Σάββατο 28 Απριλίου 2012
Το Πλήθος στην εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση!
Αναδημοσιεύω από το Lenin Reloaded ένα πολύ ενδιαφέρον σενάριο για τις μετεκλογικές εξελίξεις. Ο χρόνος θα δείξει αν πρόκειται για επιστημονική φαντασία ή ζοφερή δυνατότητα:
Προβλέψεις για τους συσχετισμούς δυνάμεων την επόμενη των εκλογών
1. Νομίζω ότι είναι πολύ πιθανόν η 8η του Μάη να βρει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό σχήμα, ανεξάρτητα απ' το αν θα κατακτήσει ακόμα και την πρωτιά, κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Το να βρει η 8η του Μάη το ΚΚΕ σε ένα τέτοιο κυβερνητικό σχήμα έχει αποκλειστεί ρητά από τη ΓΓ του και ως εκ τούτου αποκλείεται.
2. Εάν η δομική αποδυνάμωση των προοπτικών και της πολιτικής βιωσιμότητας ενός ήδη απαξιωμένου και αποδυναμωμένου σχήματος ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, στο οποίο αποκλείω συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι τέτοια στα μάτια του εθνικού και διεθνούς κεφαλαίου ώστε να προκρίνει την ανεμπόδιστη και ακόμα και πριμοδοτούμενη δοκιμή ενός άλλου σχήματος (α λα Ολλάντ στη Γαλλία), ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί συνεργάτη στην κυβέρνηση. Στο ΚΚΕ φυσικά δεν θα τον βρει, σε αντίθεση με ό,τι έγινε στη γαλλική περίπτωση με το ΚΚΓ, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για τις διαφοροποιήσεις που είναι πιθανό να σηματοδοτήσουν τις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις στις δύο χώρες.
3. Οι δημοσκοπήσεις, ανεξάρτητα από τις άλλες τους διαφοροποιήσεις, καταγράφουν, πέραν του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, δύο ακόμα σφόδρα ανερχόμενες δυνάμεις: τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Καμμένου και την Χρυσή Αυγή.
4. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θελήσει να εξαργυρώσει με όρους κοινοβουλευτικής εξουσίας την μάλλον χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης δραματική του ενίσχυση σε σχέση με τα ποσοστά του στις προηγούμενες εκλογές, θα πρέπει να αναζητήσει συμμάχους εκεί. Η συνεργασία με την ΔΗΜΑΡ είναι μεν εφικτή αλλά δεν του αρκεί αριθμητικά, λόγω των --συγκριτικά με το κόμμα Καμμένου και τον ΣΥΡΙΖΑ-- χαμηλών ποσοστών της ΔΗΜΑΡ σε όλες τις δημοσκοπήσεις.
5. Η συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με την Χ.Α αποκλείεται, για ευνόητους λόγους -- δεν την επιθυμεί η ίδια η Χ.Α, και θα ήταν άμεσα αυτοκτονική πολιτικά για τον ΣΥΡΙΖΑ.
6. Απομένει μόνο το λογικό ενδεχόμενο της συνεργασίας των δύο ανερχόμενων "εναλλακτικών" στο σχήμα ΝΔ/ΠΑΣΟΚ, δηλαδή της συνεργασίας Καμμένου/ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η συμμετοχή της ΔΗΜΑΡ ως τρίτου τροχού (μπορεί και να επιβάλλεται, τόσο αριθμητικά, για την εξασφάλιση πλειοψηφίας στις έδρες, όσο και δομικά, με τη ΔΗΜΑΡ στον ρόλο του "ενδιάμεσου χώρου", του μεσολαβητή, ισορροπιστή και επιδιαιτητή του νέου μπλοκ εξουσίας).
7. Το σενάριο αυτό μού φαίνεται να ενισχύεται σοβαρά από τις δημοσκοπήσεις και την περιρρέουσα, και καθιστά ενδιαφέρουσες τις πρόσφατες δηλώσεις Τσίπρα περί Καμμένου. Θα δούμε πόσο εύκολο ή δύσκολο θα είναι για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να το νομιμοποιήσει ως ιστορική αναγκαιότητα στη βάση της.
8. Εφόσον υλοποιηθεί αυτό το μοντέλο συγκυβέρνησης (με δεδομένο ότι αυτοδύναμη κυβέρνηση είναι αδύνατο να υλοποιηθεί από οποιονδήποτε, και ότι δομικά μόνο δύο βασικά μοντέλα συγκυβέρνησης φαίνονται εφικτά), η ενδεχόμενη αποτυχία του να επιλύσει σε σοβαρό βαθμό τα οικονομικά προβλήματα των κατώτερων στρωμάτων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (μιας και η γενικότερη ανοχή και "περίοδος χάριτος" έχει συρρικνωθεί δραστικά μετά την προηγούμενη περίοδο), μπορεί να σημάνει μόνο ένα πράγμα: περαιτέρω δραματική άνοδο της φασιστικής ακροδεξιάς της Χρυσής Αυγής, που ήδη προαλείφεται για σημαντική παρουσία στη Βουλή. Στην άνοδο αυτή, η εργατική ψήφος θα παίξει αυξανόμενο ρόλο σε περίπτωση αποτυχίας του "εναλλακτικού μοντέλου" συγκυβέρνησης, μιας και, με δεδομένο ότι η Χ.Α θα κρατήσει το "αντισυστημικό" της προφίλ, θα φαντάζει πια ως το μόνο βιώσιμο για τη φτωχολογιά χαρτί εάν η κατάσταση παραμείνει οικονομικά το ίδιο κακή ή χειροτερέψει.
9. Το μόνο, βέβαια, εκτός από το ΚΚΕ, το οποίο δεν θα έχει υποστεί τη φθορά της αποτυχίας, και που τότε θα βρεθεί ως ο βασικός πόλος συσπείρωσης απέναντι στην συσπείρωση γύρω από την Χ.Α σε μια ακραία πολωμένη κοινωνία. Και εκεί βέβαια τα πάντα θα εξαρτηθούν από τις επιλογές της αστικής και μικροαστικής "αριστεράς" απέναντι στο νέο ιστορικό δίλημμα που θα έχει ανακύψει, και που θα είναι πια ξεκάθαρα το ιστορικά γνωστό: κομμουνισμός ή φασισμός. Αν εξεταστεί προσεκτικά η ομιλία της ΓΓ του κόμματος στο Ίλιον, θα φανεί ότι το σενάριο που έχει στον νου του το κόμμα είναι ακριβώς αυτό: προσέξτε ιδιαίτερα την αναφορά της στα τραγικά αποτελέσματα που θα είχε η φθορά του ΚΚΕ λόγω συμμετοχής του σε μια κυβέρνηση που θα αναγκαζόταν σε απονομιμοποιητικούς για την αριστερά συμβιβασμούς, στο γεγονός δηλαδή ότι η εργατική τάξη θα έμενε τότε χωρίς πίστη σε κανένα κόμμα της αριστεράς. Η αναφορά αυτή, θεωρώ, αφορά υπόρρητα μεν αλλά πραγματικά την εκτίμηση ότι σε μια τέτοια περίπτωση, η μεγάλη πτωχευμένη μάζα δεν θα είχε καμία επιλογή παρά να συνασπιστεί μαζικά γύρω από την φασιστική ακροδεξιά ως ριζοσπαστική εναλλακτική στη νέα σοσιαλδημοκρατική-κεντροδεξιά-λαϊκοδεξιά προδοσία των προσδοκιών της.
10. Εάν η εκ των δομικών (και όχι απλά εκλογικών) συσχετισμών πιθανή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/Καμμένου/ΔΗΜΑΡ πετύχει την ελάφρυνση των βαρών που συσσωρεύτηκαν στην μικροαστική και εργατική τάξη, τότε η επόμενη μέρα θα είναι πολύ πιο πολύπλοκη και απρόβλεπτη από ό,τι περιέγραψα στα προηγούμενα σημεία. Δεν έχω όμως μια πειστική θεωρία για το πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί μια τέτοια "ρεφορμιστική" λύση στο αδιέξοδο υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες και υπό τους υφιστάμενους πανευρωπαϊκούς ταξικο-πολιτικούς συσχετισμούς, οπότε δεν είμαι σε θέση να αναπτύξω το ενδεχόμενο αυτό διεξοδικά.
11. Όλα τα παραπάνω στηρίζονται στα δεδομένα που παρουσιάζουν οι ως τώρα δημοσκοπήσεις και προϋποθέτουν ότι δεν είναι όλες δραματικά ψευδείς.
Πέμπτη 26 Απριλίου 2012
Μια συζήτηση για τον Αλτουσέρ και τον δομικό μαρξισμό
Η συζήτηση -στην οποία συμμετέχουν οι Σμιρνόφ, Ράκις και Ονειρμός- έλαβε χώρα πριν μερικούς μήνες στο ιστολόγιο Lenin reloaded.
----------------------------------------
-Σμιρνόφ: Ανοίγεις ένα τεράστιο θέμα οπότε η απάντηση μου θα είναι αναγκαστικά σχηματική. Κατ' αρχήν αναγνωρίζουμε το διαχωρισμό οικονομίας – πολιτικής ως μία αναγκαστική και ταυτόχρονα μυστικοποιητική μορφή εμφάνισης των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Επικαλούμενοι τη χεγκελιανή διαλεκτική θα λέγαμε πως αυτός ο διαχωρισμός είναι ψευδής αλλά πραγματικός (το ψεύδος ως μέρος-στιγμή και ταυτόχρονα άρνηση της αλήθειας) και απορρέει από τον φετιχισμό των καπιταλιστικών σχέσεων που ανέλυσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.
Από εκεί και πέρα η οικονομία ειδομένη ως η ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων, εμπεριέχει καταστατικά την πολιτική. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως το πολιτικό είναι αναπόσπαστο μέρος της οντολογίας της οικονομίας. Πρώτα και κύρια επειδή οι παραγωγικές σχέσεις είναι ένα κατεξοχήν πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού, άρα εκ των πραγμάτων δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί η οικονομία ως ένα πεδίο που καθορίζεται από τις δικές της εσωτερικές αναγκαιότητες, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από την πολιτική σφαίρα, παρόλο που διαμορφώνουν το πεδίο των δυνατοτήτων και των περιορισμών αυτής της σφαίρας. Μία αντίληψη της οικονομίας δηλαδή που την θέλει να διαμορφώνει restraints and impulses στο πολιτικό εποικοδόμημα, έχει μία κάποια αναλυτική αξία αλλά παραμένει ανεπαρκής. Ακόμη και αν δεχτούμε πως η πολιτική αντεπιδρά retroactively στην οικονομία, συνεχίζουμε να έχουμε πρόβλημα καθώς έχουμε διαχωρίσει τα δύο επίπεδα και αντιλαμβανόμαστε την πρώτη ως “εξωτερική και σε σχέση” με την πρώτη και όχι εσωτερική της πρώτης.
Οι οικονομικοί ντετερμινιστές, προσπαθώντας να αποφύγουν τις συνέπειες αυτής της προσέγγισης της οικονομίας, αναγνωρίζοντας την πολιτική φύση των παραγωγικών σχέσεων, μεταφέρουν το πεδίο του καθορισμού στις παραγωγικές δυνάμεις, οι οποίες φαίνεται να είναι αμόλυντες από το πολιτικό. Έτσι προέκυψε η μεγάλη διαμάχη στον μαρξισμό για το ποιος από τους δύο πόλους έχει τα πρωτεία και ποιος καθορίζει ποιον (παραγωγικές δυνάμεις/ παραγωγικές σχέσεις). Η Β΄ και Γ΄ διεθνείς δίνουν τα πρωτεία στις παραγωγικές δυνάμεις, ο Αλτουσέρ έρχεται να αντιστρέψει το βέλος των καθορισμών (βλ. Το κείμενο του: Για το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων επί των παραγωγικών δυνάμεων). Όμως μία προσεκτικότερη ματιά στις παραγωγικές δυνάμεις αρκεί να μας δείξει πως είναι ένας πολιτικός χώρος. Για παράδειγμα το ποιες τεχνολογίες και πως θα χρησιμοποιηθούν είναι ζήτημα πολιτικού και ταξικού ανταγωνισμού και όχι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου. Βλέπε το πως τεχνολογικές καινοτομίες χρησιμοποιούνται για να αυξήσουν τον έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο διαχωρισμός σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις είναι προβληματικός, από ένα σημείο και ύστερα. Έτσι η παραγωγική δύναμη 'εργασία' δεν μπορεί να νοηθεί αφαιρώντας τις σχέσεις (παραγωγικές) και το πολιτικό – πολιτισμικό πλαίσιο που την παράγει. Βλέπουμε δηλαδή πως ο ένας πόλος διεισδύει στον άλλον με ταυτόχρονη παρουσία του πολιτικού στο εσωτερικό τους.
