Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Η αλήθεια για τις νομισματικές υποτιμήσεις


του Ηλία Ιωακείμογλου


Σχετικά με τις εκτιμήσεις του υπουργού Μάρδα και του γ.γ. του ΚΚΕ Κουτσούμπα για τις «καταστροφικές» συνέπειες από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και την υποτίμησή του.

Εκ­στρα­τεία για να ενη­με­ρω­θού­με σχε­τι­κά με τις κα­τα­στρο­φι­κές επι­πτώ­σεις που θα είχε στα ει­σο­δή­μα­τα μια υπο­τί­μη­ση του εθνι­κού νο­μί­σμα­τος φαί­νε­ται ότι έχει ξε­κι­νή­σει ο κ. Μάρ­δας, και λέει πά­νω-κά­τω ό,τι και ο κ. Κου­τσού­μπας του ΚΚΕ. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ο κ. Μάρ­δας ισχυ­ρί­ζε­ται ότι μια υπο­τί­μη­ση της νέας δραχ­μής θα οδη­γού­σε σε μεί­ω­ση του πραγ­μα­τι­κού ει­σο­δή­μα­τός της χώρας, ενώ σύμ­φω­να με τον κ. Κου­τσού­μπα, που είναι πιο τα­ξι­κός, η υπο­τί­μη­ση θα οδη­γού­σε σε μεί­ω­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων ει­δι­κά. Αυ­τούς τους ισχυ­ρι­σμούς τους εμ­φα­νί­ζουν δε ως μια ακόμη πε­ρί­πτω­ση TINA, δεν-υπάρ­χει-εναλ­λα­κτι­κή-λύ­ση: άπαξ και κά­νεις υπο­τί­μη­ση του εθνι­κού σου νο­μί­σμα­τος, οπωσ­δή­πο­τε έχα­σες ει­σό­δη­μα. Μο­νό­δρο­μος.

Ωστό­σο, αυτό που δι­η­γού­νται οι δύο πο­λι­τι­κοί μας (δη­λα­δή η μεί­ω­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των ει­σο­δη­μά­των είτε των μι­σθών εξαι­τί­ας μιας νο­μι­σμα­τι­κής υπο­τί­μη­σης) είναι απλώς το πρώτο βήμα σε μια αρ­κε­τά μακρά αλυ­σί­δα οι­κο­νο­μι­κών επι­πτώ­σε­ων, το πρώτο βήμα σε ένα αρ­κε­τά μακρύ μο­νο­πά­τι απο­τε­λε­σμά­των, ανα­δρά­σε­ων, δια­κλα­δώ­σε­ων και ανοι­χτών δυ­να­το­τή­των - διότι η κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία είναι ένα πο­λύ­πλο­κο σύ­στη­μα, δεν λει­τουρ­γεί υπό το κα­θε­στώς «μια αιτία φέρ­νει ένα απο­τέ­λε­σμα και τε­λειώ­σα­με», είναι ένα σύ­νο­λο με­γε­θών που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέ­σε­ων αι­τιό­τη­τας. Έτσι, όταν αλ­λά­ζει ένα μέ­γε­θος (π.χ. η συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία) η οι­κο­νο­μία υφί­στα­ται μια δια­τα­ρα­χή που γί­νε­ται το ση­μείο εκ­κί­νη­σης σει­ράς επι­πτώ­σε­ων που δια­χέ­ο­νται στο οι­κο­νο­μι­κό κύ­κλω­μα μέσω διά­φο­ρων κα­να­λιών. Αυτή η πο­λυ­πλο­κό­τη­τα του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος απο­κλεί­ει κάθε εί­δους ΤΙΝΑ, πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που η λει­τουρ­γία του εν­σω­μα­τώ­νει και μια αρχή ρι­ζι­κής αβε­βαιό­τη­τας που είναι ο βα­σι­κός κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας.

Αλλά ας πλη­σιά­σου­με πιο κοντά στο αντι­κεί­με­νό μας.

Όταν έχου­με υπο­τί­μη­ση ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος, πράγ­μα­τι, ένα δευ­τε­ρό­λε­πτο μετά η αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη του ΑΕΠ να αγο­ρά­σει ξένα προ­ϊ­ό­ντα μειώ­νε­ται ανα­λο­γι­κά, και το ίδιο ισχύ­ει για τους μι­σθούς. Είναι αυτό το πρώτο βήμα στο οποίο ανα­φέ­ρο­νται οι δύο πο­λι­τι­κοί μας, αγνο­ώ­ντας ότι έτσι μπαί­νου­με σε ένα μο­νο­πά­τι που έχει μά­λι­στα και δια­κλα­δώ­σεις:

Υπο­θέ­το­ντας ότι η υπο­τί­μη­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί σε συν­θή­κες βα­θιάς ύφε­σης, σαν τη ση­με­ρι­νή, θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νου­με, και μά­λι­στα σύ­ντο­μα, μιαν αύ­ξη­ση στη ζή­τη­ση για εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα και μια μεί­ω­ση στις ει­σα­γω­γές κα­τα­να­λω­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων (και όχι αυ­ξή­σεις των εγ­χω­ρί­ων τιμών[1]). Αυτό θα έχει απο­τέ­λε­σμα τη βελ­τί­ω­ση[2] του εμπο­ρι­κού ισο­ζυ­γί­ου αγα­θών και υπη­ρε­σιών της χώρας (που είναι η δια­φο­ρά εξα­γω­γών - ει­σα­γω­γών). Από το ση­μείο αυτό ξε­κι­νούν δύο αλυ­σί­δες επι­πτώ­σε­ων:


Πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων: πώς και πόσο η υπο­τί­μη­ση θα μειώ­σει την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των μι­σθών

Η πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων αφορά στη συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία:

Όσο θα βελ­τιώ­νε­ται το εμπο­ρι­κό ισο­ζύ­γιο αγα­θών και υπη­ρε­σιών υπό την επί­δρα­ση των ευ­νοϊ­κό­τε­ρων τιμών των προ­ϊ­ό­ντων, τόσο θα ενι­σχύ­ε­ται το εθνι­κό νό­μι­σμα μέσα από το παι­χνί­δι των χρη­μα­τι­στι­κών αγο­ρών και τόσο η αρ­χι­κή υπο­τί­μη­ση θα τεί­νει να πε­ριο­ρι­στεί. Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας η ισο­τι­μία θα ισορ­ρο­πή­σει στο ση­μείο εκεί­νο που αντι­στοι­χεί στην πα­ρα­γω­γι­κή ισχύ της χώρας και στην αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα των προ­ϊ­ό­ντων της (κάτι που πα­ρε­μπι­πτό­ντως ση­μαί­νει ότι η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα δεν είναι απλώς «υπό­θε­ση των κα­πι­τα­λι­στών» αλλά και υπό­θε­ση μιας κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς, όπως είναι και η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση - αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη ιστο­ρία). Μετά από την αρ­χι­κή υπο­τί­μη­ση, λοι­πόν, που θα είναι πολύ με­γά­λη, θα ακο­λου­θή­σει μια πε­ρί­ο­δος προ­σαρ­μο­γής της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής ισο­τι­μί­ας που θα κα­τα­λή­ξει σε μια τε­λι­κή απώ­λεια, της οποί­ας το μέσο εκτι­μώ­με­νο μέ­γε­θος, σύμ­φω­να με τους διε­θνείς ορ­γα­νι­σμούς, είναι της τάξης του 15%. Αυτό θα είναι το μέ­γε­θος της μεί­ω­σης της αγο­ρα­στι­κής μας δύ­να­μης όσον αφορά τα ει­σα­γό­με­να προ­ϊ­ό­ντα. Έτσι, για ένα νοι­κο­κυ­ριό μι­σθω­τών του οποί­ου το κα­λά­θι αγα­θών και υπη­ρε­σιών που είναι ανα­γκαίο για τη δια­βί­ω­σή του πε­ρι­λαμ­βά­νει 30% ει­σα­γό­με­να, η απώ­λεια αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης θα ανέρ­χε­ται σε 4,5%. Εάν μά­λι­στα απο­φα­σί­σει να υπο­κα­τα­στή­σει κά­ποια ει­σα­γό­με­να με εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα, η επι­βά­ρυν­σή του θα είναι μι­κρό­τε­ρη. Σε βάθος δε­κα­ε­τί­ας θα υπάρ­ξουν και άλλες μειώ­σεις, οι οποί­ες όμως θα βαί­νουν μειού­με­νες. Αυτό, είναι η πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων στην αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη εξαι­τί­ας της υπο­τί­μη­σης, αλλά δεν είναι η μο­να­δι­κή.


Δεύ­τε­ρη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων: πώς και πόσο η υπο­τί­μη­ση θα αυ­ξή­σει την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των μι­σθών

Ας πάμε τώρα ξανά στο ση­μείο δια­κλά­δω­σης που αφή­σα­με πίσω μας, στο ση­μείο όπου η υπο­τί­μη­ση είχε συμ­βεί και είχε κα­τα­στή­σει ακρι­βά τα ει­σα­γό­με­να και φθηνά τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα μας (αγαθά και υπη­ρε­σί­ες), για να ακο­λου­θή­σου­με το δεύ­τε­ρο κα­νά­λι επι­πτώ­σε­ων. Το κα­νά­λι αυτό είναι της απα­σχό­λη­σης και των μι­σθών. Φθη­νό­τε­ρα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα και ακρι­βό­τε­ρες ει­σα­γω­γές οδη­γούν σε αύ­ξη­ση της εγ­χώ­ριας ζή­τη­σης, και πριν προ­λά­βει να πε­ρά­σει ένα ολό­κλη­ρο έτος, η αύ­ξη­ση αυτή με­τα­τρέ­πε­ται σε με­γέ­θυν­ση της πα­ρα­γω­γής, του ΑΕΠ. Οι επι­χει­ρή­σεις, έχο­ντας άφθο­νο αχρη­σι­μο­ποί­η­το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό και βλέ­πο­ντας το βι­βλίο των πα­ραγ­γε­λιών τους να γε­μί­ζει, θα προ­χω­ρή­σουν σε προ­σλή­ψεις για να αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους. Θα δούμε τότε την απα­σχό­λη­ση να αυ­ξά­νε­ται, και θα φθά­σου­με έτσι σε ένα ση­μείο δια­κλά­δω­σης από το οποίο ξε­κι­νούν άλλα πάλι μο­νο­πά­τια επι­πτώ­σε­ων.

Ας δια­σχί­σου­με ένα από αυτά αφή­νο­ντας τα υπό­λοι­πα για μιαν άλλη φορά: Όταν είναι αυ­ξη­μέ­νη η απα­σχό­λη­ση, οι μι­σθω­τοί έχουν με­γα­λύ­τε­ρη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή δύ­να­μη ένα­ντι των επι­χει­ρή­σε­ων επει­δή η αύ­ξη­ση της απα­σχό­λη­σης συ­νή­θως συ­νο­δεύ­ε­ται από μεί­ω­ση της ανερ­γί­ας, και σαν απο­τέ­λε­σμα οι πραγ­μα­τι­κοί μι­σθοί αυ­ξά­νο­νται. Έτσι, στο αρ­νη­τι­κό απο­τέ­λε­σμα που είχε η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, και για την οποία ομι­λούν οι δύο πο­λι­τι­κοί μας, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τώρα μια θε­τι­κή επί­πτω­ση που προ­έρ­χε­ται από το γε­γο­νός ότι η ανερ­γία μειώ­θη­κε και προ­κά­λε­σε αύ­ξη­ση των πραγ­μα­τι­κών μι­σθών, δη­λα­δή της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών.[3]


Κά­νο­ντας το άθροι­σμα, βρί­σκου­με… την πάλη των τά­ξε­ων

Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας αυτής, όπου θα έχει επέλ­θει ισορ­ρο­πία δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να έχει αυ­ξη­θεί ή να έχει μειω­θεί, αφού υπάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που ενερ­γο­ποιού­νται από την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος και έχουν αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα επί των μι­σθών: με­ρι­κοί από αυ­τούς ευ­νο­ούν την αύ­ξη­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών και άλλοι τη μεί­ω­σή τους. Όπως εί­δα­με προη­γου­μέ­νως, υπάρ­χει μια αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων που οδη­γεί σε μεί­ω­ση του πραγ­μα­τι­κού μι­σθού και μια άλλη που οδη­γεί σε αύ­ξη­ση. Τί­πο­τα δεν υπάρ­χει στο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, στους νό­μους που το διέ­πουν, που να προ­κα­θο­ρί­ζει ποια από τις δύο επι­πτώ­σεις είναι η ισχυ­ρό­τε­ρη. Δεν υπάρ­χει, λοι­πόν, η ΤΙΝΑ των κκ. Μάρδα και Κου­τσού­μπα, υπάρ­χει απλώς απροσ­διο­ρι­στία.

Αλλά τότε ποιος απο­φα­σί­ζει τε­λι­κά εάν θα αυ­ξη­θεί το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας ή εάν θα μειω­θεί; Το σχε­τι­κό βάρος που ρί­χνουν οι δύο αντα­γω­νι­στι­κές πλευ­ρές, το κε­φά­λαιο και η ερ­γα­σία στη ζυ­γα­ριά του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων: Η αύ­ξη­σή της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών θα είναι ευ­θέ­ως ανά­λο­γη της προ­στα­σί­ας που θα πα­ρέ­χουν οι θε­σμοί της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας στους μι­σθω­τούς, ανά­λο­γη του βαθ­μού κά­λυ­ψης των μι­σθω­τών από συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις, του βαθ­μού απο­τε­λε­σμα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας της Επι­θε­ώ­ρη­σης Ερ­γα­σί­ας και γε­νι­κό­τε­ρα ολό­κλη­ρου του θε­σμι­κού πλαι­σί­ου της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας. Το θε­σμι­κό πλαί­σιο της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας είναι η απο­κρυ­στάλ­λω­ση του πα­ρό­ντος και του πα­ρελ­θό­ντος συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ ερ­γα­σί­ας και κε­φα­λαί­ου, είναι οι κα­νό­νες με τους οποί­ους ορί­ζε­ται με ποιο τρόπο και με ποιους όρους θα πω­λεί­ται και θα κα­τα­να­λώ­νε­ται η ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων από τους κε­φα­λαιο­κρά­τες. Για τους λό­γους αυ­τούς, το θε­σμι­κό πλαί­σιο της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας απο­τε­λεί κα­τε­ξο­χήν τόπο τα­ξι­κού αντα­γω­νι­σμού και έχει στρα­τη­γι­κή ση­μα­σία για κάθε με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα της Αρι­στε­ράς.

Οι ολέ­θριες επι­πτώ­σεις, λοι­πόν, της νέας δραχ­μής στο ει­σό­δη­μα των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων υπάρ­χουν μόνον μέσα στο μυαλό του κ. Κου­τσού­μπα. Αλλά και οι ολέ­θριες επι­πτώ­σεις μιας υπο­τί­μη­σης της νέας δραχ­μής στο ΑΕΠ υπάρ­χουν μόνο στο μυαλό του κ. Μάρδα, διότι στην αρ­χι­κή αρ­νη­τι­κή επί­πτω­ση επί της δύ­να­μης του ΑΕΠ να αγο­ρά­ζει ει­σα­γό­με­να προ­ϊ­ό­ντα, που βλέ­πει ο υπουρ­γός, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σει και τη θε­τι­κή επί­πτω­ση στο πραγ­μα­τι­κό ΑΕΠ από τη βελ­τί­ω­ση του ισο­ζυ­γί­ου αγα­θών και υπη­ρε­σιών - και αυτήν δεν τη βλέ­πει (ή εάν τη βλέ­πει, δεν την υπο­λο­γί­ζει σωστά).

Η διε­θνής ιστο­ρι­κή εμπει­ρία δεί­χνει  πά­ντως ότι το τε­λι­κό επί­πε­δο πα­ρα­γω­γής συ­νή­θως είναι υψη­λό­τε­ρο από αυτό που υπήρ­χε πριν την υπο­τί­μη­ση. Αυτό οφεί­λε­ται στο γε­γο­νός ότι η προ­σαρ­μο­γή της οι­κο­νο­μί­ας που πυ­ρο­δο­τεί­ται από την ονο­μα­στι­κή υπο­τί­μη­ση ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος ολο­κλη­ρώ­νε­ται στη με­σο­πρό­θε­σμη διάρ­κεια και προ­λα­βαί­νει να επι­δρά­σει θε­τι­κά στη συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου και την πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα της ερ­γα­σί­ας. Αλ­λά­ζει δη­λα­δή την πο­ρεία της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής συσ­σώ­ρευ­σης.

-------------------------------------------------------------
[1] Σε αυτή τη φάση της ύφε­σης, οι επι­χει­ρή­σεις εν­δια­φέ­ρο­νται να ανα­κτή­σουν χα­μέ­να με­ρί­δια αγο­ράς και δεν αυ­ξά­νουν τις τιμές τους. Στην χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, θα με­τα­φέ­ρουν ένα σχε­τι­κά μικρό μέρος από την αύ­ξη­ση του κό­στους ερ­γα­σί­ας στις τιμές.

[2] Αυτό συμ­βαί­νει υπό όρους, οι οποί­οι όμως, όπως δεί­χνουν οι οι­κο­νο­με­τρι­κές εκτι­μή­σεις, πλη­ρού­νται στην πε­ρί­πτω­ση της Ελ­λά­δας όπου υπάρ­χουν αρ­κού­ντως υψη­λές ελα­στι­κό­τη­τες των εξα­γω­γών και των ει­σα­γω­γών ως προς τις τιμές.

[3] Αυτή η δια­δι­κα­σία, μεί­ω­σης της ανερ­γί­ας και αύ­ξη­σης των μι­σθών θα συ­νε­χί­ζε­ται έως ότου η αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής μειώ­σει ση­μα­ντι­κά το αχρη­σι­μο­ποί­η­το κε­φά­λαιο, το αχρη­σι­μο­ποί­η­το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που έχουν οι ερ­γο­δό­τες. Όταν συμ­βεί αυτό, οι επι­χει­ρή­σεις δέ­χο­νται πολ­λές πα­ραγ­γε­λί­ες σε σχέση με αυτές που μπο­ρούν να ικα­νο­ποι­ή­σουν, βρί­σκο­νται λοι­πόν σε ισχυ­ρή δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή θέση ένα­ντι των πε­λα­τών τους και αυ­ξά­νουν τις τιμές τους. Με τον τρόπο αυτόν, κά­νο­ντας πιο ακρι­βά τα προ­ϊ­ό­ντα τους, θα βά­λουν ένα τέλος στις αυ­ξή­σεις των πραγ­μα­τι­κών μι­σθών. Θα βάλ­λουν εξάλ­λου τέλος και στην βελ­τί­ω­ση του εξω­τε­ρι­κού ισο­ζυ­γί­ου και στις αλ­λα­γές της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής ισο­τι­μί­ας της δραχ­μής, που θα έχει φτά­σει στην "συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία ισορ­ρο­πί­ας τα­ξι­κών δυ­νά­με­ων".


Πηγή Rproject

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Gilles Deleuze - Διαφορά και Επανάληψη (αποσπάσματα για την διατομικότητα)


Από το "Διατομικότητα: Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης" (εκδόσεις "Νήσος", σελίδες 387-393).


[...] Τα άτομα είναι συστήματα σήματος-σημείου. Κάθε ατομικότητα είναι εντατική: πέφτει λοιπόν σαν καταρράκτης, ανεβοκατεβαίνει εξισώνοντας επίπεδα, επικοινωνεί, εμπεριέχει και επιβεβαιώνει εντός της τη διαφορά ανάμεσα στις εντατικότητες που τη συνιστούν. O Ζιλμπέρ Σιμοντόν έδειξε πρόσφατα ότι η ατομίκευση προϋποθέτει αρχικά μια μετασταθερή κατάσταση ,δηλαδή την ύπαρξη ενός "ασύμπτωτου" μεταξύ τουλάχιστον δύο τάξεων μεγέθους ή δύο ετερογενών κλιμάκων πραγματικότητας, μεταξύ των οποίων κατανέμονται οι δυνητικότητες. Η προ-ατομική αυτή κατάσταση δεν στερείται, εν τούτοις, ενικοτήτων: τα διακεκριμένα ή ενικά σημεία ορίζονται από την ύπαρξη και την κατανομή των δυναμικών. Εμφανίζεται έτσι ένα αντικειμενικό "προβληματικό" πεδίο, καθορισμένο από την απόσταση μεταξύ ετερογενών τάξεων. Η ατομίκευση αναδύεται ως το ενέργημα επίλυσης του εκάστοτε προβλήματος ή, ομοίως, ως η ενεργοποίηση του δυνητικού και η επικοινωνία των ασύμπτωτων. Το ενέργημα της ατομίκευσης δεν συνίσταται στην εξάλειψη του προβλήματος, αλλά στην ένταξη των στοιχείων του ασύμπτωτου σε μια κατάσταση σύζευξης που εξασφαλίζει την εσωτερική αντήχηση. Το άτομο βρίσκεται έτσι ζευγμένο σε ένα προ-ατομικό ήμισυ το οποίο δεν είναι καθεαυτό το απρόσωπο, αλλά μάλλον η δεξαμενή των ενικοτήτων του. Υπό όλες αυτές τις απόψεις, θεωρούμε ότι η ατομίκευση είναι ουσιαστικά εντατική, και το προ-ατομικό πεδίο είναι ιδεατό-δυνητικό, ή φτιαγμένο από διαφορικές σχέσεις. Η ατομίκευση είναι αυτό που απαντά στην ερώτηση "Ποιός;" όπως η Ιδέα απαντούσε την ερώτηση "Πόσο;" "Πώς;" Το "Ποιός;" είναι πάντα μια εντατικότητα. [...] Η ατομίκευση είναι το ενέργημα εντατικότητας που καθορίζει τις διαφορικές σχέσεις ώστε να ενεργοποιηθούν στις ποιοτικές ιδιότητες και στις εκτάσεις που δημιουργεί, ακολουθώντας γραμμές διαφοροποίησης.

[...]

Το άτομο δεν είναι μια ιδιότητα ούτε μια επέκταση. Η εξατομίκευση δεν είναι χαρακτηρισμός, απόδοση ιδιότητας, ούτε διαχωρισμός, ούτε εξειδίκευση, ούτε οργάνωση. Το άτομο δεν είναι species infima (ελαχιστότατο είδος) όπως δεν είναι και σύνθετο μερών. Οι ερμηνείες της ατομίκευσης με αφετηρία τις ιδιότητες ή την επέκταση παραμένουν ανίκανες να ορίσουν έναν σταθερό λόγο για τον οποίο μια ιδιότητα θα έπαυε να είναι γενική, ή για τον οποίο μια εκτατική σύνθεση αρχίζει εδώ και σταματά εκεί. Η απόκτηση ιδιοτήτων και η εξειδίκευση προϋποθέτουν ήδη τα άτομα που θα αποκτήσουν τις ιδιότητες, και τα εκτατικά μέρη σχετίζονται ήδη με ένα άτομο,όχι το αντίστροφο. Ακριβώς όμως, δεν αρκεί να σημειώσουμε μια διαφορά χαρακτήρα ή φύσης μεταξύ της ατομίκευσης και της εν γένει διαφοροποίησης. Αυτή η διαφορά χαρακτήρα ή φύσης παραμένει ακατανόητη εφόσον δεν δεχθούμε την αναγκαία της συνέπεια: ότι η ατομίκευση προηγείται δικαιωματικά της διαφοροποίησης, ότι κάθε διαφοροποίηση προϋποθέτει ένα εντατικό πεδίο προηγούμενης ατομίκευσης. Υπό την δράση του πεδίου ατομίκευσης αυτοί οι διαφορικοί συσχετισμοί και αυτά τα διακεκριμένα σημεία (προ-ατομικό πεδίο) ενεργοποιούνται, δηλαδή οργανώνονται κατ' εμμενή διαίσθηση ακολουθώντας γραμμές διαφοροποιημένες ως προς άλλες. Σχηματίζουν τότε, υπό αυτή τη συνθήκη, την ποιοτική ιδιότητα και τον αριθμό, το είδος και τα μέρη ενός ατόμου, εν ολίγοις τη γενικότητά του. Επειδή υπάρχουν άτομα διαφορετικού είδους και άτομα του ιδίου είδους, τείνουμε να πιστεύουμε ότι η ατομίκευση προεκτείνει την εξειδίκευση, έστω και αν η φύση της είναι άλλη και διέρχεται άλλα μέσα. Πραγματικά όμως κάθε σύγχυση μεταξύ των δύο διαδικασιών, κάθε αναγωγή της ατομίκευσης σε όριο ή σε επιπλοκή της διαφοροποίησης, υπονομεύει το σύνολο της φιλοσοφίας της διαφοράς-διαπράττεται, αυτή τη φορά στο πεδίο του ενεργού, ένα σφάλμα ανάλογο προς τη σύγχυση του δυνητικού με το δυνατό. Η ατομίκευση δεν προϋποθέτει τη διαφοροποίηση, αλλά την προκαλεί. Οι ιδιότητες και οι εκτάσεις, οι μορφές και οι ύλες, τα είδη και τα μέρη, δεν έχουν προτεραιότητα-είναι φυλακισμένα μέσα στα άτομα όπως σε κρυστάλλους. Και ο κόσμος ολόκληρος διαβάζεται, όπως μέσα σε μια κρυστάλλινη σφαίρα, στο κινούμενο βάθος των ατομικευουσών διαφορών ή των διαφορών έντασης.

Όλες οι διαφορές φέρονται από το άτομο ,δεν είναι όμως ως εκ τούτου ατομικές. Υπό ποιές συνθήκες μπορούμε να σκεφθούμε μια διαφορά ως ατομική; Βλέπουμε καθαρά ότι το πρόβλημα της ταξινόμησης υπήρξε πάντοτε η τακτοποίηση των διαφορών. Όμως οι φυτικές ή ζωικές ταξινομήσεις δείχνουν ότι δεν μπορούμε να βάλουμε σε τάξη τις διαφορές εάν δεν χρησιμοποιήσουμε ένα πολλαπλό δίκτυο συνέχειας ομοιοτήτων. Η ιδέα ότι υπάρχει μια συνέχεια στα έμβια όντα ουδέποτε διαχωρίστηκε από την ιδέα της ταξινόμησης, και βεβαίως ουδέποτε αντιτέθηκε σε αυτήν.

[...]

Η μεγάλη καινοτομία του Δαρβίνου ήταν ίσως ότι εισήγαγε τη σκέψη της ατομικής διαφοράς. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της Καταγωγής των Ειδών είναι: κανείς δεν ξέρει τι δύναται η ατομική διαφορά. Δεν γνωρίζουμε μέχρι που μπορεί να φτάσει, υπό τον όρο ότι συναντάται με τη φυσική επιλογή. Το πρόβλημα του Δαρβίνου τίθεται με όρους αρκετά παρόμοιους με εκείνους που θα χρησιμοποιήσει ο Φρόυντ σε άλλη περίσταση: το ζήτημα είναι να γνωρίσουμε υπό ποιές συνθήκες διαφορές μικρές, ελεύθερη, περιπλανώμενες ή ασύνδετες, καθίστανται διαφορές αξιοπρόσεκτες, συνδεδεμένες και σταθερές.

Δεν είναι το άτομο αυτό που αποτελεί ψευδαίσθηση σε σχέση με το γενικό μηχανισμό του είδους [*] ψευδαίσθηση - αναπόφευκτη βέβαια, και καλά θεμελιωμένη - είναι το ίδιο το είδος, σε σχέση με τα παιχνίδια του ατόμου και της ατομίκευσης. Το ζήτημα δεν είναι να γνωρίσουμε αν το άτομο, πραγματικά, μπορεί να διαχωριστεί από το είδος του και από τα μέρη του. Δεν μπορεί. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς αυτός ο "αδύνατος διαχωρισμός" καθώς και η ταχύτητα εμφάνισης του είδους και των μερών, που επιβεβαιώνουν την δικαιωματική προτεραιότητα της ατομίκευσης επί της διαφοροποίησης; Εκείνο που βρίσκεται υπεράνω του είδους, που δικαιωματικά-αδιαμφισβήτητα προηγείται του είδους,είναι το άτομο.

[...]

