Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Η ιστορία που επαναλαμβάνεται… Η κομέντια ντελ άρτε και η Αριστερά


της Μαρίας Κακογιάννη


«Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας επανεμφανίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα».
-Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη


Κατά τη διάρκεια του 2011, τα κινήματα των πλατειών ήρθαν να ξεσκεπάσουν με βίαιο συμβολικό τρόπο την φαρσοκωμωδία της φιλελεύθερης δημοκρατίας που παίζονταν στις πλάτες των λαών όπου στο όνομα «προγραμμάτων σωτηρίας», οι πιστωτές και οι «θεσμοί» τους υπαγόρευαν στα εθνικά κοινοβούλια τις υποχρεωτικές επιλογές και καταστρατηγούσαν συντάγματα, κοινωνικά κεκτημένα, συλλογικές συμβάσεις και ούτω καθεξής. Τον Νοέμβριο του 2011, λοιπόν, ο Γ. Παπανδρέου προκήρυξε δημοψήφισμα, σε μια κίνηση που επεδίωκε να γίνει αποδεκτό ένα νέο μνημόνιο. Η έκκληση δημοκρατίας εν προκειμένω δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα στην υπηρεσία του θατσερικού «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση». Στόχος του δεν ήταν η δημιουργία συνθηκών για μια επιλογή από τους πολίτες, αλλά η εξασφάλιση της εθελοδουλείας απέναντι στην μόνη λύση και τον πολιτικό μονόδρομο. Την συνέχεια την ξέρουμε: δημοψήφισμα δεν έγινε ποτέ. Αντ΄ αυτού, είχαμε μια κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με επικεφαλής έναν τραπεζίτη.

Αν εκείνο το πρώτο δημοψήφισμα είναι αναμφισβήτητα η στιγμή της φάρσας, το ζητούμενο είναι κατά πόσο η επανάληψη της ιστορίας σήμερα αντιστοιχεί ή θα αποδειχτεί εκ των υστέρων η στιγμή της τραγωδίας: η τραγική απομυθοποίηση άλλης μιας «νέας Αριστεράς». Κι αν όχι σε ποιο βαθμό, η κωμική δύναμη μπορεί να υποστηρίξει μία γόνιμης ζύμωση ανάμεσα στην αυτονομιστική δυναμική των λαϊκών κινημάτων και το θεσμικό παιχνίδι των εξουσιών, ικανή να εγγραφεί με διάρκεια μέσα στο χρόνο.

* * *

Ο πολιτικός ορίζοντας μέσα στον οποίο πλέουμε από τη δεκαετία του ’80, είναι αυτός του περίφημου «Τέλους της Ιστορίας». Πλέουμε είναι μία άστοχη έκφραση, μάλλον θα έπρεπε να μιλάμε για ναυάγιο, στο βαθμό που η πλοήγηση στο άγνωστο χρειάζεται τουλάχιστο μία ελπίδα για βάρκα. Το σκηνικό που κληρονομήσαμε ήταν η αποσάθρωση της κομμουνιστικής υπόθεσης μετά το πείραμα του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι εφιάλτες του ολοκληρωτισμού, η ιδεολογική χρεοκοπία των πρωτοποριών και ακόμα ριζικότερα κάθε ελπίδας «να αλλάξουμε το κόσμο». Οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις τύπου Μιτεράν ή Παπανδρέου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, συνέβαλαν τον οβολό τους στην τελική εκποίηση κάθε υπόσχεσης «αλλαγής». Μετά τα ταραγμένα χρόνια του ΄60 και του ΄70, καθώς τα επαναστατικά όνειρα και τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης αρχίζουν να μπαίνουν σε μία περίοδο ύφεσης, η Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας συνέβαλε με τον τρόπο της στην ολοκληρωτική αποδόμηση και την πολιτική αϋπνία των καιρών μας. Στο μέτρο αυτό, όπως ήταν εύλογο, η ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και πράξη ανέπτυξε αντανακλαστικά ιδιαίτερης καχυποψίας απέναντι στη θεσμική Αριστερά.

Το τέλος της Ιστορίας που εξαγγέλθηκε το 1989 ευτυχώς δεν φάνηκε να κράτησε πολύ. Μετά την κρίση του 2008, ξεσπούν σε όλο τον κόσμο μαζικές διαμαρτυρίες, ταραχές και εξεγέρσεις. Έπειτα από ένα διάλειμμα 40 χρόνων, μία καινούρια περίοδος φαίνεται να ξεκινά για τα μαζικά κινήματα χειραφέτησης. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έρχεται να διαμορφωθεί η υπόθεση μίας « νέας Αριστεράς» στον ευρωπαϊκό χώρο.

