Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ


των Άκη Γαβριηλίδη – Σοφίας Λαλοπούλου


Σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε εξηγήσει γιατί είναι απρόσφορο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πολιτική, και ακόμα περισσότερο την πολιτική των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, με βάση ένα μοντέλο αντλημένο από τη νομική τεχνική –ή την τεχνική σκέτα. Ένα μοντέλο κατά το οποίο ένα μέρος υπόσχεται κάτι, ένα άλλο δέχεται την πρόταση και τότε συνάπτεται συμβόλαιο μεταξύ των μερών· εν συνεχεία το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να εφαρμόσει τα υπεσχημένα, και από την πιστότητα της εφαρμογής θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία του.

Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, με θετικό τρόπο, ποια εικόνα θα ήταν προσφορότερη.

ΑΞΙΩΜΑ 1:

Η πολιτική δεν συνίσταται σε δηλώσεις βουλήσεων, αλλά σε συναντήσεις δυνάμεων. Τις δυνάμεις όμως αυτές δεν πρέπει να τις φανταστούμε σαν δύο (τακτικούς) στρατούς, οι οποίοι είναι ήδη συγκροτημένοι στα στρατόπεδά τους και μετά συναντιούνται σε μια καθοριστική μάχη στην οποία κερδίζει όποιος ήταν πιο δυνατός. Η πολιτική, αντίθετα με έναν διαδεδομένο μύθο, δεν είναι η συνέχεια του (διακρατικού) πολέμου. Είναι η διακοπή του.

Γι’ αυτό και

ΠΟΡΙΣΜΑ 1:

στην πολιτική (όπως εξάλλου και στον «κανονικό» πόλεμο –σύμφωνα τουλάχιστο με τον Σουν Τζου) η καλύτερη στρατηγική δεν είναι αυτή που καταστρέφει τις δυνάμεις του αντιπάλου, αλλά αυτή που τις χρησιμοποιεί προς όφελός της.

Οι δυνάμεις λοιπόν που βρίσκονται στο πεδίο της πολιτικής διαρκώς προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις αντίπαλες δυνάμεις, να τις βάλουν να δουλέψουν γι’ αυτές.

Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι

ΠΟΡΙΣΜΑ 2:

οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι «πιστή έκφραση» κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις.

Γι’ αυτό και



ΠΟΡΙΣΜΑ 3:

η πολιτική δράση δεν είναι απλώς δράση, αλλά είναι δράση επί άλλων δράσεων[1].


Ένα ζωντανό πολιτικό εργαστήριο

Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο παράδειγμα για όλα αυτά από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια.

Καταρχάς, αυτό ισχύει για την εσωτερική πτυχή, δηλαδή για τη σχέση του πλήθους με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους λόγους για τους οποίους πολλοί ψηφοφόροι οδηγήθηκαν να υπερψηφίσουν το κόμμα αυτό ενώ ποτέ πριν δεν το είχαν κάνει. Όπως είχαμε ήδη γράψει κατ’ επανάληψη σε ανύποπτο χρόνο, ήδη από την περίοδο που βρισκόταν στην πρώτη του άνοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε όχι (μόνο) εξαιτίας κάποιων ιδιοτήτων που (οι ψηφοφόροι πείστηκαν ότι) διέθετε, αλλά κυρίως –ή εξίσου- λόγω των πραγμάτων που στερούνταν∙ λόγω μίας έλλειψης. Σε αντίθεση με τις θεωρίες περί «λαϊκισμού», ακόμη κι εκείνες που δίνουν θετικό νόημα στον όρο, το κόμμα αυτό υπερψηφίστηκε όχι επειδή αναδείχθηκε σε «ηγεμόνα» εγκαθιδρύοντας ισοδυναμίες και προσδίδοντας σταθερό νόημα σε ρευστά και ασύνδετα σημαίνοντα, αλλά καθόσον επέτρεπε στην ίδια τη ρευστότητα να συνεχίσει να υπάρχει. Και, έτσι, επέτρεπε στο πλήθος να το «σφετεριστεί», να το μολύνει αυτό με τη ρευστότητά του και να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του κόμματος για να εισβάλει στο εθνικό και στο διεθνές επίπεδο της εκπροσώπησης.

Γι’ αυτό –για να έρθουμε στο σήμερα- αστοχούν τελείως όσες τοποθετήσεις ακολουθούν ανάλογη γραμμή σκέψης με αρνητικό πρόσημο αυτή τη φορά, και παραπονούνται ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε «ανάθεση» εκ μέρους των μαζών και των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία υποτίθεται ότι «παραιτήθηκαν», αποσύρθηκαν από «τους δρόμους» όπου θα έπρεπε να βρίσκονται και ανέμεναν παθητικά τη σωτηρία τους από «κινήσεις κορυφής».

Ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα τέτοιας ανάλυσης, από πολλά δυνατά:



Η ανάγνωση αυτή βασίζεται σε μία μερική και επιφανειακή θεώρηση της δραστηριότητας των μαζών κατά την οποία οι τελευταίες είναι ενεργές μόνο όταν απεργούν, διαδηλώνουν, καταλαμβάνουν κτίρια κ.ο.κ., ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση είναι παθητικές (και τότε πρέπει να τις «φέρουμε στο φιλότιμο» για να ξαναενεργοποιηθούν και να «σηκωθούν από τον καναπέ»). Όπως είδαμε (υποσημ. 1), όλες οι δυνάμεις «ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως». Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν ασφαλώς μία έκφραση της δύναμης του πλήθους, αλλά όχι τη μόνη.

Εν προκειμένω, ισχυρίζομαι ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάθε άλλο παρά «ανάθεση». Ήταν μάλλον έκ-θεση.

Με αυτήν, οι άνθρωποι όντως δεν «πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους». Ούτε όμως και την παρέδωσαν σε κάποιον άλλο. Απλώς την άφησαν. Την άφησαν εκτεθειμένη –στον κίνδυνο. Την ρίσκαραν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιλογή ρίσκου. Με τουλάχιστον δύο έννοιες: οι άνθρωποι που τον ψήφισαν ρίσκαραν οι ίδιοι, αλλά επίσης προκάλεσαν έναν κίνδυνο για άλλους –για την ευρωζώνη, για τους δανειστές.

Η εκλογική συμπεριφορά λοιπόν του πλήθους δεν ήταν ένδειξη παθητικότητας, παραίτησης και αδυναμίας. Ακριβώς το αντίθετο: ήταν χρησιμοποίηση της δύναμης (και ταυτόχρονα αδυναμίας/ κενότητας του σημαίνοντος) του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εντυπωθεί επάνω του η σημασία του πλήθους· δηλαδή η απροσδιοριστία, η αταξία, η διαφυγή από τα rating, από τους «κανόνες» (Σόιμπλε). Ήταν μία έκφανση της τέχνης τού να μην κυβερνάσαι.

Κατά δεύτερο λόγο, η ανάγνωση της πολιτικής ως πεδίου αμοιβαίας επένδυσης μεταξύ δυνάμεων ισχύει επίσης για την εξωτερική πτυχή. Πράγματι, το όνομα της δύναμης είναι η πληθυντικότητα· οι δυνάμεις που συναντήθηκαν δεν ήταν δύο, οι «εργαζόμενοι» και ο «σωτήρας», αλλά τουλάχιστον τρεις. Γι’ αυτό, θα πρέπει να βγούμε από τον ασφυκτικό δυισμό των «συμβαλλομένων μερών» και να λάβουμε υπόψη μας αυτή την τριγωνοποίηση.

Αντίστοιχα, λοιπόν, η δύναμη αυτή του πλήθους, όπως εκφράστηκε (και) με την ψήφο, υπήρξε με τη σειρά της αντικείμενο ιδιοποίησης («σφετερισμού») από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Υπήρξε ένα καύσιμο που το πλήθος (στην Ελλάδα και, σε έναν μικρότερο βαθμό, στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο) έδωσε στον Τσίπρα ώστε να το χρησιμοποιήσει στη συνάντησή του με τη δύναμη των «εταίρων»/ δανειστών. Όπως και έκανε.

Με αυτή την ανάγνωση, η ψηφοφορία στις δύο εκλογές του 2012, ακόμα και στο δημοψήφισμα του 15, δεν ήταν όρκος ή συμβόλαιο στο οποίο να τίθεται ζήτημα «πιστότητας». Ήταν ένας λόγος που παρήγαγε ο ίδιος κάτι νέο, και όχι που προσπαθούσε να αναπαράγει πιστά ήδη υπαρκτά πράγματα –ή που αξίωνε αυτός πιστότητα. Το πλήθος, ψηφίζοντας, έδωσε στον Τσίπρα ένα καινούριο χαρτί προς χρήση στο «πόκερ των διαπραγματεύσεων», κατά το γνωστό κλισέ, ένα νέο ποσό δύναμης για να το προσθέσει και αυτό μαζί με τα άλλα στη συνολική ροή, στη ζυγαριά. Και ο Τσίπρας το πόνταρε και αυτό, αυξάνοντας το ύψος του στοιχήματος.

Το ποντάρισμα αυτό είχε τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Φυσικά. Το να συμπεράνουμε όμως απ’ αυτό ότι ο Τσίπρας «πρόδωσε το 62%», δεν έχει μεγαλύτερο νόημα απ’ ό,τι να πούμε το ακριβώς αντίστροφο: ότι «το 62% πρόδωσε τον Τσίπρα». Μάλιστα, το δεύτερο ίσως να είχε περισσότερο νόημα, όχι με την ηθικολογική έννοια της αθέτησης αλλά με την έννοια που έχει ο όρος στην έκφραση «με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου». Το πρόσθετο αυτό καύσιμο, μέχρι εκεί πήγαινε. Μετά η προωθητική του δύναμη εξαντλήθηκε∙ έμεινε (μείναμε) από δυνάμεις, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το δρόμο, το δρόμο της κεντρικής πολιτικής σκηνής –εθνικής και διεθνούς.


«Προδοσία» … και μετά;

Σήμερα βέβαια είναι πολύ διαδεδομένη μία φιλολογία περί «προδοσίας». Εάν κανείς ασχοληθεί λίγο με αυτή, θα δει ότι τα περισσότερα σχετικά κείμενα τα καταφέρνουν μεν πολύ καλά στη συναισθηματική εκτόνωση: διαθέτουν εν αφθονία αίσθηση ηθικής ανωτερότητας και πληγωμένων συναισθημάτων (οργής, αγανάκτησης, μνησικακίας)· πλην όμως, ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς, δεν φαίνεται να έχουν να προσφέρουν κάποια θετική λαβή για να σκεφτούμε και να δράσουμε πολιτικά.

