Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Κορνήλιος Καστοριάδης, "Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας": σαράντα χρόνια μετά*


του Γιώργου Ν. Οικονόμου, Δρ Φιλοσοφίας


Η «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» (εφεξής ΦΘΚ) που καθιέρωσε τον συγγραφέα της ως έναν μεγάλο στοχαστή είναι από τα σημαντικώτερα φιλοσοφικά έργα του εικοστού αιώνα. Όταν κυκλοφόρησε (1975) χαρακτηρίσθηκε ως «πνευματικός Μάης του ‘68». Στις πεντακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες της οικοδομείται μια καινούργια αντίληψη για τον άνθρωπο, την ιστορία και την κοινωνία, μια καινούργια οντολογία. Για να οικοδομηθεί όμως αυτή έπρεπε πρώτα να ανατρέψει τις βασικές θέσεις της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψης, από τις απαρχές της στην αρχαία Ελλάδα και, δια μέσου του Καντ, Χέγκελ και Μάρξ, να φθάσει έως τον Χάιντεγκερ, τις θεωρίες των στρουκτουραλιστών και των φονξιοναλιστών του 20ου αιώνα.

Η μελέτη της ΦΘΚ είναι σημαντική, όχι για μουσειακούς ή ιστορικούς λόγους, αλλά για ουσιαστικούς, αφού οι αναλύσεις της δεν έχουν απωλέσει το παραμικρό από την δύναμή τους και την ικανότητά τους για κατανόηση της πραγματικότητας και της ιδεολογικής της εικόνας. Τα κύρια αντικείμενα του βιβλίου είναι η ιστορία, η κοινωνία και η κοινωνική-ιστορική θέσμιση. Τα ζητήματα αυτά έχουν τεράστια σημασία για την πολιτική αντίληψη των ανθρώπων, την πολιτική τους χειραφέτηση και το πράττειν τους, για την συγκρότηση ενός απελευθερωτικού δημοκρατικού προτάγματος.

Στο πρώτο μέρος το βιβλίου (1965) ο Κορνήλιος Καστοριάδης ασκεί κριτική στην θεωρία του Μαρξ και ανασκευάζει τις εσφαλμένες αντιλήψεις του που επεκράτησαν επί δεκαετίες και καθόρισαν την πολιτική σκέψη και πρακτική. Aποδεικνύει πως ο «ιστορικός υλισμός» είναι  ανίκανος να κατανοήσει την κοινωνία και την ιστορία, διότι συνδέει μηχανικώς τις  τεχνικο-οικονομικές συνθήκες με την δημιουργία της κοινωνίας και των θεσμών, θεωρεί την ανάπτυξη της τεχνικής και της οικονομίας ως κινητήρα της ιστορίας, καταλήγοντας έτσι σε ένα ατελέσφορο οικονομισμό, αφού αποκλείει τον ανθρώπινο παράγοντα.

Ενα άλλο αρνητικό σημείο της μαρξικής θεωρίας είναι η απολυτοποίηση των λογικών κατηγοριών που εισήγαγε για να αναλύσει την κοινωνία τού 19ου αιώνα. Επέβαλε δηλαδή σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους τις κατηγορίες αυτές και κυρίως τον οικονομικό παράγοντα. Νόμιζε έτσι ο Μαρξ πως ανακάλυπτε τους «νόμους» της Ιστορίας. Αμεση συνέπεια ήταν η απολυτοποίηση της θεωρίας και ο εγκλωβισμός της πραγματικότητας σε αυτήν: αντί να συμβάλλει στον μετασχηματισμό του κόσμου και όχι στην ερμηνεία του (όπως ήθελε ο Μαρξ στην 11η θέση για τον Φόυερμπαχ), η θεωρία κατάντησε μία ερμηνεία, και μάλιστα η μοναδική «αληθινή» ερμηνεία του κόσμου, η οποία διαβεβαιώνει πως ο κόσμος πρέπει να μετασχηματισθεί προς την κατεύθυνση που η μαρξική θεωρία ορίζει (θεωρητικοκρατία). Έτσι η πολιτική μετετράπηκε σε τεχνική υπόθεση των κομματικών γραφειοκρατών.

