Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Robert Kurz - Marx 2000


Μετά το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού, ο καπιταλισμός μετέστρεψε την πολύ γνωστή μαρξιστική μεταφορά του νεκροθάφτη στο αντίθετο της και την ενσωμάτωσε στο δικό του ιδεολογικό οπλοστάσιο. Ωστόσο έναντι του ισχυρισμού τους για πολλοστή φορά πως η μαρξική θεωρία κείτεται θαμμένη, οι επίσημες, ακαδημαϊκές πολιτικές επιστήμες έχουν με σιγουριά θάψει στο έδαφος το λάθος πτώμα. Το έργο του Μαρξ, αν και στην πραγματικότητα αξιοποιήθηκε κανιβαλικά από τις γραφειοκρατικές δικτατορίες του κρατικού σοσιαλισμού για την δική τους νομιμοποίηση δεν αποτελεί, σύμφωνα με το πραγματικό του περιεχόμενο, μία θετική θεωρία που πρεσβεύει την “σοσιαλιστική ανάπτυξη” αλλά αντιθέτως είναι μία αρνητική θεωρία της κρίσης του σύγχρονου συστήματος εμπορευματικής παραγωγής. Επομένως, η λογική του και η συνάφεια του αναλυτικού του πεδίου είναι η θεωρητική προβολή της ανάπτυξης του καπιταλισμού υπό το φως της ώριμης μελλοντικά κρίσης του.

Η ιδεολογικά εργαλειακή χρήση του έργου, στην υπηρεσία μίας «ασθμαίνουσας εκσυγχρονιστικής αναπλήρωσης» (nachholenden Modernisie-rung*) στην καπιταλιστικά καθυστερημένη περιφέρεια της παγκόσμιας αγοράς (από την Οκτωβριανή επανάσταση έως τα λεγόμενα “απελευθερωτικά” κινήματα του Τρίτου Κόσμου), έχει συσκοτίσει εντελώς τον θεωρητικό του πυρήνα. Βεβαίως, αυτό δεν ήταν απλά το ζήτημα ενός εσωτερικού σφάλματος μέσα στην ίδια την θεωρία αλλά αντανακλούσε εν τοις πράγμασι την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας: αυτό που χαρακτηρίζει τον 20ο αιώνα δεν ήταν στην πραγματικότητα η δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά οι κρίσεις των κοινωνικά ιστορικών ανωμαλιών του οι οποίες έπονταν από την παγκόσμια ανισοκατανομή της κεφαλαιακής δύναμης και της παραγωγής μέσα στο ίδιο το σύστημα. Ήταν, για να το πούμε διαφορετικά, το δικαίωμα των ιστορικά βραδυκίνητων να χρησιμοποιούν τον Μαρξ υπεραπλουστευμένα και κατακερματισμένα, ως φορέα νομιμοποίησης της ιδεολογίας τους, προκειμένου να είναι στη θέση να λογαριάζονται με το χαρακτηριστικό του ανεξάρτητου στο αστικό σύμπαν της παγκόσμιας αγοράς, ικανοί να καλύψουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των πληθυσμών τους. Όμως η προσπάθειά τους ήταν καταδικασμένη να αποτύχει αναπόφευκτα λόγω των κριτηρίων που θέτει η λογική του συστήματος και παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι αυτό θα μπορούσε να εξημερωθεί διαμέσου της διαπραγμάτευσης του από το φορέα τους κράτους.

Η κατάρρευση των κρατικά προσχεδιασμένων συστημάτων της αγοράς άφησε τον δυτικό καπιταλισμό ολομόναχο. Κι αυτός πλέον έχει καταστεί ένα καθολικό, μονοπολικό, παγκοσμιοποιημένο και “ταυτόχρονα εξελισσόμενο” (vergleichzeitigten) σύστημα, το οποίο δεν έχει πια τη δυνατότητα να θρέψει ιδεολογικά τον εαυτό του από τις εξωτερικευμένες δομές της δικής του ιστορικής ανισότητας. Η εν λόγω δυνατότητα εξαλείφθηκε μαζί με το υποτιθέμενα εχθρικό του σύστημα. Η δυτική καπιταλιστική αυτοδικαίωση ανέκαθεν ευδοκιμούσε από τα ελλείμματα του «καθυστερημένου αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού» (nachholenden Modernisierung*), τα οποία συγκρίνονταν με το στάδιο ανάπτυξης των πιο προηγμένων καπιταλιστικών χωρών (η κατανάλωση των εμπορευμάτων ως ιδεολογία, εκστρατεία υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ.). Σήμερα ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να αποδεικνύει την αυτό-νομιμοποίησή του κι ακριβώς εδώ είναι που αποτυγχάνει παταγωδώς. Με το πέρασμα του χρόνου καθίσταται και πιο αβάσιμο να κατηγορείς τα προτερόχρονα συστήματα για την αδυσώπητη διόγκωση της εξαχρείωσης σε Ανατολή και Δύση και να παρερμηνεύεις αυτή την απαθλίωση σαν αποκλειστικό φορτίο της προηγούμενης κληρονομιάς. Θα ήταν εντελώς γελοίο να προσπαθείς να καταστήσεις τον παλιό κακό εχθρό υπεύθυνο για την μαζικά αυξανόμενη φτώχεια και τον κοινωνικό εκφυλισμό της Δύσης. Αυτό που συμβαίνει στο παρόν μπορεί να είναι μονάχα το αποτέλεσμα από την θαυμάσια και ανεπανάληπτη, μία και μοναδική “οικονομία της αγοράς”.

Σ’ αυτή την ζοφερή κοινωνική κατάσταση είναι επιτακτική η ανακάλυψη του Μαρξ και η ανάγνωση της θεωρίας του από την αρχή, με μια νέα ματιά: δηλαδή της θεωρίας της ανάπτυξης και της κρίσης του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος παραγωγής (του όρου που συμπεριλαμβάνει εύσχημα τον δυτικό καπιταλισμό και τα κρατικά σοσιαλιστικά συστήματα του «εκσυγχρονισμού που αναπληρώνει την υστέρηση» {nachholenden Modernisierung*}). Η ανάγνωση του Μαρξ «κόντρα στο ρεύμα» της συνήθους ερμηνείας του απαιτεί βεβαία δύο πράγματα. Κατ’ αρχάς την ιστορικοποίηση της σκέψης του, που σημαίνει την αποσαφήνιση εκείνων των στοιχείων που παραμένουν δέσμια μέσα στον ιστορικό ορίζοντα του αστικού εκσυγχρονισμού. Κατά δεύτερον, είναι απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ανάγνωση να αντιστραφεί η πολικότητα της μαρξικής θεωρίας έτσι ώστε αυτή να μην εννοείται πλέον με μία θετικιστική απεικόνιση των καπιταλιστικών κατηγοριών (οι οποίες στη συνέχεια δεν θα αφομοιώνονται από την πεπερασμένη και ακατάργητη μορφή της αστικής υποκειμενικότητας), αλλά αντιστρόφως να προσλαμβάνεται η ενυπάρχουσα ριζοσπαστική κριτική της. Με άλλα λόγια: είναι απόλυτα αναγκαίο να ανακαλύψουμε και να υπερβούμε τις αντιφάσεις μέσα στη μαρξική θεωρία οι οποίες οφείλονται στον περιορισμένο ιστορικό ορίζοντα της εποχής του Μαρξ. Η ανάγνωση του Μαρξ με αρνητικό πρόσημο, αντί ενός θετικού, είναι η μόνη προϋπόθεση για να καταστήσουμε και πάλι εκρηκτικό το θεωρητικό του έργο.

*

Η ουσία της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας

Ο όρος “εργασία” είναι ένας καταστατικός όρος για όλες τις σύγχρονες κοινωνίες με δύο εκφάνσεις: τουτέστιν με μία οικονομική – διαρθρωτική και με μία ηθική – δεοντολογική έκφανση. Ο φιλελευθερισμός ως απότοκος του Διαφωτισμού εκκοσμίκευσε τον χριστιανικό μαζοχισμό του μαρτυρίου υιοθετώντας την προτεσταντική ηθική της εργασίας η οποία στη συνέχεια βρήκε σαν αστική κληρονομιά την θέση της μέσα στον μαρξισμό. Παρομοίως, οι κλασικοί της αστικής πολιτικής οικονομίας και αργότερα ο Μαρξ ενσωμάτωσαν την θετική προτεσταντική κατηγορία της εργασίας μέσα στις θεωρίες τους. Αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν ωστόσο ένα απλό υποθετικό και θεωρητικό αξίωμα αλλά αντιθέτως η θεωρητική ανάκλαση του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται στην πραγματικότητα η καπιταλιστική παραγωγή. Μέσα σ’ αυτήν την κοινή αντίληψη η “Εργασία”, που ουσιαστικά είναι η δαπάνη της ανθρώπινης ενέργειας με σκοπό την κοινωνική (ανα)παραγωγή, εμφανίζεται με την υπόσταση της οικονομικής αξίας. Η διακριτή μορφή του περιεχομένου αυτής της αξίας είναι το χρήμα (το διανεμημένο “καθολικό εμπόρευμα”). Συνεπώς, τα εμπορεύματα επειδή θεωρούνται αντικείμενα της εργασίας, εμπεριέχουν την αξία και γι’ αυτό λαμβάνουν χρηματικές τιμές.

Για την αντίληψη της αστικής υποκειμενικότητας αυτή η σχέση είναι θετική και εσωτερικευμένη. Και στο βαθμό που ο ίδιος ο Μαρξ επιχειρηματολογεί μέσα σε ένα καταφατικό πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό ο «θετικισμός» αυτός εμφανίζεται επίσης και στο δικό του έργο. Υπό την έννοια αυτή το μαρξιστικό έργο αποδεικνύεται πως είναι απόγονος της φιλελεύθερης ιδεολογίας και των κλασικών οικονομικών που ενώ μεν θανατώνει την νεοτερική, μητρική του θεωρία, εξακολουθεί δε να κουβαλά μαζί του τα σημάδια της γέννησης του. Αυτή ακριβώς είναι η θετικιστική πλευρά του Μαρξ που αποτελεί τον γνώριμο “εξωτερικό” μαρξισμό του εργατικού κινήματος και της ταξικής πάλης. Η έμφαση στην υπεραξία η οποία εκλαμβάνεται με την καπιταλιστική μορφή της «απλήρωτης εργασίας» και η υπόρρητη και δομικά προσδιορισμένη «εκμετάλλευση» των εργατών από τους κεφαλαιοκράτες, συνιστά κατά κάποιον τρόπο την ανάγκη της διεκδίκησης «όλης της παραγόμενης αξίας» για την «εργατική τάξη». Ωστόσο, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η αξία και η «εργασία» που είναι οι κατηγορίες που αφορούν τη μορφή και το περιεχόμενο της καπιταλιστικής κοινωνίας καθίστανται ταυτόχρονα θετικιστικές μέσα στις οντολογικές και υπεριστορικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Έτσι το πρόβλημα της κοινωνικής αντίφασης αναλύεται επάνω στις υποκειμενικές σχέσεις της βούλησης (κίνητρα) δεδομένου ότι οι διαρθρωτικές κατηγορίες έχουν θεωρηθεί ουδέτερες, θετικές και οντολογικές, παραμένοντας a priori ασυναίσθητες κοινωνικά. Κατά συνέπεια φαίνεται ότι η ουσία του καπιταλισμού προσδιορίζεται στον ανταγωνισμό: η τάξη η οποία είναι το υποκείμενο της κυριαρχίας χρησιμοποιεί και καταπιέζει μίαν άλλη τάξη —την «εργατική» που είναι το υποκείμενο της εργασίας— για την ευημερία της και αποσπά προς όφελός της τον υλικό πλούτο ως «άρχουσα τάξη». Ωστόσο, μολονότι ασαφής και αντιφατική ως προς την ορολογία της και την παρουσίασή της, η βαθύτερη διάσταση της μαρξικής θεωρίας παραπέμπει σε μία εντελώς διαφορετική ερμηνεία. Στη συγκεκριμένη ανάγνωση η «εργασία» δεν εμφανίζεται αιφνιδίως με μία θετική υπόσταση, αλλά αντιθέτως με μία αρνητική, κι επομένως η αξία αναπαριστά την μορφή μιας αρνητικής κοινωνικοποίησης. Η εμφάνιση της εργασίας ως ουσίας της οικονομικής αξίας είναι πραγματική και αντικειμενική μόνο εντός του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος παραγωγής. Ιστορικά σε καμία άλλη παραγωγική λειτουργία και σε κανέναν άλλο τρόπο της ανθρώπινης διαβίωσης η πρακτική δραστηριότητα της κοινωνίας ως «προϊόν μεταβολισμού της φύσης» (Μαρξ) δεν έχει προσληφθεί επί της ουσίας με την κοινωνικά – γενική (καθολική) αφαίρεση της «εργασίας» που κυριαρχεί σε ολόκληρη τη διαδικασία της αναπαραγωγής με την μορφή της αξίας.

Σ’ ένα τέτοιο σύστημα τα χρήματα, η απτή εκδήλωση της αξίας, επανατροφοδοτούν την υπόστασή τους. Στην ανακυκλούμενη κίνηση αξιοποίησης των κεφαλαίων, που πολλαπλασιάζει τα χρήματα μέσα από τα χρήματα, η διαδικασία γίνεται αυτοσκοπός. Όμως εάν η «εργασία» νοείται ως υπόσταση της αξίας και τοιουτοτρόπως η αξία είναι η ουσία του χρήματος τότε και η εργασία χαρακτηρίζεται επίσης ως αυτοσκοπός: είναι η αυτοαναφορική και διαρκώς αλλοτριωμένη δαπάνη της ανθρώπινης ενέργειας. Ο διαμεσολαβητικός χαρακτήρας της «εργασίας» στον «μεταβολισμό με τη φύση» και ο διαμεσολαβητικός χαρακτήρας των χρημάτων στον κοινωνικό μεταβολισμό μεταμορφώνονται σε αυτοσκοπό και κατά συνέπεια καθορίζουν τις δράσεις των εμπειρικών υποκειμένων επειδή αυτή ακριβώς η ταυτολογική και συστημική αυτοαναφορά καθιστά την «εργασία» μοναχά για την «εργασία» και τα λεφτά μονάχα για τα λεφτά. Ο Μαρξ ονομάζει αυτό το παράδοξο και συνάμα παράλογο επίτευγμα της ανεξαρτησίας των μέσων (ή του μέσου) το «αυτόματο υποκείμενο» της νεοτερικότητας.

Ενώ απέχουν παρασάγγας ώστε να θεωρούνται τα υποκείμενα του κοινωνικού γίγνεσθαι, οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου καθώς επίσης και όσοι το διευθύνουν (manager) αποδεικνύονται πως είναι σκέτοι λειτουργοί του «αυτόματου υποκειμένου» το οποίο ενεργεί πέρα από τις δικές τους επιδιώξεις. Παρεμπιπτόντως οι απολαύσεις εκείνων που αποτελούν την αποκαλούμενη “άρχουσα τάξη” δείχνουν σχεδόν καταγέλαστες εάν αναλογιστούμε τους γιγάντιους κόπους τους οποίους καταβάλλουν. Η πολυτελής κατανάλωση της χλιδής τους υστερεί σε πολύ μεγάλο βαθμό εν συγκρίσει μ’ εκείνης των προ-νεοτερικών ελίτ, και μάλιστα αυτή έχει γίνει ολοένα και πιο ανόητη και γλίσχρα με την πρόοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η εν λόγω αντίληψη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των συνθηκών διαβίωσης υποδηλώνει με σαφήνεια την έννοια της (αντικειμενοποιημένης) “χρησιμοποίησης” που υφίσταται η ικανότητα για εργασία αντί του όρου της “εκμετάλλευσης” (όρος που είναι κοινωνιολογικά αντιληπτός με στενόμυαλο και υποκειμενικό τρόπο). Η μισθωτή εργασία δεν παρακρατείται απευθείας από το ίδιο το κοινωνικό προϊόν που παράγει διότι είναι η κοινωνική παραγωγή του πλούτου που καθυποτάσσεται εξ’ ολοκλήρου στους συστημικούς περιορισμούς του θηριώδους αυτοσκοπού.

Κατόπιν της αυτο-αναφορικότητας των οιονεί ανεξάρτητων μέσων («εργασία») ή μέσου (χρήμα) οι παράδοξες «κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων» (Μαρξ) προκύπτουν εκεί που οι άνθρωποι δεν αλληλεπιδρούν άμεσα μεταξύ τους αλλά παραμένουν πρωταρχικά απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο. Η κοινωνική τους διάδραση λαμβάνει χώρα δευτερευόντως μόνο μέσω της αξίας και της ιδιοκτησίας των προϊόντων εργασίας. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι που ο Μαρξ ονόμασε φετιχισμό της εμπορευματικής μορφής. Η χρήση των φυσικών και κοινωνικών πόρων δεν γίνεται εκ των προτέρων μέσω συνειδητά αμοιβαίων ρυθμίσεων από τους κοινωνικούς θεσμούς αλλά διαμέσου της τυφλής δαπάνης της ανθρώπινης ενέργειας με τη μορφή εργασίας για λογαριασμό των ανώνυμων αγορών. Η δαπάνη της αφηρημένης εργασίας ως ανθρώπινης ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί συνεκτική για την κοινωνία μόνο εκ των υστέρων, “πίσω από τις πλάτες” των δρώντων υποκειμένων με τον ίδιο τυφλό, αντικειμενοποιημένο και συστημικά συμμορφωμένο τρόπο, γι’ αυτό και η κοινωνική συνοχή ποτέ δεν είναι εξασφαλισμένη (ως γνωστόν ο Άνταμ Σμιθ επιδοκίμασε το συγκεκριμένο σημείο με τον κοινό τόπο του «αόρατου χεριού», αγνοώντας τις προφανείς προστριβές της τυφλής δυναμικής που επισείει αυτού του είδους η κοινωνικοποίηση).