Οι συνέπειες των παραπάνω στον μαρξισμό μας οδηγούν στο να απορρίψουμε την έννοια της εκφραστικής ολότητας, όπου το όλο ανάγεται στην ουσία ενός μέρους του, όπου το εποικοδόμημα είναι η απλή έκφραση της οικονομίας (ακόμη και αν αντεπιδρά πάνω της). Μία εκδοχή της χεγκελιανής έννοιας της ολότητας όπου αυτή μπορεί να ει δοθεί ως η πολλαπλότητα των στιγμών μίας ενιαίας διαδικασίας αυτο – ξεδιπλώματος μίας ουσίας – Πνεύμα (η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον ντετερμινιστικό μαρξισμό, η κίνηση του προλεταριάτου στον ιστορικισμό του Λούκατς). Αντίθετα οφείλουμε να δούμε την κοινωνία ως μία έκκεντρη δομή in determinance. Η προβληματική του Αλτουσέρ δηλαδή που προσεγγίζει το “όλον” ως μία σύνθετη και “ιζηματογενή” δομή. Αυτή η δομή είναι περίπλοκη όχι επειδή απλά υπάρχει μία διάκριση και αυτονομία των βαθμίδων της (οικονομία, πολιτική, ιδεολογία), αλλά επειδή η ολότητα δεν είναι η σύνθετη και πολλαπλή έκφραση μίας απλής Ιδέας. Ο Αλτουσέρ, σε σύμπνοια με τον Μαρξ επιμένει πως υπάρχει πραγματική διαφορά. Μιλώντας για ¨πραγματική διαφορά” εννοεί πως οι διαφορές (αντιθέσεις) που συνθέτουν έναν κοινωνικό σχηματισμό, είναι πραγματικές εκφράσεις μίας κοινωνικό – οικονομικής δομής που διαθέτει υλική βάση και δεν είναι η έκφραση μίας προϋπάρχουσας ουσίας, αλλά που συγκροτεί η ίδια την ουσία της. Υπάρχουν πραγματικές και ποικίλες υλικές συνθήκες, που σημαίνει πως μία κοινωνία μπορεί να αποτελείται από πολλούς και διαφορετικούς τρόπους και επίπεδα παραγωγής. Αυτοί οι πραγματικοί τρόποι παραγωγής δεν μπορούν να αναχθούν στην έκφραση μίας πραγματικής ουσίας ή αρχής. Στην πραγματική και υλική ιδιαιτερότητα και πολλαπλότητα τους, αυτές οι συνθήκες καθορίζουν την “ουσία” μίας συγκεκριμένης δομής ή κοινωνίας. (Τα παραπάνω είναι συμπυκνωμένα αποσπάσματα από το “Για τον Μαρξ”)
Τώρα ο τρόπος με τον οποίο ο Αλτουσέρ αναλύει αυτή την ολότητα είναι διαμέσου τριών εννοιών: της άνισης ανάπτυξης, της αντίθεσης και του υπερκαθορισμού. Κάθε κοινωνία, ως ολότητα, εμπεριέχει το σύνολο των διαφορών και η άνιση ανάπτυξη περιγράφει την υλική πραγματικότητα αυτού του δομημένου όλου. Η υλικότητα και η πραγματικότητα της άνισης ανάπτυξης καθορίζει τον κοινωνικό σχηματισμό ως ένα πεδίο διαφορών ή αντιθέσεων. Οι αντιθέσεις κάθε κοινωνικής δομής δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της ανισομερειών και των διαφορών αυτής της δομής. Αν και το οικονομικό, κατά βάση,καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους κάθε αντίθεση αναδύεται, με δεδομένο πως και το οικονομικό είναι και αυτό άνισο και δομημένο στη βάση σχέσεων κυριαρχίας, οι αντιθέσεις που το οικονομικό (η βάση) παράγει δεν είναι ποτέ απλές και ετερογενείς. Οι οικονομικές πρακτικές δεν χρειάζονται καν να είναι κυρίαρχες σε κάθε εποχή. Ταυτόχρονα κάθε αντίθεση ενός δεδομένου κοινωνικού σχηματισμού είναι η αναγκαστική έκφραση και αντανάκλαση κάθε άλλης αντίθεσης που το σύστημα εμπεριέχει (σε διαφορετικούς βαθμούς και ένταση φυσικά). Με τα λόγια του Αλτουσέρ: “κάθε αντίθεση είναι αδιαχώριστη από τη συνολική δομή του κοινωνικού σώματος στο οποίο εντοπίζεται, αναπόσπαστη από τις τυπικές συνθήκες ύπαρξης της... και καθορισμένη από τα πολλαπλά επίπεδα και βαθμίδες του κοινωνικού σχηματισμού που ενσαρκώνει”. Με αυτή την έννοια κάθε αντίθεση υπαρκαθορίζεται, ακριβώς επειδή είναι αναπόσπαστη από τις τυπικές συνθήκες ύπαρξης της, οι οποίες περιλαμβάνουν όχι μόνο οικονομικές αντιθέσεις αλλά και ιδεολογικές, πολιτικές, πολιτισμικές κλπ. Για αυτό κάθε αντίθεση πρέπει να αναλυθεί συγκεκριμένα και στις σχέση της με τις υπόλοιπες, (σε ευθεία αντιστοιχία με τη “συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης” του Λένιν) Έχω όμως γράψει υπερβολικά πολλά, οπότε σταματάω εδώ...
-Ονειρμός: Μολονότι ο Αλτουσέρ κυρίως στο Για τον Μάρξ και το ''να διαβάσουμε το Κεφάλαιο''(με τις διάφορες αποκλίσεις μεταξύ των συγγραφέων και ειδικά στο τρίπτυχο Αλτουσέρ-Ρανσιέρ-Μπαλιμπάρ) θέτει ωραία ερωτήματα και θεματοποιεί ορισμένα προβλήματα της κλασικής αντίληψης, σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι μας λύνει το πρόβλημα. Οι παρατηρήσεις μου είναι χοντρικά οι εξής:
1)Η σχετική αυτονομία των επιπέδων ή βαθμίδων της δομής είναι μια πολύ πολύ πολύ αόριστη λύση. Η μεγαλύτερη συμβολή της κατά την γνώμη μου είναι πράγματι να αποφύγει μια ΄΄γενετική πηγή'' των στοιχείων του εποικοδομήματος από την ''βάση'', αλλά και να τονίσει τις διαφορετικές χρονικότητες των επιπέδων ενάντια σε μια μονοδιάστατη αντίληψη του χρόνου και της διαχρονίας. Η ''σχετική αυτονομία'' όμως δεν μας δίνει κάποιο τρόπο προσέγγισης και μια γενικότερη τυπολογία της πολιτικής, του δικαίου, της θρησκείας κλπ. Γιατί ειδικά το νομικοπολιτικό δεν είναι απλά μια ''ιδεολογία''.
2) Νομίζω πως το ''τελική ανάλυση'' του δομικού μαρξισμού (όπως δλδ το εκλαμβάνει ο Αλτουσέρ ερμηνεύοντας τον Ένγκελς), το αποδόμησε ωραιότατα ο Μπωντριγιάρ στον ''καθρέφτη της παραγωγής''. Ειδικά όσον αφορά προηγούμενους του ΚΤΠ τρόπους παραγωγής, η ανάγνωση του Αλτουσέρ δεν μας βοηθά καθόλου. Εξάλλου, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη της ''μετατόπισης'' του Ε.Μπαλιμπάρ ως μια θεωρία μετάβασης από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο, και στον ''υλισμό της συνάντησης'' του ύστερου Αλτουσέρ, που νομίζω είναι αναγκαία συνέπεια προηγούμενων σκέψεών του.
3)Ο Αλτουσέρ δεν έχει καταλάβει γρι, κατά την γνώμη μου, την σχέση του Μάρξ με τον Χέγκελ. Και δεν μπορούμε να συρρικνώνουμε τον Χέγκελ σε μια ανάγνωσή σαν αυτήν του Αλτουσέρ, ειδικά στο ''Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο''. Απίστευτη προχειρότητα, ειδικά όσον αφορά την σχέση ουσίας-φαινομένων. Άραγε διάβασε ποτέ ο Αλτουσέρ τις ''μορφές που προηγούνται της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης'' στα Grundrisse, να δει ώριμο Μάρξ έμπλεο ''εγελιανής'' διαλεκτικής";
4) Τα περί επικαθορισμού των αντιφάσεων, οι επεξεργασμένες έννοιες των Γκράμσι, Μάο, και ορισμένες άλλες πτυχές, είναι πραγματικές συμβολές του Αλτουσέρ. Βέβαια, για το πώς αποδρά κανείς από τη δομή, έπρεπε προς στιγμήν να εγκαταλείψει την ριζική διαφορά επιστήμης και ιδεολογίας και να μιλήσει για ''προλεταριακή ιδεολογία'' στην οποία εγκαλεί τους προλετάριους το ΚΚ ως υποκείμενα. Εν πάσει περιπτώσει, τα άτομα ως απλοί φορείς (Trager), των κοινωνικών τους σχέσεων, δημιούργησαν ένα αξεπέραστο αδιέξοδο για τον Αλτουσέρ, για ευνοήτους λόγους. Η διαλεκτικοποίηση δομής-δράσης από τον Αλτουσέρ δεν έγινε, με αποτέλεσμα η κλειστότητα του δομισμού να είναι σημαντικό εμπόδιο.
5) Το δίκαιο τί είναι, βάση ή εποικοδόμημα, το κράτος τί είναι, η πολιτική τί είναι, κλπ. Όλα αυτά μπαίνουν σε κουτάκια ως στοιχεία του εποικοδομήματος, και αυτό είναι κριτική όχι μόνο προς τον Αλτουσέρ αλλά και προς την κλασική αντίληψη.
6) Οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι ασφαλώς το σύνολο των μηχανημάτων ή η τεχνική ,αλλά η παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση. Μια αντίθεση που ποτέ ο Αλτουσέρ δεν αντιμετώπισε σοβαρά, για αυτό δεν μπόρεσε να θέσει την ταξικά διαιρεμένη ανθρωπότητα ως ετεροαναφορά το φυσικού οικοσυστήματος. Τον αντι-ανθρωπισμό του βέβαια στις ''θέσεις'' τον μετρίασε, λέγοντας πως εννοούσε ότι δεν πρέπει να μπαίνει ο άνθρωπος στο κέντρο της θεωρίας.
7) Το πρωτείο των παραγωγικών σχέσεων θέλει μια ευρύτερη κουβέντα, τουλάχιστον στο άρθρο που αναφέρεις (νομίζω δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εκτός Γραμμής, υπάρχει και ηλεκτρονικά) ο Αλτουσέρ λέει πως για να μην είμαστε βολονταριστές (!), οι παραγωγικές σχέσεις έχουν την πρωτοκαθεδρία στο φάσμα των δυνατοτήτων που ανοίγουν οι παραγωγικές δυνάμεις.
Εν τέλει, πάλι καταλήγουμε στο (νομικο)πολιτικό ως στοιχείο του εποικοδομήματος. Όσον και αν ο Αλτουσέρ επιμένει στην συνθετότητα και την ''διαφορική'' σχέση των στοιχείων της δομής, το καθένα από τα οποία αντανακλά την άνιση σχέση του με τα υπόλοιπα, κατά τη γνώμη δεν αλλάζει ως προς αυτό κάτι καθοριστικά, πέρα από το ότι ο Αλτουσέρ μας προφυλάσσει από μια θεώρηση που θέλει τα πάντα να ανάγονται στην οικονομική κίνηση, κατά την αναγωγή στην μονάδα. Άλλο πρόβλημα είναι ότι η σχέση βάσης-εποικοδομήματος είναι και η ίδια ιστορική, και μεταβάλλεται (κατά τη γνώμη μου, ιστορικο-λογική). Ωστόσο σε όλα αυτά για την σχέση πολιτικής-οικονομίας δεν βλέπω κάτι που πραγματικά μας λύνει το πρόβλημα, πέρα από την επισήμανση μιας συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης στιγμής, μιας άνισης και πολύπλοκης ανάπτυξης,και μιας ''σχετικής αυτοτέλειας'' του πολιτικού. Αντίθετα, η θεώρηση πχ του Πασούκανις για το δίκαιο και τη νομική μορφή, πολλούς ορίζοντες ανοίγει ως προς την σχέση νομικού και οικονομικού.
Όλα αυτά τα λέω βέβαια στο πλαίσιο μιας ''αντιπαράθεσης'' που νομίζω ότι είναι αναγκαία. Και ρωτά, αν το πολιτικό και γενικότερα σχέσεις κυριαρχίας υπάρχουν ήδη κατά τη στιγμή συγκρότησης του οικονομικού, μήπως ισχύει ταυτόχρονα και ακριβώς το αντίθετο? Και μήπως έτσι θα καλούμασταν να διερευνήσουμε με διαφορετικούς όρους την σχέση κυριαρχίας (θεοκρατικής, πολιτικής κλπ), και εκμετάλλευσης?
-Σμιρνόφ: Όταν ανέφερα το όνομα Αλτουσέρ φοβόμουνα πως η συζήτηση θα ξεφύγει στην κατεύθυνση υπεράσπισης ή απόρριψης του έργου του. Δεν έχω κανένα σκοπό να υπερασπιστώ το σύνολο του έργου του Αλτουσέρ, παρέθεσα κάποια σημεία με αναφορά σε αυτόν στην προσπάθεια μου να μιλήσω για τις σχέσεις της οικονομίας με τα άλλα κοινωνικά επίπεδα καθώς και για να δώσω μία διαφορετική έννοια ολότητας, από την παραδοσιακή εκφραστική ολότητα, οπότε καλό θα ήταν η συζήτηση να συγκεκριμενοποιηθεί σε αυτά που έγραψα και όχι σε μία διαμάχη για την ορθότητα της συνολικής παρέμβασης του Αλτουσέρ.
Τα προηγούμενα σχόλια μου προσπαθούν ακριβώς να αποφύγουν την ουσιοκρατική ανάλυση. Το “σε τελική ανάλυση” εμφανίζεται μία μόνο φορά, όταν έχω αποδομήσει το διαχωρισμό οικονομίας – πολιτικής, ιδεολογίας, επιμένοντας πως και η οικονομία είναι, καταστατικά, ένα πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού. Με αυτά υπόψιν μπορούμε να δούμε γιατί η κριτική των Λακλάου – Μουφ για παράδειγμα προς τον Αλτουσέρ: πως αν η οικονομία καθορίζει σε τελική ανάλυση όλες τις άλλες βαθμίδες της κοινωνικής ζωής, τότε αυτός ο καθορισμός δεν μπορεί παρά να είναι σαφής, απλός και προς μία κατεύθυνση, είναι λάθος. Απορρίπτοντας αυτή την καρικατούρα που οι ίδιο έφτιαξαν, προτείνουν το δικό τους σχήμα: μία κοινωνία που λειτουργεί σαν γλώσσα, εννοώντας πως το κοινωνικό όπως και τα υποκείμενα που το συγκροτούν λειτουργούν στα πλαίσια μίας συμβολικής οικονομίας, ενός discourse, το οποίο δεν έχει καμία σχέση με κάποιο πραγματικό (εξω- συμβολικό).
Αν δεν απορρίπτουμε εξολοκλήρου τον ιστορικό υλισμό θα πρέπει να δεχθούμε ένα κάποιο πρωτείο των οικονομικών πρακτικών πάνω στις υπόλοιπες κοινωνικές πρακτικές. Είναι δηλαδή κάπως αξιωματικό πως για κάθε κοινωνία, μακροπρόθεσμα, οι σχέσεις εκείνες που εξασφαλίζουν την υλικής της αναπαραγωγή, να ιεραρχούνται υψηλότερα από άλλες. Για ποια οικονομία όμως μιλάμε; ο μαρξισμός αντιλαμβάνεται την οικονομία ως τη συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων και επιπέδων παραγωγής και στο βαθμό που οι σχέσης παραγωγής καθιστούν το κυριότερο στοιχείο κάθε τρόπου παραγωγής, διαμορφώνεται αυτόματα μία γέφυρα που συνδέει την συστημική/θεσμική προσέγγιση με εκείνη του υποκειμένου/δράσης και άρα της πολιτικής. Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε διανοητικά ακροβατικά για να περάσουμε από την ανάλυση του πως η τεχνική και κοινωνική διαίρεση της εργασίας ταξινομεί τους ανθρώπους σε διαφορετικές θέσεις στη σφαίρα παραγωγής, στη διερεύνηση του τύπου των πρακτικών και συγκρούσεων που αυτές οι δομικές θέσεις οδηγούν ή αποτυγχάνουν να οδηγήσουν (ύπαρξη ή απουσία ταξικής συνείδησης πχ). Έτσι ο μαρξισμός αποφεύγει τόσο τα ουσιοκρατικά όσο και τα δομιστικά και φανκτιοναλιστικά αδιέξοδα.
Το ίδιο και η έννοια της ολότητας που έδωσα στα προηγούμενα σχόλια. Μία ολότητα χωρίς κέντρο, που παράγει η ίδια την “ουσία” της. Οι αντιθέσεις που την καθιστούν δυναμική είναι αποτέλεσμα της ιστορικής συνάρθρωσης ανισόμετρων θεσμικών αποκρυσταλλώσεων κοινωνικών πρακτικών, ενώ η συγχρονική δράση των υποκειμένων που δρουν υπό το πλαίσιο των ωθήσεων και των περιορισμών που ορίζουν οι παραπάνω αποκρυσταλλώσεις, διαμορφώνουν την εξέλιξη της.
Τώρα για τα υπόλοιπα που θέτεις Ονειρμέ και αφορούν τον Αλτουσέρ, είναι μία διαφορετική συζήτηση. Θεωρώ πως η άποψη του για την ιδεολογία άνοιξε νέους δρόμους στην προσέγγιση του φαινομένου, ιδίως το μέρος που αφορά την υλικότητα της και την έγκληση του υποκειμένου. Έχει όμως μία σειρά προβλήματα, όπως ο φανκτιοναλισμός. Τα περί επιστημολογικής τομής στο έργο του Μαρξ καθώς και η σχέση του τελευταίου με τον Χέγκελ, είναι πιο περίπλοκα...
-Ονειρμός: Καμία διάθεση διαμάχης, όλα αυτά τα είπα στο πλαίσιο και των δικών μου προβληματισμών, και ήθελα να μάθω τη γνώμη σου. Και αν εν τέλει δεν υιοθετώ την κρίση του Αλτουσέρ για το δομημένο κοινωνικό όλο, θεωρώ πως έθεσε ίσως τα πιο κριτικά ερωτήματα για τον μαρξισμό. Και εννοείται πως όσα είπε για την ιδεολογία πράγματι αναζωογονούν και διανοίγουν το πεδίο της προβληματικής, ρίχνοντας και γέφυρες με άλλα πεδία του επιστητού (ψυχανάλυση).
Σίγουρα τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα και τα υπεραπλούστευσα. Απλά στην Ελλάδα υπάρχουν τόσοι πολλοί που όχι απλώς διαβάζουν Αλτουσέρ αλλά δογματικά εμμένουν σε αυτόν (λόγω της ιστορίας του ελληνικού πανεπιστημίου και του Πουλαντζά κυρίως), που είναι σπάνιος ένας κριτικός για αυτόν διάλογος που δεν θα εξαντλείται σε εκατέρωθεν αφορισμούς.
Και εγώ θεωρώ τον φανξιοναλισμό ένα από τα κύριά του προβλήματα (εδώ εισέπραξε και τις ύβρεις του Καστοριάδη), όπως επίσης και το ζήτημα της ''συνάρθρωσης'' των διαφορετικών επιπέδων, οχι πως δεν υφίσταται, αλλά για εμένα υπάρχει γενεσιουργός δύναμη που ωθεί την διαφοροποίηση των στοιχείων της ολότητας, πράγμα που σημαίνει ότι αυτά πρωτογενώς διακρίνονται ως πτυχές της ολότητας και δεν συν-αρθρώνονται απλώς.
Θα μπορούσε πολλά ακόμη να πει κανείς, δεν ξέρω αν έχεις υπόψη σου την προσπάθεια του Γκωντελιέ στο βιβλίο ''the mental and the material thought economy and society''. Κατά τα άλλα, η χρησιμότητα ενός προβληματισμού για την μεθοδολογία, που πολλοί απορρίπτουν συλλήβδην, έχει να κάνει με το ποιές είναι οι αφετηρίες της κάθε αντίληψης και πώς ''χτίζεται'' ένα αναλυτικό οικοδόμημα. Σήμερα το πρόβλημα της μεθόδου που θα αντιστοιχεί στο σημερινό ''περιεχόμενο'' γίνεται ολοένα και περισσότερο επιτακτικό, μέσα στο χάος των πληροφοριών που συνήθως ταξινομούνται και εκτίθενται σε μια εκλεκτικιστική συγκόλληση που μπορεί να διαψευστεί με την παράθεση άλλων στοιχείων, κ.ο.κ
-Ράκις: Αναφέρθηκα στον Αλτουσέρ γιατί θεώρησα πως και το σκεπτικό σου παραμένει παρόμοιο. Πχ "Είναι δηλαδή κάπως αξιωματικό πως για κάθε κοινωνία, μακροπρόθεσμα, οι σχέσεις εκείνες που εξασφαλίζουν την υλικής της αναπαραγωγή, να ιεραρχούνται υψηλότερα από άλλες" αυτό το καταλαβαίνω ως ότι υπάρχει κάτι κύριο, μία οικονομία πιο σημαντική από τις άλλες. Επομένως, το "σε τελική ανάλυση" μπορεί να μη λέγεται φανερά αλλά υπάρχει και καθ-ορίζει. Δηλ. η κριτική που για τον Αλτουσέρ δε βλέπω να μην ισχύει και στο σκεπτικό σου. Από την άλλη, υποστηρίζεις μία έκκεντρη ολότητα δηλ. τονίζεις το μη-κέντρο τη στιγμή που ήδη έχεις δεχθεί ένα κέντρο, αυτό του οικονομικού. Θα ήταν ενδιαφέρον να έλεγες πώς συμβιβάζεις την οικονομία ως κέντρο σε μία έκκεντρη δομή.
-Σμιρνόφ: Καμία διαμάχη συζήτηση κάνουμε, απλά δεν ήθελα αυτή να κατευθυνθεί σε μία αντιπαράθεση για το στάτους του Αλτουσέρ στον μαρξισμό. Δεν είμαι αλτουσεριανός, σίγουρα όχι με τον τρόπο που ο Αλτουσέρ διαβάζεται στην Ελλάδα. Χρησιμοποίησα τον Αλτουσέρ για να μιλήσω για τη σχεση βάσης- εποικοδομήματος, θεωρώ αρκετές από τις παρατηρήσεις του ουσιώδεις πάνω στο θέμα, αν και δεν μπόρεσε και ο ίδιος να υπερβεί με πειστικό τρόπο τον δυισμό. Το κείμενο του "Για το πρωτείο των παραγωγικών σχεσεων..." είναι ένα σημαντικό βήμα, αλλά κλέινει με ερωτηματικό. Η αντίληψη του για την ολότητα μου φαίνεται πιο παραγωγική.
Από Γκωντελιέ έχω υπόψιν μόνο το βιβλίο του The enigma of the gift.