 Εν συνεχεία ο Καστοριάδης προσπαθεί να απελευθερώσει την θεωρία και την πράξιν από τα ιδεολογικά δεσμά του μαρξισμού, να τους ξαναδώσει την ζωντάνια και την δύναμη, προκειμένου να γίνει δυνατός ένας νέος στοχασμός για την κοινωνία, την ιστορία  και την πολιτική. Ειδικώς, διασαφηνίζει τους όρους που απετέλεσαν το ιερό πιστεύω των μαρξιστών και των κομμουνιστών, όπως «επανάσταση» και «σοσιαλισμός», και τους δίνει ένα ειδικό νόημα που δεν έχει καμία σχέση με το νόημα που είχαν την εποχή εκείνη (δεκαετία ’50 και ’60), ούτε με το αγοραίο νόημα που έχουν σήμερα, στην ιδεολογία των σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών ή αριστερίστικων σχηματισμών. Στο μεταγενέστερο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι επίμαχοι όροι έχουν απαλειφθεί και αντικατασταθεί από άλλους. Ηδη από την δεκαετία του 1950 ο Καστοριάδης έχει συλλάβει και επεξεργασθεί την έννοια της αυτοοργάνωσης, της αυτοκυβέρνησης και της αυτονομίας των  ανθρώπων, δηλαδή την άμεση  δημοκρατία, την οποία αντιπαραθέτει στις ολιγαρχικές γραφειοκρατίες Ανατολής και Δύσεως.

Στη βάση αυτή η κοινωνική-ιστορική θέσμιση είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου πράττειν, οπότε το ερώτημα πού εγείρεται είναι: πού στηρίζεται αυτό το πράττειν; Σε αυτό το βασικό ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει η ΦΘΚ εισάγοντας μια νέα οντολογία με κύριο άξονα την φαντασία, το ριζικό φαντασιακό, το οποίο είναι στην βάση κάθε ανθρώπινης δημιουργίας - από το άτομο και την ψυχή έως την κοινωνία και την ιστορία. Έτσι η κοινωνία είναι αυτοθέσμιση και δη φαντασιακή, με την έννοια ότι η ίδια δημιουργεί το είναι της όχι  ορθολογικώς ή αντιγράφοντας την πραγματικότητα, αλλά επινοώντας και δημιουργώντας καινούριες μορφές και θεσμούς που δεν είχαν προϋπάρξει πουθενά αλλού. Ομοίως η ιστορία είναι ποίησις, γένεση οντολογική νέων ειδών, νέων μορφών, δημιουργία «εκ του μηδενός» – χωρίς αυτό να σημαίνει δημιουργία «εντός του μηδενός» και «με το μηδέν». Η κοινωνία και η ιστορία είναι ανθρώπινες φαντασιακές δημιουργίες και όχι αποτελέσματα αδήριτων ιστορικών νόμων.

Με τον τρόπο αυτό ο Καστοριάδης προβαίνει στην ανάδειξη ενός νέου οντολογικού τρόπου τού είναι, του κοινωνικού-ιστορικού, που είναι δημιούργημα του κοινωνικού φαντασιακού, της θεσμίζουσας κοινωνίας και συγκροτείται απο τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Αυτές δημιουργούν τους θεσμούς, την οργάνωση και την συνοχή της κοινωνίας. Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες αποτελούν οντολογικές δημιουργίες οι οποίες δεν μπορεί να εξηγηθούν με βάση τις κατηγορίες της κληρονομημένης σκέψης, δηλαδή τις κατηγορίες της καθοριστικότητας, της αιτιότητας και της λογικής συναγωγής. Τα μόνα σχήματα και εργαλεία που έχει η σκέψη αυτή για να συλλάβει το κοινωνικό-ιστορικό είναι το υποκείμενο (συνείδηση), το αντικείμενο (πράγμα) και η έννοια (ιδέα). Γι αυτό και η σκέψη αυτή στάθηκε ανίκανη να συλλάβει τον ιδιαίτερο τρόπο τού είναι του. Το κοινωνικό-ιστορικό δεν είναι ούτε υποκείμενο, ούτε πράγμα ούτε έννοια, αλλά ούτε και σύνολο υποκειμένων, πραγμάτων ή εννοιών - είναι μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών.  Αυτήν την φαντασιακή διάσταση υποτίμησε και ακρωτηρίασε η κληρονομημένη σκέψη από την αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, διότι εξέλαβε τη σκέψη μόνο υπό μία διάσταση, την ορθολογική, υποταγμένη στον Λόγο.

Η φαντασιακή διάσταση ως δυνατότητα ταυτοχρόνως και του ατόμου και του κοινωνικού-ιστορικού ανοίγει τον ορίζοντα στην δημιουργία, είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από την ανάλυση του χρόνου ως δημιουργία, ως δημιουργία του άλλου, της ετερότητας και όχι ως απλή διαδοχή καθορισμένων οντοτήτων, όπως ήταν στην κληρονομημένη σκέψη. Αυτή τη φιλοσοφική διάσταση συμπληρώνει η ΦΘΚ με την κοινωνιολογική-ψυχαναλυτική ανάλυση για το πως θεσμίζεται ιστορικώς το άτομο, για το πώς συμβαίνει ο εκκοινωνισμός της ψυχής, που αφορούν την ατομική φαντασία. Εδώ βρίσκεται ακόμη μία ιδιαίτερη συμβολή του Καστοριάδη, διότι αναπτύσσει περαιτέρω την θεωρία της μετουσίωσης που είχε ξεκινήσει ο Φρόυντ. Η μετουσίωση είναι η διαδικασία με την οποία η ψυχή εξαναγκάζεται να αντικαταστήσει τις δικές της ενορμήσεις και επιθυμίες με αντικείμενα που υπάρχουν μέσα στην κοινωνική θέσμιση, να «επενδύσει» δηλαδή σε κοινωνικές και ιστορικές σημασίες.   

Οι αναλύσεις της ΦΘΚ προσφέρουν έναν άλλον τρόπο τού είναι, που δεν είναι ούτε άτακτο χάος, ούτε πλήρως και καλώς καθορισμένο σύνολο, ούτε ουσία ή σύστημα ουσιών. Είναι μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών με χαρακτηριστικά το άνοιγμα και την ρήξη, που κάνουν δυνατή τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας, μιας αυτόνομης κοινωνίας, αφού αυτή εξαρτάται από την θέληση, από την δράση και την φαντασία των ανθρώπων, από την κοινωνική συλλογικότητα που δύναται να θέσει το δημοκρατικό πρόταγμα. Και εδώ βρίσκεται μιά σημαντική πλευρά που αναδεικνύει ο Καστοριάδης: η πράξις, η οντοπραξία. Η δημοκρατία, όπως και η φιλοσοφία, αμφισβητεί το ιερό και το θέσφατο, το δεδομένο, το θεσμισμένο και το κυρίαρχο. Αυτή είναι η πρώτη και η ιδρυτική πράξη της ελευθερίας. Αυτή όμως είναι αδιανόητη χωρίς την απελευθέρωση από κλειστές θεωρίες και εσχατολογικές ιδεολογίες. Είναι αδύνατη χωρίς απαλλαγή από μεταφυσικές αντιλήψεις και θρησκευτικές αυταπάτες ανταμοιβής μετά θάνατον, χωρίς απεγκλωβισμό από κόμματα, γραφειοκρατίες και αντιπροσωπεύσεις.


Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Μαΐου 2015.


Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Στα χρόνια της οικονομίας του χρέους η Κόλαση είναι η αιώνια οφειλή. Συνέντευξη του Μαουρίτσιο Λατσαράτο


Την περασμένη εβδομάδα, ο ιταλός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μαουρίτσιο Λατσαράτο, ακτιβιστής τη δεκαετία του 1970 στις γραμμές της Εργατικής Αυτονομίας, βρέθηκε στην Αθήνα, προσκεκλημένος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, εγκαινιάζοντας τον κύκλο συζητήσεων «Από το χρέος και τη λιτότητα στη διεκδίκηση της δημοκρατίας», που διοργανώνει το Ινστιτούτο με τη στήριξη του δικτύου transform! Λίγες ώρες πριν από τη διάλεξή του, με τίτλο «Το χρέος ως τεχνική διακυβέρνησης», μας μίλησε για την «κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου» (βλ. και το ομότιτλο βιβλίο του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια), τη γενίκευση δηλαδή της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη, τη διαλεκτική κράτους-κεφαλαίου στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού και τις εργασιακές σχέσεις «νέας δουλείας». Λόγω και της καμπής στη διαπραγμάτευση κυβέρνησης-δανειστών, ένα μέρος της συζήτησης κινήθηκε αναπόφευκτα γύρω από την «πολιτική της αθωότητας», της άρνησης δηλαδή της ενοχής για το χρέος. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο RedNotebook (στην πλήρη της μορφή) και στα «Ενθέματα» της  Κυριακάτικης Αυγής (σε συντομευμένη εκδοχή).

Συνέντευξη του Μαυρίτσιο Λατσαράτο στον Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο και τον Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου

* * *

-Στην Κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου παραθέτετε ένα ωραίο απόσπασμα από τη μελέτη του Ζακ Λε Γκοφ Το πουγκί και η ζωή, που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι του Μεσαίωνα θεωρούσαν τον έντοκο δανεισμό κλοπή: «Τι πουλάει αλήθεια [ο πιστωτής], αν όχι τον χρόνο που κυλάει ανάμεσα στη στιγμή κατά την οποία δανείζει και τη στιγμή κατά την οποία εξοφλείται με τόκο; Όμως ο χρόνος ανήκει μόνο στον Θεό». Στους νεότερους χρόνους, η «κλοπή της κληρονομιάς του Θεού» είναι η απόλυτη αρχή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής – ο καπιταλιστής δηλαδή έχει υποκαταστήσει πλήρως τον Θεό. Πώς συνέβη αυτό;

Η Εκκλησία, πράγματι, καταδίκαζε την τοκογλυφία ως ιδιοποίηση, από τον πιστωτή, του χρόνου ανάμεσα στην πράξη του δανεισμού και την αποπληρωμή του δανείου. Σε κοινωνικό επίπεδο, ο δανεισμός είναι η κλοπή του μέλλοντος της κοινωνίας. Υπό την οπτική αυτή, δίνεται η εντύπωση μιας ζωής χωρίς χρόνο: χωρίς μέλλον. Η Εκκλησία έλεγε ότι ο χρόνος ανήκει στον Θεό. Εμείς λέμε ότι ο χρόνος ανήκει σε όλους. Στην Ελλάδα είναι φανερό από καιρό ότι το μέλλον έχει αφαιρεθεί από τους ανθρώπους: τα επόμενα δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια έχουν δεσμευτεί για την αποπληρωμή του χρέους.

Η κλοπή αυτή του χρόνου συντελείται με έναν διαφορετικό τρόπο από ό,τι στα χρόνια που κυριαρχούσε η δουλειά στο εργοστάσιο. Στα χρόνια εκείνα, ο καπιταλιστής σου έκλεβε το χρόνο για όσες ώρες βρισκόσουν στο εργοστάσιο. Σήμερα, το αντικείμενο της κλοπής είναι ο χρόνος ως ορίζοντας δυνατοτήτων –ο χρόνος ως μέλλον. Η χρηματοπιστωτική οικονομία είναι μια οικονομία προσανατολισμένη προς το μέλλον, με τρόπο που εξουδετερώνει κάθε δυνατότητα να ορίσεις τον χρόνο.


-Στο βιβλίο, ωστόσο, ξεκινάτε με ένα απόσπασμα από τους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία: «Κάθε καινούριο δάνειο», γράφει εκεί ο Μαρξ, «έδινε στην αριστοκρατία ακόμα μια ευκαιρία να καταληστεύσει το κράτος, το οποίο, διατηρούμενο τεχνητά στο χείλος της χρεοκοπίας, ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες με τους πιο δυσμενείς όρους». Η κλοπή αυτή, λοιπόν, είναι μια παλιά ιστορία. Πού βρίσκεται η τομή γι’ αυτό που αποκαλείτε «οικονομία του χρέους»;

Ήδη στα τέλη 19ου αιώνα, οι συγγραφείς με τους οποίους καταπιάνεται ο Λένιν στο βιβλίο του Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, σημειώνουν τη μετάβαση στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Στα 1902, ο Χόμπσον περιγράφει την Αγγλία και τη Γαλλία ως χώρες εισοδηματιών που πλουτίζουν από τους τόκους. Ασκώντας πολεμική στον Κάουτσκι, που ακόμα μιλά για «βιομηχανικό καπιταλισμό», ο ίδιος ο Λένιν υποστηρίζει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι πια, ήδη από εκείνα τα χρόνια, ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ευθύνεται για δύο παγκοσμίους πολέμους, για να μη μιλήσω για τον φασισμό και τους εμφυλίους. Από το 1923, ως γνωστόν, ο Κέυνς είχε προτείνει την «ευθανασία του ραντιέρη» [1] και την απομείωση του δανεισμού σε απλό εργαλείο για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.

Στις μέρες μας, βλέπουμε μια ριζική αλλαγή. Ο σημερινός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει αναδιοργανώσει πλήρως τις κοινωνίες, τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. Σήμερα δεν είναι νοητή η παρέμβαση που πρότεινε τότε ο Κέυνς. Το να προσπαθήσεις σήμερα να εξουδετερώσεις τη χρηματική πίστη, θα σήμαινε να καταστρέψεις τον καπιταλισμό.

Εκείνη την εποχή, εξάλλου, μολονότι η χρηματοπιστωτική μερίδα του κεφαλαίου ήταν η κυρίαρχη, υπήρχε παράλληλα μια ισχυρή βιομηχανία. Αυτό που συμβαίνει τώρα, αντίθετα, είναι η εξάπλωση της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη, που επιδρά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Ο σημερινός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός είναι σαφώς πιο παρεμβατικός. Με μια απλή κάρτα τραπεζικών συναλλαγών, ο καθένας σήμερα είναι μέρος του χρηματοπιστωτικού κυκλώματος. Αυτή η «παρεμβατικότητα» δεν υπήρχε τότε.


-Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι, λοιπόν, «πανταχού παρόν».

Ακριβώς. Η σχέση πιστωτή-οφειλέτη δεν ήταν ποτέ τόσο ανεπτυγμένη όσο σήμερα. Ο Μαρξ έχει γράψει κάποιες σημειώσεις πάνω σ’ αυτήν, αλλά το σχετικό κείμενο έμεινε ανολοκλήρωτο.


-Η προβληματική του χρόνου είναι κεντρική στο έργο σας. Πριν από τη μετάβαση στις οικονομίες του χρέους, υποστηρίζετε, ο χρόνος ήταν «ανοιχτός» στις δυνατότητες: για τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες ανοιχτός στην πρόοδο, για τους κομμουνιστές ανοιχτός στην επανάσταση. Στα χρόνια της οικονομίας του χρέους, αντίθετα, ο χρόνος είναι «μπλοκαρισμένος»: δύσκολα διακρίνει κανείς έναν δρόμο για την κοινωνική αλλαγή. Ποιο ήταν το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής πριν; Και τελικά είναι δυνατό σήμερα να μιλάμε για μια τέτοια μεταβολή;

Στην κλασική σύλληψη της επανάστασης, το υποκείμενο ήταν βεβαίως η εργατική τάξη –και είχε σαφή προέλευση: ερχόταν από την επιχείρηση, κυρίως από τη βιομηχανία. Το πρόβλημα με τη σύλληψη αυτή αναδείχθηκε με τον Μάη του 1968, όταν δηλαδή αναδύθηκε ένα κοινωνικό υποκείμενο πολύ πιο αρθρωμένο, που φυσικά προϋπήρχε. Ο Φουκώ μας έχει πει ότι η διαδικασία διαμόρφωσης της εργατικής τάξης, ακόμα και αυτής του 19ου αιώνα, είναι μια διαδικασία που εμπλέκει το σύνολο της κοινωνίας: προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την πειθάρχηση των γυναικών, των ψυχασθενών, των επαιτών -του συνόλου, εντέλει, της ζωής.

Το πρόβλημα τίθεται σήμερα με νέους όρους, καθώς οι μορφές εκμετάλλευσης είναι τελείως διαφορετικές. Παλιότερα, η κεντρικότητα της εργατικής τάξης ή αργότερα του πρεκαριάτου, βρίσκονταν εκτός συζήτησης. Σήμερα, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μιλήσουμε για τις μορφές της νέας δουλείας (neoschiavitù): το κεφάλαιο έχει οργανώσει την υπέρβαση των μισθωτών στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος, ακόμα και μέσω μορφών μισθωτής εργασίας. Σήμερα ο μισθωτός είναι πρεκάριος, ο χρόνος του γεμίζει ασφυκτικά από τη δουλειά του, ο ίδιος όμως είναι ένας εργαζόμενος φτωχός. Βλέπουμε να πολλαπλασιάζονται οι μορφές της μισθωτής σχέσης –έναν κατακερματισμό δηλαδή του κόσμου της εργασίας–, και ταυτόχρονα μορφές που παραπέμπουν στη δουλεία, όπως είναι τα συμβόλαια στα οποία κανείς δεν ξέρει πόσες ώρες θα πρέπει να δουλέψει μέσα στην εβδομάδα. Μπορεί να δουλεύει μία ώρα ή δώδεκα ώρες – πρέπει, πάντως, να είναι μονίμως διαθέσιμος για δουλειά.