Μέσα στον φετιχισμό της κοινωνικοποίησης των νεκρών πραγμάτων αντί των ζωντανών όντων, ο οποίος αποτελεί κατά γράμμα την ίδια την φύση του «αυτόματου υποκειμένου», εγκαθίσταται μία σχέση μεταξύ της μορφής και του ουσιώδους περιεχομένου που είναι συγχρόνως πραγματική και πλασματική. Η συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα του μετασχηματισμού των φυσικών στοιχείων παραμένει ακοινώνητη και ιδιαίτερη (ζήτημα που αφορά τον τομέα “οικονομικής των επιχειρήσεων”), και παρότι εξαρχής δεν είναι αυτόνομη, στοχεύει ωστόσο μέσα σ’ ένα γενικευμένο περιβάλλον αμοιβαίων σχέσεων καθολικής εξάρτησης. Η αμιγώς δευτερεύουσα κοινωνικοποίηση μέσω της αγοράς επιβάλλει την αναγκαιότητα δύο πραγμάτων: πρώτα, ότι η παραγωγική δραστηριότητα έχει απογυμνωθεί από κάθε συγκεκριμένο χαρακτήρα, δηλαδή ανάγεται αφαιρετικά σε σκέτη «δαπάνη ανθρώπινου μυαλού, νεύρων και μυώνων» (Μαρξ) ώστε να κάνει τις ποιοτικά διαφορετικές δραστηριότητες και τα ετεροειδή προϊόντα ισόμετρα στην μεταξύ τους ανταλλαγή ως εμπορεύματα. Και δεύτερον, η αφαιρετική δαπάνη της ανθρώπινης-κοινωνικής ενέργειας, ανεξάρτητα από το γεγονός πως η πραγματική διαδικασία έχει παρέλθει, εμφανίζεται πλέον (στη συγκεκριμένη ποσοτικοποίηση του αντίστοιχου επιπέδου παραγωγικότητας) να είναι κοινωνική ιδιότητα και ουσία των προϊόντων, όπου με την σειρά της αυτή η ουσία αποκτά την έκφραση της μέσα από το διανεμημένο “καθολικό εμπόρευμα” (χρήμα) με τη μορφή χρηματικής τιμής.

Ωστόσο, δεδομένου ότι τα χρήματα ως κεφάλαιο αναπαριστούν το καθολικό και αυτοαναφορικό στοιχείο στην «αξιοποίηση της αξίας» {»Ver-wertung des Werts»} που επεκτείνεται (και επομένως αποτελούν και το σημείο αφετηρίας), η συγκεκριμένη δραστηριότητα της ανθρώπινης παραγωγικής σχέσης με τη φύση πραγματοποιείται από την πρώτη στιγμή μονάχα από τη πλευρά της αφαίρεσης (και μόνο ως αυτοσκοπός) η οποία στην κυριολεξία έχει καταστεί πραγματική με την ιδιότητα της αξίας και του χρήματος. Συνεπώς η αντιστροφή του σκοπού με τα μέσα ισοδυναμεί με την αντιστροφή του Συγκεκριμένου με το Αφηρημένο. Πλέον το συγκεκριμένο (Concretum) δεν είναι παρά μονάχα η έκφραση του αφηρημένου (Abstractum) αντί να συμβαίνει ταυτολογικά το ανάστροφο. Επομένως, η αποκαλούμενη “συγκεκριμένη εργασία” και το συσχετισμένο μαζί της φάσμα των “αξιών χρήσης” αναπαριστούν όχι την «καλή», και προσανατολισμένη στις ανάγκες πλευρά του συστήματος, αλλά μόνο τον αμετάβλητα συγκεκριμένο τρόπο εκδήλωσης της αφαίρεσης που έχει γίνει μία πραγματικότητα. Διότι ως συγκεκριμένη η παραγωγική δραστηριότητα εμφανίζεται στην κοινωνία αποκλειστικά σαν «φορέας» της παρούσας αφαίρεσης. Η “συγκεκριμένη εργασία” δεν δικαιολογεί την χρησιμότητα της επειδή και η ίδια είναι το υποκείμενο στις προσταγές της «αξιοποίησης της αξίας» («Verwertung des Werts»)και γι’ αυτό προξενεί ακόμα και ανορθολογικά ή και καταστροφικά αποτελέσματα στη κατηγορία της “αξίας χρήσης”, παρ’ όλη την ορθοβουλία των συμμετεχόντων οι οποίοι όμως παραμένουν δέσμιοι στη δομική ισχύ του συστήματος.

Φυσικά η αξία ως ιδιότητα των προϊόντων τα οποία φέρουν την αφαίρεση της δαπανημένης “εργασίας/ουσίας” (Arbeitssubstanz) είναι ψευδαισθητική (Phantasmagorisch). Αυτό συμβαίνει διότι, πρώτον, η παραγωγική δραστηριότητα με τη μορφή αφηρημένης δαπάνης της ανθρώπινης ενέργειας δεν μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει την υλική – αισθητή μορφή της “συγκεκριμένης εργασίας”. Η εν λόγω διαδικασία πραγματοποιείται μόνο μέσα στην αφαίρεση του κοινωνικού ασυνείδητου σαν ένας αυτονόητος αυτοματισμός, έστω κι αν παίρνει σάρκα και οστά σε κάτι εμπράγματο, το χρήμα. Μέσω των χρημάτων η κοινωνία εκχωρεί στη δική της ασυνείδητη αφαίρεση μια ανεξαρτητοποιημένη και αλλότρια εξουσία. Δεύτερον και με δεδομένο ότι πρόκειται για μία διαδικασία διαβίωσης έμβιων όντων, η παραγωγική δραστηριότητα δεν συγκρατείται ωσάν μια αφηρημένη “sui generis ουσία” η οποία έχει ”αποκρυσταλλωθεί” με σχηματισμένη μορφή επάνω στα προϊόντα. Τα μέλη της κοινωνίας τα οποία είναι απομονωμένα το ένα από το άλλο και τα οποία βρίσκονται εκ των υστέρων υπό την μεσολάβηση των εμπορευματικών προϊόντων, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να αναπαραστήσουν παραπλανητικά την εκάστοτε παρελθούσα (δαπανημένη) “εργασία” σαν ιδιότητα αυτών των προϊόντων (και συν τοις άλλοις, εναρμονισμένοι με την συστημική ανάδραση που βιώνουν, θα πρέπει να ξεκινήσουν την εκάστοτε παραγωγική τους δραστηριότητα υπό την επήρεια αυτής της αφαιρετικής και παραπλανητικής αλλά δεδομένης πραγμοποίησης). Κάποιος που κοινωνικοποιείται μέσα στις συνθήκες που ορίζουν οι κατηγορίες του εμπορευματικού συστήματος παραγωγής αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή μονάχα την ψευδαισθητική ιδιότητα της αξίας/τιμής διότι αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σαν έννοια υλικής ποιότητας. Ωστόσο αυτή η φετιχιστική ψευδαίσθηση δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε τυχαία: Η κοινωνικά ισχύουσα και καταβεβλημένη ποσότητα της εργασίας που είναι προσαρμοσμένη στο αντίστοιχο επίπεδο παραγωγικότητας πρέπει στην πραγματικότητα να δαπανηθεί. Το εμπορευματικό σύστημα με δεδομένο ότι παίρνει την μορφή του καπιταλιστικού αυτοσκοπού αποκτά την σταθερότητα και την ικανότητα της αναπαραγωγής του μονάχα μέσα από την κοινωνικά παραπλανητική και αναφορική σχέση προς το παρελθόν, των υφιστάμενων (με συγκεκριμένη/αισθητή μορφή) ξοδεμένων ποσοτήτων εργασίας.

Η μαρξική ανάλυση της διαπεραστικής καπιταλιστικής δομής μαζί με τον εμπεριεχόμενο φετιχισμό αποκαλύπτει τον αρνητικό χαρακτήρα της εργασίας/ουσίας και της αξίας/μορφής της η οποία έχει αγνοηθεί επαίσχυντα από το μαρξιστικό – εργατικό κίνημα ενώ απορρίφθηκε από τις επίσημες οικονομικές επιστήμες με τον χαρακτηρισμό της «φιλοσοφικής ανοησίας». Στη γραμμή άμυνας της απέναντι στη μαρξική θεωρία η ακαδημαϊκή επιστήμη αναθεμάτισε ακόμα και τη θεωρία των κλασσικών αστών οικονομολόγων, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το δαπανηθέν ποσό εργασίας είναι το περιεχόμενο της οικονομικής αξίας. Η κυρίαρχη συνείδηση διατήρησε μόνο τη δεοντολογικά καταπιεστική σημασία και την καταναγκαστική ηθική της εργασίας με το θετικό πρόσημο του όρου κι έτσι προστάτευσε με την άγνοια της την ανακάλυψη της δικής της ανορθολογικής ιδιοσυστασίας (καταστατικής δραστηριότητας) η οποία υπονοείται στον μαρξικό όρο του φετιχισμού. Τα οικονομικά έγιναν η επιφανειακή Θεωρία της Οριακής Χρησιμότητας ή η Υποκειμενική Θεωρία της Αξίας. Η τελευταία, που θεωρείται σήμερα το θεμέλιο στην επικρατούσα τάση των σύγχρονων οικονομικών αναλύσεων, απλουστεύει τελείως τον όρο της αξίας στην εμφάνιση της τιμής των προϊόντων. Η τιμή, δηλαδή, περιστέλλεται στην καθαρά υποκειμενική χρησιμότητα των υπολογισμών που γίνονται από τους παίκτες της αγοράς (των οποίων η ύπαρξη και η θέσπιση προσλαμβάνεται a priori). Αυτή η νεοκλασική θεωρία όχι μόνο δεν έχει την πρόθεση αλλά δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επεξηγήσει τίποτα, αντ’ αυτού προσομοιάζει τους λογιστικούς υπολογισμούς των υποκειμένων της αγοράς με την απεικόνιση της συστημικής μαθηματικοποίησής τους. Στις κοινωνικές επιστήμες, τα Μαθηματικά εμφανίζονται πάντοτε στο προσκήνιο όταν οι προϋποθέσεις της κριτικής έχουν εμφανώς χαθεί και τότε πρέπει να καταστήσουν την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών, η οποία στερείται μια επαρκή θεωρητική εξήγηση, και πάλι διαχειρίσιμη.

Ότι η τιμή δεν έχει καμία σχέση με το αντικειμενικό περιεχόμενο της αξίας, αλλά προκύπτει από τους υποκειμενικούς λογιστικούς υπολογισμούς της χρησιμότητας, ευσταθεί σαν αξίωμα μόνο σε ακραίες καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στις απόλυτα δεδομένες κοινωνικές σχέσεις: Αυτό υποδεικνύει και το περίφημο παράδειγμα με «το ποτήρι του νερού στην έρημο» του οποίου η οριακή χρήση τείνει προς το άπειρο. Τα παραδείγματα αυτού του είδους στερούνται σοβαρότητας δεδομένου ότι δεν αποτελούν μέρος της συνηθισμένης λειτουργίας των κοινωνικό-οικονομικών δράσεων και επομένως εκπίπτουν από τον τομέα της Οικονομίας. Μέσα στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες του συστήματος της εμπορευματικής παραγωγής η επεξηγηματική ισχύς των λογιστικών υπολογισμών για τις αξίες χρήσης στη βάση της Οριακής Χρησιμότητας είναι πρακτικά μηδενική. Οι συμμετέχοντες στην αγορά προφανώς και ζυγίζουν την υποκειμενική χρησιμότητα των προϊόντων τους έναντι της αντίστοιχης χρηματικής τιμής που πρέπει να καταβάλλουν οι αγοραστές. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πράττουν ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά ότι το πράττουν κάτω από αντικειμενοποιημένους όρους οι οποίοι τους επιβάλλονται και επιδρούν a priori στους υπολογισμούς τους κατά τρόπο ασυνείδητο. Η Υποκειμενική Θεωρία της Αξίας ή καλύτερα Θεωρία της Τιμής συγχέει την αιτία και το αποτέλεσμα. Κανονικά ένα ορισμένο αγαθό είναι διαθέσιμο σε μεγάλη κλίμακα επειδή η αντίστοιχη παραγωγικότητα έχει αυξηθεί ελαττώνοντας έτσι και την ποσότητα εργασίας που έχει δαπανηθεί ανά μονάδα προϊόντος. Επομένως η αντικειμενική αξία για κάθε μεμονωμένο εμπόρευμα λιγοστεύει μέσω της μείωσης της εργασίας/ουσίας του (Arbeitssubstanz). Ο υποκειμενικός υπολογισμός, λοιπόν, της χρησιμότητας ακολουθεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μόνο την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγικότητας σε συσχετισμό με τη δαπανηθείσα εργασία.

Η επίγνωση της μεγαλύτερης ή της μικρότερης χρησιμότητας με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες ουδόλως ρυθμίζει την παραγωγή των αγαθών. Επί παραδείγματι ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μία μεγάλη μάζα άνεργων και δικαιούχων της κοινωνικής πρόνοιας ανθρώπων, δηλαδή που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ορισμένα επιθυμητά και απαραίτητα αγαθά. Μια αύξηση στον υποκειμενικό υπολογισμό αυτών των αγαθών σε καμία περίπτωση δεν αυξάνει και τις τιμές τους ως εμπορεύματα. Αντιθέτως, είναι πιθανότερη η πτώση των τιμών επειδή μειώθηκε η ζήτηση των εμπορευμάτων σαν αποτέλεσμα της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών παρά την αυξημένη γι’ αυτά κοινωνική ανάγκη. Είναι απροκάλυπτος κυνισμός να αποδίδεται αυτή η πτώση των τιμών (όπως ένα αποπληθωριστικό κύμα, φερ’ ειπείν) στην έκπτωση της οριακής χρησιμότητας των αγαθών εξαιτίας του κορεσμού στην κάλυψη των ανάλογων αναγκών.

Αντίθετα η έλλειψη της ζήτησης δεν θα οδηγήσει σε κάποια αυθαίρετη μείωση των τιμών η οποία θα βρίσκεται κάτω από το επίπεδο παραγωγικότητας της αντικειμενοποιημένης εργασίας/ουσίας αλλά θα επισπεύσει τη διακοπή της λειτουργίας αυτής της παραγωγής ακόμα κι αν αυτή εξυπηρετεί ζωτικές ανάγκες ή παρέχει μία πλούσια σε δυνατότητες παραγωγική δραστηριότητα.

Η θεωρητική σχολή της Οριακής Χρησιμότητας ή της Υποκειμενικής Θεωρίας της Αξίας, συμπεριλαμβανομένων και των διάφορων παραλλαγών της μέσα στον 20ο αιώνα, αγνοεί πλήρως ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων της οικονομίας της αγοράς δεν καθορίζεται από τα υποκείμενα της κυκλοφορίας αυτής της αγοράς αλλά από τον ανορθολογικό αυτοσκοπό της ίδιας της παραγωγής της. Η καπιταλιστική αντιστροφή των μέσων με τον σκοπό, που ο Μαρξ ανέλυσε, εξαναγκάζει κατ’ αρχάς τους ανθρώπους να μην μπορούν με κανένα τρόπο να εμφανιστούν από την πλευρά της ζήτησης μέσα στις εμπορευματικές αγορές εάν δεν έχουν προηγουμένως πουλήσει το ίδιο τους το τομάρι στην αγορά εργασίας εν ονόματι του συστημικού αυτοσκοπού.

Δευτερευόντως, και κατά συνέπεια των προηγουμένων, η αγορά εμπορευμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί με καμία έννοια ο τόπος των προϋπολογισμών της αξίας χρήσης/χρησιμότητας όπου συγκεντρώνονται τα ανεξάρτητα υποκείμενα της παραγωγής. Απεναντίας, η αγορά που εμφανίζεται ως τόπος της «ελεύθερης» αγοραπωλησίας, δεν αναπαριστά κάτι άλλο εκτός από την σφαίρα της «πραγμάτωσης της υπεραξίας», δηλαδή της μετατροπής της δαπανηθείσας εργασιακής ποσότητας στην τελική μορφή που είναι αυτή του χρηματικού κεφαλαίου. Η εμπορευματική αγορά είναι μέχρι τώρα το πεδίο διέλευσης του αδιάκοπου και ακατάβλητου καπιταλιστικού αυτοσκοπού και απέχει πάρα πολύ από το να αποτελεί το άθροισμα των υποκειμενικών εκτιμήσεων για την χρησιμότητα των προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: οι υπολογισμοί της χρησιμότητας μπορούν να κινηθούν μόνο μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια των κεφαλαιοκρατικών νόμων του συστήματος. Η έννοια της χρησιμότητας προκαθορίζεται από αυτούς και όχι από τη λογική της ευημερίας και της ικανοποίησης των αναγκών σε όσους συμμετέχουν στις αγορές.

 *

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και ο νόμος της κατάρρευσης του κεφαλαίου

Είναι προφανές αυτό που ωθεί τους ιδεολόγους των οικονομικών επιστημών στην άρνηση της αντικειμενικής ουσίας της εργασίας: το πρόβλημα της ουσίας πρέπει να εξοβελιστεί διότι ο καπιταλισμός έχει την εγγενή τάση να καθιστά αυτή την ουσία περιττή και παρωχημένη με αποτέλεσμα να καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη σκοπιά της αντίληψης που είναι μονάχα ικανή να σκέφτεται εντός των αστικών κατηγορικών τύπων (κυκλοφορίας, ανταλλαγής εμπορευμάτων, και των συσχετιστικών παραγώγων τους) η καθαρή μορφή (ουσία) παραμένει και πρέπει να διαιωνίζεται μέσα σε οποιεσδήποτε ψευδο-χειραφεσιακές αυταπάτες. Το ουσιαστικό της περιεχόμενο είναι ιδεολογικά συγκαλυμμένο προκειμένου να αποφευχθεί η επίγνωση των καταστροφικών του δυνάμεων που υπαγορεύονται από το εμπράγματο τέλος της, και κατά συνέπεια της αναπότρεπτης απαξίωσης που αυτό προκαλεί στην ανταλλαγή προϊόντων και στις ενσυνείδητες μορφές της.

Η συστημική αυτοαντίφαση κατά την οποία ο καπιταλισμός καταστρέφει το δική του φετιχιστική ουσία (περιεχόμενο) στοιχειοθετείται με ακρίβεια στον περίφημο μηχανισμό του ανταγωνισμού που κινεί την καπιταλιστική δυναμική. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαχωρισμένων οικονομικών επιχειρήσεων που επιφέρει η μεσολάβηση των ανώνυμων αγορών τις καθυποτάσσει στη διαρκή μεγέθυνση της παραγωγικότητας η οποία με τη σειρά της, μπορεί μονάχα να επιτευχθεί με την υποκατάσταση, σε βάθος χρόνου, της ανθρώπινης εργασίας από τα «τεχνολογικά – επιστημονικά μέσα» (Μαρξ). Αυτό σημαίνει πως κάθε εμπόρευμα ως μονάδα χάνει διαρκώς αξία γιατί του αναλογεί ολοένα και λιγότερη εμπεριεχόμενη “εργασία/ουσία”. Κατά συνέπεια είναι δυνατή η προβολή ενός τερματικού σημείου μετά το οποίο ολόκληρη η υπόσταση της εργασίας με την κοινωνική της μορφή μειώνεται στην ελάχιστη δυνατή ποσότητα, σε τέτοιο βαθμό που η πλασματική αξία/ιδιότητα ως χαρακτηριστικό των προϊόντων εκπίπτει διότι είναι οργανωμένη επάνω σε αυτό τον ανορθολογισμό.

Στο παρελθόν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορούσε μόνο να αναπαράγει τον εαυτό του μέσα από τη σταθερή του επέκταση και με αυτή επέλυε προσωρινά τη βάσιμη αντίφασή του. Όσο λιγότερη ήταν η αξία, (ήτοι η εργασία/ουσία που την επιτελεί), που αντιστοιχούσε σε κάθε προϊόν ανά μονάδα, τόσο περισσότερα προϊόντα έπρεπε να παραχθούν και να πουληθούν. Εφ’ όσον η ποσότητα των παραγόμενων εμπορευμάτων επεκτεινόταν ταχύτερα από τη συρρίκνωση της εργασίας ή της εμπεριεχόμενης αξίας ανά προϊόν τότε και η κατάρρευση του συστήματος αναβαλλόταν. Συνεπώς, ήταν απαραίτητο να “βομβαρδίζεις” τον κόσμο με κάθε είδους εμπόρευμα και να προδιαθέτεις τους ανθρώπους να οργανώνουν τις ζωές τους με βάση τη συνθήκη της αδιάκοπης παραγωγής τους και της αντίστοιχης σταθερής αύξησης της κατανάλωσής τους. Ωστόσο η καπιταλιστική ανάπτυξη ποτέ δεν ήταν ομαλή. Απεναντίας, μέσα στον ιστορικό ορίζοντα της κατίσχυσής της, η επεκτατική της εξέλιξη αντιμετώπισε πολύ σοβαρές διακοπές αλλά κάθε φορά ήταν σε θέση να επανεκκινεί και πάλι τη διαδικασία της.

Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο διάσημος μαρξικός «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» εντοπίζεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι ο λόγος του επιχειρηματικού κέρδους στο σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους. Στο τέλος ενός κύκλου εργασιών μίας επιχείρησης όλα τα προκαταβεβλημένα στοιχεία κόστους πρέπει να καλυφθούν καθώς επίσης πρέπει να έχει επιτευχθεί κι ένα πλεόνασμα (υπεραξία). Το σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους αποτελείται από δύο διαφορετικά μέρη: την δαπάνη του «σταθερού κεφαλαίου» (κτίρια, μηχανές, και ό,τι αντιστοιχεί σε μέσα παραγωγής) και τη δαπάνη του μεταβλητού κεφαλαίου (μισθοί). Δεδομένου λοιπόν ότι η αξία από το μέρος του «σταθερού κεφαλαίου» που το αποτελούν μονάχα νεκρά υλικά αναπαράγεται αμετάβλητη στη διαδικασία της παραγωγής των προϊόντων (εκπεφρασμένη από τη φετιχιστική πλάνη του όρου της ουσίας, ας πούμε πως η αξία παράγεται από τη “κοπιώδη” φθορά των μηχανημάτων που “δοκιμάζονται” στην παραγωγή), το πλεόνασμα της υπεραξίας πηγάζει μόνο από το μερίδιο της έμβιας εργασίας η οποία δημιουργεί την επιπρόσθετη ουσία της αξίας πέρα από τις προϋποθέσεις της δικής της αναπαραγωγής και με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτεί τον αυτόματο κοινωνικό μηχανισμό.

Καθώς όμως η ουσία της αξίας ενός προϊόντος ανά μονάδα μειώνεται εξαιτίας της αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού με τεχνο-επιστημονικές μονάδες, εύλογα το αντίστοιχο ποσοστό κέρδους του εκάστοτε χρηματικού κεφαλαίου εκπίπτει από ένα συγκεκριμένο μέγεθος με την ίδια ακριβώς διαδικασία. Το μερίδιο κεφαλαίου των νεκρών συστατικών από το σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους που απλά αναπαράγεται και δεν προκαλεί κάποια επιπλέον υπεραξία δηλαδή ουσία αξίας (Wertsubstanz) μεγαλώνει σταθερά. Το μερίδιο κεφαλαίου που δαπανιέται για την “έμβια εργασία” (μισθοί) και το οποίο είναι η μοναδική πηγή της υπεραξίας/αξίας ως ουσίας λιγοστεύει αντιστοίχως. Οπότε κι ο λόγος του κέρδους προς το συνολικό κεφάλαιο καταβολής κόστους αναγκαστικά πρέπει να είναι πάντα μικρότερος. Με άλλα λόγια για να εξασφαλιστεί το ίδιο κέρδος σε αριθμούς απαιτείται πάντα μια μεγαλύτερη ποσότητα κεφαλαίου από τα προκαταβεβλημένα στοιχεία κόστους.

Ωστόσο, όπως υποδηλώνει ο όρος, η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» είναι μόνο ένα σχετικό μέγεθος και γι’ αυτό σε καμία περίπτωση (όπως πολύ συχνά θεωρείται εσφαλμένα ως επιχείρημα) δεν συνιστά το απόλυτο όριο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο η καπιταλιστική αυτοαντίφαση εκφράζεται στην αντισταθμιζόμενη επεκτατική της κίνηση. Εφόσον η ελάττωση της ουσίας της αξίας ανά μονάδα προϊόντος ισοσκελίζεται και ξεπερνιέται με την ταχύτερη παραγωγή επιπρόσθετων εμπορευμάτων τότε εξακολουθεί να “παράγεται” και περισσότερη αξία/ουσία (Wertsubstanz) από αυτή που παράχθηκε στο παρελθόν, κι έτσι η μάζα των κερδών μεγαλώνει. Κατά τον ίδιο βαθμό, η πτώση του ποσοστού κέρδους ισοσταθμίζεται και υπερκαλύπτεται με την επένδυση περισσότερων χρηματικών κεφαλαίων σε τέτοια έκταση που το επαυξημένο αυτό κεφάλαιο αποδίδει σωρεία κερδών. Το (σχετικό) ποσοστό κέρδους μπορεί λοιπόν να πέσει, ενώ η (απόλυτη) μάζα τού κέρδους μπορεί ωστόσο να αυξηθεί.

Αυτός ο καθαρά σχετικός χαρακτήρας της πτώσης του ποσοστού κέρδους εμφανίζεται στις «αντίρροπες τάσεις» που ο ίδιος Μαρξ επεσήμανε, με τον ευτελισμό της αξίας του αποκαλούμενου «σταθερού κεφαλαίου» (δηλαδή του “νεκρού” κεφαλαίου με τη μορφή των μέσων παραγωγής) να είναι η πιο σημαντική. Εάν η αύξηση της παραγωγικότητας στην παραγωγή των μέσων παραγωγής (παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών) υπερβαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας στο σύνολό της, τότε και τα κεφαλαιουχικά προϊόντα θα φθηνύνουν ταχύτερα από τη μείωση της αναλογίας του εργατικού δυναμικού που απασχολήθηκε για κάθε ποσό κεφαλαίου. Ακολούθως, η πτώση του ποσοστού κέρδους μπορεί να σταματήσει ή ακόμα και να αναστραφεί σε αύξηση του ποσοστού έστω κι αν η αναλογία της «υλικοτεχνικής μάζας» του “νεκρού” κεφαλαιουχικού εξοπλισμού συνεχίζει να αυξάνεται ως προς το επικερδώς καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Εφόσον όμως οι καπιταλιστικές κατηγορίες αναφέρονται αποκλειστικά στην πραγματική αφαίρεση της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) αυτό που έχει μόνο σημασία είναι τα σχετικά μεγέθη τους. Επομένως, όταν φτηναίνουν γρήγορα τα κεφαλαιουχικά προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου τότε μπορεί να διακοπεί η πτώση στο ποσοστό κέρδους, ωστόσο την ίδια στιγμή αυτή η απόσβεση είναι μέρος της μείωσης της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) ανά μονάδα προϊόντος διότι η αυτή η μείωση ισχύει τόσο για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών όσο και για την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών (μέσων παραγωγής).

Αυτό που συμβαίνει στις κρίσεις δεν είναι κατά κύριο λόγο μια εντεινόμενη πτώση του ποσοστού κέρδους αλλά πρώτα και κύρια μία πτώση στην απόλυτη μάζα του κέρδους που σημαίνει ότι η αντισταθμιζόμενη επεκτατική κίνηση άρα και η παραγωγική διαδικασία διακόπτεται σε μία μεγάλη κοινωνική κλίμακα. Η σχετική διάσταση των κρίσεων αυτών χαρακτηρίζεται από τη χρονικά περιορισμένη εκδήλωσή τους και τον συσχετισμό τους με κάποιον συγκεκριμένο σχηματισμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακόμα δεν έχει προσεγγίσει το τελικό του στάδιο. Ο Μαρξ προείδε την αφηρημένη δυνατότητα (και στο σύγγραμμα των Grundrisse το εύλογο καταληκτικό της σημείο) του αδιέξοδου σχηματισμού, εντός του οποίου η αντισταθμιζόμενη επεκτατική κίνηση δεν μπορεί να επανεκκινήσει τη διαδικασία της καθώς η απόλυτη μάζα του κέρδους υποχωρεί χωρίς όριο και η πλειονότητα των ανθρώπων “τίθενται εκτός της πορείας της”. Αυτό συμβαίνει διότι σε ένα ορισμένο στάδιο του επιστημονικού εκσυγχρονισμού της παραγωγής, που περιλαμβάνει την υποκατάσταση του εργατικού δυναμικού με τεχνητές μονάδες, η υποκείμενη παραγωγή της αξίας παύει πλέον να είναι δυνατή σε μία σημαντικά εκτεταμένη κοινωνική κλίμακα.

Στο σημείο αυτό η εξασθένηση της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) μετασχηματίζεται από σχετική (πτώση στο ποσοστό του κέρδους) σε απόλυτη (πτώση του συνόλου των κερδών) κατάσταση χωρίς δυνατότητα κοινωνικής αναστροφής διότι γίνεται πλέον αισθητή με τη μαζική διακοπή σε εκτεταμένους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας και με τη μόνιμη και σε τεράστια κλίμακα ανεργία. Κάτω από τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων που έχουν τέτοιες μορφές όπως αυτές της γενικής ανταλλαγής εμπορευμάτων, της αγοράς εργασίας και της βιοπάλης «του να κερδίζεις τα προς το ζην, βγάζοντας χρήματα» προκύπτει η παράδοξη συνθήκη της φτωχοποίησης της ίδιας της κοινωνίας παρά το γεγονός ότι όλοι οι υλικοί συντελεστές που είναι απαραίτητοι για την παραγωγή του πλούτου είναι διαθέσιμοι σε υπέρ-άφθονες (überreichlichen) αναλογίες.

Ακριβώς μέσα σε αυτό τον εξωφρενισμό μας οδηγεί σήμερα με γιγάντια βήματα η τρίτη βιομηχανική επανάσταση της μικροηλεκτρονικής. Αυτό που ο Μαρξ είχε συλλάβει μόνο ως μία αφηρημένη και εξ’ αποστάσεως πεπερασμένη λογική ή «λογική του τέλους» (Endlogik) εμφανίζεται στην κοινωνική πραγματικότητα με τη μορφή νέων δυνατοτήτων, μέσα από τον εξορθολογισμό και την αυτοματοποίηση, οι οποίες ξεκινούν τώρα την εφαρμογή τους μετά από μια μακρά περίοδο διαμόρφωσης (οι πρώτες συζητήσεις για το θέμα αυτό πραγματοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1950 και του ‘60) αν και δεν είναι ακόμα πλήρως εκμεταλλεύσιμες. Η μαζικά εξελισσόμενη δομική ανεργία (και άλλα συναφή φαινόμενα όπως η συμπίεση των μισθών, η συρρίκνωση της κοινωνικής πρόνοιας, οι άστεγοι, οι παραγκουπόλεις και άλλες μορφές φτώχειας) δείχνει ότι η ιστορική κίνηση της αντισταθμιζόμενης επέκτασης του κεφαλαίου έχει περιέλθει σε τέλμα.

Εάν αυτό το τέλμα εμφανίζεται αρχικά ως αδράνεια μόνο στα πλαίσια του κοινωνικού γίγνεσθαι και όχι σαν καθίζηση της μάζας του κέρδους έτσι ώστε η ψευδαίσθηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου να είναι εφικτή χωρίς τη συνδρομή της αντίστοιχης εργασίας/ουσίας (Arbeits-substanz), αυτό συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο. Η διευρυνόμενη αναπαραγωγή στην πραγματική οικονομία, δηλαδή η παραγωγή και πώληση εμπορευμάτων με βάση τη δαπάνη της ισχύουσας κοινωνικά (επ’ αμοιβή) εργασίας, μπορεί πλέον να προσομοιωθεί από το πιστωτικό σύστημα και την αποσύνδεση των κερδοσκοπικών χρηματοπιστωτικών αγορών για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

Η πίστωση (ήτοι η μάζα των αποταμιεύσεων της κοινωνίας που συλλέγεται από το τραπεζικό σύστημα και δανείζεται για τους σκοπούς της παραγωγής ή της κατανάλωσης με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκων) είναι ένα φυσιολογικό καπιταλιστικό φαινόμενο που όμως απέκτησε βαρύνουσα σημασία καθώς επιταχυνόταν η καπιταλιστική επεκτατική ανάπτυξη.

Η πίστωση προϋποθέτει την χρήση των μελλοντικών χρηματικών εσόδων (άρα και της μελλοντικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού όπως και της μελλοντικής δημιουργίας της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz)) προκειμένου να διατηρήσει την παρούσα λειτουργία. Η εξάπλωση των πιστώσεων από τις απαρχές του 20ου αιώνα. καθώς επίσης και η «αποουσιαστικοποίηση» (Entsubstantialisierung) του χρήματος μέσω της αποσύνδεσής του με την υλική υπόσταση της αξίας του, όταν και εγκαταλείφθηκε ο συναλλαγματικός κανόνας του χρυσού, επεσήμαναν το συμφυές φράγμα στη διαδικασία της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Η αντισταθμιζόμενη επέκταση και κατά συνέπεια η σταθερή αύξηση της μάζας των κερδών παράλληλα με την πτώση του ποσοστού κέρδους θα μπορούσε ωστόσο να συνεχιστεί εφ’ όσον οι μελλοντικές χρηματικές εισπράξεις λαμβάνονταν με βάση την πραγματική ουσία της αξίας (συμπεριλαμβανομένων και των πληρωμών των τόκων). Όμως αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο να επιτευχθεί αλλά συνεχώς αναιρείται από την τρίτη βιομηχανική επανάσταση που υποκινεί την καταφυγή στην πίστωση καθιστώντας την όλο και πιο σύνηθες και ισχυρό φαινόμενο. Κατά συνέπεια, η συντριβή μιας γενικευμένης χρηματοοικονομικής κρίσης θα συμβεί απότομα και επιβλητικά όταν η πραγματική αξία/ουσία (Wertsubstanz) δεν θα μπορεί να ανατροφοδοτηθεί. Η πιστωτική χρηματοδότηση της δημόσιας κατανάλωσης και των κρατικών δαπανών με τη μορφή δημοσιονομικού χρέους έχει ήδη προσεγγίσει σε παγκόσμια κλίμακα το όριο της προσομοιωμένης αναπαραγωγής. Εξάλλου, η επιχορήγηση της ιδιωτικής μαζικής κατανάλωσης μέσω των τραπεζικών πιστώσεων και η λεηλασία των αποταμιεύσεων, των κληρονομιών κ.λπ. για καταναλωτικούς σκοπούς όπως επίσης και η μείωση των αφανών αποθεματικών στις εταιρείες, η αμετάβλητη καθίζηση στα μερίδια των ιδίων κεφαλαίων τους, αλλά, πάνω απ’ όλα, η δημιουργία του «πλασματικού κεφαλαίου» με την πρωτοφανή απογείωση στις τιμές των μετοχών τους (σε σχέση με την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας), δείχνουν πως η διαιώνιση της προσομοίωσης της καπιταλιστικής επέκτασης πλησιάζει τα όρια της.

Η τραγελαφική αυταπάτη με τη μορφή μίας ατέρμονης διαδικασίας άνευ ουσιαστικού περιεχομένου που εμφανίζεται στην εποχή μας ως «καπιταλισμός καζίνο» ή και ως «διαβίωση με δανεικά» θα μπορούσε να λάβει μια επίφαση σταθερότητας επειδή η κατάρρευση της αποσυνδεδεμένης και χωρίς περιεχόμενο χρηματοοικονομικής υπερδομής πραγματοποιείται ύστερα από μία ορισμένη χρονική περίοδο ανέλιξής της. Οι προθεσμίες στις εξοφλήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος κυμαίνονται από μία ημέρα μέχρι και κάμποσα χρόνια ή δεκαετίες κι εκτός αυτού τα χρέη μπορούν επίσης να διακανονιστούν προσωρινά. Και η φούσκα της φαινομενικά απεριόριστης διόγκωσης των χρηματιστηριακών αξιών χρειάζεται μια εξωτερική αφορμή για να πυροδοτήσει την αναπόφευκτη κατάρρευσή της. Στο μέτρο που πραγματοποιείται η επικείμενη “υποτίμηση της αξίας” και αποκαλύπτεται ο φετιχιστικός αυτοσκοπός ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η Ιστορία καθιστά ολοφάνερη την αμοιβαία γελοιότητα της τρέχουσας θεωρητικής σκέψης και της παρούσας κοινής λογικής που στηρίζουν τις “σχετικές” κατηγορικές μορφές με σημείο αναφοράς την καθολικότητα της ανταλλαγής εμπορευμάτων.

*

Ουτοπία και συγκεντρωτικά σχεδιασμένη οικονομία

Δεν είναι τυχαίο ότι το θετικιστικό και ιστορικό, εργατικό κίνημα δεν αποσκοπούσε να απελευθερώσει την παραγωγή του υλικού πλούτου από τον περιορισμό και τις ανορθολογικές συνέπειες της “εργασίας” και της αξίας. Απεναντίας εκείνο που προσδοκούσε ήταν η δήθεν απελευθέρωση της φετιχιστικής ουσίας (“απελευθέρωση της εργασίας”) και το “δίκαιο μερίδιο” στα κέρδη από την ανορθολογική ανάλωση της ανθρώπινης ενέργειας. Κι έτσι το μεγάλο αυτό κοινωνικό κίνημα έγινε το ίδιο ακούσια, ο υποκινητής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παλεύοντας για την προώθηση και τη γενίκευση των μέχρι τότε υπανάπτυκτων σχέσεων του κεφαλαίου έναντι της αντίστασης των στενόμυαλων αντιπροσώπων του. Η μαρξιστική «ταξική πάλη» αποδείχτηκε ότι είναι μία πανταχού παρούσα μορφή της ίδιας της κίνησης του καπιταλισμού κι όχι το υπερβατικό κίνημα της κατάργησης του (Aufhebung), όπως πίστευε ο Μαρξ.

Το εργατικό κίνημα έγινε το υποκείμενο και συγχρόνως ο ιδιώτης του μοντέρνου εμπορευματικού, φετιχιστικού συστήματος. Μαζί με την αφηρημένη εργασία/ουσία και την γενικευμένη αξία ως μορφή της κοινωνικής αναπαραγωγής, κατέστησε θετικές και όλες τις δομικές κατηγορίες της καπιταλιστικής κοινωνίας, τις νοσφίστηκε και τις μεταλαμπάδευσε στην οντολογία των συνθηκών της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά τον ίδιο τρόπο με την αγορά εργασίας, τη μισθωτή εργασία και την ανταλλαγή εμπορευμάτων και οι άλλοι αστικοί θεσμοί, δηλαδή ο κρατικός μηχανισμός (η αφηρημένη διεύθυνση των ανθρώπων), το έθνος και η οικονομία, η διοίκηση επιχειρήσεων και οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι δεσμοί αίματος της “πυρηνικής οικογένειας” και η ιδεολογική επέλαση της χρήσης των αυτοκινήτων (Automobilisierung) κ.λπ. υιοθετήθηκαν υπό την αιγίδα του “σοσιαλιστικού” προσήμου. Προσωπικότητες όπως ο Μπλερ, ο Σρέντερ, ο Βόλφγκανγκ Κλέμεντ, ή εκείνοι που βρίσκονται στην άλλη πλευρά της γης, ο Γκορμπατσόφ, ο Γιέλτσιν και οι συν αυτοίς δεν εκπροσωπούν κάτι άλλο από το τελικό στάδιο αυτής της ιστορικής παρερμηνείας. Από αυτή την συστημικά εμφωλεύουσα θέαση, η έννοια της κρίσης δεν μπορούσε να επεκταθεί θεωρητικά στην απόλυτη και χωρίς ελπίδα παρακμή της αξίας και της ουσιαστικής παραγωγής της, ειδάλλως ολόκληρη η κατασκευή της θετικιστικής αυτό-επεξήγησης (Selbstverständnisses) θα ήταν άνευ αντικειμένου. Η εργατική/κινηματική ιδεολογία ήταν μάλιστα και αφελώς αισιόδοξη όσον αφορά τη διαιώνιση της εργασίας ως ουσίας (Arbeitssubstanz), θεωρώντας ότι αυτή θα μεταφέρει τον σοσιαλισμό στο απώτερο μέλλον.

Αναπόφευκτα, αυτή η κοντόφθαλμη αντίληψη για τον καπιταλισμό επηρέασε τις διακηρύξεις για μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Ο ίδιος ο Μαρξ ελάχιστες φορές είχε διακρίνει στις θέσεις του ότι μαζί με την κατάλυση του κοινωνικού φετιχισμού της εργασίας ως ουσίας (Arbeitssubstanz) θα πρέπει να εξαφανισθεί και η μορφή της αξίας. Πέραν αυτού, εκείνος εμμένει σχεδόν σε ολόκληρο το έργο του σε μία υποστασιακή οντολογία της «εργασίας» ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον σοσιαλισμό. Η κατάργηση της φετιχιστικής μορφής παραμένει αρκετά σκοτεινή, αόριστα εκπεφρασμένη στην ιδέα της “ένωσης των ελευθέρων ανθρώπων”. Τελικά, το εργατικό κίνημα εγκατέλειψε τελείως αυτή την ιδέα και υπαναχώρησε σε μία ασυνείδητη κοινωνική μορφή, παίρνοντας το ρόλο του εκσυγχρονιστικού λειτουργού. Ο σοσιαλισμός περιορίστηκε στην ιδέα της κρατικά προγραμματισμένης και κοινωνικά ποσοτικοποιημένης εργασίας. Έτσι ο υποτιθέμενος και «εκ των προτέρων» κοινωνικός σχεδιασμός αφορούσε παράδοξα την κατηγορία/φετίχ μίας «εκ των υστέρων» κοινωνικής διαδικασίας. Ήταν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που μια σύγχρονη κρατική γραφειοκρατία έπρεπε να εκτελέσει τον προγραμματισμό της παραγωγής. Αλλά, στη μαρξική θεωρία, ο κρατικός μηχανισμός θεωρείται εξ’ ορισμού μία διακριτή οντότητα από την κοινωνία και επομένως μπορεί να λειτουργήσει μόνο σαν εξωγενές όργανο διοίκησης των ανθρώπων εν ονόματι του προϋποτιθέμενου καπιταλιστικού αυτοσκοπού και όχι ως θεσμός μιας συνειδητής κοινωνικής οργάνωσης.

Υπό την έννοια αυτή το προγραμματικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας καθώς επίσης και η εφαρμοσμένη πρακτική των ανατολικών σοσιαλιστικών κρατών ήταν δύο κακέκτυπες «εργατικές ουτοπίες», ήταν δηλαδή τα παράδοξα φαινόμενα ενός «τόπου χωρίς τόπο», που απέρρεαν από την παράδοξη διαδικασία του εκσυγχρονισμού. Σε αυτόν τον «τόπο του μη τόπου» θεωρήθηκε ότι ο ακατάργητος φετιχισμός της εργασίας/ουσίας ως αυτοσκοπού και η αξία/μορφή της θα γεννούσαν όχι μόνο την απαλλαγή από τους παράλογους καπιταλιστικούς περιορισμούς της παραγωγής του πλούτου αλλά θα επέφεραν επίσης ένα είδος παραδείσου σαν τελική συνθήκη της Ιστορίας. Η μεταφυσική εξιδανίκευση του σκοπού προέκυψε ως ανάγκη από την ιδέα της αυταπάτης η οποία συγκλόνιζε το θυμικό αυτού του παραπλανητικού και ουτοπικού κόσμου της εργασίας. Στο μέτρο που επιχειρήθηκε η δοκιμή της “πραγμάτωσης” αυτού του «τόπου χωρίς τόπο», έπρεπε είτε να λάβει τις μορφές της κρατικής τρομοκρατίας και στο τέλος να αποτύχει, είτε να οδηγηθεί άμεσα (όπως στη περίπτωση της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας) στην ενσωμάτωση στο υπαρκτό καπιταλιστικό κράτος και στο διοικητικό του μηχανισμό.

Συγκεκριμένα, οι φαινομενικά πιο ριζοσπαστικές ιδέες της ιστορίας παγιδεύτηκαν μέσα στις εμφανίσεις της καπιταλιστικής επιφάνειας και γι’ αυτό έπρεπε να απολυτοποιήσουν τις υποκείμενες κατηγορίες της, σχηματίζοντας έναν αντίθετο πόλο πανομοιότυπης αρνητικής κοινωνικοποίησης (Vergesellschaftung). Στην πραγματικότητα όμως αυτό συνέβη επειδή ήταν ουδόλως ριζοσπαστικές. Προπαντός η ιδέα της ξαφνικής «κατάργησης των χρημάτων» η οποία ήταν ένας επιδερμικός ριζοσπαστισμός που παρουσιάστηκε περιστασιακά, μπορούσε να συμβεί μόνο ως καταστροφή της διαμεσολαβητικής στιγμής στο αυστηρό πλαίσιο των κινήσεων της ακατάλυτης φετιχιστικής ουσίας, κάτι που θα γινόταν εφικτό μόνο με τη μορφή μιας άμεσης κρατικής τρομοκρατίας. Υπό την έννοια αυτή το διαβόητο τρομοκρατικό καθεστώς του Πολ Ποτ πρέπει να κατανοηθεί ως εκτροπή των δικτατοριών του «εκσυγχρονισμού που προλαβαίνει τις υστερήσεις» (nachholenden Modernisierung*) αντί να λογίζεται μία αποτυχημένη προσπάθεια υπέρβασης του συστήματος εμπορευματικής παραγωγής. Μια απελευθερωτική «κατάργηση του χρήματος» είναι μονάχα δυνατή μέσα στο πλαίσιο κατάλυσης της εργασίας/ουσίας, της αξίας/μορφής της και παράλληλα του συμπληρωματικού και κοινωνικά εξωγενούς κρατικού μηχανισμού. Για να το πούμε αλλιώς, ασφαλώς και δεν πραγματώθηκε στο ολοκληρωτικό καθεστώς του Πολ Ποτ ο «εσωτερικός» Μαρξ που επέκρινε τον φετιχισμό και επομένως πρέπει ρητά να το καταδικάσουμε και να αποδοκιμάσουμε συγχρόνως όλες τις φρικαλέες εκφάνσεις του. Απεναντίας, ο Μαρξ των Ερυθρών Χμερ είναι ακριβώς αντίθετος από εκείνον που θεωρεί την κατάργηση της εμπορευματικής μορφής (και επομένως του χρήματος ως μέσου και αυτοσκοπού) ταυτόσημη με την αχρησία της αφηρημένης εργασίας αλλά και με την “αναίρεση του κράτους μέσα στην κοινωνία”. Η μαρξική θεωρία, αναγνωσμένη με μη θετικιστικό τρόπο, προσδιορίζει τα χρήματα και το κράτος ως τους δύο πόλους της αρνητικής και αφηρημένης γενικότητας που βρίσκονται μέσα σε μία κοινωνία η οποία δεν έχει ούτε συναίσθηση, ούτε είναι αυτεξούσια πάνω στον εαυτό της επειδή τα μέσα και ο σκοπός της αναπαραγωγής, το αφηρημένο (Abstraktum) και το συγκεκριμένο (Konkretum) έχουν εσφαλμένα αντιστραφεί.

Η απόπειρα της χρήσης του κράτους ώστε να διακοπεί η κίνηση των χρημάτων αντί μιας απελευθερωτικής κατάργησης της αρνητικής ολότητάς του αναπόφευκτα γεννά μια κοινωνική και ηθική καταστροφή, όπως αντίστροφα κάνει επίσης και η “απολυτοποίηση” των χρημάτων πάνω από την κρατική ρύθμιση. Αυτό ακριβώς κάνει η παρούσα νεοφιλελεύθερη συναίνεση των παγκόσμιων ελίτ που δημιουργεί μια εικόνα στην οποία καθρεφτίζεται το εγχείρημα του Πολ Ποτ. Οι γραφειοκρατικές μέθοδοι επιβολής της καταναγκαστικής εργασίας σε όσους δέχονται τα προνοιακά επιδόματα, οι περικοπές στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι επιθέσεις από σκίνχεντ σε άτομα με ειδικές ανάγκες είναι τα “ιχνοστοιχεία Πολ Ποτ” μέσα στις δημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης καθώς επίσης και το σύμπτωμα του αχαλίνωτου πραγματιστικού μίσους ενάντια στο διανοητικό προβληματισμό. Είναι η οργή που εξαπολύει το “άνευ υποκειμένου” χρήμα, μαζί με την αυξάνουσα απελπισία από την κοινωνική κρίση της εργασίας, που σε τελική ανάλυση απειλούν εξαναγκάζοντας τα φιλελεύθερα/δημοκρατικά καθεστώτα της Δύσης να εγκαταστήσουν κρανίου τόπους, όπως ακριβώς έκανε και το βίαιο και ολοκληρωτικό σύστημα της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Η τωρινή και ανεπαρκής κεϋνσιανή νοσταλγία που υποβόσκει στην Ευρώπη δεν μπορεί να αντιληφθεί την ιστορική απειλή διότι ο κεϋνσιανισμός είναι και ο ίδιος μία χλωμή αντανάκλαση της χλωμής ανάκλασης του θετικιστικού εργατικού/μαρξισμού ο οποίος ήταν ωχρός από τις απαρχές του. Εντούτοις διαισθάνεται τον κίνδυνο και γι’ αυτό θέλει να εξισορροπήσει τους δύο πόλους της αρνητικής κοινωνικοποίησης σχεδόν ξεβασκαίνοντας παρακλητικά ως ικέτης την εργασία/ουσία. Αλλά όταν η ουσία αυτή εκφυλιστεί οριστικά και αμετάκλητα, και κατά συνέπεια το χρήμα και το κράτος που είναι οι δύο πόλοι της αφηρημένης καθολικότητας δεν θα μπορούν να υποστηρίξουν την κοινωνική αναπαραγωγή, τότε δεν θα έχει πλέον και κανένα νόημα η απαίτηση “συμμαχιών για την εργασία” και η “επιστροφή στις κρατικές ρυθμίσεις”.

Το άφευκτο ιστορικό καθήκον είναι η απάρνηση της κατεξοχήν αρνητικής κοινωνικοποίησης ήτοι της απελευθέρωσης της παραγωγής του πλούτου από τις χαλιναγωγήσεις του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος. Σύμφωνα με τις συνθήκες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, ο προγραμματισμός της “ποσότητας της εργασίας” έχει καταστεί παρωχημένος και άνευ νοήματος όπως και η διανομή με βάση την “ποσότητα της απόδοσης” που δαπανάται μεμονωμένα από κάθε εργαζόμενο ως μονάδα και καθιστά με αυτό τον τρόπο την ανθρώπινη ενέργεια αφηρημένη (δηλαδή με γνώμονα την πραγματική ή υποτιθέμενη συνεισφορά στο κοινωνικό μέγεθος της ουσίας). Το επίπεδο της κοινωνικής αλληλεξάρτησης έφθασε πλέον σε τέτοιο σημείο που όχι μόνο δεν είναι δυνατός ο (προσδι)ορισμός της “αποδοτικότητας” στα άτομα αλλά αυτός δεν έχει και καμία βαρύνουσα σημασία. Αντιθέτως, εκείνο που μετράει πια είναι η συνετή χρήση των επιστημονικών/τεχνολογικών μονάδων και η υπαγωγή τους στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών. Με την έννοια αυτή δεν μπορεί να γίνει δυνατή η επικοινωνία με κοινωνική αυτεπίγνωση ούτε μέσα στο πλαίσιο της φετιχιστικής μορφής της αξίας, ούτε μέσω ενός γραφειοκρατικού δημόσιου μηχανισμού, αλλά έξω και πέραν της αγοράς και του κράτους και μόνο διαμέσου των αποφάσεων για την απρόσκοπτη ροή των πόρων με την “εκ των προτέρων” συμμετοχή όλων των μελών της κοινωνίας. Εδώ και αρκετό καιρό το διαθέσιμο κοινωνικό απόθεμα του χρόνου έχει καταστεί άφθονο από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όμως αυτή η δυνατότητα μπορεί να εμφανιστεί μονάχα με την αρνητική μορφή της «μαζικής ανεργίας» κάτω από τις προϋποθέσεις του συστήματος εμπορευματικής παραγωγής.

Ο μαρξικός κομμουνισμός παραμένει το φάσμα που μέσα του αναπτύσσεται η ριζοσπαστική κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, όσο η μαρξική θεωρία γίνεται κατανοητή με τον παλαιό και απαρχαιωμένο τρόπο ανάγνωσης του θετικού εργατικού/μαρξισμού αυτό το φάσμα είναι καταδικασμένο να μείνει ακίνδυνο. Ο αντικειμενοποιημένος νόμος της κατάρρευσης της φετιχιστικής ουσίας αυτοεκπληρώνεται με ή χωρίς κριτική. Στην τελευταία περίπτωση, ασφαλώς και χωρίς ελπίδα.

Το κείμενο του Robert Kurz δημοσιεύτηκε αρχικά τον Φεβρουάριο του 1999.

http://www.exit-online.org/link.php?tab=autoren&kat=Robert%20Kurz&ktext=Marx%202000

Στα αγγλικά:

http://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=transnationales&index=1&posnr=67&backtext1=text1.php



Σημείωση του μεταφραστή:

* Ο όρος nachholenden Modernisierung (αναπληρούμενος εκσυγχρονισμός) που χρησιμοποιεί ο Ρόμπερτ Κουρτζ υπονοεί τη διαδικασία ανάπτυξης μιας χώρας από αναπτυσσόμενη σε ανεπτυγμένη. Επειδή ο πιο κοντινός όρος στα ελληνικά, που είναι αυτός του αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού, θα παρέπεμπε στη θετική και αστικά αφομοιωμένη ερμηνεία του, επέλεξα να τον μεταφράσω κάθε φορά με διαφορετική σύνταξη για να μην παρερμηνεύεται η αρνητική του σημασία.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

"Valhalla Rising" του Nicolas Winding Refn




του Keunermann


Πρόκειται για μία από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Δανού σκηνοθέτη, ο οποίος έγινε ευρύτερα γνωστός με το Drive και αναμένεται να απασχολήσει ξανά με το "Only God Forgives". Σε αυτή την ταινία, ωστόσο, δεν είναι ο Ryan Gosling που πρωταγωνιστεί, αλλά ο Mads Mikkelsen - ο κακός από το "Casino Royale" και παλαιός συνεργάτης του Ρεφν, που πιο πρόσφατα είδαμε στο "The Hunt". Πρόσφατα μάλιστα ο σκηνοθέτης ανακοίνωσε την πρόθεση του να πραγματοποιήσει ένα sequel. 

Η γενική υπόθεση της ταινίας έχει ως εξής: γύρω στο έτος 1000, υπάρχει ένας μονόφθαλμος και μουγγός σκλάβος-πολεμιστής εξαιρετικών ικανοτήτων, ο οποίος χρησιμοποιείται σε αγώνες από περιφερόμενους άρχοντες Βίκινγκ. Πληροφορούμαστε μάλιστα ότι δεν έχει μείνει στην υπηρεσία κανενός πάνω από πέντε χρόνια και ότι καθοδηγείται από το μίσος, κίνητρο τόσο ισχυρό που τον καθιστά ανίκητο. Καταφέρνει να δραπετεύσει και με τη συνοδεία ενός μικρού αγοριού (Maarten Stevenson) -ακόλουθου του τελευταίου παγανιστή ιδιοκτήτη του-, το οποίο εφεξής γίνεται η φωνή του, επιβιβάζεται σε ένα καράβι γεμάτο εξαθλιωμένους, επίδοξους σταυροφόρους με προορισμό τους Άγιους Τόπους. Όπως διαβάζουμε με το που ξεκινά η ταινία: «Στην αρχή υπήρχε μόνο ο άνθρωπος και η φύση. [Έπειτα] Άνθρωποι ήρθαν φέροντες σταυρούς και οδήγησαν τους αλλόθρησκους στις άκρες της γης». Η αφήγηση της ιστορίας είναι χωρισμένη σε έξι μέρη: Μένος, Σιωπηλός Πολεμιστής, Άνθρωποι του Θεού, Οι Άγιοι Τόποι, Κόλαση, Η Θυσία.

Η ταινία κυλά με αργούς ρυθμούς, γεγονός που ενδέχεται να απογοητεύσει ή ακόμη και να εκνευρίσει κάποιους θεατές, ωστόσο η βραδύτητα αυτή συνεισφέρει στη χαρακτηριστική της ατμόσφαιρα. Άλλωστε τα αχανή τοπία της Σκωτίας και η μινιμαλιστική («ευρωπαϊκή») προσέγγιση του σκηνοθέτη, στον αντίποδα κάθε φλυαρίας που θα φόρτωνε τον αμφιβληστροειδή του θεατή με ταχύτατα εναλλασσόμενες εικόνες, «θεαματικές» σκηνές δράσης, θορύβους και, εν τέλει, σύγχυση, συμβάλλουν στην επίτευξή της. Πέραν αυτών, υπάρχουν ελάχιστοι διάλογοι και σύντομα ξεσπάσματα βίας, ενώ η μουσική δένει άψογα με το κλίμα, ειδικά προς το τέλος.

Όσον αφορά τις ερμηνείες, δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Η σκέψη και μόνο ενός άγριου και επί ενενήντα λεπτά σιωπηλού Μίκελσεν είναι αρκετή για να καταλάβει όποιος δεν έχει δει την ταινία: η αίσθηση του «σκληρού» αναδύεται αυθόρμητα, μαζί όμως με εκείνη ενός βάρους που μοιάζει να κουβαλά ο χαρακτήρας, σχετιζόμενου με τα αποσπασματικά οράματα που βλέπει (πιθανή αναφορά στο θεό Όντιν που θυσίασε ένα μάτι χάριν της γνώσης) . Ο Μονόφθαλμος έχει ήδη αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί, περήφανα κι αδιαμαρτύρητα, μένοντας βουβός μέχρι τέλους.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να προσεγγίσει κανείς τα όσα συμβαίνουν στο "Valhalla Rising". Ως μια ακόμη ιστορία με Βίκινγκ, ως μια πρό(σ)κληση για στοχασμό αναφορικά με τις σταυροφορίες ή/και τη λογική του εποικισμού νέων χωρών και του προσεταιρισμού νέων εδαφών, ως μια αλληγορία πάνω στη διαμάχη των πολιτισμών, ή επίσης προσδίδοντάς της μεταφυσικές-υπαρξιακές διαστάσεις κ.λπ. Είναι ένα έργο τέχνης που αφήνεται σκόπιμα ανοιχτό (υπάρχει μάλιστα στο ίντερνετ ένα σύντομο βίντεο όπου ο Ρεφν κάνει πλάκα όσον αφορά το "νόημα" του φινάλε και του φιλμ εν γένει). Το βέβαιο είναι πως, για τον Μονόφθαλμο και τους χριστιανούς συνοδοιπόρους του, η αλλόκοτη αυτή περιήγηση συνιστά δρόμο χωρίς επιστροφή.

Πηγή artcore magazine

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Χριστός και Προλεταριάτο: Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική


Ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς και χριστιανισμού  

Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας στα ελληνικά της «Θεολογία της Απελευθέρωσης» του Γκ. Γκουτιέρες


των Μικαέλ Λεβί και Κώστα Αθανασίου



Τοιχογραφία του Cerrero Barredo (του κατεξοχήν ζωγράφου της θεολογίας της απελευθέρωσης), στον καθεδρικό ναό της πόλης Sao Felix do Araguaia (Βραζιλία)

Το τελευταίο διάστημα έχει επανέλθει στο προσκήνιο η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην Αριστερά και τη θεολογία ή την Εκκλησία. Ωστόσο, από τα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα που δημοσιεύονται, απουσιάζει συνήθως η αναφορά στην εμπειρία της πιο σημαντικής και γόνιμης συνάντησης μεταξύ Αριστεράς και χριστιανισμού, όπως εκφράστηκε στο ρεύμα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ειδικά στη Λατινική Αμερική, και η οποία προήλθε από μια πραγματική ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων και ανθρώπων πιστών στον χριστιανισμό και από τη μετακίνησή τους προς το χώρο της Αριστεράς.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ένα σώμα κειμένων που αποτελεί τη θεωρητική έκφραση ενός ευρύτατου κινήματος το οποίο εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πολύ πριν γραφτούν τα βασικά κείμενα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, και το οποίο θα μπορούσε να ονομαστεί Χριστιανισμός της Απελευθέρωσης — ένα κίνημα που περιλαμβάνει κοινότητες βάσης, λαϊκές (αγροτικές, εργατικές, ιθαγενικές) θρησκευτικές ομάδες, κινήματα γειτονιάς και ακτημόνων κ.λπ.

Αν θέλαμε να επιλέξουμε ένα χαρακτηριστικό της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, αυτό θα ήταν η ταξική επιλογή, η ταξική μεροληψία υπέρ των φτωχών. Η κρίσιμη διαφορά με τη φιλεύσπλαχνη φιλανθρωπία της επίσημης Εκκλησίας είναι ότι για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης οι φτωχοί δεν νοούνται ως αντικείμενα (βοήθειας, συμπόνιας, ελεημοσύνης) αλλά ως δρώντα υποκείμενα της ιστορίας τους, ως δρώντα υποκείμενα της απελευθέρωσής τους.

Το κίνημα του Χριστιανισμού της Απελευθέρωσης εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Βραζιλία, όταν αρχίζει να διατυπώνεται μια ριζοσπαστική πρόταση στο όνομα του χριστιανισμού για τον μετασχηματισμό της Λατινικής Αμερικής. Εκείνα τα χρόνια, στη Λατινική Αμερική υπήρχαν κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη του ρεύματος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Η όξυνση της φτώχιας, του αποκλεισμού και της εξαθλίωσης σε ολόκληρη την ήπειρο, από τη μια πλευρά, και η σκληρή καταστολή από τα καθεστώτα της εποχής, από την άλλη, οδηγούσαν σε αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης, η οποία όμως δεν είχε διαύλους και δυνατότητες να εκφραστεί, καθώς η πλειονότητα των πολιτικών και κοινωνικών οργανώσεων ήταν στην παρανομία ή σε καθεστώς διώξεων. Επιπλέον, σημαντικός ήταν ο αντίκτυπος της Κουβανέζικης Επανάστασης και των αντάρτικων κινημάτων. Όλα αυτά συνέκλιναν σε μια μεγάλη ριζοσπαστικοποίηση κοινωνικών στρωμάτων και στη διοχέτευση των διαμαρτυριών μέσω των εκκλησιαστικών κοινοτήτων βάσης. Στη Βραζιλία, η «Εκκλησία των φτωχών» φαίνεται στα μάτια της δικτατορίας ως ο βασικός της αντίπαλος.

Στο κλίμα ανανέωσης που κυριαρχούσε μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965), συνήλθε στο Μεντεγίν της Κολομβίας η Σύνοδος των Επισκόπων της Λατινικής Αμερικής, τον Αύγουστο του 1968, τα τελικά κείμενα της οποίας αποτελούν πραγματική τομή, καθώς στην ουσία θεμελιώνουν όλη την αντίληψη της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Για πρώτη φορά δεν καταγγέλλονται απλώς οι δομικές αιτίες της αδικίας και της παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων καθώς και η «θεσμοποιημένη βία», αλλά επιπλέον αναγνωρίζεται η νομιμότητα της εξέγερσης για την απελευθέρωση από κάθε είδους δουλεία και τονίζεται ο ρόλος των λαϊκών στην Εκκλησία. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, το βιβλίο του Περουβιανού ιησουίτη Γκουστάβο Γκουτιέρες με τίτλο Θεολογία της Απελευθέρωσης [ελλ. έκδοση: μτφ. Κ. Παλαιολόγος, επιμ. Θ. Δρίτσας, εκδ. Άρτος Ζωής 2012], το 1972, ήρθε να θέσει τον θεωρητικό θεμέλιο λίθο που έλειπε. Νωρίτερα, το 1964, είχε πραγματοποιηθεί στο Ρίο ντε Τζανέιρο μια συνάντηση λατινοαμερικάνων θεολόγων, με επικεφαλής τον Γκουστάβο Γκουτιέρες, στην οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η σύγκλιση χριστιανισμού και μαρξισμού. Ο προβληματισμός θα μπορούσε να συνοψιστεί στη διαπίστωση του βραζιλιάνου καρδινάλιου Ελντέρ Καμάρα: «όσο έλεγα πως έπρεπε να βοηθάμε τους φτωχούς, με θεωρούσαν άγιο· όταν ρώτησα γιατί υπήρχαν τόσοι φτωχοί, με αντιμετώπισαν ως κομμουνιστή».

Στην ανάπτυξη αυτού του κινήματος, εμβληματική υπήρξε η φιγούρα του ιερέα-αντάρτη Καμίλο Τόρες, στην Κολομβία, που σκοτώθηκε σε μάχη στις 15 Φεβρουαρίου 1966. Ο Καμίλο Τόρες, αφού αγωνίστηκε για χρόνια στην οργάνωση του μαχητικού λαϊκού κινήματος της εποχής, εντάχθηκε στις γραμμές του «γκεβαρικού» αντάρτικου του ELN (Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης), για να σκοτωθεί μετά από λίγο σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του στρατού. Η σορός του θάφτηκε σε σημείο που παραμένει άγνωστο μέχρι και σήμερα. Για την πολιτική σκέψη του Καμίλο, η δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας σήμαινε μια εκ βάθρων επανάσταση που δεν θα ήταν απλώς υπέρ των φτωχών αλλά και κατά των πλουσίων και των εκμεταλλευτών, από τους οποίους θα αφαιρούσε τον πλούτο και την εξουσία τους. Σε αυτόν τον αγώνα κατά της ολιγαρχίας (και του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ), οι χριστιανοί, σύμφωνα με την αντίληψη του Καμίλο, δεν δικαιούνται αλλά υποχρεούνται να συμμετέχουν: «το καθήκον κάθε χριστιανού είναι να είναι επαναστάτης, και το καθήκον κάθε επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση». Ή, όπως λέει σε μια συνέντευξή του το 1965, «ο καθολικός που δεν είναι επαναστάτης και δεν είναι με τους επαναστάτες διαπράττει θανάσιμο αμάρτημα». Με αυτή την έννοια, «οι μαρξιστές αγωνίζονται για μια νέα κοινωνία κι εμείς, οι χριστιανοί, οφείλουμε να αγωνιζόμαστε στο πλευρό τους».

Το παράδειγμα του Καμίλο ακολούθησαν και άλλοι ιερείς, όπως ο Δομίνγκο Λαΐν και ο Μανουέλ Πέρες, που επίσης πολέμησαν στις γραμμές του ELN — ο δεύτερος μάλιστα έφτασε και στην ηγεσία του. Στη Χιλή, για παράδειγμα, οι «Ιερείς για τον Σοσιαλισμό» στήριξαν την άνοδο του Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Ήδη, όμως, έχει αρχίσει η αντεπίθεση. Η έκθεση του Ν. Ροκφέλερ προς τον πρόεδρο Νίξον, το 1969, που αναφέρει ότι «αν υλοποιηθούν οι αποφάσεις του Μεντεγίν κινδυνεύουν τα συμφέροντά μας», κινείται παράλληλα με την απόφαση των ΗΠΑ και της CIA για συστηματική επέμβαση κατά του κινήματος του Χριστιανισμού της Απελευθέρωσης. Ένα από τα ντοκουμέντα της Σάντα Φε, που συντάσσονται τη δεκαετία του 1980 από συμβούλους της κυβέρνησης των ΗΠΑ και σκιαγραφούν την πολιτική προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, λέει με σαφήνεια ότι «η Θεολογία της Απελευθέρωσης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό δόγμα μεταμφιεσμένο σε θρησκευτική πίστη, με περιεχόμενο ενάντια στον πάπα και ενάντια στην ελευθερία των επιχειρήσεων». Ήδη η βία κατά των χριστιανικών κοινοτήτων είναι πλέον συστηματική σε πολλές χώρες όπως η Αργεντινή (είναι η εποχή της δικτατορίας), στη Βραζιλία (όπου οι Εκκλησιαστικές Κοινότητες Βάσης συγκέντρωναν πάνω από 3 εκατομμύρια άτομα), στη Βολιβία κ.α. Στο Ελ Σαλβαδόρ, τον Μάρτιο του 1980, δολοφονείται ο επίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, την ώρα της λειτουργίας, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς βιάζονται και δολοφονούνται από μέλη της Εθνικής Φρουράς τέσσερις καλόγριες.

Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή Ρίγκαν, στην εποχή της Νέας Θρησκευτικής Δεξιάς. Ταυτόχρονα, από το 1978 έχει αρχίσει η μαύρη εποχή για κάθε ριζοσπαστική λογική εντός της καθολικής Εκκλησίας, η εποχή Βοϊτίλα-Ράτσινγκερ. Τη στιγμή που η εκκλησιαστική ιεραρχία τιμωρούσε όσους υποστήριζαν τις θέσεις της Θεολογίας της Απελευθέρωσης (τον Λεονάρντο Μποφ ή τον Φερνάντο Καρδενάλ, που εκδιώχθηκε από το τάγμα των Ιησουιτών επειδή ήταν υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση των Σαντινίστας), επιδοκίμαζε επισκόπους που ευλογούσαν ως «ανθρώπινο δικαίωμα» την εξέγερση των ακροδεξιών Κόντρας στη Νικαράγουα. Όταν ιδρύεται το Ινστιτούτο για τη Θρησκεία και τη Δημοκρατία, ο Μιγκέλ Ντ’ Εσκότο, υπουργός Εξωτερικών της σαντινιστικής κυβέρνησης, υποστηρίζει καθαρά πως «το ΙΘΔ είναι προφανώς οργάνωση-βιτρίνα της CIA».

Τον Απρίλιο του 1982 πραγματοποιήθηκε στο Σαντιάγο (παρά την αντίθεση των χιλιανών επισκόπων) διεθνής συνδιάσκεψη των Χριστιανών για το Σοσιαλισμό, με συμμετοχή περίπου 400 ατόμων, ενώ το παρών έδωσε και ο Γκουστάβο Γκουτιέρες. Το τελικό ντοκουμέντο, με ορολογία καθαρά μαρξιστική, κατάγγελλε τη χρήση του χριστιανισμού για τη δικαιολόγηση του καπιταλισμού, ενώ έκλεινε με λόγια του Τσε Γκεβάρα.

Όταν, μετά την πτώση του Τείχους και την εκλογική ήττα των Σαντινίστας, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ (Βοϊτίλα) διακήρυξε περιχαρής το θάνατο της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, η απάντηση ήρθε από τον Γκουστάβο Γκουτιέρες, το 1993, που δήλωσε ότι η κατάρρευση του υπαρκτού «είναι σημαντικό γεγονός αλλά δεν αλλάζει ριζικά τις απόψεις της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, επειδή αυτή αφορμάται από την κατάσταση φτώχιας της τεράστιας πλειονότητας του λατινοαμερικάνικου πληθυσμού». Στο μεταξύ, το 1985, το Βατικανό (διά του –μετέπειτα πάπα– Ράτσινγκερ) είχε καταδικάσει τη Θεολογία της Απελευθέρωσης ως αίρεση.

Παρ’ όλα αυτά, το κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης εξακολουθεί να έχει βαθιές ρίζες στα κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Στη Βραζιλία, αγωνιστές αυτού του κινήματος έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση του Κόμματος των Εργαζομένων αλλά και του Κινήματος των Χωρίς Γη (MST). Το ίδιο συμβαίνει και στους Σαντινίστας, στη Νικαράγουα, και στο Μέτωπο Φαραμπούντο Μαρτί, στο Ελ Σαλβαδόρ· σύμφωνα με τα Wikileaks, τηλεγράφημα από την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Σαν Σαλβαδόρ υποστηρίζει ότι «το κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης βοήθησε σε σημαντικό βαθμό τις προσπάθειες [τον αγώνα του Μετώπου Φαραμπούντο Μαρτί κατά τον εμφύλιο]». Το 1989 δολοφονήθηκαν στο Ελ Σαλβαδόρ έξι ιησουίτες από το στρατό. Στη Γουατεμάλα δολοφονείται το 1998 ο υπερασπιστής των ανθρώπινων δικαιωμάτων επίσκοπος Χεράρδι.

Στην Τσιάπας του Μεξικού, η πολύχρονη δουλειά του («κόκκινου») επισκόπου Σαμουέλ Ρουίς οδήγησε στην οργάνωση 2.600 κοινοτήτων βάσης, με 7.800 ιθαγενείς κατηχητές, που δημιούργησαν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον όταν συγκροτήθηκαν οι Ζαπατίστας και ο ζαπατιστικός στρατός, ο EZLN, παρά την αντίθεση του Ρουίς στην επιλογή των όπλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους Ζαπατίστας υπάρχουν πολλοί μαχητές που προέρχονται από τις χριστιανικές κοινότητες βάσης. Στο Εκουαδόρ, ο «επίσκοπος των Ινδιάνων» Λεόνιντας Προάνο μιλούσε σαφώς για απόρριψη του καπιταλιστικού μοντέλου. Η οργάνωση των κοινοτήτων βάσης στις ιθαγενικές κοινότητες συνέβαλε στη συγκρότηση της CΟΝΑΙΕ, της κινηματικής ιθαγενικής ομοσπονδίας του Εκουαδόρ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εξέγερση των αγροτών και των ιθαγενών, το 1994, ενάντια στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της κυβέρνησης για τη γη (εξέγερση που είχε τη στήριξη και του Βίκτορ Κοράλ, διαδόχου του Προάνο), ο στρατός έκλεινε τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Εκκλησίας, στην προσπάθειά του να καταστείλει την εξέγερση. Με τη Θεολογία της Απελευθέρωσης συνδεόταν και ο Φερνάντο Λούγο, πρόσφατος πρόεδρος της Παραγουάης μέχρι να ανατραπεί από το «συνταγματικό πραξικόπημα» της Δεξιάς. Τέλος, αγωνιστές του κινήματος αυτού είχαν σημαντική συμμετοχή και στην οργάνωση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ.

Από την άλλη πλευρά, όπως αποκαλύπτουν και τα Wikileaks, η Θεολογία της Απελευθέρωσης εξακολουθεί να βρίσκεται στο στόχαστρο των ΗΠΑ και του Βατικανού.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης με τα χρόνια επέκτεινε το πεδίο ενασχόλησής της και πέρα από το ταξικό, διευρύνοντας την έννοια του «φτωχού» για να συμπεριλάβει ιθαγενείς, μαύρους, γυναίκες. Στο έδαφός της αναπτύχθηκε η «μαύρη θεολογία», η «φεμινιστική θεολογία», η «ιθαγενική θεολογία». Επιπλέον, ασχολήθηκε με ζητήματα όπως η οικολογία, ενώ αναπτύχθηκε επίσης και μια «οικονομική θεολογία», εμπνευσμένη από τον Μαρξ και την Παλαιά Διαθήκη.

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι ταυτόχρονα μια θρησκευτική, ηθική και κοινωνική διαμαρτυρία ενάντια στην αδικία και ένα κάλεσμα για ριζική κοινωνική αλλαγή. Υπήρξε μια αδυσώπητη πολιτικοκοινωνική και ηθική αμφισβήτηση του καπιταλισμού, χρησιμοποιώντας αφενός τα μαρξιστικά εργαλεία και αφετέρου μια νέα, ριζοσπαστική ανάγνωση της Βίβλου ως παραδείγματος του αγώνα για κοινωνική απελευθέρωση. Ως εκ τούτου, για τους εκπροσώπους της καθεστηκυίας τάξης (κοινωνικοπολιτικής και εκκλησιαστικής) αποτέλεσε μια έμπρακτη αμφισβήτηση της εξουσίας τους.

Σύμφωνα με τον ουρουγουανό δημοσιογράφο Ραούλ Σιμπέτσι, τέσσερα μεγάλα ρεύματα είναι αυτά που αποτελούν τους πυλώνες του λαϊκού κινήματος στη Λατινική Αμερική: οι κοινότητες της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, η ιθαγενική αντίσταση, ο γκεβαρισμός και η λαϊκή εκπαίδευση. Στη Λατινική Αμερική η Θεολογία της Απελευθέρωσης υπήρξε έκφανση ενός ευρύτερου ρεύματος: της ανάδυσης των αποκλεισμένων στο προσκήνιο.

Αποτελεί, έτσι, ένα παράδειγμα γόνιμης συνάντησης Αριστεράς-χριστιανισμού σε κινηματικό αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο, που προέκυψε από τη θεωρητική και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση ενός κομματιού χριστιανών που κινήθηκε προς τα αριστερά, συναντώντας τις δυνάμεις της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς και μετατρεπόμενο σε αναπόσπαστο κομμάτι της.

Οπωσδήποτε είναι τεράστια η συζήτηση για το ρόλο της θρησκείας στη Λατινική Αμερική, για τις μορφές εκκοσμίκευσης και νεωτερικότητας που αναπτύχθηκαν στην ήπειρο κ.λπ. Ωστόσο, αν θέλει κανείς να κατανοήσει σε όλη της την έκταση την πολιτική πραγματικότητα της Λατινικής Αμερικής, είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει υπόψη του αυτό το τεράστιο, ριζοσπαστικό –και ηρωικό, πολλές φορές– κίνημα της Θεολογίας της Απελευθέρωσης.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Μερικές σκέψεις με αφορμή το συνέδριο


των Σταμάτη Λεκάτη και Οδυσσέα Αϊβαλή


Η Συγκυρία και η Ριζοσπαστική Αριστερά

Το αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής είναι η μετατόπιση της εκάστοτε συγκυρίας, δηλαδή της εκπροσώπησης, της συμπύκνωσης και της ολοκλήρωσης των ταξικών συσχετισμών δύνα-μης. Η συγκυρία αλλάζει ή μετατοπίζεται διαρκώς μέσω των συγκρούσεων που αναπτύσσονται σε όλα τα επίπεδα και σε όλους τους χώρους του κοινωνικού σχηματισμού, από τον  εργασιακό χώρο και την γειτονιά μέχρι το κοινοβούλιο και το εσωτερικό των κομμάτων. Η πολιτική πρακτική ωθεί τη συγκυρία στην κατεύθυνση των ταξικών συμφερόντων που θέλει να εκπροσωπήσει [1].

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η αντικειμενική πραγματικότητα της υποτίμησης της εργασίας, της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας, πρέπει να μετατοπιστεί προς τη διεκδίκηση αιτημάτων του κόσμου της εργασίας με την αδιαπραγμάτευτη ταξική αλληλεγγύη και την αποδόμηση του κοινωνικού αυτοματισμού, όπως  επιτυχημένα έγινε στην ΕΡΤ. 

Η αντίσταση στις ιδιωτικοποιήσεις -που έχουν στόχο τη δημιουργία νέων σφαιρών κερδοφορίας για το κεφάλαιο, σε τμήματα που ανήκαν στο κράτος ως δημόσια αγαθά (νερό, κ.α.)- αποτελεί σημείο συσπείρωσης των εργαζόμενων τάξεων. Η διεκδίκηση δημόσιων αγαθών εμπεριέχει το πρόταγμα της παραγωγής αγαθών που δεν ανήκουν στην σφαίρα των εμπορευμάτων, αμφισβητώντας την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα στον κόσμο των εμπορευμάτων και του κέρδους,  δημιουργούνται κύτταρα όπου οι σχέσεις δεν είναι χρηματικές, τα αγαθά δε θα είναι εμπορεύματα και θα έχουν πρόσβαση σε αυτά ως κοινωνικό δικαίωμα, όλοι οι κάτοικοι της χώρας ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, φύλο και φυλή.  Η αριστερή στρατηγική δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει τον αγώνα για δωρεάν πρόσβαση σε όλο και περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, για κοινωνικό έλεγχο σε σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Αυτοί οι αγώνες για την κοινωνική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου, εκκινούν ως αμυντικοί αγώνες ενάντια στην τάση επέκτασης του κεφαλαίου και κρυσταλλώνουν την τάση για τον κοινωνικό έλεγχο, τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό κρατικών θεσμών και αμφισβητούν την ηγεμονία του κεφαλαίου. 


Κρίση και συγκυρία 

Η δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος αποτελεί μια φάση επαναπροσδιορισμού του συσχετισμού κεφαλαίου-εργασίας. Προκειμένου να διευρυνθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου ακυρώνονται οι προηγούμενοι ταξικοί συμβιβασμοί και η κρίση κεφαλαίου διαφαίνεται ως ευκαιρία πραγματοποίησης των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που δεν μπορούσαν να γίνουν κοινωνικά αποδεκτές το προηγούμενο διάστημα μετατρέποντας την σε κρίση εργασίας. Ο στόχος της στρατηγικής του κεφαλαίου είναι η υποτίμηση της εργατικής δύναμης μέσα από την ανίχνευση του χαμηλότερου δυνατού σημείου αναπαραγωγής των κυριαρχούμενων τάξεων. Η λιτότητα προωθείται ως βασικός στόχος του ελληνικού καπιταλισμού ώστε να επιτευχθεί η αύξηση της κερδοφορίας. Η αύξηση του κέρδους γίνεται κυρίως, με τη μείωση των κατώτατων μισθών και της διάλυσης των εργασιακών σχέσεων που προστατεύουν την εργασία, δημιουργώντας φθηνό εργατικό δυναμικό μειώνοντας το κόστος του μεταβλητού κεφαλαίου. Παράλληλα με την καταστροφή κεφαλαίων που δεν αποδίδουν την αναμενόμενη κερδοφορία γίνεται και καταστροφή εργατικού δυναμικού με την παρατεταμένη καθήλωση στην ανεργία ενός μεγάλου κομματιού των εργαζόμενων τάξεων. Έτσι, η αστική τάξη δεν μπορεί να πείσει ότι το συμφέρον της αποτελεί γενικό συμφέρον της κοινωνίας αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση και την αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων τάξεων, και δημιουργείται μία κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. 

H Αριστερά, έχοντας ως στόχο την κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας προς το συμφέρον των εργαζόμενων τάξεων, πρέπει να διαθέτει πολιτική ικανότητα, κατανόηση της κοινωνικής δομής και του πολιτικού χρόνου. Η πολιτική ικανότητα είναι η δυνατότητα του συλλογικού υποκειμένου να αναγνωρίζει κάθε στιγμή τις συνθήκες της εκάστοτε συγκυρίας, να αντιλαμβάνεται τι απαιτεί η συγκεκριμένη στιγμή και να διαθέτει πολιτική δύναμη ώστε να οδηγεί τη συγκυρία προς την κατεύθυνση της δικής του πολιτικής στόχευσης. Η δεύτερη συνθήκη είναι η γνώση των ρυθμών κίνησης του κοινωνικού σχηματισμού και της συγκεκριμένης φάσης από την οποία διέρχεται τη δεδομένη στιγμή.  

Η εσωτερική υποτίμηση ως επιλογή του ελληνικού καπιταλισμού οδήγησε σε ανάκαμψη των κερδών μετά το πρώτο μνημόνιο. Η εσωτερική υποτίμηση αποτελεί γενίκευση της υποτίμησης που είχε επιβληθεί πριν από την κρίση σε τμήματα της εργατικής τάξης όπως τους μετανάστες, τους νέους εργαζόμενους και τις γυναίκες.  

Αντίθετα, είναι λανθασμένη ανάλυση περί «νέο-αποικιοκρατίας» και «αποικίας χρέους» καθώς αθωώνει  τον ελληνικό καπιταλισμό, παρουσιάζοντας το μνημόνιο ως έξωθεν επιβεβλημένο και τους έλληνες ως ένα σώμα που θα παλέψουν όλοι μαζί. Η συγκεκριμένη ανάλυση υιοθετεί πλήρως την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, που όντας ηγεμονική, παρουσιάζει το δικό της συμφέρον ως εθνικό συμφέρον. Έτσι, ο έλληνας εκμεταλλευόμενος παρουσιάζεται σαν να έχει κοινά συμφέροντα με τον έλληνα εκμεταλλευτή και αντίθετα συμφέροντα με τον γερμανό εκμεταλλευόμενο ή τον μετανάστη που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. 

Επίσης, θεωρούμε λανθασμένη την αναγωγή σε κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας, και πρόταγμα από δυνάμεις της αριστεράς, το δίλημμα ευρώ ή δραχμή. Εάν, σύμφωνα και με το σκεπτικό που διατυπώσαμε, ο στόχος είναι η κατάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας προς όφελος των εργαζόμενων τάξεων και της ταξικής και πολιτικής εμβάθυνσης, τότε πρέπει να εντοπίσουμε και να αναδείξουμε εκείνες τις αξίες, που οδηγούν σε αυτήν την κατεύθυνση: δημοκρατία, αλληλεγγύη, συνεργατική οικονομία, κατάργηση των μνημονίων λιτότητας, μεταναστευτικό, οικολογία, φεμινισμός, δικαιώματα, διεθνισμός.

Η κουβέντα ευρώ ή δραχμή και με ποιό νόμισμα θα διαχειριστούμε την κρίση, δεν παράγει τέτοια ηγεμονία, για τρεις κυρίως λόγους:  

-ο πρώτος έχει να κάνει  με την ανυπαρξία ταξικής διαφοροποίησης στο συγκεκριμένο αίτημα. Υπάρχουν δεξιοί και αριστεροί, αστοί και προλετάριοι που συμφωνούν τόσο με την έξοδο όσο και με την παραμονή στην Ο.Ν.Ε. Ο σ. Λάσκος στο άρθρο του στο rednotebook, το θέτει πολύ εύστοχα, και δεν έχουμε να συμβάλλουμε σε τίποτα περισσότερο.  

-ο δεύτερος έχει να κάνει με την τοποθέτηση  στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας περί εξόδου, της έννοιας της ανταγωνιστικότητας.

Η ανταγωνιστικότητα είναι ο κεντρικός πυλώνας της Πολιτικής Οικονομίας του καπιταλισμού, από τον Κέυνς μέχρι τον Φρίντμαν, και  η επίκλησή της από αριστερούς οικονομολόγους ως κεντρικό επίδικο στη διαδικασία ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση στο σχήμα υποτίμηση εθνικού νομίσματος-> μείωση κόστους εργασίας-> αύξηση ανταγωνιστικότητας-> αύξηση εξαγωγών, μαρτυρά την πλήρη ηγεμόνευση από την ιδεολογία του αντιπάλου και του οικονομισμού. 

Καμία αριστερή πρόταση κοινωνικού μετασχηματισμού και εξόδου από την κρίση δεν μπορεί, κατ΄ αρχήν, να υπάρξει, εάν δε βάζει στο κέντρο της ανάλυσής της τη διεθνιστική αλληλεγγύη των εργατικών τάξεων, των ανθρώπων που φτωχοποιούνται και περιθωριοποιούνται, σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, κλίμακα.

 Η πύκνωση των διασυνδέσεων, επαφών και κοινών αγώνων αυτού του κόσμου, των συνδικάτων, κινημάτων, κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς -τουλάχιστον της Ευρώπης-  είναι εκ των ων ουκ άνευ, σε κοινά μέτωπα και αγώνες κατά της ανεργίας και των μνημονίων, για την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και του κράτους πρόνοιας, για δίκαιο φορολογικό σύστημα, για την κοινωνικοποίηση και το δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και των δημόσιων αγαθών.  

- ο τρίτος έχει να κάνει με τον αντιδιαλεκτικό χαρακτήρα του αιτήματος:   

Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια στιγμή της ταξικής σύγκρουσης που θα έρθει όταν έρθει, αν έρθει και θα απαντηθεί στις συνθήκες που θα μπει από το κίνημα. Και όσο πιο στερεή είναι η ηγεμονία που θα έχουμε χτίσει ως αριστερά και κυβέρνηση, τόσο πιο πειστική θα είναι η απάντηση του κινήματος. Όσο περισσότερο χειραφετείται η κοινωνία στη σύγκρουσή της με την ευρωπαϊκή και ελληνική αστική τάξη, και εμπλέκεται ο λαϊκός παράγοντας, αντί να αναθέτει,  τόσο  περισσότερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσουμε χώρο μέσα στην Ε.Ε. και τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες, σε μια πιθανή έξοδο από την Ο.Ν.Ε,  να τη διαχειριστούμε προς μια κοινωνικά δίκαιη, ριζοσπαστική και κινηματική κατεύθυνση. 

 Η από πριν συμφωνία του κόσμου για έξοδο και δραχμή στο δεδομένο ταξικό συσχετισμό και ηγεμονία, είναι σχήμα αντιδιαλεκτικό, και δεν παρέχει καμία δέσμευση, όταν μάλιστα μια τέτοια έξοδος θα είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στην κοινωνία και στην υλική της αναπαραγωγή.


Κινήματα   

Η ανυποχώρητη στήριξη των κινημάτων και η ανάδειξη τους στην κεντρική πολιτική Η ΕΡΤ και το κίνημα αλληλεγγύης δείχνει τον δρόμο, ενώ η στάση στην επιστράτευση των καθηγητών (ΟΛΜΕ) ως αντιπαράδειγμα φανερώνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με την μνημονιακή πολιτική. Η ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου στον κόσμο της εργασίας δεν θα σταματήσει όσο δεν υπάρχουν σοβαρές αντιστάσεις που θα τολμούν να επιτίθενται και να επαναδιεκδικούν κεκτημένα συνδεδεμένα με την κεντρική πολιτική ανατροπής. 

Η μετατροπή της κρίσης κεφαλαίου σε κρίση εργασίας με αφορμή καταρχήν την κρίση χρέους, αντιμετωπίζεται με ξεκάθαρη ταξική μεροληψία υπέρ της εργατικής τάξης, με την στήριξη κινημάτων και με την καλλιέργεια της διεθνιστικής αλληλεγγύης. 

Η μαζική κινητοποίηση στην ΕΡΤ δείχνει τον δρόμο πάλης ενός κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς που έχει στόχο να εντάξει στις γραμμές του τον κόσμο της εργασίας και να αντεπιτεθεί στο κεφάλαιο, δημιουργώντας ρηγματώσεις στην πολιτική του έως την τελικά νίκη. 

Η συμμετοχή και η ενδυνάμωση αυθόρμητων κινημάτων, με σεβασμό στην αυτονομία τους και η ενσωμάτωση τους στο κεντρικό πολιτικό πρόταγμα, πρέπει να είναι ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Το παράδειγμα της ΕΡΤ και της Τουρκίας επιβεβαιώνει ότι τοπικά ή μεμονωμένα κινήματα μπορούν να μετατραπούν σε θρυαλλίδα, για κεντρικά επίδικα που αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτική. Ενώ σε πιο προωθημένη μορφή μπορούν να διεκδικούν αιτήματα που αμφισβητούν τους μονόδρομους της αστικής τάξης και παλεύουν για μία οικονομία όπου οι ανάγκες των ανθρώπων θα είναι πάνω από τα κέρδη και την κοινωνική ιδιοποίηση του παραγόμενου πλούτου. 


Αλληλέγγυα Οικονομία και Αυτοδιαχείριση 

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί μία σειρά δράσεων και συνεταιριστικών εγχειρημάτων, που θα μπορούσαν να καταχωρηθούν με τον τίτλο της Αλληλέγγυας Οικονομίας, και ενδεικτικά αφορά κοινωνικά φαρμακεία, κοινωνικά ιατρεία και ωδεία, κοινωνικούς συνεταιρισμούς και παντοπωλεία, τράπεζες χρόνου, χωρίς μεσάζοντες, αυτοδιαχειριζόμενα  εργοστάσια, συνεταιριστικά καφενεία, ελεύθερο λογισμικό κ.α.

Πρόκειται για εγχειρήματα που λειτουργούν με γενικές συνελεύσεις στη βάση της ισότητας, της αυτοδιαχείρισης και αυτοοργάνωσης, θέτοντας στο κέντρο τις κοινωνικές ανάγκες, τη δημοκρατία, την ισότητα στις αμοιβές και την κοινωνικοποίηση των κερδών, αμφισβητώντας στην πράξη τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τη σχέση κεφάλαιο-εργασία, το κέρδος και την εκμετάλλευση.

Ουσιαστικά είναι μία διαδικασία που βάζει το κίνημα και τις συλλογικότητες να υλοποιήσουν τις διεκδικήσεις τους, και να σταματήσουν το στείρο καταγγελτικό λόγο, υλοποιώντας συνθήκες και δομές στον αντίποδα των κυρίαρχων, βάζοντας σε κίνηση τη δημιουργικότητα του δυναμικού τους, προκαλώντας όλους να πραγματοποιήσουν το σύνθημα «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

Με την έννοια αυτή η Αλληλέγγυα Οικονομία δεν έρχεται να απαντήσει στην οικονομική κρίση ή να υποκαταστήσει το κράτος πρόνοιας, αλλά να συγκροτήσει το δικό μας αντιπαράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης, παραγωγικών σχέσεων και δομών κοινωνικής πρόνοιας, με εργαζόμενους και χρήστες των υπηρεσιών –όπου αυτό είναι δυνατό-  της κάθε δομής να συναποφασίζουν δημοκρατικά.

Σε αυτή τη λογική ο ΣΥΡΙΖΑ και μία κυβέρνηση της αριστεράς πρέπει όχι μόνο να δώσει χώρο σε τέτοιες δομές, αλλά να εκπονήσει ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, όπου η Α.Ο. να αποτελεί έναν από τους πυλώνες της. Πυλώνας που μετασχηματίζει κοινωνικά και ανατρέπει τον ταξικό συσχετισμό, τοποθετώντας το λαϊκό παράγοντα στο κέντρο αποφάσεων της οργάνωσης οικονομίας και κοινωνίας. Πυλώνας που εμβαθύνει στη δημοκρατία, την αλληλεγγύη και τη συνεργασία, αναδεικνύει τις κοινωνικές ανάγκες, διαπαιδαγωγεί ακόμα και στη συνδιαμόρφωση αυτών των αναγκών, αποδυναμώνοντας τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες ατομοκεντρικές αντιλήψεις και πρακτικές.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στη ΒΙΟ.ΜΕ., ως το κορυφαίο ουσιαστικά και συμβολικά παράδειγμα εργατικής αυτοδιαχείρισης. Τη στιγμή που το σύστημα καταστρέφει κεφάλαιο, κλείνοντας εργοστάσια και απολύοντας χιλιάδες εργαζόμενους/ες, οι τελευταίοι αναλαμβάνουν την ανάκτηση του εργοστασίου, και μέσα από τη λαϊκή τους συνέλευση και την αλληλεγγύη του κινήματος, επανεκκίνει την παραγωγή  διεκδικώντας τη συλλογική και ατομική αυτονομία και αξιοπρέπεια.

Η στήριξη από μεριάς της αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ του εγχειρήματος ΒΙΟ.ΜΕ. με όλες τις δυνάμεις μας, είναι μονόδρομος, απαντώντας στην πράξη για τον τρόπο ανάσχεσης των απολύσεων και της ανεργίας,   αφαιρώντας πόρους από το κεφάλαιο και διαθέτοντας τους στον αγώνα υπέρ της κοινωνικής χειραφέτησης.

Δημιουργώντας το κόμμα του κόσμου της εργασίας Η κοινωνική βάση του Σύριζα που τον στήριξε εκλογικά τον Μάη και τον Ιούνη του 2012 αποτελείται κατά πλειοψηφία από μισθωτούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, άνεργους και νέους σε ηλικία, τους ηττημένους δηλαδή από την μνημονιακή πολιτική. Ένας από τους βασικούς στόχους θα πρέπει να είναι η πολιτική έκφραση και η ένταξη αυτού του κόσμου στις γραμμές του κόμματος και η δημιουργία οργανικών σχέσεων με τις εργαζόμενες τάξεις εκεί που ζουν και εκεί που δουλεύουν. 

Το πολιτικό επίδικο μιάς στρατηγικής της αριστεράς είναι το «πώς  να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών» [2].

Ξεκινώντας από τη βάση, φαίνεται απαραίτητη η δημιουργία και η ενίσχυση δομών γειτονιάς, όπως λαϊκές συνελεύσεις και εργατικές λέσχες, με οριζόντια επικοινωνία με άλλες δομές. Οι δομές γειτονιάς μπορούν να αποτελέσουν κύτταρα αντίστασης, διεκδίκησης και ριζοσπαστικοποίησης. Αρχίζοντας από άμεσα ζητήματα και τοπικά κινήματα (περιβάλλον, ιδιωτικοποιήσεις, αντιφασιστικό, υπερχρεωμένα νοικοκυριά) με στόχο την αναγωγή όλων αυτών των αιτημάτων σε κεντρικά πολιτικά επίδικα, όπου όλα τα χτυπήματα θα έχουν τον ίδιο στόχο, την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής και την κυβέρνηση του κόσμου της εργασίας. Στις δομές της γειτονιάς χρειάζεται να ενταχθούν άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι και μετανάστες ώστε να μετατραπούν σε κοινωνικές ομάδες διεκδίκησης. Παράλληλα, χρειάζεται να δοθεί έμφαση στην λειτουργία κλαδικών οργανώσεων εντός του κόμματος που θα οδηγούν τον κόσμο που εντάσσεται στο κόμμα σε μία εργατική ρι-ζοσπαστικοποίηση, διεκδικώντας άμεσα εργασιακά αιτήματα. 

Σε επίπεδο τοπικών οργανώσεων, με βάση την μέχρι τώρα εμπειρία, το κόμμα μπορεί να αποτελέσει τον συλλογικό διανοούμενο, που θα έρχεται σε αντιπαράθεση με τα δομικά στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας, τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον σεξισμό, οικοδομώντας μία νέα ταυτότητα στα μέλη. 

Η ένταξη στο κόμμα μισθωτών εργαζομένων, ανέργων και επισφαλώς εργαζομένων είναι βασικός στόχος για τη διατήρηση της ριζοσπαστικότητας του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος της εργασίας που στήριξε εκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκαίο να ενταχθεί κομματικά, να συνδιαμορφώσει την πολιτική του και να ενεργοποιηθεί στον συλλογικό αγώνα.  

Βασικό χαρακτηριστικό του κόμματος της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι η εσωτερική δημοκρατία έτσι ώστε το κόμμα να αποτελεί πρόπλασμα της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. O μόνος τρόπος αντιμετώπισης της γραφειοκρατίας είναι οι δομές άμεσης δημοκρατίας μέσα στο κόμμα και η πολιτικοποίηση όλων των μελών, ώστε να μειώνεται η απόσταση μεταξύ στελεχών και μελών [3].

 Σημειώσεις:

 1.Πουλαντζάς, Ν. (1975α): Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, θεμέλιο, Αθήνα. 

2. Πουλαντζάς, Ν. (1977): Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Θεμέλιο, Αθήνα.

 3. Γιώργος Σκουλάς:  «Εννοιολόγηση της θεωρίας του Γκράμσι για την Ηγεμονία και το Κράτος»,  Θέσεις

Πηγή Red NoteBook

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Συνέντευξη με τον Αριστείδη Μπαλτά


Το Ιδρυτικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ ήταν η αφορμή για μια εφ΄ όλης της ύλης συζήτηση με τον Αριστείδη Μπαλτά, πρόεδρο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και επικεφαλής της Επιτροπής Θέσεων του Συνεδρίου. Κουβεντιάσαμε μαζί του για τις διεθνείς εξελίξεις και τις δυνατότητες της ευρωπαϊκής Αριστεράς, τους στόχους του ΣΥΡΙΖΑ και τα επίμαχα ζητήματα στον προσυνεδριακό διάλογο. Η συζήτηση δημοσιεύεται στο Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς (Ιούλιος-Ιούνιος 2013) και το Red Notebook. 



Ήσουν από αυτούς που διέγνωσαν έγκαιρα το ενδεχόμενο η κρίση να αντιμετωπιστεί μεταξύ άλλων και με μια γενικευμένη σύρραξη στην οποία θα εμπλέκονται και χώρες της ΕΕ. Η εκτίμηση αυτή αποτυπώνεται στο Σχέδιο των Θέσεων και δικαιώνεται, δυστυχώς, από τη ρευστότητα σε διεθνές επίπεδο. Θεωρείς ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά διαθέτει το εκτόπισμα και τη «σκέψη» για να εμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη; Ποιος θα είναι ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτήν την υπόθεση;

Η διεθνής κατάσταση είναι πράγματι εξαιρετικά ρευστή και στη ρευστότητα αυτή έχει προστεθεί τελευταία αυτό που ονομάζουμε «ο λαϊκός παράγοντας», ο οποίος κάνει την εμφάνισή του με μορφές απολύτως μη αναμενόμενες. Σταχυολογώ: Στη γειτονιά μας, στην Τουρκία, η πλατεία Ταξίμ με τυχαία περίπου και «αμελητέα» αφορμή· η Βραζιλία και η οιονεί εξέγερση σε ένα καθεστώς πολύ πιο φιλολαϊκό από άλλα· η συνέχεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων στη Χιλή· οι τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο που στέλνουν πλήρως αντιφατικά μηνύματα για το που πηγαίνει η κατάσταση· οι εξελίξεις σε Ισπανία, Πορτογαλία και αλλού.

Ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλης αναταραχής και οποιοδήποτε περίπου τυχαίο συμβάν μπορεί να προκαλέσει μείζονα γεγονότα, τα οποία η Αριστερά καλείται να αναμένει ακόμα και εκεί που δεν υπάρχουν ενδείξεις. 

Ταυτοχρόνως, από τη μεριά των κυρίαρχων δυνάμεων νομίζω ότι όλοι βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους αμηχανίας. Φοβούνται όχι μόνο τέτοιες εξεγέρσεις, αλλά και μετεξελίξεις της κρίσης, οι οποίες μπορούν να προκληθούν και αυτές από κάτι εντελώς τυχαίο. Η υπόθεση Σνόουντεν, για παράδειγμα, έγινε ξαφνικά θέμα των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ, της Αμερικής και των χωρών της Λατινικής Αμερικής που οξύνει περαιτέρω την παγκόσμια κατάσταση, χωρίς να είναι εμφανές προς τα πού οδηγείται.

Η Αριστερά στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως δεν μοιάζει να έχει ακόμη τις δυνάμεις να δώσει το δικό της στίγμα στην όλη υπόθεση, όσο και αν αυτές οι εξελίξεις ενισχύουν εμμέσως κάποιες φωνές της Αριστεράς. 

Θα έλεγα ότι ένα από τα στοιχεία που έδωσαν στην Ελλάδα και στον ΣΥΡΙΖΑ ένα παγκόσμιο ενδιαφέρον είναι πως, υπερβάλλοντας έστω, πρόκειται για τη μόνη χώρα όπου ένα μέρος της Αριστεράς κατόρθωσε να συνενώσει μια διάσταση κινηματική (που έλκεται από το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα από την εποχή του Σιάτλ και της Γένοβας), με μια παράδοση πολιτικής Αριστεράς, που συνδέεται με όλες τις περιπέτειες της πολιτικής Αριστεράς του 20ου αιώνα, και να φτιάξει έτσι ένα πολιτικό υποκείμενο που διεκδικεί την κυβέρνηση βάσιμα, χωρίς να απεμπολεί τη ριζοσπαστική του καταγωγή. Αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο, το οποίο προσφέρει ένα στίγμα με δυνάμει παγκόσμια εμβέλεια.


Κεντρικός στόχος στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Για μια πλευρά του κόμματος, οι εθνικοποιήσεις αναδεικνύονται σε βασικό εργαλείο της ανασυγκρότησης αυτής. Αρκεί αυτό; Και από την άλλη, συμμετρικά, μπορεί κανείς να στηρίξει το εγχείρημα σε ευρωπαϊκούς πόρους με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό σε επίπεδο ΕΕ και άρα τη δυσκολία να εξασφαλιστεί εξωτερικός δανεισμός; 

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κατ’ αρχάς ότι οι εθνικοποιήσεις δεν είναι πανάκεια. Με τον τρόπο που έγιναν σε άλλες εποχές, μετατράπηκαν σε κρατικοποιήσεις (και μάλιστα με μια λειτουργία πελατειακού κράτους), παρά σε εργαλεία για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. 

Ως εκ τούτου, όταν λέμε στο πρόγραμμα εθνικοποιήσεις ή κοινωνικοποιήσεις, εννοούμε κάτι πολύ διαφορετικό. Εννοούμε εγχειρήματα με πολύ περισσότερα στοιχεία λαϊκής συνέργειας, με πιο σαφή σύνδεση με την οικονομία των αναγκών. Δεν υπάρχει στη λογική μας κάποιο επιχείρημα, βάσει του οποίου, αν εθνικοποιήσουμε όλους ή τους περισσότερους τομείς της οικονομίας, λύσαμε και το πρόβλημα. Αξίζει νομίζω στο πλαίσιο του προβληματισμού για την παραγωγική ανασυγκρότηση να δώσουμε μεγαλύτερο βάρος στην κοινωνική αλληλεγγύη, στα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και σε όλες τις μορφές οικονομίας των αναγκών που αναπτύσσονται σε διάφορους χώρους, είτε ανά κλάδους είτε τοπικά. Θα πρέπει να δούμε τι έχει να μας δώσει η πείρα και οι πιέσεις τέτοιων εγχειρημάτων και γι΄ αυτό η πολιτική μας πρέπει να είναι σύνθετη και πολύπλευρη.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η κουβέντα έχει περιοριστεί αποκλειστικά στα οικονομικά μεγέθη –πόροι, δάνεια, χρέη, πού θα βρούμε τα λεφτά κοκ. Έχει φύγει, έτσι, από το προσκήνιο κάτι που ακόμα και οι κλασικοί οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ως οικονομική δύναμη: το φρόνημα. Ακόμα και σε μια πλήρως κατεστραμμένη χώρα η αίσθηση ότι κρατάμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια -και άρα ό,τι φτιάχνουμε, ό,τι παράγουμε με το μυαλό μας και τα χέρια μας έχει ανταποδοτικά αποτελέσματα για την κοινωνία- δεν είναι αμελητέος παράγοντας ούτε με stricto sensu οικονομικούς όρους.

Από εκεί και πέρα σε σχέση με την ΕΕ ο ΣΥΡΙΖΑ ρητά έχει διευκρινίσει ότι τάσσεται υπέρ της κατάργησης των μνημονίων και της διαπραγμάτευσης σε νέα βάση, και ταυτόχρονα ότι είναι έτοιμος να αναμετρηθεί και με τη χειρότερη έκβαση, αν σταματήσει κάθε ροή πόρων από την ΕΕ - με ό,τι κόστος έχει αυτό και για την ίδια την ΕΕ. Εμμένουμε σε αυτή τη θέση. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν εντυπωσιακά πολλές ομάδες που μελετούν όλες τις πτυχές του προβλήματος. Συγκεντρώνουν επιστήμονες και ανθρώπους που ξέρουν εκ των έσω την κατάσταση σε όλους τους τομείς και παράγουν προγραμματικές θέσεις οι οποίες είτε θάβονται πλήρως από τα ΜΜΕ είτε διαστρεβλώνονται συστηματικά. Με αυτή την έννοια, για να το πω προκλητικά δανειζόμενος μια φράση του Γιάννη Δραγασάκη, είμαστε περισσότερο προετοιμασμένοι προγραμματικά από κάθε άλλη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή.


Η Αριστερή Πλατφόρμα θέτει επιτακτικά το ζήτημα της προετοιμασίας του λαού για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη αν μια κυβέρνηση της Αριστεράς εμμείνει στο πρόγραμμά της. Ο τρόπος που τίθεται όμως ορισμένες φορές μοιάζει να ανταποκρίνεται κατοπτρικά στη στρατηγική των κυρίαρχων: λύσεις ad hoc για κάθε χώρα ξεχωριστά. Ποιες οι προκείμενες μιας τέτοιας θέσης; 

Υπάρχει όντως το ενδεχόμενο μια κυβέρνηση της Αριστεράς να υποστεί όλων των ειδών τους εκβιασμούς. Ωστόσο, η ψύχραιμη ανάλυση των συσχετισμών στην Ευρώπη λέει ότι τέτοιοι εκβιασμοί δεν είναι τόσο εύκολα υλοποιήσιμοι όσο παρουσιάζεται. Με αυτήν την έννοια, όταν εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν αποτελεί αίτημά μας η έξοδος της χώρας από την ΕΕ, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και τέτοιου είδους πολιτικές πιέσεις εντός του υπάρχοντος πλαισίου. Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι το περίφημο Grexit θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εκτίναξη της κρίσης πιθανόν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που προκάλεσε η πτώχευση της Lehman Brothers.  

Έχουν βεβαίως δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για τέτοια ενδεχόμενα σε όλα τα δυνατά επίπεδα –διπλωματικά, πολιτικά, οικονομικά. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι διακηρύσσουμε ότι θέλουμε να φύγουμε ή ότι οπωσδήποτε πρόκειται να συμβεί το α ή το β σενάριο. Διακρίνω λοιπόν σε μια τέτοια άποψη ένα είδος στατικότητας: μια ανάλυση των καταστάσεων που δεν λαμβάνει υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα.


Στο κείμενο των θέσεων γίνεται αναφορά στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συμμαχίες αυτές περιλαμβάνουν, εκτός από τη μισθωτή εργασία, και τα μεσαία στρώματα που συμπιέζονται. Δεδομένου ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο κράτος της μεταπολίτευσης που στήριξε μια εύρωστη μεσαία τάξη, τι μπορεί να «υποσχεθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ στα στρώματα αυτά; Πώς και πού μπορεί να τα εκπαιδεύσει στη λογική της οικονομίας των αναγκών;

Η λέξη υπόσχεση δεν μου αρέσει. Πρόκειται περισσότερο για πρόσκληση σε συμμετοχή σε έναν κοινό αγώνα, παρά για υποσχέσεις. Μεγάλα κομμάτια των μεσαίων στρωμάτων καταστρέφονται, κάποια άλλα συμπιέζονται στο έπακρο και, υπό αυτήν την έννοια, δημιουργείται μια αντικειμενική βάση συνεργασίας με τη μισθωτή εργασία υπό κάποιους όρους σαφείς και κοινά αποδεκτούς. Η μοίρα των στρωμάτων αυτών από την υφιστάμενη διαχείριση της κρίσης, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, είναι η πλήρης προλεταριοποίησή τους. Εμείς θέλουμε να βάλουμε ένα τέλος σε αυτό. Δεν έχει καμία λογική να περιμένουμε την πλήρη εξαθλίωση όλης της κοινωνίας ώστε όλο το προλεταριάτο ενωμένο να κάνει τη φοβερή εξέγερση. Και νομίζω πως αυτό ήδη είναι κατανοητό - αλλιώς δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές ούτε η διατήρησή τους μέχρι σήμερα. 

Από εκεί και πέρα υπάρχει μια ολόκληρη ιδεολογική και αξιακή συζήτηση γύρω από την κυβέρνηση της Αριστεράς και τις προοπτικές που ανοίγει. Η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μια υπόθεση που αφορά την κοινωνία ολόκληρη πλην των καπιταλιστών και των μονοπωλίων. Για να θυμίσω και μια φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, το προλεταριάτο δεν θα απελευθερωθεί αν δεν απελευθερώσει την κοινωνία ολόκληρη. Αυτή η απελευθέρωση δεν είναι μόνο οικονομική. Έχει στοιχεία αξιοπρέπειας, περηφάνιας, αίσθησης συμμετοχής σε μια κοινή προσπάθεια, συναδελφικών για να μην πω συντροφικών σχέσεων. Σε μια τέτοια προοπτική, η μικροαστική αντίληψη του συμφέροντος μπορεί να σπάσει μέσα από την αίσθηση της συμμετοχής σε αυτή την ευρύτερη προσπάθεια. Άλλωστε σήμερα, και με υλικούς όρους, πλέον δεν φαίνεται να έχει να χάσει κανείς τίποτα. 


Έχει επισημανθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να συνεχίσει ως ένα άθροισμα κομμάτων, οργανώσεων και στρατηγικών, με αυτονομήσεις και παραμερισμό των συλλογικών αποφάσεων. Πώς επιχειρεί να το αντιμετωπίσει αυτό το καταστατικό;

Κατά τη γνώμη μου οι τάσεις ήταν ευτύχημα και πολύ ευφυής κίνηση όταν συγκροτήθηκε ο Συνασπισμός. Θα ήταν αδύνατον να λειτουργήσει ο Συνασπισμός ως ενιαίο κόμμα αν δεν είχε θεσμοθετημένες τάσεις με απλή αναλογική, διαπήδηση κτλ. Αυτού του είδους το καταστατικό τότε ήταν συνθήκη σωτηρίας του Συνασπισμού ως ενιαίου φορέα. 

Η πορεία αυτή έδειξε –και είναι ενδιαφέρον– ότι οι πλειοψηφίες αλλάζουν, ότι οι άνθρωποι αλλάζουν άποψη κ.ο.κ. Η συμμαχία που έφτιαξε το ΣΥΡΙΖΑ κράτησε στοιχεία αυτής της λειτουργίας του Συνασπισμού και με ιδιαίτερη δημοκρατική ευαισθησία διατήρησε το δικαίωμα βέτο των συνιστωσών – ακόμη και αν ήταν πολύ μικρές, ακόμη και αν προέκυπταν από διασπάσεις ιδρυτικών συνιστωσών κ.ο.κ. Αυτή η πορεία αξίζει την προσοχή μας. 

Όμως, ήδη από τις προηγούμενες εκλογές, αυτή η λειτουργία άρχισε να δείχνει τα όρια της. Έχει αλλάξει η κατάσταση σε επίπεδο πνευμάτων, ζυμώσεων, αλληλοκατανόησης και όλο αυτό φτιάχνει ένα αίτημα συγκρότησης ενός πλουραλιστικού ενιαίου κόμματος. Δίνεται ακόμα, δυστυχώς, υπερβολική έμφαση στο πώς εκλέγονται οι άνθρωποι στα όργανα, άρα το θέμα των λιστών. Η λίστα προϋποθέτει ότι ψηφίζω ανεξαρτήτως από το αν εκτιμώ όλους όσοι συμμετέχουν σε αυτήν, ακόμη και αν αυτό μου απαγορεύει να ψηφίσω άλλους που εκτιμώ από άλλη λίστα παρά σε ελάχιστο αριθμό. 

Όλα αυτά τα προβλήματα κατά τη γνώμη μου λύνονται αν πούμε ότι δεν υπάρχουν κόμματα μέσα στο κόμμα, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα διπλής ένταξης και ότι, από εκεί και πέρα, οι πολιτικές θέσεις κάλλιστα μπορούν να εκφράζονται ως τάσεις μέσα στο κόμμα, όχι όμως κατ’ ανάγκην ως παγιωμένες τάσεις.  

Να λάβουμε λοιπόν υπόψη και τα αρνητικά και να κρατήσουμε τις τάσεις ως ρεύματα ιδεών και όχι ως μηχανισμούς. Να κρατήσουμε ένα ενιαίο ψηφοδέλτιο που να δείχνει ότι το κόμμα είναι ενιαίο. Να έχουμε καταγραφή της ιδεολογικής καταγωγής κάποιου, αν το θέλει, και να μπορεί ο κόσμος να ψηφίζει ό,τι θέλει γιατί επιπλέον το κόμμα διευρύνθηκε και πια θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στους σχεδιασμούς μας και όλους αυτούς που δεν προέρχονται από κάποια από τις συνιστώσες. 


Σε κάποιες περιπτώσεις η προσέλευση στον προσυνεδριακό διάλογο δεν ήταν αυτή που θα αντιστοιχούσε στη συγκυρία. Πού το αποδίδεις; Η καταστατική πρόβλεψη για τη θεσμική αναγνώριση της ιδιότητας του ανένταχτου υποστηριχτή εκτιμάτε ότι μπορεί να αντιμετωπίσει φαινόμενα οργανωτικής πλαδαρότητας; 

Από την εμπειρία όλων μας, το κομματικό φαινόμενο συνολικά φαίνεται πως δεν έλκει πλέον με μαζικούς όρους τον κόσμο. Άρα υπάρχει μια καχυποψία γύρω από το τι σημαίνει γράφομαι σε ένα κόμμα, αναλαμβάνω τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που αναλογούν κτλ. Αυτή είναι η μία διάσταση του ζητήματος. Η άλλη έχει να κάνει με τον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ φέρει μια ιστορικότητα, έχει καταβολές. Οι καταβολές αυτές από τη μια έχουν σχέση με τα κινήματα όπως το αντιπαγκοσμιοποιητικό – θυμίζω ότι έφερε σε επαφή οργανώσεις, κόμματα, μερικότητες, μονοθεματικές ομάδες ενόψει κάποιων συγκεκριμένων στόχων. Από την άλλη έχουν σχέση με την πολιτική ιστορία της Αριστεράς. Αυτό φτιάχνει μια συνθήκη που κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ εξ ορισμού και λίγο κίνημα, τον κάνει μια εστία πρωτοβουλιών σε τοπικό, κλαδικό ή όποιο άλλο επίπεδο που επιτρέπει σε έναν κόσμο να συμμετέχει σε αυτές τις πρωτοβουλίες χωρίς να παίρνει υποχρεωτικά κάρτα μέλους. Αυτό δεν συνιστά μια κατηγορία φίλων του ΣΥΡΙΖΑ κατά το αλήστου μνήμης σύνθημα «είσαι φίλος, γίνε μέλος». Φτιάχνει όμως μια δυνατότητα ζύμωσης και μια δυνατότητα να διακλαδιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ στον κοινωνικό ιστό με διαφορετικούς όρους από ό,τι τα κλασικού τύπου κόμματα, αριστερά ή μη. Αυτή νομίζω είναι η βασική ιδέα. 

Από εκεί και πέρα, πράγματι υπήρχαν περιπτώσεις που η προσέλευση ήταν μικρότερη από όσο θα θέλαμε. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ήταν αμελητέα. Ήρθε κόσμος, και μάλιστα κόσμος που δεν είναι ενταγμένος από παλιά στην Αριστερά, κόσμος που δεν κουβαλάει όλες τις «αμαρτίες» της Αριστεράς. Αυτός ο κόσμος θέλει να ζυμωθεί, να κουβεντιάσει, να καταλάβει. Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι τόσο τι λέει κάποιος που προέρχεται από την τροτσκιστική παράδοση ή από εκείνην της ανανεωτικής Αριστεράς. Εκείνο που θέλει είναι να καταλάβει το σήμερα με τους όρους της Αριστεράς. Να καταλάβει τις αξίες της, τα προτάγματά της κοκ. Αυτή η συνθήκη φτιάχνει μια ανάγκη να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ πιο ανοικτός από ό,τι τα κόμματα που έχουμε συνηθίσει. Και σε αυτή την προοπτική το ιδρυτικό συνέδριο προφανώς δεν είναι το τελικό. 


Είναι πλέον σαφές πως αν το 27% των προηγούμενων εκλογών ήταν σε κάποιο βαθμό και προϊόν κοινωνικής διαμαρτυρίας σήμερα, ένα χρόνο μετά, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να μετουσιώσει τη διαμαρτυρία αυτή σε συγκεκριμένες πολιτικές προκείμενες. Πώς θα συνοψίζατε αυτές τις πολιτικές και προγραμματικές καταφάσεις με τις οποίες θα πρέπει να βγούμε από το συνέδριο;

Θα έλεγα ότι το μεγάλο στοίχημα για εμάς είναι να σπάσει η καχυποψία του κόσμου απέναντί μας –ότι δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε, ότι δεν είμαστε προγραμματικά επαρκείς– και να δείξουμε ότι υπάρχει ελπίδα. Όμως η υλοποίηση της ελπίδας δεν είναι δουλειά μόνο ενός κόμματος ή μιας κυβέρνησης: είναι δουλειά ολόκληρης της κοινωνίας. Σε σχέση με αυτό, η κουβέντα που κάνουμε στη διακήρυξη των θέσεων για το σοσιαλισμό είναι σημαντική καθεαυτή, γιατί αυτό το ερώτημα δεν συζητιέται πουθενά στον κόσμο. Τολμούμε να το ανοίξουμε –και εδώ το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς καλείται να παίξει σημαντικό ρόλο– προσπαθώντας να πούμε ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει αυτό το δρόμο μπροστά της και αυτός ο δρόμος δεν χωρίζεται σε χρονικά στάδια –στάδιο πρώτο να σταματήσουμε την καταστροφή, στάδιο δεύτερο να κάνουμε ένα άλμα μπροστά κτλ–, αλλά αρχίζει από σήμερα, πριν από την κυβέρνηση της Αριστεράς, ότι η ελπίδα που εμπεριέχει η έννοια σοσιαλιστική κοινωνία φτιάχνει η ίδια παραγωγικότητα, φτιάχνει εικόνα και δεσμό αλληλεγγύης, φτιάχνει την αίσθηση αξιοπρέπειας του λαού μας. Για αυτό θα πρέπει να επεξεργαστούμε τη συνάφεια ανάμεσα στα διάφορα αιτήματα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή και που καλούμαστε να αποφασίσουμε ποια θα υλοποιήσουμε ως κυβέρνηση της Αριστεράς. Αυτό θέλει πολλή δουλειά. Όμως, αν δει κανείς την αισιοδοξία που φτιάχνεται σε κάποιες από τις δομές αλληλεγγύης, την ανιδιοτέλεια και την αίσθηση προσφοράς εύκολα καταλαβαίνει ότι η διάδοση αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης μπορεί να φτιάξει πραγματικά ένα πολιτικό ρεύμα ελπίδας. 


Τη συνέντευξη επιμελήθηκαν η Βαγγία Λυσικάτου και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος.

Πηγή Red NoteBook