Νομίζω πως μπορείς να μιλήσεις για ολότητα χωρίς κέντρο ή για μία έκκεντρη δομή. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως όλες οι πρακτικές (οι σχέσεις και οι θεσμικές αποκρυσταλλλώσεις τους) που συνθέτουν την ολότητα έχουν το ίδιο βάρος. Υπάρχει ιεαρχία που προκύπτει από τη θέση που ιστορικά βρέθηκε να καταλαμβάνει κάθε πρακτική μέσα στην κοινωνία - ολότητα. Αυτό, όπως ανέφερα και στα προηγούμενα σχόλια, δεν σημαίνει πως οι οικονομικές πρακτικές είναι ανεξάρτητες από τις υπόλοιπες - παράγοντας τις υπόλοιπες. Ακόμη και οι οικονομικές αντιθέσεις υπερκαθορίζονται, με την έννοια του υπερκαθορισμού που περιέγραψα πριν. Τώρα αν κάποια κοινωνία κάποτε, καταφέρει να επιλύσει τα γενικότερα προβλήματα επιβίωσης με τέτοιον τρόπο ώστε αυτά να υποβαθμιστούν σε σημασία στις σχεσεις των ανθρώπων, ενδεχομένως κάποια άλλα σύνολα πρακτικών να βρεθούν στην πρώτη θέση της ιεραρχίας. Μπορούμε να πούμε πως για κάποιες δεκαετίες σε ορισμένς χώρες της Δύσης, φτάσαμε πολύ κοντά σε κάτι τέτοιο, κληρονομία του οποίου είναι και η λεγόμενη linguistic and discursive turn. Η έλευση της παγκόσμιας κρίσης όμως μπορείς να πεις πως λειτουργεί κάπως σαν "return of the repressed"...
-Ονειρμός: Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ η αντίληψη του Αλτουσέρ θέλει να μιλήσει για μια δομική αιτιότητα, σε μια δομή η οποία είναι η ιδιαίτερη και άνιση συνάρθρωση των αποτελεσμάτων της, υπάρχει ένα ''αποτέλεσμα'' της δομικής αιτιότητας, ένα ''κατηγόρημα'' της ''υπόστασης'' το οποίο δεν είναι ισότιμο με όλα τα άλλα, αλλά παίζει καθοριστικό ρόλο. Αυτό είναι η οικονομική πρακτική. Τότε όμως η δομική αιτιότητα είναι στην πραγματικότητα μια αιτιότητα της δομής με καθοριστικό στοιχείο την οικονομική πράκτικη, άρα είναι ουσιαστικά μια ''δομο-οικονομική'', αν μπορώ να την πω έτσι, αιτιότητα, με την έννοια ότι πάντα, όποια και αν είναι η ιδιαίτερη συνάρθρωση, η οικονομία είναι καθοριστική σε τελική ανάλυση. Μολονότι αυτή δεν συνιστά γενετικό κέντρο, νομίζω ότι από τα παραπάνω φαίνεται κάποιο αδιέξοδο. Νομίζω πως ο Αλτουσέρ θα έπρεπε να δώσει περισσότερη βάση στην αντίθεση ανθρώπων-φύσης, για να στηρίξει μια καθοριστικοτητα της ''οικονομικής πρακτικής'', όπως την εννοούσε.
Μπορείς να αναζητήσεις το συγκεκριμένο βιβλίο του Γκωντελιέ στο διαδίκτυο. Σε αυτό, θεωρώντας κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα πνευματικοϋλική (όπως και την σχέση ανθρώπων-φύσης), κάνει κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Βάσει της πνευματικοϋλικής υφής της παραγωγικής σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, οι δεσμοί αίματος-συγγένειας, οι θρησκευτικές ή οι πολιτικοθεολογικές κλπ θεσμίσεις γίνονται καθοριστικό στοιχείο μιας κοινωνικής δομής, όταν καθίστανται η ιστορικά συγκεκριμένη πνευματοϋλική παραγωγική σχέση των ανθρώπων με τη Φύση. Ο πνευματικοϋλικός χαρακτήρας της παραγωγής καθιστά δυνατό να μην είναι μόνο αμιγώς οικονομικές, αλλά και άλλες λειτουργίες το καθοριστικό στοιχείο, εφόσον όμως διατηρούν τον πυρήνα της πνευματικουλικής μεταμόρφωσης της φύσης, για την υλική αναπαραγωγή της κοινωνίας. Ούτε η παραπάνω λύση νομίζω ότι μας λύνει το πρόβλημα, εν τούτοις νομίζω είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια.
Τέλος, θέλω να κάνω μια αναλογία με τον ''εγελομαρξισμό'' του Βαζιούλιν. Για τον τελευταίο, όταν αντικρίζουμε το κοινωνικό όλο πρέπει να προσέξουμε, μεταξύ των άλλων σχέσεων, και την σχέση της ουσίας προς την πραγματικότητα, ως ενότητα ''είναι'', ''ουσίας'', ''φαινομένων'', και όχι μόνο την σχέση ''ουσίας'' και ''φαινομένων'' με αντεπίδραση των τελευταίων στην πρώτη (εν είδει του κλασικού βάση<->εποικοδόμημα).
Η σχέση ουσίας<->πραγματικότητας γράφεται και ως σχέση ουσίας<->''είναι''+''ουσία''+ ''φαινόμενα'', είναι δηλαδή σχέση του ''πυρήνα'' όχι προς απλώς ένα άλλο μέρος (μορφές κοινωνικής συνειδησης), αλλά προς το κοινωνικό όλον. Όπως φαίνεται, η ουσία εμφανίζεται και στις δύο πλευρές της παραπάνω σχέσης, και υπό αυτήν την έννοια είναι καθοριστική.
Κάνοντας έναν παραλληλισμό με πολλά ελαττώματα, η δομική αιτιότητα του Αλτουσέρ είναι: δομική αιτιότητα->αποτελέσματα της αιτιότητας συνδυασμένα που μας κάνουν την δομή, όπου και στις δύο πλευρές της σχέσης θα εμφανίζεται η ''οικονομική πρακτική'', όντας το καθοριστικό στοιχείο.
-Ράκις: Σμιρνόφ, αν σε καταλαβαίνω προσπαθείς να στηρίξεις μία έννοια υπερκαθορισμού χωρίς το "σε τελική ανάλυση" αλλά με μία έννοια "ιεραρχία". Η όποια ιεραρχία δεν επισημαίνεται από κάποιο ιστορικό υποκείμενο; Επομένως, αν πάρουμε στα σοβαρά την έννοια του υπερκαθορισμού, μήπως αυτός τείνει να σχετικοποιεί αυτό στο οποίο επικάθεται;
-Σμιρνόφ: Δεν χρειάζεται κάποιο ιστορικό υποκείμενο να επισημάνει την ιεράρχηση των κοινωνιών σχέσεων - πρακτικών, ενός δηλαδή υποκειμένου που διέρχεται μία πορεία αυτοανάπτυξης προς ένα ορισμένο σκοπο ο οποίος ενυπάρχει σε αυτό (το υποκείμενο) από την αρχή. Εκτός και αν ρωτάς από τη σκοπιά ποιου υποκειμένου γίνεται αυτή η ιεράρχηση. Αυτό όμως αφορά ένα διαφορετικής τάξης ζήτημα, που είναι η δυνατότητα των "μερικών" υποκειμένων να αντιλαμβάνονται την "πραγματικότητα" των κοινωνικών σχέσεων και του ρόλου τους μέσα σε αυτές ή αν υπάρχει τέτοια πραγματικότητα, οπότε ξαναγυρνάμε στις θέσεις που θέλουν το κοινωνικό ως συμβολική τάξη.
Ο υπερκαθορισμός "σχετικοποιεί αυτό στο οποίο επικάθεται"; αν το δούμε από τη σκοπιά πως κάθε συγκεκριμένη αντίθεση είναι πάντοτε υπερκαθορισμένη, με την έννοια πως στο εσωτερικό της αντανακλάται διαφορικά το συνολο των αντιθέσεων που συνθέτουν την ολότητα, τότε ναι. Δεν θα μπορούσε όμως να υπάρξει και διαφορετικά, δηλαδή μία αντίθεση στην καθαρότητα της, όπως αυτή κεφαλαίου - εργασίας, αποκομμένη από αυτές του φύλου, του έθνους, της μόρφωσης κλπ.
-Ράκις: Ως προς την πρώτη παρ. το 2ο που αναφέρεις είχα κατά νου. Δηλ. το κατά πόσο μπορούμε να μιλούμε, αν χρησιμοποιούσα αλτουσεριανούς όρους, για επιστημονική γνώση της πραγματικότητας ή ιδεολογική. Τέλος πάντων, θέση μου(γιατί σε πήρα μονότερμα) είναι ότι δεν μπορεί να σταθεί μία τέτοια απόλυτη διάκριση και ότι το υποκείμενο που ιεραρχεί βρίσκεται σε μία πορεία μέσα σε μία λωρίδα moebius, ως προς τη σχέση εσωτερικού/εξωτερικού μιας επιστήμης. Από την άλλη βέβαια, το δαχτυλίδι moebius θετικά ιδωμένο, μπορεί να γίνει και μεταφορά της πορείας από το κατεστημένο προς την ανατροπή του, από το παλιό προς το νέο. Σ'ευχαριστώ για το χρόνο που μου αφιέρωσες.
Τρίτη 24 Απριλίου 2012
Μια μαρξιστική οπτική για την κρίση του χρέους
Αναδημοσίευση από Εποχή και youpayyourcrisis
23/04/2012
Tου Γιάννη Μηλιού*
Η παρούσα παγκόσμια κρίση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες κρίσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή είναι μια βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ξεκίνησε από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και σε σύντομο διάστημα έπληξε τις τράπεζες σε ΗΠΑ, Ευρώπη κλπ. Από τη στιγμή που τα κράτη αρχίζουν να δημιουργούν μηχανισμούς προστασίας για τις τράπεζες, η κρίση εξελίσσεται σε κρίση δημόσιου χρέους.
Η κρίση δημόσιου χρέους ξεσπά πρώτα στο Ντουμπάι, μετά στην Ευρωζώνη και μετά σε όλες τις χώρες. Το χρέος εκτινάσσεται. Στην Ιαπωνία είναι πάνω από 200% του ΑΕΠ. Στην Ευρωζώνη αυτό το μεγάλο χρέος (καίτοι μικρότερο της Ιαπωνίας) αρχίζει να εκδηλώνει χαρακτηριστικά χρηματοπιστωτικής αφερεγγυότητας (insolvency). Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην Ευρώπη, αυτοί που δανείζουν τα κράτη / τους κρατικούς προϋπολογισμούς, δεν θέλουν πια να δανείσουν. Στην Ιαπωνία δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, και παρά το μέγεθος του χρέους τα επιτόκια παραμένουν πολύ χαμηλά, διότι οι κάθε λογής κάτοχοι χρήματος εξακολουθούν να δανείζουν το ιαπωνικό δημόσιο, και το χρέος παραμένει διαχειρίσιμο.
Διότι στην Ιαπωνία το δημόσιο έχει την αρωγή της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία εγγυάται το 100% του κρατικού χρέους και δανείζει στο κράτος τα ποσά που απαιτούνται, έναντι ισόποσης αξίας ομολόγων που εκδίδει. Γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη; Διότι η απόλυτα νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική της ΕΕ, δηλαδή οι συνθήκες του Μάαστριχτ, της Λισαβόνας κλπ., απαιτεί ότι όλα τα προβλήματα σχετικά με το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών θα τα επιλύουν άμεσα οι απελευθερωμένες χρηματαγορές, χωρίς την προστατευτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ποιοι επωφελούνται από την κρίση
Μάλιστα οι Ευρωπαίοι ηγέτες εν πολλοίς επιτάχυναν την κρίση χρηματοπιστωτικής αφερεγγυότητας (για να την χρησιμοποιήσουν ως όπλο εναντίον των εργαζομένων). Θυμάστε ότι ο Παπανδρέου παρομοίαζε την Ελλάδα με τον Τιτανικό. Το δημόσιο χρέος όμως είναι σαν μια τράπεζα. Φανταστείτε τον διευθυντή μιας τράπεζας να λέει ότι η επιχείρηση που διευθύνει είναι Τιτανικός και όλοι οι υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι, οι ισολογισμοί πλαστοί κλπ. Όλοι οι καταθέτες θα σπεύσουν να αποσύρουν τα χρήματά τους, η τράπεζα θα θεωρηθεί αναξιόπιστη, καμιά άλλη τράπεζα δεν θα τη δανείζει, δεν θα μπορεί καν να πληρώσει τους καταθέτες που αποσύρονται, θα αναστείλει τη λειτουργία της και θα μπει σε διαδικασία εκκαθάρισης. Η ίδια συμπεριφορά προκλήθηκε στους δανειστές του ελληνικού δημοσίου, είτε επρόκειτο για καταθέτες που επιζητούσαν ένα εγγυημένο ικανοποιητικό επιτόκιο είτε για καπιταλιστές του χρήματος που είχαν εντάξει την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στη στρατηγική μεγιστοποίησης του κέρδους τους. Ο ίδιος μηχανισμός μετέφερε τη χρηματοπιστωτική αφερεγγυότητα του δημόσιου χρέους από τη μία χώρα της Ευρωζώνης στην άλλη, και έτσι, σήμερα έχουμε όχι απλώς την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, αλλά την Ιταλία και Ισπανία, με την τελευταία π.χ. να δανείζεται με πάνω από 6%, σε μια στιγμή που οι δύο αυτές χώρες έχουν ανάγκη δημόσιου δανεισμού περίπου 10 δισ. την εβδομάδα για ένα ολόκληρο χρόνο (κάθε βδομάδα, δηλαδή, να δανείζονται 10 δισ. με σχεδόν απαγορευτικά επιτόκια).
Αυτή λοιπόν την κρίση χρέους, η οποία είναι όψη της συνολικής κρίσης υπερσυσσώρευσης, θεωρούν οι κυρίαρχες δυνάμεις ότι μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν σαν το εφαλτήριο, το εργαλείο, την αφετηρία, για να πετύχουν ένα πολύ μακρόπνοο σχέδιο: την αντιδραστική αναδιάρθρωση των κοινωνιών της Ευρώπης. Την αναδιανομή του εισοδήματος μέσα από το κόψιμο του μισθού, την εξαφάνιση του κοινωνικού μισθού, την ενίσχυση του εργοδοτικού δικαιώματος και της αυθαιρεσίας του επιχειρηματία και του κεφαλαίου μέσα από την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και των δικαιωμάτων, τη διακυβέρνηση τέλος με τρόπους «έκτακτης ανάγκης».
Οι αντιφάσεις και πώς επιλύονται
Αυτή είναι η στρατηγική τους και, βεβαίως, αυτή η πολιτική των περικοπών δημιουργεί ύφεση. Αλλά αυτό από το οποίο πάσχει το κεφάλαιο στην κρίση, δεν είναι η έλλειψη ζήτησης, αλλά η έλλειψη υπεραξίας. Υπάρχει μια καταπληκτική ανάλυση του Μαρξ που λέει τα εξής περίπου: «Κάθε καπιταλιστής θέλει οι εργάτες του να παίρνουν όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό, έτσι ώστε να είναι πιο υψηλά τα κέρδη του, γιατί το προϊόν, η νέα αξία που παράγεται διανέμεται σε μισθούς και κέρδη, άρα τα κέρδη αυξάνουν όταν οι μισθοί πέφτουν. Συγχρόνως, όμως, θέλει οι εργάτες όλων των άλλων καπιταλιστών να έχουν όσο το δυνατόν υψηλότερο μισθό, για να αγοράζουν τα προϊόντα που αυτός παράγει στην επιχείρησή του». Αυτή η δομική-συστημική αντίφαση, στην κρίση λύνεται με την ενίσχυση της κύριας όψης της, που είναι η σχέση του κάθε καπιταλιστή με τους δικούς του εργάτες. Και πάντα στις κρίσεις έχουμε μια επίθεση στο εισόδημα και στα δικαιώματα των εργαζομένων, μια στρατηγική αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Στην εποχή του Ρικάρντο, δηλαδή στις πρώτες φάσεις μετά τη βιομηχανική επανάσταση, στο Λονδίνο την περίοδο των κρίσεων πέθαιναν άνθρωποι κυριολεκτικά από την πείνα στους δρόμους (όπως πεθαίνουν σήμερα στη Βομβάη και την Καλκούτα) μετά από το κόψιμο των μισθών, την ανεργία, κλπ.
Λιγότερη παραγωγή, περισσότερα κέρδη
Τι συμβαίνει όμως μετά [από] μια τέτοια καταστροφή; Η καταστροφή λειτουργεί ως εκκαθάριση των μη επαρκώς αξιοποιούμενων ατομικών κεφαλαίων και επομένως δημιουργεί προϋποθέσεις για την καπιταλιστική ανάκαμψη. Κλείνουν οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις, δημιουργούνται για αυτούς που μπορούν να αντέξουν καλύτερες ευκαιρίες, ανεβαίνει το ποσοστό κέρδους με μικρότερη παραγωγή. Για τον καπιταλιστή είναι καλύτερα να δαπανά 1.000 και να έχει κέρδος 200, παρά να δαπανά 1.300 και να έχει κέρδος 210 (διότι το ποσοστό κέρδους που είναι ο λόγος κέρδη/συνολικό καταβαλλόμενο κεφάλαιο, ανεβαίνει στην περίπτωση 1.000-200). Επομένως, η συρρίκνωση της παραγωγής είναι όψη της στρατηγικής της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που θέλουν να εξαλείψουν, είναι οι κατακτήσεις των εργαζομένων, η ικανότητά τους για αντίσταση, το κοινωνικό κράτος. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός δεν είχε πάντα κοινωνικό κράτος.
Το κοινωνικό κράτος προέκυψε από ένα συγκεκριμένο ταξικό συσχετισμό δύναμης και οικοδομήθηκε σε 3 ιστορικές εποχές: μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Μεσοπόλεμο, στη δεύτερη φάση της κρίσης που ξέσπασε το ’29, και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ΙΚΑ στην Ελλάδα φτιάχτηκε τη δεκαετία του ’30, στο δεύτερο κύμα. Το πρώτο κύμα άρχισε από το Βενιζέλο με την εργατική νομοθεσία, λίγο πρώιμα ως προς τις περισσότερες άλλες αναπτυγμένες χώρες.
Σήμερα σε όλες τις χώρες ξεδιπλώνεται μια επίθεση των κυρίαρχων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στην εργασία. Θέλουν να καταργήσουν τα δικαιώματά μας, να αυξήσουν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής μας δύναμης. Θα το πετύχουν; Δεν πρέπει να τους αφήσουμε. Ο μόνος τρόπος να μην πετύχουν είναι οι αντιστάσεις μας, τα κινήματα, η συγκρότηση ενός εναλλακτικού πόλου εξουσίας που θα τους ανατρέψει. Στην προοπτική αυτή, οι επερχόμενες εκλογές είναι μια ευκαιρία!
* Ο Γιάννης Μηλιός είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στην Α΄ Αθηνών.
23/04/2012
Tου Γιάννη Μηλιού*
Η παρούσα παγκόσμια κρίση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες παγκόσμιες κρίσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή είναι μια βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ξεκίνησε από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και σε σύντομο διάστημα έπληξε τις τράπεζες σε ΗΠΑ, Ευρώπη κλπ. Από τη στιγμή που τα κράτη αρχίζουν να δημιουργούν μηχανισμούς προστασίας για τις τράπεζες, η κρίση εξελίσσεται σε κρίση δημόσιου χρέους.
Η κρίση δημόσιου χρέους ξεσπά πρώτα στο Ντουμπάι, μετά στην Ευρωζώνη και μετά σε όλες τις χώρες. Το χρέος εκτινάσσεται. Στην Ιαπωνία είναι πάνω από 200% του ΑΕΠ. Στην Ευρωζώνη αυτό το μεγάλο χρέος (καίτοι μικρότερο της Ιαπωνίας) αρχίζει να εκδηλώνει χαρακτηριστικά χρηματοπιστωτικής αφερεγγυότητας (insolvency). Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην Ευρώπη, αυτοί που δανείζουν τα κράτη / τους κρατικούς προϋπολογισμούς, δεν θέλουν πια να δανείσουν. Στην Ιαπωνία δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, και παρά το μέγεθος του χρέους τα επιτόκια παραμένουν πολύ χαμηλά, διότι οι κάθε λογής κάτοχοι χρήματος εξακολουθούν να δανείζουν το ιαπωνικό δημόσιο, και το χρέος παραμένει διαχειρίσιμο.
Διότι στην Ιαπωνία το δημόσιο έχει την αρωγή της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία εγγυάται το 100% του κρατικού χρέους και δανείζει στο κράτος τα ποσά που απαιτούνται, έναντι ισόποσης αξίας ομολόγων που εκδίδει. Γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη; Διότι η απόλυτα νεοφιλελεύθερη αρχιτεκτονική της ΕΕ, δηλαδή οι συνθήκες του Μάαστριχτ, της Λισαβόνας κλπ., απαιτεί ότι όλα τα προβλήματα σχετικά με το δημόσιο χρέος των κρατών-μελών θα τα επιλύουν άμεσα οι απελευθερωμένες χρηματαγορές, χωρίς την προστατευτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ποιοι επωφελούνται από την κρίση
Μάλιστα οι Ευρωπαίοι ηγέτες εν πολλοίς επιτάχυναν την κρίση χρηματοπιστωτικής αφερεγγυότητας (για να την χρησιμοποιήσουν ως όπλο εναντίον των εργαζομένων). Θυμάστε ότι ο Παπανδρέου παρομοίαζε την Ελλάδα με τον Τιτανικό. Το δημόσιο χρέος όμως είναι σαν μια τράπεζα. Φανταστείτε τον διευθυντή μιας τράπεζας να λέει ότι η επιχείρηση που διευθύνει είναι Τιτανικός και όλοι οι υπάλληλοι είναι διεφθαρμένοι, οι ισολογισμοί πλαστοί κλπ. Όλοι οι καταθέτες θα σπεύσουν να αποσύρουν τα χρήματά τους, η τράπεζα θα θεωρηθεί αναξιόπιστη, καμιά άλλη τράπεζα δεν θα τη δανείζει, δεν θα μπορεί καν να πληρώσει τους καταθέτες που αποσύρονται, θα αναστείλει τη λειτουργία της και θα μπει σε διαδικασία εκκαθάρισης. Η ίδια συμπεριφορά προκλήθηκε στους δανειστές του ελληνικού δημοσίου, είτε επρόκειτο για καταθέτες που επιζητούσαν ένα εγγυημένο ικανοποιητικό επιτόκιο είτε για καπιταλιστές του χρήματος που είχαν εντάξει την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου στη στρατηγική μεγιστοποίησης του κέρδους τους. Ο ίδιος μηχανισμός μετέφερε τη χρηματοπιστωτική αφερεγγυότητα του δημόσιου χρέους από τη μία χώρα της Ευρωζώνης στην άλλη, και έτσι, σήμερα έχουμε όχι απλώς την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, αλλά την Ιταλία και Ισπανία, με την τελευταία π.χ. να δανείζεται με πάνω από 6%, σε μια στιγμή που οι δύο αυτές χώρες έχουν ανάγκη δημόσιου δανεισμού περίπου 10 δισ. την εβδομάδα για ένα ολόκληρο χρόνο (κάθε βδομάδα, δηλαδή, να δανείζονται 10 δισ. με σχεδόν απαγορευτικά επιτόκια).
Αυτή λοιπόν την κρίση χρέους, η οποία είναι όψη της συνολικής κρίσης υπερσυσσώρευσης, θεωρούν οι κυρίαρχες δυνάμεις ότι μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν σαν το εφαλτήριο, το εργαλείο, την αφετηρία, για να πετύχουν ένα πολύ μακρόπνοο σχέδιο: την αντιδραστική αναδιάρθρωση των κοινωνιών της Ευρώπης. Την αναδιανομή του εισοδήματος μέσα από το κόψιμο του μισθού, την εξαφάνιση του κοινωνικού μισθού, την ενίσχυση του εργοδοτικού δικαιώματος και της αυθαιρεσίας του επιχειρηματία και του κεφαλαίου μέσα από την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και των δικαιωμάτων, τη διακυβέρνηση τέλος με τρόπους «έκτακτης ανάγκης».