-Η συνθήκη της τέλειας έλλειψης σταθερότητας για τη ζωή ενός ανθρώπου...

Ακριβώς. Δεν είναι εύκολο, λοιπόν, να μιλήσεις σήμερα για το υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής – ούτε και να κινητοποιήσεις τον κόσμο ξεκινώντας από την εργατική τάξη, όπως το προσπαθεί η παλιά Αριστερά. Δεν είναι εύκολο, αλλά όχι γιατί η εργατική τάξη «εξαφανίστηκε»: οι μισθωτοί και οι επισφαλώς εργαζόμενοι είναι σήμερα περισσότεροι απ’ ό,τι ήταν πολλές δεκαετίες πριν. Με την ανάδυση όμως της επισφαλούς εργασίας ως τρόπου διακυβέρνησης της εργατικής δύναμης, αλλά και με τις άλλες μορφές που περιέγραψα, αυτή η αναγκαία νέα σύνθεση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η εργατική τάξη «υπάρχει» κοινωνιολογικά, έχει όμως «εξαφανιστεί» πολιτικά, με την έννοια ότι ο κόσμος της εργασίας δεν έχει πια την κεντρικότητα που είχε παλιότερα.


-Κριτήριο για να προσδιορίσει κανείς την πολιτική ισχύ μιας κοινωνικής τάξης είναι τα αποτελέσματα που παράγει αυτή στην πολιτική σκηνή. Διαβάζοντας την Εισαγωγή στην Κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, διαπιστώνει κανείς ότι οι μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν στον κατακερματισμό της εργατικής τάξης στην Ευρώπη είναι λίγο-πολύ ίδιες παντού. Πώς εξηγείται τότε η τόσο μεγάλη διαφορά στη δύναμη της Αριστεράς ανάμεσα π.χ. στη Γερμανία και την Ελλάδα;

Το παράδειγμα της Γερμανίας είναι ιδιαίτερο. Ο ναζισμός κατέστρεψε μια από τις πιο ισχυρές εργατικές τάξεις και ένα από τα πιο σημαντικά σοσιαλιστικά κινήματα στην Ευρώπη μέχρι και το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Και μόνο ο όρος «εθνικο-σοσιαλισμός» είναι, νομίζω ενδεικτικός γι’ αυτό που συνέβη.

Mιλώντας πιο γενικά, ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα διεθνές σχέδιο, το οποίο όμως υλοποιείται σε διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Στη Γερμανία η επισφαλής εργασία έχει πράγματι αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό και η φτώχεια είναι πλέον μαζικό φαινόμενο. Το ίδιο συμβαίνει στην Ιταλία και την Ισπανία –με τη διαφορά ότι εκεί έχει επιδράσει επιπλέον η πολιτική διαχείριση του χρέους.

Ο νεοφιλελευθερισμός έχει μεταφέρει το έδαφος της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας σε ένα πιο αφηρημένο επίπεδο: αυτό της σχέσης πιστωτή-οφειλέτη. Η δυναμική λοιπόν του κατακερματισμού της εργατικής τάξης, που βεβαίως είναι κοινή σε όλη την Ευρώπη, προσδιορίζεται από έναν καταλυτικό παράγοντα, όπως είναι το χρέος. Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται άμεσα το σύνολο της κοινωνίας, όχι μόνο οι εργαζόμενοι. Η καπιταλιστική προσταγή, λοιπόν, δεν επιβάλλεται μονοσήμαντα μέσα από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά και μέσω του χρέους.


-Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η επιτυχία της Αριστεράς στην Ελλάδα έρχεται σε μια χώρα όπου η οικονομία του χρέους έχει καταγράψει τα πιο σοβαρά «επιτεύγματα».

Ακριβώς. Η οικονομία του χρέους έχει υποκαταστήσει την πολιτική για τους μισθούς, την εκπαίδευση ή την υγεία: το σύνθημα είναι ότι πριν από όλα αυτά πρέπει να ξεπληρώσουμε τους δανειστές. Αυτό το υπόδειγμα, η υπαγωγή δηλαδή της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας στη σχέση πιστωτή-οφειλέτη, βρίσκεται σήμερα σε κρίση –και η κρίση αυτή επιχειρήθηκε να μεταφερθεί στο σύνολο του πληθυσμού. Στην Ιταλία, την Ισπανία και την Ελλάδα επρόκειτο για ένα είδος νέου εμφυλίου πολέμου.

Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία αυτός ο πόλεμος πήρε πιο έντονα χαρακτηριστικά. Η διαφορετική έκβαση του πολέμου μέχρι σήμερα έχει να κάνει, βεβαίως, με το πώς αντιμετωπίστηκε πολιτικά σε κάθε χώρα. Στην Ιταλία τον αποδέχτηκαν –δεν αντιστάθηκαν. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο κόσμος συνειδητοποίησε ότι δεν είναι αυτός υπεύθυνος για την κρίση: ότι η αιτία της κρίσης είναι ο μηχανισμός του χρέους, που αναπτύχθηκε σε βαθμό παραλογισμού, και όχι η κατάχρηση φαρμάκων ή κοινωνικών υπηρεσιών, όπως υποστήριζαν οι νεοφιλελεύθεροι. Από το σημείο αυτό διαρρήχθηκε η σχέση κυβερνώντων-κυβερνωμένων  -και η διάρρηξη αυτή άνοιξε έναν ορίζοντα νέων δυνατοτήτων.


-Είπαμε ότι στα χρόνια της οικονομίας του χρέους, ο δανειστής έχει υποκαταστήσει πλήρως τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει μόνο ότι μπορεί να δανείζει, και έτσι να δεσμεύει τον χρόνο. Σημαίνει και ότι, ως Θεός, μπορεί να απειλεί να τιμωρήσει την «πολιτική της αθωότητας», όπως ονομάζετε την απόρριψη της ενοχής για το χρέος. Για τον Θεό του Μεσαίωνα, η απειλή ήταν η Κόλαση. Σήμερα ποια είναι η απειλή;

Το άπειρο χρέος: ότι η οφειλή δεν θα είναι συγκυριακή, αλλά θα εκτείνεται στο διηνεκές. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι, πρώτα απ’ όλα, οικονομία του χρέους.


-Αν όμως το χρέος είναι εργαλείο για να επιταχυνθεί η αναμόρφωση της αγοράς εργασίας, γιατί να θεωρήσουμε σημαντικότερο το μέσο, και όχι τον στόχο, την ένταση δηλαδή της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης; Γιατί να μιλάμε για «οικονομία του χρέους» και όχι π.χ. για «οικονομία της υπερεκμετάλλευσης»;

Ισχύουν και τα δύο. Υπάρχει προφανώς το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας, όμως η οικονομία του χρέους αποτελεί αφαίρεση σε ανώτερο επίπεδο. Όταν ξέσπασε η κρίση δημόσιου χρέους, όλοι οι έλληνες, όλοι οι ιταλοί και όλοι οι ευρωπαίοι μετατράπηκαν από πολίτες σε οφειλέτες. Κι ενώ η επισφαλής εργασία πλήττει βάναυσα συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες, το χρέος αφορά το σύνολο του πληθυσμού: τον μισθωτό, τον πρεκάριο, τον άνεργο, τον συνταξιούχο.


-Το χρέος, λοιπόν, γίνεται το εργαλείο με το οποίο ο νεοφιλελευθερισμός εθνικοποιεί το πολιτικό και κοινωνικό «σώμα».

Περί αυτού πρόκειται. Είμαστε άνεργοι-οφειλέτες, εργαζόμενοι-οφειλέτες, συνταξιούχοι-οφειλέτες. Η διαδικασία αυτή, βέβαια, δεν εξαντλείται στην κλίμακα των εθνικών κρατών ή της Ευρώπης. Το χρέος είναι μέσο για τον έλεγχο αφρικανικών και ασιατικών χωρών: μια μηχανή καταστροφής που λειτουργεί ταυτόχρονα σε επίπεδο παγκόσμιο, τοπικό και κοινωνικό.


-Ένα τμήμα της Αριστεράς, στην Ελλάδα και όχι μόνο, αναβαθμίζει το ζήτημα του χρέους, «διαβάζοντας» την κρίση σε μια εθνική προοπτική, ως σύγκρουση δηλαδή της Ελλάδας και των «κρατών-οφειλετών» με τα «κράτη-δανειστές», κυρίως τη Γερμανία.

Η γνώμη μου είναι ότι δεν μπορεί μια χώρα να ανακτήσει σήμερα την εθνική της κυριαρχία μέσω του νομίσματος. Αυτοί που υποστηρίζουν την άποψη της εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ας δουν τι συνέβη σε μια χώρα όπως η Βραζιλία. Με την κρίση των επιτοκίων, τα κεφάλαια απλώς έφυγαν από τη χώρα και η Βραζιλία μπήκε σε κρίση.