Κάπου εδώ όμως αρχίζει το σκάνδαλο. Και κάπου εδώ θα παιχτεί η τραγικότητα ή η κωμική ίσως δυναμική της παρούσας στιγμής. Μία νέα Αριστερά διαμορφώνεται «μετά» τα κινήματα σαν ένα είδος οπισθοφυλακής σε αντιδιαστολή με την παλιά αντίληψη του κόμματος ως οργανωμένη πρωτοπορία. Αποκτά ευρείες διαστάσεις μέσα από τις στάχτες τις εξέγερσης και προσπαθεί να οργανώσει την «επόμενη μέρα», διεκδικώντας την κρατική εξουσία. Σε ποιο βαθμό η ιστορία δεν θα επαναλάβει άλλη μια προδοσία των μαζικών λαϊκών κινητοποιήσεων, άλλoν ένα θρίαμβο της αναπαράστασης; Η υπόθεση μοιάζει όντως σκανδαλώδης κι αυτό γιατί έρχεται σε σύγκρουση με δύο βασικά μοτίβα της ριζοσπαστικής σκέψης στην εποχή μας:

την καχυποψία και την αποστροφή για τις κάθετες δομές (κόμμα, συνδικάτο), τις επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε είδους ηγεσία, σε αντιδιαστολή με την κατηγορική προσταγή για οριζόντιες μορφές αποκλειστικού τύπου.

την παραδοχή ότι η εξουσία δεν ανήκει στο Κράτος, έχει πάψει να είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν.

Ο συνδυασμός των δύο μας δίνει τις συντεταγμένες του σκανδάλου: πώς μία Αριστερά πρεσβεύει ότι παραμένει πιστή στα αμεσο-δημοκρατικά κινήματα και τους λαϊκούς αγώνες, ενώ ταυτόχρονα διεκδικεί την κρατική εξουσία για να αλλάξει τα πράγματα; Για να δοκιμάσει έστω μία υποτυπώδη διαπραγμάτευση με αυτούς που δεν φαίνονται αλλά κυβερνούν;

* * *

Το 1972, ο Φουκό διατύπωνε με ιδιαίτερη οξυδέρκεια το πρόβλημα της εξουσίας και το πως αυτό αφήνει ανοικτά ζητήματα όσον αφορά νέες επαρκείς μορφές πάλης:

«Η δυσκολία μας να βρούμε επαρκείς μορφές πάλης δεν ένα αποτέλεσμα του γεγονότος ότι συνεχίζουμε να αγνοούμε τι είναι η εξουσία; Μετά από όλα αυτά οφείλαμε να περιμένουμε μέχρι τον 19ο αιώνα πριν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τη φύση της εκμετάλλευσης, και μέχρι σήμερα, έχουμε δρόμο ακόμα για να κατανοήσουμε πλήρως τη φύση της εξουσίας. (...) Η αναζήτηση της εξουσίας παραμένει ένα συνολικό αίνιγμα. Ποιος ασκεί την εξουσία; και σε ποια σφαίρα; Τώρα ξέρουμε με λογική βεβαιότητα ποιος μας εκμεταλλεύεται, ποιος λαμβάνει τα κέρδη, ποιοι άνθρωποι συμμετέχουν, και ξέρουμε πώς αυτά τα αποθέματα επανεπενδύονται. Αλλά για την εξουσία... ξέρουμε ότι δεν είναι στα χέρια αυτών που κυβερνούν».[1]

Πριν από την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, ο Γ. Βαρουφάκης με άρθρο του στην εφημερίδα Irish Times δεν δίστασε να βάλει σε λόγια, ως επώνυμος εκπρόσωπος εκλεγμένης κυβέρνησης, κάτι που συχνά ψιθυρίζουν μεταξύ τους οι ανώνυμοι που κατεβαίνουν στο δρόμο: την παρωδία «διαπραγμάτευσης», στο μέτρο που είναι μονόπλευρη, ανάμεσα σε εκλεγμένους αντιπρόσωπους και σε μη εκλεγμένους αξιωματούχους των «θεσμών».

«Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σχόλιο από κάθε άλλο υπουργό Οικονομικών έκανε ο Μάικλ Νούναν (υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας). Διαμαρτυρήθηκε γιατί οι υπουργοί δεν είχαν γίνει κοινωνοί των προτάσεων των δανειστών πριν να τους ζητηθεί να συμμετέχουν στη συζήτηση. Στη διαμαρτυρία του να προσθέσω τη δική μου: Δεν μου επετράπη να μοιραστώ με τον κ. Νούναν ή με οποιονδήποτε άλλο υπουργό Οικονομικών τις γραπτές μας προτάσεις. (...) Η ευρωζώνη κινείται μυστηριωδώς. Βαρυσήμαντες αποφάσεις λαμβάνονται από υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι παραμένουν στο σκοτάδι όσον αφορά τις λεπτομέρειες, την ώρα που μη εκλεγμένοι αξιωματούχοι ισχυρών θεσμών συνεχίζουν σε μονόπλευρες διαπραγματεύσεις με μια μοναχική κυβέρνηση που βρίσκεται σε ανάγκη».[2]

Τα λόγια του Βαρουφάκη μοιάζουν με έναν αυτοσχεδιασμό ενός άλλου Μπριγκέλα, ενός από τους κλασικούς χαρακτήρες της κομέντια ντελ άρτε. Το όνομά του σημαίνει διαμάχη (briga), μπορεί και παρουσιάζει με λίγα λόγια όλο το θεατρικό στους θεατές. Σε «φυσιολογικές» συνθήκες είναι πράγματα που δεν λέγονται «από τα πάνω».

* * *

Είναι γνωστό πλέον ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε, υπό πίεση, ένα νέο μνημόνιο και ύστερα από αυτό ένα χειρότερο και μετά ένα ακόμα χειρότερο. Η «διαπραγμάτευση» ανατινάχτηκε από τους δανειστές, παρά την υποχωρητικότητα της ελληνικής πλευράς. Κι αυτό γιατί, όπως φαίνεται, αυτό που πάνω απ΄όλα επιθυμούσαν οι δανειστές και τα ακρωνύμιά τους (FMI, ΕΚΤ, κτλ.) ήταν η πολιτική ταπείνωση της «νέας Αριστεράς». Αν ο Γ. Παπανδρέου ήθελε απλά με το δημοψήφισμά του να κάνει αποδεκτό τον πολιτικό μονόδρομο και την έλλειψη εναλλακτικής, ο Τσίπρας θέλησε να διασώσει την δυνατότητα ενός άλλου δρόμου. Χρέος της «νέας Αριστεράς» δεν είναι να πάρει τη σκυτάλη από τα μαζικά λαϊκά κινήματα αξιώνοντας το εαυτό της ως καινούριο οδοστρωτήρα, όσο το να μην ξεπουλήσει την όποια νέα ελπίδα στο βωμό της ναρκισσιστικής της εμμονής να παραμείνει στην εξουσία. Ή, για να το πούμε πιο απλά, ο δρόμος είχε πάντα την δική του ιστορία, η «νέα Αριστερά» μπορεί να συμμετέχει παίζοντας τον ρόλο της, στο βαθμό που ανάμεσα στο δίλημμα ρήξη με τα κινήματα χειραφέτησης ή πτώση από την κυβέρνηση, θα προτιμά πάντα το δεύτερο.

Η μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, που κυριαρχούσε στην αντίληψη της παραδοσιακής Αριστεράς, έπαιρνε τη μορφή ενός «ναι μεν αλλά».[3] Ναι μεν υπάρχουν πολλές μορφές εξουσίας αλλά η κρατική εξουσία δεν είναι μια μορφή όπως οι άλλες. Γι΄αυτό και ήταν κύριας σημασίας για την Αριστερά να μπορέσει να βρει τις στρατηγικές εκείνες που θα της επέτρεπαν όχι μόνο να πάρει αλλά και να παραμείνει στην κρατική εξουσία (μέχρι να αλλάξει ή και να καταστρέψει τον κρατικό μηχανισμό). Στο βαθμό που η νέα Αριστερά θα παραμείνει πιστή στη μεταφυσική της κρατικής εξουσίας, υποσχόμενη ότι θα καταφέρει να αλλάξει έτσι τα πράγματα και να μετατρέψει τους λαϊκούς αγώνες σε θεσμικές διαπραγματευτικές νίκες, θα εκτίθεται σε άλλη μια τραγική απομυθοποίηση. Και σύντομα ο κόσμος θα αποσύρει και πάλι την όποια εμπιστοσύνη του και θα γυρίσει μαζικά στην μελαγχολία, τα εκάστοτε ξεσπάσματα οργής και τη μειονοτική πολιτική της προστασίας μικρών εναλλακτικών χώρων. Το δημοψήφισμα δεν ήταν προϊόν διαπραγματευτικού σχεδιασμού: ήταν ένας αυτοσχεδιασμός που επέβαλλαν οι περιστάσεις ώστε να μπορέσει να συνεχιστεί η κομέντια ντελ άρτε με τους θεσμούς και τη «δημοκρατία» τους, εντείνοντας τη μάχη του συμβολικού που άνοιξαν οι πλατείες.