Οι αντιφάσεις και πώς επιλύονται
Αυτή είναι η στρατηγική τους και, βεβαίως, αυτή η πολιτική των περικοπών δημιουργεί ύφεση. Αλλά αυτό από το οποίο πάσχει το κεφάλαιο στην κρίση, δεν είναι η έλλειψη ζήτησης, αλλά η έλλειψη υπεραξίας. Υπάρχει μια καταπληκτική ανάλυση του Μαρξ που λέει τα εξής περίπου: «Κάθε καπιταλιστής θέλει οι εργάτες του να παίρνουν όσο το δυνατόν χαμηλότερο μισθό, έτσι ώστε να είναι πιο υψηλά τα κέρδη του, γιατί το προϊόν, η νέα αξία που παράγεται διανέμεται σε μισθούς και κέρδη, άρα τα κέρδη αυξάνουν όταν οι μισθοί πέφτουν. Συγχρόνως, όμως, θέλει οι εργάτες όλων των άλλων καπιταλιστών να έχουν όσο το δυνατόν υψηλότερο μισθό, για να αγοράζουν τα προϊόντα που αυτός παράγει στην επιχείρησή του». Αυτή η δομική-συστημική αντίφαση, στην κρίση λύνεται με την ενίσχυση της κύριας όψης της, που είναι η σχέση του κάθε καπιταλιστή με τους δικούς του εργάτες. Και πάντα στις κρίσεις έχουμε μια επίθεση στο εισόδημα και στα δικαιώματα των εργαζομένων, μια στρατηγική αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου υπέρ του κεφαλαίου. Στην εποχή του Ρικάρντο, δηλαδή στις πρώτες φάσεις μετά τη βιομηχανική επανάσταση, στο Λονδίνο την περίοδο των κρίσεων πέθαιναν άνθρωποι κυριολεκτικά από την πείνα στους δρόμους (όπως πεθαίνουν σήμερα στη Βομβάη και την Καλκούτα) μετά από το κόψιμο των μισθών, την ανεργία, κλπ.
Λιγότερη παραγωγή, περισσότερα κέρδη
Τι συμβαίνει όμως μετά [από] μια τέτοια καταστροφή; Η καταστροφή λειτουργεί ως εκκαθάριση των μη επαρκώς αξιοποιούμενων ατομικών κεφαλαίων και επομένως δημιουργεί προϋποθέσεις για την καπιταλιστική ανάκαμψη. Κλείνουν οι λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις, δημιουργούνται για αυτούς που μπορούν να αντέξουν καλύτερες ευκαιρίες, ανεβαίνει το ποσοστό κέρδους με μικρότερη παραγωγή. Για τον καπιταλιστή είναι καλύτερα να δαπανά 1.000 και να έχει κέρδος 200, παρά να δαπανά 1.300 και να έχει κέρδος 210 (διότι το ποσοστό κέρδους που είναι ο λόγος κέρδη/συνολικό καταβαλλόμενο κεφάλαιο, ανεβαίνει στην περίπτωση 1.000-200). Επομένως, η συρρίκνωση της παραγωγής είναι όψη της στρατηγικής της καπιταλιστικής τάξης. Αυτό που θέλουν να εξαλείψουν, είναι οι κατακτήσεις των εργαζομένων, η ικανότητά τους για αντίσταση, το κοινωνικό κράτος. Ο αναπτυγμένος καπιταλισμός δεν είχε πάντα κοινωνικό κράτος.
Το κοινωνικό κράτος προέκυψε από ένα συγκεκριμένο ταξικό συσχετισμό δύναμης και οικοδομήθηκε σε 3 ιστορικές εποχές: μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Μεσοπόλεμο, στη δεύτερη φάση της κρίσης που ξέσπασε το ’29, και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ΙΚΑ στην Ελλάδα φτιάχτηκε τη δεκαετία του ’30, στο δεύτερο κύμα. Το πρώτο κύμα άρχισε από το Βενιζέλο με την εργατική νομοθεσία, λίγο πρώιμα ως προς τις περισσότερες άλλες αναπτυγμένες χώρες.
Σήμερα σε όλες τις χώρες ξεδιπλώνεται μια επίθεση των κυρίαρχων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στην εργασία. Θέλουν να καταργήσουν τα δικαιώματά μας, να αυξήσουν το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής μας δύναμης. Θα το πετύχουν; Δεν πρέπει να τους αφήσουμε. Ο μόνος τρόπος να μην πετύχουν είναι οι αντιστάσεις μας, τα κινήματα, η συγκρότηση ενός εναλλακτικού πόλου εξουσίας που θα τους ανατρέψει. Στην προοπτική αυτή, οι επερχόμενες εκλογές είναι μια ευκαιρία!
* Ο Γιάννης Μηλιός είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στην Α΄ Αθηνών.
Πέμπτη 19 Απριλίου 2012
Η «σχιζοφρένεια των αγορών» ως άλλοθι
Ημερομηνία δημοσίευσης: 18/04/2012
Αναδημοσίευση από: "Συναντήσεις" της Αυγής και Red Notebook.
TOY ΣΠΥΡΟΥ ΛΑΠΑΤΣΙΩΡΑ*
Ο κ. Blanchard, επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, διαπιστώνει στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την παγκόσμια οικονομία ότι «οι αγορές εμφανίζονται σαν σχιζοφρενικές. Ζητούν δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά αντιδρούν αρνητικά όταν η δημοσιονομική εξυγίανση (λιτότητα) επηρεάζει τους ρυθμούς ανάπτυξης».
Στην προηγούμενη πρόταση, μέσω του «αλλά», συνδέονται δύο ορθές προτάσεις. Δύο προτάσεις όμως που αφορούν διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης της λειτουργίας των αγορών. Η αίσθηση του αντιφατικού («σχιζοφρενικού», όπως λέει ο κ. Blanchard) αναβλύζει ακριβώς επειδή αφαιρούνται αυτά τα διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης για να συνδεθούν διαζευκτικά οι δύο προτάσεις.
Για την ορθότητα της πρώτης πρότασης. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα χρηματοδότησης των οικονομιών, μέσω αγορών ομολόγων και χρήματος, αποτελεί έναν μηχανισμό επιβολής της νεοφιλελεύθερης πειθαρχίας. Οι αγορές, όντως, απαιτούν δημοσιονομικά μεγέθη τα οποία συμβιβάζονται με κατάλληλη σχέση δημοσίων δαπανών και εσόδων συμβατή με τη στρατηγική κατεύθυνση περιορισμού του «κοινωνικού κράτους». Πρόκειται για μία στρατηγική τάση.
Για την ορθότητα της δεύτερη πρότασης. Το βασικό στοιχείο λειτουργίας τους είναι η εξερεύνηση της σχέσης απόδοσης και κινδύνου απωλειών που έχει ο οποιοσδήποτε τίτλος που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτές. Όταν μία επιχείρηση ή ένα κράτος οδηγείται σε αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες με περιορισμό της ικανότητάς του να «παράγει» έσοδα, γίνεται πιο αφερέγγυο, ο κίνδυνος αυξάνεται και οι δυσκολίες στην ομαλή χρηματοδότηση των υποχρεώσεών του εμφανίζονται. Οι αγορές στην Ευρώπη λειτουργούν εύλογα και αναμενόμενα. Αμύνονται απέναντι σε πολιτικές οι οποίες υπόσχονται απώλειες. Η περίπτωση της Ελλάδας ενισχύει την πεποίθηση ότι οι διαγραφές χρεών αποτελούν βασική προϋπόθεση της ευρωπαϊκής πολιτικής και επομένως αποσύρονται από τη χρηματοδότηση.
Η περίπτωση της Ισπανίας είναι χαρακτηριστική. Οι αγορές φοβούνται ότι το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πετύχει και θα βυθίσει στην ύφεση την Ισπανία (και όχι μόνο), με συνέπεια τον γνωστό κύκλο λιτότητα - ύφεση - απομόχλευση - αύξηση ελλειμμάτων. Η ευρωπαϊκή πολιτική αρνείται να «λύσει» το πρόβλημα οργάνωσης της ομαλής χρηματοδότησης των κρατών που τέθηκε σε ημερήσια διάταξη μετά την κρίση του 2008, παραδείγματος χάριν μέσω ευρωομολόγου ή μέσω μορφών διακρατικά αλληλέγγυας δημοσιονομικής πολιτικής.
Επομένως η προσφυγή της Ισπανίας σε κάποια μορφή των διαθέσιμων μηχανισμών στήριξης οδηγεί τις αγορές σε αύξηση των επιτοκίων για ισπανικό χρέος και περιορισμένη διαθεσιμότητα αγοράς του, δηλαδή σε αύξηση του ασφάλιστρου κινδύνου απέναντι στις απώλειες - έχοντας ως δεδομένο ότι οι συμβατές με αυτό τον μηχανισμό πολιτικές θα επιτείνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού και του δημόσιου τομέα, θα επιτείνουν τις κοινωνικές συγκρούσεις και επομένως την πολιτική αβεβαιότητα.
Προφανώς αυτή η στάση δεν εκφράζει τίποτε άλλο πέραν της ορθολογικής άμυνας των αγορών, εκτιμώντας ορθά ότι βραχυπρόθεσμα οι τρέχουσες πολιτικές οργανώνουν ζημιές για τις αγορές ασχέτως των μακροπρόθεσμων στόχων που έχουν αυτές οι πολιτικές. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ηγέτες αυτή την άμυνα την εμφανίζουν ως επίθεση των αγορών στις οικονομίες των κρατών - μελών. Επίσης απαντούν όχι στο πρόβλημα που θέτουν οι αγορές, αλλά στις απαιτήσεις του κοινωνικού πολέμου που διεξάγουν: αν η λιτότητα αποτυγχάνει να πείσει τις αγορές, τότε η μόνη λύση είναι περισσότερη λιτότητα, μέχρι να πειστούν. Η απαίτηση αξιοπιστίας δεν αφορά τις αγορές, αλλά την οργάνωση των αντιστάσεων των πολιτικών ελίτ απέναντι στα ζητήματα πολιτικής σταθερότητας που ανοίγονται, από την «άνοδο» των κοινωνικών συγκρούσεων.
Έχοντας αυτά υπόψη θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η άποψη περί σχιζοφρένειας των αγορών, που διατυπώνει ο κ. Blanchard, αποτελεί μία υπόδειξη, ένα άλλοθι, στους συλλογικούς κεφαλαιοκράτες, ειδικά της Ευρώπης. Θα πρέπει οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές να οργανώνουν την πειθάρχηση και την υποταγή του κόσμου της εργασίας, αλλά χωρίς να πλήττουν τις προοπτικές κερδοφορίας, το σύστημα χρηματοδότησης, μέσω πιστωτικής ασφυξίας, χρεωκοπιών και διαγραφής χρεών.
Πρόκειται για ένα ζήτημα ισορροπίας μεταξύ δύο στόχων που ενέχει σημαντικούς κινδύνους για την άμεση επιτυχία του ευρωπαϊκού σχεδίου κοινωνικού πολέμου. Για ένα αίτημα ισορροπίας το οποίο συντονίζεται όλο και περισσότερο με την κριτική που αρθρώνεται στην ευρωπαϊκή σκηνή για την τρέχουσα πολιτική, για την ανάγκη ευρωομόλογου, για την ανάγκη μέτρων ανάπτυξης εφόσον ακολουθούνται οι κανόνες δημοσιονομικής προσαρμογής.
* Ο Σπύρος Λαπατσιώρας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Σάββατο 14 Απριλίου 2012
Ο άνθρωπος που αναζητούσε τον Χριστό
«Ο Μεσσίας θα έλθει από τη στιγμή που ο πλέον άτακτος ατομισμός θα είναι εφικτός μέσα στην πίστη – εκεί που δεν θα βρεθεί κανείς για να ακυρώσει αυτήν τη δυνατότητα και κανείς για να ανεχθεί αυτήν την ακύρωση, δηλαδή όταν θα ανοίξουν οι τάφοι... Ο Μεσσίας δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»...
Franz Kafka
Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος που αναζητούσε τον Χριστό, και τριγυρνούσε γι' αυτόν τον σκοπό σε διάφορα μέρη. Ρωτώντας έμαθε ότι μπορούσε να τον βρει στο σπιτάκι που έστεκε απομονωμένο δίπλα στη θάλασσα. Καθώς ξεκίνησε τη διαδρομή του, συνάντησε ένα παιδί που φαινόταν να είχε χάσει τον δρόμο του και ζήτησε τη βοήθεια του με βλέμμα γεμάτο ανησυχία. “Που θες να πας;” ρώτησε ο άνθρωπος. “Δεν ξέρω”, είπε το παιδί. “Μάλλον ο λόγος που έχω χαθεί είναι ότι δεν έχω να πάω κάπου, κι εντούτοις πρέπει να πορευτώ. Για που; Μου είναι άγνωστο. Ίσως εκεί που θα βρω κάποιον να με φιλοξενήσει”. “Εγώ”, είπε ο άνθρωπος, “γυρεύω τον Ναζωραίο που λένε πως ζει δίπλα στη θάλασσα. Μπορείς να μου πεις αν πορεύομαι σωστά;” “Καλά πας, μόνο που δεν τον έχω δει ποτέ ούτε εγώ ούτε κάποιος άλλος που να γνωρίζω. Το λένε όλοι πράγματι ότι ζει εκεί, σ' ένα μικρό καλύβι, αλλά δεν είναι εύκολο να το εξακριβώσει κανείς αυτό γιατί για να φτάσεις εκεί πρέπει να περάσεις τους ψηλούς πασσάλους, κάτω από τους οποίους υπάρχουν τα νερά της θάλασσας και το κοπάδι με τους λεγόμενους αδέσποτους κοπρίτες”. “Έχω ακούσει για αυτά, τα βλέπω σαν κάποιου είδους δοκιμασίες που πρέπει να ξεπεράσει κανείς για να ανταμειφθεί με την αιώνια γαλήνη. Θα συμφωνήσεις ότι το όποιο τίμημα φαντάζει πολύ μικρό για μια τόσο μεγάλη στιγμή”. “Ω, ναι”, είπε ο πιτσιρικάς, “οπωσδήποτε, απλά οι κίνδυνοι είναι τόσο μεγάλοι για κάτι που μοιάζει τόσο μακρινό. Έχεις στ' αλήθεια σκεφτεί τι θα του πεις όταν τον δεις;” Ο φίλος μας σάστισε, διότι ήταν πραγματικά η πρώτη φορά που του περνούσε απ' το μυαλό κάτι τέτοιο. “Υποθέτω...”, είπε έπειτα από σύντομη σκέψη, “υποθέτω ότι θα τον ρώταγα για την Ανάσταση. Δεν ξέρω τι ακριβώς, αλλά κάτι για την ανάσταση των νεκρών, σίγουρα”. “Μου φαίνονται υπερβολικά σκοτεινά τέτοια θέματα, αν και πρέπει να είναι ενδιαφέροντα. Δεν τα καταλαβαίνω ακριβώς, αλλά ανυπομονώ να τα διδαχτώ και να τα διαβάσω. Πρόσφατα μας είπαν στο σχολείο ότι ανάσταση σημαίνει αναστήλωση, δηλαδή ανέγερση, σήκωμα και στήσιμο έπειτα από κάποια πτώση ή παύση... Καλά πηγαίνεις πάντως, στο ξανάπα, θυμήσου μόνο να στρίψεις αριστερά στη μεγάλη διασταύρωση, και μετά ευθεία μέχρι να αρχίσουν τα νερά. Καλό σου δρόμο, λοιπόν, και καλή δύναμη στην πορεία που ακολουθείς”. Αφού ευχαρίστησε τον μικρό, ο άνθρωπος πορεύτηκε μέχρι του σημείου όπου πέτυχε μια διασταύρωση· ενθυμούμενος τι του είχε πει, έστριψε αριστερά και προχώρησε αρκετή ώρα ακόμη ώσπου τα κύματα της θάλασσας έγιναν ορατά. Τότε έφτασε στο σημείο που άρχιζαν οι πάσσαλοι. Μιλάμε για χοντρούς ανθεκτικούς πασσάλους ύψους δεκαπέντε μέτρων σε απόσταση δυο μέτρων ο ένας από τον άλλο, σαν να βρίσκονταν εκεί με σκοπό να στοιβάξουν κάποια ξύλινη γέφυρα την οποία με τα χρόνια παρέσυρε ο αέρας και η φθορά των σχοινιών. Κάτω από τους πασσάλους χύνονταν ολόγυρα τα πράσινα αδιαφανή ύδατα που πάφλαζαν με μεγάλη ένταση από τον αέρα, πάντα ευρισκόμενο σε οίστρο σε εκείνο το σημείο. Για αυτό δε σύχναζε κανείς εκεί ούτε για να κολυμπήσει. Το μέρος ήταν ερημικό, δεν υπήρχε κανείς σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων και η ορμή των κυμάτων ήταν τέτοια που θα μπορούσε να τσακίσει έναν καλοσχηματισμένο άντρα. Λίγο παραδίπλα, κατά μήκος της στεριάς, υπήρχε μια αγέλη από δέκα ή είκοσι υδρόκυνες, ξεβρασμένους εκεί από όταν κανείς από τους σημερινούς δεν είχε γεννηθεί, και ίσως ακόμη παλιότερα. Φαντάζομαι πως θα αναρωτιέσαι τι είναι οι υδρόκυνες, που τους ξέρουνε και ως αδέσποτους κόπρους καθώς και με άλλα παρόμοια ονόματα... Παράξενα πλάσματα. Μεγάλα κουτάβια που έχουν ελάχιστο ή καθόλου τρίχωμα, πατικωμένα κεφάλια και λέγεται ότι κανένα δεν είναι ίδιο με τα άλλα. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή, από μια αλλόκοτη ιδιοτροπία της εξέλιξης, το καθένα αποτελεί ξεχωριστό είδος. Κάθε γενιά διαφοροποιείται γενετικά από την προηγούμενη, ίσως λόγω του σκοτεινού νερού που πίνουν. Ζουν κοντά σε ορισμένες απομακρυσμένες θάλασσες γιατί τρέφονται μόνο με αρμυρό νερό και σάρκες άλλων ζώων ή ανθρώπων που πέφτουν στα χέρια τους. Είναι αλήθεια τρομερά θηρία που καλό θα είναι να μη βρει κανείς στο δρόμο του γιατί εκτός των άλλων ζέχνουν και έχουν μάτια που σαν λαμπεροί σβώλοι γυαλίζουν από μακριά. Αντί για συνηθισμένα γαβγίσματα βγάζουν κρωξίματα και μακρόσυρτους ήχους που μοιάζουν με λόξιγκες ή βεβιασμένες αναπνοές μανιασμένων γιγάντιων βατράχων!... Ο μόνος τρόπος για να έφτανε ο άνθρωπος μας στον επιθυμητό προορισμό του ήταν να πηδήξει από τον ένα πάσσαλο στον άλλο, ελπίζοντας ότι δε θα γλιστρήσει ώστε να πέσει κάτω και ότι δε θα σπάσει κανένα πλευρό στην προσπάθεια του να γατζωθεί από τους ανθεκτικούς αλλά όχι πολύ χοντρούς πασσάλους. Ήταν ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα, όπως αντιλαμβάνεσαι. Αλλά ο άνθρωπος ήταν αποφασισμένος κι έτσι αργά αλλά σταθερά κατόρθωσε να περάσει τους πασσάλους έναν-έναν, ενώ από κάτω του θέριευαν τα κύματα τόσο που νόμιζε πως τα πάντα θα γκρεμιστούν και θα καταλήξει πνιγμένος. Μερικά μέτρα δίπλα του, η χορωδία των υδρόκυνων που παραμόνευαν οσμιζόμενοι καινούρια λεία αποτελούσε μόνιμη συνοδεία στις προσπάθειες του. Δεν τον άφηναν σε ησυχία με τους ακατανόητους θορύβους τους που έμοιαζαν να έρχονται από πολλά μέρη ταυτόχρονα, μολονότι όποτε τα κοίταζε έβλεπε τα στόματα τους ακίνητα και τα δυσανάλογα μεγάλα μάτια τους να τον παρατηρούν με ύφος μοχθηρό και ταυτόχρονα βλαμμένο. Εντέλει, όπως ανέφερα, πέρασε όλους τους πασσάλους και βρέθηκε σε ένα ακόμη βραχώδες έδαφος. Το σπιτάκι φαινόταν στο βάθος και περπάτησε προσεκτικά για μερικά λεπτά έως ότου φτάσει στην είσοδο του. Χτύπησε την πόρτα δυο φορές κι έπειτα από λίγο άλλες δυο αλλά κανείς δεν του άνοιξε κι ούτε ακουγόταν από μέσα ο παραμικρός θόρυβος. Κατάλαβε ότι μπορούσε να μπει σπρώχνοντας με δύναμη και αποφάσισε να γκρεμίσει την πόρτα, αφού πρώτα χτύπησε για άλλη μια φορά και ρώτησε αν ήταν κανείς εκεί. Απόκριση δεν πήρε και σύντομα η πόρτα υποχωρούσε από την πίεση των στιβαρών ώμων του. Όλο το μέσα μέρος αποτελούσε ένα σχετικά ευρύχωρο δωμάτιο ή σαλόνι, καθώς δεν υπήρχαν άλλοι χώροι ούτε για δείγμα. Δεν υπήρχε επίσης λάμπα και, στο φως που έμπαινε από την γκρεμισμένη πόρτα και το μοναδικό μικρό παραθυράκι που φαινόταν κρεμασμένο σαν κάδρο στον απέναντι τοίχο, ο άνθρωπος είδε καθαρά πως εκτός από ένα μεγάλο παλιομοδίτικο και κάπως αριστοκρατικό τραπέζι με τρεις καρέκλες δεν υπήρχε κανείς άλλος. Η σκόνη πρόδιδε μια ατμόσφαιρα παντελούς εγκατάλειψης από κάθε ζωή· η απουσία επίπλων, φωτογραφιών στους τοίχους ή άλλων αντικειμένων επέτεινε το αίσθημα μοναξιάς που είχε καταβάλει τον άντρα. “Τί κρίμα!”, σκέφτηκε. “Φαίνεται πως δεν είναι κανείς εδώ και μάλιστα πρέπει να έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που πάτησε κάποιος το πόδι του.” “Που είναι ο Χριστός;” αναρωτήθηκε φωναχτά μετά από λίγο, “εγώ έκανα τόσο δρόμο για να τον δω κι εκείνος δεν είναι εδώ. Μήπως θα ' πρεπε να περιμένω την επιστροφή του; Το δίδαγμα απ' όλα αυτά να είναι άραγε ότι δεν μπορεί κανείς να βρει τον Χριστό, αν δεν τον χάσει πρώτα; Αλλά σάμπως οι σκόνες δε μου φωνάζουν κατάμουτρα ότι δε βρίσκεται κανείς εδώ; Ο λόγος που κανείς ως τώρα δεν είχε πατήσει εδώ να ήτανε τάχα όπως λέγανε η δυσκολία του δρόμου, με τους λυσσασμένους κοπρίτες και τα χτυπήματα της άγριας θάλασσας, ή το σιωπηρά και κοινά παραδεχτό γεγονός πως δεν υπήρξε ποτέ κανείς ένοικος αυτού του σπιτιού, κι αν ακόμη υπήρξε έχει φύγει προ πολλού;”
Όταν μετά από κάμποση ώρα απογοητευμένος βγήκε από το σπίτι και πήρε τον δρόμο της επιστροφής, δεν ήταν το ίδιο συγκεντρωμένος και γλίστρησε σε έναν από τους πασσάλους και τα κύματα τον άρπαξαν στην αγκαλιά τους και τον βρόντηξαν με δύναμη στα βράχια. Μετά από λίγο ξεβράστηκε και οι υδρόκυνες όρμηξαν με χαρά πρώτα στα στραπατσαρισμένα πόδια του, και το τελευταίο πράγμα που πρόλαβε να δει ήταν το μισοφαγωμένο σώμα του παιδιού που είχε συναντήσει όταν ερχόταν, παρατημένο πιο πέρα από τα κτήνη για να ευχαριστηθούν τώρα την πιο φρέσκια τροφή τους, και να επιστρέψουν αργότερα σε αυτό για να το τελειώσουν.
---------------------------
* Πρόκειται για την ιστορία που σε έναν άλλο κόσμο χάρισε τη δημοσιότητα στον Weltschmerz K. Γράφτηκε πέρυσι τα Χριστούγεννα και αποτελεί τμήμα ενός μυθιστορήματος που αυτός προσπαθεί να γράψει εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια. Κάποιος διηγείται τα παραπάνω στον πρωταγωνιστή.
Τρίτη 10 Απριλίου 2012
Ρόμπερτ Βάλζερ, Στο βιβλιοπωλείο
* Παραθέτω ένα απόσπασμα που μου άρεσε από το βιβλίο "Ο περίπατος" του Robert Walser, εκδόσεις "Γαβριηλίδης", μετάφραση: Τέο Βότσος - Αγορίτσα Μπακοδήμου. Καταλαμβάνει τις σελίδες 25-33 της δίγλωσσης έκδοσης. Weltschmerz K.
Καθώς ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό και πληθωρικό βιβλιοπωλείο εισχώρησε ευχάριστα στο πεδίο της όρασης μου και αισθάνθηκα την παρόρμηση και την επιθυμία να το τιμήσω με μια σύντομη και φευγαλέα επίσκεψη, δεν δίστασα να μπω μέσα, με εμφανή αβρότητα, επιτρέποντας όμως στον εαυτό μου να θεωρήσει ότι δίνω ίσως περισσότερο την εντύπωση ενός εκτιμητή και ελεγκτή βιβλίων ή ενός συλλέκτη πληροφοριών και ευαίσθητου ειδήμονα, παρά ενός αγαπητού και καλοδεχούμενου ευκατάστατου αγοραστή και καλού πελάτη. Με ευγενή, συγκρατημένα επιφυλακτικό τόνο, και επιλέγοντας, όπως ήταν αυτονόητο, τις πιο φίνες αποχρώσεις του λόγου, έκανα μια ερώτηση, σχετικά με τις πιο πρόσφατες και βέλτιστες εκδόσεις στον τομέα της καλής λογοτεχνίας. «Μου επιτρέπετε», ρώτησα διστακτικά, «να γνωρίσω και ως εκ τούτου να εκτιμήσω πάραυτα το πιο ξεχωριστό και σοβαρό, και ταυτοχρόνως, αναμφισβήτητα, το πιο δημοφιλές, ευπώλητο και με ταχεία αναγνώριση ανάγνωσμα; Θα με ωθούσατε σε ασυνήθιστο βαθμό ευγνωμοσύνης εφόσον ήσασταν τόσο καλός ούτως ώστε να παρουσιάσετε γενναιόδωρα μπροστά μου το βιβλίο εκείνο που, όπως σίγουρα εσείς και κανείς άλλος δεν γνωρίζει με περισσότερη ακρίβεια, έχει καταφέρει να βρεθεί και εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο βάθρο της εκτίμησης τόσο του αναγνωστικού κοινού όσο και της κριτικής, η οποία καθώς προκαλεί τον φόβο οδηγεί, αναμφίβολα, τον καθένα στην προσπάθεια να την προσεταιριστεί. Είναι αδύνατον να συλλάβετε με πόση ανυπομονησία επιθυμώ να μάθω πάραυτα ποιο από όλα αυτά τα βιβλία ή τα δημιουργήματα της πένας που έχουν στοιβαχτεί προς έκθεση εδώ, είναι το ως άνω αναφερόμενο εκλεκτό, η θέα και μόνο του οποίου, όπως υποθέτω με κάθε ειλικρίνεια, θα με καταστήσει πιθανότατα πάραυτα ευτυχή και ενθουσιώδη αγοραστή του. Η επιθυμία μου να δω τον αγαπημένο συγγραφέα του καλλιεργημένου κόσμου και το θαυμαστό, πολυχειροκροτούμενο αριστούργημα του, και, όπως προείπα, πιθανώς να το αγοράσω αμέσως, στέλνει κύματα ανατριχίλας σε όλο μου το σώμα. Μπορώ, με κάθε ευγένεια, να σας παρακαλέσω όπως μου επιδείξετε αυτό το πλέον επιτυχημένο βιβλίο, ούτως ώστε αυτός ο πόθος, που έχει κατακλύσει όλη την ύπαρξη μου, να θεωρήσει πως ικανοποιήθηκε και να πάψει πλέον να με βασανίζει;» - «Πολύ ευχαρίστως», απάντησε ο βιβλιοπώλης. Εξαφανίστηκε με ταχύτητα αστραπής από το πεδίο όρασης μου, για να επιστρέψει αμέσως στον ανυπόμονο πελάτη και ενδιαφερόμενο βιβλιόφιλο, προσκομίζοντας το πιο ευπώλητο και πολυδιαβασμένο βιβλίο μιας αναμφισβήτητα αιώνιας αξίας. Αυτόν τον πολύτιμο καρπό του πνεύματος τον κρατούσε τόσο προσεκτικά και επίσημα σαν να κρατούσε κάποιο ιερό λείψανο φορτισμένο με καθαγιασμένη μαγεία. Το πρόσωπο του έδειχνε συνεπαρμένο, το ύφος του ακτινοβολούσε βαθύτατο δέος, και έχοντας στα χείλη το χαμόγελο που διαθέτουν μόνο όσοι πιστεύουν και εκστασιάζονται μέχρι τα βάθη του είναι τους, έθεσε μπροστά μου με τον πιο ελκυστικό τρόπο αυτό που είχε φέρει. Κοίταξα το βιβλίο και ρώτησα:
«Μπορείτε να ορκιστείτε ότι αυτό είναι το βιβλίο με τη μεγαλύτερη διακίνηση φέτος;»
«Χωρίς καμία αμφιβολία!»
«Μπορείτε να επιμείνετε ότι αυτό είναι το βιβλίο που κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει;»
«Ανεπιφύλακτα».
«Είναι και πραγματικά καλό βιβλίο;»
«Εντελώς περιττή και απαράδεκτη ερώτηση!»
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ», είπα ψυχρά, και προτίμησα ν' αφήσω στη θέση του το βιβλίο, το οποίο έκανε τις μεγαλύτερες πωλήσεις επειδή θεωρούνταν απαραίτητο να διαβαστεί, και αποσύρθηκα αθόρυβα, χωρίς να σπαταλήσω ούτε μια παραπάνω λέξη. «Αμόρφωτε και αδαή άνθρωπε!» φώνεαξε από πίσω μου ο βιβλιοπώλης, γιατί ήταν πολύ δικαιολογημένα και βαθύτατα προσβεβλημένος.
Καθώς ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό και πληθωρικό βιβλιοπωλείο εισχώρησε ευχάριστα στο πεδίο της όρασης μου και αισθάνθηκα την παρόρμηση και την επιθυμία να το τιμήσω με μια σύντομη και φευγαλέα επίσκεψη, δεν δίστασα να μπω μέσα, με εμφανή αβρότητα, επιτρέποντας όμως στον εαυτό μου να θεωρήσει ότι δίνω ίσως περισσότερο την εντύπωση ενός εκτιμητή και ελεγκτή βιβλίων ή ενός συλλέκτη πληροφοριών και ευαίσθητου ειδήμονα, παρά ενός αγαπητού και καλοδεχούμενου ευκατάστατου αγοραστή και καλού πελάτη. Με ευγενή, συγκρατημένα επιφυλακτικό τόνο, και επιλέγοντας, όπως ήταν αυτονόητο, τις πιο φίνες αποχρώσεις του λόγου, έκανα μια ερώτηση, σχετικά με τις πιο πρόσφατες και βέλτιστες εκδόσεις στον τομέα της καλής λογοτεχνίας. «Μου επιτρέπετε», ρώτησα διστακτικά, «να γνωρίσω και ως εκ τούτου να εκτιμήσω πάραυτα το πιο ξεχωριστό και σοβαρό, και ταυτοχρόνως, αναμφισβήτητα, το πιο δημοφιλές, ευπώλητο και με ταχεία αναγνώριση ανάγνωσμα; Θα με ωθούσατε σε ασυνήθιστο βαθμό ευγνωμοσύνης εφόσον ήσασταν τόσο καλός ούτως ώστε να παρουσιάσετε γενναιόδωρα μπροστά μου το βιβλίο εκείνο που, όπως σίγουρα εσείς και κανείς άλλος δεν γνωρίζει με περισσότερη ακρίβεια, έχει καταφέρει να βρεθεί και εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο βάθρο της εκτίμησης τόσο του αναγνωστικού κοινού όσο και της κριτικής, η οποία καθώς προκαλεί τον φόβο οδηγεί, αναμφίβολα, τον καθένα στην προσπάθεια να την προσεταιριστεί. Είναι αδύνατον να συλλάβετε με πόση ανυπομονησία επιθυμώ να μάθω πάραυτα ποιο από όλα αυτά τα βιβλία ή τα δημιουργήματα της πένας που έχουν στοιβαχτεί προς έκθεση εδώ, είναι το ως άνω αναφερόμενο εκλεκτό, η θέα και μόνο του οποίου, όπως υποθέτω με κάθε ειλικρίνεια, θα με καταστήσει πιθανότατα πάραυτα ευτυχή και ενθουσιώδη αγοραστή του. Η επιθυμία μου να δω τον αγαπημένο συγγραφέα του καλλιεργημένου κόσμου και το θαυμαστό, πολυχειροκροτούμενο αριστούργημα του, και, όπως προείπα, πιθανώς να το αγοράσω αμέσως, στέλνει κύματα ανατριχίλας σε όλο μου το σώμα. Μπορώ, με κάθε ευγένεια, να σας παρακαλέσω όπως μου επιδείξετε αυτό το πλέον επιτυχημένο βιβλίο, ούτως ώστε αυτός ο πόθος, που έχει κατακλύσει όλη την ύπαρξη μου, να θεωρήσει πως ικανοποιήθηκε και να πάψει πλέον να με βασανίζει;» - «Πολύ ευχαρίστως», απάντησε ο βιβλιοπώλης. Εξαφανίστηκε με ταχύτητα αστραπής από το πεδίο όρασης μου, για να επιστρέψει αμέσως στον ανυπόμονο πελάτη και ενδιαφερόμενο βιβλιόφιλο, προσκομίζοντας το πιο ευπώλητο και πολυδιαβασμένο βιβλίο μιας αναμφισβήτητα αιώνιας αξίας. Αυτόν τον πολύτιμο καρπό του πνεύματος τον κρατούσε τόσο προσεκτικά και επίσημα σαν να κρατούσε κάποιο ιερό λείψανο φορτισμένο με καθαγιασμένη μαγεία. Το πρόσωπο του έδειχνε συνεπαρμένο, το ύφος του ακτινοβολούσε βαθύτατο δέος, και έχοντας στα χείλη το χαμόγελο που διαθέτουν μόνο όσοι πιστεύουν και εκστασιάζονται μέχρι τα βάθη του είναι τους, έθεσε μπροστά μου με τον πιο ελκυστικό τρόπο αυτό που είχε φέρει. Κοίταξα το βιβλίο και ρώτησα:
«Μπορείτε να ορκιστείτε ότι αυτό είναι το βιβλίο με τη μεγαλύτερη διακίνηση φέτος;»
«Χωρίς καμία αμφιβολία!»
«Μπορείτε να επιμείνετε ότι αυτό είναι το βιβλίο που κάποιος πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει;»
«Ανεπιφύλακτα».
«Είναι και πραγματικά καλό βιβλίο;»
«Εντελώς περιττή και απαράδεκτη ερώτηση!»
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ», είπα ψυχρά, και προτίμησα ν' αφήσω στη θέση του το βιβλίο, το οποίο έκανε τις μεγαλύτερες πωλήσεις επειδή θεωρούνταν απαραίτητο να διαβαστεί, και αποσύρθηκα αθόρυβα, χωρίς να σπαταλήσω ούτε μια παραπάνω λέξη. «Αμόρφωτε και αδαή άνθρωπε!» φώνεαξε από πίσω μου ο βιβλιοπώλης, γιατί ήταν πολύ δικαιολογημένα και βαθύτατα προσβεβλημένος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