Είδαμε πώς η αναλογία ανήκει ουσιαστικά στον κόσμο της αναπαράστασης. Όταν θέτουμε τα όρια της εγγραφής της διαφοράς μέσα στην έννοια εν γένει, το μεν ανώτατο όριο αντιπροσωπεύουν οι έσχατες καθορίσιμες έννοιες (τα γένη του Είναι ή οι κατηγορίες), το δε κατώτατο οι μικρότερες καθορίσιμες έννοιες (είδη). Στην πεπερασμένη αναπαράσταση, η γενική και η ειδική διαφορά διαφέρουν κατά φύση και κατά διαδικασία, είναι όμως αυστηρά συμπληρωματικές: σύστοιχο της αμφισημίας της μιας είναι η μονοσημία της άλλης. Μονοσήμαντο, πράγματι, είναι το γένος ως προς τα είδη του, όμως το Είναι είναι αμφίσημο ως προς τα ίδια τα γένη ή κατηγορίες. Η αναλογία του Είναι συνεπάγεται ταυτόχρονα τις δύο όψεις: τη μία δια της οποίας το Είναι κατανέμεται σε καθορίσιμες μορφές που διακρίνουν και ποικίλλουν αναγκαία τη σημασία του, αλλά και την άλλη δια της οποίας το κατ' αυτόν τον τρόπο κατανεμημένο Είναι διαχωρίζεται αναγκαία σε καθορισμένα έκαστα όντα, που το καθένα έχει τη μοναδική του σημασία. Αυτό που χάνεται, στα δύο άκρα, είναι τόσο η συλλογική σημασία του Είναι, όσο και το παιχνίδι της ατομικεύουσας διαφοράς στο έκαστο όν. Όλα συμβαίνουν μεταξύ της διαφοράς γένους (γενική) και της διαφοράς είδους (ειδική). Το αληθινό καθολικό χάνεται,όπως και το αληθινό ενικό: το Είναι δεν έχει κοινή σημασία παρά μόνο τη κατανέμουσα, και η μόνη διαφορά που έχει το άτομο είναι γενική. Όσο κι αν "ανοίγουμε" τον κατάλογο των κατηγοριών, ή ακόμη και αν καταστήσουμε την αναπαράσταση άπειρη, το Είναι εξακολουθεί να λέγεται πολλαχώς σύμφωνα με τις κατηγορίες, και αυτό για το οποίο λέγεται, καθορίζεται πάντοτε μόνο από τις διαφορές "εν γένει". Διότι ο κόσμος της αναπαράστασης προϋποθέτει έναν ορισμένο τύπο εδραίας κατανομής, η οποία διαιρεί ή μοιράζει το κατανεμημένο για να δώσει σε "καθένα" το καθορισμένο του μερίδιο (έτσι όπως, στο κακό παιχνίδι, στον κακό τρόπο να παίζεται το παιχνίδι, οι προϋπάρχοντες κανόνες καθορίζουν τις κατανεμητικές υποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες μοιράζεται το αποτέλεσμα της ζαριάς. Κατανοούμε καλύτερα, λοιπόν, με ποιον τρόπο η επανάληψη αντιτίθεται στην αναπαράσταση. Η αναπαράσταση ενέχει ουσιαστικά την αναλογία του Είναι. Η επανάληψη, όμως, είναι η μόνη πραγματοποιημένη οντολογία, δηλαδή η μονοσημία του Είναι. Από τον Ντανς Σκότους (Duns Scotus) μέχρι τον Σπινόζα, η τοποθέτηση της μονοσημίας ερείδεται πάντοτε σε δύο θεμελιώδεις θέσεις. Σύμφωνα με τη μία, υπάρχουν πράγματι μορφές του είναι αλλά,σε αντίθεση με τις κατηγορίες, οι μορφές αυτές ουδεμία διαίρεση συνεπάγονται εντός του Είναι ως οντολογικής σημασιακής πληθυντικότητας. Σύμφωνα με την άλλη, αυτό για το οποίο λέγεται το Είναι, κατανέμεται σύμφωνα με ουσιαστικά κινούμενες ατομικεύουσες διαφορές, οι οποίες δίνουν στο "καθένα" μια πληθυντικότητα τροπικών σημασιών. Το πρόγραμμα αυτό ιδιοφυώς εκτίθεται και καταδεικνύεται ήδη από την αρχή της Ηθικής: μαθαίνουμε ότι τα κατηγορήματα δεν είναι αναγώγιμα σε γένη ή κατηγορίες, καθόσον είναι τυπικά διακριτά, αλλά είναι όλα ίσα και οντολογικά ένα, και ουδεμία διαίρεση εισάγουν στην υπόσταση η οποία εκφράζεται ή λέγεται μέσω αυτών κατά μία και την αυτή σημασία (με άλλα λόγια, η πραγματική διάκριση μεταξύ κατηγορημάτων είναι μια διάκριση τυπική και όχι αριθμητική). Μαθαίνουμε επίσης ότι οι τρόποι δεν είναι αναγώγιμοι σε είδη, καθόσον κατανέμονται στα κατηγορήματα σύμφωνα με ατομικεύουσες διαφορές οι οποίες ασκούνται εντατικά ως βαθμοί δύναμης, και τους συσχετίζουν άμεσα με το μονοσήμαντο Είναι (με άλλα λόγια,η αριθμητική διάκριση μεταξύ "έκαστων όντων" είναι μια τροπική, και όχι πραγματική, διάκριση). Έτσι δεν γίνεται με το αληθινό ρίξιμο των ζαριών; Διακρίνονται τυπικά οι ζαριές, η ζαριά όμως είναι οντολογικά μία, και οι επιπτώσεις συνεπάγονται, μετατοπίζουν και επαναφέρουν τον ένα συνδυασμό μέσα στον άλλο διαμέσου του χώρου, ενιαίου και ανοικτού, του μονοσήμαντου; Το μόνο που έλειπε στο σπινοζισμό, για να καταστεί το μονοσήμαντο καθαρή κατάφαση, ήταν να θέσει την υπόσταση ως στρεφόμενη γύρω από τους τρόπους, δηλαδή να πραγματοποιήσει τη μονοσημία ως επανάληψη εντός της αιώνιας επιστροφής. Επειδή αν ισχύει ότι η αναλογία έχει δύο όψεις, η μία δια της οποίας το Είναι λέγεται πολλαχώς,αλλά και η άλλη δια της οποίας λέγεται σταθερά και καθορισμένα, η μονοσημία από τη μεριά της έχει δύο εντελώς αντίθετες όψεις, σύμφωνα με τις οποίες το Είναι λέγεται "ούτως ή άλλως" με μία και την αυτή σημασία, λέγεται όμως έτσι για αυτό που διαφέρει ,λέγεται για τη διαφορά την ίδια πάντα κινούμενη και μετατοπιζόμενη εντός του Είναι. Η μονοσημία του Είναι και η ατομικεύουσα διαφορά έχουν ένα δεσμό, έξω από την αναπαράσταση, ο οποίος είναι τόσο βαθύς όσο και εκείνος μεταξύ της διαφοράς κατά το γένος και της διαφοράς κατά το είδος στην αναπαράσταση από την άποψη της αναλογίας. Η μονοσημία σημαίνει: μονοσήμαντο είναι το ίδιο το Είναι, αμφίσημο είναι αυτό για το οποίο λέγεται. Ακριβώς το αντίθετο της αναλογίας. Το Είναι λέγεται σύμφωνα με μορφές που δεν σπάζουν την ενότητα της σημασίας του,λέγεται κατά μία και την αυτή σημασία μέσω όλων των μορφών του - γι' αυτό αντιτάξαμε στις κατηγορίες έννοιες μιας άλλης φύσης. Διαφέρει όμως αυτό για το οποίο λέγεται - αυτό για το οποίο λέγεται είναι η ίδια η διαφορά. Δεν πρόκειται για το ανάλογο Είναι το οποίο κατανέμεται σε κατηγορίες και μοιράζει ένα σταθερό κομμάτι στα όντα, αλλά τα έκαστα όντα κατανέμονται εντός του χώρου του μονοσήμαντου Είναι, τον οποίο διανοίγουν όλες οι μορφές. Η διάνοιξη ανήκει ουσιαστικά στη μονοσημία. Στις εδραίες κατανομές της αναλογίας, αντιτίθενται οι νομαδικές κατανομές ή οι εστεμμένες αναρχίες εντός του μονοσήμαντου. Εκεί μόνο αντηχούν οι λέξεις "Όλα είναι ίσα!" και "Όλα επανέρχονται!". Όμως το Όλα είναι ίσα και το Όλα επανέρχονται μπορούν να λεχθούν μόνον εκεί όπου αγγίζεται η ακραία ακμή της διαφοράς. Μια μόνη και η αυτή φωνή για όλο το πολλαπλό με τις χίλιες φωνές, ένας μόνο και ο αυτός Ωκεανός για όλες τις σταγόνες, μια μόνη ιαχή του Είναι για όλα τα όντα. Υπό τον όρο να έχει φθάσει το κάθε όν, η κάθε σταγόνα και η κάθε φωνή, στην κατάσταση της υπερβολής, δηλαδή στη διαφορά που το μετατοπίζει και το μεταμφιέζει, και τα κάνει όλα να επιστρέφουν περιστρεφόμενα γύρω από την κινούμενη αιχμή της. [...]


Δικαιοσύνη και δίκαιο


του Στέφανου Δημητρίου


Jacques Derrida, Ισχύς Νόμου, μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Βαγγέλης Μπιτσώρης, Πατάκης, σελίδες 294.


Το πλούσιο έργο του Ζακ Ντερριντά δεν περιλαμβάνει ορισμένη ηθική φιλοσοφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζει ο στοχαστικός, ηθικός προβληματισμός. Θα προσπαθήσω να ανασυγκροτήσω τις κύριες έννοιες αυτού του προβληματισμού μέσα από το προσφάτως εκδοθέν «Ισχύς Νόμου», την εξαιρετική μετάφραση του οποίου, μαζί με ένα πολύ κατατοπιστικό επίμετρο, μας φιλοδώρησε ο Βαγγέλης Μπιτσώρης, με το μεταφραστικό του ταλέντο, τη γνώση και τη φιλόμοχθη συνέπειά του. Διευκρινίζω εξαρχής ότι η βιβλιοκρισία μου γράφεται από τη σκοπιά άλλης φιλοσοφικής παράδοσης από αυτήν του Ντερριντά. Ωστόσο, η βαθιά μου πεποίθηση ότι ο αδογμάτιστος, απροκατάληπτος διάλογος είναι και αναγκαίος και εφικτός ελπίζω ότι θα οδηγήσει σε ένα κριτικό κείμενο που θα αναδεικνύει εις το ακέραιο τις κύριες θέσεις και το επιχείρημα του Ντερριντά, καθώς και τη δική μου κριτική θέση. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος, για να ξεκινήσεις ένα κριτικό διάλογο είναι να αναζητήσεις πού και σε τι ο συνομιλητής σου έχει δίκιο.

Για τον Ντερριντά, η ηθική νοείται κυρίως ως δέσμη κριτηρίων που αποτελούν γνώμονες, ικανούς να καθοδηγήσουν τους  ανθρώπους στη λήψη μιας ηθικής απόφασης και επιλογής. Αυτή η απόφαση λαμβάνεται εντός της σχέσης που ορίζεται ανάμεσα στον εαυτό και σε κάποιον άλλο: Η σχέση εαυτού και ετερότητας και η δυνητική επιβολή του «Εγώ» επί του «Άλλου». Στο καθεστώς αυτής της σχέσης, τίθενται τα ηθικά ερωτήματα που αναγνωρίζουμε στο έργο του Γάλλου φιλοσόφου. Ο Ντερριντά προτείνει μια άλλη μορφή ηθικού στοχασμού. Προτείνει μια «υπερ-ηθική» προβληματική η οποία δεν εστιάζει την προσοχή της στο σύνολο των κανονιστικών αρχών και γνωμόνων, αλλά στο σώμα των ηθικών αποριών που τροφοδοτούν και ενεργοποιούν διαρκώς τον ηθικό προβληματισμό. Ως εκ τούτου, η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά διαμορφώνεται πέραν των ηθικών κανόνων και αρχών, άρα και της γνωσιοκρατικής τους προσέγγισης.

Η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά διαπλάθεται πέραν και εκτός της γνώσης περί τα ηθικά ζητήματα, άρα πολύ μακριά από τον προβληματισμό περί το αν έχουν ή όχι γνωσιακό περιεχόμενο οι ηθικές μας προτάσεις και αν θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ως ορθές ή εσφαλμένες, με βάση το αν υπόκεινται στη διάκριση ανάμεσα σε αληθείς και μη ηθικές προτάσεις. Η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά βρίσκεται και στέκεται αλλού. Το θέμα είναι να καταλάβουμε πού. Η «υπερ-ηθική», σε αντίθεση προς την ηθική, δεν εξαρτάται από κανονιστικές αρχές και δεν έχει κανονιστικό περιεχόμενο. Δεν είναι μια ρυθμιστική ηθική, ικανή να διευθετεί ηθικοπρακτικά ζητήματα, σύμφωνα με κριτήρια ορθότητας. Η «υπερ-ηθική»  κείται πέραν των ηθικών, αλλά και των δικαιικών κανόνων. Είναι πέρα από τον ηθικό και τον δικαιικό κανόνα. Θα μπορούσαμε, με έναν αναλογικό συλλογισμό, να πούμε ότι η σχέση της «υπερ-ηθικής» με την ηθική είναι όπως η σχέση δικαιοσύνης και δικαίου.

Ας δούμε το δεύτερο σκέλος αυτής της σχέσης: η δικαιοσύνη και το δίκαιο δεν ταυτίζονται. Δεν μπορούμε ούτε να περιορίσουμε τη δικαιοσύνη στο δίκαιο ούτε να αναγάγουμε το δίκαιο στη δικαιοσύνη. Το δίκαιο είναι σύνολο κανόνων και διαθέτει ευχέρεια εξαναγκαστικής ισχύος και επιβολής, που εγγυάται την υποχρέωση εφαρμογής και αποδοχής αυτών των κανόνων, οπότε είναι συμφυές προς το καθήκον συμμόρφωσης προς αυτούς. Ως εκ τούτου, η ηθική είναι αναλογικώς συμβατή με το δίκαιο, εφόσον είναι μορφή ηθικής νομοθεσίας. Περιλαμβάνει και αυτή σύνολο κανόνων που διέπουν και ρυθμίζουν την ηθική πράξη και τις συναφείς επιλογές του ηθικώς πράττοντος ανθρώπου. Η δικαιοσύνη, σε σχέση με το δίκαιο, είναι πολύ ευρύτερη. Είναι υπερκείμενη έννοια, που δεν εξαντλείται στον ορισμό του συνόλου γραπτών κανόνων. Κατ’ αναλογία, λοιπόν, η «υπερ-ηθική» είναι, σε σχέση με την ηθική, όπως η δικαιοσύνη σε σχέση με το δίκαιο. Σημαίνει, όμως, αυτό ότι ο Ντερριντά αδιαφορεί για τα δύο τελευταία, δηλαδή για την ηθική και το δίκαιο, άρα και για τον νόμο; Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο, εάν παρακολουθήσουμε με προσοχή και συνέπεια τη σχετική προβληματική του Ντερριντά. Ο Ντερριντά δεν είναι αρνητικός σε ό, τι αφορά τη σπουδαιότητα του ηθικού νόμου και των αποτελεσμάτων του. Ο Ντερριντά δεν είναι αδιάφορος για την ηθική και το δίκαιο, άρα και για τον  ηθικό νόμο, όπως και για τους δικαιικούς κανόνες, αλλά, όπως υπάγει τους τελευταίους στην προτεραιότητα και τη σπουδαιότητα της ιδέας της δικαιοσύνης, έτσι υπάγει και τον πρώτο, τον ηθικό νόμο, στην προτεραιότητα και τη σπουδαιότητα της «υπερ-ηθικής».

Για να αποσαφηνιστεί αυτή η σχέση, θα πρέπει να συνεξετάσουμε τη δικαιοσύνη σε συνδυασμό με την έννοια της αποδόμησης και, σε αυτή τη νοηματική συνάφεια, να αναρωτηθούμε για τη σχέση δικαιοσύνης και δικαίου. Η έννοια της αποδόμησης και του υπολογισμού είναι αυτή που θα μας ξεκαθαρίσει τη σχέση δικαιοσύνης και δικαίου. Συνεπώς, αυτή η έννοια θα μας δώσει και τα κριτήρια διάκρισής τους. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε από δύο παραδοχές ως προς το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Το πρώτο είναι συγκροτήσιμο, άρα και αποδομήσιμο. Παραλλήλως, ακριβώς επειδή συνιστά σύνολο κανόνων, εμπεριέχει και την έννοια αλλά και τη δυνατότητα υπολογισμού, η οποία τονίζεται ιδιαιτέρως από τον Ντερριντά. Ως εκ τούτου, το δίκαιο έχει ισχύ εντός της παρούσας, κάθε φορά, συγκυρίας. Ανήκει σε αυτό που ο Ντερριντά ονομάζει «μεταφυσική της παρουσίας». Δοκιμάζεται μέσα στην εμπειρία του παρόντος. Δεν υπάρχει πέρα και έξω από αυτό. Τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει, κάθε φορά, είναι προβλήματα του παρόντος. Αυτό το «κάθε φορά» είναι το παρόν του δικαίου και των κανόνων του. Η δεύτερη, ως ιδέα υπερκείμενη του δικαίου, δεν αποδομείται. Ο Ντερριντά πιστεύει – και σωστά –  ότι το να πράττουμε εφαρμόζοντας έναν ορθό κανόνα, χωρίς να εμφορούμεθα από πνεύμα δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς να επινοούμε τον εφαρμοζόμενο κανόνα βάσει της ιδιαίτερης περίπτωσης και περίστασης, σημαίνει ότι έχουμε πράξει μεν σύμφωνα με το θετικό δίκαιο, έχοντας τυπικώς συμμορφωθεί με αυτό, όχι όμως και από εσωτερικό καθήκον προς αυτό.

Η πεποίθηση του Ντερριντά είναι –και ορθώς– ότι η δίκαιη πράξη αφορά πάντοτε μία μοναδική και ξεχωριστή, κάθε φορά, περίπτωση, καθώς και όλα τα σύστοιχα, ποιοτικά της γνωρίσματα. Συνεπώς, αυτή η περίπτωση θα είναι πάντοτε ασύμβατη και διαφορετική από τον δικαιικό κανόνα και την αξίωσή του να ισχύει για όλες τις όμοιες περιπτώσεις. Τώρα, μπορούμε να δούμε πιο ξεκάθαρα τη διαφορά που επισημαίνει ο Ντερριντά: το δίκαιο προϋποθέτει την επανάληψη και την ομοιότητα, ενώ η δικαιοσύνη αναφέρεται στη διαφορετικότητα, την περιστασιακότητα και τη μερική ασυμμετρία κανόνα και περίστασης. Πάντοτε θα ξεφεύγει από τη γενικότητα του δικαιικού κανόνα και θα υπολείπεται κάτι που δεν θα χωρά σε αυτήν, επειδή η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πολύμορφη και με ποικίλες περιστασιακές ιδιαιτερότητες που δεν χωρούν στη γενικότητα του κανόνα. Η δικαιοδοτική πράξη, δηλαδή, δεν είναι μόνο γνωστικής υφής πρόβλημα. Δεν συνίσταται απλώς στο να εντοπίσει καταχωνιασμένες σημασίες στις κείμενες διατάξεις και τους εφαρμοστέους κανόνες που περιλαμβάνουν. Υπάρχει ένα ευρύτερο, διαπλαστικό ερμηνευτικό εγχείρημα που εμπνέεται από την ιδέα της δικαιοσύνης, η οποία δεν εξαντλείται στη μορφή ενός γενικεύσιμου κανόνα. Ωστόσο, τα προβλήματα παραμένουν. Εάν δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των αδυνάτων, πόσο θα βοηθούσε, για παράδειγμα, τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τα παιδιά των μεταναστών μία περιστασιακή αρχή δικαιοσύνης;

Ο προβληματισμός του Ντερριντά είναι σίγουρα γόνιμος, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ γονιμότερη ως προς το να γεννά προβλήματα που αξιώνουν άμεση δικαιική διευθέτηση προς όφελος των ασθενών και αδικημένων. Διατυπώνω δηλαδή το εξής ερώτημα προς αναστοχαστική εξέταση όλων των παραπάνω: πώς θα βλέπαμε το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας, κρίνοντας το πρόβλημα με γνώμονα την περιστασιακή αρχή δικαιοσύνης; Κάθε μετανάστης, πρόσφυγας, κάθε παιδί μεταναστών είναι ένας ξεχωριστός «άλλος», μια μοναδική περίπτωση. Αντιμετωπίζεται όμως το πρόβλημά τους, με δίκαιο τρόπο, εάν δεν υπαχθούν σε ένα γενικεύσιμο δικαιικό κανόνα; Νομίζω, δηλαδή, ότι η γενικευσιμότητα του δικαιικού κανόνα είναι αναγκαία. Χωρίς αυτήν, συσκοτίζεται και η συζήτηση για την ουσιαστική εφαρμογή της δικαιοσύνης σε έναν κόσμο που λείπει η κοινωνική δικαιοσύνη. Όμως, και αυτή την τελευταία για όλους και όλες την θέλουμε και την διεκδικούμε. Τη γενικευσιμότητά της διεκδικούμε.


Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Θέσεις για την κρίση και τη λιτότητα[1]


του Γιάννη Μηλιού



1. Η σχέση της οικονομικής κρίσης με τη λιτότητα



1.1. Η λιτότητα ως καπιταλιστική στρατηγική μείωσης του κόστους



Μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008 επιβλήθηκαν πολιτικές σκληρής λιτότητας σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ). Η λιτότητα επικρίθηκε ως ανορθολογική πολιτική που οξύνει περαιτέρω την οικονομική κρίση, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο μεταξύ μείωσης της πραγματικής ζήτησης, ύφεσης και υπερχρέωσης. Ωστόσο αυτή η κριτική δεν είναι σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο ακολουθείται για χρόνια αυτή η «αποτυχημένη» και «ανορθολογική» πολιτική, παρά τις τόσες ενδείξεις της ακαταλληλότητάς της.[2]

Στην πραγματικότητα, η οικονομική κρίση δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά στη μείωση της πραγματικής ζήτησης. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι η μείωση της κερδοφορίας για την τάξη των καπιταλιστών. Η «λιτότητα» αποτελεί μια στρατηγική που αποβλέπει στην αύξηση του ποσοστού κέρδους για το κεφάλαιο.[3]

Η λιτότητα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του νεοφιλελευθερισμού. Στην επιφάνεια, λειτουργεί ως στρατηγική για τη μείωση του επιχειρηματικού κόστους: Μειώνει το κόστος εργασίας του ιδιωτικού τομέα, αυξάνει τα κέρδη ανά μονάδα κόστους (εργασίας) και ως εκ τούτου αυξάνει το ποσοστό κέρδους.

Συμπληρώνεται από την οικονομία στη χρήση «υλικού κεφαλαίου» (μια ακόμα πολιτική «συρρίκνωσης της ζήτησης»!) και από θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν αφενός την κινητικότητα και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων και αφετέρου την ισχύ των διευθυντών στο εσωτερικό της επιχείρησης και των κατόχων χρηματοπιστωτικών τίτλων στο εσωτερικό της κοινωνίας. Όσον αφορά δε τη δημοσιονομική εξυγίανση, η λιτότητα δίνει προτεραιότητα στις περικοπές των δημοσίων δαπανών. Αυτό επιφέρει συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, δηλαδή μείωση του έμμεσου μισθού των εργαζομένων, με παράλληλη μείωση των φόρων επί του κεφαλαίου, αλλά και σταδιακή εξαφάνιση της όποιας προοδευτικότητας στον φόρο εισοδήματος.



1.2. Η λιτότητα ως ταξική στρατηγική



Τα πράγματα έχουν συνήθως δύο όψεις. Ό, τι αποτελεί κόστος για το κεφάλαιο, συνιστά ανάγκη για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των εργαζομένων, δηλαδή ζήτημα διατήρησης ορισμένου βιοτικού επιπέδου. Αυτό αφορά και το κοινωνικό κράτος, οι υπηρεσίες του οποίου εκτός του ότι αποτελούν κόστος για τους φορολογούμενους συνιστά σημαντική μορφή έμμεσου, «κοινωνικού μισθού».

Αυτό δείχνει ότι η λιτότητα συνιστά θεμελιακά μια ταξική πολιτική. Εξυπηρετεί με αποκλειστικό τρόπο τα συμφέροντα του κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων, συνταξιούχων, μικροεπιχειρηματιών, ανέργων αλλά και των κοινωνικά αδύναμων ομάδων. Μακροπρόθεσμος στόχος της είναι να διαμορφώσει και να επιβάλει ένα μοντέλο εργασιακών σχέσεων με συρρικνωμένα δικαιώματα και λιγότερες κοινωνικές παροχές για τους εργαζόμενους, με χαμηλότερους και «ευέλικτους» μισθούς και με εκμηδένιση της διαπραγματευτικής δύναμης των μισθωτών απέναντι στους εργοδότες και τις οργανώσεις τους.

Η λιτότητα οδηγεί βεβαίως σε οικονομική ύφεση. Αλλά η ύφεση ασκεί πίεση σε κάθε ιδιώτη επιχειρηματία, τόσο στον καπιταλιστή όσο και στον μικροεπιχειρηματία, στην κατεύθυνση μείωσης όλων των δαπανών του. Ωθείται στο να επιδιώξει την εξαγωγή περισσότερης απόλυτης υπεραξίας, δηλαδή να επιχειρήσει να παγιώσει υψηλά ποσοστά κέρδους μέσα από τη μείωση των μισθών, την εντατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας, την παραβίαση εργασιακών κανονισμών και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων κλπ.[4]

Στην προοπτική των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου, η ύφεση επιτρέπει να τεθεί σε κίνηση μια «διαδικασία δημιουργικής καταστροφής». Πρόκειται για την αναδιανομή του εισοδήματος και της εξουσίας προς όφελος του κεφαλαίου με παράλληλη συγκέντρωση πλούτου. Μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, ιδίως στο λιανικό εμπόριο, «εκκαθαρίζονται» από τις μεγάλες επιχειρήσεις και από εμπορικά κέντρα.

Αυτή η στρατηγική έχει τη δική της οικονομική και πολιτική λογική, καίτοι αυτό ίσως να μην γίνεται σαφές σε μια επιφανειακή ανάγνωση. Βάση της στρατηγικής αυτής είναι η κατανόηση της κρίσης ως ευκαιρίας για ιστορικής σημασίας μεταβολή του συσχετισμού ταξικών δυνάμεων προς όφελος της καπιταλιστικής εξουσίας. Το σχέδιο αυτό αποβλέπει στο να υποταγούν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες στις απαιτήσεις του κεφαλαίου για αυξημένη κερδοφορία αλλά και στην ανενόχλητη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, με σκοπό να μεταφερθούν τα βάρη και οι συνέπειες της συστημικής καπιταλιστικής κρίσης στους ώμους των εργαζομένων.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σε μια συγκυρία έντασης των κοινωνικών ανταγωνισμών, όπως η σημερινή, μια κυβέρνηση που επιθυμεί να εκφράσει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας, δηλαδή της κοινωνικής πλειοψηφίας, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ακολουθήσει πολιτικές λιτότητας.



1.3. Λιτότητα και χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο



Ο νεοφιλελευθερισμός αποτελεί μια μορφή άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας, δηλαδή έναν από τους δυνατούς τρόπους οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας του κεφαλαίου επί της κοινωνικής πλειοψηφίας. Βασίζεται αφενός στη λιτότητα, όπως προαναφέραμε, και αφετέρου στην απόδοση καθοριστικού ρυθμιστικού ρόλου στις παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Η χρηματοπιστωτική σφαίρα δεν αποτελεί το βασίλειο της κερδοσκοπίας (άλλωστε η «κερδοσκοπία» είναι ο στόχος όλων των ειδών κεφαλαίου), ούτε λειτουργεί ως καζίνο. Πρόκειται για έναν σημαντικό εποπτικό μηχανισμό.

Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Καρλ Μαρξ δείχνει σαφώς ότι το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο προσωποποιείται σε δύο «υποκείμενα»: τον καπιταλιστή του χρήματος και τον ενεργό καπιταλιστή. Στη διάρκεια μιας διαδικασίας δανειοδότησης, ο καπιταλιστής του χρήματος γίνεται αποδέκτης και ιδιοκτήτης ενός χρηματοπιστωτικού τίτλου, δηλαδή μιας γραπτής υπόσχεσης πληρωμής την οποία δίνει ο ενεργός καπιταλιστής, δηλαδή ο διευθυντής της επιχείρησης.

Με τα λόγια του Μαρξ:



«Στο προτσές της αναπαραγωγής ο ενεργός κεφαλαιοκράτης αντιπροσωπεύει απέναντι στους μισθωτούς εργάτες το κεφάλαιο σαν ξένη ιδιοκτησία, ο δε κεφαλαιοκράτης του χρήματος, αντιπροσωπευόμενος από τον ενεργό κεφαλαιοκράτη, συμμετέχει στην εκμετάλλευση της εργασίας».[5]



Σίγουρα υπάρχουν δευτερεύουσες αντιθέσεις μεταξύ των διευθυντών και των μεγάλων επενδυτών χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, αλλά αυτές οι αντιφάσεις είναι περιορισμένης σημασίας εάν συγκριθούν με την ταξική αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής τάξης.

Η κάθε επιχείρηση έχει τη διπροσωπία του Ιανού. Αφενός ο μηχανισμός παραγωγής καθαυτός και από την άλλη η χρηματοπιστωτική μορφή ύπαρξής του, δηλαδή οι μετοχές, τα ομόλογα και οι λοιποί τίτλοι της επιχείρησης, που γίνονται αντικείμενα συναλλαγών στις παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η παραγωγή υπεραξίας αποτελεί ένα πολιτικοποιημένο πεδίο σύγκρουσης. Η ακριβής έκβαση αυτής της διαδικασίας δεν είναι ποτέ γνωστή εκ των προτέρων, περιέχει πάντα κάποιους «κινδύνους» για το κεφάλαιο. Οι τεχνικές που αποβλέπουν στη διαχείριση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου αναπτύσσονται και εφαρμόζονται στο πλαίσιο λειτουργίας μιας «απορυθμισμένης» αγοράς χρήματος. Στην παρούσα συγκυρία αποβλέπουν στο να αντιμετωπίσουν την αντίσταση της εργατικής τάξης με το να επιβάλλουν και να εδραιώνουν τις πολιτικές συγκεκριμένους κανόνες, που σταθεροποιούν τις πολιτικές λιτότητας.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές δημιουργούν δομές εποπτείας της αποτελεσματικότητας των ατομικών κεφαλαίων, δηλαδή μηχανισμούς ελέγχου της κίνησης του κεφαλαίου. Το αίτημα για αύξηση των κερδών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου ασκεί πίεση στα ατομικά κεφάλαια (επιχειρήσεις) στην κατεύθυνση εντατικότερης και πιο αποτελεσματικής εκμετάλλευσης της εργασίας, δηλαδή για μεγαλύτερη κερδοφορία. Αυτή η πίεση μεταδίδεται στα κεφάλαια μέσα από πολλά κανάλια επικοινωνίας.

Ας δούμε ένα παράδειγμα. Όταν μια μεγάλη εταιρεία εξαρτάται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές που εξασφαλίζουν τη χρηματοδότησή της, κάθε υποψία ανεπαρκούς αξιοποίησης του κεφαλαίου της, αυξάνει το κόστος των δανείων και συνεπώς μειώνει τη διαθεσιμότητα χρήματος και μειώνει τις τιμές των ομολόγων και των διάφορων παραγώγων.

Σε μια τέτοια κατάσταση, οι δυνάμεις της εργασίας που δρουν στο πολιτικοποιημένο περιβάλλον της μεγάλης επιχείρησης τίθενται μπροστά σε ένα δίλημμα: Είτε να αποδεχθούν τις πιέσεις των καπιταλιστών για μεταβολή προς το χειρότερο των όρων εργασίας και αμοιβής, με αποτέλεσμα να χάσουν τμήμα της διαπραγματευτικής τους δύναμης, ή να μην ενδώσουν στις πιέσεις με κίνδυνο να χάσουν την εργασία τους λόγω μαζικών απολύσεων ή και πτώχευσης της επιχείρησης. Πρόκειται για το δίλημμα αποδοχής των «νόμων του κεφαλαίου» ή έκθεσης στον κίνδυνο της εργατικής ανασφάλειας και της υποαπασχόλησης.

Αυτή η πίεση αφορά τις δομές οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας στο σύνολό της. Πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την επίταση του «δεσποτισμού» που ασκούν οι διευθυντές επί των εργαζομένων, αλλά και την «ευελιξία» στην αγορά εργασίας και την αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Με άλλη διατύπωση, η «πειθάρχηση στην αγορά» είναι συνώνυμο της «πειθάρχησης» στους όρους του κεφαλαίου.

Αυτή η σύντομη θεωρητική σκιαγράφηση της παρούσας συγκυρίας αποβλέπει στο να κατανοηθεί η διαδικασία παγκοσμιοποίησης και χρηματοπιστωτικοποίησης του κεφαλαίου ως μια πολύπλοκη τεχνολογία διακυβέρνησης, με κύριο σκοπό την ενίσχυση και οργάνωση των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Πρόκειται για μια τεχνολογία της εξουσίας που αναπτύχθηκε από μια σειρά θεσμών, ιστορικών διαδικασιών, αναλύσεων, τεχνικών υπολογισμών, τακτικών και μοντέλων δράσης που επιτρέπει την άσκηση αυτής της ειδικής, καίτοι ιδιαίτερα περίπλοκης λειτουργίας: την αποτελεσματική οργάνωση της καπιταλιστικής εξουσίας μέσα από τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.



1.4. Λιτότητα και Ζώνη του Ευρώ



Όπως ήδη σημειώσαμε, το εσωτερικό της επιχείρησης αποτελεί πεδίο έκφρασης αντικρουόμενων συμφερόντων. Όπως σχολίαζε ο Καρλ Μαρξ, αναφερόμενος στο ζήτημα του (ανα)καθορισμού των ορίων της εργάσιμης ημέρας:



«Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα [...] Από την άλλη πλευρά, [...] ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πωλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα [...]. Επομένως έχουμε εδώ, μια αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο [...]. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία».[6]



Αυτό σημαίνει ότι η συνέχιση ή μη της λιτότητας είναι ένα ζήτημα που θα κριθεί από τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος θα κρίνει εάν θα διατηρηθούν και θα επεκταθούν κοινωνικές κατακτήσεις, ή εάν το λεγόμενο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο θα μείνει στην ιστορία ως ένα κακόγουστο αστείο.

Πέρα από ορισμένα όρια, η υπαγωγή όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής στην αχαλίνωτη λειτουργία των αγορών και στην επιταγή μεγιστοποίησης του κέρδους, μπορεί να λειτουργήσει ως «πολιτικός κίνδυνος», αφού αυξάνει τις πιθανότητες για ανεξέλεγκτες κοινωνικές εκρήξεις. Αυτό εξέφραζε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στην ομιλία του στη Νέα Υόρκη, στις 31/10/1936, αντιπαραθέτοντας το «οργανωμένο χρήμα» με τον «οργανωμένο όχλο», για να προτείνει ακολούθως μια μέση οδό: «Γνωρίζουμε τώρα ότι μια κυβέρνηση του οργανωμένου χρήματος είναι εξίσου επικίνδυνη με μια κυβέρνηση του οργανωμένου όχλου».[7]

Η θεσμική διάρθρωση της Ζώνης του Ευρώ (ΖτΕ) ενισχύει σκόπιμα τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής για τις χώρες-μέλη της (δεν δανείζει άμεσα τα κράτη-μέλη της ΖτΕ). Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη-μέλη της εκτίθενται σκόπιμα σε χρηματοπιστωτικό κίνδυνο, ακολουθώντας τον κανόνα ότι οι κρατικές πολιτικές πρέπει πάντα να «αξιολογούνται» από τις αγορές και να έχουν την έγκρισή τους, δηλαδή να εκφράζουν τα συμφέροντα των αγορών. Εάν οι «αγορές» δεν αποδεχθούν ορισμένη πολιτική, αυτή πρέπει να αλλάξει.

Έχοντας πολιτικά συνομολογήσει ότι δεν «επιτρέπεται» να δανείζονται από την ΕΚΤ, τα κράτη-μέλη της ΖτΕ γνώριζαν εξαρχής ότι, σε μια μελλοντική συγκυρία δημοσιονομικής δυσχέρειας, η εξασφάλιση της αναγκαίας ρευστότητας ώστε να αποπληρώνουν τις οφειλές προς τους κατόχους κρατικών ομολόγων τους μπορεί να επιτευχθεί με έναν μόνο τρόπο: Με περικοπή κοινωνικών δαπανών που να βελτιώνει το δημοσιονομικό ισοζύγιο. Και αυτό διότι οι άλλοι τρόποι χρηματοδότησης είναι ο εξωτερικός δανεισμός που μεσοπρόθεσμα επιδεινώνει το πρόβλημα ρευστότητας και η αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου που δεν επιθυμούν και πάντως δεν μπορούν να επιβάλλουν οι περισσότερες αστικές κυβερνήσεις.

Με άλλη διατύπωση, οι κυβερνώσες ελίτ όλων των χωρών της ΖτΕ είχαν αποφασίσει από κοινού και προκαταβολικά να εκμεταλλευτούν τις μελλοντικές κρίσεις ως μέσα για την περαιτέρω ενίσχυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Στη ΖτΕ ο «πολιτικός κίνδυνος» αμφισβήτησης ή και ανατροπής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής θεωρείται ότι ελαχιστοποιείται χάρη στην υιοθέτηση ενός θεσμικού πλαισίου στο οποίο η λιτότητα είναι η μόνη δυνατή λύση για την αντιμετώπιση οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ασταθειών.

Στο εθνικό κράτος με την παραδοσιακή του μορφή υπάρχει μια μοναδική δημοσιονομική αρχή που συνδέεται με τη δράση τής επίσης μοναδικής κρατικής κεντρικής τράπεζας. Είναι γνωστό ότι αυτό δεν συμβαίνει στη ΖτΕ. Τα κράτη-μέλη εκδίδουν πιστωτικούς τίτλους σε ένα νόμισμα που δεν μπορούν να ελέγξουν με τον αποτελεσματικό και σαφή τρόπο που μια συμβατική κεντρική τράπεζα ελέγχει το αντίστοιχο εθνικό νόμισμα. Με απλά λόγια δεν είναι σε θέση να «τυπώσουν» ευρώ ή οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.

Όταν τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας για την πληρωμή των όσων κατέχουν ομόλογά τους, αναγκάζονται να περιορίσουν τις δαπάνες τους για κοινωνικές παροχές, άρα για έμμεσο μισθό των εργαζομένων. Διαφορετικά κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση χρεοστασίου.

Οι κυρίαρχες ελίτ της Ευρώπης αποφάσισαν λοιπόν συλλογικά να δημιουργήσουν κοινό νόμισμα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέπει τη χρησιμοποίηση των κρίσεων ως μέσων για την περαιτέρω νεοφιλελευθεροποίηση της κρατικής διακυβέρνησης. Τα κράτη-μέλη δέχθηκαν να τίθενται διαρκώς μπροστά στο δίλημμα: λιτότητα, περικοπές παροχών και δαπανών και ιδιωτικοποιήσεις, ή κίνδυνος χρεοστασίου. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για ισοδύναμες επιλογές αφού στη δεύτερη περίπτωση, τα κράτη-μέλη πρέπει να ζητήσουν ένα «πακέτο διάσωσης», το περιεχόμενο του οποίου είναι ακριβώς η λιτότητα, οι περικοπές και οι ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η συντηρητική προοπτική θεωρεί ως «ηθικό κίνδυνο» κάθε πολιτική που αποβλέπει στο να προστατεύσει συμφέροντα της εργατικής τάξης, που στηρίζει το κοινωνικό κράτος και οργανώνει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από τις επιδιώξεις των αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο νεοφιλελευθερισμός της Ευρώπης καλείται να ορίσει την ένταση της λιτότητας, με τρόπο που να επιτρέπει μια «άριστη» ισορροπία μεταξύ πολιτικού και ηθικού κινδύνου.

Σε γενικές γραμμές οι δύο αυτοί κίνδυνοι, ο «ηθικός» και ο «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Όταν αυξάνεται ο ηθικός κίνδυνος μειώνεται ο πολιτικός και αντιστρόφως. Συνεπώς, η ένταση που δημιουργείται στο σημείο συνάντησής τους επιτρέπει την κατάλληλη εξισορρόπησή τους. Οι «ανεξάρτητες αρχές» βρίσκονται σε απυρόβλητη ζώνη, στην οποία δεν μπορεί να ασκηθεί δημοκρατικός έλεγχος, ιδίως σε ό, τι αφορά τις οικονομικού χαρακτήρα αποφάσεις (σαφές παράδειγμα η «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ). Αυτές οι «ανεξάρτητες αρχές» δημιουργούν μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να εντοπίσουν το σημείο ισορροπίας των δύο «κινδύνων». Ωστόσο αυτός ο μηχανισμός είναι ατελής και αναποτελεσματικός απέναντι στην ικανότητα των ταξικών ανταγωνισμών να δημιουργούν απρόβλεπτα συμβάντα.



2. Ελλάδα:

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αμφισβητήσει ουσιαστικά το νεοφιλελευθερισμό;



2.1. Το « χρηματοδοτικό κενό» του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα



Πέντε χρόνια ακραίας λιτότητας στην Ελλάδα απονομιμοποίησαν το πολιτικό σύστημα, ιδίως με την κατάρρευση του άλλοτε ισχυρότατου ΠΑΣΟΚ που εξασφάλισε εκλογική υπεροχή και βρέθηκε στην κυβέρνηση για περίπου είκοσι χρόνια την περίοδο μετά το 1981. Οι εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015 οδήγησαν, ως γνωστόν, στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ με την υποστήριξη του συντηρητικού, αλλά αντιμνημονιακού κόμματος ΑΝΕΛ.

Οι εκλογείς έδωσαν διττή εντολή στο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, να θέσει τέλος στις πολιτικές λιτότητας. Δεύτερον, να συνάψει συμφωνία με τους δανειστές της χώρας, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (που τώρα καλούνται «οι θεσμοί»), με σκοπό να υπάρξει χρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου τομέα.

Η ενδιάμεση συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015 προέβλεπε την τετράμηνη παράταση του Μνημονίου που είχε υπογράψει η προηγούμενη κυβέρνηση (“Master Financial Assistance Facility Agreement”) με ορισμένες νέες δεσμεύσεις των δύο πλευρών και την πρόβλεψη ότι στο τέλος της μεταβατικής περιόδου θα υπογραφόταν νέα συμφωνία που θα περιλάμβανε πλαίσιο δράσης για τα επόμενα 3-4 χρόνια, καθώς και για θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος και στην οικονομία.

Η ανακωχή που αποφασίστηκε με τη συμφωνία αυτή δεν είχε πραγματικά δεσμευτικούς όρους για τους δανειστές του ελληνικού Δημοσίου. Δεδομένου ότι οι «θεσμοί» θα έκριναν μονομερώς εάν η Ελλάδα ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις της, η συμφωνία αποτελούσε για την ελληνική κυβέρνηση βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Η οποιαδήποτε απόφαση έπρεπε να τυγχάνει της έγκρισης των «θεσμών» και γι’ αυτό το λόγο δεν δόθηκαν στην Ελλάδα δόσεις του δανείου που είχαν συμφωνηθεί στο προηγούμενο Μνημόνιο.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου δεν αποκλείει τη δυνατότητα να λάβει το ελληνικό κράτος μέτρα ανακούφισης των εργαζόμενων και ενίσχυσης των θεσμών του κοινωνικού κράτους. Ωστόσο το θεμελιώδες σημείο της συμφωνίας είναι το ότι οι «θεσμοί» μπορούν να εξετάζουν και να κρίνουν ποιες μεταρρυθμίσεις δημιουργούν δημοσιονομικά προβλήματα, θέτουν εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη ή παρακωλύουν τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αυτή η πρόβλεψη εποπτείας από τους δανειστές αποτέλεσε σημαντικό εμπόδιο στην υλοποίηση του πολιτικού προγράμματος και των κοινωνικών αλλαγών που είχε επεξεργασθεί και υποσχεθεί προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ.



2.2. Η προτεραιότητα του εσωτερικού μετώπου



Τα παραπάνω μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι η παρούσα διεθνής κατάσταση χαρακτηρίζεται από την ηγεμονία δυνάμεων που περιορίζουν την ευχέρεια δράσης και απόφασης των εθνικών κυβερνήσεων τόσο στα δημοσιονομικά ζητήματα όσο και σε άλλους τομείς.

Το αποτέλεσμα όμως των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων δεν θα κριθεί από τις κινήσεις τακτικής που επηρεάζουν τη δημοσιονομική κατάσταση ούτε από το «εξωτερικό μέτωπο». Καθοριστικές θα είναι οι εξελίξεις στο εσωτερικό μέτωπο της Ελλάδας. Η μόνη ριζοσπαστική επιλογή που έχει η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η φυγή προς τα εμπρός, που θα απαλλάξει τους εργαζόμενους από την ασφυκτική πίεση του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η στρατηγική σημαίνει ότι η κυβέρνηση πρέπει να θέσει στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της δράσης της τις προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση αναδιανομής εισοδήματος και πολιτικής ισχύος προς όφελος του κόσμου της εργασίας, μέσω ανασύστασης του κοινωνικού κράτους και ουσιαστικοποίησης της δημοκρατίας με λαϊκή συμμετοχή.

Η φυγή προς τα εμπρός περιλαμβάνει μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος τόσο σε επίπεδο νομοθεσίας όσο και στο επίπεδο των μηχανισμών ελέγχου της φοροδιαφυγής των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό τα κεφάλαιο και τα πλουσιότερα στρώματα θα αναλάβουν το βάρος που τους αναλογεί. Στην ίδια κατεύθυνση θα συμβάλλει η καταπολέμηση των δομών διαφθοράς που έχουν οικοδομήσει οι ελληνικές οικονομικές ελίτ.

Όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί από στελέχη και όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί και να εκτελεσθεί ένα «Μνημόνιο για το κεφάλαιο», ως βάση μιας κοινωνικής συμμαχίας των υποτελών τάξεων. Η τόσο συχνά επαναλαμβανόμενη σε αριστερούς κύκλους φράση «να πληρώσει το κεφάλαιο» δεν ήταν ποτέ τόσο επίκαιρη όσο είναι την παρούσα στιγμή.

Η εσωτερική δυναμική, οι λαϊκές πρωτοβουλίες και οι κινητοποιήσεις θα ενισχύσουν τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές. Το ζήτημα είναι σαφώς πολιτικό. Η νεοφιλελεύθερη παγίδα μπορεί να εξουδετερωθεί μόνον εάν η κυβέρνηση δεχθεί λαϊκές πιέσεις και προκειμένου να μη διαρρήξει τη σχέση εκπροσώπησης και να παραβεί την εντολή που έλαβε με τις εκλογές, σταματήσει να πληρώνει τις δόσεις του χρέους μέχρις ότου επιτευχθεί οριστική συμφωνία με τους «θεσμούς».

Η ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων για τα ελληνικά ομόλογα μετά την καθυστέρηση πληρωμής δόσεων θα έχει πολύ μικρή σημασία, δεδομένου ότι η χώρα δεν δανείζεται πλέον στις αγορές. Και η καθυστέρηση της πληρωμής δόσεων δεν θα έχει ως συνέπεια ένα Grexit, ούτε καν ένα αυτόματο χρεοστάσιο. Την 1/5/2015, τρεις από τους μεγαλύτερους οίκους αξιολόγησης, Standard and Poor’s, Fitch και DBRS, ανακοίνωσαν ότι δεν θα θεωρήσουν χρεοστάσιο την καθυστέρηση καταβολής δόσεων της Ελλάδας προς το ΔΝΤ ή την ΕΚΤ. Εάν πάντως μια καθυστέρηση πληρωμών προς κάποιον από τους «θεσμούς» θεωρηθεί πιστωτικό γεγονός, το ΔΝΤ θα αποχωρήσει από το πρόγραμμα «διάσωσης» και αυτό θα ανοίξει το δρόμο για την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους.

Η αναγκαία «μεροληψία» του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και κατά της ολιγαρχίας εκφράζεται συχνά και με σαφήνεια σε λόγους του Αλέξη Τσίπρα. Στην ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο του The Economist στην Αθήνα, ο Πρωθυπουργός είπε το Μάιο του 2015:



«Το Μνημόνιο δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό λάθος, ένα κακό πρόγραμμα, μια παραδρομή. Το Μνημόνιο ήταν η συνειδητή επιλογή να φορτωθούν τα βάρη της οικονομικής κρίσης που προκλήθηκε από τις ανισορροπίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επιδεινώθηκε από τις εγγενείς παθογένειες του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας, να φορτωθούν, λοιπόν, αυτά τα βάρη, στις πλάτες της μισθωτής εργασίας, στις πλάτες των συνταξιούχων, της αυτοαπασχολούμενης μεσαίας τάξης και των μικρών επιχειρηματιών [...]. Οι μόνοι που δεν υπέστησαν ζημίες μέσα σε αυτή την πενταετία της τραγωδίας για την ελληνική κοινωνία και οικονομία ήταν οι Έλληνες πλούσιοι. Αυτοί που έβγαλαν τα χρήματά τους στο εξωτερικό έγκαιρα, αυτοί που συνήθιζαν να φοροδιαφεύγουν και τα χρόνια της ανάπτυξης – και δυστυχώς συνεχίζουν να φοροδιαφεύγουν μέχρι σήμερα».[8]  



Αυτή η προοπτική δεν φαίνεται ωστόσο να βρίσκεται στην ατζέντα του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος, ως γνωστό, δήλωσε μετά από τις εκλογές ότι το 70% του Μνημονίου ήταν θετικό για την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν έλεγε προεκλογικά ότι υπερασπίζεται το 70% του Μνημονίου και εάν υποτεθεί ότι το έλεγε, πιθανότατα να είχε εξαφανιστεί από τον κοινοβουλευτικό χάρτη.

Με παρόμοιο τρόπο, ο Γ. Βαρουφάκης προσπάθησε να αναδιατυπώσει την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και τη λαϊκή εντολή που έχει λάβει δηλώνοντας σε συνάντηση Ελλήνων τραπεζιτών στις 22/4/2015:



«Εν έτει 2015, μετά από πέντε χρόνια καταστροφικής ύφεσης όπου όλοι είναι θύματα, σε τελική ανάλυση, ελάχιστοι είναι οι επιτήδειοι που έχουν κερδίσει απ’ αυτή την κρίση. Η εποχή στην οποία μια κυβέρνηση της αριστεράς ήταν εξ ορισμού αντίθετη με τον χώρο της επιχειρηματικότητας έχει παρέλθει. Αν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα αναπτυσσόμαστε, τότε μπορεί να ξανααρχίσουμε να μιλάμε για συγκρουόμενα συμφέροντα εργασίας και κεφαλαίου. Σήμερα είμαστε μαζί».[9]



Το Μνημόνιο θεωρεί ότι η οικονομική ανάπτυξη θα βασιστεί στις εξαγωγές και ότι η οποιαδήποτε αύξηση των μισθών βλάπτει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Άρα «δεν είμαστε μαζί». Δεν ενδιαφέρει εδώ το ότι αυτή η θεώρηση είναι απολύτως εσφαλμένη. Ενδιαφέρει το ότι την ασπάζονται οι «θεσμοί» και, δυστυχώς και ο Έλληνας Υπουργός Οικονομικών, 10 αλλά και ένα μέρος στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που υιοθετούν κυρίαρχες αντιλήψεις και αντιλαμβάνονται το Μνημόνιο απλώς ως ένα «οικονομικό σφάλμα», με την έννοια ότι οδηγεί στην ύφεση και η ύφεση εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη.

Σε πείσμα όλων αυτών, η πλειοψηφία της κοινωνίας θα είναι πάντα αντίθετη στη συρρίκνωση των μισθών και στην επιβολή της επισφαλούς απασχόλησης, στον εκφυλισμό και στη συρρίκνωση των δημόσιων-κοινωφελών υπηρεσιών, που αυξάνουν το κόστος της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης. Ο κόσμος της εργασίας θα αντιλαμβάνεται πάντα την «κρίση της εργασίας» (δηλαδή την ανεργία, την κατάργηση δικαιωμάτων, την επισφαλή και υποαμειβόμενη εργασία, κλπ.) ως μια κοινωνική ασθένεια που πρέπει να αντιμετωπιστεί καθαυτή και άμεσα και όχι να θεωρηθεί ως πρόβλημα που θα επιλυθεί μελλοντικά, μετά από την ανάκαμψη των κερδών.

Οι δυνάμεις της εργασίας σε ένα κοινωνικό σχηματισμό που έχει γνωρίσει ταχύτατη μείωση του ΑΕΠ κατά 25%, έχει δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας και βιώνει τη διαρκή πτωχοποίηση των εργαζομένων με ταυτόχρονη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, όπου οι συνθήκες εργασίας γίνονται όλο και δυσμενέστερες, αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις που χαρακτηρίζονται παράλληλα από υψηλή πολιτικοποίηση και που συνειδητοποιούν σε μεγάλο βαθμό τις αντιφάσεις και τις ταξικές στρατηγικές, δύσκολα θα ακολουθήσουν τυφλά πολιτικές που ευνοούν το κεφάλαιο.

Το ιστορικό στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς να κατακτήσει την ηγεμονία με το να εκφράσει τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας που αγωνίζεται ενάντια στα καπιταλιστικά συμφέροντα. Δεν υπάρχει χώρος για άσκηση πολιτικής «εν γένει» και για «εθνικά» ιδεολογήματα του τύπου «όλοι μαζί» ενάντια στους ξένους ή «όλοι μαζί» για την Ελλάδα ενάντια στη Γερμανία ή την ΕΕ.

Πρέπει να απαντήσουμε στις προκλήσεις της συγκυρίας χωρίς δισταγμούς και μισόλογα. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στη λιτότητα και το νεοφιλελευθερισμό. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πρέπει και μπορεί να επανιδρυθεί, οι κοινωνικές ανάγκες πρέπει να αποκτήσουν προτεραιότητα έναντι του «οργανωμένου χρήματος».

---------------------------------------------
[1] Επεξεργασμένη μορφή ομιλιών στο London School of Economics στις 30/4/2015 με θέμα “Is Austerity Winning the Argument on Euro-Zone Recovery?” και στο Forum international στις 2-5-2015 στη Λοζάνη με θέμα “Le troisième âge du capitalisme, sa physionomie socio-politique à l’orée du XXIe siècle. En mémoire d’Ernest Mandel (1923-1995)”.

[2] Για μια κριτική αυτών των προσεγγίσεων, βλ. D. P. Sotiropoulos, J. Milios, S. Lapatsioras, “Addressing the Rationality of ‘Irrational’ European Responses to the Crisis. A Political Economy of the Euro Area and the Need for a Progressive Alternative”, in A. Bitzenis, N. Karagiannis, J. Marangos (eds.), Europe in Crisis, London: Palgrave, 2015: 67-76.

[3] Ο Μαρξ εξήγησε με μεγάλη σαφήνεια αυτό το θέμα. Ασκεί κριτική στις υποκαταναλωτικές προσεγγίσεις που διαβλέπουν την αιτία των κρίσεων στην έλλειψη πραγματικής ζήτησης και επισημαίνει ότι οι κρίσεις ξεσπούν ακριβώς όταν η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων έχει φτάσει σε υψηλό σημείο: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώσει ή καταναλωτών ικανών να πληρώσουν. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης παρά την κατανάλωση με πληρωμή εκτός από την κατανάλωση sub forma pauperis [την κατανάλωση των απόρων] ή των “κατεργάρηδων”. Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα, δεν σημαίνει άλλο παρά πως δε βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλαδή καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική ή την ατομική κατανάλωση). Αν όμως, για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μια επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί, τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα-ίσα από μια περίοδο όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter (πράγματι) μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα έπρεπε από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγιούς και απλού λογικού ν’ απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή ή κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση», Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 2ος, Αθήνα 1979: 411. Άρα η κρίση σημαίνει έλλειψη υπεραξίας και όχι έλλειψη ζήτησης.

[4] Ο Μαρξ δείχνει ότι η ικανότητα της καπιταλιστικής τάξης να αναδιοργανώνει την παραγωγή, να εκσυγχρονίζει τα μέσα παραγωγής και να εξοικονομεί σταθερό κεφάλαιο (ως τρόπο εξόδου από κρίσεις υπερσυσσώρευσης) δεν συνιστά τεχνική πλευρά της οικονομικής δραστηριότητας. Πρόκειται για το αποτέλεσμα ορισμένου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων. Η αναδιοργάνωση μιας επιχείρησης σημαίνει, πρωταρχικά, τη μεταβολή μιας σειράς κοινωνικών (ταξικών) σχέσεων και αποβλέπει στην επίταση της εκμετάλλευσης. Αυτή η διαδικασία σημαίνει, αφενός, την αύξηση του βαθμού ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας από την τάξη των καπιταλιστών και, αφετέρου, μέσα από την οποία μπορεί να προκύψει ακόμα και η οικονομία στη χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής (σταθερού κεφαλαίου): «Μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα όλες οι μέθοδες αύξησης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας εφαρμόζονται σε βάρος του ατομικού εργάτη. όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής μετατρέπονται σε μέσα κυριάρχησης και εκμετάλλευσης του παραγωγού, κολοβώνουν τον εργάτη και τον κάνουν μερικό άνθρωπο, τον υποβιβάζουν σε εξάρτημα της μηχανής [...] Όμως όλες οι μέθοδες παραγωγής υπεραξίας είναι ταυτόχρονα μέθοδες συσσώρευσης, και κάθε επέκταση της συσσώρευσης γίνεται αντίστροφα μέσο ανάπτυξης αυτών των μεθόδων. Και το αποτέλεσμα είναι, στο μέτρο που συσσωρεύεται το κεφάλαιο, να χειροτερεύει υποχρεωτικά η κατάσταση του εργάτη, αδιάφορο αν είναι καλή ή κακή η πληρωμή του», Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1: 668.

[5] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3ος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1978: 480.

[6] Το Κεφάλαιο, τ. 1: 246.

[7] “We know now that Government by organized money is just as dangerous as Government by organized mob.” Franklin D. Roosevelt, “Address at Madison Square Garden”, 31/10/1936 (http://www.presidency.ucsb.edu/ws/?pid=15219).


[9] http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2015/04/blog-post_770.html . Η έμφαση προστέθηκε.

[10] «Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός την βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. [...]. Η στροφή προς ένα αναπτυξιακό υπόδειγμα με εξωστρεφή προσανατολισμό, φαίνεται να επιτυγχάνεται το 2013 και το 2014, όπου το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών κατέγραψε πλεονάσματα ύψους 0, 6% και 0, 9% του ΑΕΠ αντίστοιχα». Υπουργείο Οικονομικών, Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων, Απρίλιος 2015: 3 (http://ec.europa.eu/europe2020/pdf/csr2015/nrp2015_greece_el.pdf).


Πηγή Θέσεις, Τεύχος 132, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2015. Η ύλη του τρέχοντος τεύχους (με τίτλο "Πατρίκιοι εναντίον πληβείων") διατίθεται ελεύθερα στον ιστότοπο της επιθεώρησης.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Το δημοψήφισμα ως γενική βούληση


του Αλέξανδρου Κιουπκιολή


Κατά την αντίληψη του Rousseau, στη λειτουργία της δημοκρατίας η γενική βούληση αποσκοπεί στο γενικό συμφέρον μιας κοινότητας πολιτών. Το ελληνικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δείχνει πώς αυτό το συμφέρον δεν είναι ούτε κάτι αντικειμενικά δεδομένο που μένει να ανακαλυφθεί με ορισμένες διαδικασίες, ούτε κάτι που συμπίπτει απλώς με τη βούληση της πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να λάβει αποφάσεις που αποδεικνύονται συν τω χρόνω επιζήμιες για το συμφέρον της κοινότητας. Το γενικό συμφέρον κατασκευάζεται ενεργά μέσα από δημόσιες εκφράσεις της γενικής βούλησης, οι οποίες έχουν έναν ανεξάλειπτα επιτελεστικό χαρακτήρα. Δημιουργούν, δηλαδή, αυτό που ονομάζουν∙ όπως κατά την Judith Butler η πρόταση-έγκληση «είσαι αγόρι» παράγει μια έμφυλη ταυτότητα για ένα νεαρό υποκείμενο, υπάγοντάς το σε συγκεκριμένους κανόνες του φύλου.

Η εν λόγω επιτέλεση, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται με μαγικό και παντοδύναμο τρόπο τη στιγμή μιας πρώτης εκφώνησης, η οποία «γεννά» πράγματα και καταστάσεις ονοματίζοντάς τα. Η αρχική στιγμή της κατονομασίας δηλώνει μάλλον την έναρξη μιας διαδικασίας κοπιώδους δημιουργίας, με διάρκεια στον χρόνο και πιθανότητες αποτυχίας. Στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, συγκροτεί ένα γενικό συμφέρον το οποίο απαιτεί από εδώ και στο εξής συστηματική δράση, σχέδιο, προσπάθεια και ευτυχείς συγκυρίες για να καταστεί πράγματι συμφέρον για την κοινωνική πλειοψηφία.

Η γενική βούληση εκδηλώνεται συχνά με μια γενική διακήρυξη («όχι στη συνέχιση της λιτότητας που επιβάλλουν οι δανειστές») η οποία γίνεται εκ των πραγμάτων πεδίο αγώνων εκπροσώπησης και αντικείμενο αντικρουόμενων ερμηνειών, λόγω της γενικότητάς της που θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί σε ειδικές και μεταβλητές συνθήκες. Θα είναι έργο της κοινωνικής κίνησης, λοιπόν, να δείξει στην πράξη, με τις μαζικές πρωτοβουλίες και με την αποφασιστικότητά της, αν η κοινωνική στράτευση και η ενεργός συμμετοχή σε αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, καθώς και το πλειοψηφικό «Όχι», σημαίνουν τη βούληση για αντίσταση στον σύγχρονο καπιταλισμό και τις ολιγαρχίες του, και τη θέληση για μια άλλη, συμμετοχική και κοινωνική δημοκρατία. Θα είναι έργο της κεντρικής κυβέρνησης και της ηγεσίας της να δείξουν αν η άμεση προσφυγή στην ετυμηγορία των πολιτών ήταν απλώς ένας ελιγμός ή μια απόπειρα χειραγώγησης ή μια έκφραση της συνειδητοποίησης ότι ουσιαστική δημοκρατική αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει σήμερα χωρίς την πλατιά και ελεύθερη κοινωνική συμμετοχή στη διακυβέρνηση, η οποία θα πρέπει να διευρυνθεί και να θεσμοποιηθεί συστηματικά.

Παρότι η δημοσιοποίηση της γενικής βούλησης μέσα από θεσμούς άμεσης δημοκρατίας αποτελεί μια ύψιστη εκδήλωση της λαϊκής κυριαρχίας, η γενική βούληση και η λαϊκή κυριαρχία δεν συνιστούν έναν καθαρό βολονταρισμό. Δεν είναι, δηλαδή, η εμφάνιση εκ του μηδενός μιας πανίσχυρης δύναμης που φτιάχνει τον κόσμο όπως θέλει, σύμφωνα με την υπόθεση μιας ορισμένης θεολογίας του Λαού που αντικατέστησε με αυτόν την ιδέα του παντοδύναμου Θεού. Γιατί, προφανώς, η Vox Populi των πολιτών της Ελλάδας αποτελεί τώρα μία μόνον δύναμη, η οποία πολύ απέχει από το να είναι η ισχυρότερη, σε έναν ευρύτερο συναστερισμό δυνάμεων. Αλλά και γιατί το «Όχι» της απαντοχής σε συνθήκες τρομοκράτησης ήταν προϊόν υποκειμενικών βουλήσεων που είχαν σφυρηλατηθεί από καιρό σε ποικίλα διαφορετικά πλαίσια. Μεταξύ άλλων, στις πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς και των διεκδικήσεών της, στις συνθήκες της οξείας επισφάλειας πολλών που οδήγησαν σε μια πάλη διαρκείας με τον φόβο εν μέσω κρίσης, αλλά και στα πιο πρόσφατα κινήματα της αγανάκτησης και της αναζήτησης μιας άλλης δημοκρατίας, τα οποία είχαν τη μεγαλύτερη απήχηση στη νεολαία και αντικατοπτρίστηκαν στο δικό της μαζικό Όχι. Αυτή είναι μια υπόθεση που αξίζει να θυμόμαστε και να τιμούμε στην πράξη. Τόσο οι αντιστάσεις όσο και οι θετικές δημοκρατικές διεκδικήσεις της κοινωνίας δεν είναι το θαύμα μιας ξαφνικής επιφοίτησης ή της καθοδήγησης από μια χαρισματική (ή τυχερή) ηγεσία. Είναι απότοκος μακρόχρονων και επίμοχθων κοινωνικών κινήσεων μέσα στις καθημερινότητες των πολλών. Στο Όχι της 5ης Ιουλίου αντήχησαν ξανά οι φωνές της κοινωνικής αγανάκτησης και αυτο-οργάνωσης, οι οποίες ξεπερνούν τα οποιαδήποτε σχέδια πολιτικών ηγεσιών, δίνουν τα δικά τους νοήματα στις πολιτικές διαδικασίες και κάθε άλλο παρά έχουν εξαφανιστεί. Αυτό έγινε σε πείσμα όσων διέγραψαν τις πλατείες των Αγανακτισμένων του 2011 ως πολιτικά ασήμαντες, αδύναμες, χαώδεις, επικίνδυνες και φευγαλέες «οριζοντιότητες», οι οποίες δεν μπορούν να επιτύχουν πολιτικά αποτελέσματα χωρίς εκπροσώπηση στο πολιτικό σύστημα και χωρίς ιεραρχικές μορφές οργάνωσης και διακυβέρνησης. Για μία ακόμη φορά, φαίνεται ότι ισχυρές εκφορές της δημοκρατικής κυριαρχίας και πράξης προκύπτουν από πολύμορφες και αντιφατικές συζεύξεις μεταξύ κάθετης εκπροσώπησης-διακυβέρνησης και άμεσης κοινωνικής αυτενέργειας, και ότι η κοινωνική κινητοποίηση λειτουργεί με άλλους χρόνους και σε άλλα επίπεδα, αλλά φέρει μια δική της αποτελεσματικότητα που μπορεί να είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.

Η γενική βούληση δεν εμφανίζεται ως ενιαία αλλά ως διαιρεμένη, όταν η πληθώρα των διαφορών που εμπερικλείει δεν είναι δυνατόν να συμβιβαστούν και, ιδίως, όταν το γενικό συμφέρον επιδιώκεται, μέσα σε καθεστώτα μεγάλων ανισοτήτων και κυριαρχίας, όπου οι πολλοί καλούνται να αντιμετωπίσουν ισχυρές μερικότητες - τις προνομίες και τις εξουσίες ολίγων. Σε τέτοιες περιστάσεις, η δημοκρατική βούληση απαιτεί πρωτίστως τη συστράτευση των πολλών εναντίον των ολίγων, η οποία είναι η κύρια δύναμη της πλειοψηφίας απέναντι σε κατεστημένες μειοψηφίες με εδραία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ισχύ. Και ένα βασικό διακύβευμα εν προκειμένω αφορά το πώς ο πολιτικός ανταγωνισμός για την ανατροπή της κυριαρχίας των ολίγων θα είναι και ριζικός και δυνατός ώστε να αποβεί νικηφόρος, αλλά δεν θα εκτραπεί σε έναν πόλεμο, όπου και οι ολίγοι είναι πιθανόν σήμερα να έχουν συντριπτική υπεροπλία αλλά και μια θεμελιώδης συνθήκη της σύγχρονης ισοελευθερίας θα καταλυθεί - το βασικό πλαίσιο των ίσων συνταγματικών ελευθεριών.

Συνεπώς, για να δοθεί συνέχεια σε αυτή την αρχόμενη στιγμή της λαϊκής κυριαρχίας, για να επιτελεστεί σήμερα η γενική βούληση και το γενικό συμφέρον που εκφώνησε και άρχισε να δημιουργεί, θα απαιτηθούν πολλαπλοί αγώνες, συμμετοχική δημοκρατία, κοινωνική αυτο-οργάνωση, ανθεκτικότητα, δημιουργικότητα, και μια δυσχερής διατήρηση λεπτών ισορροπιών. Μια μαχητική και αποφασισμένη αντιπαράθεση με τις ελίτ καλείται να προασπίσει παράλληλα το δημοκρατικό πλαίσιο και τα συνταγματικά δικαιώματα, όχι μόνο ή κυρίως από παρεκτροπές των πολλών αλλά και από τις επιβουλές των ολίγων προς όφελος των δικαιωμάτων όλων – και των ολίγων. Αν η δημοκρατία είναι γεμάτη παράδοξα, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται πράξη στον βαθμό που διαχειρίζεται δημιουργικά και αποφασιστικά αυτά τα παράδοξα χωρίς απλώς να τα προσπερνά ή να επιδιώκει να τα συντρίψει, καταστρέφοντας έτσι τον θεμελιώδη της όρο, τη δημοκρατία.


Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει πολιτικές θεωρίες στο ΑΠΘ.


ΣΥΜΦΩΝΙΑ 10/7/2015: Προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα


του Σπύρου Λαπατσιώρα


Αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά μας είναι ο εγκλωβισμός μίας στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ που πίστεψε ότι μπορεί να κυβερνήσει όπως προ κρίσης (ala Καραμανλή, Σημίτη) χωρίς τους μετασχηματισμούς που απαιτούνται.

Στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες μετά την κρίση του 2008, ειδικά στην ελληνική μετά την «πολεμικού τύπου» ύφεση, οι μόνοι δρόμοι είναι είτε να πληρώσουν την έξοδο από την κρίση οι υποτελείς τάξεις (αυτό που συντελείται ήδη και συνομολογεί η κυβέρνηση εν πολλοίς) είτε να πληρώσουν οι ανώτερες τάξεις. Αυτό δεν γίνεται με λόγια αλλά με πραγματικά αποτελέσματα στον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων και αποτυπώνεται σε νόμους, πρωτοβουλίες και όχι σε συμβολικά «μέτρα» για να σωθούν τα προσχήματα.

Η κυβέρνηση παγιδεύτηκε σε ένα σχέδιο «ιστορικού συμβιβασμού» πολύ πριν γίνει κυβέρνηση, ό,τι ονομάστηκε «ωρίμανση» του ΣΥΡΙΖΑ και πίστεψε ότι μπορεί να κάνει το αδύνατο.

Όσο αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας δεν αλλάζει τίποτα για τα κατώτερα στρώματα. Ούτε μπορεί να αλλάξει τον κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων κάποιο νόμισμα. Ευρώ, δραχμή, IOU, δολάριο, λίρα Τουρκίας. Μνημόνια για το λαό θα κληθούν να αποδεχθούν σε κάθε νόμισμα αν δεν τεθεί αυτό το ζήτημα.

Όσο η αριστερά αντί να ξεκινά από το ζήτημα που έχει θέσει με τον πλέον έμπρακτο τρόπο η κρίση, το ζήτημα της αλλαγής κοινωνικών συσχετισμών υπέρ του κόσμου της εργασίας, τότε θα παρουσιάζεται ως μία πρόταση διακυβέρνησης που με το ένα ή το άλλο νόμισμα δεν έχει καμία πρόταση να καταθέσει στην Ιστορία.

Θα παρουσιάζεται ως μία κυβέρνηση η οποία θα κάνει ανθρώπους σαν τον Μπόφινγκερ (μέλος της επιτροπής των πέντε «σοφών» στη Γερμανία) να απορούν: «θα περιμέναμε από μία αριστερή κυβέρνηση να κάνει ό, τι κάναμε εμείς στη Γερμανία το 1952»: να επιβάλλει μία 50% έκτακτη εισφορά στον πλούτο για να γίνουν αναπτυξιακά έργα και να στηριχτεί το κοινωνικό κράτος. Αποτελεί ντροπή για μία επονομαζόμενη αριστερή κυβέρνηση να την κατηγορεί, όχι μία και δύο αλλά πολλές φορές, ο Γιούνκερ ότι αποστρέφεται μέτρα που επιβάλλουν βάρη στον πλούτο και ο φόρος για τους εφοπλιστές ή το κόψιμο των αμυντικών δαπανών να εμφανίζονται ως δική του συμβολή.

Με άλλα λόγια από τις 25 Ιανουαρίου ποιο αξιόπιστο σχέδιο μεταρρυθμίσεων πρότεινε η κυβέρνηση; Κάποιο σχέδιο ρήξης, οργάνωσης αναδιανομής, πλούτου, εισοδημάτων και ισχύος, υπέρ των κατώτερων τάξεων ώστε να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός αναπτυξιακού σχεδίου; Απάντηση: Σε καμιά περίπτωση. Η αυταπάτη, κατανοητή ως αυθόρμητη ιδεολογία, ότι το πρόβλημα ήταν απλά η «παραγωγική ανασυγκρότηση» και όχι το σχέδιο αναδιανομής που της δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο και την οργανώνει, αποτέλεσε το όχημα αυτής της κατάληξης - δε υπάρχει κοινωνική σύγκρουση μόνο ανάπτυξη.

Αυτή η στρατηγική αυταπάτη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι μπορεί να κυβερνήσει όπως ο Καραμανλής ή ο Σημίτης πριν το 2008, ότι είναι δυνατό να υπάρξει ταξικός συμβιβασμός στις κοινωνίες μετά την κρίση, έχει ένα αποτέλεσμα: Την ήττα για τις λαϊκές τάξεις της ελληνικής κοινωνίας και για την αριστερά.

Με δεδομένους τους συσχετισμούς στην Ευρώπη και την αντίδραση σε κάθε προσπάθεια αλλαγής της, ειδικά από μία κυβέρνηση που προέρχεται από την αριστερά, ο μόνος δρόμος που μπορούσε να υπάρξει και να έχει μία πιθανότητα επιτυχίας, ένας δρόμος εκτός της ΤΙΝΑ, ήταν με πειστικό τρόπο να φανεί ότι υπάρχει μία κυβέρνηση που θέλει η Ελλάδα να αλλάξει. Που υλοποιεί ό,τι θεωρούνταν ως πρόγραμμά της πριν τις εκλογές στα διεθνή «φόρα» και εν πολλοίς είχε γίνει αποδεκτό ως βάση συζήτησης. Θα πληρώσουν οι πλούσιοι, θα χτυπήσουμε την ολιγαρχία, θα μεταρρυθμίσουμε το κράτος. Σχέδιο το οποίο θα της έδινε ένα πάτημα να αντέξει και όχι να οδηγηθεί στον ολισθηρό δρόμο που άνοιξε με τη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, την οργάνωση της «συνέχειας του κράτους».

Μία κυβέρνηση που δεν έκανε τίποτα από αυτά, που δεν κατέθεσε σχέδιο γι’ αυτά ήταν καταδικασμένη να χάσει την αξιοπιστία της και να ηττηθεί.

Να οδηγηθεί στην εκτυφλωτική απορία του Μπόφινγκερ, που και μόνο η διατύπωσή της δείχνει τις ιστορικές ευθύνες της κυβέρνησης τη στιγμή που οδηγήθηκε να ψηφίσει ένα νέο Μνημόνιο, το οποίο ακόμα και μετά την ψήφισή του δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μπορεί να εφαρμοστεί.

Η ελληνική κοινωνία παγιδεύτηκε από το 2010 στο δίλημμα «Συμφωνία/Μνημόνιο» ή «δραχμή», έργο το οποίο παίζεται μέχρι και σήμερα, επειδή δεν ήθελε κανείς να συζητήσει το ουσιώδες: τους μετασχηματισμούς και τις προϋποθέσεις τους, που υποδηλώνει το σύνθημα «να πληρώσουν οι πλούσιοι», για το οποίο ειπώθηκαν διάφορα «απεταξάμην» καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ όδευε προς την κυβέρνηση.


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Η ιστορία που επαναλαμβάνεται… Η κομέντια ντελ άρτε και η Αριστερά


της Μαρίας Κακογιάννη


«Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα».
-Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Κατά τη διάρκεια του 2011, τα κινήματα των πλατειών ήρθαν να ξεσκεπάσουν με βίαιο συμβολικό τρόπο την φαρσοκωμωδία της φιλελεύθερης δημοκρατίας που παίζονταν στις πλάτες των λαών όπου στο όνομα «προγραμμάτων σωτηρίας», οι πιστωτές και οι «θεσμοί» τους υπαγόρευαν στα εθνικά κοινοβούλια τις υποχρεωτικές επιλογές και καταστρατηγούσαν συντάγματα, κοινωνικά κεκτημένα, συλλογικές συμβάσεις και ούτω καθεξής. Τον Νοέμβριο του 2011, λοιπόν, ο Γ. Παπανδρέου προκήρυξε δημοψήφισμα, σε μια κίνηση που επεδίωκε να γίνει αποδεκτό ένα νέο μνημόνιο. Η έκκληση δημοκρατίας εν προκειμένω δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα στην υπηρεσία του θατσερικού «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Στόχος του δεν ήταν η δημιουργία συνθηκών για μια επιλογή από τους πολίτες, αλλά η εξασφάλιση της εθελοδουλείας απέναντι στην μόνη λύση και τον πολιτικό μονόδρομο. Την συνέχεια την ξέρουμε: δημοψήφισμα δεν έγινε ποτέ. Αντ΄ αυτού, είχαμε μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με επικεφαλής έναν τραπεζίτη.

Αν εκείνο το πρώτο δημοψήφισμα είναι αναμφισβήτητα η στιγμή της φάρσας, το ζητούμενο είναι κατά πόσο η επανάληψη της ιστορίας σήμερα αντιστοιχεί ή θα αποδειχτεί εκ των υστέρων η στιγμή της τραγωδίας: η τραγική απομυθοποίηση άλλης μιας «νέας Αριστεράς». Κι αν όχι σε ποιο βαθμό, η κωμική δύναμη μπορεί να υποστηρίξει μία γόνιμης ζύμωση ανάμεσα στην αυτονομιστική δυναμική των λαϊκών κινημάτων και το θεσμικό παιχνίδι των εξουσιών, ικανή να εγγραφεί με διάρκεια μέσα στο χρόνο.

* * *

Ο πολιτικός ορίζοντας μέσα στον οποίο πλέουμε από τη δεκαετία του ’80, είναι αυτός του περίφημου «Τέλους της Ιστορίας». Πλέουμε είναι μία άστοχη έκφραση, μάλλον θα έπρεπε να μιλάμε για ναυάγιο, στο βαθμό που η πλοήγηση στο άγνωστο χρειάζεται τουλάχιστο μία ελπίδα για βάρκα. Το σκηνικό που κληρονομήσαμε ήταν η αποσάθρωση της κομμουνιστικής υπόθεσης μετά το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι εφιάλτες του ολοκληρωτισμού, η ιδεολογική χρεοκοπία των πρωτοποριών και ακόμα ριζικότερα κάθε ελπίδας «να αλλάξουμε το κόσμο». Οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις τύπου Μιτεράν ή Παπανδρέου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, συνέβαλαν τον οβολό τους στην τελική εκποίηση κάθε υπόσχεσης «αλλαγής». Μετά τα ταραγμένα χρόνια του ΄60 και του ΄70, καθώς τα επαναστατικά όνειρα και τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης αρχίζουν να μπαίνουν σε μία περίοδο ύφεσης, η Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας συνέβαλε με τον τρόπο της στην ολοκληρωτική αποδόμηση και την πολιτική αϋπνία των καιρών μας. Στο μέτρο αυτό, όπως ήταν εύλογο, η ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και πράξη ανέπτυξε αντανακλαστικά ιδιαίτερης καχυποψίας απέναντι στη θεσμική Αριστερά.

Το τέλος της Ιστορίας που εξαγγέλθηκε το 1989 ευτυχώς δεν φάνηκε να κράτησε πολύ. Μετά την κρίση του 2008, ξεσπούν σε όλο τον κόσμο μαζικές διαμαρτυρίες, ταραχές και εξεγέρσεις. Έπειτα από ένα διάλειμμα 40 χρόνων, μία καινούρια περίοδος φαίνεται να ξεκινά για τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να διαμορφωθεί η υπόθεση μίας « νέας Αριστεράς» στον ευρωπαϊκό χώρο.

Κάπου εδώ όμως αρχίζει το σκάνδαλο. Και κάπου εδώ θα παιχτεί η τραγικότητα ή η κωμική ίσως δυναμική της παρούσας στιγμής. Μία νέα Αριστερά διαμορφώνεται «μετά» τα κινήματα σαν ένα είδος οπισθοφυλακής σε αντιδιαστολή με την παλιά αντίληψη του κόμματος ως οργανωμένη πρωτοπορία. Αποκτά ευρείες διαστάσεις μέσα από τις στάχτες τις εξέγερσης και προσπαθεί να οργανώσει την «επόμενη μέρα», διεκδικώντας την κρατική εξουσία. Σε ποιο βαθμό η ιστορία δεν θα επαναλάβει άλλη μια προδοσία των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, άλλoν ένα θρίαμβο της αναπαράστασης; Η υπόθεση μοιάζει όντως σκανδαλώδης κι αυτό γιατί έρχεται σε σύγκρουση με δύο βασικά μοτίβα της ριζοσπαστικής σκέψης στην εποχή μας:

την καχυποψία και την αποστροφή για τις κάθετες δομές (κόμμα, συνδικάτο), τις επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε είδους ηγεσία, σε αντιδιαστολή με την κατηγορική προσταγή για οριζόντιες μορφές αποκλειστικού τύπου.

την παραδοχή ότι η εξουσία δεν ανήκει στο Κράτος, έχει πάψει να είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν.

Ο συνδυασμός των δύο μας δίνει τις συντεταγμένες του σκανδάλου: πώς μία Αριστερά πρεσβεύει ότι παραμένει πιστή στα αμεσο-δημοκρατικά κινήματα και τους λαϊκούς αγώνες, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί την κρατική εξουσία για να αλλάξει τα πράγματα; Για να δοκιμάσει έστω μία υποτυπώδη διαπραγμάτευση με αυτούς που δεν φαίνονται αλλά κυβερνούν;

* * *

Το 1972, ο Φουκό διατύπωνε με ιδιαίτερη οξυδέρκεια το πρόβλημα της εξουσίας και το πως αυτό αφήνει ανοικτά ζητήματα όσον αφορά νέες επαρκείς μορφές πάλης:

«Η δυσκολία μας να βρούμε επαρκείς μορφές πάλης δεν ένα αποτέλεσμα του γεγονότος ότι συνεχίζουμε να αγνοούμε τι είναι η εξουσία; Μετά από όλα αυτά οφείλαμε να περιμένουμε μέχρι τον 19ο αιώνα πριν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τη φύση της εκμετάλλευσης, και μέχρι σήμερα, έχουμε δρόμο ακόμα για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της εξουσίας. (...) Η αναζήτηση της εξουσίας παραμένει ένα συνολικό αίνιγμα. Ποιος ασκεί την εξουσία; και σε ποια σφαίρα; Τώρα ξέρουμε με λογική βεβαιότητα ποιος μας εκμεταλλεύεται, ποιος λαμβάνει τα κέρδη, ποιοι άνθρωποι συμμετέχουν, και ξέρουμε πώς αυτά τα αποθέματα επανεπενδύονται. Αλλά για την εξουσία... ξέρουμε ότι δεν είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν».[1]

Πριν από την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, ο Γ. Βαρουφάκης με άρθρο του στην εφημερίδα Irish Times δεν δίστασε να βάλει σε λόγια, ως επώνυμος εκπρόσωπος εκλεγμένης κυβέρνησης, κάτι που συχνά ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι ανώνυμοι που κατεβαίνουν στο δρόμο: την παρωδία «διαπραγμάτευσης», στο μέτρο που είναι μονόπλευρη, ανάμεσα σε εκλεγμένους αντιπρόσωπους και σε μη εκλεγμένους αξιωματούχους των «θεσμών».

«Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σχόλιο από κάθε άλλο υπουργό Οικονομικών έκανε ο Μάικλ Νούναν (υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας). Διαμαρτυρήθηκε γιατί οι υπουργοί δεν είχαν γίνει κοινωνοί των προτάσεων των δανειστών πριν να τους ζητηθεί να συμμετέχουν στη συζήτηση. Στη διαμαρτυρία του να προσθέσω τη δική μου: Δεν μου επετράπη να μοιραστώ με τον κ. Νούναν ή με οποιονδήποτε άλλο υπουργό Οικονομικών τις γραπτές μας προτάσεις. (...) Η ευρωζώνη κινείται μυστηριωδώς. Βαρυσήμαντες αποφάσεις λαμβάνονται από υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι παραμένουν στο σκοτάδι όσον αφορά τις λεπτομέρειες, την ώρα που μη εκλεγμένοι αξιωματούχοι ισχυρών θεσμών συνεχίζουν σε μονόπλευρες διαπραγματεύσεις με μια μοναχική κυβέρνηση που βρίσκεται σε ανάγκη».[2]

Τα λόγια του Βαρουφάκη μοιάζουν με έναν αυτοσχεδιασμό ενός άλλου Μπριγκέλα, ενός από τους κλασικούς χαρακτήρες της κομέντια ντελ άρτε. Το όνομά του σημαίνει διαμάχη (briga), μπορεί και παρουσιάζει με λίγα λόγια όλο το θεατρικό στους θεατές. Σε «φυσιολογικές» συνθήκες είναι πράγματα που δεν λέγονται «από τα πάνω».

* * *

Είναι γνωστό πλέον ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε, υπό πίεση, ένα νέο μνημόνιο και ύστερα από αυτό ένα χειρότερο και μετά ένα ακόμα χειρότερο. Η «διαπραγμάτευση» ανατινάχτηκε από τους δανειστές, παρά την υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, αυτό που πάνω απ΄όλα επιθυμούσαν οι δανειστές και τα ακρωνύμιά τους (FMI, ΕΚΤ, κτλ.) ήταν η πολιτική ταπείνωση της «νέας Αριστεράς». Αν ο Γ. Παπανδρέου ήθελε απλά με το δημοψήφισμά του να κάνει αποδεκτό τον πολιτικό μονόδρομο και την έλλειψη εναλλακτικής, ο Τσίπρας θέλησε να διασώσει την δυνατότητα ενός άλλου δρόμου. Χρέος της «νέας Αριστεράς» δεν είναι να πάρει τη σκυτάλη από τα μαζικά λαϊκά κινήματα αξιώνοντας το εαυτό της ως καινούριο οδοστρωτήρα, όσο το να μην ξεπουλήσει την όποια νέα ελπίδα στο βωμό της ναρκισσιστικής της εμμονής να παραμείνει στην εξουσία. Ή, για να το πούμε πιο απλά, ο δρόμος είχε πάντα την δική του ιστορία, η «νέα Αριστερά» μπορεί να συμμετέχει παίζοντας τον ρόλο της, στο βαθμό που ανάμεσα στο δίλημμα ρήξη με τα κινήματα χειραφέτησης ή πτώση από την κυβέρνηση, θα προτιμά πάντα το δεύτερο.

Η μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, που κυριαρχούσε στην αντίληψη της παραδοσιακής Αριστεράς, έπαιρνε τη μορφή ενός «ναι μεν αλλά».[3] Ναι μεν υπάρχουν πολλές μορφές εξουσίας αλλά η κρατική εξουσία δεν είναι μια μορφή όπως οι άλλες. Γι΄αυτό και ήταν κύριας σημασίας για την Αριστερά να μπορέσει να βρει τις στρατηγικές εκείνες που θα της επέτρεπαν όχι μόνο να πάρει αλλά και να παραμείνει στην κρατική εξουσία (μέχρι να αλλάξει ή και να καταστρέψει τον κρατικό μηχανισμό). Στο βαθμό που η νέα Αριστερά θα παραμείνει πιστή στη μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, υποσχόμενη ότι θα καταφέρει να αλλάξει έτσι τα πράγματα και να μετατρέψει τους λαϊκούς αγώνες σε θεσμικές διαπραγματευτικές νίκες, θα εκτίθεται σε άλλη μια τραγική απομυθοποίηση. Και σύντομα ο κόσμος θα αποσύρει και πάλι την όποια εμπιστοσύνη του και θα γυρίσει μαζικά στην μελαγχολία, τα εκάστοτε ξεσπάσματα οργής και τη μειονοτική πολιτική της προστασίας μικρών εναλλακτικών χώρων. Το δημοψήφισμα δεν ήταν προϊόν διαπραγματευτικού σχεδιασμού: ήταν ένας αυτοσχεδιασμός που επέβαλλαν οι περιστάσεις ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί η κομέντια ντελ άρτε με τους θεσμούς και τη «δημοκρατία» τους, εντείνοντας τη μάχη του συμβολικού που άνοιξαν οι πλατείες.

Το ζήτημα σήμερα δεν είναι κρατική εξουσία ή όχι. Το παράθεμα από τον Βαρουφάκη αρκεί για κάνει ορατή την εξουσία μη εκλεγμένων αξιωματούχων ισχυρών θεσμών να κάνουν μονόπλευρες διαπραγματεύσεις. Αυτό δεν σημαίνει, από την άλλη, ότι θα πρέπει να αποσυρθούμε από την κρατική εξουσία και να αυτοπεριοριστούμε στην προστασία μικρών εναλλακτικών χώρων «αντίστασης». Η προηγούμενη μεγάλη περίοδος της πολιτικής της χειραφέτησης έκλεισε τον κύκλο της μέσα από μία ριζική κριτική στις κάθετες οργανωτικές δομές που είχαν φτάσει στο σημείο να πνίγουν, ακόμα και στο αίμα, κάθε φαινόμενο οριζόντιας χειραφετικής αυτο-οργάνωσης. Ίσως η καινούρια περίοδος δεν θα καταφέρει να ανοίξει παρά μόνο αν ξεφύγουμε από την απόλυτη οριζοντιοποίηση, χωρίς την παλινόρθωση της κρατικής μεταφυσικής.

Από τις στάχτες της εξέγερσης, στη χόβολη ψήνεται ο καλός καφές. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην «πραγματική» δημοκρατία των πλατειών και την κωμωδία της θεσμικής «δημοκρατίας», η χειραφέτηση ως υποκειμενική διαδικασία μπορεί να εφεύρει μία καινούρια διάρκεια. Η τραγωδία θα ήταν να ελπίζουμε από μία «νέα Αριστερά» να μας σώσει από τους σωτήρες μας. Ο άλλος δρόμος, δεν είναι αγώνας ταχύτητας, αλλά αντοχής.

______________

Σημειώσεις

1 Μισέλ Φουκό, απόσπασμα από την συζήτηση με τον Ζιλ Ντελέζ, «Οι διανοούμενοι και η εξουσία» (1972). Αναδημοσίευση http://tvxs.gr/news/paideia/dianooymenoi-kai-eksoysia-mia-syzitisi-anamesa-ston-misel-foyko-kai-ton-zil-ntelez

2 Το άρθρο στους Irish Times εδώ (αναδημοσίευση στο tvxs)

3 Η λογική της θυμίζει κατά πολύ τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως εξής: ναι μεν το ον λέγεται πολλαχώς, αλλά η ουσία ή υπόσταση δεν είναι απλά μία κατηγορία σαν τις άλλες.


Πηγή Red NoteBook