Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Θέσεις για τη νομαδολογία, τον λείο και τον γραμμωτό χώρο


του Βασίλη Τρωίζου



ΝΟΜΑΔΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ 

-η νομαδική πολεμική μηχανή, παρά το  παραπλανητικό της ονομασίας της δεν έχει στόχο τον πόλεμο. Αναφέρεται σε μια σχέση μεταξύ των στοιχείων που προάγει την ροικότητα, την οριζοντιότητα κλπ. Η ουσιώδης σχέση της νομαδικής πολεμικής μηχανής είναι με την δημιουργική αλλαγή, με την παραγωγή γραμμών φυγής. Αυτό που εν πολλοίς λένε οι Ντελέζ-Γκουαταρί είναι ότι οι διαδικασίες της απεδαφικοποίησης και της γραμμή φυγής εμπλέκουν για την πραγμάτωσή τους τη συναρμογή μιας μηχανής νομαδικού τύπου.

-η πρωταρχική διάκριση ανάμεσα στον κρατικό μηχανισμό και στην πολεμική μηχανή, το ασύμβατο μεταξύ τους, αφορά τον χώρο τον οποίο καταλαμβάνουν και ενεργούν. αυτή η ασυμβατότητα είναι ο λόγος που ο πόλεμος προκύπτει ως αποτέλεσμα της συνάντησης της πολεμικής μηχανής και του κράτους, της ''τριβής'' ανάμεσα στην επέκταση του λείου χώρου και στον μηχανισμό γραμμοποίησης που επιτελούν, αντίστοιχα

-οι λείοι χώροι που καταλαμβάνουν οι νομάδες είναι κυρίως στέπες και έρημοι, όπως και η ''παγωμένη έρημος'' που καταλαμβάνεται από τους Εσκιμώους. Σε αυτούς τους τύπους χώρου τα ορόσημα, τα διακριτά σημεία και ο προσανατολισμός βρίσκονται σε διαρκή μεταλλαγή, δεν υπάρχει προοπτική ούτε ''γραμμή που χωρίζει τον ουρανό και τη γη''. Οι χώροι αυτοί είναι ''άπειροι'', ανοίγονται προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν έχουν κάποια μορφή κεντρικής προοπτικής. Η σχέση που αναπτύσσουν οι νομάδες με τον χώρο δεν είναι μετρική. Δεν ποσοτικοποιούν, ούτε διαιρούν την γη. Ο λείος χώρος που ενοικούν είναι χώρος μη-διαιρεμένος και μη-μετρικός

-η νομαδική χωρική κατανομή είναι αυτής της κατανομής μιας πολλαπλότητας στοιχείων σε ένα ανοιχτό χώρο χωρίς καθορισμένα όρια, όπου οι νομαδικές φυλές κινούνται επί της γης ελεύθερα αντί να οριοθετούν τη γη σύμφωνα με σταθερά σύνορα. Η ουσία του κράτους, από την άλλη, συνίσταται στο ότι δημιουργεί ένα ομογενοποιημένο, γραμμοποιημένο χώρο που μπορεί να μετρηθεί. Το κράτος επιφορτίζεται με την χάραξη ορίων και συνόρων, με τον περιορισμό της κίνησης και την εφαρμογή του κρατικού Νόμου εντός αυτού του κωδικοποιημένου χώρου που δημιουργεί.



-Σε αντίθεση με τη νομαδική ζωή, οι κρατικοί χώροι είναι γραμμοποιημένοι μέσω τοίχων, εγκλεισμών, δρόμων και ορίων που δημιουργούν μια σταθερή αίσθηση προσανατολισμού. Η ζωή στην πόλη είναι γενικά σε μεγάλο βαθμό ορθολογικά οργανωμένη. Κάθετοι,παράλληλες, οικοδομικά τετράγωνα κλπ κατασκευάζουν έναν ενοποιημένο,μετρήσιμο και κλειστό χώρο. Ήδη οι πρώτες πόλεις διέθεταν στα σύνορά τους, τείχη και φρούρια ως μέσα ελέγχου και επιτήρησης των ροών που εισέρχονταν και εξέρχονταν από αυτές. Οι μετακινήσεις εντός της πόλης είναι προβλέψιμες και με επαναληπτικότητα: σπίτι-δουλειά-σπίτι. Οι οποιεσδήποτε κινήσεις καταλήγουν πίσω στο σπίτι, το κατεξοχήν σημείο επαν-εδαφικοποίησης. Η κίνηση στην πόλη είναι εν πολλοίς κίνηση ανάμεσα σε προβλεπόμενα και από τα πριν δοσμένα σημεία, σε αντίθεση με το νομαδικό ταξίδι, όπου το σημείο αποτελεί απλά ένα στιγμιαίο και τυχαίο σταμάτημα της ροής, πριν αυτή ξεκινήσει ξανά. Η ζωή ακολουθεί ένα ρυθμό που δημιουργεί habits και patterns ακυρώνοντας τη δυνατότητα της άσκοπης περιπλάνησης και της περιπέτειας. Στη νομαδική ζωή, η δυνατότητα κατασκευής μιας κίνησης που επαναλαμβάνεται υπονομεύεται. Το ταξίδι δεν μπορεί να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή, να εδαφικοποιηθεί πάνω στον ίδιο δρόμο. Στο λείο χώρο της ερήμου, τα μονοπάτια στην άμμο δημιουργούνται για να καταστραφούν αμέσως μετά.



-η σχέση του πολέμου με την πολεμική μηχανή είναι ταυτόχρονα συγκυριακή και αναγκαία ,στο βαθμό που στο κοινωνικό πεδίο συνυπάρχουν νoμαδικού τύπου συναρμογές και κρατικοί μηχανισμοί η σύγκρουση είναι αναγκαία ως αποτέλεσμα της ασυμβατότητας ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης.μπορούμε να σκεφτούμε το πώς αυτή η αντιπαράθεση δεν χάνεται στο βάθος του ιστορικού χρόνου,αλλά απέκτησε τη μεγαλύτερη έντασή της στο ολοκαύτωμα,ως διαδικασία στην οποία η διαφορά αυτή πήρε εκρηκτικές διαστάσεις με τελικό σκοπό την εκμηδένιση όσων ταξινομούνταν στην κατηγορία του νομά(εβραίοι,ρομά)από την πλευρά αυτών που διεκδικούσαν την πρωταρχικότητα της εδαφικοποίησης,της γνήσιας σχέσης με τη γη

-οι ντελέζ-γκουατάρι λένε ότι ο πόλεμος είναι η αποτυχία της πολεμικής μηχανής,το μόνο αντικείμενο που της έχει μείνει αφού έχει χάσει όλη αυτή την ενδογενή μορφογεννητική ικανότητά της,δηλαδή την δύναμη προς παραγωγή αλλαγών.το κύριο χαρακτηριστικό της νομαδικής πολεμικής μηχανής είναι η διάσχιση ενός λείου χώρου και η ροπή προς την απεδαφικοποίηση.ο πόλεμος γίνεται το κύριο αντικείμενο μόνο όταν η πολεμική μηχανή γίνεται αντικείμενο ''εγκόλπωσης'' και ενσωμάτωσης από το κράτος.ο ναζισμός αποτελεί τη μορφή της πολεμικής μηχανής στο στάδιο της πλήρους απορρόφησής της από τον πόλεμο,όπου μετατρέπεται σε μηχανή παραγωγής θανάτου

-τα κράτη αναγκάστηκαν να ιδιοποιηθούν την πολεμική μηχανή με πολλές μορφές:είτε με την μορφή καστών πολεμιστών που υπηρετούν το βασιλιά ή με μισθοφόρους στις σύγχρονες δυτικές στρατιωτικές μορφές ή ως αναγκαστική στρατιωτική θητεία των πολιτών του έθνους-κράτους.παρότι η πολεμική μηχανή μπορεί να εσωτερικευτεί και να γίνει εξάρτημα του κρατικού μηχανισμού με τη μορφή του στρατού,οι ντ-γκ αναφέρουν ότι η διαφορά ανάμεσα στην απείθαρχη φύση του πολεμιστή και αυτή του κράτους δεν εξαλείφεται.η σχέση του πολεμιστή με τον κρατικό αξιωματούχο,τον βασιλιά κλπ είναι εύθραυστη και αμοιβαίας καχυποψίας.σε αρκετές ινδο-ευρωπαικούς μύθους ο πολεμιστής αντιτίθεται με κρατικές φιγούρες όπως ο βασιλιάς,ο νομοθέτης,ο ιερέας ακολουθώντας μια πιο απείθαρχη,αντικοινωνική στάση.αυτή η τάση επιζεί ακόμη και σε σύγχρονα έργα ,όπως στο apocalypse now του f.f.coppola,όπου ο marlon brando ένας στρατιώτης στην υπηρεσία του κράτους,εκφεύγει της κρατικής του υπερκωδίκωσης και του στρατιωτικού ελέγχου μετατρεπόμενος σε δυνητικό κίνδυνο


(αντίστοιχα με τους ''χερσαίους'' νομάδες,υπάρχουν και οι θαλάσσιοι νομάδες,οι πειρατές που διασχίζουν τον λέιο χώρο της θάλασσας,ενώ με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν σήμερα και οι hackers που κινούνται στον λείο χώρο του cyberspace.)


ΝΟΜΑΔΟΛΟΓΙΑ

-οι ντελέζ-γκουαταρί αντλούν από τα νομαδικά φύλα κυρίως των μογγόλων,των ούνων,των βεδουίνων κλπ και της ιστορίας τους ως μιας διαρκούς αντιπαράθεσης με εγκατεστημένους,πολιτικά οργανωμένους πληθυσμούς και κρατικές αυτοκρατορίες.είναι μια χειρονομία που προσπαθεί να αναδείξει μια διαφορετική ιστορία,από την κλασική δυτική προοπτική που πριμοδοτεί την μόνιμη εγκατάσταση και την εδαφικοποίηση ως τις μοναδικές συνιστώσες για την ανάδυση πολιτισμού,κατάσκευάζοντας τους νομάδες ως εξωτικούς βαρβάρους,τοποθετώντας τους στο νηπιακό στάδιο της ανθρωπότητας.

-οι νομαδικές φυλές λόγω των συνθηκών των βιότοπων που ενοικούν(έδαφος δύσκολο να καλλιεργηθεί,ζώα αδύνατο να εξημερωθούν και να χρησιμοποιηθούν προς εργασία),αναγκάζονται να είναι διαρκώς σε κίνηση,ακολουθώντας τους βιο-ρυθμούς των ζώων στην αναζήτηση τροφής.σε μια τέτοια μορφή κοινωνικής οργάνωσης δεν μπορεί να συσσωρευτεί πλούτος,ούτε να αναδυθεί ιδιοκτησία,καθώς τα αντικείμενα και οι άνθρωποι είναι διαρκώς σε ροή.ο πολιτισμός,η ανάδυση κράτους και η ατομική ιδιοκτησία έχουν ως συνθήκες πραγμάτωσής τους την μόνιμη εγκατάσταση σε ένα έδαφος,την καλλιέργεια και την κτηνοτροφία,την παραγωγή ενός υπερ-προιόντος,την περίφραξη της γης που γίνεται ιδιοκτησία κλπ.οι ντελέζ-γκουαταρί χρησιμοποιούν το παράδειγμα των νομαδικών φυλών για να αντλήσουν από αυτή στοιχεία που συγκροτούν ένα αντι-Παράδειγμα σε αυτό της κρατικής-ιεραρχικής-συγκεντρωτικής μορφής οργάνωσης.στη νομαδική κατανομή τα στοιχεία δημιουργούν μεταξύ τους οριζόντιες,μοριακές συνδέσεις που ανθίστανται στο να υπερ-κωδικοποιηθούν από ένα κέντρο.οι νομάδες αποτελούν μια κοινωνική μορφή που προσπαθεί να διατηρήσει τις σχέσεις της σε μια μακριά-από-την-ισορροπία κατάσταση σε αντίθεση με τις κρατικές κοινωνίες οι οποίες επιθυμούν να παραμείνουν γραμμοποιημένα και σταθερά συστήματα.η ''νομαδική μηχανή '' δεν έχει κέντρο βάρους,κάποιο υπερβατικό σημείο από το οποίο αναδύεται η τάξη.λειτουργεί όπως ένα σμήνος,παράγει τάξη εμμενώς,από τις διαδράσεις μεταξύ των στοιχείων της χωρίς την ανάγκη ύπαρξης ενός εξωτερικού ρυθμιστή 

-το μοντέλο των νομάδων είναι αυτό του ριζώματος:κάθε σημείο μπορεί να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε άλλο,δεν υπάρχει καθετότητα,το ρίζωμα αναπτύσσεται προς όλα τα σημεία του ορίζοντα,δεν έχει αρχή και τέλος.το μοντέλο του κράτους είναι αυτό του δέντρου:καθετότητα-ιεραρχία,εδαφικοποίηση,κέντρο που ορίζεται από την ρίζα και από την οποία απορρέουν όλα τα κλαδιά κλπ


ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ 



-στην πραγματικότητα αυτά τα δύο μοντέλα χώρου υπάρχουν μόνο σε αναμίξεις και όχι σε ''καθαρή κατάσταση'' και αυτό που έχουμε είναι δυνάμεις που γραμμοποιούν και δυνάμεις που δημιουργούν λείο χώρο σε ένα διαρκές γίγνεσθαι μεταξύ των δύο.απόλυτα γραμμοποιημένος ή λείος χώρος δεν υπάρχει.η πρόθεση των ντ-γκ είναι να επιχειρήσουν μια διάκριση αυτού του μίγματος σε δύο Ιδέες,να ταυτοποιήσουν δύο γενικές τάσεις:αυτή του νομαδισμού και αυτή της εγκατάστασης,της μόνιμης κατοικίας,τάσεις οι οποίες στην εμπειρία μας δίνονται μόνο με τη μορφή ανάμειξης

Το ερευνητικό πρόγραμμα των ντ-γκ,λοιπόν,συνίσταται σε αυτό το ''τέντωμα''  των εννοιών,έτσι ώστε να φτάσουν στην ακραία μεταξύ τους απόσταση και να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα την Ιδέα του νομά,η οποία δεν μπορεί να εκδηλωθεί σε καθαρή μορφή στην εμπειρική πραγματικότητα


-οι όροι που χρησιμοποιούν οι ντ-γκ(ροή,απεδαφικοποίηση κτλ)είναι κυρίως περιγραφικοί,δηλαδή αναλυτικά όπλα ώστε να μπορούμε να αξιολογήσουμε μια κατάσταση και να την αναλύσουμε.δεν είναι απλά υμνητές της αλλαγής,της ροής,της απεδαφικοποίησης ως τέτοιας.αυτό θα τους κατέτασσε σε ένα αντεστραμμένο είδωλο του πλατωνισμού που a priori δίνει αξία στην ταυτότητα,στην στάση και στην ισορροπία.
στο έργο τους βέβαια,η αξιολογική δεσπόζουσα βρίσκεται υπό την πλευρά της κίνησης,της διαφοράς κτλ,αλλά αυτό δεν συγκροτεί ένα α priori μανιχαιστικό δίπολο πριμοδότησης της ροής σε κάθε δυνατή περίπτωση

οι ίδιοι προειδοποιπούν να μην πιστέψουμε ποτέ ότι ένας λείος χώρος αρκεί για να μας σώσει και το ότι το να εδαφικοποιηθούμε ή να διατηρήσουμε μια σταθερή ταυτότητα δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί.

αυτό που προτάσσουν είναι μια εμμενή αξιολόγηση της κάθε κατάστασης στην ενικότητά της.πού χρειάζεται να προσπαθήσουμε να την εκτρέψουμε από την κατάσταση ισορροπίας,να ακολουθήσουμε κάποια γραμμή φυγής,να πειραματιστούμε με τις διαφορετικές δυνατότητες που μας προσφέρει και σε ποιά περίπτωση το καλύτερο είναι να παραμείνουμε γραμμοποιημένοι,εδαφικοποιημένοι κλπ

-το γεγονός ότι οι ντ-γκ δεν είναι απλοί υποστηρικτές του λείου χώρου έναντι του γραμμικού φαίνεται και από το ότι ο γραμμωτός χώρος μπορεί να προσφέρει επαναστατικές δυνατότητες.πχ σε εξεγερσιακές καταστάσεις,ο μητροπολιτικός χώρος,ένα τερραίν το οποίο εμφανίζει μεγάλο βαθμό γραμμοποίησης(σπίτια,γωνίες,φράχτες,τοίχοι) κτλ περιορίζει την κινητικότητα των κατασταλτικών μηχανισμών παρέχοντας μια υλική προστασία και κρυψώνα στον αμυνόμενο

σε καταστάσεις συγκρούσεων,ουσιαστικά αυτό που πραγματοποιείται είναι η προσθήκη επιπλέον επιπέδων γραμμοποίησης στον αστικό ιστό.τα οδοφράγματα,οι κάδοι κλπ είναι ισάριθμες προσπάθειες να δημιουργηθούν περαιτέρω όρια,περισσότερες πτυχώσεις στον χώρο,να πολλαπλασιαστούν τα σημεία μη-ορατότητας κλπ με σκοπό τον περιορισμό της κίνησης και την επιβραδύνση της ταχύτηταε των κατασταλτικών μηχανισμών.


-οι ντ-γκ σημειώνουν ότι πλέον δεν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο και επίφοβο για τον κρατικό πολεμικό μηχανισμό από το να διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις σε χώρο με υψηλό βαθμό γραμμοποίησης.τα κράτη επιθυμούν να μεταφέρουν το πεδίο μάχης εκεί που έχουν πλήρη έλεγχο,δηλαδή στον αέρα,στην ανοιχτή θάλασσα ή σε ανοιχτές πεδιάδες,δλδ σε λείους χώρους.αρχικά οι νομάδες μέσω της συναρμογής αναβάτης-άλογο-τόξο ανέπτυσσαν τέτοια ταχύτητα που μπορούσαν να υπερφαλλαγγίσουν τα πιο δυσκίνητα κρατικά στρατεύματα.σταδιακά αυτή η σχέση αντιστράφηκε καθώς ο κρατικός μηχανισμός απέκτησε μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα εγκολπώνοντας τις νέες πολεμικές τεχνολογίες.πλέον οποιαδήποτε αντιπαράθεση με το κράτος σε τέτοιους ανοικτούς,λείους χώρους είναι αυτοκτονική.

-ο ίδιος μάλιστα ο καπιταλισμός τείνει να δημιουργεί ένα λείο χώρο,τον παγκόσμιο χώρο της αγοράς στον οποίο ρέουν ελεύθερα εμπορεύματα,κεφάλαια,εργατικές δυνάμεις
πλέον το κεφάλαιο μπορεί μέσω των εξελιγμένων ηλεκτρονικών συστημάτων να πραγματοποιεί χρηματικές συναλλαγές σε ακαριαίο χρόνο με το ψηφιακό χρήμα να κυκλοφορεί ως σημείο με άπειρη ταχύτητα διατρέχοντας την γη


ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΝΟΜΑΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

-η έννοια του νομαδισμού δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στους νομάδες.επεκτείνεται σε ετερογενή πεδία.ουσιαστικά πρόκειται για μια αφηρημένη μηχανή,αφηρημένη με την έννοια ότι το νομαδικό μοντέλο μπορεί να ενσαρκωθεί σε ένα καλλιτεχνικό κίνημα,σε μια επιστημονική ανακάλυψη,σε μια εξεγερσιακή διαδικασία.οι ντ-γκ μιλούν πχ για νομαδικές μορφές τέχνης,νομαδική επιστήμη ενάντια στην ''βασιλική΄΄ μορφή επιστήμης που αναζητά σταθερούς νόμους.σε αυτό το πλαίσιο οι νομάδες χρησιμεύουν ως προνομιακός ιδεότυπος ώστε να εξάγουν από αυτούς κάποια χαρακτηριστικά και να σκεφτούν μια κατάσταση ικανή να αντισταθεί στην ιεραρχία και τη συγκεντροποίηση

-χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρουν οι ντ-γκ ως νομαδική και βασιλική μορφή επιστήμης είναι οι διαφορετικοί τρόποι κτισίματος των καθεδρικών ναών.από τη μια οι αρχιτέκτονες ως εκπρόσωποι της βασιλικής επιστήμης,διαμορφώνουν από τα πριν το σχέδιο στο μυαλό τους και το εξωτερικεύουν στην ύλη δίνοντάς της μορφή.υπάγουν την διαδικασία στις διατάξεις του Λόγου(υλομορφικό μοντέλο με θεικές συνδηλώσεις περί Δημιουργού που κατασκευάζει το σχέδιο στη νόησή του και το εξωτερικεύει στην πειθαρχημένη ύλη).από την άλλη οι τεχνίτες που αυτοσχεδιάζουν και πειραματίζονται αυθόρμητα τη στιγμή της κατασκευής χωρίς κάποιο προσχέδιο.αντλούν από την ύλη που υπάρχει γύρω τους για να καλύψουν τα κενά και να συνεχίσουν.πειραματίζονται με τις δυνατές συναρμογές που προσφέρει το τοπίο,με την ύλη να  αναγνωρίζεται ως ισότιμος δημιουργός στο τελικό αποτέλεσμα.ο αρχιτέκτονας ως ενσαρκωτής του Παράδειγματος της βασιλικής επιστήμης λειτουργεί ασκώντας ένα υπερβατικού ελέγχο πάνω στην ύλη,είναι η ανώτερη αρχή

-άλλη μια περίπτωση είναι η διάκριση ανάμεσα στο σκάκι και το γκο ως ''βασιλική'' και νομαδική μορφή παιχνιδιού αντίστοιχα.το σκάκι ακολουθεί μια κρατική λογική.οι χωρικές μονάδες διεξαγωγής του παιχνιδιού είναι γραμμοποιημένες και αριθμημένες(άσπρα-μαύρα τετράγωνα)και η κίνηση στον χώρο είναι ελεγχόμενη.τα κομμάτια έχουν κωδικοποιηθεί και μπορούν να κινηθούν στη βάση ενός συνόλου κανόνων.πχ ο αξιωματικός κινείται μόνο στη βάση της διαγωνίου και κατα μήκος μόνο ενός χρώματος γραμμής.επίσης τα κομμάτια είναι ιεραρχημένα από τα πιόνια μέχρι τη βασίλισσα και το βασιλιά έχοντας μια εσωτερική αξία.


-το γκο από την άλλη υπακούει σε μια διαφορετική λογική.ο χώρος κίνησης είναι σχετικά ελεύθερος από όρια και σύνορα.τα κομμάτια με τα οποία παίζεται είναι πανομοιότυπα και οι ταυτότητές τους αλλάζουν αναλογα με τις σχέσεις με τις οποίες βρίσκονται με τα άλλα κομμάτια κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού,σε αντίθεση με τα κομμάτια του σκακιού τα οποία έχουν σταθερές ταυτότητες

-στο σκάκι το επίδικο είναι η κατάληψη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου χώρου ώστε να επιβληθεί ο έλεγχος σε αυτόν.

-στο γκο αντίθετα υπάρχουν ζώνες με διαφορετική ένταση. Συγκρούσεις παράγονται στιγμιαία σε ένα σημείο για να απεδαφικοποιηθούν και να αναδυθούν κάπου αλλού,προσομοιώνοντας τις πιο αποκεντρωμένες μορφές πολέμου μακριά από το παραδοσιακό μοντέλο της οριζόντιας κατά μέτωπο αντιπαράθεσης στρατών που προσφέρει το σκάκι

-πέρα από την σχέση με τον γραμμωτό και λείο χώρο,το σκάκι και το γκο προσφέρουν δύο ασύμμετρα μοντέλα εξατομίκευσης.Από τη μια η οπτική του σκακιού προσφέρει την εικόνα της εξατομίκευσης ως μια εσωτερική διαδικασία.Αυτό που κάνει το υποκείμενο αυτό που είναι,εντοπίζεται εσωτερικά στο υποκείμενο
Αυτή είναι η οντολογία πολλών ρατσιστικών και σεξιστικών μορφών λόγου που θεωρούν ότι οι ιδιότητες προκύπτουν από το υποκείμενο καθ'ευατό.πχ η γυναίκα είναι καθ'εαυτό συναισθηματική και άρα ανίκανη για να αρθρώσει ορθό λόγο.αντίθετα,στο γκο το κάθε κομμάτι αποκτά τις ιδιότητες και τις δυνάμεις του σε σχέση με τις διαφορικές σχέσεις που αναπτύσσει με τα άλλα κομμάτια του παιχνιδιού.η ταυτότητά του δηλαδή ρευστοποιείται,καθώς ανοίγεται σε ένα πεδίο δυνάμεων εξωτερικό από αυτό


ΓΡΑΜΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΛΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ

-μορφές γραμμικού χώρου είναι η ευθεία που συνδέει δύο σημεία.μάλιστα η ολοκληρωτική γραμμοποίηση είναι η πορεία ανάμεσα σε δύο σημεία με βάση την πιο γρήγορη διαδρομή,και αυτό γιατί στην γραμμοποίηση η γραμμή καθορίζεται από τα σημεία.η κίνηση έχει μια δεδομένη αρχή και ένα σκοπό στον οποίο τείνει σε αντίθεση με το ελεύθερο ταξίδι και περιπλάνηση του λείου χώρου.στον λείο χώρο το κάθε σημείο είναι ένα στιγμιαίο σταμάτημα στη διαρκή κίνηση της γραμμής.στον γραμμοποιημένο χώρο η γραμμή υπάγεται στο σημείο

-άλλη μορφή γραμμοποίησης είναι η κάθετη γραμμή που ανταποκρίνεται στην βαρυτική δύναμη.η κάθετη γραμμή αποκτά ένα συμβολικό νόημα και γενικά η καθετότητα δίνει την αίσθηση της διαφοράς ύψους και χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ιεραρχία.η εικόνα του κράτους που υπερίπταται της κοινωνίας,τα έδρανα των δικαστών που υπερέχουν σε ύψος κλπ.σε κάθε περίπτωση που πρέπει να κατασκευαστεί μια σχέση πολιτικής ανισότητας και εξουσίας,η υψομετρική διαφορά επιστρατεύεται ως διαχρονικό σημείο επισφράγισης αυτής της ιεραρχίας


-τα πιο χαρακτηριστικά μοντέλα γραμμικού χώρου είναι η  ευκλείδια γεωμετρία,ο καρτεσιανός άξονας και ο νευτώνιος χώρος.η ευκλείδια γεωμετρία στηρίζεται στην χάραξη γραμμών σε αντίθεση με την τοπολογία και την ριμάνια γεωμετρία που ασχολείται κυρίως με καμπύλες και αλλαγές σχημάτων.το καρτεσιανό σύστημα περιλαμβάνει τη συγκρότηση ενός γραμμωτού χώρου μέσω της δημιουργία μιας κεντρικής προοπτικής,της αρχής των αξόνων,ως κέντρο και σημείο μέτρησης.το νευτώνιο σύμπαν είναι ο απόλυτος.αφηρημένος και ομοιογενής χώρος.ένας απόλυτος,''κενός'' χώρος,εντός του οποίου τα αντικείμενα τοποθετούνται ως σημεία σε ένα μετρήσιμο χώρο

-η γραμμοποίηση του χώρου έχει πολιτικές συνδηλώσεις.οι διάφορες τεχνικές/γνώσεις γύρω από την ανάλυση του χώρου διαπλέκονται με πολιτικές διακυβερνησιμότητας σχηματίζοντας σχέσεις γνώσης/εξουσίας.η γραμμοποίηση από το δεσποτικό κράτος επιδρά πάνω στη γη των πρωτόγονων φυλών,την οποία μετατρέπει σε περιφραγμένο έδαφος το οποίο αργότερα μπορεί να κατανεμηθεί.αυτή είναι η διαδικασία από την οποία η γη μπορεί να αποκομίσει ενοίκιο και να γίνει πηγή κέρδους.
.Η γεω-μετρία είναι η πρωταρχική μορφή μέτρησης και κατάτμησης του εδάφους που το καθιστά ικανό να γίνει αντικείμενο ιδιοκτησίας,κρατικής κυριαρχίας κλπ


Ο ΛΕΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

-Ο λείος χώρος αφήνει τον εαυτό του να γραμμοποιηθεί. Ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα που δίνουν οι Ντ-Γκ είναι αυτό της θάλασσας.Η θάλασσα συχνά εμφανίζεται ως σύμβολο ελευθερίας,συνώνυμο της περιπέτειας,αδάμαστη και χώρος κοινότητας,που δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ιδιωτικής ιδιοκτησίας.Ιστορικά,η λεία θάλασσα αρχικά ήταν αντικείμενο πλοήγησης μέσω ενός νομαδικού πολύπλοκου συστήματος βασισμένο στον άνεμο,στους ήχους,στο χρώμα του ουρανού και στην θέση των άστρων.Από αρχέτυπος του λείου χώρου,η θάλασσα υπέστη μια σταδιακή γραμμοποίηση μέσω του σχεδιασμού γραμμών και τη λειτουργία χαρτών,ως αποτέλεσμα της απαίτησης για πιο ασφαλή και αποτελεσματική ναυτική πλοήγηση.

-Οι χάρτες και τα εργαλεία πλοήγησης επιτρέπουν στην προηγουμένως ανοιχτή φύση της θάλασσας να μετρηθεί και να ομογενοποιηθεί σε ποσοτικοποιημένα σημεία.Αν και οι Ντελέζ-Γκουααρί σημειώνουν ότι αυτό πραγματοποιήθηκε σταδιακά,θεωρούν το έτος 1440 μ.Χ.,όταν οι Πορτογάλοι εξερευνητές εισήγαγαν τους πρώτους ναυτικούς χάρτες,ως έτος ορόσημο στην διαδικασία γραμμοποίησης της θάλασσας.Μεσημβρινοί,γεωγραφικά μήκη και πλάτη,γεωγραφικές συντεταγμένες μετέτρεψαν τους ωκεανούς σε ένα τεράστιο δικτυωμένο υπολογίσiμο χώρο,θέτοντας τις προϋποθέσεις για τις μεγάλες ανακαλύψεις,του υπερατλαντικού εμπορίου σκλάβων και της επέκτασης της ευρωπαϊκής κυριαρχίας.


-Ο γραμμοποιημένος χώρος προυποθέτει για την κατασκευή του πάντα ένα συγκεκριμένο σημείο εξωτερικού παρατηρητή.πχ ο χάρτης αναπαριστά κάτι που γίνεται αντικείμενο θέασης από μια ματιά που καταλαμβάνει ένα εξωτερικό σημείο θέασης,κοιτάμε τον χάρτη από έξω και από ψηλά.Στον λείο χώρο αντίθετα,δεν εφαρμόζονται οι ποσοτικοποιημένες μετρήσεις και οι κατηγορίες του γεωγραφικού μήκους/πλάτους για την πλοήγηση.Στην ουσία δεν έχουμε να κάνουμε με ''χώρο'',αλλά με ένα κάθε φορά συγκεκριμένο τοπίο.Για αυτό το λόγο οι νομάδες έχουν μια άμεση και στενή σχέση με το ''διάβασμα' της φύσης. ,Μπορούν και αναγνωρίζουν τα τοπικά χαρακτηριστικά του εδάφους,την κίνηση του αέρα,τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χιονιού κτλ

-Διαχρονικά,τα κράτη προσπάθησαν να ελέγξουν πέρα από το έδαφος που υπάγεται στη νομική δικαιοδοσία τους,την θάλασσα και τον αέρα που τους αντιστοιχεί.Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε νομάδες και κράτος στο έδαφος μεταφέρθηκε στο υδάτινο τερραίν,ανάμεσα σε πειρατές και κρατικούς στόλους.Όπως και οι νομάδες,έτσι και οι πειρατές βρίσκονται σε μια διαρκή ρoή πάνω στον λείο χώρο της  θάλασσας.Όπως και για τον νομά που νιώθει σπίτι όταν κινείται,έτσι και για το πειρατή η κίνηση από λιμάνι σε λιμάνι δε είναι για να εγκατασταθεί εκεί,αλλά για να βρεθεί πάλι στη θάλασσα

-Οι πρώτες αυτοκρατορίες προσπάθησαν να εξαλείψουν τον κίνδυνο που συνιστούσαν οι πειρατές,μετατρέποντας την θάλασσα σε ένα προβλέψιμο μέρος,με ''υδάτινα'' μονοπάτια ασφαλή για τη διεξαγωγή εμπορίου(ρωμαική,κινέζικη αυτοκρατορία...).

-Στη γλώσσα των σύγχρονων εθνών-κρατών μιλάμε πέρα από χερσαία,για υδάτινα και εναέρια σύνορα.Μιλάμε για εναέριο χώρο και χωρικά ύδατα που αποτελούν τμήμα της επικράτειας ενός κράτους,ως αποτελέσματα διαδικασιών χάραξης γραμμών που διακόπτουν την ροικότητα του νερού και του αέρα,ως απόπειρες γραμμοποίησης της θάλασσας και του αέρα ως λείων χώρων από το κράτος.



Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Πιέτρο Ινγκράο, ένας κομμουνιστής που ήθελε το φεγγάρι


της Τόνιας Τσίτσοβιτς


Την 30η Μαρτίου 1915, δύο χρόνια πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, γεννήθηκε στη Λένολα της Καμπανίας ο Πιέτρο Ινγκράο, μια ιστορική μορφή της ιταλικής και παγκόσμιας Aριστεράς, ένας μεγάλος στοχαστής, ένας λογοτέχνης, ένας σεμνός άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη, που δεν μιλούσε τη στεγνή, ξύλινη γλώσσα της πολιτικής, αλλά τη γλώσσα της ευαισθησίας και της ποίησης.

Την 27η Σεπτεμβρίου 2015, ο Πιέτρο Ινγκράο μάς άφησε για πάντα.

Ο Πιέτρο Ινγκράο ήταν από τους λίγους τυχερούς που φθάνουν στα εκατό τους χρόνια με διαύγεια πνεύματος και ικανοί να διδάσκουν με το παράδειγμά τους.

Στη διάρκεια των εκατό αυτών χρόνων είδε τη χώρα του και τον κόσμο να αλλάζει, γνώρισε τους σημαντικότερους ηγέτες των χωρών του «υπαρκτού», ηγέτες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας όπως ο Μπρούνο Κράισκι, αλλά και τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Ιλ Σουνγκ. Με ψύχραιμη ματιά τους ζύγιζε όλους, για να εκφράσει μια κρίση απόλυτα ειλικρινή και αμερόληπτη για τον καθένα.`

Στη μεγάλη του ζωή δεν έπαψε να αγωνίζεται. Υπήρξε αντιστασιακός, παρτιζάνος, διευθυντής της Unità, πρόεδρος της Βουλής και ηγέτης της αριστερής πτέρυγας του ΙΚΚ.

Δεν έπαψε όμως και να αναστοχάζεται, να αμφιβάλλει. Στο 11ο Συνέδριο του ΙΚΚ, ο Ινγκράο διατύπωσε το «δικαίωμα στη διαφωνία», πράγμα πρωτάκουστο για το κόμμα του και για πολλά άλλα κόμματα εκείνη την εποχή. Όμως πίστευε ακράδαντα στο αρραγές του κόμματος και δεν δίστασε να σηκώσει το χέρι του για να ψηφίσει υπέρ της διαγραφής των συντρόφων που βρίσκονταν περισσότερο κοντά του, της ομάδας «Μανιφέστο».

Οι προσπάθειές του να κρατήσει το κόμμα ενωμένο δεν ήταν αρκετές να σταματήσουν την πορεία μετάλλαξης, που άρχισε με τον Οκέτο, και οδήγησε ένα κομμάτι του να ασπασθεί τη νεοφιλελεύθερη πολιτική και ένα άλλο σε συνεχείς διασπάσεις και διαιρέσεις.

Έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «η μεγάλη και δύσκολη πρόκληση είναι να κρατήσεις τη ζωντάνια ενός πλουραλιστικού υποκειμένου μαζί με τον πλούτο και την ποικιλία του ανθρώπινου όντος».

Η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, κατά τον Ινγκράο, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κατανοήθηκε αυτό το σημείο, ότι οι κομμουνιστές «διεκδίκησαν τα δικαιώματα ελευθερίας στους χώρους της κοινωνικής ζωής, αλλά όχι στην οργάνωση και στην πρακτική του πολιτικού υποκειμένου».

Για τον Ινγκράο η εκπροσώπηση δεν ήταν ανάθεση. Ήταν μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε υποκείμενα και δεν θα μπορούσε να ασκήσει τον βουλευτικό και κομματικό του ρόλο χωρίς διαβούλευση με τις κοινωνικές ομάδες που η δράση του αφορούσε.

Η μελέτη και η συζήτηση είχε σημαντική θέση στη ζωή του, αλλά δεν δίστασε να απαντήσει και με τον ένοπλο αγώνα στην τυραννία του φασισμού.

Παράλληλα, δεν δέχτηκε ποτέ να ταυτιστεί με μια επαναστατική διαδικασία που βλέπει την κορύφωσή της στην επίθεση στα χειμερινά ανάκτορα. Έλεγε μάλιστα πως «για να πετύχεις ένα σημαντικό αποτέλεσμα πρέπει να προσανατολίζεις δυνάμεις, να επαληθεύεις τους τρόπους και τις μορφές μέσα από τις οποίες συντελείται η συνάντηση και η σύγκρουση».

Ως μαρξιστής δεν ξέχασε ότι η ανάγνωση της ταξικής σχέσης στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι το σωστό αντίδοτο ενάντια στην αυταπάτη ότι η διαμαρτυρία και η καταγγελία μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική.

Μέσα στη ζωή του Ινγκράο, ενός ανθρώπου που μίλησε και έγραψε πάρα πολύ, υπήρχε και η σιωπή. Γιατί ο στοχασμός, η αναζήτηση και η αμφιβολία πάνε χέρι-χέρι με τη σιωπή. Τη σιωπή που νιώθει, που αφουγκράζεται, που δεν παραιτείται. Τη σιωπή που αναλογίζεται τα λάθη, τις αιτίες της ήττας και βρίσκει νέους δρόμους για την υλοποίηση του συλλογικού υποκειμένου που συνδυάζει την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου όντος με την ανάγκη του αρραγούς και της αντοχής.

Τώρα, ο σύντροφος Ινγκράο σιώπησε για πάντα. Όμως η φωνή του ακούγεται μέσα από τα γραπτά του, μέσα από την παρακαταθήκη που άφησε στις ψυχές των συντρόφων του ανά τον κόσμο, μέσα από την αναζήτηση του ανέφικτου, του φεγγαριού.

«Ήθελα το φεγγάρι», είναι ο τίτλος της αυτοβιογραφίας του Ινγκράο, ενός κομμουνιστή που δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει πως κάποτε, όχι πια ο ίδιος, μα κάποιοι άλλοι θα κατόρθωναν να αγγίξουν πραγματικά το άπιαστο, το όνειρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας.


Η Τόνια Τσίτσοβιτς είναι μεταφράστρια του βιβλίου του Πιέτρο Ινγκράο «Η αγανάκτηση δεν αρκεί», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Εύμαρος.


Πηγή Red NoteBook

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Fichte: πώς κουβεντιάζεται το παρόν μας;

Johann Gottlieb Fichte
1762–1814

Το ένοχο παρόν της αμαρτωλότητας

§1

Ι. Ο Γιόχαν Γκότλιπ Φίχτε ανήκει στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του επονομαζόμενου Γερμανικού Ιδεαλισμού. Τι είναι ο Γερμανικός Ιδεαλισμός; Είναι ένα φιλοσοφικό κίνημα που συνέβαλε τα μέγιστα στη συγκρότηση της αυτοσυνείδητης υποκειμενικότητας της νεωτερικής εποχής. Ανάγει τα φιλοσοφικά του θεμέλια στον Καντ και περιλαμβάνει στους κόλπους του, μαζί με τον Φίχτε, τον Σέλλινγκ (Schelling) και τον Χέγκελ (Hegel). Καθένας απ΄ αυτούς τους φιλοσόφους είναι ένας Ολύμπιος Δίας, με καθοριστικές επιδράσεις στην μετέπειτα εξέλιξη της φιλοσοφίας, πρωτίστως δε των Ευρωπαϊκών φιλοσοφικών κινημάτων.

ΙΙ. Ο Φίχτε, εκκινώντας από την Καντιανή κριτική του Λόγου, αναπτύσσει μια υπερβατολογική μεταφυσική, που έχει ως κεντρική φιλοσοφική βάση την επιστήμη της γνώσεως, την επονομαζόμενη επιστημολογία (Wissenschaftslehre) . Η τελευταία τούτη νοείται ως η ενότητα της πρακτικής και της θεωρητικής φιλοσοφίας. Η απόλυτη αρχή που παράγει κάθε κατηγορία γνώσης είναι το Εγώ. Το τελευταίο, στις διάφορες συνδηλώσεις του μέσα στη Φιχτεανή φιλοσοφία, συγκροτεί την ενεργό αυτοσυνειδησία, την απόλυτη υποκειμενικότηταˑ απόλυτη κατά το ότι παράγει όλα τα περιεχόμενα του σύμπαντος κόσμου, καθότι είναι ταυτισμένη με το θεό: Ολότητα υποκειμένου-αντικειμένου.

ΙΙΙ. Κατ’ αυτό το πνεύμα,  το Φιχτεανό Εγώ δεν είναι ένα αρρωστημένο, ματαιωμένο, εγωιστικό Εγώ, ανυπόληπτο καθεαυτό και διεαυτό, σαν αυτό ας πούμε των λογής πολιτικάντηδων της  τρέχουσας πολιτικής σκηνής που δεν «έχουν το θεό τους». Απεναντίας ενδημεί μέσα στον κόσμο και συνδέεται άρρηκτα με το αντι-κείμενο, με το μη-Εγώˑ το τελευταίο δεν το εκμηδενίζει, αλλά με σκέψη και δράση το καθιστά Ένα με τον εαυτό του, το ανεβάζει στο επίπεδο του Εαυτού.   


§2

Ι. Στο πεδίο της φιλοσοφικής θεώρησης της Ιστορίας, συλλαμβάνει την τελευταία ως διαδικασία ή διεργασία πολιτισμικής εξέλιξης. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο έργο του: Die Grundzüge des gegenwärtigen Zeitalters (Τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής), ο σκοπός της επίγειας ζωής της ανθρωπότητας έγκειται σε τούτο: η τελευταία διευθετεί όλες τις σχέσεις αυτής της ζωής της με ελευθερία και με οδηγό προς αυτή την ελευθερία το Λόγο. Τούτο σημαίνει ότι το ανθρώπινο γένος μπορεί να ευτυχήσει μόνο με την ελεύθερη κυριαρχία του Λόγου, υπό το νόημα της απόλυτης ενότητάς του με την ελευθερία.

 ΙΙ. Με βάση λοιπόν αυτή την αρχή, ο Φίχτε προχωρεί στον φιλοσοφικό καταμερισμό της ιστορίας σε πέντε εποχές. Υπό την οπτική Λόγου και Ελευθερίας, η πρώτη εποχή είναι εκείνη της ενστικτώδους κυριαρχίας του Λόγου, χωρίς ανεπτυγμένη αυτοσυνείδηση και ελευθερία. Πρόκειται για την κατάσταση της αθωότητας του ανθρώπινου γένους, κατά το πρότυπο του μύθου του παραδείσου. Η δεύτερη είναι η εποχή της αυθεντίας των θεωρητικών δογμάτων, που απαλλοτριώνουν το ένστικτο του Λόγου, καθώς αδυνατούν να πείσουν τους ανθρώπους και  ζητούν απ’ αυτούς τυφλή πίστη και υπακοήˑ εδώ έχουμε την κατάσταση της αρχόμενης αμαρτίας.

ΙΙΙ. Η τρίτη χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η ελευθερία βρίσκεται στην αρχική της φάση, τη μη-αυτοσυνείδητη, και στρέφεται ενάντια στην ως άνω κυριαρχία του Λόγου και τα προστάγματά του. Από τη μια χειραφετείται από τον εξαναγκασμό του δογματισμού, αλλά από την άλλη επαναστατεί κυριολεκτικά ενάντια στον ίδιο το Λόγο, μην έχοντας ακόμη φτάσει στην επίγνωση πως ο Λόγος, ενάντια στον οποίο ξεσηκώνεται, και η ίδια συνθέτουν μια ενότητα ή ταυτότηταˑ κάτι δηλαδή που αντιστοιχεί στις επόμενες εποχές. Κατ’ αυτήν την εποχή κυριαρχεί απόλυτη αδιαφορία απέναντι στην αλήθεια και ολική ακολασία. Πρόκειται για την κατάσταση της ολοκληρωμένης αμαρτωλότητας (Zeitalter der vollendeten  Sündhaftigkeit).

ΙV. Ο Fichte έχει κατά νου το Διαφωτισμό με τούτη την εποχή. Ο Διαφωτισμός προσέφερε, από τη μια μεριά, υπηρεσίες, καθώς απαξίωσε οποιαδήποτε εξωτερική αυθεντία, αλλά δεν απέτρεψε την επικράτηση ενός μονοδιάστατου, δεσποτικού Εγώ, με κινητήρια δύναμή του τον εγωισμό και την αυθαιρεσία. Κατά την τέταρτη εποχή αρχίζει να αναδύεται ο αυτοσυνείδητος Λόγος και η επιστήμη του, ενώ κατά την πέμπτη συντελείται η απόλυτη ταύτιση Λόγου και Ελευθερίας, η απόλυτη δικαίωση.  

V. Και το γνωσι-οντο-λογικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι: σε ποια εποχή κατατάσσεται το παρόν Ελλαδικό βασίλειο της πολιτικής ψευτιάς, της αχαλίνωτης δημαγωγίας  και ωμής δολοπλοκίας, μαζί με την πλήρη εξαχρείωση των συνειδήσεων, τη συνένοχη αδιαφορία και την απέραντη ακολασία; Προφανώς στην τρίτη, πλην όμως χωρίς κάποια θαμπή έστω προσδοκία μετάβασης στην τέταρτη και πέμπτη εποχή, αφού η απόλυτη ανορθολογικότητα των αντιαισθητικών μετριοτήτων του πολιτικού στερεώματος, με παιδεία επιπέδου αφισοκολλητών ή μελών επαρχιακού Δημοτικού Συμβουλίου, έχει εξορίσει τη στοιχειώδη ελευθερία του Λόγου, που μόνο αυτή/αυτός μπορεί να ξεθεμελιώσει την πρωτοκαθεδρία της βαρβαρότητας.


Πηγή Hegel-Platon

Το στραβόξυλο απ’ το οποίο ο άνθρωπος είναι καμωμένος


του Keunermann


Το σαθρό υλικό του ανθρώπου αποτελεί μια συλλογή δοκιμίων του Isaiah Berlin [1909-1997], δημοσιευμένα ή γραμμένα μεταξύ των ετών 1960-1990. Ο τίτλος είναι παρμένος από μια αποστροφή του Immanuel Kant [1724-1804], διαθλασμένη από την απόδοσή της από τον Robin George Collingwood [1889-1943]: «Από το στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης τίποτε ίσιο δεν κατασκευάστηκε ποτέ». Την επανέκδοσή του από τις εκδόσεις «Κριτική», σε μετάφραση Γιώργου Μερτίκα και επιμέλεια Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, προλογίζει ο Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ με διακριτική παρουσία στα ελληνικά γράμματα και τη βιόσφαιρα μιας ορισμένης Αριστεράς.

Ο συγγραφέας υιοθετεί μια μετριοπαθή προσέγγιση, έναν φιλελεύθερο αντιουτοπισμό που καταφάσκει την πολυαρχία και την περατότητα ως αναμφισβήτητους όρους της ανθρώπινης συνθήκης. Έτσι, ο αρνητικός ορισμός της ελευθερίας ως αυτοπεριοριζόμενης από ένα πυκνό δίκτυο αλληλεξαρτήσεων, οι συμβιβασμοί, οι αμοιβαίες υποχωρήσεις και οι πρακτικές, ελεγχόμενες αλλαγές αποκτούν πρωτοκαθεδρία έναντι των μεγάλων σχεδίων για τον μετασχηματισμό του κόσμου, της κοινωνίας και της ανθρωπότητας στο σύνολό τους, με το μεταφυσικό φορτίο -και τις σωτηριολογικές, μεσσιανικές ή εσχατολογικές συνδηλώσεις του- να κρίνεται ανεπιθύμητο, δυσβάσταχτο ή ολέθριο. Δεδομένου ότι υπάρχει πληθώρα εξίσου ορθολογικών αλλά συγκρουόμενων κι ενδεχομένως ασύμβατων μεταξύ τους αξιών, σκοπών και κοσμο/βιοθεωριών, αλλά και του ατελούς χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης, που καθιστά απαγορευτική την πλήρη γνώση, την πρόβλεψη και άρα τον έλεγχο των συνεπειών των πράξεων των δρώντων, η αποφυγή του χειρότερου κακού -δηλαδή η ελαχιστοποίηση του ρίσκου που μπορεί να οδηγήσει σε μια αρνητική έκβαση, στην καταστροφή, τη φρίκη ή τη βαρβαρότητα της αλληλοεξόντωσης της ανθρωπότητας- αποκτά κεντρική θέση. 



Οι πυλώνες της κυρίαρχης παράδοσης της δυτικής σκέψης είναι τρεις, μας λέει ο Berlin: α) η παραδοχή ότι κάθε αυθεντικό ερώτημα επιδέχεται μιας μόνον ορθής και αληθούς απάντησης, β) η παραδοχή ότι η μέθοδος προσέγγισής της υπάρχει, ότι είναι δηλαδή κατ’ αρχήν προσπελάσιμη στις προσπάθειες των ανθρώπων και γ) ότι όλες οι επιμέρους τέτοιες αλήθειες είναι συμβατές μεταξύ τους σε ένα συνεκτικό, αρμονικό όλον (σσ. 66-67, 332). Ο Berlin αμφισβητεί αυτή τη δέσμη πεποιθήσεων, εμπνεόμενος από την εισήγηση της πολιτισμικής πολυαρχίας στο έργο Νέα Επιστήμη του Giambattista Vico [1668-1744]. Ο Ιταλός φιλόσοφος υποστήριζε ότι κάθε πολιτισμός είχε τις δικές του αξίες, σκοπούς, κριτήρια τα οποία ενδέχεται να είναι ασύμβατα με εκείνα ενός ευρισκόμενου σε χωροχρονική απόσταση. Το γεγονός ότι όλοι οι πολιτισμοί και οι κοινωνίες δημιουργήθηκαν από ανθρώπους, επιτρέπει την οικοδόμηση γεφυρών προς το παρελθόν μέσω της φαντασιακής ενόρασης, δηλαδή της επινοητικής συμπάθειας και ιστορικής ενσυναίσθησης. Εντούτοις, η σύγκριση και αξιολόγηση είναι ένα βήμα που δεν είναι επιτρεπτό. Η θέση περί της καταστατικής ισότητας ή ανισότητας των επιμέρους μορφών είναι αβάσιμη, καθότι παραβλέπει το απλό γεγονός της διαφορετικότητάς τους. Πρόκειται για μία θέση περί της ασυμμετρίας των παραδειγμάτων, δηλαδή περί της απουσίας μιας κοινής ζυγαριάς ή μέτρου για όλα εξ αυτών – θέση που δεν οδηγεί απαραιτήτως σε κάποια μορφή σχετικισμού (ή εθνικισμού), μολονότι δεν είναι επί της αρχής ριζικά διαχωρισμένη από αυτόν. Τόσο για τον Vico όσο και για τον Johann Gottfried von Herder [1744-1803], αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν μπορούμε να κρίνουμε εξωγενώς ένα σύστημα, αλλά είμαστε κατ’ αρχήν σε θέση, εάν καταβληθεί η απαιτούμενη εργασία, να «διεισδύσουμε» σε αυτό ούτως ώστε να επέλθει ενδογενώς η ορθολογική ανασυγκρότησή του, εάν βέβαια ως Λόγο εννοήσουμε μια οικουμενική ιδιότητα του ανθρωπίνου όντος που εκφράζεται ποικιλοτρόπως στα διαφορετικά κοινωνικά, ιστορικά, πολιτισμικά, γεωμορφολογικά, ψυχολογικά κλπ. συμφραζόμενα.

Τη μεγαλύτερη έκταση του βιβλίου καταλαμβάνει η μελέτη που εντοπίζει στον Joseph de Maistre [1753-1821] όχι έναν εκπρόσωπο μιας παρωχημένης εποχής κι έναν υπερασπιστή της αναστήλωσης της μεσαιωνικής θεοκρατίας, αλλά έναν προφήτη μιας εποχής που τότε αναδυόταν, έναν πρόδρομο του φασισμού και των ολοκληρωτισμών του αιώνα που πέρασε. «Το δόγμα για την ύπαρξη της βίας στην καρδιά των πραγμάτων, για την πίστη στη δύναμη σκοτεινών δυνάμεων, την εξύμνηση των δεσμών ως μοναδική λύση για να χαλιναγωγηθούν τα αυτοκαταστροφικά ένστικτα του ανθρώπου, αλλά και τη χρήση τους για τη σωτηρία του, το δόγμα για την προσφυγή στην τυφλή πίστη ενάντια στο Λόγο, για την πεποίθηση πως μόνο ό,τι είναι μυστηριώδες θα επιβιώσει, πως η εξήγηση είναι πάντα προσπάθεια δικαιολόγησης, το δόγμα περί αίματος και αυτοθυσίας, τις ιδέες του για την εθνική ψυχή και τα ρεύματα που καταλήγουν σε μια απέραντη θάλασσα, για τον παραλογισμό του φιλελεύθερου ατομικισμού και πρωτίστως για την ανατρεπτική επήρεια των ανεξέλεγκτων κριτικών διανοουμένων, ασφαλώς όλα αυτά τα έχουμε ξανακούσει έκτοτε. Στην πράξη, αν όχι στη θεωρία, το βαθύτατα απαισιόδοξο όραμα του Maistre (κατά διαστήματα με ολοφάνερα ψευδοεπιστημονική μεταμφίεση) αποτελεί την καρδιά των ολοκληρωτισμών, τόσο δεξιών όσο και αριστερών, του τρομερού αιώνα μας» (σ. 214). Ο Maistre υπήρξε ένας διεισδυτικός προφήτης και σκοτεινός οραματιστής, ένας αντι-Βολταίρος με «χιόνι στην κεφαλή και φωτιά στη γλώσσα», όπως τον περιέγραψε ένας σχολιαστής (θυμίζοντας το νιτσεϊκό χωρίο από το Τάδε έφη Ζαρατούστρα: «θερμή καρδιά και ψυχρό κεφάλι – όταν τα δύο αυτά πράγματα ενωθούν μαζί, τότε ο βρυχώμενος αέρας τινάζεται προς τα πάνω, ο Λυτρωτής»). Κοινό στοιχείο με τους Vico και Herder, ο ιστορικισμός: η ιστορία αποτελεί το πεδίο εκδίπλωσης του θεϊκού σχεδίου μέσω ασύνειδων, ασύλληπτων, παράλογων δυνάμεων, των οποίων το θεμέλιο χάνεται στα βάθη του χρόνου, και οι απόπειρες των ανθρώπων* να τις εντοπίσουν, να τις ανασυγκροτήσουν, να τις ελέγξουν ή να τις μεταβάλλουν είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό προκαλώντας γέλιο, εκτός κι αν αποτελούν παροδικούς πράκτορες για την προώθηση του σχεδίου. Η επιχειρηματολογία είναι κυκλική. Η εξουσία, η υπακοή, η υποταγή, η οδύνη, η αυτοθυσία είναι αυτοσκοποί. Όλοι πρέπει να υποτάσσονται στους ηγεμόνες και οι ηγεμόνες στον Πάπα που είναι ελέω Θεού – κι αν ακόμη κυριαρχήσουν οι επαναστάτες, πρέπει να υποταχθεί κανείς σ’ αυτούς γιατί είναι οι νικητές και δε θα ήταν εάν αυτό δε συμβάδιζε με το σχέδιο. Ως αντιδραστικός εγελιανός που έφτασε μια γενιά νωρίτερα, θα μπορούσε να προσυπογράψει τη διαπίστωση «ό,τι είναι θεϊκό είναι πραγματικό κι ό,τι είναι πραγματικό είναι θεϊκό».



Ο Berlin τάσσεται αναφανδόν υπέρ του οντολογικού πλουραλισμού, αφού «ελάχιστα πράγματα έπαιξαν πιο μοιραίο ρόλο στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης και πράξης απ’ ό,τι οι σπουδαίες φαντασιακές αναγωγές από τη μια σφαίρα, όπου κάποια ιδιαίτερη αρχή ίσως είναι προσήκουσα και έγκυρη, σε άλλες σφαίρες, όπου η επήρειά της ίσως είναι συναρπαστική και καθοριστική, όμως οι συνέπειές της είναι παραπλανητικές στη θεωρία και καταστροφικές στην πράξη» (σ. 315). Η πλούσια κοίτη του ρομαντισμού ανανέωσε τον δυτικό πολιτισμό, αποτελώντας την πρώτη μεγάλη και διαρκώς επιστρέφουσα εξέγερση και το πρώτο πρόγραμμα κριτικής απέναντι στον διαφωτιστικό ορθολογισμό, τροφοδότησε ποικιλοτρόπως το πλαίσιο αξιών και ενέπνευσε τα πλέον ριζοσπαστικά, μεγαλόπνοα και σκοτεινά πολιτικά προτάγματα του εικοστού αιώνα. Η κληρονομιά του είναι αμφίσημη, γόνιμη και συνάμα επικίνδυνη όπως η φωτιά, γι’ αυτό και στο μείγμα εμπλουτισμένου ανθρωπισμού το οποίο υπερασπίζεται ο συγγραφέας, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του ορθού λόγου, του ήπιου οικουμενισμού, της μετριοπάθειας των συναινέσεων και της καχυποψίας απέναντι στις μεγαλόστομες διακηρύξεις και τα μεγαλόπνοα σχέδια μεταβολής του κόσμου. Είναι εντυπωσιακή η συνοχή της σκέψης του σε κείμενα που κατανέμονται εντός ενός τόσο ευρέος χρονικού διαστήματος (1959-1988), η σταθερότητα των επιχειρημάτων και των εγνοιών, η επιστροφή των ίδιων θεμάτων και η -αναπόφευκτη- επανάληψη και αλληλεπικάλυψη θέσεων. Οι τρεις άξονες του στοχασμού του, όπως τους σκιαγραφεί ο Σεβαστάκης, είναι οι εξής: «ανάδειξη της απαραμείωτης σημασίας που έχει ο πλουραλισμός των αξιών για τη νεωτερική ζωή, σκεπτικισμός απέναντι σε κάθε απόπειρα για απολυτοποίηση κοσμικών κοινωνικοπολιτικών σχεδίων, υπερτίμηση των αρνητικών έναντι των λεγόμενων θετικών ελευθεριών» (σ. 13).

Η αλλαγή υποδείγματος έλαβε χώρα στα τέλη του 18ου και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, με στρατηγείο τη νεαρή, φοιτητιώσα διανόηση των γερμανικών πανεπιστημίων. «Τα πρώιμα έργα και μυθιστορήματα του γερμανικού ρομαντισμού εμψυχώνονται από την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η έννοια κάποιας σταθερής, κατανοητής δομής της πραγματικότητας, την οποία γαλήνιοι παρατηρητές περιγράφουν, ταξινομούν, ανατέμνουν, προβλέπουν, αποτελεί επίφαση και αυταπάτη, παραπέτασμα εμφανειών προοριζόμενο να προστατεύει όλους όσοι δεν είναι αισθαντικοί ή αρκετά θαρραλέοι ώστε να αντιμετωπίσουν την αλήθεια του τρομακτικού χάους που υφίσταται κάτω από την ψευδή τάξη της αστικής ύπαρξης» (σσ. 365-366). Ο ρομαντισμός εξεγείρεται απέναντι στα γαλλικά «φώτα», τις κοινωνικές νόρμες, την αστική ηθική, τις συμβάσεις, την υποκρισία, την αποξένωση, τη βλακεία και τον φιλισταϊσμό· οι εκπρόσωποί του στρέφονται στο ηρωικό άτομο, τον μοναχικό ήρωα ως έσχατη μονάδα και λίκνο απερίσταλτης δημιουργικής δραστηριότητας, με της οποίας το εσωτερικό νήμα οφείλει κανείς να επανασυνδεθεί. Αποφασιστική (απο-φασιστική, θα έλεγε παιγνιωδώς ένας διαφωτιστής κριτικός) βούληση που καθοδηγεί τη μορφοπαραγωγό δράση· ανεξάλειπτη, ακατάπαυστη, ατίθαση, αδάμαστη οργιαστική φαντασία· ειλικρίνεια προς εαυτόν, αυθεντικότητα, εντιμότητα, αριστοκρατισμός του πνεύματος, ειρωνεία, αγωνία, θλίψη, πόνος, οργή, μελαγχολία, αυτοθυσία, συντριβή – ιδού τα θεμέλια και τα αναγνωρίσιμα θέματα των ρομαντικών καλλιτεχνών και στοχαστών. Με τα λόγια ενός Göthe: «Γκρίζα είναι, φίλε, κάθε θεωρία – και πράσινο της ζωής το χρυσούν δέντρο». Η αισθητικοποίηση της ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις (μεταξύ των οποίων η πολιτική, η παραβατική συμπεριφορά και η βία), η στροφή στο οργανικό παράδειγμα της βιολογίας, ο αισθητισμός, ο συμβολισμός, ο εξπρεσιονισμός, και ακόμη ο βιταλισμός, ο ντεσιζιονισμός, ο υπαρξισμός – τα πλέον ετερογενή και ενδιαφέροντα ρήγματα και ρεύματα στις τέχνες, τη φιλοσοφία και την εν γένει ιδεοκίνηση των χρόνων που θα ακολουθήσουν, δε θα σταματήσουν να διαλέγονται με και να εμπνέονται από αυτή την κοίτη, ο «θυελλώδης και ορμητικός» ρους της οποίας διασχίζει θορυβωδώς τους δύο αιώνες που ακολούθησαν.

-------------------------------
* Πρόκειται για αυτούς που ο Maistre ενέτασσε στη «σέχτα», κατηγορία αρκετά ευρύχωρη για να συμπεριλάβει όλους τους δυνητικά αποσταθεροποιητικούς παράγοντες: δημοσιογράφους, διανοούμενους, οραματιστές, μεταρρυθμιστές, ριζοσπάστες, άθεους, τεχνοκράτες, επιστήμονες, λογοτέχνες, εμπόρους, φιλοσόφους, προτεστάντες, των οποίων η δράση καλό θα ήταν να περιοριστεί, να αποκλεισθεί, να κατασταλεί ή φιμωθεί, εάν όχι να εξαλειφθεί προληπτικά προκειμένου να αποφευχθεί η εξάπλωση της πανούκλας.

Δείτε επίσης:




Πηγή artcore

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

(ΠΩΣ) ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ ΦΥΛΑΡΧΟ;


του Άκη Γαβριηλίδη


Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση δυνάμεων) επέμενε να επιβάλει στην ελληνική κοινωνία μέτρα που επιχειρούν να ρυθμίσουν και τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Τα μέτρα αυτά ήταν (είναι) εμφανώς ανεφάρμοστα από την άποψη του δεδηλωμένου σκοπού τους.

Επίσης, η επιμονή αυτή είχε σαφώς μία διαθετική (affective) διάσταση: μία λύσσα και έναν φθόνο για μια κλεμμένη απόλαυση, έναν πανικό μπροστά στην ανοργανωσιά.

Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν πολύ καλά με την αυτοκρατορική φιλοδοξία οργάνωσης ενός χώρου που γίνεται αντιληπτός ως άναρχος, «χωρίς κανόνες» και χωρίς προβλεψιμότητα, άρα απρόσφορος για τις αξιολογήσεις κινδύνου στις οποίες βασίζεται η «ομαλή λειτουργία των αγορών».

Η πλειοδοσία αυτή αυστηρότητας λοιπόν μπορεί να αναγνωσθεί ως μία επίμονη προσπάθεια «πτύχωσης» και «χάραξης» του χώρου, αιχμαλώτισης και σταθεροποίησης. Δεν είναι τυχαία η φαινομενικά παράλογη εμμονή των «εταίρων» με το καθεστώς της στατιστικής υπηρεσίας. Αυτό που ενδιαφέρει τους «εταίρους» δεν είναι τόσο να πάρουν τα λεφτά τους, όσο να μπορούν να επιβλέπουν και να καταγράφουν διαρκώς.

Αλλά αυτό δείχνει και ότι οι αποικιοκρατούμενοι, και η πολύμορφη μάζα των δραστηριοτήτων τους, πάντα εκφεύγει της ταξινόμησης, και αυτό προκαλεί νέες και εξίσου απεγνωσμένες προσπάθειες. Η φαινομενική αυτή αταξία είναι ένα δείγμα τής «τέχνης να μένεις ακυβέρνητος».

Η εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητη αυστηρότητα των μέτρων δεν είναι (μόνο) ένδειξη «εκδικητικότητας» και σκληρότητας, ούτε ένδειξη πλήρους κυριαρχίας (της «Γερμανίας», του «νεοφιλελεύθερου σχεδίου» κ.ο.κ.), αλλά μάλλον ένδειξη άγχους απέναντι σε κάτι που διαρκώς εκφεύγει. Αν πρόκειται ήδη για το τρίτο μνημόνιο, αυτό δείχνει ότι τα προηγούμενα δύο απέτυχαν. Σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο αποτυχίας-πλειοδοσίας.

Επίσης, είναι σαφής η προσπάθεια του Σόιμπλε να χρησιμοποιήσει τον Τσίπρα ως έναν τέτοιο «φύλαρχο» που να είναι υπεύθυνος για τη φυλή του απέναντι στους αποικιοκράτες, να την εκπροσωπεί. Η τακτική του απέναντι στη νέα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν να επιχειρήσει να «κλείσει» τους ανοιχτούς χώρους που δημιουργήθηκαν, να μην επιτρέψει να εκφραστεί στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο οποιαδήποτε δημόσια αποδοκιμασία και παρέκκλιση πέρα από αυτή που ήδη εκφράστηκε, παίρνοντας αυτή που εκφράστηκε και τσακίζοντάς την. Αποτελεί ένα παλιό δόγμα της κινεζικής αυτοκρατορικής πολιτικής: να «διοικείς βαρβάρους μέσω βαρβάρων», ώστε εσύ να απαλλάσσεσαι από τον κόπο και από τη δυσαρέσκεια που συνεπάγεται η διοίκηση αυτή.

Το να βρούμε όμως «ποιο ήταν το σχέδιο του Σόιμπλε», δεν εξαντλεί το θέμα. Όπως είχαμε πει και την τελευταία φορά, «οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι ‘πιστή έκφραση’ κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις».

Αυτό λοιπόν μας οδηγεί στο δεύτερο ζήτημα: εκείνο της πολιτικής χρησιμότητας του παραλληλισμού σχετικά με το τι μπορούμε να κάνουμε.

Μπορούμε λοιπόν πράγματι να αντλήσουμε πολιτικά διδάγματα και εμπνεύσεις από την πείρα των αποικιοκρατούμενων. Δεν εννοώ κάποιου είδους ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα, ούτε αντάρτικο πόλεων ή υπαίθρου. Εννοώ κάτι σαν το εξής:

"Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η τελική στρατηγική της κοινωνικής αναδιοργάνωσης. Αφορά την κοινωνική αποσύνθεση σε ελάχιστες μονάδες, συχνά νοικοκυριά, και συχνά συνοδεύεται από την υιοθέτηση στρατηγικών διαβίωσης που ευνοούν τις μικρές, διάσπαρτες ζώνες. Ο Έρνεστ Γκέλλνερ περιγράφει αυτήν την ηθελημένη επιλογή εκ μέρους των Βερβέρων με το σύνθημα «Διαίρει ίνα μη άρχεσαι». Είναι ένας εξαιρετικός αφορισμός, διότι δείχνει ότι το ρωμαϊκό σύνθημα «διαίρει και βασίλευε» δεν λειτουργεί μετά από ένα ορισμένο σημείο κερματισμού. Ο όρος τού Μάλκολμ Γιαππ για την ίδια στρατηγική, «ασπόνδυλες φυλές» [jellyfish tribes], είναι εξίσου εύστοχος, διότι αναδεικνύει το γεγονός ότι μια τέτοια αποσυσσωμάτωση αφήνει έναν δυνητικό κυβερνήτη αντιμέτωπο με έναν άμορφο, αδόμητο πληθυσμό χωρίς κανένα σημείο εισόδου ή μόχλευσης. Οι Οθωμανοί, στο ίδιο πνεύμα, έβρισκαν πολύ πιο εύκολο να έχουν να κάνουν με δομημένες κοινότητες, ακόμη και αν ήταν χριστιανικές και εβραϊκές, παρά με ισλαμικές αιρέσεις που ήταν ακέφαλες και οργανωτικά διάχυτες. Μεγαλύτερο φόβο προκαλούσαν τέτοιες μορφές αυτονομίας και ετεροδοξίας, για παράδειγμα τα μυστικιστικά τάγματα των δερβίσηδων, που σκόπιμα, όπως φαίνεται, απέφευγαν κάθε ομαδική εγκατάσταση ή αναγνωρίσιμη ηγεσία ακριβώς για να πετούν, ούτως ειπείν, κάτω από το ραντάρ της Οθωμανικής αστυνομίας. Αντιμέτωπο με καταστάσεις αυτού του είδους, ένα κράτος προσπαθεί συχνά να βρει ένα συνεργάτη και να δημιουργήσει μια αρχηγία. Ενώ είναι συνήθως προς το συμφέρον κάποιου να αδράξει αυτή την ευκαιρία, τίποτα, όπως θα δούμε, δεν εμποδίζει τους υποψήφιους υπηκόους του να τον αγνοούν"[1].

Παρακάτω, ο συγγραφέας γίνεται πράγματι πιο συγκεκριμένος:

"Μια άλλη απάντηση στην πίεση [που ασκείται στους χωρικούς] να δημιουργήσουν μια πολιτική δομή μέσω της οποίας το κράτος μπορεί να λειτουργήσει είναι να κρύβονται, να συμμορφώνονται κατασκευάζοντας ένα ομοίωμα αρχηγικής αυθεντίας, χωρίς την ουσία της. Οι Lisu της βόρειας Ταϊλάνδης, όπως φαίνεται, κάνουν ακριβώς αυτό. Για να ικανοποιήσουν τις πεδινές αρχές, ορίζουν έναν επικεφαλής. Το ότι αυτός ο επικεφαλής είναι ένα είδος Ποτέμκιν, προκύπτει από το γεγονός ότι ορίζεται πάντοτε κάποιος χωρίς καμία πραγματική εξουσία στο χωριό, όχι π.χ. ένας σεβάσμιος ηλικιωμένος άνδρας ξεχωριστός για τον πλούτο ή την ικανότητά του. Ένα πανομοιότυπο μοτίβο έχει αναφερθεί για χωριά στους λόφους του αποικιακού Λάος, τα οποία, όταν τους ζητήθηκε, δημιούργησαν τοπικούς αξιωματούχους και προύχοντες – μαϊμού [bogus officials], ενώ οι τοπικές ηγετικές φυσιογνωμίες συνέχισαν να κατευθύνουν τις τοπικές υποθέσεις, μαζί και την επιτέλεση των αξιωματούχων-μαϊμού! Εδώ η «κοινωνική δομή απόδρασης» δεν είναι τόσο μια επινόηση με σκοπό την αποφυγή του κράτους, όσο προστασία μιας υπάρχουσας εξισωτικής κοινωνικής δομής μέσα από μια περίτεχνα σκηνοθετημένη επιτέλεση ιεραρχίας" (σ. 213).

Για μας που ξέρουμε ότι η θέση του ηγεμόνα σε κάθε περίπτωση ενέχει ένα θεατρικό στοιχείο, ότι η εκπροσώπηση είναι πάντοτε και ανα-παράσταση (representation) και ότι η πολιτική ποτέ δεν διαφέρει και πολύ από μία σκηνοθετημένη επιτέλεση, (και επίσης που διατηρούμε ακόμα τις μνήμες από τα ακέφαλα τάγματα των δερβίσηδων και τις μουσικοχορευτικές επιτελέσεις τους), είναι πιο εύκολο να δούμε ότι αυτή η τακτική της απόκρυψης, της διασποράς, της απόσυρσης από το ραντάρ της αυτοκρατορίας, πρέπει να προσανατολίσει τη στάση μας κατά τις επόμενες εκλογές, αλλά και, κυρίως, μετά απ’ αυτές.

Εξάλλου, ούτως ή άλλως την έχει προσανατολίσει.

Μέχρι τώρα.

Όπως έχει γράψει ο φίλος μου ο Χουάν Ντομίνγκο, η κραυγή που αρθρώθηκε από το κίνημα των πλατειών πριν λίγα χρόνια, ήταν: Δεν μας εκπροσωπούν. Αυτό ίσχυε για τη Μαδρίτη, αλλά ίσχυσε επίσης για το Σύνταγμα και την πλατεία Ταχρίρ.

Η κραυγή αυτή, τώρα, μπορεί να νοηθεί με δύο έννοιες: α) δεν μας εκπροσωπούν αυτοί, αλλά έχουμε βρει ή θέλουμε να βρούμε άλλους καλύτερους που να μπορούν. β) δεν μας εκπροσωπούν, αλλά ούτε και είναι δυνατό ή επιθυμητό να μας εκπροσωπήσει κανείς.

Αυτή τη δεύτερη έννοια, εμείς τουλάχιστον την τραβήξαμε όσο πήγαινε όλα αυτά τα χρόνια, μέσω (και) του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα, φτάσαμε σε ένα σημείο όπου η αυτοκρατορία μάς έθεσε επιτακτικά μπροστά στο καθήκον να εκπροσωπούμαστε, να γίνουμε επιτέλους φυλή και να ορίσουμε έναν φύλαρχο που να κάνει «μεταρρυθμίσεις» και να μας εκσυγχρονίσει/ εξευρωπαΐσει.

Αυτή ήταν η ήττα μας. Αντίθετα, τα αδέρφια μας που κατάγονται από την αραβική άνοιξη κατάφεραν να νικήσουν: κατάφεραν να μεταφέρουν την Ιντιφάντα στην Ουγγαρία και να «τινάξουν στον αέρα το ευρωπαϊκό στάτους κβο», όπως έγραψαν οι Ιταλοί φίλοι μας από τις Connessioni Precarie. Είναι ξεκάθαρο γιατί: αυτοί δεν ήταν φυλές και δεν είχαν φύλαρχο. Παρέμειναν μία νομαδική πολεμική μηχανή, χωρίς εκπροσώπηση, και έτσι, αν και άοπλοι, έφτασαν μέχρι τη Βιέννη και ακόμα πιο πέρα· μακρύτερα απ’ όπου είχαν φτάσει οι Οθωμανοί.

Αυτό είναι το δώρο της Ασίας, το οποίο καλά θα κάνει να πάρει η γηραιά Ευρώπη για να αναζωογονηθεί λίγο. Αρκετά «μείναμε Ευρώπη»· ας πάμε και λίγο Ασία, ή ας φέρουμε την Ασία (που κουβαλάμε μέσα μας) στην Ευρώπη. Οι Lisu της βόρειας Ταϊλάνδης και οι λόφοι του αποικιακού Λάος, μας δείχνουν με το παράδειγμά τους ότι υπάρχει ζωή –δηλαδή υπάρχουν γραμμές φυγής- και μετά τον ορισμό του φύλαρχου.

Και η ζωή αυτή δεν έχει (απαραίτητα) ως προϋπόθεση την εκτόπιση του νυν φύλαρχου και τον ορισμό ενός άλλου, πιο γνήσιου, που να μας εκπροσωπεί «καλύτερα». Η ανυπόφορη σοβαροφάνεια αυτού του σχεδίου αντιστοιχεί στην πρώτη, την ευρωκεντρική/ αντιπροσωπευτική ανάγνωση του μηνύματος των πλατειών.

Πράγμα βέβαια που δεν αναιρεί το ενδεχόμενο και ο άλλος τυχόν φύλαρχος να μπορεί να λειτουργήσει εξίσου σαν ηγεμόνας-μαϊμού. Αυτό εξαρτάται κυρίως από μας, όχι απ’ αυτόν.

-------------------------------------------
[1] James C. Scott, The Art of Not Being Governed. An Anarchist History of Upland Southeast Asia, Yale University Press, New Haven & London 2009, p. 209-10.


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Η πρόταση για δραχμή δεν είναι σχέδιο για την οικονομία


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Στην περίπτωση της Ελλάδας που αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα διατήρησης κρίσιμων οικονομικών ισορροπιών και ανασυγκρότησης των οικονομικών δραστηριοτήτων της, είναι μια έκπληξη η ευκολία με την οποία η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα εμφανίζεται ως το κατ'εξοχήν εργαλείο της αντιμετώπισης όλων αυτών των προβλημάτων. Αυτό συμβαίνει βέβαια και αλλού, όπως στη Γαλλία όπου αριστεροί οικονομολόγοι (λ.χ. ο Frederic Lordon ή ο Jacques Sapir) εμφανίζουν ως βασιλική οδό για την οικονομία την έξοδο από την Ευρωζώνη. Για τη χώρα αυτή μπορεί να σκεφτεί κανείς οτι εμπιστεύονται οι εν λόγω οικονομολόγοι την προσαρμοστικότητα των θεσμών άσκησης οικονομικής πολιτικής, και τη δυνατότητα που έχουν να “συνοδεύσουν” την έξοδο από το Ευρώ.

Στην Ελλάδα όμως αυτό το θεσμικό πλαίσιο είναι ένα ζητούμενο, καθώς η σοβαρότητα της σημερινής κατάστασης οφείλεται ακριβώς στην απώλεια ελέγχου της πολιτικής εξουσίας επί της οικονομίας, στην παρακμή για μια μακρά περίοδο των οικονομικών θεσμών, ενώ οι απόπειρες των μνημονίων να προσφέρουν μια νέα ολοκληρωμένη λύση πρέπει διαρκώς να ανανεώνονται.

Τα μνημόνια όμως τι προσέφεραν και γιατί αποτυγχάνουν; Όταν μια εθνική οικονομία είναι υπερχρεωμένη, δεν έχει δηλαδή τη δυνατότητα να επωμιστεί το βάρος της ετήσιας εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της, δύο κατευθύνσεις πολιτικών είναι αναγκαίες: μια μεταφορά πόρων προς το δημόσιο μέσω της αυξημένης φορολογίας και του ελέγχου των δημοσίων δαπανών, και ένα σύνολο πολιτικών μεγέθυνσης της οικονομίας ώστε να αυξηθεί το σύνολο των διαθέσιμων πόρων. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν θα συνδυαστούν αυτές οι κατευθύνσεις πολιτικών με τη διαγραφή μέρους του χρέους, αλλά και το κατά πόσο θα επιτύχουν οι πολιτικές αύξησης της παραγωγής και θα συνυπάρξουν με κοινωνικά δίκαιες και αποτελεσματικές επιλογές.

Το πρόβλημα με τα ως τώρα μνημόνια είναι αφενός οτι επέβαλαν μια σκληρή λιτότητα, με κοινωνικά άδικη κατανομή των βαρών, αλλά και οτι δεν οδήγησαν σε ανάκαμψη της οικονομίας με τα μέτρα υποστήριξης των κερδών και του πλούτου. Το νεο-φιλελεύθερο δόγμα, οτι κάθε πολιτική υπέρ των ιδιωτικών επιχειρήσεων και των πλουσίων είναι καλή για την οικονομία (μείωση μισθών, ευελιξία της εργασίας, αδήλωτη εργασία, μείωση εισφορών, φοροαπαλλαγές, ή και φοροδιαφυγή), απεδείχθη ένας καταστροφικός μύθος, καθώς η διατήρηση του συνολικού ύψους των κερδών του κεφαλαίου και της ιδιοκτησίας κατά την πενταετία 2010-2015 (βλ. Έκθεση ΙΝΕ 2014), μεταφράστηκε σε αποεπένδυση και φυγή χρηματικών κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Οι αριστεροί οικονομολόγοι που, αντιγράφοντας τους νεο-φιλελεύθερους συναδέλφους τους, παίζουν το Θεό με ένα ή δύο μέτρα πολιτικής, ή ένα ή δύο οικονομικά μεγέθη, θα έπρεπε να σκύψουν πιό προσεκτικά πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας και στις μεθόδους διαχείρισής της κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η εγκαθίδρυση του “εκσυγχρονισμένου” πελατειακού συστήματος διαχείρισης με τη βοήθεια των ευρωπαϊκών πόρων κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 90, είχε ως αποτελέσματα από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας (α) τη συνεχιζόμενη απώλεια παραγωγικού δυναμικού και ανταγωνιστικότητας, (β) τη μείωση των δημοσίων εσόδων λόγω φορολογικών ελαφρύνσεων και επομένως την αύξηση του δημοσίου χρέους, και (γ) τον υπερδανεισμό της ιδιωτικής οικονομίας και των νοικοκυριών, χάρη στα χαμηλά επιτόκια του Ευρώ και τις κατάλληλες τραπεζικές πολιτικές. Η άσκηση οικονομικής πολιτικής με πελατειακές μεθόδους (η υποστήριξη της όποιας επιχειρηματικότητας με βάση τους συσχετισμούς και τη διαπλοκή, αλλά χωρίς ενιαίο προσανατολισμό), και στη συνέχεια η φυγή προς την υπερχρέωση της οικονομίας, αποδυνάμωσαν πλήρως το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο σε οτι αφορά τη δυνατότητά του να επηρεάσει τη δομή και τη δυναμική της οικονομίας.

Η λογική των μνημονίων, η φυγή αυτή τη φορά προς ένα καθαρό νεο-φιλελεύθερο μοντέλο, αποτέλεσε πλέον το πλαίσιο λειτουργίας στο οποίο έχει εγκλωβιστεί η οικονομία και η κοινωνία. Όχι μόνο επειδή το επιβάλει η νεο-φιλελεύθερη Ευρώπη, αλλά και επειδή δεν υπάρχει άλλη οδός για μια οικονομία υπεχρεωμένη, χωρίς ενδογενή δυναμισμό ή ελκυστικότητα για ξένους επενδυτές, με μια κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία η οποία συμφωνεί με τους δανειστές να βγάλει όσο γίνεται περισσότερους πόρους από τη χώρα, και χωρίς θεσμούς που να μπορούν να αντισταθούν σε αυτή την παρακμιακή δυναμική. Η ιδέα τώρα οτι η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα θα ανατρέψει αυτή την τάση, είναι εκτός πραγματικότητας γιατί μια τέτοια επιλογή θα την επιταχύνει αντίθετα και θα κατέληγε σε μια οικονομική κατάρρευση.

Έχει επαναληφθεί από πολλούς ότι η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα θα οδηγήσει άμεσα σε μια μεγάλη υποτίμησή του. Αυτό θα οφείλεται στο ότι για μια οικονομία τόσο ελλειμματική, δεν θα υπάρχει πλέον η μνημονιακή εγγύηση των εξωτερικών ισορροπιών (εμπορικών και συναλλαγματικών). Από την άλλη μεριά, η υποτίμηση θα οδηγούσε σε αύξηση του ονομαστικού χρέους στο νέο νόμισμα, και θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια δύσκολη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, η οποία θα επιδείνωνε την αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας. Αλλά η επιλογή ενός εθνικού νομίσματος όπως προτείνεται, παραλείπει να αναφερθεί και στις θεσμικές και πολιτικές επιλογές που θα επιτρέψουν να μπεί η κοινωνία και η οικονομία σε μια τροχιά ταχείας ανασυγκρότησης. Η άποψη οτι η έξοδος από το Ευρώ μπορεί να πραγματοποιηθεί σε συμφωνία με τους δανειστές, πέρα από το ότι παραβιάζει ανοιχτές θύρες (προφανώς θα υπάρξει στο πλαίσιο της ΕΕ μια συμφωνία για μια τόσο σημαντική αλλαγή στην Ευρωζώνη), δεν καλύπτει αυτό το κενό σχεδίου, και θεσμών που θα το υπηρετούσαν.

Η κυβέρνηση του Σύριζα υπέγραψε τη συμφωνία με τους δανειστές επειδή δεν υπήρχε άλλο διαθέσιμο πλαίσιο διαχείρισης της ελληνικής οικονομίας και επειδή μια φυγή προς τη δραχμή θα ήταν μια βουτιά στο κενό. Η συμφωνία υπεγράφη όχι απλά επειδή ο αντίπαλος ήταν ισχυρότερος, αλλά επειδή εμείς ήμασταν με την πλάτη στον τοίχο, χωρίς προτεινόμενο σχέδιο, πέρα από το αίτημα για διαγραφή μέρους του χρέους, και με πρόγραμμα ένα σύνολο ανεπεξέργαστων και ασύνδετων μεταξύ τους κοινών τόπων. Επίσης, το μαζικό ΟΧΙ του δημοψηφίσματος δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί γιατί, πριν απ'όλα, δεν υπήρχε βιώσιμο σχέδιο που να το εκφράζει, και ούτε υπάρχει σήμερα. Αυτός είναι και ο λόγος που το “μέτωπο του όχι” δεν έχει μέλλον καθώς δεν εκφράζει τίποτα παραπάνω από μια πολιτική διαμαρτυρία.

Πρέπει να γίνει κατανοητό στην Αριστερά, οτι η έξοδος από το μνημονιακό εγκλωβισμό πρός όφελος του πληθυσμού της χώρας, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς ένα εναλλακτικό σχέδιο αποφασισμένο μέσω δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών. Η ιδέα οτι αρκεί ένας ιδεολογικός προσανατολισμός ο οποίος “θα τα βρεί” στην πορεία είναι μια ανεύθυνη στάση η οποία επιδιώκει να κρύψει αυταρχικές εκδοχές κρατισμού. Ένα εναλλακτικό σχέδιο πρέπει να αφορά τη διαγραφή χρέους φυσικά, αλλά και την αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου, την αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων για την ανασυγκρότηση της παραγωγής στη βιομηχανία, τη γεωργία και τις υπηρεσίες, την εγκαθίδρυση υπεύθυνων συστημάτων διοίκησης, και την εγκαθίδρυση των κοινωνικού ελέγχου επι της δημιουργίας χρήματος και των χρηματοδοτήσεων. Ο δημοκρατικός χαρακτήρας ενός τέτοιου σχεδιασμού θα επιτευχθεί μέσω της κινητοποίησης των εργαζομένων και των πολιτών, των εκπροσωπήσεών τους και των κινηματικών τους πρωτοβουλιών, τόσο για την επεξεργασία των επιμέρους σχεδίων όσο και για την υλοποίησή τους.

Από την πλευρά του Σύριζα αναπτύσσεται η προβληματική μιας διαχείρισης του μνημονίου με ενέργειες, εντός ή εκτός αυτού του πλαισίου, οι οποίες θα έχουν θετικό κοινωνικό και αναπτυξιακό αντίκτυπο. Για να υλοποιηθούν όμως τέτοιες ενέργειες χρειάζεται να οριστούν οι διαθέσιμοι πόροι και οι δυνατότητες χρηματοδότησης, οι διαδικασίες μέσω των οποίων θα επιλεγούν και θα σχεδιαστούν, οι θεσμοί και οι υπηρεσίες που θα τις διαχειριστούν, και οι μέθοδοι που θα χρησιμοποιηθούν για την υλοποίηση των σχεδιασμών. Όλα αυτά τα επίπεδα απαιτούν βέβαια εξειδικεύσεις, και διερευνήσεις των πραγματικών δυνατοτήτων, που δεν είναι εκ πρώτης όψεως δεδομένες και γνωστές. Και χρειάζεται να είναι σαφής η ένταξή τους σε μια συνολική εναλλακτική στρατηγική. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς οτι ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι σήμερα αναγκαίος, αλλά και δυνατός. Όλα τα μέτωπα είναι βέβαια ανοιχτά. Το περιεχόμενο και οι κατευθύνσεις των απαντήσεων και των δράσεων δεν είναι ούτε εύκολες ούτε προφανείς. Η ανασυγκρότηση της κοινωνίας και της οικονομίας μετά τη μακροχρόνια διαλυτική δράση του νεοφιλελευθερισμού, θα είναι το αποτέλεσμα της συνύπαρξης της κοινωνικής δράσης με τη διανοητική εργασία.


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ


των Άκη Γαβριηλίδη – Σοφίας Λαλοπούλου


Σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε εξηγήσει γιατί είναι απρόσφορο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πολιτική, και ακόμα περισσότερο την πολιτική των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, με βάση ένα μοντέλο αντλημένο από τη νομική τεχνική –ή την τεχνική σκέτα. Ένα μοντέλο κατά το οποίο ένα μέρος υπόσχεται κάτι, ένα άλλο δέχεται την πρόταση και τότε συνάπτεται συμβόλαιο μεταξύ των μερών· εν συνεχεία το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να εφαρμόσει τα υπεσχημένα, και από την πιστότητα της εφαρμογής θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία του.

Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, με θετικό τρόπο, ποια εικόνα θα ήταν προσφορότερη.

ΑΞΙΩΜΑ 1:

Η πολιτική δεν συνίσταται σε δηλώσεις βουλήσεων, αλλά σε συναντήσεις δυνάμεων. Τις δυνάμεις όμως αυτές δεν πρέπει να τις φανταστούμε σαν δύο (τακτικούς) στρατούς, οι οποίοι είναι ήδη συγκροτημένοι στα στρατόπεδά τους και μετά συναντιούνται σε μια καθοριστική μάχη στην οποία κερδίζει όποιος ήταν πιο δυνατός. Η πολιτική, αντίθετα με έναν διαδεδομένο μύθο, δεν είναι η συνέχεια του (διακρατικού) πολέμου. Είναι η διακοπή του.

Γι’ αυτό και

ΠΟΡΙΣΜΑ 1:

στην πολιτική (όπως εξάλλου και στον «κανονικό» πόλεμο –σύμφωνα τουλάχιστο με τον Σουν Τζου) η καλύτερη στρατηγική δεν είναι αυτή που καταστρέφει τις δυνάμεις του αντιπάλου, αλλά αυτή που τις χρησιμοποιεί προς όφελός της.

Οι δυνάμεις λοιπόν που βρίσκονται στο πεδίο της πολιτικής διαρκώς προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις αντίπαλες δυνάμεις, να τις βάλουν να δουλέψουν γι’ αυτές.

Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι

ΠΟΡΙΣΜΑ 2:

οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι «πιστή έκφραση» κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις.

Γι’ αυτό και



ΠΟΡΙΣΜΑ 3:

η πολιτική δράση δεν είναι απλώς δράση, αλλά είναι δράση επί άλλων δράσεων[1].


Ένα ζωντανό πολιτικό εργαστήριο

Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο παράδειγμα για όλα αυτά από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια.

Καταρχάς, αυτό ισχύει για την εσωτερική πτυχή, δηλαδή για τη σχέση του πλήθους με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους λόγους για τους οποίους πολλοί ψηφοφόροι οδηγήθηκαν να υπερψηφίσουν το κόμμα αυτό ενώ ποτέ πριν δεν το είχαν κάνει. Όπως είχαμε ήδη γράψει κατ’ επανάληψη σε ανύποπτο χρόνο, ήδη από την περίοδο που βρισκόταν στην πρώτη του άνοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε όχι (μόνο) εξαιτίας κάποιων ιδιοτήτων που (οι ψηφοφόροι πείστηκαν ότι) διέθετε, αλλά κυρίως –ή εξίσου- λόγω των πραγμάτων που στερούνταν∙ λόγω μίας έλλειψης. Σε αντίθεση με τις θεωρίες περί «λαϊκισμού», ακόμη κι εκείνες που δίνουν θετικό νόημα στον όρο, το κόμμα αυτό υπερψηφίστηκε όχι επειδή αναδείχθηκε σε «ηγεμόνα» εγκαθιδρύοντας ισοδυναμίες και προσδίδοντας σταθερό νόημα σε ρευστά και ασύνδετα σημαίνοντα, αλλά καθόσον επέτρεπε στην ίδια τη ρευστότητα να συνεχίσει να υπάρχει. Και, έτσι, επέτρεπε στο πλήθος να το «σφετεριστεί», να το μολύνει αυτό με τη ρευστότητά του και να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του κόμματος για να εισβάλει στο εθνικό και στο διεθνές επίπεδο της εκπροσώπησης.

Γι’ αυτό –για να έρθουμε στο σήμερα- αστοχούν τελείως όσες τοποθετήσεις ακολουθούν ανάλογη γραμμή σκέψης με αρνητικό πρόσημο αυτή τη φορά, και παραπονούνται ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε «ανάθεση» εκ μέρους των μαζών και των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία υποτίθεται ότι «παραιτήθηκαν», αποσύρθηκαν από «τους δρόμους» όπου θα έπρεπε να βρίσκονται και ανέμεναν παθητικά τη σωτηρία τους από «κινήσεις κορυφής».

Ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα τέτοιας ανάλυσης, από πολλά δυνατά:



Η ανάγνωση αυτή βασίζεται σε μία μερική και επιφανειακή θεώρηση της δραστηριότητας των μαζών κατά την οποία οι τελευταίες είναι ενεργές μόνο όταν απεργούν, διαδηλώνουν, καταλαμβάνουν κτίρια κ.ο.κ., ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση είναι παθητικές (και τότε πρέπει να τις «φέρουμε στο φιλότιμο» για να ξαναενεργοποιηθούν και να «σηκωθούν από τον καναπέ»). Όπως είδαμε (υποσημ. 1), όλες οι δυνάμεις «ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως». Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν ασφαλώς μία έκφραση της δύναμης του πλήθους, αλλά όχι τη μόνη.

Εν προκειμένω, ισχυρίζομαι ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάθε άλλο παρά «ανάθεση». Ήταν μάλλον έκ-θεση.

Με αυτήν, οι άνθρωποι όντως δεν «πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους». Ούτε όμως και την παρέδωσαν σε κάποιον άλλο. Απλώς την άφησαν. Την άφησαν εκτεθειμένη –στον κίνδυνο. Την ρίσκαραν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιλογή ρίσκου. Με τουλάχιστον δύο έννοιες: οι άνθρωποι που τον ψήφισαν ρίσκαραν οι ίδιοι, αλλά επίσης προκάλεσαν έναν κίνδυνο για άλλους –για την ευρωζώνη, για τους δανειστές.

Η εκλογική συμπεριφορά λοιπόν του πλήθους δεν ήταν ένδειξη παθητικότητας, παραίτησης και αδυναμίας. Ακριβώς το αντίθετο: ήταν χρησιμοποίηση της δύναμης (και ταυτόχρονα αδυναμίας/ κενότητας του σημαίνοντος) του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εντυπωθεί επάνω του η σημασία του πλήθους· δηλαδή η απροσδιοριστία, η αταξία, η διαφυγή από τα rating, από τους «κανόνες» (Σόιμπλε). Ήταν μία έκφανση της τέχνης τού να μην κυβερνάσαι.

Κατά δεύτερο λόγο, η ανάγνωση της πολιτικής ως πεδίου αμοιβαίας επένδυσης μεταξύ δυνάμεων ισχύει επίσης για την εξωτερική πτυχή. Πράγματι, το όνομα της δύναμης είναι η πληθυντικότητα· οι δυνάμεις που συναντήθηκαν δεν ήταν δύο, οι «εργαζόμενοι» και ο «σωτήρας», αλλά τουλάχιστον τρεις. Γι’ αυτό, θα πρέπει να βγούμε από τον ασφυκτικό δυισμό των «συμβαλλομένων μερών» και να λάβουμε υπόψη μας αυτή την τριγωνοποίηση.

Αντίστοιχα, λοιπόν, η δύναμη αυτή του πλήθους, όπως εκφράστηκε (και) με την ψήφο, υπήρξε με τη σειρά της αντικείμενο ιδιοποίησης («σφετερισμού») από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Υπήρξε ένα καύσιμο που το πλήθος (στην Ελλάδα και, σε έναν μικρότερο βαθμό, στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο) έδωσε στον Τσίπρα ώστε να το χρησιμοποιήσει στη συνάντησή του με τη δύναμη των «εταίρων»/ δανειστών. Όπως και έκανε.

Με αυτή την ανάγνωση, η ψηφοφορία στις δύο εκλογές του 2012, ακόμα και στο δημοψήφισμα του 15, δεν ήταν όρκος ή συμβόλαιο στο οποίο να τίθεται ζήτημα «πιστότητας». Ήταν ένας λόγος που παρήγαγε ο ίδιος κάτι νέο, και όχι που προσπαθούσε να αναπαράγει πιστά ήδη υπαρκτά πράγματα –ή που αξίωνε αυτός πιστότητα. Το πλήθος, ψηφίζοντας, έδωσε στον Τσίπρα ένα καινούριο χαρτί προς χρήση στο «πόκερ των διαπραγματεύσεων», κατά το γνωστό κλισέ, ένα νέο ποσό δύναμης για να το προσθέσει και αυτό μαζί με τα άλλα στη συνολική ροή, στη ζυγαριά. Και ο Τσίπρας το πόνταρε και αυτό, αυξάνοντας το ύψος του στοιχήματος.

Το ποντάρισμα αυτό είχε τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Φυσικά. Το να συμπεράνουμε όμως απ’ αυτό ότι ο Τσίπρας «πρόδωσε το 62%», δεν έχει μεγαλύτερο νόημα απ’ ό,τι να πούμε το ακριβώς αντίστροφο: ότι «το 62% πρόδωσε τον Τσίπρα». Μάλιστα, το δεύτερο ίσως να είχε περισσότερο νόημα, όχι με την ηθικολογική έννοια της αθέτησης αλλά με την έννοια που έχει ο όρος στην έκφραση «με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου». Το πρόσθετο αυτό καύσιμο, μέχρι εκεί πήγαινε. Μετά η προωθητική του δύναμη εξαντλήθηκε∙ έμεινε (μείναμε) από δυνάμεις, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το δρόμο, το δρόμο της κεντρικής πολιτικής σκηνής –εθνικής και διεθνούς.


«Προδοσία» … και μετά;

Σήμερα βέβαια είναι πολύ διαδεδομένη μία φιλολογία περί «προδοσίας». Εάν κανείς ασχοληθεί λίγο με αυτή, θα δει ότι τα περισσότερα σχετικά κείμενα τα καταφέρνουν μεν πολύ καλά στη συναισθηματική εκτόνωση: διαθέτουν εν αφθονία αίσθηση ηθικής ανωτερότητας και πληγωμένων συναισθημάτων (οργής, αγανάκτησης, μνησικακίας)· πλην όμως, ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς, δεν φαίνεται να έχουν να προσφέρουν κάποια θετική λαβή για να σκεφτούμε και να δράσουμε πολιτικά.

Το πιο ακραίο ίσως τέτοιο παράδειγμα ήταν ένα κείμενο που ανήρτησε στον «επίσημο» (κατά τον αυτοχαρακτηρισμό του) ιστότοπό του ο παλαίμαχος σοσιαλιστής θεωρητικός Τζέιμς Πέτρας, με τον σχοινοτενή τίτλο Greece and the European Union: First as Tragedy, Second as Farce, Thirdly as Vassal State. Το σημείωμα περνά γενεές δεκατέσσερις τον Τσίπρα και επ’ ευκαιρία όποιον άλλο πετύχει στο δρόμο του, στολίζοντάς τους με χαρακτηρισμούς στα όρια του σεξισμού και της λεκτικής κακοποίησης∙ σχεδόν βλέπει κανείς πάνω στην οθόνη τούς αφρούς που έβγαζε ο Πέτρας από το στόμα του όταν το έγραφε. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, –ή ίσως όχι και τόσο ωραία-, αλλά το πρόβλημα είναι ότι ο συντάκτης, ξοδεύοντας όλο το χώρο και την ενέργειά του για να αποδώσει στους demagogic leaders του ΣΥΡΙΖΑ gross servility, hysteria and infantile egotism, megalomania, και –αναπόφευκτα- profound misconception of the class nature of the dominant forces, όπως και –no wonder- συνεργασία με το «εβραϊκό κράτος» η οποία τους εξασφάλισε τη συμπάθεια των «αριστερών σιωνιστών», τελικά ξεχνάει να μας πει, τι τέλος πάντων θα έπρεπε να κάνει αυτός ώστε να μην χαρακτηριστεί a virtuoso in deceiving and betraying the Greek people, supreme representation of Adorno’s authoritarian personality η οποία ακολουθεί την ‘Caudillo Principle’ (!); Η κατηφής διαπίστωση ότι Έλληνας πρωθυπουργός «παρανόησε την πραγματικότητα» καθόσον αυτός και οι «σύντροφοί» του (η λέξη σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο) «απέρριψαν τις αναλύσεις για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό», δεν αποτελεί πολιτική κριτική αλλά ηθικολογική. Αν υποθέσουμε ότι στη θέση του Τσίπρα βρισκόταν κάποιος άλλος, της αρεσκείας τού Πέτρας, ο οποίος να κατανοεί βαθιά τις αναλύσεις (του) για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό[2], τι άραγε θα είχε κάνει που δεν το έκανε εκείνος; Θα είχε φωνάξει πιο πολύ στην Μέρκελ; Θα είχε χτυπήσει πιο δυνατά το χέρι του στο τραπέζι; Θα είχε απειλήσει τους δανειστές;

Με τι ακριβώς;

Ίσως θα πει κανείς, έπρεπε να μην υπογράψει και να φύγει.

Μα αυτό ακριβώς έπραττε επί έξι μήνες. Στο σημείο που είχανε φτάσει τα πράγματα, ήταν σαφές ότι, εάν έφευγε και τώρα, την επόμενη φορά που θα ξαναεπέστρεφε οι όροι θα ήταν ακόμα πιο δυσμενείς και ασφυκτικοί.

Τα ίδια –και ακόμα χειρότερα- θα συνέβαιναν εάν δεν επέστρεφε καθόλου.

Το κείμενο αυτό, λοιπόν, και άλλα ανάλογα, επιτελούν απλώς μία «εξέγερση ενάντια στην πραγματικότητα»∙ δεν έχουν μεγαλύτερη χρησιμότητα απ’ ό,τι η απόφαση του Ξέρξη να μαστιγώσει τη θάλασσα επειδή ήταν ταραγμένη. Δεν είναι τυχαίο που, σε ένα άλλο, πιο πρόσφατο σημείωμά του, ο Πέτρας γνωματεύει στην τελευταία του πρόταση ότι ο ελληνικός λαός «έχει τρελαθεί» (!). Η ανερυθρίαστα αφελής διατύπωση «The victims have gone mad!…» συμπυκνώνει ολοκάθαρα την αριστοκρατική περιφρόνηση και υποτίμηση των μαζών, οι οποίες μπορούν να εισέλθουν στο πεδίο αυτής της σκηνοθεσίας μόνο υπό δύο ιδιότητες: α) του θύματος (και μάλιστα του θύματος «ομαδικού βιασμού», λέει σε άλλο σημείο ο Πέτρας), β) του ανοήτου που «δεν καταλαβαίνει» όσα κατάλαβε ο ευφυής διανοούμενος και παρασύρεται από παντοδύναμους και σατανικούς δημαγωγούς, που κλέβουν τη δόξα του διανοουμένου και προκαλούν το φθόνο του. Η μάζα είναι πάντα εξ ορισμού αδύναμη και παραπονεμένη, και το κράτος πάντα εξ ορισμού παντοδύναμο∙ δεν υπάρχει κανένας χώρος για να θεματοποιήσουμε τη δραστικότητα της πρώτης στο δεύτερο.


Η εμπειρία του αδύνατου

Δεν έχουν όμως όλες οι απορριπτικές γνώμες αυτό το χάλι. Υπάρχουν και κάποιες που αρθρώνουν επιχειρήματα και σου αφήνουν και χώρο να συζητήσεις, όχι μόνο να αποδείξεις ότι δεν είσαι τρελός.

Μία απ’ αυτές είναι ένα σημείωμα που ανάρτησε ο Γιάννης Αλμπάνης με τίτλο Η αδύνατη διαπραγμάτευση (παρεμπιπτόντως, εξαιρετικός τίτλος –θα εξηγήσουμε παρακάτω γιατί), στο οποίο δηλώνει εξαρχής ότι προτίθεται να «αποτιμήσει την κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτοντας τη μνημονιακή στροφή του» και, στην προσπάθεια αυτή, θέλει να εξετάσει αν «η συνθηκολόγηση με τους δανειστές αποτέλεσε αποτέλεσμα της αθέτησης από τον Αλέξη Τσίπρα του προγράμματος του κόμματος ή αν (…) το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο».

Με μία αναλυτική επιχειρηματολογία που δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε εδώ, ο συντάκτης καταλήγει ότι

η κεντρική ιδέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί η παραμονή στην ευρωζώνη με τον τερματισμό της λιτότητας [η έμφαση στο πρωτότυπο], θεμελιωνόταν σε τρεις βασικές παραδοχές που διαψεύστηκαν [η έμφαση δική μας] κατά την πορεία και, κυρίως, στην κατάληξη της διαπραγμάτευσης.

Η παράγραφος αυτή θέτει με απερίφραστο τρόπο αυτό που αποτελεί ένα πραγματικά κρίσιμο, πολιτικά και θεωρητικά, ερώτημα: τι γίνεται όταν ένας πολιτικός στόχος «αποδεικνύεται αδύνατος»;

Η απάντηση του Αλμπάνη είναι σαφής: πρέπει να τον εγκαταλείψουμε, και μάλιστα να κάνουμε την αυτοκριτική μας εάν τον ακολουθήσαμε στο παρελθόν.

Πρόκειται για μία κρίση πολιτική, αν όχι και ηθική, η οποία ως τέτοια είναι αστάθμητη και ενδεχομενική.

Η απάντηση που δίνουμε εμείς είναι ελαφρώς διαφορετική. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προβολή και η δημόσια διατύπωση ενός πολιτικού στόχου, ακόμη και αν αυτός ήταν ή «αποδείχθηκε» –με όποια αποδεικτική διαδικασία- αδύνατος καθαυτός, έχει νόημα και επιφέρει αποτελέσματα. Η «διάψευση» των «παραδοχών» αυτών, στις οποίες βασιζόταν η ιδέα ότι είναι δυνατό να επιτευχθούν δύο στόχοι ταυτόχρονα, δεν κλείνει απαραίτητα τη συζήτηση για την αποτίμηση μιας πολιτικής πρακτικής που τους επιδίωξε, ούτε ανοίγει απαραίτητα μία άλλη σχετικά με τις «ευθύνες» για τη μη επίτευξή τους.

Βέβαια, με την έντονη σημασία του όρου, η ευθύνη είναι πάντα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, εμπειρία του αδύνατου.

Εδώ θα πρότεινα να διαβάσουμε, συναφώς, ένα χωρίο του Ντερριντά:

Η ευθύνη φαίνεται να συνίσταται σήμερα στο να μην εγκαταλείψουμε καμία από τις δύο αυτές αντιφατικές επιταγές. Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουμε να επινοήσουμε πολιτικο-θεσμικές χειρονομίες, λόγους, πρακτικές που εγγράφουν τη συμμαχία των δύο αυτών επιταγών, των δύο αυτών υποσχέσεων, των δύο αυτών συμβολαίων (…). Είναι δύσκολο. Είναι μάλιστα αδύνατο να συλλάβουμε μία ευθύνη που να συνιστά απόκριση για δύο αντιφατικούς νόμους ή σε δύο αντιφατικά κελεύσματα. Ασφαλώς. Αλλά δεν υπάρχει ούτε και ευθύνη που να μην είναι η εμπειρία τού αδύνατου.

Οι γραμμές αυτές γράφτηκαν υπό άλλες περιστάσεις, αλλά μοιάζουν σαν να μιλάνε για την απορία στην οποία βρισκόμαστε κι εμείς σήμερα[3].

Όπως έλεγε και ο Φουκώ, σε σχέση μάλιστα με ένα πρόβλημα ιδιαίτερα επίκαιρο και σήμερα, αυτό της «παράνομης μετανάστευσης», στα ανεπίλυτα προβλήματα είναι που πρέπει κυρίως να επιμείνουμε. Στην πολιτική δράση, και σκέψη, μερικά προβλήματα –για να μην πούμε όλα- δεν επιδέχονται κάποια τελειωτική «λύση». Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παραιτηθούμε απ’ αυτά∙ με το να τα θέτουμε, ενίοτε μετασχηματίζουμε κοινωνικές και διανοητικές σχέσεις, παράγουμε αποτελέσματα αλλού, σε μία άλλη σκηνή.

Η εξάμηνη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» είναι το καλύτερο τέτοιο παράδειγμα που μπορούμε να σκεφτούμε.

Αυτό εξάλλου φαίνεται να το δέχεται ο ίδιος ο Αλμπάνης, ο οποίος, όπως είδαμε, στον τίτλο χαρακτηρίζει τη διαπραγμάτευση «αδύνατη». Αλλά αυτό (εξ όσων μπορούμε να αντιληφθούμε) δεν τον οδηγεί, ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο, να υποστηρίξει ότι διαπραγμάτευση δεν έπρεπε να είχε γίνει, ούτε ότι δεν πρέπει να γίνει ξανά στο μέλλον.

Η ελληνική κυβέρνηση ασφαλώς πήγε να διαπραγματευθεί έχοντας να κινηθεί ανάμεσα σε δύο «αντιφατικά κελεύσματα», τα οποία της άφηναν ελάχιστο χώρο –οριακά, όντως κανένα χώρο. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε αυτή τη στενότητα, την απορία, ως πόρο. Προσπάθησε να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, στρέφοντας διαρκώς το ένα από τα σκέλη αυτής της αδυνατότητας εναντίον του άλλου και τα δυο μαζί εναντίον των εταίρων, βάζοντας την ισχύ τους να δουλέψει –όσο ήταν δυνατό- για λογαριασμό της. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να κρατήσει επί έξι μήνες ανοιχτό ένα θέμα που όλοι ως τότε θεωρούσαν κλειστό, τελειωμένο, να κάνει όλους τους θεσμικούς και παραθεσμικούς παράγοντες της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών να σπαζοκεφαλιάζουν γι’ αυτό και να καλούν συσκέψεις επί συσκέψεων, εκ του σύνεγγυς και εξ αποστάσεως. Μετέφερε λοιπόν την πίεση από τα δύο «αντιφατικά κελεύσματα» και σε αυτούς∙ το ανεπίλυτο αυτό πρόβλημα, επί έξι μήνες, ήταν πλέον (και) των παραγόντων αυτών, όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης.

Το άνοιγμα αυτό φυσικά, όπως ξέρουμε, ξαναέκλεισε συντριπτικά με το έτσι θέλω μετά την επιβολή της νέας (κατ’ ευφημισμό) συμφωνίας –μέχρι να ξανανοίξει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διότι φυσικά δεν επιλύθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά ήταν για το τίποτα, ούτε ότι επρόκειτο για μια «άσκοπη κωλυσιεργία». Το ότι παρέμεινε το θέμα ανοιχτό για όλο αυτό το διάστημα, αυτό ήταν ένα αποτέλεσμα∙ ήταν κάτι, παρά τίποτα. Δεν ήταν ούτε ένα μέσο για να έρθει ένας άλλος καιρός, πιο ευνοϊκός ώστε να επιτευχθεί κάποιος «κύριος στόχος». Ήταν πρώτα απ’ όλα η ίδια στόχος, ή ίσως μέσο δίχως στόχο (Αγκάμπεν). Η αναστολή, η διατήρηση της εκκρεμότητας, είχε μία αξία καθεαυτή: είχε μία αξία προσωρινής έστω απενεργοποίησης (désoeuvrement –και πάλι Αγκάμπεν) του εκβιασμού, η οποία δεν κρίνεται, και δεν ακυρώνεται, από την (θεωρούμενη ως) τελική έκβαση της «μάχης».


Από πού ξαναρχίζουμε;

Με αυτό λοιπόν που λέει ο Αλμπάνης, επικαλούμενος τον Ντελέζ και τον Μπενσαΐντ, ότι «δεν ξαναρχίζουμε ποτέ από την αρχή αλλά από τη μέση», θα συμφωνούσαμε, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους. Αν είμαστε στο «κάτι» και όχι στο «μηδέν», είναι γιατί, ακόμη και αν «αποδείχθηκε» ότι «δεν είναι δυνατό να συμβιβαστεί η άρση της λιτότητας με την ευρωζώνη», αυτό δεν αναιρεί τα υλικά αποτελέσματα που όντως επήλθαν με την δημόσια διακήρυξη της ελληνικής κυβέρνησης ότι επιδιώκει και τους δύο αυτούς στόχους. Αυτά δεν μπορούν να ξεγίνουν.

Το λεξιλόγιο που μιλάει για «παραδοχές» και «διάψευσή» τους προέρχεται από το επιστημονικό παράδειγμα· κρίνει τις αποφάνσεις με όρους αλήθειας, με βάση το αν αυτές «αντιστοιχούν στην πραγματικότητα». Ωστόσο, το αν ο στόχος Α μπορεί να συνδυαστεί με το στόχο Β δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που αφορά ένα αδρανές αντικείμενο∙ είναι επίδικο πολιτικό διακύβευμα. Και η δημόσια διακήρυξη της επιδίωξής τους είναι η ίδια μέρος της διακύβευσης και την επηρεάζει. Η «ορθότητα» ή το «σφάλμα» μιας πολιτικής απόφανσης είναι ένα ενδεχομενικό αποτέλεσμα σχέσεων μεταξύ δυνάμεων –στις οποίες περιλαμβάνεται η ίδια η απόφανση.

Η χρήση τού επίσης επιστημονικής καταγωγής όρου «αποδείχθηκε αδύνατο» υπάρχει ο κίνδυνος να νοηθεί κατά τρόπο στατικό-μοιρολατρικό∙ σαν να ήταν εξαρχής αδύνατο και απλώς να έμενε να το διαπιστώσει κάποιος. Η αδυνατότητα όμως αυτή δεν διαπιστώθηκε απλώς, αλλά παρήχθη μέσα από τη διαπραγμάτευση. Αν πούμε «το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο επειδή βασίστηκε στην παραδοχή ότι αυτή η επιδίωξη ήταν δυνατή», παραβλέπουμε τον ρητορικό χαρακτήρα των πολιτικών αποφάνσεων, τις αντιμετωπίζουμε ως αποκλειστικά περιγραφικές και όχι ως επιτελεστικές. Ή, με άλλη διατύπωση, ακολουθούμε μία τεχνική-γραμμική αντίληψη των πολιτικών αποφάνσεων και της επιτυχίας τους: τις βλέπουμε κάπως σαν ένα άλμα επί κοντώ, όπου ένας αθλητής έχει έναν μονοσήμαντο και ξεκάθαρο στόχο –να περάσει πάνω από έναν πήχυ που στέκεται ακίνητος απέναντί του. Εάν είναι καλά προπονημένος, συγκεντρωμένος στο στόχο κ.λπ., τον περνάει, και αυτό μπορούν να το μετρήσουν οι κριτές με τη μεζούρα τους και να τον ανταμείψουν. Εάν όχι, τον ρίχνει και τότε ηττάται. Εδώ όμως δεν επρόκειτο γι’ αυτό, αλλά μάλλον για μια προσπάθεια σε κινούμενο πήχυ. Η προσπάθεια (ή, για όποιον το προτιμά έτσι, η «υπόσχεση») του Τσίπρα δεν αφορούσε ένα στατικό αντικείμενο, αλλά άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, και μάλιστα τους αντιπάλους/ συναθλητές του. Το αντικείμενό της ήταν μία άλλη δύναμη (ή μάλλον, πολλές δυνάμεις)· οι δυνάμεις αυτές ανέβαζαν κάθε φορά το ύψος ενόσω ο αθλητής επιχειρούσε. Και μάλιστα σε συνάρτηση με τις κινήσεις του αθλητή. Άρα, το κριτήριο για το αν τα λόγια του πολιτικού αληθεύουν ή/ και αν τα έργα του επιτυγχάνουν, είναι διαρκώς μετακινούμενο, και η μετακίνηση αυτή είναι αποτέλεσμα (και) της δικής του δράσης –που είναι δράση επί δράσεων.

Κατά τα ανωτέρω, η οργίλη καταγγελία περί αθέτησης της υπόσχεσης είναι ανυπόστατη ακόμα και με τη νομική λογική. Οι προβλέψεις του δικαίου είναι δυνατό να αφορούν μόνο πράγματα που είναι αντικειμενικώς δυνατό να πραγματοποιηθούν, και που εξαρτώνται μόνο από τη βούληση του υποχρέου, όχι και άλλων. Ή, όπως έλεγε και ο Σπινόζα, εάν πω ότι αυτό το τραπέζι έχω νόμιμο δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω, με αυτό δεν εννοώ ότι μπορώ να το κάνω να τρώει χορτάρι. Και εν προκειμένω, αυτό το οποίο αναμενόταν από τον Τσίπρα να πετύχει επί ποινή εσχάτης προδοσίας, ήταν μία συμφωνία. Όμως συμ-φωνία, ακριβώς, σημαίνει ότι δύο (ή περισσότεροι) μιλάνε μαζί, λένε το ίδιο. Νομικά, (αλλά και πολιτικά), δεν μπορείς να ζητήσεις το λόγο από κάποιον για κάτι που (δεν) είπε ένας άλλος. Με βάση το ενοχικό δίκαιο, δεν μπορεί κανείς να εναγάγει τον Α επειδή ο Β δεν συνήψε σύμβαση μαζί του.

Για να μη μιλάμε αφηρημένα: όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, ο Τσίπρας δήλωσε ότι «σκοπός του είναι να επιτύχει μία αμοιβαία επωφελή συμφωνία που να τερματίζει τη λιτότητα». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι «από μέσα του» το πίστευε, και ότι η πίστη αυτή ήταν αφελής, υπερτιμούσε το Α, υποτιμούσε το Β, «αποδείκνυε την ολοκληρωτική αποτυχία των ιδεών και της στρατηγικής της ριζοσπαστικής πτέρυγας της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς» κ.λπ. κ.λπ., τι θα άλλαζε αυτό επί του πρακτέου; Θα ήταν άραγε προτιμότερο να είχε κάνει μία δήλωση περισσότερο σύμφωνη με την «επιστημονική αλήθεια» του ιμπεριαλισμού και των ταξικών σχέσεων, όπως π.χ. «Δεν επιδιώκω καμία συμφωνία διότι αυτό είναι αδύνατο»; Τότε, όμως, η διαπραγμάτευση θα είχε κλείσει πριν καν ανοίξει, και άρα θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη η προηγούμενη κατάσταση. Διότι όσα λέει ένας πρωθυπουργός, δεν τα ακούνε μόνο οι εντός της χώρας «αντισυμβαλλόμενοί» του. Τα ακούει όλος ο κόσμος, μεταξύ δε αυτών και όσοι αποτελούν τον «τρίτο όρο» της τριγωνοποίησης, εκείνοι με τους οποίους ετίθετο ζήτημα να επιτευχθεί συμφωνία. Και, ακούγοντάς τα, αναπροσαρμόζουν την τακτική τους (σύμφωνα με το Πόρισμα 3). Θα του απαντούσαν λοιπόν, ευλόγως, «αφού θεωρείς αδύνατη τη συμφωνία, γιατί έρχεσαι εδώ; Τι θέλεις από μας;».

Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για το πλήθος στην Ελλάδα. Και αυτό κοιτούσε, και άκουγε, και αναπροσάρμοζε τη στάση του. Τα παράπονα, του Πέτρας και άλλων, ότι «ο Τσίπρας πρόδωσε το ΟΧΙ του ελληνικού λαού», αντιμετωπίζουν εξίσου στατικά τον «ελληνικό λαό», με τον αναπόφευκτο ανθρωπομορφισμό που ο ίδιος ο όρος «λαός» επιβάλλει, και τον εμφανίζουν σαν ένα ενιαίο υποκείμενο, πάντα ίδιο με τον εαυτό του, το οποίο στεκόταν πάντα στη γωνιά του και κρατούσε στο χέρι ένα 62%, περιμένοντας τη στιγμή που θα ερωτηθεί ώστε να το εκφράσει. Ωστόσο, αυτό το 62% προέκυψε ακριβώς επειδή διακηρύχθηκε η επιθυμία συνδυασμού των αδύνατων στόχων και έγιναν διαπραγματεύσεις με βάση αυτήν. Εάν δεν είχε ακολουθηθεί αυτή η πορεία, κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι θα ήταν το ίδιο και όχι μικρότερο ή μεγαλύτερο –ή ότι θα είχε γίνει καν δημοψήφισμα. Το πλήθος λοιπόν δεν είναι μόνο παθητικός δέκτης∙ μετασχηματίζεται αλλά μετασχηματίζει και αυτό (δηλαδή εμείς), ενεργεί (-ούμε) και πάσχει (-ουμε) εξ αποστάσεως. Δεν είναι μόνο αντικείμενο χειραγώγησης, αλλά «χειραγωγεί» και αυτό. Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντυπώσαμε πάνω του (δηλαδή πάνω στην ισχύ του) την ισχύ μας. Και η (επ)ενέργεια αυτή δεν ήταν εμπορική συναλλαγή. Δεν την κάναμε για να λάβουμε κάποια ανταπόδοση στη συνέχεια. Η «αμοιβή» μας ήταν η ίδια η πράξη: με αυτό τον τρόπο εκφράσαμε –και αυξήσαμε- τη δύναμή μας. Είναι οξύμωρο να κλαίγονται και να καταγγέλλουν για λογαριασμό μας την «προδοσία» (=μη καταβολή του προβλεπόμενου στο συμβόλαιο ανταλλάγματος) όσοι μέχρι τώρα είχαν οικοδομήσει την υποκειμενικότητά τους καταδικάζοντας τις «πελατειακές σχέσεις» ή την «εμπορευματοποίηση».


Υπάρχει μία πολιτική βασισμένη στην αλήθεια;

Για να συνοψίσουμε: είδαμε ως τώρα ότι η κατηγορία για «αναντιστοιχία λόγων και έργων» παραβλέπει ότι τα λόγια είναι έργα. Οι πολιτικές αποφάνσεις, σε αντίθεση με τις επιστημονικές, δεν γίνονται για να περιγράψουν με ακρίβεια πώς είναι τα πράγματα, ούτε, πολύ λιγότερο, να προβλέψουν πώς θα είναι στο μέλλον. Ιδίως όταν αυτά τα πράγματα ολοφάνερα δεν εξαρτώνται από τη διακριτική ευχέρεια του ομιλούντος, ούτε από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. καιρικές συνθήκες, σεισμοί), αλλά προϋποθέτουν και τη συναίνεση άλλων.

Κατά τα ανωτέρω, αν οι πολιτικές αποφάνσεις γίνονται για να επενεργήσουν ώστε τα πράγματα να είναι έτσι και όχι αλλιώς, αυτό ισχύει επίσης –αν όχι ιδίως- για την ίδια τη διαπίστωση ότι η μία γλωσσική/ πολιτική πρακτική «απέτυχε», «πρόδωσε», «ήταν αναντίστοιχη», «βασίστηκε σε αυταπάτες» κ.λπ.: και αυτή προφανώς αποτελεί μέρος του ίδιου γλωσσικού/ πολιτικού παιχνιδιού. Δεν υπάρχει μία πολιτική μεταγλώσσα, ένα διαφορετικό επίπεδο στο οποίο να μπορούμε να μεταβούμε και να μιλήσουμε εκ των έξω για τις άλλες αποφάνσεις. Ή –πράγμα που είναι το ίδιο με άλλη διατύπωση- δεν υπάρχει ένα πεδίο «γυμνών γεγονότων» που να τελούν σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με τα λεγόμενα, ώστε να μπορούμε να μεταβούμε σε αυτό και να αποφανθούμε τελειωτικά και χωρίς υπόλοιπα αν μία γλωσσική πρακτική επέτυχε ή όχι όπως οι κριτές του στίβου μετρούν και τις επιδόσεις των αθλητών.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να εξετάσουμε, ποια είναι η επιτελεστικότητα αυτής της νέας γλωσσικής πρακτικής; Ποια άραγε πολιτική μπορεί να βασισθεί στη διόρθωση του σφάλματος και στην «εγκατάλειψη των αυταπατών»;

Αν ένα πολιτικό υποκείμενο –π.χ. ένα νέο κόμμα, ή η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της- υιοθετήσει τη διαπίστωση πως οι δύο στόχοι δεν μπορούν να συνδυαστούν, τότε λογικά δε βλέπουμε άλλο δυνατό συμπέρασμα από το ότι πρέπει να επιλέξει τον έναν. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει είτε

α) να ζητήσει την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη,

β) διαφορετικά, να συμφιλιωθεί με τη λιτότητα και να παραιτηθεί από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τη μετασχηματίσει ή θα την ανατρέψει.

Την πρώτη λύση, υπάρχουν στην Ελλάδα πολλές δυνάμεις που εδώ και χρόνια την προτείνουν. Χωρίς καμία επιτυχία και πειστικότητα μέχρι τώρα.

Τη δεύτερη, επίσης. Και πάντως σίγουρα δεν είναι αυτή που προτίθενται να προβάλλουν όσοι διαπιστώνουν τη «διάψευση των παραδοχών».

Στο κείμενο του Αλμπάνη τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάποια τρίτη λύση, πέρα από μία καταληκτική διακήρυξη-φυγή προς τα εμπρός κατά την οποία «όλα είναι ανοιχτά –ακόμα και όσα δεν τολμάμε να φανταστούμε». Δεν αποτελεί όμως σημαντική πρόοδο να απορρίπτουμε μία προσδοκία ως φαντασιακή και απραγματοποίητη, μόνο και μόνο για να την αντικαταστήσουμε με μια άλλη που δεδηλωμένα βρίσκεται πέραν και αυτής της φαντασίας και αφορά τα πάντα –δηλαδή τίποτε το συγκεκριμένο. Εάν ο συνδυασμός ευρωζώνης και μη λιτότητας είναι αδύνατος, τότε δεν είναι «όλα» ανοιχτά· κάτι είναι κλειστό. Και όχι απλώς κάτι, αλλά το μόνο συγκεκριμένο που είχαμε. Τα υπόλοιπα εξ αυτών των «όλων», που μένουν αν αφαιρέσουμε αυτό, ποια είναι; Άγνωστο.

Η «επιτυχία» λοιπόν της συγκεκριμένης γλωσσικής/ πολιτικής πρακτικής, ή πάντως το αποτέλεσμά της, θεωρούμε ότι ήταν η εξής: ότι κατέστησε σαφές, και επέτρεψε σε όλους να συνειδητοποιήσουν, ότι ο συνδυασμός των δύο στόχων είναι (ενδεχομενικά, ως πολιτική επιλογή κάποιων, και όχι «αντικειμενικά») αδύνατος. Διότι ανάγκασε τις ηγέτιδες δυνάμεις της λεγόμενης «Ενωμένης Ευρώπης» να το διακηρύξουν ρητά[4].

Τώρα, αν μεταξύ αυτών των «όλων» που το συνειδητοποίησαν αυτό, υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι ικανοποιημένοι, μπορούν να εργαστούν ώστε να γίνει δυνατός ο συνδυασμός, και να ανατραπεί η λιτότητα. Ή, ενδεχομένως, να ανατραπεί η ευρωζώνη. Ή και οι δύο.

Εάν, στο πεδίο δυνάμεων στο οποίο βρισκόμαστε, δεν υπάρχει πουθενά –ή δεν υπάρχει σε αρκετό βαθμό- η πολιτική επιθυμία για κάτι τέτοιο, τότε απλούστατα δεν θα επέλθει. Αλλά αν είναι έτσι, τι να κάνουμε; Παίξαμε και χάσαμε. Αυτό δεν συνιστά «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο το οποίο μια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει ώστε να το αλλάξει αυτό και δεν το έκανε.

Επίσης όμως, θεωρούμε ότι η δραστικότητα της εξάμηνης διαπραγμάτευσης, όπως και κάθε πολιτικής πρακτικής άξιας του ονόματός της, μπορεί να εκδηλώνεται, πλάγια, επικαθορισμένα, σε μία άλλη σκηνή. Ή σε περισσότερες. Ένα παράδειγμα δώσαμε ήδη πρόσφατα: είναι η άρση του κανονισμού «Δουβλίνο» εκ μέρους της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, στα περισσότερα κινηματικά σάιτ, οι αναφορές στο κίνημα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες κάνουν παραλληλισμούς με το ελληνικό δημοψήφισμα. Όπως εξάλλου και οι αναφορές στη χθεσινή εκλογή του Τζέρεμυ Κόρμπυν κάνουν παραλληλισμούς με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Περισσότερα για τις πιθανότητες να παρατείνουμε και να διαχύσουμε περαιτέρω αυτή τη δραστικότητα ίσως πούμε σε επόμενο σημείωμα.

------------------------------------------
[1] Πρβλ.: «Μέχρι τώρα παρουσιάσαμε τα πράγματα ως εάν οι διαφορετικές δυνάμεις να μάχονταν και να διαδέχονταν η μία την άλλη, σε σχέση με ένα σχεδόν αδρανές αντικείμενο. Όμως, το ίδιο το αντικείμενο είναι δύναμη, έκφραση μιας δύναμης. Γι’ αυτό, μάλιστα, υπάρχει περισσότερη ή λιγότερη συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου και της δύναμης που το σφετερίζεται. Δεν υπάρχει αντικείμενο (φαινόμενο) που να μην κατέχεται ήδη, αφού καθ’ εαυτό είναι όχι μία φαινομενικότητα, αλλά η εμφάνιση μιας δύναμης. Κάθε δύναμη βρίσκεται λοιπόν σε ουσιώδη σχέση με μία άλλη δύναμη. Το είναι της δύναμης είναι ο πληθυντικός. Θα ήταν κυριολεκτικά παράλογο να σκεφθούμε τη δύναμη στον ενικό. Μια δύναμη είναι κυριαρχία, καθώς επίσης και το αντικείμενο επί του οποίου ασκείται κυριαρχία. Μία πολλότητα δυνάμεων που ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως, ενώ η απόσταση είναι το διαφορικό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κάθε δύναμη και μέσω του οποίου η καθεμία αναφέρεται σε άλλες: αυτή είναι η αρχή της φιλοσοφίας της φύσης στον Νίτσε» (Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, Πλέθρον, Αθήνα 2002[1962], σ. 17-18).

[2] Υπόθεση ούτως ή άλλως παράλογη, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν αδύνατο να εκλεγεί πρωθυπουργός στην Ελλάδα –μάλλον και οπουδήποτε στον κόσμο.

[3] Είναι παρμένες από το: Jacques Derrida, L’autre cap (Ed. du Minuit, Paris 1991, σ. 45-46), το οποίο πάντως αφορούσε και αυτό την πορεία της Ευρώπης.

[4] Με κάπως πιο αυτοσχέδια διατύπωση, νομίζουμε ότι κάτι ανάλογο υποστήριξε ο Μακεδόνας ποιητής Μάρκος Μέσκος.