Το ζήτημα σήμερα δεν είναι κρατική εξουσία ή όχι. Το παράθεμα από τον Βαρουφάκη αρκεί για κάνει ορατή την εξουσία μη εκλεγμένων αξιωματούχων ισχυρών θεσμών να κάνουν μονόπλευρες διαπραγματεύσεις. Αυτό δεν σημαίνει, από την άλλη, ότι θα πρέπει να αποσυρθούμε από την κρατική εξουσία και να αυτοπεριοριστούμε στην προστασία μικρών εναλλακτικών χώρων «αντίστασης». Η προηγούμενη μεγάλη περίοδος της πολιτικής της χειραφέτησης έκλεισε τον κύκλο της μέσα από μία ριζική κριτική στις κάθετες οργανωτικές δομές που είχαν φτάσει στο σημείο να πνίγουν, ακόμα και στο αίμα, κάθε φαινόμενο οριζόντιας χειραφετικής αυτο-οργάνωσης. Ίσως η καινούρια περίοδος δεν θα καταφέρει να ανοίξει παρά μόνο αν ξεφύγουμε από την απόλυτη οριζοντιοποίηση, χωρίς την παλινόρθωση της κρατικής μεταφυσικής.

Από τις στάχτες της εξέγερσης, στη χόβολη ψήνεται ο καλός καφές. Κάπου εκεί, ανάμεσα στην «πραγματική» δημοκρατία των πλατειών και την κωμωδία της θεσμικής «δημοκρατίας», η χειραφέτηση ως υποκειμενική διαδικασία μπορεί να εφεύρει μία καινούρια διάρκεια. Η τραγωδία θα ήταν να ελπίζουμε από μία «νέα Αριστερά» να μας σώσει από τους σωτήρες μας. Ο άλλος δρόμος, δεν είναι αγώνας ταχύτητας, αλλά αντοχής.

______________

Σημειώσεις

1 Μισέλ Φουκό, απόσπασμα από την συζήτηση με τον Ζιλ Ντελέζ, «Οι διανοούμενοι και η εξουσία» (1972). Αναδημοσίευση http://tvxs.gr/news/paideia/dianooymenoi-kai-eksoysia-mia-syzitisi-anamesa-ston-misel-foyko-kai-ton-zil-ntelez

2 Το άρθρο στους Irish Times εδώ (αναδημοσίευση στο tvxs)

3 Η λογική της θυμίζει κατά πολύ τις Κατηγορίες του Αριστοτέλη που θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ως εξής: ναι μεν το ον λέγεται πολλαχώς, αλλά η ουσία ή υπόσταση δεν είναι απλά μία κατηγορία σαν τις άλλες.


Πηγή Red NoteBook

1 σχόλιο:

  1. Η εντελώς λάθος ανάλυση ανθρώπων που αν είχαν λίγη τσίπα ή θα έπρεπε να αυτοκτονήσουν (με ή χωρίς να πάρουν αγκαλιά τα βιβλία τους) ή να πέσουν σε βαριά ψυχωτική κατάθλιψη (αυτό δεν το αποκλείω τελικά). Στην πραγματικότητα το γελοιοτραγικόν της υπόθεσης (άλλος προσδιορισμός από το κωμικοτραγικόν ή τραγικοκωμικόν) είναι πως όλη η διεργασία της "διαπραγμάτευσης" ήτο προκαθορισμένη συμφώνως με όλα τα δομικά χαρκατηριστικά μιας αυλικής (όπου αυλή είναι όλη "ευρωπαϊκή ένωση") συνωμοσίας, εις την οποία συμμετείχαν τόσο οι αρχισυνωμότες όσο και το αυτονόμως συνωμοτόν θύμα τους, που ήταν βέβαια ένα απλό εθνοθὐμα που κατέστρεψε ως θύτης, στη δική του καλύβα, ό,τι λαϊκον είχε απομείνει. Καραγκιόζης συνωμότης εναντίον ευρωσαραγιού. Τόσο γελοίο το πράγμα, που κανένας Φουκώ δεν μπορεί να το σοβαρέψει και να το κάνει τραγωδία σκέτη..

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget