Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Το πνεύμα του μηδενισμού, ή ένας νέος Γάλλος φιλόσοφος III


Το κεντρικό ερώτημα του Κασέμ στο Πνεύμα του μηδενισμού είναι, «Γιατί είναι η συμβαντική περιοχή τόσο συχνά μια κατάσταση εξαίρεσης, και γιατί πολιτικά το συμβάν τόσο συχνά σπαίρνει τους σπόρους της κατάστασης εξαίρεσης, οδηγώντας στη σύγχυση που συχνά εγείρεται μεταξύ του “θετικού” συμβάντος (ας το αποκαλέσουμε επαναστατικό) και του αρνητικού συμβάντος (γενοκτονία, κρατικά εγκλήματα);» Με άλλα λόγια, γιατί είναι τα συμβάντα σήμερα συχνότερα ταραχές παρά επαναστάσεις; Ή όπως το έθεσε ο Ρομπέρτο Εσποζίτο στο θαυμάσιο βιβλίο του Βίος. Βιοπολιτική και φιλοσοφία (2004), «Γιατί μια πολιτική της ζωής διακινδυνεύει πάντα να αντιστραφεί σε μια εργασία θανάτου;» Ίσως αυτό που ο Κασέμ κάνει στον Μπαντιού να είναι η αφύπνιση μιας θεωρίας του “σκοτεινού συμβάντος”, του συμβάντος που δεν απαιτεί την πιστότητα του υποκειμένου, αλλά δείχνει αντ' αυτού ένα θεμελιώδες κακό, μια εναρκτήρια τραγωδία. Γι' αυτό το κενό του Μπαντιού είναι τόσο ελκυστικό στον Κασέμ, ο οποίος υποστηρίζει ότι «εκείνο που διακυβεύεται στο εγχείρημα μας είναι το να σημάνουμε τη “φύση” αυτής της παρουσίας [του κενού]».

Συγχωνεύοντας τον Μπαντιού με τον Αγκάμπεν, ο Κασέμ προσθέτει την έννοια του άθλιου στη συμβαντική περιοχή. Ο Χάιντεγγερ εισάγεται σαν αντιπαραθετικός χαρακτήρας στην πορεία. «Το είναι δεν είναι “ψευδαίσθηση”», γράφει ο Κασέμ, εννοώντας ότι το ίδιο το είναι γίνεται σαφές και ανοικτό μόνον όταν επανεγγράφεται (από τον Μπαντιού) στη σαφή και ανοικτή γλώσσα των μαθηματικών. Να είμαστε σίγουροι, ο Μπαντιού δεν είναι ο πρώτος που το κάνει αυτό, απλώς ο πλέον σύγχρονος. Αυτό βάζει τον Μπαντιού σε αιχμηρή αντίθεση με τη χαϊντεγγεριανή φαινομενολογία, η οποία τείνει να θεωρεί το είναι ως κάτι καλυμμένο, σκοτεινό, ή αποσυρμένο. «Το νεοπλατωνικό παράδειγμα είναι έτσι το καλύτερο», συμπεραίνει ο Κασέμ, συμφωνώντας πάλι με τον Μπαντιού. Ακόμα, αφιερώνει μακρά τμήματα του Πνεύματος του μηδενισμού στον Χάιντεγγερ, απαντώντας συγκεκριμένα στο λιγότερο γνωστό βιβλίο του Χάιντεγγερ, Beiträge zur Philosophie (Vom Ereignis), το οποίο είχε γραφτεί στη δεκαετία του 1930 [1936-1938] αλλά όχι δημοσιευτεί στα αγγλικά μέχρι το 1989. Ο όρος Ereignis [στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως “Ιδιοσυμβάν”] είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τον Κασέμ έναντι του Μπαντιού. Ενώ στην αγγλική έκδοση των Πέρβις Ήμαντ και Κέννεθ Μάλυ μεταβράζεται αδέξια ως “enowning” [αμετάφραστος όρος], ο όρος επίσης σημαίνει απλώς “συμβάν”, όπως το “Συμβάν της Οικειοποίησης” [ο συγγραφέας του άρθρου παραπέμπει σε συλλογή μεταφρασμένων στα αγγλικά κειμένων του Χάιντεγγερ για περισσότερες διευκρινίσεις]. Ο Κασέμ κάνει ένα σαφή διαχωρισμό μεταξύ των Χάιντεγγερ και Μπαντιού:

«Οι δυο σημαντικότεροι μεταφυσικοί του εικοστού αιώνα, ο Χάιντεγγερ και ο Μπαντιού, εφαρμόζουν τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες, πρωτοφανείς στην ιστορία της φιλοσοφίας: Είναι, συμβάν, ενικότητα, περιοχή, απόφαση του αναποφάνσιμου (undecidable), κλπ. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στενότερα, τότε, είναι η διαφορά μεταξύ των δύο θέσεων: η πρώτη, η ερμηνευτική, υπολογίζει ότι είναι δυνατό να θεμελιώσουμε [εγκαθιδρύσουμε] την περιοχή, την περιοχή όπου θα εγερθεί το συμβάν. Θα αποκαλέσουμε αυτήν τη μεταφυσική τάση την οντολογική ακροδεξιά. Η δεύτερη τάση υποστηρίζει ότι είναι απολύτως αδύνατον να θεμελιώσουμε την περιοχή. Μάλλον, είναι η περιοχή που “θεμελιώνει”, εννοώντας ότι αναδύεται απ' αυτήν, χωρίς καμιά προετοιμασία, καμιά βούληση, ή καμιάν απόφαση, το συμβάν. Θα αποκαλέσουμε αυτήν τη μεταφυσική τάση την οντολογική ακροαριστερά».

Μολονότι αποκαλεί το βιβλίο του Χάιντεγγερ μιαν “εσωτερική κριτική του εθνικοσοσιαλισμού”, οι αναφορές του Κασέμ στην “οντολογική ακροδεξιά” λειτουργούν ως πρελούδιο στην τελική καταγγελία του ναζισμού του Χάιντεγγερ. Ο Κασέμ ισχυρίζεται ότι είναι μόνο στο φασισμό που οι συνθήκες για το συμβάν αναγκάζονται να έρθουν στην ύπαρξη μέσω της ορθολογικής βούλησης. Αντιθέτως, για τον Μπαντιού η συνθήκη του συμβάντος οντολογικά προϋπάρχει οιασδήποτε έννοιας “θεμελίωσης”, διότι η συνθήκη είναι το ίδιο το Είναι, χωριστά από το οποίο ίσταται το συμβάν. Όπως έκαναν άλλοι πριν απ' αυτόν, ο Κασέμ κατηγορεί τον Χάιντεγγερ, προτείνοντας ότι η επιθυμία να οικοδομηθούν συμβάντα θα οδηγήσει εντέλει στην κατασκευή θαλάμων αερίων: «Είναι στον εθνικοσοσιαλισμό, στην ικανότητα του κτίζειν, στο να θέλει να εκμηδενιστεί η “αθλιότητα”... που καταλήγει κανείς να διαπράττει τις χείριστες αθλιότητες». Ενώ το επιχείρημα του Κασέμ μπορεί να κερδίσει επιδοκιμασία πολιτικά, φιλοσοφικά αφήνει έναν αριθμό από ζητήματα ημιτελή. Για παράδειγμα, είναι ασαφές πόσο μακριά θα πάει ο Κασέμ για να υπερασπιστεί την έννοια ενός ριζικού αντι-κονστρουκτιβισμού, και επιπροσθέτως, [είναι ασαφές] εάν η τοποθέτηση αυτή θα τον έκανε ευάλωτο στο είδος των αντι-ουσιοκρατικών κριτικών που ήταν δημοφιλείς κατά τη διάρκεια των πολιτιστικών πολέμων των δεκαετιών του 1980 και 1990. Ή μήπως απλώς αναδιατυπώνει ο Κασέμ την έννοια της “αρνητικής ελευθερίας” του Αζάια Μπέρλιν κάτω από ένα νέο όνομα; Με άλλα λόγια, προβαίνει στον παλαιό φιλελεύθερο ισχυρισμό ότι κάθε προσπάθεια να μετασχηματιστεί η κοινωνία είναι πάντοτε πρωτοφασιστική; Θα έπρεπε να καθήσουμε πίσω και να αφήσουμε τους απόλυτους νόμους να αναλάβουν – αν όχι τις αγορές τότε τα μαθηματικά ή την οντολογία; Οι εύρωστες ιδεαλιστικές έννοιες του απολύτου, του απείρου, ή του πνεύματος απετέλεσαν σίγουρα κάποιες από τις μεγάλες κοινοτοπίες του εικοστού αιώνα. Από τη δεκαετία του 1960 στη Γαλλία είχε γίνει εξαιρετικά εκτός μόδας σε ορισμένους κύκλους το να διαβάζουν Χέγκελ ή Πλάτωνα. Αλλά σήμερα, με την άνοδο μορφών όπως οι Μπαντιού, Σλαβόι Ζίζεκ, και Μεγιασσού, αυτό έχει αλλάξει πλήρως. Όπως το βλέπω, το φλέγον ερώτημα είναι, “θα επιστρέψει ποτέ το απόλυτο στην πρότερη θέση του ως ο πολιτικός εχθρός της αριστεράς, και, αν ναι, πόσο έντονη και γρήγορη θα είναι η αντίδραση;”

Ο Αγκάμπεν είναι η σανίδα σωτηρίας του Κασέμ από αυτήν τη ζόρικη κατάσταση. Πέρα από το ενδιαφέρον του στην ανάλυση του Αγκάμπεν της κατάστασης [κράτους] εξαίρεσης και της γυμνής ζωής, ο Κασέμ υπήρξε ένας από τους πρώτους θεωρητικούς που αγκάλιασε την έννοια της βεβήλωσης του Αγκάμπεν. Στο κεφάλαιο δέκα του Πνεύματος του μηδενισμού, “Μηδενισμός, παρωδία και βεβήλωση”, ο Κασέμ παρέχει ένα φιλοσοφικό προνόμιο στην έννοια της βεβήλωσης, παρουσιάζοντας τη σαν το αγκαμπενιανό αντίστοιχο της έννοιας του συμβάντος του Μπαντιού. Όπως ακριβώς το συμβάν είναι μια οικειοποίηση, η βεβήλωση είναι μια επανοικειοποίηση· όπως ακριβώς το συμβάν σηματοδοτεί μιαν υπέρβαση (excess), η βεβήλωση δείχνει μιαν επιστροφή (εκείνου που μετακινήθηκε). Όπως ισχυρίζεται ο Κασέμ, «το συμβάν είναι η καθαρή οικειοποίηση του ανοικείωτου· η βεβήλωση είναι η επανοικειοποίηση εκείνου που ήταν απαλλοτριωμένο εντός της “ιερής” σφαίρας». Η ιδέα της βεβήλωσης είναι κεντρική επειδή επιτρέπει στον Κασέμ να θεωρητικοποιήσει τη σημερινή κατάσταση των παγκόσμιων υποθέσεων, εκείνη που αποκαλεί κατάσταση του “δημοκρατικού μηδενισμού” (όρος χοντρικά συνώνυμος με τον “δημοκρατικό υλισμό” του Μπαντιού). Είμαστε η πρώτη βέβηλη γενιά, γράφει, «έτσι η βεβήλωση δεν είναι τίποτε λιγότερο από την απόλυτη ενικότητα της εποχής στην οποία έχουμε μεγαλώσει... εικονοκλασία και εικονολατρεία εμφανίζονται πολύ αυστηρά ως το ίδιο πράγμα». Η σύγχρονη λατρεία του βέβηλου, την οποία χρεώνει σε αμφότερους τους “βιταλιστές αριστεριστές” του Μάη του 1968 και τις ανάγκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (διότι εν τέλει [αυτά τα δύο] είναι τώρα πλήρως ενοποιημένα), είναι αυτή στην οποία ένας αριθμός παλιών αρετών εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως αληθείς, αλλά παραταύτα εμφανίζονται απαίσιες και άψυχες. Για παράδειγμα, έχουμε ισότητα, αλλά είναι μια καθολική ισότητα που παράγει έναν επίπεδο κόσμο επίπεδων ατόμων. Και έχουμε διαφάνεια, αλλά πρόκειται για μια διαφάνεια τόσο αυστηρά επιβεβλημένη που την αισθάνεται κανείς πιο πορνογραφική (δείξτε τα όλα!) παρά ανώτερη (transcendent). «Κάθε αλήθεια πρέπει να φαίνεται», γράφει, απηχώντας τις κριτικές των πραγμοποιήσεων και του θεάματος της δεκαετίας του 1960, «κάθε φαινόμενο, και μόνο κάθε φαινόμενο, είναι αλήθεια».

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Το πνεύμα του μηδενισμού, ή ένας νέος Γάλλος φιλόσοφος II


Ο κεντρικός στόχος του στο Πνεύμα του μηδενισμού είναι να συγχωνεύσει τους Μπαντιού και Αγκάμπεν κάτω από ένα φιλοσοφικό πρόταγμα. Προετοιμαζόταν για το επιχείρημα αυτό στα πρόσφατα βιβλία του, προβάροντας εκείνο που θα χρειαζόταν για να εγείρει μια τέτοια αξίωση. Η ανακάλυψη του Μπαντιού ήταν ένα διαμορφωτικό συμβάν για τον Κασέμ, ένα είδος φιλοσοφικής κατήχησης τόσο μετασχηματιστικής όσο οι προηγούμενες ανακαλύψεις από τον ίδιο του Λακάν και του Φρήντριχ Νίτσε. Η καλύτερη απεικόνιση του ενδιαφέροντος του για τον Μπαντιού (ιδιαίτερα για την βασισμένη στα μαθηματικά οντολογία του) ήταν πιθανότατα το βιβλίο Συμβάν και επανάληψη (2004). Φαινομενικά μια απόπειρα να επεξεργαστεί τους οντολογικούς ισχυρισμούς των Ντελέζ και Μπαντιού, το Συμβάν και επανάληψη περιέχει το ίδιο είδος τύπων συνολοθεωρίας που απαντώνται στο πιο τεχνικό έργο του Μπαντιού. Ο Κασέμ τρέφει επίσης μεγάλο θαυμασμό για τον Αγκάμπεν, ιδιαίτερα για εκείνο που θεωρείται γενικότερα η κεντρική σύλληψη του έργου του: τις αλληλένδετες έννοιες της εξαίρεσης, της εξορίας (η απαγόρευση), της βεβήλωσης, της γυμνής ζωής, και της μορφής του homo sacer. Ο Κασέμ έγραψε για τα θέματα αυτά σε ένα ευχάριστο μικρό βιβλίο με τίτλο Η γαλλική ψύχωση (2006), το οποίο εκδόθηκε από τον οίκο Gallimard, δείχνοντας ότι θα μπορούσε να ληφθεί στα σοβαρά από το γαλλικό εκδοτικό κατεστημένο. Η γαλλική ψύχωση είναι μια ευθεία απάντηση στις ταραχές του 2005 στη Γαλλία και εστιάζει σε έναν αριθμό λογοπαιγνίων περιλαμβάνοντας τους όρους προάστια (ban-lieues), απαγόρευση (ban), και εξορία (banishment). Στην Αμερική σήμερα μια ημερομηνία επιστρέφει επανειλημμένως για να ορίσει την πολιτική ζωή: 11 Σεπτεμβρίου 2001. Αλλά ο σύγχρονος γαλλικός πολιτικός λόγος περιστρέφεται γύρω από δυο ημερομηνίες: 21 Απριλίου 2002, όταν ο ακροδεξιός υποψήφιος Ζαν-Μαρί Λε Πεν προκρίθηκε στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, σηματοδοτώντας την άθλια αποτυχία του σοσιαλιστικού κόμματος· και ο Νοέμβριος του 2005, όταν η γαλλική κυβέρνηση διακήρυξε ένα καθεστώς εκτάκτου ανάγκης σε απάντηση προς τις αρκετές μέρες συνεχών αναταραχών στα προαστιακά banlieues και αλλού. Η πραγμάτευση του Αγκάμπεν από τον Κασέμ δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά Η γαλλική ψύχωση κουβαλά μιαν ήσυχη οργή απορρέουσα από έναν νέο συγγραφέα ο οποίος δεν είναι μόνο βαθιά επηρεασθείς από την αμέλεια του γαλλικού κράτους, αλλά είναι επίσης βαθιά προσβεβλημένος που κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να τον ρωτήσει γι' αυτήν.

"Αρχίζω με μια απλή προσωπική παρατήρηση: κανείς στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, ούτε στην τηλεόραση ούτε στις μείζονες καθημερινές και εβδομαδιαίες εκδόσεις, ούτε ακόμη στο ραδιόφωνο, δε σκέφτηκε ότι θα ήταν καλή ιδέα να συμβουλευτεί έναν ορισμένο νέο Γάλλο διαννοούμενο τυνησιακής καταγωγής, έναν από τους πιο γνωστούς της γενιάς του στις περιοχές της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. Έναν διαννοούμενο, ακόμα, που πέρασε ένα μέρος της εφηβείας του σε ένα από αυτά τα άθλια banlieues, και ο οποίος έχει προσπαθήσει με διάφορους τρόπους να σκεφτεί το ερώτημα της αδράνειας [désœuvrement] ως μια εντελώς καινούρια πολιτική κατηγορία". (Η γαλλική ψύχωση, 2006)

Ο Κασέμ έζησε στην Τυνησία μέχρι την ηλικία των δώδεκα, πριν μετακομίσει στη Γαλλία. Έμαθε γαλλικά στο δημοτικό και ήταν τριάντα δύο χρονών κατά τη διάρκεια των ταραχών του 2005. Το άθλιο banlieue στο οποίο ζούσε ήταν το Fosses – βόρεια του Παρισιού στη θλιβερή γραμμή διέλευσης “Δ”. Ίσως άθλιο, το Fosses σίγουρα δεν είναι το πλέον ρυπαρό των προαστιακών γκέτο. Ο Κασέμ δεν έμεινε πολύ καιρό εκεί· έφτιαξε όνομα δημοσιεύοντας δυο μυθιστορήματα, Καρκίνος και 1993, όταν ήταν μόλις είκοσι ενός. Ένα τρίτο μυθιστόρημα ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα, Οι ζωές και οι θάνατοι της Ιρέν Λεπίκ. Έπειτα στράφηκε στη φιλοσοφία και άρχισε μια αυστηρή ανάγνωση των κλασσικών, περιλαμβανομένων των Ιμμάνουελ Καντ, Χέγκελ, Ντελέζ, και Λακάν. Γύρω στην καμπή της χιλιετίας ήταν μία από τις κινητοποιές δυνάμεις πίσω από την επιθεώρηση EvidenZ. Έκτοτε έχει γράψει σταθερά, πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία, και ακόμη διδάξει κάποια σεμινάρια – καλλιεργώντας εν τω μεταξύ ένα προφίλ ως του κυρίαρχου αντιφιλοσόφου της γενιάς του.

Προετοιμασμένη στα πρηγούμενα έργα του, η απόπειρα του Κασέμ να συγχωνεύσει τους Αγκάμπεν και Μπαντιού κάτω από ένα φιλοσοφικό πρόταγμα φτάνει σε πλήρη ισχύ στο Πνεύμα του μηδενισμού. Αλλά τι σημεία επικάλυψης υπάρχουν ανάμεσα στους δυο συγγραφείς; Ο Αγκάμπεν παρέχει την πολιτική και ο Μπαντιού την οντολογία. Από τον Αγκάμπεν προέρχεται η έννοια του “κράτους εξαίρεσης”, και από τον Μπαντιού η “συμβαντική περιοχή”. Η συγχώνευση είναι απλή και μπορεί να συνοψισθεί από ένα ερώτημα: Γιατί τα πράγματα έχουν έτσι ώστε, στο σύγχρονο κόσμο, η συμβαντική περιοχή και το κράτος εξαίρεσης [τείνουν να] είναι τόσο συχνά το ίδιο πράγμα; Αυτό είναι ένα ισχυρό ερώτημα, που ο Μπαντιού έχει αναγκαστεί να υπερασπιστεί σε έναν αριθμό περιπτώσεων (για παράδειγμα, γιατί ήταν ο Μπολσεβικισμός ένα συμβάν, αλλά όχι ο Ναζισμός; Η απάντηση είναι απλώς ότι ο συμβαντισμός του Μπαντιού δεν υπακούει έναν νόμο συμμετρίας πηγαίνοντας από τα αριστερά προς τα δεξιά).

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Το πνεύμα του μηδενισμού, ή ένας νέος Γάλλος φιλόσοφος


* [Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το πρώτο μέρος της βιβλιοκριτικής του Alexander Galloway για το βιβλίο του Κασέμ, Το πνεύμα του μηδενισμού, μεταφρασμένο από τα αγγλικά από τη σελίδα Ctheory.net. Όπως πάντα, τα σχόλια μου τίθενται εντός αγκυλών. Να σημειώσω μόνο δυο αλλαγές ως προς το πρωτότυπο: στο έργο του Quentin Meillassoux αναφέρεται η χρονολογία της αγγλόφωνης έκδοσης (2008) ενώ εγώ έβαλα εκείνη του πρωτοτύπου. Και ο Mehdi Belhaj Kacem αναφέρεται από τον συγγραφέα όλη την ώρα με τα αρχικά MBK, τα οποία ανέφερα μόνο μια φορά γιατί μου φαίνονται αντι-αισθητικά. Τα αντικατέστησα από το επώνυμο Κασέμ.] Weltschmerz K.

Λέγεται συχνά η ιστορία για τον Μαρξ ότι ήταν το προϊόν ενός συγκεκριμένου τριμερούς ευρωπαϊκού μορφώματος: βρεταννική πολιτική οικονομία, γερμανικός ιδεαλισμός, και γαλλικός σοσιαλισμός. Η Ευρώπη του σήμερα είναι διαφορετική: στη Γερμανία έχουμε τη θεωρία των μέσων επικοινωνίας, στην Ιταλία έχουμε την πολιτική θεωρία, και στη Γαλλία έχουμε τη φιλοσοφία. Η περίοδος της κρίσης και του περιορισμού που άρχισε στη γαλλική φιλοσοφία γύρω στα 1975 ή 1976 [εμφάνιση "νέων φιλοσόφων"], και που διήρκεσε είκοσι πέντε χρόνια φτάνει, ευτυχώς, σε ένα τέλος. Τα παιδιά των '68άρηδων ωρίμασαν. Και γράφουν.

Υπάρχουν δυο φιγούρες έτοιμες να αναδυθούν ως σημαντικές νέες φωνές στη Γαλλία. Δε θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Η πρώτη είναι ήδη γνωστή στον αγγλόφωνο κόσμο. Είναι ο Καντάν Μεγιασσού, συγγραφέας του Μετά την περατότητα (2006). Ο δεύτερος είναι σχεδόν παντελώς άγνωστος έξω από τη Γαλλία. Το όνομα του είναι Μεχντί Μπελχάζ Κασέμ αλλά συχνά αναφέρεται με τα αρχικά, MBK. Αμφότεροι οι Μεγιασσού και Κασέμ προωθήθηκαν εν μέρει από την απέραντη διανοητική αφθονία και προστασία του Αλαίν Μπαντιού. Ενώ ο Μεγιασσού είναι ένας αυστηρός επιστήμονας και, ως διανοητική παρουσία στην Εκόλ Νορμάλ Συπεριέρ, ήδη μέρος των θεσμών, ο Κασέμ είναι ένας αυτοαποκαλούμενος ξένος, ένας κολπατζής, ένας αυτοδίδακτος, ή, με τα δικά του λόγια, ένας “αντι-σχολαστικός”, ένας “αντι-φιλόσοφος”.

Υπάρχουν ακόμη προκλήσεις και για τους δυο. Οι υπερ-τεχνικές παρεμβάσεις του Μεγιασσού είναι ίσως υπερβολικά εξειδικευμένες για να κερδίσουν επιρροή επέκεινα του μικρόκοσμου της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Αν το Μετά την περατότητα είναι καθόλου ενδεικτικό, δε φαίνεται να έχει πολύ ενδιαφέρον για τις κλασσικές πολιτικές κατηγορίες όπως η ιστορία ή το κοινωνικό. Ο Κασέμ στοχεύει σε μια ελαφρώς ευρύτερη απεύθυνση, γράφοντας για βιντεοπαιχνίδια, κινηματογράφο, λογοτεχνία, και φιλοσοφία. Μαθητευόμενος μάλλον παρά γκουρού, το γράψιμο του τείνει να μιμείται τους φιλοσόφους που θαυμάζει περισσότερο – προτεραιότητα δίνεται στους Αλαίν Μπαντιού και Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά οι Μάρτιν Χάιντεγγερ, Γκέοργκ Βίλχεμ Φρήντριχ Χέγκελ, Ράινερ Σύρμαν, Κριστιάν Ζαμπέ, Ζιλ Ντελέζ, και Ζακ Λακάν επίσης παίζουν βασικούς ρόλους. Οι Μεγιασσού και Κασέμ είναι νέοι, γεμάτοι ιδέες, και ξεχειλίζουν από ενέργεια. Το καλύτερο τους έργο είναι μπροστά τους.

Το νέο βιβλίο του Κασέμ, Το πνέυμα του μηδενισμού: Μια οντολογική της Ιστορίας (2009), εμφανίζεται στη σειρά βιβλίων του Μπαντιού, την ίδια σεβάσμια συλλογή που προηγουμένως φιλοξενείτο στις εκδόσεις Seuil και συνεξέδιδε η Μπαρμπαρά Κασσάν , η γνωστή κλασσικίστρια. Το πνεύμα του μηδενισμού φαίνεται πως είναι η προσπάθεια του Κασέμ να γράψει ένα αποκαλούμενο μεγάλο έργο φιλοσοφίας – να γράψει το δικό του Είναι και συμβάν [Μπαντιού], τη δική του Φαινομενολογία του Πνεύματος [Χέγκελ], τις δικές του Θραυσμένες ηγεμονίες [Σύρμαν]. Με αρκετά βιβλία δημοσιευμένα ήδη, Το πνεύμα του μηδενισμού ήταν να αποτελέσει την έκθεση εκ μέρους του Κασέμ ενός αληθινού φιλοσοφικού συστήματος. Μολονότι αποτυγχάνει να φτάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη, Το πνεύμα του μηδενισμού περιέχει παραταύτα ένα εκπληκτικό βραβείο παρηγοριάς: μια ιντριγκαδόρικη σειρά φιλοσοφικών προκλήσεων που θα αναστατώσει την ηπειρωτική φιλοσοφία, [η οποία αποτελεί] ένα πεδίο λόγου που βιώνει δραματική αναδιοργάνωση την επαύριον της “αποτυχίας της θεωρίας”.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση - τελευταίο μέρος


Υπάρχει επίσης ένα δυνητικό διάγραμμα πίσω από τη γένεση πλεγμάτων; Στο προτεινόμενο από τους Ντελέζ και Γκουατταρί μοντέλο, υπάρχουν τρία στοιχεία σε αυτό το άλλο δυνητικό διάγραμμα, εκ των οποίων δύο είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Πρώτον, ένα σύνολο ετερογενών στοιχείων συναθροίζεται μέσω μιας συνάρθρωσης υπερθέσεων, τουτέστιν, [μέσω] μιας διασύνδεσης διαφορετικών αλλά επικαλυπτόμενων στοιχείων. Και δεύτερον, μια ειδική τάξη χειριστών, ή εμβόλιμων στοιχείων, είναι αναγκαία για να δημιουργήσει αυτή τη συναρμογή μέσω τοπικών συνδέσεων. Είναι δυνατόν να βρούμε περιπτώσεις αυτού του διαγράμματος στη γεωλογία, τη βιολογία και την κοινωνιολογία; Ίσως το σαφέστερο παράδειγμα είναι εκείνο ενός οικοσυστήματος. Ενώ ένα είδος ενδέχεται να είναι μια πολύ ομοιογενής δομή, ένα οικοσύστημα συνδέει μεταξύ τους μια ευρεία ποικιλία ετερογενών στοιχείων (ζώα και φυτά διαφορετικών ειδών) τα οποία συναρθρώνονται μέσω συναρμογών, τουτέστιν, από τις λειτουργικές τους συμπληρωματικότητες. Από τη στιγμή που ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οικοσυστημάτων είναι η κυκλοφορία ενέργειας και ύλης με τη μορφή της τροφής, οι υπό ερώτηση συμπληρωματικότητες είναι διατροφικές: με τις [συμπληρωματικότητες] θήραμα-αρπακτικό και παράσιτο-ξενιστής να είναι δυο από τις πλέον κοινές. Σε αυτήν την κατάσταση, οι συμβιοτικές σχέσεις μπορούν να δράσουν ως εμβόλιμα στοιχεία που στοχεύουν στη διαδικασία οικοδόμησης τροφικών ιστών με το να καθιερώσουν τοπικές συζεύξεις. Παραδείγματα περιλαμβάνουν τα βακτήρια που ζουν στα έντερα πολλών ζώων επιτρέποντας τους να χωνεύουν την τροφή τους, ή τους μύκητες και άλλους μικροοργανισμούς οι οποίοι σχηματίζουν τη “ριζόσφαιρα”, τις υπόγειες τροφικές αλυσίδες οι οποίες διασυνδέουν τις ρίζες φυτών και το χώμα.

Ο κόσμος της γεωλογίας επίσης έχει ενεργοποιήσεις αυτών των δυνητικών λειτουργιών, με ένα καλό παράδειγμα να είναι εκείνο των πυρογενών πετρωμάτων. Αντίθετα από τον αμμόλιθο, τα πυρογενή πετρώματα όπως ο γρανίτης δεν είναι το αποτέλεσμα ιζηματογένεσης και τσιμέντωσης, αλλά το παράγωγο μιας πολύ διαφορετικής διαδικασίας κατασκευής που σχηματίζεται κατευθείαν από το ψυχόμενο μάγμα. Καθώς το μάγμα ψύχεται τα διαφορετικά του στοιχεία αρχίζουν να χωρίζονται καθώς κρυσταλλοποιούνται σε ακολουθία, με αυτούς που στερεοποιούνται νωρίτερα να λειτουργούν ως περιέχοντα δοχεία για εκείνους οι οποίοι αποκτούν μια κρυσταλλική μορφή αργότερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι ένα πολύπλοκο σύνολο από ετερογενείς κρυστάλλους οι οποίοι συναρμόζονται ο ένας με τον άλλο, και αυτό είναι που παρέχει στο γρανίτη την ανώτερη δύναμη του. Εδώ τα εμβόλιμα στοιχεία περιλαμβάνουν καθετί το οποίο επιφέρει τοπικές συναρθρώσεις ένδοθεν των κρυστάλλων, περιλαμβανομένων κέντρων πυρήνωσης και ορισμένων γραμμικών ατελειών που καλούνται εξαρθρώσεις, όπως και τοπικών συναρθρώσεων μεταξύ κρυστάλλων, τέτοιων όπως τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στη διεπαφή μεταξύ υγρών και στερεών. Έτσι, ο γρανίτης μπορεί να ειπωθεί πως είναι μια περίπτωση πλέγματος.

Στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα, οι προ-καπιταλιστικές αγορές μπορούν να θεωρηθούν παραδείγματα πολιτιστικών πλεγμάτων. Σε πολλούς πολιτισμούς οι εβδομαδιαίες αγορές έχουν παραδοσιακά υπάρξει το μέρος συνάντησης για ανθρώπους με ετερογενείς ανάγκες και προσφορές (offers). Οι αγορές συνδέουν τους ανθρώπους ταιριάζοντας συμπληρωματικές απαιτήσεις (demands), τουτέστιν, συναρμόζοντας τους επί τη βάσει των αναγκών και των προσφορών τους. Το χρήμα (ακόμη και το πρωτόγονο χρήμα όπως τεμάχια άλατος ή περιβλήματα κοχυλιών) μπορεί να ειπωθεί ότι επιτελεί τη λειτουργία του εμβόλιμου στοιχείου: ενώ με καθαρή ανταλλαγή η πιθανότητα να συναντηθούν δυο επακριβώς συνταιριάζουσες απαιτήσεις από τύχη είναι πολύ χαμηλή, όταν το χρήμα είναι παρόν εκείνες οι τυχαίες συναντήσεις γίνονται αχρείαστες, και οι συμπληρωματικές απαιτήσεις μπορούν να βρουν η μια την άλλη σε απόσταση, τρόπος του λέγειν.

Έτσι, περίπου όπως ο αμμόλιθος, τα ζωικά είδη και οι κοινωνικές τάξεις μπορεί να ειπωθεί ότι αποτελούν αποκλίνουσες ενεργοποιήσεις μιας δυνητικής διαδικασίας “διπλής συνάρθρωσης” η οποία συνδέει ομοιογενή συστατικά, [ενώ] ο γρανίτης, τα οικοσυστήματα και οι αγορές είναι ενεργοποιήσεις μιας δυνητικής διαδικασίας η οποία συνδέει ετερογενή στοιχεία μέσω συναρμογής και παρεμβολής. Αυτές οι δυνητικές διαδικασίες είναι, σύμφωνα με τον Ντελέζ, τέλεια πραγματικές, μια πραγματική δυνητικότητα η οποία δεν έχει σε τίποτα να κάνει με εκείνο που αποκαλούμε δυνητική [εικονική] πραγματικότητα. Και ακόμη, επειδή αυτή η πραγματική δυνητικότητα συγκροτεί τον μηχανισμό των νοουμένων πίσω από τα φαινόμενα, τουτέστιν, πίσω από την πραγματικότητα όπως εμφανίζεται σε μας τους ανθρώπους, επειδή αυτή η πραγματική δυνητικότητα κυβερνά τη γένεση όλων των πραγματικών μορφών, δε μπορεί παρά να σχετίζεται με δυνητικές πραγματικότητες, όχι μόνον εκείνες που δημιουργούνται από προσομοιώσεις υπολογιστών, αλλά επίσης [εκείνες που δημιουργούνται] από μυθιστοριογράφους, σκηνοθέτες, ζωγράφους και μουσικούς. Το έργο του Ντελέζ ασχολείται, εξαρχής, με τη φυσική και τα μαθηματικά, όσο και με την τέχνη. Αλλά μου φαίνεται, [ότι] μόνο όταν κατανοήσουμε τον ντελεζιανό κόσμο των υλικών και ενεργειακών ροών, και των μορφών που προκύπτουν αυθόρμητα σε αυτές τις ροές, μπορούμε να ρωτήσουμε “τι είναι ένα μυθιστόρημα ή ένας πίνακας ή ένα μουσικό κομμάτι” σε αυτόν τον κόσμο; Με άλλα λόγια, η κίνηση θα έπρεπε να είναι από έναν πλούσιο υλικό κόσμο κυοφορούντα δυνητικοτητες, προς τη λογοτεχνία ή την τέχνη, και όχι από τη λογοτεχνία (και τα κείμενα, τους λόγους, τις μεταφορές) προς έναν κοινωνικά κατασκευασμένο κόσμο όπου η ύλη έχει γίνει, για μιαν ακόμη φορά, ένας αδρανής υποδοχέας εξωτερικών μορφών. Είναι με αυτή τη σημασία, που το έργο του Ντελέζ συγκροτεί μιαν αληθινή πρόκληση προς τον -εμμονικό με τη γλώσσα- μεταμοντερνισμό, [συγκροτεί] έναν νεοϋλισμό ο οποίος υπόσχεται να εμπλουτίσει τις εννοιολογικές δεξαμενές αμφοτέρων της επιστήμης και της τέχνης και που μια μέρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πλήρη επανεννοιολόγηση της ιστορίας μας όσο και των εναλλακτικών μας για το μέλλον.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση IV


Τώρα, δεδομένου ότι τα χαλίκια στη φύση δεν εμφανίζονται σε πρότυπα μεγέθη και σχήματα, κάποιο είδος ταξινομητικού μηχανισμού φαίνεται να χρειάζεται για να εξηγήσει αυτή την ιδιαίτερα απίθανη κατανομή, κάποια εξειδικευμένη συσκευή η οποία παίρνει μια πολλαπλότητα χαλικιών ετερογενών ποιοτήτων και τα κατανέμει σε λιγότερο ή περισσότερο ομοιόμορφες στρώσεις. Μια πιθανότητα που ανακαλύφθηκε από γεωλόγους περιλαμβάνει ποταμούς που δρουν ως ταξινομητικές μηχανές. Οι ποταμοί μεταφέρουν βραχώδη υλικά από το σημείο προέλευσης τους στο μέρος στον ωκεανό όπου αυτά τα υλικά θα συσσωρευτούν. Σε αυτή τη διαδικασία, χαλίκια ποικίλου μεγέθους, βάρους και σχήματος τείνουν να αντιδρούν διαφορετικά στο νερό που τα μεταφέρει. Αυτές οι διαφορετικές αντιδράσεις στο κινούμενο νερό είναι εκείνο που ταξινομεί τα χαλίκια, με τα μικρότερα να φτάνουν στον ωκεανό συντομότερα από τα μεγαλύτερα. Αυτή η διαδικασία αποκαλείται “ιζηματογένεση”. Πέρα από την ιζηματογένεση, μια δεύτερη λειτουργία είναι απαραίτητη για να μετασχηματίσει αυτές τις χαλαρές συλλογές χαλικιών σε μιαν οντότητα ευρύτερης κλίμακας: ένας ιζηματώδης βράχος. Αυτή η λειτουργία συνίσταται στην επένδυση με τσιμέντο των ταξινομημένων συστατικών, μια λειτουργία που διεκπεραιώνεται από ορισμένες ουσίες που διαλύονται στο νερό οι οποίες διεισδύουν στο ίζημα μέσω πόρων ανάμεσα στα χαλίκια. Καθώς αυτή η διηθητική λύση κρυσταλλοποιείται, παγιώνει τις προσωρινές χωρικές σχέσεις του χαλικιού σε μια λιγότερο ή περισσότερο μόνιμη “αρχιτεκτονική” δομή.

Αυτές οι διπλές συναρθρώσεις, η ταξινόμηση και η σταθεροποίηση, μπορούν επίσης να βρεθούν στα βιολογικά είδη. Είδη σχηματίζονται μέσω της αργής συσσώρευσης γενετικών υλικών. Τα γονίδια, φυσικά, δεν κατατίθενται μόνο στην τύχη αλλά ταξινομούνται από μια ποικιλία πιέσεων επιλογής οι οποίες περιλαμβάνουν το κλίμα, τη δράση αρπακτικών και παράσιτων και τις επιδράσεις της επιλογής του αρσενικού ή του θυλικού κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος. Έτσι, με μια πολύ κυριολεκτική σημασία, τα γενετικά υλικά “ιζηματοποιούνται” ακριβώς όπως τα χαλίκια. Επιπλέον, αυτές οι χαλαρές συλλογές γονιδίων μπορούν (όπως τα ιζηματώδη χαλίκια) να χαθούν κάτω από ορισμένες δραστικά αλλαγμένες συνθήκες (όπως η αρχή μιας εποχής παγετώνα) εκτός κι αν σταθεροποιηθούν μαζί. Αυτή η δεύτερη λειτουργία επιτελείται από την “αναπαραγωγική απομόνωση”, τουτέστιν, από την περάτωση μιας δεξαμενής γονιδίων που επισυμβαίνει όταν ένα δοσμένο υποσύνολο μιας αναπαραγωγικής κοινότητας, καθίσταται ανίκανο να ζευγαρώσει με τα υπόλοιπα. Μέσω επιλεκτικής συσσώρευσης και απομονωτικής σταθεροποίησης, ένας πληθυσμός ατομικών οργανισμών φτάνει να σχηματίσει μιαν οντότητα μεγαλύτερης κλίμακας: ένα νέο ατομικό είδος.

Μπορούμε επίσης να βρούμε αυτές τις δύο λειτουργίες (κι ως εκ τούτου, αυτό το δυνητικό διάγραμμα) στο σχηματισμό των κοινωνικών τάξεων. Χοντρικά, μιλάμε για “κοινωνικά στρώματα” όποτε μια δοσμένη κοινωνία παρουσιάζει μια ποικιλία διαφοροποιημένων ρόλων στους οποίους ο καθένας έχει ίση πρόσβαση, και όταν ένα υποσύνολο εκείνων των ρόλων (εκείνων στους οποίους μια άρχουσα ελίτ μόνο έχει πρόσβαση) εμπεριέχει τον έλεγχο σημαντικών ενεργειακών και υλικών πόρων. Στις περισσότερες κοινωνίες οι ρόλοι τείνουν να “ιζηματοποιηθούν” μέσω μιας ποικιλίας ταξινομητικών ή κατατακτήριων μηχανισμών, αν και δε γίνονται σε όλους οι κατατάξεις μια αυτόνομη διάσταση της κοινωνικής οργάνωσης. Σε πολλές κοινωνίες η διαφοροποίηση των ελίτ δεν είναι εκτασιακή (δε σχηματίζουν ένα κέντρο ενώ το υπόλοιπο του πληθυσμού σχηματίζει μιαν αποκλεισμένη περιφέρεια), πλεονάσματα δε συσσωρεύονται (μπορεί να καταστραφούν σε τελετουργικές γιορτές), και αρχέγονες σχέσεις (συγγενικών και τοπικών συμμαχιών) τείνουν να επικρατήσουν. Ως εκ τούτου μια δεύτερη λειτουργία είναι απαραίτητη: τα άτυπα ταξινομητικά κριτήρια πρέπει να επενδυθούν με μια θεολογική ερμηνεία και έναν νομικό ορισμό. Εν συντομία, για να μετασχηματίσει μια χαλαρά καταταγμένη συσσώρευση παραδοσιακών ρόλων σε μια κοινωνική τάξη, το κοινωνικό ίζημα πρέπει να σταθεροποιηθεί μέσω θεολογικής και νομικής κωδικοποίησης.

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση III


Αφήστε με να απεικονίσω αυτή την ιδέα με ένα γνώριμο παράδειγμα από τη θερμοδυναμική. Αν κάποιος φτιάξει ένα δοχείο με δυο μέρη, και γεμίσει το ένα μέρος με κρύο αέρα και το άλλο με ζεστό αέρα, δημιουργεί τότε ένα σύστημα που ενσωματώνει μια διαφορά στην ένταση, όπου η ένταση σε αυτήν την περίπτωση είναι η θερμοκρασία. Αν κάποιος ανοίξει τότε μια μικρή τρύπα στον τοίχο που χωρίζει τα μέρη, η διαφορά έντασης προξενεί την αρχή μιας εντυπωσιακής ροής αέρα από τη μια πλευρά στην άλλη. Είναι με αυτήν την έννοια που οι διαφορές έντασης είναι μορφογενετικές, ακόμη κι αν στην περίπτωση αυτή η μορφή που προκύπτει είναι πολύ απλή. Τα παραπάνω παραδείγματα της σαπουνόφουσκας και του κρυστάλλου άλατος, όπως και τα πολυπλοκότερα πτυχώματα και τεντώματα στα οποία υποβάλλεται ένα έμβρυο, παράγονται μέσω παρόμοιων αρχών. Παραταύτα, στη σελίδα που ακολουθεί την παραπάνω φράση, ο Ντελέζ υποστηρίζει ότι, παρά τη σημαντική αυτήν ενόραση, η θερμοδυναμική του 19ου αιώνα δεν μπορεί να παράσχει τη θεμελίωση που χρειάζεται για μια φιλοσοφία της ύλης. Γιατί; Επειδή αυτός ο κλάδος της φυσικής έγινε εμμονικός με τις μορφές τελικής ισορροπίας, εις βάρος της καθοδηγούμενης από τη διαφορά μορφογενετικής διαδικασίας που αναδεικνύει τις μορφές αυτές. Αλλά όπως υποστηρίζει ο Ντελέζ, ο ρόλος των δυνητικών ενικοτήτων μπορεί να συλληφθεί μόνο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της μορφογένεσης. Τουτέστιν, πριν η τελική μορφή ενεργοποιηθεί, πριν η διαφορά εξαφανιστεί.

Η ανεπάρκεια της θερμοδυναμικής του δεκάτου ενάτου αιώνα, να παραβλέψει τον ρόλο των διαφορών έντασης στη μορφογένεση, να συγκεντρωθεί πάνω στη μορφή ισορροπίας που προκύπτει μόνο όταν η πρωταρχική διαφορά έχει ακυρωθεί, έχει σήμερα επανορθωθεί στην πλέον πρόσφατη εκδοχή αυτού του κλάδου της φυσικής, που κατάλληλα επονομάζεται “θερμοδυναμική των [συστημάτων που βρίσκονται] μακριά από την ισορροπία”. Μολονότι ο Ντελέζ δεν αναφέρεται ρητά σε αυτόν τον νέο κλάδο της επιστήμης, είναι σαφές ότι η θερμοδυναμική των μακριά από την ισορροπία [συστημάτων] συναντά όλες τις εναστάσεις τις οποίες εγείρει εναντίον του αντιστοίχου της του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, τα συστήματα που μελετώνται σε αυτόν τον καινούριο τομέα διαβαίνονται συνεχώς από μια δυνατή ροή ενέργειας και ύλης, μια ροή η οποία δεν επιτρέπει στις διαφορές έντασης να ακυρωθούν, τουτέστιν, διατηρεί αυτές τις διαφορές και τις αποτρέπει απ' το να ακυρώσουν εαυτές. Είναι μονάχα σ' αυτές τις μακριά από την ισορροπία συνθήκες που η πλήρης ποικιλία των εμμενών τοπολογικών μορφών εμφανίζεται (σταθερές καταστάσεις, κυκλικοί ή χαοτικοί ελκυστές). Είναι μονάχα σε αυτή τη ζώνη έντασης που η καθοδηγούμενη από τη διαφορά μορφογένεση αναγνωρίζεται, και που η ύλη γίνεται ένας ενεργός υλικός δράστης, ένας ο οποίος δεν χρειάζεται να έρθει η μορφή και να επιβάλλει εαυτήν έξωθεν. Για να επιστρέψουμε μια ακόμα φορά στο παράδειγμα του αναπτυσσόμενου εμβρύου, το DNA που κυβερνά τη διαδικασία δεν περιέχει, όπως πιστευόταν κάποτε, ένα πρωτότυπο για την παραγωγή της τελικής μορφής του οργανισμού, μιαν ιδέα που υπονοεί μιαν αδρανή ύλη στην οποία τα γονίδια δίνουν μορφή έξωθεν. Η σύγχρονη κατανόηση των διαδικασιών, από την άλλη, απεικονίζει τα γονίδια ως αποσπώντα μια μορφή από μια ενεργό ύλη, τουτέστιν, η λειτουργία των γονιδίων και των προϊόντων τους θεωρείται τώρα ως μόνο περιορίζουσα και κατευθύνουσα μια ποικιλία υλικών διαδικασιών, επισυμβαινόντων σε εκείνη την [ευρισκόμενη] μακριά από-την-ισορροπία ζώνη, στην οποία η μορφή προκύπτει αυθόρμητα.

Για να συμπληρώσω τον χαρακτηρισμό μου της θεωρίας του Ντελέζ για τη γένεση της μορφής, θα ήθελα να εξερευνήσω τον τρόπο με τον οποίο το πιο πρόσφατο έργο του (σε συνεργασία με τον Φελίξ Γκουατταρί) έχει επεκτείνει αυτές τις βασικές ιδέες, αυξάνοντας πολύ το είδος των εμμενών πόρων που είναι διαθέσιμοι στην ύλη για τη δημιουργία μορφής. Συγκεκριμένα, στο κοινό τους βιβλίο Χίλια οροπέδια (1980), αναπτύσσουν θεωρίες για τη γένεση δύο πολύ σημαντικών τύπων δομών, στους οποίους αναφέρονται με τους όρους “στρώματα” και “αυτο-συνεπή σύνολα” (ή εναλλακτικά “δέντρα” και “ριζώματα”). Βασικά, τα στρώματα προκύπτουν από την συνάρθρωση ομοιογενών στοιχείων, ενώ τα αυτό-συνεπή σύνολα προκύπτουν από την συνάρθρωση ετερογενών στοιχείων ως τέτοιων.

Αμφότερες οι διαδικασίες επιδεικνύουν την ίδια “αποκλίνουσα ενεργοποίηση” η οποία χαρακτήριζε τις απλούστερες διαδικασίες πίσω από τη μορφοποίηση της σαπουνόφουσκας και των κρυστάλλων άλατος. Με άλλα λόγια, σε αμφότερες τις διαδικασίες έχουμε μια δυνητική μορφή (ή αφηρημένη μηχανή, όπως την αποκαλούν τώρα) να κρύβεται κάτω από τον ισομορφισμό των επακόλουθων ενεργών μορφών. Ας αρχίσουμε περιγράφοντας σύντομα τη διαδικασία πίσω από τη γένεση των γεωλογικών στρωμάτων, ή πιο συγκεκριμένα, των ιζηματωδών βράχων, όπως ο ψαμμίτης ή ο ασβεστόλιθος. Όταν κοιτάζει κανείς τις στρώσεις βράχου σε μια εκτεθειμένη ορεινή πλευρά, ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε στρώση περιέχει περαιτέρω στρώσεις, με την καθεμία να συντίθεται από μικρά χαλίκια τα οποία είναι σχεδόν ομοιογενή όσον αφορά το μέγεθος, το σχήμα και τη χημική σύνθεση. Είναι αυτές οι στρώσεις που αναφέρονται ως “στρώματα”.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση II


Η διάκριση μεταξύ του δυνατού και του πραγματικού, υποθέτει ένα σύνολο προκαθορισμένων μορφών (ή ουσιών) οι οποίες αποκτούν φυσική πραγματικότητα ως υλικές μορφές που τους μοιάζουν. Από τη μορφογενετική οπτική, η πραγματοποίηση μιας δυνατότητας δεν προσθέτει τίποτε σε μια προκαθορισμένη μορφή, εκτός από πραγματικότητα. Η διάκριση μεταξύ του δυνητικού και του ενεργού, από την άλλη, δεν εμπεριέχει ομοιότητα οιουδήποτε είδους (πχ το παραπάνω παράδειγμα, στο οποίο ένα τοπολογικό σημείο γίνεται γεωμετρική σφαίρα) και μακριά από το να συγκροτεί την ουσιώδη ταυτότητα μιας μορφής, υπονομεύει την ταυτότητα, αφού τώρα μορφές τόσο διαφορετικές όσο σφαίρες και κύβοι προκύπτουν από το ίδιο τοπολογικό σημείο. Για να παραθέσω από αυτό που είναι πιθανότατα το σημαντικότερο βιβλίο του, το Διαφορά και επανάληψη (1968): «Η ενεργοποίηση έρχεται σε ρήξη με την ομοιότητα ως διαδικασία όχι λιγότερο απ' όσο το κάνει με την ταυτότητα ως αρχή. Με αυτή την έννοια, η ενεργοποίηση ή η διαφόριση* [differenciation] είναι πάντοτε μια γνήσια δημιουργία».

Και ο Ντελέζ συνεχίζει για να συζητήσει διαδικασίες ενεργοποίησης συνθετότερες από φούσκες ή κρυστάλλους, διαδικασίες όπως η εμβρυογένεση, η ανάπτυξη ενός πλήρως διαφορισμένου οργανισμού εκκινώντας από ένα μόνο κύτταρο. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο χώρος των ενεργειακών δυνατοτήτων είναι πλουσιότερος, εμπεριέχοντας πολλές τοπολογικές μορφές που κυβερνούν σύνθετους χωροχρονικούς δυναμισμούς: «Πώς η ενεργοποίηση επισυμβαίνει στα πράγματα καθεαυτά;... Κάτω από τις ενεργές ποιότητες και εκτασιακότητες [των πραγμάτων καθεαυτών] υπάρχουν χωροχρονικοί δυναμισμοί. Πρέπει να υπηρετηθούν σε κάθε τομέα, παρότι κανονικά είναι κρυμμένοι από τις συστατικές ποιότητες και εκτασιακότητες. Η εμβρυολογία δείχνει ότι η διαίρεση του αυγού είναι δευτερεύουσα σε σχέση με σημαντικότερες μορφογενετικές κινήσεις: η αύξηση ελεύθερων επιφανειών, το τέντωμα κυτταρικών στρωμάτων, η αναδίπλωση μέσω πτυχώματος, η περιφερειακή μετατόπιση ομάδων. Μια ολόκληρη κινηματική του αυγού εμφανίζεται η οποία υπονοεί μια δυναμική».

Στο Διαφορά και επανάληψη, ο Ντελέζ επανειλημμένως κάνει χρήση αυτών των «χώρων ενεργειακών δυνατοτήτων» (τεχνικά αναφέρονται ως «χώροι κατάστασης» ή «χώροι φάσης»), και των τοπολογικών μορφών (ή «ενικοτήτων») που σχηματίζουν αυτούς τους χώρους. Αφού αυτές οι ιδέες επανεμφανίζονται στο ύστερο έργο του, και αφού αμφότερες η έννοια του «χώρου φάσης» και εκείνη της «ενικότητας» ανήκουν στα μαθηματικά, είναι ασφαλές να πούμε ότι ένα κρίσιμο συστατικό της ντελεζιανής σκέψης έρχεται από τη φιλοσοφία των μαθηματικών. Και, πράγματι, το κεφάλαιο τέσσερα του Διαφορά και επανάληψη είναι ένας στοχασμός πάνω στη μεταφυσική του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισμού. Από την άλλη μεριά, δεδομένου ότι οι «χώροι φάσης» και οι «ενικότητες» γίνονται φυσικά σημαντικές μόνο σε σχέση με υλικά συστήματα τα οποία διασχίζονται από ισχυρή ροή ενέργειας, η φιλοσοφία του Ντελέζ επίσης σχετίζεται στενά με τον κλάδο εκείνον της φυσικής ο οποίος ασχολείται με υλικές και ενεργειακές ροές, τουτέστιν, με τη θερμοδυναμική. Και, πράγματι, το κεφάλαιο πέντε του Διαφορά και επανάληψη είναι μια φιλοσοφική κριτική της θερμοδυναμικής του 19ου αιώνα, μια απόπειρα να ανακτηθούν από αυτό το γνωστικό πεδίο κάποιες από τις απαιτούμενες για μια θεωρία της εμμενούς μορφογένεσης έννοιες-κλειδιά.

Στην αρχή του κεφαλαίου εκείνου, ο Ντελέζ εισάγει κάποιες σημαντικές διακρίσεις που θα εμφανίζονται κυρίως στο ύστερο έργο του, ειδικά η έννοια της «έντασης», αλλά ακόμα σημαντικότερα, αποκαλύπτει από την πρώτη σελίδα τις οντολογικές του δεσμεύσεις. Είθισται από τον Καντ κι έπειτα να διακρίνουμε μεταξύ του κόσμου όπως εμφανίζεται σε εμάς τους ανθρώπους, τουτέστιν, του κόσμου των φαινομένων ή των εμφανίσεων, και του κόσμου όπως υπάρχει αφεαυτού, ανεξαρτήτως του αν υπάρχει ένας ανθρώπινος παρατηρητής να αλληλεπιδράσει με αυτόν. Αυτός ο κόσμος «καθεαυτός» αναφέρεται ως «νοούμενα». Ένας μεγάλος αριθμός από σύγχρονους στοχαστές, ειδικότερα εκείνοι που αυτοαποκαλούνται «μεταμοντέρνοι», δεν πιστεύουν στα νοούμενα. Γι' αυτούς ο κόσμος είναι κοινωνικά κατασκευασμένος, επομένως, όλα όσα περιέχει είναι γλωσσικώς-οριζόμενα φαινόμενα. Παρατηρήστε ότι παρ' όλο που πολλοί από αυτούς τους στοχαστές διακηρύσσουν [για] τους εαυτούς τους [ότι είναι] «αντι-ουσιοκράτες», μοιράζονται με την ουσιοκρατία μια θεώρηση της ύλης ως ενός αδρανούς υλικού, μόνο που στην περίπτωση τους η μορφή δεν έρχεται από έναν πλατωνικό ουρανό, ή από τον νου του Θεού, αλλά από τους νόες των ανθρώπων (ή από γλωσσικώς εκφραζόμενες πολιτισμικές συμβάσεις). Ο κόσμος είναι άμορφος, και τον κατατέμνουμε σε μορφές χρησιμοποιώντας τη γλώσσα. Τίποτε δεν μπορούσε να απέχει περισσότερο από τη ντελεζιανή σκέψη από αυτόν το μεταμοντέρνο γλωσσικό σχετικισμό. Ο Ντελέζ είναι πράγματι ένας ρεαλιστής φιλόσοφος, ο οποίος όχι μόνο πιστεύει στην αυτόνομη ύπαρξη των ενεργών μορφών (οι μορφές των βράχων, των φυτών, των ζώων και ούτω καθεξής) αλλά στην ύπαρξη των δυνητικών μορφών. Στις πρώτες γραμμές του κεφαλαίου πέντε του Διαφορά και επανάληψη, όπου ο Ντελέζ εισάγει την έννοια της «έντασης» ως ένα κλειδί για να καταλάβουμε την ενεργοποίηση των δυνητικών μορφών, γράφει: «Η διαφορά δεν είναι ποικιλομορφία. Η ποικιλομορφία δίνεται, αλλά η διαφορά είναι εκείνο μέσω του οποίου το δοσμένο δίνεται... Η διαφορά δεν είναι φαινόμενο αλλά το νοούμενο το εγγύτατο στο φαινόμενο... Κάθε φαινόμενο αναφέρεται σε μιαν ανισότητα μέσω της οποίας προϋποτίθεται... Κάθε πράγμα το οποίο συμβαίνει και κάθε πράγμα το οποίο εμφανίζεται συσχετίζεται με τάξεις διαφορών: διαφορές επιπέδου, θερμοκρασίας, πίεσης, τάσης, δυνατότητας, διαφοράς έντασης».

* Χρησιμοποιώ τον μαθηματικό όρο διότι δεν πρόκειται για την διαφοροποίηση, την differentiation – μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η «διαφωροποίηση» ή «διαφώριση» κατά την ντερριντεανή διαφωρά. W. K.