Το πιο ακραίο ίσως τέτοιο παράδειγμα ήταν ένα κείμενο που ανήρτησε στον «επίσημο» (κατά τον αυτοχαρακτηρισμό του) ιστότοπό του ο παλαίμαχος σοσιαλιστής θεωρητικός Τζέιμς Πέτρας, με τον σχοινοτενή τίτλο Greece and the European Union: First as Tragedy, Second as Farce, Thirdly as Vassal State. Το σημείωμα περνά γενεές δεκατέσσερις τον Τσίπρα και επ’ ευκαιρία όποιον άλλο πετύχει στο δρόμο του, στολίζοντάς τους με χαρακτηρισμούς στα όρια του σεξισμού και της λεκτικής κακοποίησης∙ σχεδόν βλέπει κανείς πάνω στην οθόνη τούς αφρούς που έβγαζε ο Πέτρας από το στόμα του όταν το έγραφε. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, –ή ίσως όχι και τόσο ωραία-, αλλά το πρόβλημα είναι ότι ο συντάκτης, ξοδεύοντας όλο το χώρο και την ενέργειά του για να αποδώσει στους demagogic leaders του ΣΥΡΙΖΑ gross servility, hysteria and infantile egotism, megalomania, και –αναπόφευκτα- profound misconception of the class nature of the dominant forces, όπως και –no wonder- συνεργασία με το «εβραϊκό κράτος» η οποία τους εξασφάλισε τη συμπάθεια των «αριστερών σιωνιστών», τελικά ξεχνάει να μας πει, τι τέλος πάντων θα έπρεπε να κάνει αυτός ώστε να μην χαρακτηριστεί a virtuoso in deceiving and betraying the Greek people, supreme representation of Adorno’s authoritarian personality η οποία ακολουθεί την ‘Caudillo Principle’ (!); Η κατηφής διαπίστωση ότι Έλληνας πρωθυπουργός «παρανόησε την πραγματικότητα» καθόσον αυτός και οι «σύντροφοί» του (η λέξη σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο) «απέρριψαν τις αναλύσεις για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό», δεν αποτελεί πολιτική κριτική αλλά ηθικολογική. Αν υποθέσουμε ότι στη θέση του Τσίπρα βρισκόταν κάποιος άλλος, της αρεσκείας τού Πέτρας, ο οποίος να κατανοεί βαθιά τις αναλύσεις (του) για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό[2], τι άραγε θα είχε κάνει που δεν το έκανε εκείνος; Θα είχε φωνάξει πιο πολύ στην Μέρκελ; Θα είχε χτυπήσει πιο δυνατά το χέρι του στο τραπέζι; Θα είχε απειλήσει τους δανειστές;

Με τι ακριβώς;

Ίσως θα πει κανείς, έπρεπε να μην υπογράψει και να φύγει.

Μα αυτό ακριβώς έπραττε επί έξι μήνες. Στο σημείο που είχανε φτάσει τα πράγματα, ήταν σαφές ότι, εάν έφευγε και τώρα, την επόμενη φορά που θα ξαναεπέστρεφε οι όροι θα ήταν ακόμα πιο δυσμενείς και ασφυκτικοί.

Τα ίδια –και ακόμα χειρότερα- θα συνέβαιναν εάν δεν επέστρεφε καθόλου.

Το κείμενο αυτό, λοιπόν, και άλλα ανάλογα, επιτελούν απλώς μία «εξέγερση ενάντια στην πραγματικότητα»∙ δεν έχουν μεγαλύτερη χρησιμότητα απ’ ό,τι η απόφαση του Ξέρξη να μαστιγώσει τη θάλασσα επειδή ήταν ταραγμένη. Δεν είναι τυχαίο που, σε ένα άλλο, πιο πρόσφατο σημείωμά του, ο Πέτρας γνωματεύει στην τελευταία του πρόταση ότι ο ελληνικός λαός «έχει τρελαθεί» (!). Η ανερυθρίαστα αφελής διατύπωση «The victims have gone mad!…» συμπυκνώνει ολοκάθαρα την αριστοκρατική περιφρόνηση και υποτίμηση των μαζών, οι οποίες μπορούν να εισέλθουν στο πεδίο αυτής της σκηνοθεσίας μόνο υπό δύο ιδιότητες: α) του θύματος (και μάλιστα του θύματος «ομαδικού βιασμού», λέει σε άλλο σημείο ο Πέτρας), β) του ανοήτου που «δεν καταλαβαίνει» όσα κατάλαβε ο ευφυής διανοούμενος και παρασύρεται από παντοδύναμους και σατανικούς δημαγωγούς, που κλέβουν τη δόξα του διανοουμένου και προκαλούν το φθόνο του. Η μάζα είναι πάντα εξ ορισμού αδύναμη και παραπονεμένη, και το κράτος πάντα εξ ορισμού παντοδύναμο∙ δεν υπάρχει κανένας χώρος για να θεματοποιήσουμε τη δραστικότητα της πρώτης στο δεύτερο.


Η εμπειρία του αδύνατου

Δεν έχουν όμως όλες οι απορριπτικές γνώμες αυτό το χάλι. Υπάρχουν και κάποιες που αρθρώνουν επιχειρήματα και σου αφήνουν και χώρο να συζητήσεις, όχι μόνο να αποδείξεις ότι δεν είσαι τρελός.

Μία απ’ αυτές είναι ένα σημείωμα που ανάρτησε ο Γιάννης Αλμπάνης με τίτλο Η αδύνατη διαπραγμάτευση (παρεμπιπτόντως, εξαιρετικός τίτλος –θα εξηγήσουμε παρακάτω γιατί), στο οποίο δηλώνει εξαρχής ότι προτίθεται να «αποτιμήσει την κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτοντας τη μνημονιακή στροφή του» και, στην προσπάθεια αυτή, θέλει να εξετάσει αν «η συνθηκολόγηση με τους δανειστές αποτέλεσε αποτέλεσμα της αθέτησης από τον Αλέξη Τσίπρα του προγράμματος του κόμματος ή αν (…) το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο».

Με μία αναλυτική επιχειρηματολογία που δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε εδώ, ο συντάκτης καταλήγει ότι

η κεντρική ιδέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί η παραμονή στην ευρωζώνη με τον τερματισμό της λιτότητας [η έμφαση στο πρωτότυπο], θεμελιωνόταν σε τρεις βασικές παραδοχές που διαψεύστηκαν [η έμφαση δική μας] κατά την πορεία και, κυρίως, στην κατάληξη της διαπραγμάτευσης.

Η παράγραφος αυτή θέτει με απερίφραστο τρόπο αυτό που αποτελεί ένα πραγματικά κρίσιμο, πολιτικά και θεωρητικά, ερώτημα: τι γίνεται όταν ένας πολιτικός στόχος «αποδεικνύεται αδύνατος»;

Η απάντηση του Αλμπάνη είναι σαφής: πρέπει να τον εγκαταλείψουμε, και μάλιστα να κάνουμε την αυτοκριτική μας εάν τον ακολουθήσαμε στο παρελθόν.

Πρόκειται για μία κρίση πολιτική, αν όχι και ηθική, η οποία ως τέτοια είναι αστάθμητη και ενδεχομενική.

Η απάντηση που δίνουμε εμείς είναι ελαφρώς διαφορετική. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προβολή και η δημόσια διατύπωση ενός πολιτικού στόχου, ακόμη και αν αυτός ήταν ή «αποδείχθηκε» –με όποια αποδεικτική διαδικασία- αδύνατος καθαυτός, έχει νόημα και επιφέρει αποτελέσματα. Η «διάψευση» των «παραδοχών» αυτών, στις οποίες βασιζόταν η ιδέα ότι είναι δυνατό να επιτευχθούν δύο στόχοι ταυτόχρονα, δεν κλείνει απαραίτητα τη συζήτηση για την αποτίμηση μιας πολιτικής πρακτικής που τους επιδίωξε, ούτε ανοίγει απαραίτητα μία άλλη σχετικά με τις «ευθύνες» για τη μη επίτευξή τους.

Βέβαια, με την έντονη σημασία του όρου, η ευθύνη είναι πάντα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, εμπειρία του αδύνατου.

Εδώ θα πρότεινα να διαβάσουμε, συναφώς, ένα χωρίο του Ντερριντά:

Η ευθύνη φαίνεται να συνίσταται σήμερα στο να μην εγκαταλείψουμε καμία από τις δύο αυτές αντιφατικές επιταγές. Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουμε να επινοήσουμε πολιτικο-θεσμικές χειρονομίες, λόγους, πρακτικές που εγγράφουν τη συμμαχία των δύο αυτών επιταγών, των δύο αυτών υποσχέσεων, των δύο αυτών συμβολαίων (…). Είναι δύσκολο. Είναι μάλιστα αδύνατο να συλλάβουμε μία ευθύνη που να συνιστά απόκριση για δύο αντιφατικούς νόμους ή σε δύο αντιφατικά κελεύσματα. Ασφαλώς. Αλλά δεν υπάρχει ούτε και ευθύνη που να μην είναι η εμπειρία τού αδύνατου.

Οι γραμμές αυτές γράφτηκαν υπό άλλες περιστάσεις, αλλά μοιάζουν σαν να μιλάνε για την απορία στην οποία βρισκόμαστε κι εμείς σήμερα[3].

Όπως έλεγε και ο Φουκώ, σε σχέση μάλιστα με ένα πρόβλημα ιδιαίτερα επίκαιρο και σήμερα, αυτό της «παράνομης μετανάστευσης», στα ανεπίλυτα προβλήματα είναι που πρέπει κυρίως να επιμείνουμε. Στην πολιτική δράση, και σκέψη, μερικά προβλήματα –για να μην πούμε όλα- δεν επιδέχονται κάποια τελειωτική «λύση». Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παραιτηθούμε απ’ αυτά∙ με το να τα θέτουμε, ενίοτε μετασχηματίζουμε κοινωνικές και διανοητικές σχέσεις, παράγουμε αποτελέσματα αλλού, σε μία άλλη σκηνή.

Η εξάμηνη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» είναι το καλύτερο τέτοιο παράδειγμα που μπορούμε να σκεφτούμε.

Αυτό εξάλλου φαίνεται να το δέχεται ο ίδιος ο Αλμπάνης, ο οποίος, όπως είδαμε, στον τίτλο χαρακτηρίζει τη διαπραγμάτευση «αδύνατη». Αλλά αυτό (εξ όσων μπορούμε να αντιληφθούμε) δεν τον οδηγεί, ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο, να υποστηρίξει ότι διαπραγμάτευση δεν έπρεπε να είχε γίνει, ούτε ότι δεν πρέπει να γίνει ξανά στο μέλλον.

Η ελληνική κυβέρνηση ασφαλώς πήγε να διαπραγματευθεί έχοντας να κινηθεί ανάμεσα σε δύο «αντιφατικά κελεύσματα», τα οποία της άφηναν ελάχιστο χώρο –οριακά, όντως κανένα χώρο. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε αυτή τη στενότητα, την απορία, ως πόρο. Προσπάθησε να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, στρέφοντας διαρκώς το ένα από τα σκέλη αυτής της αδυνατότητας εναντίον του άλλου και τα δυο μαζί εναντίον των εταίρων, βάζοντας την ισχύ τους να δουλέψει –όσο ήταν δυνατό- για λογαριασμό της. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να κρατήσει επί έξι μήνες ανοιχτό ένα θέμα που όλοι ως τότε θεωρούσαν κλειστό, τελειωμένο, να κάνει όλους τους θεσμικούς και παραθεσμικούς παράγοντες της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών να σπαζοκεφαλιάζουν γι’ αυτό και να καλούν συσκέψεις επί συσκέψεων, εκ του σύνεγγυς και εξ αποστάσεως. Μετέφερε λοιπόν την πίεση από τα δύο «αντιφατικά κελεύσματα» και σε αυτούς∙ το ανεπίλυτο αυτό πρόβλημα, επί έξι μήνες, ήταν πλέον (και) των παραγόντων αυτών, όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης.

Το άνοιγμα αυτό φυσικά, όπως ξέρουμε, ξαναέκλεισε συντριπτικά με το έτσι θέλω μετά την επιβολή της νέας (κατ’ ευφημισμό) συμφωνίας –μέχρι να ξανανοίξει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διότι φυσικά δεν επιλύθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά ήταν για το τίποτα, ούτε ότι επρόκειτο για μια «άσκοπη κωλυσιεργία». Το ότι παρέμεινε το θέμα ανοιχτό για όλο αυτό το διάστημα, αυτό ήταν ένα αποτέλεσμα∙ ήταν κάτι, παρά τίποτα. Δεν ήταν ούτε ένα μέσο για να έρθει ένας άλλος καιρός, πιο ευνοϊκός ώστε να επιτευχθεί κάποιος «κύριος στόχος». Ήταν πρώτα απ’ όλα η ίδια στόχος, ή ίσως μέσο δίχως στόχο (Αγκάμπεν). Η αναστολή, η διατήρηση της εκκρεμότητας, είχε μία αξία καθεαυτή: είχε μία αξία προσωρινής έστω απενεργοποίησης (désoeuvrement –και πάλι Αγκάμπεν) του εκβιασμού, η οποία δεν κρίνεται, και δεν ακυρώνεται, από την (θεωρούμενη ως) τελική έκβαση της «μάχης».


Από πού ξαναρχίζουμε;

Με αυτό λοιπόν που λέει ο Αλμπάνης, επικαλούμενος τον Ντελέζ και τον Μπενσαΐντ, ότι «δεν ξαναρχίζουμε ποτέ από την αρχή αλλά από τη μέση», θα συμφωνούσαμε, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους. Αν είμαστε στο «κάτι» και όχι στο «μηδέν», είναι γιατί, ακόμη και αν «αποδείχθηκε» ότι «δεν είναι δυνατό να συμβιβαστεί η άρση της λιτότητας με την ευρωζώνη», αυτό δεν αναιρεί τα υλικά αποτελέσματα που όντως επήλθαν με την δημόσια διακήρυξη της ελληνικής κυβέρνησης ότι επιδιώκει και τους δύο αυτούς στόχους. Αυτά δεν μπορούν να ξεγίνουν.

Το λεξιλόγιο που μιλάει για «παραδοχές» και «διάψευσή» τους προέρχεται από το επιστημονικό παράδειγμα· κρίνει τις αποφάνσεις με όρους αλήθειας, με βάση το αν αυτές «αντιστοιχούν στην πραγματικότητα». Ωστόσο, το αν ο στόχος Α μπορεί να συνδυαστεί με το στόχο Β δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που αφορά ένα αδρανές αντικείμενο∙ είναι επίδικο πολιτικό διακύβευμα. Και η δημόσια διακήρυξη της επιδίωξής τους είναι η ίδια μέρος της διακύβευσης και την επηρεάζει. Η «ορθότητα» ή το «σφάλμα» μιας πολιτικής απόφανσης είναι ένα ενδεχομενικό αποτέλεσμα σχέσεων μεταξύ δυνάμεων –στις οποίες περιλαμβάνεται η ίδια η απόφανση.

Η χρήση τού επίσης επιστημονικής καταγωγής όρου «αποδείχθηκε αδύνατο» υπάρχει ο κίνδυνος να νοηθεί κατά τρόπο στατικό-μοιρολατρικό∙ σαν να ήταν εξαρχής αδύνατο και απλώς να έμενε να το διαπιστώσει κάποιος. Η αδυνατότητα όμως αυτή δεν διαπιστώθηκε απλώς, αλλά παρήχθη μέσα από τη διαπραγμάτευση. Αν πούμε «το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο επειδή βασίστηκε στην παραδοχή ότι αυτή η επιδίωξη ήταν δυνατή», παραβλέπουμε τον ρητορικό χαρακτήρα των πολιτικών αποφάνσεων, τις αντιμετωπίζουμε ως αποκλειστικά περιγραφικές και όχι ως επιτελεστικές. Ή, με άλλη διατύπωση, ακολουθούμε μία τεχνική-γραμμική αντίληψη των πολιτικών αποφάνσεων και της επιτυχίας τους: τις βλέπουμε κάπως σαν ένα άλμα επί κοντώ, όπου ένας αθλητής έχει έναν μονοσήμαντο και ξεκάθαρο στόχο –να περάσει πάνω από έναν πήχυ που στέκεται ακίνητος απέναντί του. Εάν είναι καλά προπονημένος, συγκεντρωμένος στο στόχο κ.λπ., τον περνάει, και αυτό μπορούν να το μετρήσουν οι κριτές με τη μεζούρα τους και να τον ανταμείψουν. Εάν όχι, τον ρίχνει και τότε ηττάται. Εδώ όμως δεν επρόκειτο γι’ αυτό, αλλά μάλλον για μια προσπάθεια σε κινούμενο πήχυ. Η προσπάθεια (ή, για όποιον το προτιμά έτσι, η «υπόσχεση») του Τσίπρα δεν αφορούσε ένα στατικό αντικείμενο, αλλά άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, και μάλιστα τους αντιπάλους/ συναθλητές του. Το αντικείμενό της ήταν μία άλλη δύναμη (ή μάλλον, πολλές δυνάμεις)· οι δυνάμεις αυτές ανέβαζαν κάθε φορά το ύψος ενόσω ο αθλητής επιχειρούσε. Και μάλιστα σε συνάρτηση με τις κινήσεις του αθλητή. Άρα, το κριτήριο για το αν τα λόγια του πολιτικού αληθεύουν ή/ και αν τα έργα του επιτυγχάνουν, είναι διαρκώς μετακινούμενο, και η μετακίνηση αυτή είναι αποτέλεσμα (και) της δικής του δράσης –που είναι δράση επί δράσεων.

Κατά τα ανωτέρω, η οργίλη καταγγελία περί αθέτησης της υπόσχεσης είναι ανυπόστατη ακόμα και με τη νομική λογική. Οι προβλέψεις του δικαίου είναι δυνατό να αφορούν μόνο πράγματα που είναι αντικειμενικώς δυνατό να πραγματοποιηθούν, και που εξαρτώνται μόνο από τη βούληση του υποχρέου, όχι και άλλων. Ή, όπως έλεγε και ο Σπινόζα, εάν πω ότι αυτό το τραπέζι έχω νόμιμο δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω, με αυτό δεν εννοώ ότι μπορώ να το κάνω να τρώει χορτάρι. Και εν προκειμένω, αυτό το οποίο αναμενόταν από τον Τσίπρα να πετύχει επί ποινή εσχάτης προδοσίας, ήταν μία συμφωνία. Όμως συμ-φωνία, ακριβώς, σημαίνει ότι δύο (ή περισσότεροι) μιλάνε μαζί, λένε το ίδιο. Νομικά, (αλλά και πολιτικά), δεν μπορείς να ζητήσεις το λόγο από κάποιον για κάτι που (δεν) είπε ένας άλλος. Με βάση το ενοχικό δίκαιο, δεν μπορεί κανείς να εναγάγει τον Α επειδή ο Β δεν συνήψε σύμβαση μαζί του.

Για να μη μιλάμε αφηρημένα: όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, ο Τσίπρας δήλωσε ότι «σκοπός του είναι να επιτύχει μία αμοιβαία επωφελή συμφωνία που να τερματίζει τη λιτότητα». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι «από μέσα του» το πίστευε, και ότι η πίστη αυτή ήταν αφελής, υπερτιμούσε το Α, υποτιμούσε το Β, «αποδείκνυε την ολοκληρωτική αποτυχία των ιδεών και της στρατηγικής της ριζοσπαστικής πτέρυγας της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς» κ.λπ. κ.λπ., τι θα άλλαζε αυτό επί του πρακτέου; Θα ήταν άραγε προτιμότερο να είχε κάνει μία δήλωση περισσότερο σύμφωνη με την «επιστημονική αλήθεια» του ιμπεριαλισμού και των ταξικών σχέσεων, όπως π.χ. «Δεν επιδιώκω καμία συμφωνία διότι αυτό είναι αδύνατο»; Τότε, όμως, η διαπραγμάτευση θα είχε κλείσει πριν καν ανοίξει, και άρα θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη η προηγούμενη κατάσταση. Διότι όσα λέει ένας πρωθυπουργός, δεν τα ακούνε μόνο οι εντός της χώρας «αντισυμβαλλόμενοί» του. Τα ακούει όλος ο κόσμος, μεταξύ δε αυτών και όσοι αποτελούν τον «τρίτο όρο» της τριγωνοποίησης, εκείνοι με τους οποίους ετίθετο ζήτημα να επιτευχθεί συμφωνία. Και, ακούγοντάς τα, αναπροσαρμόζουν την τακτική τους (σύμφωνα με το Πόρισμα 3). Θα του απαντούσαν λοιπόν, ευλόγως, «αφού θεωρείς αδύνατη τη συμφωνία, γιατί έρχεσαι εδώ; Τι θέλεις από μας;».

Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για το πλήθος στην Ελλάδα. Και αυτό κοιτούσε, και άκουγε, και αναπροσάρμοζε τη στάση του. Τα παράπονα, του Πέτρας και άλλων, ότι «ο Τσίπρας πρόδωσε το ΟΧΙ του ελληνικού λαού», αντιμετωπίζουν εξίσου στατικά τον «ελληνικό λαό», με τον αναπόφευκτο ανθρωπομορφισμό που ο ίδιος ο όρος «λαός» επιβάλλει, και τον εμφανίζουν σαν ένα ενιαίο υποκείμενο, πάντα ίδιο με τον εαυτό του, το οποίο στεκόταν πάντα στη γωνιά του και κρατούσε στο χέρι ένα 62%, περιμένοντας τη στιγμή που θα ερωτηθεί ώστε να το εκφράσει. Ωστόσο, αυτό το 62% προέκυψε ακριβώς επειδή διακηρύχθηκε η επιθυμία συνδυασμού των αδύνατων στόχων και έγιναν διαπραγματεύσεις με βάση αυτήν. Εάν δεν είχε ακολουθηθεί αυτή η πορεία, κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι θα ήταν το ίδιο και όχι μικρότερο ή μεγαλύτερο –ή ότι θα είχε γίνει καν δημοψήφισμα. Το πλήθος λοιπόν δεν είναι μόνο παθητικός δέκτης∙ μετασχηματίζεται αλλά μετασχηματίζει και αυτό (δηλαδή εμείς), ενεργεί (-ούμε) και πάσχει (-ουμε) εξ αποστάσεως. Δεν είναι μόνο αντικείμενο χειραγώγησης, αλλά «χειραγωγεί» και αυτό. Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντυπώσαμε πάνω του (δηλαδή πάνω στην ισχύ του) την ισχύ μας. Και η (επ)ενέργεια αυτή δεν ήταν εμπορική συναλλαγή. Δεν την κάναμε για να λάβουμε κάποια ανταπόδοση στη συνέχεια. Η «αμοιβή» μας ήταν η ίδια η πράξη: με αυτό τον τρόπο εκφράσαμε –και αυξήσαμε- τη δύναμή μας. Είναι οξύμωρο να κλαίγονται και να καταγγέλλουν για λογαριασμό μας την «προδοσία» (=μη καταβολή του προβλεπόμενου στο συμβόλαιο ανταλλάγματος) όσοι μέχρι τώρα είχαν οικοδομήσει την υποκειμενικότητά τους καταδικάζοντας τις «πελατειακές σχέσεις» ή την «εμπορευματοποίηση».


Υπάρχει μία πολιτική βασισμένη στην αλήθεια;

Για να συνοψίσουμε: είδαμε ως τώρα ότι η κατηγορία για «αναντιστοιχία λόγων και έργων» παραβλέπει ότι τα λόγια είναι έργα. Οι πολιτικές αποφάνσεις, σε αντίθεση με τις επιστημονικές, δεν γίνονται για να περιγράψουν με ακρίβεια πώς είναι τα πράγματα, ούτε, πολύ λιγότερο, να προβλέψουν πώς θα είναι στο μέλλον. Ιδίως όταν αυτά τα πράγματα ολοφάνερα δεν εξαρτώνται από τη διακριτική ευχέρεια του ομιλούντος, ούτε από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. καιρικές συνθήκες, σεισμοί), αλλά προϋποθέτουν και τη συναίνεση άλλων.

Κατά τα ανωτέρω, αν οι πολιτικές αποφάνσεις γίνονται για να επενεργήσουν ώστε τα πράγματα να είναι έτσι και όχι αλλιώς, αυτό ισχύει επίσης –αν όχι ιδίως- για την ίδια τη διαπίστωση ότι η μία γλωσσική/ πολιτική πρακτική «απέτυχε», «πρόδωσε», «ήταν αναντίστοιχη», «βασίστηκε σε αυταπάτες» κ.λπ.: και αυτή προφανώς αποτελεί μέρος του ίδιου γλωσσικού/ πολιτικού παιχνιδιού. Δεν υπάρχει μία πολιτική μεταγλώσσα, ένα διαφορετικό επίπεδο στο οποίο να μπορούμε να μεταβούμε και να μιλήσουμε εκ των έξω για τις άλλες αποφάνσεις. Ή –πράγμα που είναι το ίδιο με άλλη διατύπωση- δεν υπάρχει ένα πεδίο «γυμνών γεγονότων» που να τελούν σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με τα λεγόμενα, ώστε να μπορούμε να μεταβούμε σε αυτό και να αποφανθούμε τελειωτικά και χωρίς υπόλοιπα αν μία γλωσσική πρακτική επέτυχε ή όχι όπως οι κριτές του στίβου μετρούν και τις επιδόσεις των αθλητών.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να εξετάσουμε, ποια είναι η επιτελεστικότητα αυτής της νέας γλωσσικής πρακτικής; Ποια άραγε πολιτική μπορεί να βασισθεί στη διόρθωση του σφάλματος και στην «εγκατάλειψη των αυταπατών»;

Αν ένα πολιτικό υποκείμενο –π.χ. ένα νέο κόμμα, ή η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της- υιοθετήσει τη διαπίστωση πως οι δύο στόχοι δεν μπορούν να συνδυαστούν, τότε λογικά δε βλέπουμε άλλο δυνατό συμπέρασμα από το ότι πρέπει να επιλέξει τον έναν. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει είτε

α) να ζητήσει την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη,

β) διαφορετικά, να συμφιλιωθεί με τη λιτότητα και να παραιτηθεί από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τη μετασχηματίσει ή θα την ανατρέψει.

Την πρώτη λύση, υπάρχουν στην Ελλάδα πολλές δυνάμεις που εδώ και χρόνια την προτείνουν. Χωρίς καμία επιτυχία και πειστικότητα μέχρι τώρα.

Τη δεύτερη, επίσης. Και πάντως σίγουρα δεν είναι αυτή που προτίθενται να προβάλλουν όσοι διαπιστώνουν τη «διάψευση των παραδοχών».

Στο κείμενο του Αλμπάνη τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάποια τρίτη λύση, πέρα από μία καταληκτική διακήρυξη-φυγή προς τα εμπρός κατά την οποία «όλα είναι ανοιχτά –ακόμα και όσα δεν τολμάμε να φανταστούμε». Δεν αποτελεί όμως σημαντική πρόοδο να απορρίπτουμε μία προσδοκία ως φαντασιακή και απραγματοποίητη, μόνο και μόνο για να την αντικαταστήσουμε με μια άλλη που δεδηλωμένα βρίσκεται πέραν και αυτής της φαντασίας και αφορά τα πάντα –δηλαδή τίποτε το συγκεκριμένο. Εάν ο συνδυασμός ευρωζώνης και μη λιτότητας είναι αδύνατος, τότε δεν είναι «όλα» ανοιχτά· κάτι είναι κλειστό. Και όχι απλώς κάτι, αλλά το μόνο συγκεκριμένο που είχαμε. Τα υπόλοιπα εξ αυτών των «όλων», που μένουν αν αφαιρέσουμε αυτό, ποια είναι; Άγνωστο.

Η «επιτυχία» λοιπόν της συγκεκριμένης γλωσσικής/ πολιτικής πρακτικής, ή πάντως το αποτέλεσμά της, θεωρούμε ότι ήταν η εξής: ότι κατέστησε σαφές, και επέτρεψε σε όλους να συνειδητοποιήσουν, ότι ο συνδυασμός των δύο στόχων είναι (ενδεχομενικά, ως πολιτική επιλογή κάποιων, και όχι «αντικειμενικά») αδύνατος. Διότι ανάγκασε τις ηγέτιδες δυνάμεις της λεγόμενης «Ενωμένης Ευρώπης» να το διακηρύξουν ρητά[4].

Τώρα, αν μεταξύ αυτών των «όλων» που το συνειδητοποίησαν αυτό, υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι ικανοποιημένοι, μπορούν να εργαστούν ώστε να γίνει δυνατός ο συνδυασμός, και να ανατραπεί η λιτότητα. Ή, ενδεχομένως, να ανατραπεί η ευρωζώνη. Ή και οι δύο.

Εάν, στο πεδίο δυνάμεων στο οποίο βρισκόμαστε, δεν υπάρχει πουθενά –ή δεν υπάρχει σε αρκετό βαθμό- η πολιτική επιθυμία για κάτι τέτοιο, τότε απλούστατα δεν θα επέλθει. Αλλά αν είναι έτσι, τι να κάνουμε; Παίξαμε και χάσαμε. Αυτό δεν συνιστά «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο το οποίο μια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει ώστε να το αλλάξει αυτό και δεν το έκανε.

Επίσης όμως, θεωρούμε ότι η δραστικότητα της εξάμηνης διαπραγμάτευσης, όπως και κάθε πολιτικής πρακτικής άξιας του ονόματός της, μπορεί να εκδηλώνεται, πλάγια, επικαθορισμένα, σε μία άλλη σκηνή. Ή σε περισσότερες. Ένα παράδειγμα δώσαμε ήδη πρόσφατα: είναι η άρση του κανονισμού «Δουβλίνο» εκ μέρους της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, στα περισσότερα κινηματικά σάιτ, οι αναφορές στο κίνημα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες κάνουν παραλληλισμούς με το ελληνικό δημοψήφισμα. Όπως εξάλλου και οι αναφορές στη χθεσινή εκλογή του Τζέρεμυ Κόρμπυν κάνουν παραλληλισμούς με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Περισσότερα για τις πιθανότητες να παρατείνουμε και να διαχύσουμε περαιτέρω αυτή τη δραστικότητα ίσως πούμε σε επόμενο σημείωμα.

------------------------------------------
[1] Πρβλ.: «Μέχρι τώρα παρουσιάσαμε τα πράγματα ως εάν οι διαφορετικές δυνάμεις να μάχονταν και να διαδέχονταν η μία την άλλη, σε σχέση με ένα σχεδόν αδρανές αντικείμενο. Όμως, το ίδιο το αντικείμενο είναι δύναμη, έκφραση μιας δύναμης. Γι’ αυτό, μάλιστα, υπάρχει περισσότερη ή λιγότερη συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου και της δύναμης που το σφετερίζεται. Δεν υπάρχει αντικείμενο (φαινόμενο) που να μην κατέχεται ήδη, αφού καθ’ εαυτό είναι όχι μία φαινομενικότητα, αλλά η εμφάνιση μιας δύναμης. Κάθε δύναμη βρίσκεται λοιπόν σε ουσιώδη σχέση με μία άλλη δύναμη. Το είναι της δύναμης είναι ο πληθυντικός. Θα ήταν κυριολεκτικά παράλογο να σκεφθούμε τη δύναμη στον ενικό. Μια δύναμη είναι κυριαρχία, καθώς επίσης και το αντικείμενο επί του οποίου ασκείται κυριαρχία. Μία πολλότητα δυνάμεων που ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως, ενώ η απόσταση είναι το διαφορικό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κάθε δύναμη και μέσω του οποίου η καθεμία αναφέρεται σε άλλες: αυτή είναι η αρχή της φιλοσοφίας της φύσης στον Νίτσε» (Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, Πλέθρον, Αθήνα 2002[1962], σ. 17-18).

[2] Υπόθεση ούτως ή άλλως παράλογη, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν αδύνατο να εκλεγεί πρωθυπουργός στην Ελλάδα –μάλλον και οπουδήποτε στον κόσμο.

[3] Είναι παρμένες από το: Jacques Derrida, L’autre cap (Ed. du Minuit, Paris 1991, σ. 45-46), το οποίο πάντως αφορούσε και αυτό την πορεία της Ευρώπης.

[4] Με κάπως πιο αυτοσχέδια διατύπωση, νομίζουμε ότι κάτι ανάλογο υποστήριξε ο Μακεδόνας ποιητής Μάρκος Μέσκος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget