Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Δικαιοσύνη και δίκαιο


του Στέφανου Δημητρίου


Jacques Derrida, Ισχύς Νόμου, μετάφραση-σημειώσεις-επίμετρο: Βαγγέλης Μπιτσώρης, Πατάκης, σελίδες 294.


Το πλούσιο έργο του Ζακ Ντερριντά δεν περιλαμβάνει ορισμένη ηθική φιλοσοφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζει ο στοχαστικός, ηθικός προβληματισμός. Θα προσπαθήσω να ανασυγκροτήσω τις κύριες έννοιες αυτού του προβληματισμού μέσα από το προσφάτως εκδοθέν «Ισχύς Νόμου», την εξαιρετική μετάφραση του οποίου, μαζί με ένα πολύ κατατοπιστικό επίμετρο, μας φιλοδώρησε ο Βαγγέλης Μπιτσώρης, με το μεταφραστικό του ταλέντο, τη γνώση και τη φιλόμοχθη συνέπειά του. Διευκρινίζω εξαρχής ότι η βιβλιοκρισία μου γράφεται από τη σκοπιά άλλης φιλοσοφικής παράδοσης από αυτήν του Ντερριντά. Ωστόσο, η βαθιά μου πεποίθηση ότι ο αδογμάτιστος, απροκατάληπτος διάλογος είναι και αναγκαίος και εφικτός ελπίζω ότι θα οδηγήσει σε ένα κριτικό κείμενο που θα αναδεικνύει εις το ακέραιο τις κύριες θέσεις και το επιχείρημα του Ντερριντά, καθώς και τη δική μου κριτική θέση. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος, για να ξεκινήσεις ένα κριτικό διάλογο είναι να αναζητήσεις πού και σε τι ο συνομιλητής σου έχει δίκιο.

Για τον Ντερριντά, η ηθική νοείται κυρίως ως δέσμη κριτηρίων που αποτελούν γνώμονες, ικανούς να καθοδηγήσουν τους  ανθρώπους στη λήψη μιας ηθικής απόφασης και επιλογής. Αυτή η απόφαση λαμβάνεται εντός της σχέσης που ορίζεται ανάμεσα στον εαυτό και σε κάποιον άλλο: Η σχέση εαυτού και ετερότητας και η δυνητική επιβολή του «Εγώ» επί του «Άλλου». Στο καθεστώς αυτής της σχέσης, τίθενται τα ηθικά ερωτήματα που αναγνωρίζουμε στο έργο του Γάλλου φιλοσόφου. Ο Ντερριντά προτείνει μια άλλη μορφή ηθικού στοχασμού. Προτείνει μια «υπερ-ηθική» προβληματική η οποία δεν εστιάζει την προσοχή της στο σύνολο των κανονιστικών αρχών και γνωμόνων, αλλά στο σώμα των ηθικών αποριών που τροφοδοτούν και ενεργοποιούν διαρκώς τον ηθικό προβληματισμό. Ως εκ τούτου, η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά διαμορφώνεται πέραν των ηθικών κανόνων και αρχών, άρα και της γνωσιοκρατικής τους προσέγγισης.

Η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά διαπλάθεται πέραν και εκτός της γνώσης περί τα ηθικά ζητήματα, άρα πολύ μακριά από τον προβληματισμό περί το αν έχουν ή όχι γνωσιακό περιεχόμενο οι ηθικές μας προτάσεις και αν θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ως ορθές ή εσφαλμένες, με βάση το αν υπόκεινται στη διάκριση ανάμεσα σε αληθείς και μη ηθικές προτάσεις. Η «υπερ-ηθική» του Ντερριντά βρίσκεται και στέκεται αλλού. Το θέμα είναι να καταλάβουμε πού. Η «υπερ-ηθική», σε αντίθεση προς την ηθική, δεν εξαρτάται από κανονιστικές αρχές και δεν έχει κανονιστικό περιεχόμενο. Δεν είναι μια ρυθμιστική ηθική, ικανή να διευθετεί ηθικοπρακτικά ζητήματα, σύμφωνα με κριτήρια ορθότητας. Η «υπερ-ηθική»  κείται πέραν των ηθικών, αλλά και των δικαιικών κανόνων. Είναι πέρα από τον ηθικό και τον δικαιικό κανόνα. Θα μπορούσαμε, με έναν αναλογικό συλλογισμό, να πούμε ότι η σχέση της «υπερ-ηθικής» με την ηθική είναι όπως η σχέση δικαιοσύνης και δικαίου.

Ας δούμε το δεύτερο σκέλος αυτής της σχέσης: η δικαιοσύνη και το δίκαιο δεν ταυτίζονται. Δεν μπορούμε ούτε να περιορίσουμε τη δικαιοσύνη στο δίκαιο ούτε να αναγάγουμε το δίκαιο στη δικαιοσύνη. Το δίκαιο είναι σύνολο κανόνων και διαθέτει ευχέρεια εξαναγκαστικής ισχύος και επιβολής, που εγγυάται την υποχρέωση εφαρμογής και αποδοχής αυτών των κανόνων, οπότε είναι συμφυές προς το καθήκον συμμόρφωσης προς αυτούς. Ως εκ τούτου, η ηθική είναι αναλογικώς συμβατή με το δίκαιο, εφόσον είναι μορφή ηθικής νομοθεσίας. Περιλαμβάνει και αυτή σύνολο κανόνων που διέπουν και ρυθμίζουν την ηθική πράξη και τις συναφείς επιλογές του ηθικώς πράττοντος ανθρώπου. Η δικαιοσύνη, σε σχέση με το δίκαιο, είναι πολύ ευρύτερη. Είναι υπερκείμενη έννοια, που δεν εξαντλείται στον ορισμό του συνόλου γραπτών κανόνων. Κατ’ αναλογία, λοιπόν, η «υπερ-ηθική» είναι, σε σχέση με την ηθική, όπως η δικαιοσύνη σε σχέση με το δίκαιο. Σημαίνει, όμως, αυτό ότι ο Ντερριντά αδιαφορεί για τα δύο τελευταία, δηλαδή για την ηθική και το δίκαιο, άρα και για τον νόμο; Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο, εάν παρακολουθήσουμε με προσοχή και συνέπεια τη σχετική προβληματική του Ντερριντά. Ο Ντερριντά δεν είναι αρνητικός σε ό, τι αφορά τη σπουδαιότητα του ηθικού νόμου και των αποτελεσμάτων του. Ο Ντερριντά δεν είναι αδιάφορος για την ηθική και το δίκαιο, άρα και για τον  ηθικό νόμο, όπως και για τους δικαιικούς κανόνες, αλλά, όπως υπάγει τους τελευταίους στην προτεραιότητα και τη σπουδαιότητα της ιδέας της δικαιοσύνης, έτσι υπάγει και τον πρώτο, τον ηθικό νόμο, στην προτεραιότητα και τη σπουδαιότητα της «υπερ-ηθικής».

Για να αποσαφηνιστεί αυτή η σχέση, θα πρέπει να συνεξετάσουμε τη δικαιοσύνη σε συνδυασμό με την έννοια της αποδόμησης και, σε αυτή τη νοηματική συνάφεια, να αναρωτηθούμε για τη σχέση δικαιοσύνης και δικαίου. Η έννοια της αποδόμησης και του υπολογισμού είναι αυτή που θα μας ξεκαθαρίσει τη σχέση δικαιοσύνης και δικαίου. Συνεπώς, αυτή η έννοια θα μας δώσει και τα κριτήρια διάκρισής τους. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε από δύο παραδοχές ως προς το δίκαιο και τη δικαιοσύνη. Το πρώτο είναι συγκροτήσιμο, άρα και αποδομήσιμο. Παραλλήλως, ακριβώς επειδή συνιστά σύνολο κανόνων, εμπεριέχει και την έννοια αλλά και τη δυνατότητα υπολογισμού, η οποία τονίζεται ιδιαιτέρως από τον Ντερριντά. Ως εκ τούτου, το δίκαιο έχει ισχύ εντός της παρούσας, κάθε φορά, συγκυρίας. Ανήκει σε αυτό που ο Ντερριντά ονομάζει «μεταφυσική της παρουσίας». Δοκιμάζεται μέσα στην εμπειρία του παρόντος. Δεν υπάρχει πέρα και έξω από αυτό. Τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει, κάθε φορά, είναι προβλήματα του παρόντος. Αυτό το «κάθε φορά» είναι το παρόν του δικαίου και των κανόνων του. Η δεύτερη, ως ιδέα υπερκείμενη του δικαίου, δεν αποδομείται. Ο Ντερριντά πιστεύει – και σωστά –  ότι το να πράττουμε εφαρμόζοντας έναν ορθό κανόνα, χωρίς να εμφορούμεθα από πνεύμα δικαιοσύνης, αλλά και χωρίς να επινοούμε τον εφαρμοζόμενο κανόνα βάσει της ιδιαίτερης περίπτωσης και περίστασης, σημαίνει ότι έχουμε πράξει μεν σύμφωνα με το θετικό δίκαιο, έχοντας τυπικώς συμμορφωθεί με αυτό, όχι όμως και από εσωτερικό καθήκον προς αυτό.

Η πεποίθηση του Ντερριντά είναι –και ορθώς– ότι η δίκαιη πράξη αφορά πάντοτε μία μοναδική και ξεχωριστή, κάθε φορά, περίπτωση, καθώς και όλα τα σύστοιχα, ποιοτικά της γνωρίσματα. Συνεπώς, αυτή η περίπτωση θα είναι πάντοτε ασύμβατη και διαφορετική από τον δικαιικό κανόνα και την αξίωσή του να ισχύει για όλες τις όμοιες περιπτώσεις. Τώρα, μπορούμε να δούμε πιο ξεκάθαρα τη διαφορά που επισημαίνει ο Ντερριντά: το δίκαιο προϋποθέτει την επανάληψη και την ομοιότητα, ενώ η δικαιοσύνη αναφέρεται στη διαφορετικότητα, την περιστασιακότητα και τη μερική ασυμμετρία κανόνα και περίστασης. Πάντοτε θα ξεφεύγει από τη γενικότητα του δικαιικού κανόνα και θα υπολείπεται κάτι που δεν θα χωρά σε αυτήν, επειδή η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πολύμορφη και με ποικίλες περιστασιακές ιδιαιτερότητες που δεν χωρούν στη γενικότητα του κανόνα. Η δικαιοδοτική πράξη, δηλαδή, δεν είναι μόνο γνωστικής υφής πρόβλημα. Δεν συνίσταται απλώς στο να εντοπίσει καταχωνιασμένες σημασίες στις κείμενες διατάξεις και τους εφαρμοστέους κανόνες που περιλαμβάνουν. Υπάρχει ένα ευρύτερο, διαπλαστικό ερμηνευτικό εγχείρημα που εμπνέεται από την ιδέα της δικαιοσύνης, η οποία δεν εξαντλείται στη μορφή ενός γενικεύσιμου κανόνα. Ωστόσο, τα προβλήματα παραμένουν. Εάν δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των αδυνάτων, πόσο θα βοηθούσε, για παράδειγμα, τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και τα παιδιά των μεταναστών μία περιστασιακή αρχή δικαιοσύνης;

Ο προβληματισμός του Ντερριντά είναι σίγουρα γόνιμος, αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ γονιμότερη ως προς το να γεννά προβλήματα που αξιώνουν άμεση δικαιική διευθέτηση προς όφελος των ασθενών και αδικημένων. Διατυπώνω δηλαδή το εξής ερώτημα προς αναστοχαστική εξέταση όλων των παραπάνω: πώς θα βλέπαμε το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας, κρίνοντας το πρόβλημα με γνώμονα την περιστασιακή αρχή δικαιοσύνης; Κάθε μετανάστης, πρόσφυγας, κάθε παιδί μεταναστών είναι ένας ξεχωριστός «άλλος», μια μοναδική περίπτωση. Αντιμετωπίζεται όμως το πρόβλημά τους, με δίκαιο τρόπο, εάν δεν υπαχθούν σε ένα γενικεύσιμο δικαιικό κανόνα; Νομίζω, δηλαδή, ότι η γενικευσιμότητα του δικαιικού κανόνα είναι αναγκαία. Χωρίς αυτήν, συσκοτίζεται και η συζήτηση για την ουσιαστική εφαρμογή της δικαιοσύνης σε έναν κόσμο που λείπει η κοινωνική δικαιοσύνη. Όμως, και αυτή την τελευταία για όλους και όλες την θέλουμε και την διεκδικούμε. Τη γενικευσιμότητά της διεκδικούμε.


Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget