμα της διαπραγματευτικής τους δύναμης, ή να μην ενδώσουν στις πιέσεις με κίνδυνο να χάσουν την εργασία τους λόγω μαζικών απολύσεων ή και πτώχευσης της επιχείρησης. Πρόκειται για το δίλημμα αποδοχής των «νόμων του κεφαλαίου» ή έκθεσης στον κίνδυνο της εργατικής ανασφάλειας και της υποαπασχόλησης.

Αυτή η πίεση αφορά τις δομές οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας στο σύνολό της. Πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την επίταση του «δεσποτισμού» που ασκούν οι διευθυντές επί των εργαζομένων, αλλά και την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας και την αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Με άλλη διατύπωση, η «πειθάρχηση στην αγορά» είναι συνώνυμο της «πειθάρχησης» στους όρους του κεφαλαίου.

Αυτή η σύντομη θεωρητική σκιαγράφηση της παρούσας συγκυρίας αποβλέπει στο να κατανοηθεί η διαδικασία παγκοσμιοποίησης και χρηματοπιστωτικοποίησης του κεφαλαίου ως μια πολύπλοκη τεχνολογία διακυβέρνησης, με κύριο σκοπό την ενίσχυση και οργάνωση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Πρόκειται για μια τεχνολογία της εξουσίας που αναπτύχθηκε από μια σειρά θεσμών, ιστορικών διαδικασιών, αναλύσεων, τεχνικών υπολογισμών, τακτικών και μοντέλων δράσης που επιτρέπει την άσκηση αυτής της ειδικής, καίτοι ιδιαίτερα περίπλοκης λειτουργίας: την αποτελεσματική οργάνωση της καπιταλιστικής εξουσίας μέσα από τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.



1.4. Λιτότητα και Ζώνη του Ευρώ



Όπως ήδη σημειώσαμε, το εσωτερικό της επιχείρησης αποτελεί πεδίο έκφρασης αντικρουόμενων συμφερόντων. Όπως σχολίαζε ο Καρλ Μαρξ, αναφερόμενος στο ζήτημα του (ανα)καθορισμού των ορίων της εργάσιμης ημέρας:



«Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα [...] Από την άλλη πλευρά, [...] ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πωλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα [...]. Επομένως έχουμε εδώ, μια αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο [...]. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία».[6]



Αυτό σημαίνει ότι η συνέχιση ή μη της λιτότητας είναι ένα ζήτημα που θα κριθεί από τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος θα κρίνει εάν θα διατηρηθούν και θα επεκταθούν κοινωνικές κατακτήσεις, ή εάν το λεγόμενο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο θα μείνει στην ιστορία ως ένα κακόγουστο αστείο.

Πέρα από ορισμένα όρια, η υπαγωγή όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής στην αχαλίνωτη λειτουργία των αγορών και στην επιταγή μεγιστοποίησης του κέρδους, μπορεί να λειτουργήσει ως «πολιτικός κίνδυνος», αφού αυξάνει τις πιθανότητες για ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις. Αυτό εξέφραζε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στην ομιλία του στη Νέα Υόρκη, στις 31/10/1936, αντιπαραθέτοντας το «οργανωμένο χρήμα» με τον «οργανωμένο όχλο», για να προτείνει ακολούθως μια μέση οδό: «Γνωρίζουμε τώρα ότι μια κυβέρνηση του οργανωμένου χρήματος είναι εξίσου επικίνδυνη με μια κυβέρνηση του οργανωμένου όχλου».[7]

Η θεσμική διάρθρωση της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) ενισχύει σκόπιμα τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής για τις χώρες-μέλη της (δεν δανείζει άμεσα τα κράτη-μέλη της ΖτΕ). Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη-μέλη της εκτίθενται σκόπιμα σε χρηματοπιστωτικό κίνδυνο, ακολουθώντας τον κανόνα ότι οι κρατικές πολιτικές πρέπει πάντα να «αξιολογούνται» από τις αγορές και να έχουν την έγκρισή τους, δηλαδή να εκφράζουν τα συμφέροντα των αγορών. Εάν οι «αγορές» δεν αποδεχθούν ορισμένη πολιτική, αυτή πρέπει να αλλάξει.

Έχοντας πολιτικά συνομολογήσει ότι δεν «επιτρέπεται» να δανείζονται από την ΕΚΤ, τα κράτη-μέλη της ΖτΕ γνώριζαν εξαρχής ότι, σε μια μελλοντική συγκυρία δημοσιονομικής δυσχέρειας, η εξασφάλιση της αναγκαίας ρευστότητας ώστε να αποπληρώνουν τις οφειλές προς τους κατόχους κρατικών ομολόγων τους μπορεί να επιτευχθεί με έναν μόνο τρόπο: Με περικοπή κοινωνικών δαπανών που να βελτιώνει το δημοσιονομικό ισοζύγιο. Και αυτό διότι οι άλλοι τρόποι χρηματοδότησης είναι ο εξωτερικός δανεισμός που μεσοπρόθεσμα επιδεινώνει το πρόβλημα ρευστότητας και η αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου που δεν επιθυμούν και πάντως δεν μπορούν να επιβάλλουν οι περισσότερες αστικές κυβερνήσεις.

Με άλλη διατύπωση, οι κυβερνώσες ελίτ όλων των χωρών της ΖτΕ είχαν αποφασίσει από κοινού και προκαταβολικά να εκμεταλλευτούν τις μελλοντικές κρίσεις ως μέσα για την περαιτέρω ενίσχυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Στη ΖτΕ ο «πολιτικός κίνδυνος» αμφισβήτησης ή και ανατροπής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής θεωρείται ότι ελαχιστοποιείται χάρη στην υιοθέτηση ενός θεσμικού πλαισίου στο οποίο η λιτότητα είναι η μόνη δυνατή λύση για την αντιμετώπιση οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ασταθειών.

Στο εθνικό κράτος με την παραδοσιακή του μορφή υπάρχει μια μοναδική δημοσιονομική αρχή που συνδέεται με τη δράση τής επίσης μοναδικής κρατικής κεντρικής τράπεζας. Είναι γνωστό ότι αυτό δεν συμβαίνει στη ΖτΕ. Τα κράτη-μέλη εκδίδουν πιστωτικούς τίτλους σε ένα νόμισμα που δεν μπορούν να ελέγξουν με τον αποτελεσματικό και σαφή τρόπο που μια συμβατική κεντρική τράπεζα ελέγχει το αντίστοιχο εθνικό νόμισμα. Με απλά λόγια δεν είναι σε θέση να «τυπώσουν» ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Όταν τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας για την πληρωμή των όσων κατέχουν ομόλογά τους, αναγκάζονται να περιορίσουν τις δαπάνες τους για κοινωνικές παροχές, άρα για έμμεσο μισθό των εργαζομένων. Διαφορετικά κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση χρεοστασίου.

Οι κυρίαρχες ελίτ της Ευρώπης αποφάσισαν λοιπόν συλλογικά να δημιουργήσουν κοινό νόμισμα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των κρίσεων ως μέσων για την περαιτέρω νεοφιλελευθεροποίηση της κρατικής διακυβέρνησης. Τα κράτη-μέλη δέχθηκαν να τίθενται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα: λιτότητα, περικοπές παροχών και δαπανών και ιδιωτικοποιήσεις, ή κίνδυνος χρεοστασίου. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ισοδύναμες επιλογές αφού στη δεύτερη περίπτωση, τα κράτη-μέλη πρέπει να ζητήσουν ένα «πακέτο διάσωσης», το περιεχόμενο του οποίου είναι ακριβώς η λιτότητα, οι περικοπές και οι ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η συντηρητική προοπτική θεωρεί ως «ηθικό κίνδυνο» κάθε πολιτική που αποβλέπει στο να προστατεύσει συμφέροντα της εργατικής τάξης, που στηρίζει το κοινωνικό κράτος και οργανώνει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από τις επιδιώξεις των αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο νεοφιλελευθερισμός της Ευρώπης καλείται να ορίσει την ένταση της λιτότητας, με τρόπο που να επιτρέπει μια «άριστη» ισορροπία μεταξύ πολιτικού και ηθικού κινδύνου.

Σε γενικές γραμμές οι δύο αυτοί κίνδυνοι, ο «ηθικός» και ο «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Όταν αυξάνεται ο ηθικός κίνδυνος μειώνεται ο πολιτικός και αντιστρόφως. Συνεπώς, η ένταση που δημιουργείται στο σημείο συνάντησής τους επιτρέπει την κατάλληλη εξισορρόπησή τους. Οι «ανεξάρτητες αρχές» βρίσκονται σε απυρόβλητη ζώνη, στην οποία δεν μπορεί να ασκηθεί δημοκρατικός έλεγχος, ιδίως σε ό, τι αφορά τις οικονομικού χαρακτήρα αποφάσεις (σαφές παράδειγμα η «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ). Αυτές οι «ανεξάρτητες αρχές» δημιουργούν μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να εντοπίσουν το σημείο ισορροπίας των δύο «κινδύνων». Ωστόσο αυτός ο μηχανισμός είναι ατελής και αναποτελεσματικός απέναντι στην ικανότητα των ταξικών ανταγωνισμών να δημιουργούν απρόβλεπτα συμβάντα.



2. Ελλάδα:

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αμφισβητήσει ουσιαστικά το νεοφιλελευθερισμό;



2.1. Το « χρηματοδοτικό κενό» του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα



Πέντε χρόνια ακραίας λιτότητας στην Ελλάδα απονομιμοποίησαν το πολιτικό σύστημα, ιδίως με την κατάρρευση του άλλοτε ισχυρότατου ΠΑΣΟΚ που εξασφάλισε εκλογική υπεροχή και βρέθηκε στην κυβέρνηση για περίπου είκοσι χρόνια την περίοδο μετά το 1981. Οι εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015 οδήγησαν, ως γνωστόν, στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ με την υποστήριξη του συντηρητικού, αλλά αντιμνημονιακού κόμματος ΑΝΕΛ.

Οι εκλογείς έδωσαν διττή εντολή στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, να θέσει τέλος στις πολιτικές λιτότητας. Δεύτερον, να συνάψει συμφωνία με τους δανειστές της χώρας, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (που τώρα καλούνται «οι θεσμοί»), με σκοπό να υπάρξει χρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου τομέα.

Η ενδιάμεση συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015 προέβλεπε την τετράμηνη παράταση του Μνημονίου που είχε υπογράψει η προηγούμενη κυβέρνηση (“Master Financial Assistance Facility Agreement”) με ορισμένες νέες δεσμεύσεις των δύο πλευρών και την πρόβλεψη ότι στο τέλος της μεταβατικής περιόδου θα υπογραφόταν νέα συμφωνία που θα περιλάμβανε πλαίσιο δράσης για τα επόμενα 3-4 χρόνια, καθώς και για θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία.

Η ανακωχή που αποφασίστηκε με τη συμφωνία αυτή δεν είχε πραγματικά δεσμευτικούς όρους για τους δανειστές του ελληνικού Δημοσίου. Δεδομένου ότι οι «θεσμοί» θα έκριναν μονομερώς εάν η Ελλάδα ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις της, η συμφωνία αποτελούσε για την ελληνική κυβέρνηση βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Η οποιαδήποτε απόφαση έπρεπε να τυγχάνει της έγκρισης των «θεσμών» και γι’ αυτό το λόγο δεν δόθηκαν στην Ελλάδα δόσεις του δανείου που είχαν συμφωνηθεί στο προηγούμενο Μνημόνιο.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου δεν αποκλείει τη δυνατότητα να λάβει το ελληνικό κράτος μέτρα ανακούφισης των εργαζόμενων και ενίσχυσης των θεσμών του κοινωνικού κράτους. Ωστόσο το θεμελιώδες σημείο της συμφωνίας είναι το ότι οι «θεσμοί» μπορούν να εξετάζουν και να κρίνουν ποιες μεταρρυθμίσεις δημιουργούν δημοσιονομικά προβλήματα, θέτουν εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη ή παρακωλύουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτή η πρόβλεψη εποπτείας από τους δανειστές αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο στην υλοποίηση του πολιτικού προγράμματος και των κοινωνικών αλλαγών που είχε επεξεργασθεί και υποσχεθεί προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ.



2.2. Η προτεραιότητα του εσωτερικού μετώπου



Τα παραπάνω μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η παρούσα διεθνής κατάσταση χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία δυνάμεων που περιορίζουν την ευχέρεια δράσης και απόφασης των εθνικών κυβερνήσεων τόσο στα δημοσιονομικά ζητήματα όσο και σε άλλους τομείς.

Το αποτέλεσμα όμως των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων δεν θα κριθεί από τις κινήσεις τακτικής που επηρεάζουν τη δημοσιονομική κατάσταση ούτε από το «εξωτερικό μέτωπο». Καθοριστικές θα είναι οι εξελίξεις στο εσωτερικό μέτωπο της Ελλάδας. Η μόνη ριζοσπαστική επιλογή που έχει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η φυγή προς τα εμπρός, που θα απαλλάξει τους εργαζόμενους από την ασφυκτική πίεση του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η στρατηγική σημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να θέσει στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της δράσης της τις προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση αναδιανομής εισοδήματος και πολιτικής ισχύος προς όφελος του κόσμου της εργασίας, μέσω ανασύστασης του κοινωνικού κράτους και ουσιαστικοποίησης της δημοκρατίας με λαϊκή συμμετοχή.

Η φυγή προς τα εμπρός περιλαμβάνει μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος τόσο σε επίπεδο νομοθεσίας όσο και στο επίπεδο των μηχανισμών ελέγχου της φοροδιαφυγής των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό τα κεφάλαιο και τα πλουσιότερα στρώματα θα αναλάβουν το βάρος που τους αναλογεί. Στην ίδια κατεύθυνση θα συμβάλλει η καταπολέμηση των δομών διαφθοράς που έχουν οικοδομήσει οι ελληνικές οικονομικές ελίτ.

Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί από στελέχη και όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί και να εκτελεσθεί ένα «Μνημόνιο για το κεφάλαιο», ως βάση μιας κοινωνικής συμμαχίας των υποτελών τάξεων. Η τόσο συχνά επαναλαμβανόμενη σε αριστερούς κύκλους φράση «να πληρώσει το κεφάλαιο» δεν ήταν ποτέ τόσο επίκαιρη όσο είναι την παρούσα στιγμή.

Η εσωτερική δυναμική, οι λαϊκές πρωτοβουλίες και οι κινητοποιήσεις θα ενισχύσουν τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Το ζήτημα είναι σαφώς πολιτικό. Η νεοφιλελεύθερη παγίδα μπορεί να εξουδετερωθεί μόνον εάν η κυβέρνηση δεχθεί λαϊκές πιέσεις και προκειμένου να μη διαρρήξει τη σχέση εκπροσώπησης και να παραβεί την εντολή που έλαβε με τις εκλογές, σταματήσει να πληρώνει τις δόσεις του χρέους μέχρις ότου επιτευχθεί οριστική συμφωνία με τους «θεσμούς».

Η ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα μετά την καθυστέρηση πληρωμής δόσεων θα έχει πολύ μικρή σημασία, δεδομένου ότι η χώρα δεν δανείζεται πλέον στις αγορές. Και η καθυστέρηση της πληρωμής δόσεων δεν θα έχει ως συνέπεια ένα Grexit, ούτε καν ένα αυτόματο χρεοστάσιο. Την 1/5/2015, τρεις από τους μεγαλύτερους οίκους αξιολόγησης, Standard and Poor’s, Fitch και DBRS, ανακοίνωσαν ότι δεν θα θεωρήσουν χρεοστάσιο την καθυστέρηση καταβολής δόσεων της Ελλάδας προς το ΔΝΤ ή την ΕΚΤ. Εάν πάντως μια καθυστέρηση πληρωμών προς κάποιον από τους «θεσμούς» θεωρηθεί πιστωτικό γεγονός, το ΔΝΤ θα αποχωρήσει από το πρόγραμμα «διάσωσης» και αυτό θα ανοίξει το δρόμο για την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους.

Η αναγκαία «μεροληψία» του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και κατά της ολιγαρχίας εκφράζεται συχνά και με σαφήνεια σε λόγους του Αλέξη Τσίπρα. Στην ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο του The Economist στην Αθήνα, ο Πρωθυπουργός είπε το Μάιο του 2015:



«Το Μνημόνιο δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό λάθος, ένα κακό πρόγραμμα, μια παραδρομή. Το Μνημόνιο ήταν η συνειδητή επιλογή να φορτωθούν τα βάρη της οικονομικής κρίσης που προκλήθηκε από τις ανισορροπίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επιδεινώθηκε από τις εγγενείς παθογένειες του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας, να φορτωθούν, λοιπόν, αυτά τα βάρη, στις πλάτες της μισθωτής εργασίας, στις πλάτες των συνταξιούχων, της αυτοαπασχολούμενης μεσαίας τάξης και των μικρών επιχειρηματιών [...]. Οι μόνοι που δεν υπέστησαν ζημίες μέσα σε αυτή την πενταετία της τραγωδίας για την ελληνική κοινωνία και οικονομία ήταν οι Έλληνες πλούσιοι. Αυτοί που έβγαλαν τα χρήματά τους στο εξωτερικό έγκαιρα, αυτοί που συνήθιζαν να φοροδιαφεύγουν και τα χρόνια της ανάπτυξης – και δυστυχώς συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν μέχρι σήμερα».[8]  



Αυτή η προοπτική δεν φαίνεται ωστόσο να βρίσκεται στην ατζέντα του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος, ως γνωστό, δήλωσε μετά από τις εκλογές ότι το 70% του Μνημονίου ήταν θετικό για την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν έλεγε προεκλογικά ότι υπερασπίζεται το 70% του Μνημονίου και εάν υποτεθεί ότι το έλεγε, πιθανότατα να είχε εξαφανιστεί από τον κοινοβουλευτικό χάρτη.

Με παρόμοιο τρόπο, ο Γ. Βαρουφάκης προσπάθησε να αναδιατυπώσει την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και τη λαϊκή εντολή που έχει λάβει δηλώνοντας σε συνάντηση Ελλήνων τραπεζιτών στις 22/4/2015:



«Εν έτει 2015, μετά από πέντε χρόνια καταστροφικής ύφεσης όπου όλοι είναι θύματα, σε τελική ανάλυση, ελάχιστοι είναι οι επιτήδειοι που έχουν κερδίσει απ’ αυτή την κρίση. Η εποχή στην οποία μια κυβέρνηση της αριστεράς ήταν εξ ορισμού αντίθετη με τον χώρο της επιχειρηματικότητας έχει παρέλθει. Αν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα αναπτυσσόμαστε, τότε μπορεί να ξανααρχίσουμε να μιλάμε για συγκρουόμενα συμφέροντα εργασίας και κεφαλαίου. Σήμερα είμαστε μαζί».[9]



Το Μνημόνιο θεωρεί ότι η οικονομική ανάπτυξη θα βασιστεί στις εξαγωγές και ότι η οποιαδήποτε αύξηση των μισθών βλάπτει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Άρα «δεν είμαστε μαζί». Δεν ενδιαφέρει εδώ το ότι αυτή η θεώρηση είναι απολύτως εσφαλμένη. Ενδιαφέρει το ότι την ασπάζονται οι «θεσμοί» και, δυστυχώς και ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών, 10 αλλά και ένα μέρος στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που υιοθετούν κυρίαρχες αντιλήψεις και αντιλαμβάνονται το Μνημόνιο απλώς ως ένα «οικονομικό σφάλμα», με την έννοια ότι οδηγεί στην ύφεση και η ύφεση εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη.

Σε πείσμα όλων αυτών, η πλειοψηφία της κοινωνίας θα είναι πάντα αντίθετη στη συρρίκνωση των μισθών και στην επιβολή της επισφαλούς απασχόλησης, στον εκφυλισμό και στη συρρίκνωση των δημόσιων-κοινωφελών υπηρεσιών, που αυξάνουν το κόστος της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης. Ο κόσμος της εργασίας θα αντιλαμβάνεται πάντα την «κρίση της εργασίας» (δηλαδή την ανεργία, την κατάργηση δικαιωμάτων, την επισφαλή και υποαμειβόμενη εργασία, κλπ.) ως μια κοινωνική ασθένεια που πρέπει να αντιμετωπιστεί καθαυτή και άμεσα και όχι να θεωρηθεί ως πρόβλημα που θα επιλυθεί μελλοντικά, μετά από την ανάκαμψη των κερδών.

Οι δυνάμεις της εργασίας σε ένα κοινωνικό σχηματισμό που έχει γνωρίσει ταχύτατη μείωση του ΑΕΠ κατά 25%, έχει δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας και βιώνει τη διαρκή πτωχοποίηση των εργαζομένων με ταυτόχρονη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, όπου οι συνθήκες εργασίας γίνονται όλο και δυσμενέστερες, αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις που χαρακτηρίζονται παράλληλα από υψηλή πολιτικοποίηση και που συνειδητοποιούν σε μεγάλο βαθμό τις αντιφάσεις και τις ταξικές στρατηγικές, δύσκολα θα ακολουθήσουν τυφλά πολιτικές που ευνοούν το κεφάλαιο.

Το ιστορικό στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς να κατακτήσει την ηγεμονία με το να εκφράσει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας που αγωνίζεται ενάντια στα καπιταλιστικά συμφέροντα. Δεν υπάρχει χώρος για άσκηση πολιτικής «εν γένει» και για «εθνικά» ιδεολογήματα του τύπου «όλοι μαζί» ενάντια στους ξένους ή «όλοι μαζί» για την Ελλάδα ενάντια στη Γερμανία ή την ΕΕ.

Πρέπει να απαντήσουμε στις προκλήσεις της συγκυρίας χωρίς δισταγμούς και μισόλογα. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πρέπει και μπορεί να επανιδρυθεί, οι κοινωνικές ανάγκες πρέπει να αποκτήσουν προτεραιότητα έναντι του «οργανωμένου χρήματος».

---------------------------------------------
[1] Επεξεργασμένη μορφή ομιλιών στο London School of Economics στις 30/4/2015 με θέμα “Is Austerity Winning the Argument on Euro-Zone Recovery?” και στο Forum international στις 2-5-2015 στη Λοζάνη με θέμα “Le troisième âge du capitalisme, sa physionomie socio-politique à l’orée du XXIe siècle. En mémoire d’Ernest Mandel (1923-1995)”.

[2] Για μια κριτική αυτών των προσεγγίσεων, βλ. D. P. Sotiropoulos, J. Milios, S. Lapatsioras, “Addressing the Rationality of ‘Irrational’ European Responses to the Crisis. A Political Economy of the Euro Area and the Need for a Progressive Alternative”, in A. Bitzenis, N. Karagiannis, J. Marangos (eds.), Europe in Crisis, London: Palgrave, 2015: 67-76.

[3] Ο Μαρξ εξήγησε με μεγάλη σαφήνεια αυτό το θέμα. Ασκεί κριτική στις υποκαταναλωτικές προσεγγίσεις που διαβλέπουν την αιτία των κρίσεων στην έλλειψη πραγματικής ζήτησης και επισημαίνει ότι οι κρίσεις ξεσπούν ακριβώς όταν η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων έχει φτάσει σε υψηλό σημείο: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώσει ή καταναλωτών ικανών να πληρώσουν. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης παρά την κατανάλωση με πληρωμή εκτός από την κατανάλωση sub forma pauperis [την κατανάλωση των απόρων] ή των “κατεργάρηδων”. Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα, δεν σημαίνει άλλο παρά πως δε βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλαδή καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική ή την ατομική κατανάλωση). Αν όμως, για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μια επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί, τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα-ίσα από μια περίοδο όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter (πράγματι) μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα έπρεπε από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγιούς και απλού λογικού ν’ απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή ή κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση», Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 2ος, Αθήνα 1979: 411. Άρα η κρίση σημαίνει έλλειψη υπεραξίας και όχι έλλειψη ζήτησης.

[4] Ο Μαρξ δείχνει ότι η ικανότητα της καπιταλιστικής τάξης να αναδιοργανώνει την παραγωγή, να εκσυγχρονίζει τα μέσα παραγωγής και να εξοικονομεί σταθερό κεφάλαιο (ως τρόπο εξόδου από κρίσεις υπερσυσσώρευσης) δεν συνιστά τεχνική πλευρά της οικονομικής δραστηριότητας. Πρόκειται για το αποτέλεσμα ορισμένου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων. Η αναδιοργάνωση μιας επιχείρησης σημαίνει, πρωταρχικά, τη μεταβολή μιας σειράς κοινωνικών (ταξικών) σχέσεων και αποβλέπει στην επίταση της εκμετάλλευσης. Αυτή η διαδικασία σημαίνει, αφενός, την αύξηση του βαθμού ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας από την τάξη των καπιταλιστών και, αφετέρου, μέσα από την οποία μπορεί να προκύψει ακόμα και η οικονομία στη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής (σταθερού κεφαλαίου): «Μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα όλες οι μέθοδες αύξησης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας εφαρμόζονται σε βάρος του ατομικού εργάτη. όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής μετατρέπονται σε μέσα κυριάρχησης και εκμετάλλευσης του παραγωγού, κολοβώνουν τον εργάτη και τον κάνουν μερικό άνθρωπο, τον υποβιβάζουν σε εξάρτημα της μηχανής [...] Όμως όλες οι μέθοδες παραγωγής υπεραξίας είναι ταυτόχρονα μέθοδες συσσώρευσης, και κάθε επέκταση της συσσώρευσης γίνεται αντίστροφα μέσο ανάπτυξης αυτών των μεθόδων. Και το αποτέλεσμα είναι, στο μέτρο που συσσωρεύεται το κεφάλαιο, να χειροτερεύει υποχρεωτικά η κατάσταση του εργάτη, αδιάφορο αν είναι καλή ή κακή η πληρωμή του», Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1: 668.

[5] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978: 480.

[6] Το Κεφάλαιο, τ. 1: 246.

[7] “We know now that Government by organized money is just as dangerous as Government by organized mob.” Franklin D. Roosevelt, “Address at Madison Square Garden”, 31/10/1936 (http://www.presidency.ucsb.edu/ws/?pid=15219).


[9] http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2015/04/blog-post_770.html . Η έμφαση προστέθηκε.

[10] «Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός την βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. [...]. Η στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό, φαίνεται να επιτυγχάνεται το 2013 και το 2014, όπου το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών κατέγραψε πλεονάσματα ύψους 0, 6% και 0, 9% του ΑΕΠ αντίστοιχα». Υπουργείο Οικονομικών, Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, Απρίλιος 2015: 3 (http://ec.europa.eu/europe2020/pdf/csr2015/nrp2015_greece_el.pdf).


Πηγή Θέσεις, Τεύχος 132, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015. Η ύλη του τρέχοντος τεύχους (με τίτλο "Πατρίκιοι εναντίον πληβείων") διατίθεται ελεύθερα στον ιστότοπο της επιθεώρησης.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Μόνη διέξοδος η φυγή προς τα εμπρός! - Κριτική αποτίμηση της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας


των Σπύρου Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου


1. Εισαγωγή

Μία αποτίμηση της «μεταβατικής» συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου είναι ότι αποτελεί ανακωχή που επετεύχθη με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και αποδοχή από την άλλη πλευρά (των «θεσμών»). Στο επόμενο διάστημα, μέχρι το πέρας του τετραμήνου, θα διαμορφωθούν οι όροι διαπραγμάτευσης για την επόμενη συμφωνία. Αυτό κατά μία έννοια σημαίνει ότι δεν κρίθηκε τίποτα ακόμη. Όμως, η αποτίμηση αυτή είναι επισφαλής. Πρώτον, η ίδια η «μεταβατική» συμφωνία αλλάζει το συσχετισμό δύναμης. Δεύτερον, επειδή οι «εχθροπραξίες» θα συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του τετραμήνου (έλεγχος των δεσμεύσεων και επανερμηνεία των όρων της από κάθε πλευρά) απαιτείται να κατανοήσουμε πρώτα το τοπίο των διαπραγματεύσεων.


2. Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου: Ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος …

2α. Οι στόχοι της διαπραγμάτευσης

Η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στο Eurogroup της 12ης Φεβρουαρίου, δηλαδή στην πρώτη ουσιαστική φάση της διαπραγμάτευσης, με αίτημα μια συμφωνία σε ένα νέο «πρόγραμμα-γέφυρα», δηλώνοντας ρητά ότι είναι αδύνατη η παράταση του υπάρχοντος προγράμματος, που έχει απορριφθεί από τον ελληνικό λαό:

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1, 9 δις ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δις, ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου, (α) η Ελλάδα θα καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα (β) θα τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι «θεσμοί» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) προσήλθαν στη διαπραγμάτευση με τη θέση ότι η Ελλάδα έπρεπε να ζητήσει εξάμηνη «τεχνική επέκταση» του υφιστάμενου Προγράμματος (το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους δέχθηκαν να μετονομαστεί σε «υφιστάμενο διακανονισμό» – existing arrangement), ώστε να γίνει δυνατή η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης (successful completion of the review).


2β. Η έκβαση της διαπραγμάτευσης

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνει τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων».

Η παράταση της Σύμβασης («η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων») σημαίνει: (α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς», (β) δεσμεύσεις ή όρους, (γ) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση, (δ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς» (δεδομένης μάλιστα της «ανεξαρτησίας» της ΕΚΤ).

Με δυο λόγια πρόκειται για την απόρριψη-απόσυρση των σημείων (1) και (2) με τα οποία προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης – εκτός αν η αναφορά στην «ανεξαρτησία της ΕΚΤ» υπονοεί την «ευχέρεια» αυτής να εξετάζει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίνεται «θετικά» στις «δεσμεύσεις» που συνοδεύουν την επέκταση της συμφωνίας (γεγονός το οποίο αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις όποιες «ερμηνευτικές» προσπάθειες προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση σχετικά με τη συμφωνία).

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

Αυτό που κέρδισε η ελληνική κυβέρνηση (πέρα από την αλλαγή στην ορολογία, για την οποία έγινε τόση συζήτηση), είναι:

Α) Το σκέλος (α) του σημείου (3) των προτάσεών της, δηλαδή την ευχέρεια να προτείνει εκείνη προς έγκριση από τους «θεσμούς» τις μεταρρυθμίσεις για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάπτυξη. Έτσι απορρίφθηκαν τα μέτρα που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση (μείωση συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά) και συμφωνήθηκε να δοθεί το βάρος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας, στη μεταρρύθμιση του δημοσίου, στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος κλπ.[1]

Β) Η διαπραγμάτευση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015. Αντί του συμφωνημένου 3% του ΑΕΠ, η συμφωνία αφήνει το ζήτημα ανοιχτό για τον προσδιορισμό ενός χαμηλότερου ποσοστού: «Οι θεσμοί, σε ό, τι αφορά τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2015, θα λάβουν υπόψη τους τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Επομένως καθίσταται σαφές ότι αν η συμφωνία συνιστά ανακωχή, στην προκειμένη περίπτωση ανακωχή δεν σημαίνει «ισοπαλία»: Η συμφωνία αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Ναι μεν δίνεται χρόνος για το επόμενο βήμα, αλλά το τοπίο που οργανώνεται είναι ασφυκτικό, ελάχιστα θυμίζει τα minimum που επιζητούσε η κυβέρνηση μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου.


3. Υπάρχει ακόμα περιθώριο για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού;

3α. Η επιτήρηση ως ισορροπία ανάμεσα σε «πολιτικό» και «ηθικό» κίνδυνο.

Η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή εκείνης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκει να εναποθέσει όλες τις κοινωνικές διαδικασίες (από την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση μέχρι το δημόσιο χρέος) στη δικαιοδοσία και το «ρυθμιστικό ρόλο» των αγορών. Η ευρωπαϊκή Αριστερά επιδιώκει έτσι να διασφαλίσει εκείνη την ελευθερία άσκησης κυβερνητικής πολιτικής, που θα της επιτρέψει να περιορίσει την ισχύ των αγορών, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κοινωνικές ανάγκες.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα «πρόγραμμα» συνεχούς ενίσχυσης των συμφερόντων του κεφαλαίου, σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων, των επαγγελματιών, των συνταξιούχων, της νεολαίας, των μικρομεσαίων. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, από τον κ. Σόιμπλε, δεν στερείται ορθολογικών στόχων και στρατηγικής, παρά τις ρητορικές ευκολίες που δίνει ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός σε όποιον τον χρησιμοποιεί. Επιχειρεί να επιλύσει και μέχρι στιγμής το κάνει, ορθολογικά, δύο προβλήματα:

Πρώτον, τη νομιμοποίηση ενός εργασιακού μοντέλου χωρίς δικαιώματα και κοινωνική προστασία, με χαμηλές και εύκαμπτες αμοιβές, χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική δυνατότητα από τη μεριά των εργαζομένων, έτσι ώστε να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Δεύτερον, την οργάνωση της Ευρωζώνης (συντονισμός δημοσιονομικών πολιτικών, τραπεζική ενοποίηση, προγράμματα διάσωσης κλπ.) με στόχο μία Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην οποία τα κράτη μέλη δεν θα υποκύπτουν στον «ηθικό κίνδυνο» να στηρίζουν κοινωνικές (ή άλλες) δαπάνες προσφεύγοντας στον δημόσιο δανεισμό. Τα κράτη υποβάλλονται στο δίλημμα λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις ή κίνδυνος χρεοστασίου, με αποτέλεσμα στη δεύτερη περίπτωση την αποδοχή ενός προγράμματος διάσωσης, το περιεχόμενο του οποίου είναι φυσικά και πάλι λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η ακραία οπτική επιθυμεί ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρωθεί το χρέος ενώ δεν αντιτίθεται σε μεταρρυθμίσεις όπως αυτές τις οποίες προτείνει η ελληνική κυβέρνηση (και ενδεχομένως έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία) – όπως η καλύτερη οργάνωση των συστημάτων είσπραξης (φόροι, εισφορές), η αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα,[2] η αποδυνάμωση γενικά των ολιγοπωλίων. Μπορεί ακόμα να καλωσορίσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό, καθώς κατανοεί ότι έχει επιταχυνθεί ο κύκλος φθοράς και έλλειψης λαϊκής νομιμοποίησης του παλιού πολιτικού προσωπικού. Η διατήρηση του παλιού προσωπικού, εφόσον αυτό έχει απαξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, θεωρείται από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική «πολιτικός κίνδυνος», διότι μπορεί να οδηγήσει στις ανεξέλεγκτες ατραπούς μιας κοινωνικής έκρηξης.

Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί όμως παράλληλα «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) κάθε πολιτική που στηρίζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, διευρύνει το δημόσιο χώρο, επεκτείνει το κοινωνικό κράτος, θέτει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από την εμβέλεια δράσης των αγορών.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο του νεοφιλελευθερισμού είναι τόση λιτότητα, όση απαιτείται ώστε να μην αυξάνει ο «πολιτικός κίνδυνος», ενώ ταυτόχρονα αποτρέπεται ο «ηθικός κίνδυνος».

Γενικά μιλώντας, οι δύο κίνδυνοι, «ηθικός» και «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση, λόγω των συνεπειών με τις οποίες είναι συνδεδεμένοι στην τρέχουσα συγκυρία. Όταν μειώνεται ο «ηθικός» κίνδυνος, αυξάνει ο «πολιτικός» και αντίστροφα. Επομένως, η ένταση μεταξύ αυτών των δύο αυτών τάσεων καταλήγει, όταν συναντούνται, στην ανίχνευση της εκάστοτε κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ «ηθικού κινδύνου» (όταν οι κυβερνήσεις υποκύψουν στον «κίνδυνο» να αποδεχθούν συμφέροντα των κατώτερων τάξεων) και «πολιτικού κινδύνου» (να αποδιαρθρωθούν οι πολιτικές ελίτ και να προκύψουν φαινόμενα ανεξέλεγκτων μαζικών κινητοποιήσεων). Οι «ανεξάρτητες αρχές» που δεν ελέγχονται «δημοκρατικά», ειδικά για θέματα που αφορούν την «οικονομία», με κύριο παράδειγμα την «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ, είναι μία μέθοδος ανίχνευσης της ισορροπίας ανάμεσα στους δύο «κινδύνους». Αυτό όμως δεν θεωρείται επαρκές.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον καθοριστικό ρόλο έχει πλέον αναλάβει η «αξιολόγηση των συμφωνιών». Αν προσέξουμε τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα δούμε ότι δεν είναι εντελώς κλειστή για αιτήματα που αυξάνουν τον «ηθικό κίνδυνο», δηλαδή προωθούν ρυθμίσεις υπέρ του κοινωνικού κράτους και της εργασίας. Όμως, βασικό σημείο της συμφωνίας είναι ότι οι «θεσμοί» θα αξιολογούν ποιες μεταρρυθμίσεις (δεν) δημιουργούν προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, στις προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης και στη σταθερότητα και ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.[3] Η αξιολόγηση, δηλαδή η επιτήρηση, αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στην υλοποίηση του προγράμματος και των κοινωνικών μετασχηματισμών που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πέραν του ρητώς ανοικτού ακόμη ζητήματος της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, δείγματα γραφής της συνεχούς αξιολόγησης, που εγείρει τόσο η συμφωνία όσο και η σχέση με την ΕΚΤ ως έμμεσου χρηματοδότη, αποτελεί τόσο η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, που «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Αξίζει να σημειωθεί ότι η μη-ποσοτικοποίηση των στόχων, το μη-καθορισμένο έλλειμμα, η απουσία οποιασδήποτε ρητής συζήτησης για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού, καθιστά ανοικτό και συνεχώς «ερμηνεύσιμο» ζήτημα τον υπολογισμό της απόδοσης των μέτρων ως «ισοδυνάμων».[4]


3β. Πού κρίθηκε η διαπραγμάτευση: Για τη διαπραγματευτική τακτική και στρατηγική

Το βασικό ερώτημα για τη σημασία της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου, πέραν των στρατηγικών που διαπλέκονται και συμπυκνώνονται σε αυτήν, είναι τι δυνατότητες (παρά τα ασφυκτικά περιθώρια) αφήνει στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Προηγουμένως όμως χρειάζεται να ανιχνεύσουμε τις «δυσκολίες» που οδήγησαν την κυβέρνηση στην αναδίπλωση της 20ής Φεβρουαρίου.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου καθορίστηκε προφανώς τόσο από εξωτερικούς παράγοντες, το δεδομένο και γνωστό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο των «θεσμών», όσο όμως και από εσωτερικούς, οι οποίοι τελικά έπαιξαν και τον καθοριστικό ρόλο.

Δευτερεύουσα μόνον σημασία έπαιξε η ελλιπής προετοιμασία της κυβέρνησης και οι αντιφατικές τακτικές του ΥΠΟΙΚ, όπως για παράδειγμα:

Πρώτον: Η απουσία σοβαρού σχεδίου που να στηρίζεται σε αριθμούς και ανάλυση. Ακόμη και στο Παράρτημα που δημοσίευσε το ΥΠΟΙΚ ως τεχνική σύνοψη φαίνεται το επιφανειακό επίπεδο. Επιπλέον, σε αυτό γίνεται η κρίσιμη παραδοχή ότι η βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται με τα πρωτογενή πλεονάσματα (θέση που συνιστά σημαντική στρατηγική υποχώρηση).

Δεύτερον: Η εκφορά κάποιων γενικών αρχών της πρότασης για την απομείωση του χρέους από το Λονδίνο. Εδώ υπάρχει τακτικό σφάλμα: Χωρίς συνάντηση με την ΕΚΤ ανακοινώνεται μία πρόταση, από χώρα εκτός Ευρωζώνης, η οποία εμπλέκει τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ σε συμφωνία ανταλλαγής. Πρόκειται για πρόταση αλλαγής των κανόνων της ΕΚΤ, η οποία ωθεί την ΕΚΤ κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, σε θέση άρνησης για προφανείς λόγους που συνδέονται με την πολιτική της και τις ισορροπίες που τηρούνται στο ΔΣ, αλλά και την επίθεση που ήδη δέχεται για «παραβίαση των κανόνων» που την διέπουν, με την πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης». Είναι επίσης προφανές ότι δεν χρειάζεται να εμπλακεί άμεσα η ΕΚΤ σε μία τέτοια συμφωνία, αλλά το ίδιο μπορούσε να γίνει με άλλους τρόπους, οι οποίοι είναι συμβατοί με τις τρέχουσες ισορροπίες. Το άλλο κομμάτι της πρότασης, τα δάνεια σε EFSF συνδεδεμένα με τους ρυθμούς μεγέθυνσης, συνιστά γενικόλογη πρόταση και προφανώς αφορά το δεύτερο στάδιο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον: Φάνηκε ότι η κυβέρνηση έδωσε πολύ μεγάλο βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, σε σχέση με άλλες διαστάσεις. Αυτό αποτελεί αρνητικό σημάδι και για το εσωτερικό και για το εξωτερικό. Για παράδειγμα, το περιστατικό με τον Ντάιεσεμπλουμ προφανώς τόνωσε το «εθνικό αίσθημα», αλλά συγχρόνως αφαίρεσε διαπραγματευτική ισχύ από τη στιγμή που όλο το Σαββατοκύριακο ασχολήθηκε η κυβέρνηση με το να καθησυχάζει τις αγορές που θα άνοιγαν την Δευτέρα, γεγονός που σηματοδότησε ότι η κυβέρνηση δεν έχει σταθερή τακτική διαπραγμάτευσης (και φυσικά στην ίδια συνάντηση ακόμη και σε μη έμπειρους παρατηρητές φάνηκε ότι δεν υπάρχει και ομάδα ισότιμων κυβερνητικών μελών στη διαπραγμάτευση).

Είναι εύκολα κατανοητό πώς αυτή η κακά στημένη διαπραγμάτευση, παρά τις εργατοώρες που αφιέρωσαν οι πρωταγωνιστές της, είχε τα χαρακτηριστικά άλματος με δεμένα μάτια. Επίσης, οι διαφορές και οι κακοί χειρισμοί και οι μετατοπίσεις έδειξαν στους εταίρους ότι η ελληνική πλευρά είναι επιδεκτική χειρισμών.

Όμως τελικά η διαπραγμάτευση δεν κρίθηκε τόσο στο επίπεδο των τακτικών κινήσεων ή στο εξωτερικό, όσο στο εσωτερικό. Εκείνο που καθόρισε την αναδίπλωση της ελληνικής πλευράς ήταν η στρατηγική πολιτική απόφαση για οικοδόμηση συμπαγών σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θεωρούν ως αδιανόητη τη διαταραχή της «ομαλότητας της αγοράς», τη στιγμή που όλοι γνώριζαν τη σημασία και το χαρακτήρα της αναμέτρησης. Το συζητημένο σενάριο ενός bankrun οφείλει πάντα να εντάσσεται (και άρα να εξετάζεται, πέρα από τις επιμέρους τεχνικές αντιμετώπισης) στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Παράλληλα είναι αδιανόητο να υιοθετείται το επιχείρημα ότι συνέχεια μιας υποτιθέμενης «κατάρρευσης των τραπεζών» θα ήταν η «έξοδος από το ευρώ», ένα σενάριο μηδενικής πιθανότητας, που αποτέλεσε απλώς «επιχείρημα» των κυβερνήσεων Παπανδρέου – Παπαδήμου – Σαμαρά για να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία τα Μνημόνια, και αποτελεί πάντα «όπλο» ακραίων νεοφιλελεύθερων, τύπου Σόιμπλε.[5]


3γ. Το διακύβευμα: Τίποτα δεν είναι δυνατό να αλλάξει, ή ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός;

Όσα προηγήθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα, με την πιο ήπια διατύπωση, ότι έχει συνομολογηθεί μία συμφωνία, η οποία περιορίζει σημαντικά την άσκηση πολιτικής στα δημόσια οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς. Επομένως, το οικονομικό τοπίο στο οποίο βασίζεται η κυβέρνηση για τη διαπραγμάτευση και την αξιολόγηση της τελικής συμφωνίας είναι ολισθηρό.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την προφανή υποχώρηση και την αναγκαστική αλλαγή του προγράμματός της ως «νίκη», αποτελεί κακό σημάδι για τη συνέχεια, επειδή δείχνει ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για την επικοινωνία παρά για την ουσία. Αυτό ίσως προοπτικά να αποτελέσει την πραγματική ήττα, εφόσον το σήμα το οποίο εκπέμπεται και εισπράττεται από την κοινωνία ενισχύει την πεποίθηση: «μην πιστεύεις τους πολιτικούς σε ό, τι λένε, επάγγελμα κάνουν για να είναι κυβέρνηση».

Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης. Το ερώτημα, το οποίο είναι ανοικτό ακόμη για την κυβέρνηση, είναι αν θα επικρατήσει η επικοινωνιακή λογική της «νίκης» και της παράβλεψης των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν, ή θα επιχειρηθεί να αναλυθεί σε βάθος η υποχώρηση που συνιστά η συμφωνία και οι όροι αυτής της υποχώρησης όσο υπάρχει χρόνος (πολύ λίγος, μιας και άμεσα ξεκινά ήδη ο επόμενος γύρος διαπραγμάτευσης).

Με τα νέα αρνητικά δεδομένα που συνεπάγεται η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν μία μόνο οδό εξόδου από το αδιέξοδο του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού κλοιού: Την έφοδο προς τα εμπρός!

- Την έφοδο προς τα εμπρός με όχημα την αλήθεια: Να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή των υποχωρήσεων, με στόχο να αναζητηθούν οι τρόποι, ώστε να μην υπάρξει μακροπρόθεσμη βλάβη, δηλαδή η κυβέρνηση να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις προγραμματικές μας δεσμεύσεις για αναδιανομή εισοδήματος και ισχύος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, για ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, για δημοκρατία και συμμετοχή.

- Την έφοδο προς τα μπρος, με όχημα τόσο τη ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώστε επιτέλους το κεφάλαιο να επωμιστεί τα βάρη που του αναλογούν, όσο και με την εξυγίανση της δημόσιας ζωής από τις έκνομες πρακτικές στις οποίες επιδίδεται μερίδα της ελληνικής ολιγαρχίας: Λαθρεμπορία πετρελαιοειδών και προϊόντων καπνού, ενδο-ομιλικές συναλλαγές, φοροδιαφυγή, καταχρηστική δανειοδότηση κλπ.

Απαιτείται δηλαδή άμεσα μια νέα ορμητικότητα αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας, έτσι ώστε να οικοδομηθούν σε νέες βάσεις οι συμμαχίες με τις κατώτερες τάξεις. Μεταφορικά, αυτό που λείπει και που δυστυχώς μοιάζει να απομακρύνεται με τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, είναι ένα εσωτερικό «μνημόνιο για τον πλούτο», με παράλληλη βελτίωση των όρων ζωής των λαϊκών τάξεων. Ο στόχος «να πληρώσει η ολιγαρχία» δεν ήταν ποτέ περισσότερο επίκαιρος.

Σε μια κοινωνία που η απώλεια του 25% του ΑΕΠ και η φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν είναι παρά η ορατή όψη της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μια κοινωνία που η τεράστια ανεργία είναι το συμπλήρωμα ενός εκτεταμένου εργασιακού μεσαίωνα, σε μια κοινωνία πολλαπλών αντιθέσεων αλλά και υψηλών προσδοκιών, η «δημοτικότητα» της κυβέρνησης δεν θα διατηρηθεί στο 87% ή στο 80% για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Για να παραμείνει η κυβερνητική πολιτική ηγεμονική, θα πρέπει να ταχθεί καθαρά με τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να αμφισβητήσει τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Περιθώριο για «εθναρχική» πολιτική, που να υπερασπίζεται γενικά και αόριστα κάθε τι «ελληνικό» ή «ευρωπαϊκό» δεν υπάρχει, δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ, αλλά ούτε και θα υπάρξει ποτέ στην προβληματική της Αριστεράς.

---------------------------------
[1]. Και στο σημείο αυτό βέβαια, οι τελικές αποφάσεις απαιτούν την έγκριση των «θεσμών»: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».

[2]. Αλλά και εδώ ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: στις μορφές που θα λάβει η αναδιοργάνωση.

[3]. Να μην ξεχνάμε για παράδειγμα, ότι η μεγέθυνση στο τρέχον πρόγραμμα εξαρτάται από τις εξαγωγές και η αύξηση των μισθών θεωρείται ότι μειώνει τους βαθμούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και εμποδίζει την αύξηση των εξαγωγών (λανθασμένη άποψη, όπως προκύπτει πλέον και εμπειρικά, αλλά αυτή είναι η κυρίαρχη θεώρηση των «θεσμών»). Επίσης, άλλο παράδειγμα, η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» προφανώς επηρεάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και επομένως είναι υπό αίρεση ως πρόγραμμα αλλά και ως προς τον βαθμό, το χρόνο και τους όρους εφαρμογής της αν υπάρξει ως πρόγραμμα.

[4]. Στην επιστολή του προς τον Jeroen Dijsselbloem με ημερομηνία 24/2/2015, ο Mario Draghi επισημαίνει: «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος». (“We note that the commitments outlined by the authorities differ from existing programme commitments in a number of areas. In such cases, we will have to assess during the review whether measures which are not accepted by the authorities are replaced with measures of equal or better quality in terms of achieving the objectives of the programme”).

[5]. To “Grexit” ως επαρκή λόγο συμβιβασμού χρησιμοποιεί, π.χ., ο James Galbraith: «Μη συμφωνία θα σήμαινε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, ή διαφορετικά κατάρρευση τραπεζών, χρεοστάσιο και πρόωρη έξοδο από το ευρώ» (“No agreement would have meant capital controls, or else bank failures, debt default, and early exit from the Euro”): “Reading The Greek Deal Correctly”, http://www.socialeurope.eu/2015/02/greek-deal


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε σταυροδρόμι: Για μια στρατηγική αναδιανομής υπέρ των υποτελών τάξεων


των Σπύρου Λαπατσιώρα και Γιάννη Μηλιού


Στις εκλογές ηττήθηκαν τα κυβερνώντα κόμματα. Η πολιτική απονομιμοποίησή τους εμφανίζεται ραγδαία. Η Χρυσή Αυγή ενισχύθηκε.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό τοπίο που σχηματίζεται έχει δύσκολες επιλογές και ακόμη πιο δύσκολες για τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι επόμενες εκλογές, αν δεν υπάρξει παρέμβαση των μαζών (όπως με το κίνημα των πλατειών ή τον Φλεβάρη του 2012), με βάση τα σημερινά πολιτικά δεδομένα, θα γίνουν είτε με αφορμή την Προεδρική εκλογή αρχές του 2015, είτε τον Ιούνιο του 2016.

1) Με δεδομένο τον εκλογικό νόμο και τη σημερινή πολιτική συγκυρία και συσχετισμούς, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πιθανότατα πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές. Ωστόσο, αν κρατήσουμε όλα τα άλλα σταθερά, δεν θα έχει αυτοδυναμία. Γεγονός που σημαίνει συνεργασία με δυνάμεις της Δεξιάς όπως η ΝΔ, της νεοφιλελεύθερης δήθεν Κεντροαριστεράς όπως το Ποτάμι, ή άλλες παρόμοιες ανασχηματισμένες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια ακύρωση της δυνατότητας των μετασχηματισμών που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία και εξαναγκασμός σε μία διαχείριση των συνεπειών που έχουν διαμορφώσει οι «μνημονιακές» πολιτικές και του υποδείγματος συσσώρευσης και αναπαραγωγής που επέβαλαν. Αντί της ανατροπής το βάθος του τούνελ θα φέρει την «ανάσχεση της λιτότητας», έναν ήπιο νεοφιλελευθερισμό «με ανθρώπινο πρόσωπο».

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο μοναδική προοπτική φαντάζει η επιδίωξη της αυτοδυναμίας, ως όρος ύπαρξης μιας Αριστεράς που θέλει να κυβερνήσει για να οργανώσει τους αναγκαίους και ώριμους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας, μετά την παγκόσμια κρίση και την ιστορική κρίση που έπληξε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Είναι προφανές ότι αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν απλά ένα μελλοντικό ενδεχόμενο. Αφορούν τον πολιτικό σχεδιασμό σήμερα, την οργάνωση της πολιτικής στρατηγικής σήμερα, για το τι θα κάνεις για να επιτύχεις τον στόχο που θα θέσεις και επομένως το πώς θα πορευτείς. Όπως ακριβώς το αποτέλεσμα των εκλογών αποτύπωσε τις επιπτώσεις των σχεδιασμών της προηγούμενης διετίας και του ταχύτατου προσανατολισμού του ΣΥΡΙΖΑ στον κυβερνητισμό της «παραγωγικής ανασυγκρότησης».

2) Για να εκτιμηθεί η κατάσταση, σε σχέση με το στόχο της αυτοδυναμίας, πρέπει να εξετάσουμε την όλη πολιτική στρατηγική που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ, εξέταση που θα είναι ελλιπής όσο δεν αναλύονται πέρα από τα αποτελέσματα και τα υπόλοιπα στοιχεία που καθορίζουν τη σχέση εκπροσώπησης που έχει συνάψει ο ΣΥΡΙΖΑ με κοινωνικά στρώματα.

2α) Μέχρι τις εκλογές του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε ένα πολιτικό σχηματισμό ο οποίος με τη συμμετοχή του στα κινήματα για την παιδεία το 2006, με την υποστήριξη στο δικαίωμα της νεολαίας να εξεγείρεται το 2008, με την ενεργή συμμετοχή και στήριξη του κινήματος των πλατειών το 2011 (του κομματιού του κινήματος που είχε κοινωνικό-δημοκρατικό και όχι εθνικιστικό λόγο), καταχωρήθηκε ως το «μαύρο πρόβατο» του πολιτικού συστήματος, ακόμη και από το ΚΚΕ. Εμφανιζόταν ως ο αντισυστημικός/εξωσυστημικός πολιτικός πόλος απέναντι σε ένα σύστημα που κυβέρνησε τις τελευταίες δεκαετίες και δημιούργησε ένα πυκνό θεσμικό συνεχές. Οι επεξεργασίες του για την κρίση ως διεθνή και ευρωπαϊκή κρίση, ως μη-εθνικό ζήτημα, η κριτική του στη στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, επαληθεύονταν όσο περνούσε ο καιρός, γεγονός το οποίο του προσέδωσε κύρος και το σημαντικότερο έσπασε με όρους του σήμερα το «δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική» – και όχι με όρους μίας «βέβαιης μελλοντικής» επανάστασης. Παράλληλα στο πρόσωπο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ συμπυκνώθηκε η εισβολή στο πολιτικό πεδίο μιας νέας γενιάς, που ζητούσε να έχει λόγο και ευθύνη για τις αποφάσεις, συμπυκνώθηκε μία σχέση που έλεγε ότι ο καθένας μπορεί να έχει λόγο εν αντιθέσει με το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό και την απόσταση που είχε από την κοινωνία.

Αυτά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την πλευρά της κοινωνίας, καθώς αυτή βίωνε τα αποτελέσματα των οικονομικών πολιτικών που ακολουθήθηκαν, πλατιά τμήματά της κατανόησαν ότι ο «πόλεμος» που κήρυξε η κυβέρνηση Παπανδρέου στρεφόταν εναντίον τους, ότι η νέα κοινωνία που θα γεννιόταν δεν έχει χώρο γι’ αυτά και την ανάγκη τους να ζήσουν με αξιοπρέπεια, και μετακινήθηκαν ενάντια στο σύστημα που κυβέρνησε τη Ελλάδα. Και μόνο το πολιτισμικό/πολιτικό γεγονός της καθιέρωσης της συνέλευσης (στις πλατείες και πέρα από αυτές) για λήψη αποφάσεων, που ως τότε ήταν σχεδόν αποκλειστικά πρακτική αναρχικών/αυτόνομων ομάδων, δείχνει τις ιδεολογικές μετατοπίσεις που έλαβαν χώρα ακόμη και σε συντηρητικά στρώματα.

Αυτές οι δύο κινήσεις, του ΣΥΡΙΖΑ ως αντισυστημικής/εξωσυστημικής δύναμης και πλατιών τμημάτων της κοινωνίας που κινήθηκαν αντισυστημικά, συναντήθηκαν ιστορικά, κυρίως στις πλατείες και στις κινητοποιήσεις του Φλεβάρη του 2012, καθιστώντας τον ΣΥΡΙΖΑ έκφραση αυτής της διάθεσης στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Το εκλογικό αποτέλεσμα του 2012 είχε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Για πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ έχασε τα εργατικά λαϊκά στρώματα, ευρύτερα τους μισθωτούς αλλά και μεσαία στρώματα, που βρέθηκε να τους εκπροσωπεί στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ως τότε είχε πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τα μεγάλα αστικά κέντρα, τη νεολαία, τους εργαζόμενους και τους ανέργους και σημείωσε αξιοσημείωτα ποσοστά στην επαρχία.

2β) Το αποτέλεσμα του Ιούνη – μια ιστορική ευκαιρία, ανεπανάληπτη ως προς τους όρους της για την Αριστερά – εκλήφθηκε από το μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που κινητοποιήθηκε με στόχο να πετύχει την κυβερνητική αλλαγή ως ήττα. Η μερίδα αυτή της κοινωνίας αποσύρθηκε, μετά από μία αρχική αναμονή κάποιων μηνών, απογοητευμένη. Σημαντικές εξαιρέσεις ο αγώνας της ΕΡΤ και οι απεργίες των εργαζόμενων στην Υγεία και των εκπαιδευτικών (με τα προβλήματα αποτελεσματικής οργάνωσής τους που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ).

Στοιχείο που συνέβαλε στην απόσυρση της κοινωνίας ήταν και ο «φόβος των μαζών» που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα-πρώτα οργανωτικά. Η διεύρυνση του κόμματος προς το εκλογικό σώμα που τον ψήφισε έγινε με πολλή καθυστέρηση, άτολμα και συντηρητικά. Το μήνυμα που εκπέμφθηκε από τις πρώτες μέρες το πήραν άμεσα τα κοινωνικά στρώματα που κινητοποιήθηκαν και γι’ αυτό ο αρχικός ενθουσιασμός μετριάστηκε, έγινε στάση αναμονής και όταν μετά από πολύ χρόνο έγινε το άνοιγμα, όπως έγινε, ως μη-άνοιγμα στην κοινωνία, πήρε περισσότερο το χαρακτήρα ένταξης πολιτικών οργανωμένων ομάδων, στελεχών με μία πολιτική εμπειρία και όχι μαζικής ένταξης του κόσμου που κινητοποιήθηκε το προηγούμενο διάστημα. Να το πούμε αλλιώς, δυναμικά νέα στρώματα που προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας την ελάχιστα δημοκρατική οργάνωσή του, τις φατρίες και ένα διαμορφωμένο κομματικό κατεστημένο, όχι και πολύ φιλικό σε πολλές-πολλές αλλαγές, απλώς στάθηκαν στη γωνία. Ίσως αυτή η καθυστέρηση στο άνοιγμα κατά ένα χρόνο, και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στο καταστατικό του συνέδριο δεν πέτυχε να οργανωθεί ως ενιαίο κόμμα, να αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπόδιο στην πολιτική διείσδυσή του στην κοινωνία, βασικό παράγοντα που τον οδήγησε στη συνέχεια να επιχειρήσει να διευρύνει την επιρροή του στην κοινωνία σχεδόν αποκλειστικά με τον προσεταιρισμό προσωπικοτήτων και παραγόντων, δηλαδή ανακυκλώνοντας πολιτικό προσωπικό σηματοδοτημένο στην κοινωνία, τοπική ή εθνική, ως «σύστημα».

Συγχρόνως ο μικρός πολιτικός σχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και αντιμετώπισε το πρόβλημα της σχέσης του προγράμματός του με το επίπεδο κρατικής διαχείρισης, τοποθέτησης και λύσης προβλημάτων, όπως επίσης το ζήτημα διεύρυνσης των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

2γ) Μετά τις εκλογές του 2012, υιοθετήθηκε μία στρατηγική που για χάρη ευκολίας θα την αποκαλούμε στροφή προς τον διεμβολισμό «πολιτικά κεντρώων στρωμάτων», χαρακτηρισμός ο οποίος αδικεί τη συνθετότητα του θέματος αλλά αποτελεί δείκτη που διευκολύνει τη συζήτηση. Το χαρακτηριστικό της αντισυστημικής δύναμης μειώθηκε σιγά-σιγά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ευρωεκλογές τμήματα του εκλογικού σώματος ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ «παρόλο που είναι μία από τα ίδια» επειδή του δίνουν μία ευκαιρία, εφόσον δεν έχει δοκιμαστεί, ενώ άλλα τμήματα του εκλογικού σώματος δεν τον ψηφίζουν «αφού είναι μία από τα ίδια, και οι άλλοι το ξέρουν το παιχνίδι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν το κατέχει». Κύρια μετατόπιση σε επίπεδο λόγου πέραν της μετατόπισης στο δίπολο αντισυστημικότητα/συστημικότητα έγινε με τη σχετική υποχώρηση του αιτήματος για «αναδιανομή»/«να πληρώσουν οι πλούσιοι», ως οργανωτικού στοιχείου του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ του αιτήματος για «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως κύριου οργανωτικού στοιχείου. Η μετατόπιση αυτή αντανακλά επίσης την προσπάθεια διεύρυνσης των κοινωνικών συμμαχιών προς τμήματα του επιχειρηματικού κόσμου που έχουν πληγεί από την κρίση και τη διαχείρισή της. Η γενικότερη εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η εικόνα ενός πολιτικού σχηματισμού ο οποίος αποδέχεται τους «κανόνες του παιχνιδιού» και περιμένει να πάρει τις εκλογές. Σ’ αυτό προφανώς επέδρασε καθοριστικά η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων.

2δ) Ένα σημαντικό στοιχείο, πέραν του ζητήματος του ενιαίου κόμματος και των όρων λειτουργίας του, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα δεν έχει ιδεολογική ζωή και – με μία δόση υπερβολής – ούτε σημαντική πολιτική ζωή. Η οργάνωση της σχέσης κοινωνικής εκπροσώπησης αφήνεται εν πολλοίς στο πυκνό θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει ήδη, δηλαδή στη δικαιοδοσία ενός συστήματος που απέτυχε και προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα, αν εξαιρέσουμε τις ομιλίες-συζητήσεις στελεχών του, που αποτέλεσαν από την αρχή της κρίσης έναν οιονεί «νέο» θεσμό οργάνωσης της δημόσιας συζήτησης. Ωστόσο παρά τη σημαντικότητά του ως κοινωνικής μορφής έχει περιορισμένη κοινωνική διεισδυτικότητα.

2ε) Φυσικά μεσολάβησαν πολλά άλλα από τις εκλογές του 2012. Δεν μπορούν να καταγραφούν εδώ. Σημειώνουμε μόνο τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής του στρώματος των μισθωτών, είτε με τη μορφή της κατάρρευσης του μισθού και των όρων εργασίας είτε με τη μορφή της ανεργίας, καθώς και ενός πλειοψηφικού τμήματος της κοινωνίας. Η ίδια η επιβίωση για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μοιάζει όλο και περισσότερο με “επαναστατική πράξη”. Η θεσμική οργάνωση της αναδιανομής προς όφελος του κόσμου του πλούτου συνεχίστηκε. Η νεολαία κατευθύνθηκε περισσότερο προς τη μετανάστευση και η ανεργία σε αυτήν γιγαντώθηκε. Ο πολιτικός κίνδυνος που αντιπροσώπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και η γενικότερη σηματοδότηση που έδινε το ενδεχόμενο ανατροπής για τις εξελίξεις, αποτέλεσε έναν από τους κύριους παράγοντες που ενέτειναν τον διχασμό στις ιθύνουσες τάξεις, σχετικά με τη δέουσα πολιτική για τη διαχείριση της κρίσης, όπως εκφράστηκε από τη διχογνωμία ΔΝΤ και Γερμανίας και τη φιλική προς το ΔΝΤ «ουδετεροποίηση» της ΕΚΤ. Παράλληλα όμως προκάλεσαν την κινητοποίηση δυνάμεων που επιδίωξαν ενεργά τον πολιτικό παροπλισμό του ΣΥΡΙΖΑ ως δυνητικού κινδύνου.

2στ) Αυτά τα χαρακτηριστικά της κατάστασης αποτυπώνονται και στα εκλογικά αποτελέσματα.
Παρουσιάζεται πτώση των ποσοστών και των ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους/άνεργους και στη νεολαία, στα αστικά κέντρα, παρά την πρωτοφανή και εντεινόμενη όλα αυτά τα χρόνια κοινωνική καταστροφή, ενώ αυξήθηκε στις μεγάλες ηλικίες. Διατηρείται το ίδιο ποσοστό συνολικά επειδή αυξάνεται σημαντικά η δύναμη στην επαρχία.

Με άλλα λόγια αυτό που άλλαξε μεταξύ των δύο εκλογών (2012-2014) σε όρους εκλογικής καταγραφής είναι η σύνθεση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ με μία οριακή πτώση. Σε συνθήκες πόλωσης σε εθνικές εκλογές, με όλα τα άλλα σταθερά, μπορεί κανείς να φανταστεί μία άνοδο που δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

3) Συνοψίζοντας, η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2012 οργανώθηκε στη βάση ότι έχει δεδομένο το «αντισυστημικό ακροατήριο» και πρέπει να διεμβολίσει «μεσαία πολιτικά στρώματα» για να διευρύνει το ποσοστό του. Αυτή η πολιτική στρατηγική σε αυτές τις εκλογές συνάντησε τα όριά της. Πέτυχε οριακά θετικά εκλογικά αποτελέσματα, παρουσίασε ωστόσο αρνητικές τάσεις που αποτελούν πηγή ανησυχίας για το μέλλον και – σημαντικό – δεν μπόρεσε να εμπνεύσει την νεολαία.

Επιπρόσθετα, με δεδομένους τους μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να αδυνατεί να συλλάβει την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση: το ότι βρισκόμαστε σε νέα φάση οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης, με σταδιακή μακροοικονομική σταθεροποίηση, αλλά συγχρόνως συνέχεια των ιδιωτικοποιήσεων, των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις, αποδόμηση του δημοσίου, της υγείας, της παιδείας, του ασφαλιστικού, των χρεών που έχουν να εξυπηρετήσουν τα νοικοκυριά, με διατήρηση της πολύ ψηλής ανεργίας, με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας να τρέφουν εχθρικά αισθήματα απέναντι στο θεσμικό πλαίσιο. Συγχρόνως ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει αδύναμος στο να διεμβολίζει εκείνα τα στρώματα τα οποία θα σταθεροποιούνται, καθώς η οικονομία θα εξέρχεται από τη βαριά ύφεση. Αλλά ούτε αποτελεί την προφανή «λύση» για τα στρώματα που περιθωριοποιούνται. Επομένως, βασικό συμπέρασμα: Πρέπει να αλλάξει η πολιτική στρατηγική οργάνωσης της σχέσης εκπροσώπησης με την κοινωνία, αλλιώς κινδυνεύει να στοχεύσει στον κοινωνικό κενό χώρο.

4) Η ιστορική συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική πόλωση, απονομιμοποίηση του πολιτικού σκηνικού, εφόσον κατανοείται απλά ως επάγγελμα που πουλάει μεγάλα λόγια και υποσχέσεις στον «κοσμάκη» για να κάνει μπίζνες με επιχειρηματίες, τραπεζίτες κλπ. Η διάθεση ακόμη και δεξιών ψηφοφόρων για ένα «άλλο κράτος», για ένα άλλο τρόπο να «γίνονται οι δουλειές» δείχνει το αντισυστημικό δυναμικό της κοινωνίας, μίας κοινωνίας κουρασμένης από το σύστημα διακυβέρνησης 30 χρόνια τώρα και το πολιτικό προσωπικό που το υπηρέτησε. Επειδή σύστημα είναι «ο τρόπος που γίνονται οι δουλειές». Σύστημα δεν είναι μόνο η Κεντρική Τράπεζα, οι υπουργοί, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι “νόμοι και οι αστυνόμοι”. Είναι το συνολικό θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης της καθημερινής αναπαραγωγής και της διαχείρισής της. Από τις λαϊκές αγορές μέχρι τα ΜΜΕ, την κεντρική τράπεζα και τα σαλέ που κλείνονται οι δουλειές. #Στη ρήξη με αυτό το παγιωμένο σύστημα είναι που πρέπει να προχωρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα σαφές αίτημα αναδιανομής υπέρ των κατώτερων τάξεων. Αναδιανομή όχι μόνο του πλούτου αλλά και της εξουσίας. Με ένα σαφές και καθαρό πρόταγμα που θα δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτική δύναμη διαφορετική από τις άλλες. Και αυτά σημαίνουν συγκεκριμένα πράγματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να διεκδικήσει την αυτοδυναμία πρέπει να στραφεί, με όρους ριζοσπαστικής μετατόπισης της τρέχουσας πολιτικής οπτικής του, στην οργάνωση αυτού του αντισυστημικού δυναμικού το οποίο διασχίζει πολλούς χώρους, με όρους οργάνωσης της ελπίδας και της συστράτευσης των κατώτερων τάξεων για μία διαφορετική ζωή. Ωστόσο για να αλλάξει η κοινωνία πρέπει να αλλάξουμε και εμείς και να αποφύγουμε τους εύκολους δρόμους που σπρώχνει ή ανοίγει ένα παραπαίον σύστημα εξουσίας.

Παράδειγμα. Αν δούμε το δημοσίευμα του περιοδικού Unfollow που περιγράφει τη συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ με τον Μελισσανίδη ως κυτταρική μορφή του υποδείγματος διακυβέρνησης που θα ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε ένα έξοχο αντιπαράδειγμα το οποίο πρέπει να συζητηθεί παντού ως αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να κάνει, επειδή τότε δεν θα διαφέρει σε τίποτα από το σημερινό σύστημα διαχείρισης. Και θα πρέπει να συζητηθεί ως τέτοιο, αντί να επιχειρείται να μπει κάτω από τα χαλί. Η συνάντηση εν κρυπτώ με ένα επιχειρηματία για να κανονιστούν δουλειές (ή δουλείες), δηλαδή το ποια πρόταση θα υποστηρίξει η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να διευθετηθούν θέματα για τα οποία έχει ενδιαφέρον και ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι κατά νόμο υπεύθυνος για τα ζητήματα αυτά, είναι το «σύστημα» που η κοινωνία ζητάει να αλλάξει, και το ζητάει σταθερά και επίμονα τουλάχιστον από το 2012. Μια υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στη δύναμη του συστήματος, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, θα άφηνε τη δυνατότητα να καταστεί δύναμη διακυβέρνησης μόνο με βάση την απελπισία (και όχι την ελπίδα ή πολύ περισσότερο τη συστράτευση) των κατώτερων τάξεων – και αυτό δεν πάει πολύ μακριά. Το πιο απλό αναφορικά με το παράδειγμα που συζητάμε, που θα οργάνωνε ένα διαφορετικό πολιτικό ορίζοντα, θα ήταν να απευθυνθεί ο κατά νόμο επιχειρηματίας στο δήμαρχο ή και στους όμορους δημάρχους (ή υποψήφιους δημάρχους) και την περιφερειάρχη, σε μία δημόσια ανακοινωμένη συνάντηση, και αυτοί αφού διαβουλευθούν κατάλληλα με την τοπική κοινωνία, τους θεσμούς της, περιλαμβανομένων των λαϊκών συνελεύσεών της και αφού πάρουν τη συμβουλευτική γνωμοδοτική υποστήριξη των τμημάτων πολιτικής χωροταξικού σχεδιασμού, ανάπτυξης των πόλεων και περιβάλλοντος, να μεταφέρουν τη σύστασή τους στα όργανα του κόμματος για το τι πρόταση θα πρέπει να υποστηρίξει η Κ.Ο. Κι όλα αυτά δημόσια!. Με ένα γενικό όρο: να οργανωθεί μία κοινωνική, δημοκρατική και δημόσια, παραγωγή της απόφασης.

Το γεγονός ότι εμφανίζεται εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως κομμάτι του συστήματος που ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες και στο τέλος της κήρυξε και τον πόλεμο για να κερδίσουν οι «φίλοι επιχειρηματίες» (για παράδειγμα μέσω ιδιωτικοποιήσεων) είναι καταστροφικό: δεν είναι μόνο αναγκαίο να καταδικάσει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις λογικές, οι οποίες παρατηρούνται σε μικρότερη κλίμακα και αλλού, αλλά να αποστασιοποιηθεί πλήρως από αυτές ακριβώς επειδή «σύστημα είναι ο τρόπος που γίνονται οι δουλειές».

5) Ζούμε μέσα σε μία ιστορική καμπή, σε πυκνό πολιτικό χρόνο, αλλά παρ’ όλα αυτά πολλές φορές καταφεύγουμε σε σχήματα γραμμικά για να εξηγήσουμε τα πολιτικά αποτελέσματα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την κοινωνική πόλωση και το κοινωνικό δυναμικό. Ένα τέτοιο επιφανειακό και απλοϊκό σχήμα εκφράζεται από την άποψη που εκτιμά ότι απαιτείται στροφή «προς τον πατριωτισμό» για να διευρυνθεί το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό έγινε εν μέρει βέβαια και στις ευρωεκλογές χωρίς να αποδώσει τα υποσχόμενα, πέρα της συμβολής σε μία αλλαγή της σύνθεσης των ψηφοφόρων. Αλλά μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι δοκιμάστηκε για λίγο χρονικό διάστημα στις ευρωεκλογές και δεν υπήρχε ο κατάλληλος χρόνος ή η κατάλληλη ένταση για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητά του.

Μερικά σχόλια προς το παρόν σε σχέση με αυτό: Ο πατριωτισμός δεν πρόκειται να μας λείψει. Διαπερνά αναγκαστικά κάθε κυβερνητική δύναμη. Αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της στις «κρατικές υποθέσεις» και επομένως στην αντιπροσώπευση του κράτους-έθνους απέναντι σε άλλα κράτη-έθνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, θα διαπεραστεί επίσης κατά την άσκηση διαχείρισης του κράτους από τον «πατριωτισμό», ούτως ή άλλως, αναγκαστικά και αναπότρεπτα και η ελπίδα είναι ότι θα αποστασιοποιηθεί από αυτόν, θα τον πολεμήσει. Ομως το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Το πραγματικό ερώτημα είναι για «ποια Ελλάδα» μιλάμε, δηλαδή αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να δημιουργήσει νέους θεσμούς, θεσμούς μιας ελληνικής κοινωνίας με συσχετισμούς υπέρ των υποτελών τάξεων. Δηλαδή να οργανώσει μηχανισμούς και θεσμούς αναδιανομής που επιτρέπουν την κοινωνική δικαιοσύνη, οργανώνουν μια κοινωνία με τάση αντιστροφής και μείωσης των ανισοτήτων που θα βρεθεί στην καρδιά μίας «βιώσιμης ανάπτυξης», στον αντίποδα της Ελλάδας που οργανώνει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα παραγωγικής ανασυγκρότησης του Σαμαρά. Αυτό που ενδιαφέρει είναι τι στόχους θα βάλει η κυβέρνηση της Αριστεράς για τη μερίδα των μισθών στο συνολικό προϊόν, τις ώρες και ημέρες εργασίας, τον περιορισμό των πολλαπλών και άνισων αγορών εργασίας (ζήτημα το οποίο δεν αφορά πλέον μόνο τους μετανάστες και τους νέους αλλά μεγάλα τμήματα του συνολικού πληθυσμού), πώς θα μειώσει την ανεργία όσο γίνεται πιο ταχύρρυθμα, τι διάρκεια και τι ύψος θα έχουν τα επιδόματα ανεργίας, τι πρόσβαση θα έχουν οι λαϊκές τάξεις σε υγεία, παιδεία, ασφάλιση, υποδομές και ποιος και σε τι ποσοστό θα επωμίζεται τη σχετική δαπάνη. Ποια είναι η συνολική παραγωγή κοινών αγαθών και η έκταση των συνεταιριστικών δημοκρατικών μορφών παραγωγής, με ποιό τρόπο ασκείται κοινωνικός έλεγχος στα συλλογικά αγαθά, τι σχέση οργανώνεται με το φυσικό περιβάλλον, πως οργανώνεται η ένταξη των μεταναστών και χίλια δύο άλλα επείγοντα θέματα που αφορούν τον 21ο αιώνα. Για ένα τέτοιο εγχείρημα αναδιανομής υπέρ των πολλών, αυτό που λείπει δεν είναι ο πατριωτισμός. Το αντίθετο!

Η Αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να επιχειρήσει μία φυγή από το κοινωνικό πρόβλημα και την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση. Δεν έχει κανένα λόγο να επικαλείται τον πατριωτισμό για να συσσωρεύει ένα ανεξόφλητο κοινωνικό χρέος, όπως έκανε σε προηγούμενες δεκαετίες το ΠΑΣΟΚ. Απαιτείται το κόμμα να «κάνει μια πορεία στο λαό», όχι για να του χαϊδέψει τα αυτιά με τον πατριωτισμό, με ένα λόγο δηλαδή που μετασχηματίζει τις υπαρκτές κοινωνικές συγκρούσεις σε φαντασιακές εθνικές διαμάχες (η «γερμανική κατοχή», τα «φερέφωνα της Μέρκελ», κλπ.) και ο οποίος συσκοτίζει αυτό που πραγματικά διακυβεύεται στην ιστορική συγκυρία. Απαιτείται το κόμμα να οργανώσει τις αντιστάσεις της κοινωνίας, να ανοιχτεί στα στρώματα που πλήττονται, προτάσσοντας την αναδιανομή υπέρ των πολλών και οργανώνοντας τα λαϊκά αιτήματα γύρω από αυτόν τον πυρήνα, μετασχηματίζοντας τις διεκδικήσεις σε ένα πρόγραμμα αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας.

6) Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να αντεπεξέλθει στο έργο εξόδου της ελληνικής κοινωνίας από την κρίση προς όφελος των πολλών, με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών, πρέπει να οργανώνεται ως αντιπολίτευση στο κράτος, ήδη από τώρα. Ως αντιπολίτευση απέναντι σε αυτό το πυκνό και συνεχές δίκτυο θεσμών που συνιστά την ιζηματοποίηση των σχέσεων και των συμπεριφορών που εγκαθίδρυσε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και το σύστημα εξουσίας το οποίο διαχειρίστηκε τις τύχες του τόπου τις τελευταίες δεκαετίες. Μόνο ως αντιπολίτευση στο κράτος μπορεί να πραγματοποιήσει τους αναγκαίους κοινωνικούς μετασχηματισμούς – διαφορετικά απλά θα κυβερνήσει «σαν τους άλλους»...

Αντισυστημικότητα σημαίνει τελικά ότι πηγαίνεις προς την κοινωνία. Διότι, όπως εύστοχα παρατηρούσε ο Adam Smith, ως πατέρας του οικονομικού φιλελευθερισμού, υπάρχει μία ανισορροπία ισχύος στην κοινωνία. Αυτήν την ανισορροπία πρέπει εμείς να αμφισβητήσουμε.

Οι επιχειρηματίες συχνά και όποτε χρειάζεται συναντούν και συντρώγουν με αυτούς που παίρνουν αποφάσεις, ενώ οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι δεν έχουν τη δυνατότητα να «συναντήσουν» αυτούς που παίρνουν αποφάσεις όποτε το χρειάζονται, ούτε τρώνε μαζί τους και συνήθως τους βλέπουν από μακριά, με ένα στρατό ανάμεσα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απαιτείται να ριζοσπαστικοποιήσει τις μεθόδους μέσα από τις οποίες επιδιώκει να δημιουργήσει σχέσεις εκπροσώπησης με τα κοινωνικά στρώματα των υποτελών τάξεων.

Όλα αυτά σημαίνουν ένα ριζικό αναπροσανατολισμό του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να διευρύνει όχι μόνο τα εκλογικά του ποσοστά, αλλά την πολιτική και ιδεολογική του εμβέλεια έτσι ώστε να διεκδικήσει την πολιτική αυτοδυναμία: Ώστε να αποτελέσει πολιτικό εκφραστή των υποτελών τάξεων και πρόγραμμα αναδιανομής υπέρ τους.


Βλέπε επίσης συλλογή κειμένων για τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές εδώ