-Σχολιάζοντας τις θέσεις του Φουκώ για τη σύγχρονη διακυβέρνηση, υποστηρίζετε την άποψη ότι σήμερα δεν μπορεί να ξεχωρίσει κανείς ανάμεσα στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία· στο ίδιο κείμενο, αποδίδετε τη σημερινή ισχύ της Γερμανίας στη μεταπολεμική επαναθεμελίωση του κράτους. Όλη αυτή η ηθικολογία γύρω από το χρέος και την ενοχή των οφειλετών, στην οποία επιδίδονται χρόνια τώρα γερμανικά μέσα ενημέρωσης και κρατικοί αξιωματούχοι, είναι μέρος αυτής της διαδικασίας «επαναθεμελίωσης»;

Πράγματι, στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού αλλάζει η σχέση κράτους-κεφαλαίου. Το κεφάλαιο αποτελεί τη μηχανή του πολέμου και το κράτος είναι ένα από τα στοιχεία αυτής της μηχανής. Μου φαίνονται ενδιαφέρουσες, ως προς αυτή τη μεταβολή, οι παρατηρήσεις του Φουκώ για τον γερμανικό «ορντο-φιλελευθερισμό».

Ο καπιταλισμός είναι εξαρχής μια οικονομία-κόσμος. Αν χρειάστηκε το εθνικό κράτος, ήταν για να εδαφικοποιήσει την κυριαρχία του. Στον νεοφιλελευθερισμό αυτό δεν είναι πια απαραίτητο. Φυσικά το έθνος-κράτος είναι πάντα εκεί –υποταγμένο όμως στο κεφάλαιο.

Πέρα όμως από την ανάλυση για τον ορντο-φιλελευθερισμό, ο Φουκώ έχει μια άποψη για τη διακυβέρνηση στην οποία έχω ασκήσει κριτική. Ο ίδιος βλέπει τον πόλεμο ως υπόδειγμα για την πολιτική, πράγμα που μου φαίνεται ενδιαφέρον. Αυτή η προσέγγιση, όμως, χάνεται όταν αντιλαμβάνεται τον νεοφιλελευθερισμό ως σύστημα που αυτορρυθμίζεται και αυτοκυβερνάται. Η σύγχρονη διακυβέρνηση είναι μια διακυβέρνηση που αποφασίζει: μια αυταρχική, συγκεντρωτική διακυβέρνηση. Η εξουσία δεν συγκεντρώνεται πια γύρω από το κράτος, αλλά γύρω από τους υπερεθνικούς οργανισμούς –τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς. Το κράτος γίνεται εργαλείο για την εφαρμογή πολιτικών που δεν αποφάσισε το ίδιο.


-Αν όμως το κράτος δεν αποφασίζει, ποιο θα ήταν το αντικείμενο μιας στρατηγικής της Αριστεράς σήμερα; Και ποια τύχη μπορεί να έχει μια αριστερή κυβέρνηση σε ένα τέτοιο κράτος;

Δεν υποστηρίζω ότι το κράτος δεν αποφασίζει. Λέω ότι το κράτος είναι μέρος της καπιταλιστικής μηχανής –άρα ότι πρέπει να δούμε τα πράγματα στην πολυπλοκότητά τους. Δεν είναι δυνατό να επιστρέψουμε στο κλειστό κράτος του φορντισμού, όπου οι βασικές οικονομικές πολιτικές ήταν κρατικές πολιτικές.

Το ελληνικό είναι το κατεξοχήν παράδειγμα: η νέα κυβέρνηση δυσκολεύεται να υλοποιήσει την πολιτική για την οποία εκλέχτηκε, γιατί η διεθνής χρηματοπιστωτική δομή την περιορίζει. Το ίδιο όμως ισχύει και για το ιταλικό, το γαλλικό ακόμα και το γερμανικό κράτος.


-Καθώς η κρίση βαθαίνει, η συνταγή που εξακολουθεί να προτείνει ο νεοφιλελεύθερος λόγος για τη διέξοδο είναι η ενθάρρυνση της καινοτομίας και η νεανική επιχειρηματικότητα ιδίως στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης (εταιρείες start-up κ.λπ). Θεωρείτε ότι η τάση αυτή επικυρώνει τις αναλύσεις σας για την άνοδο της διανοητικοποιμένης/«άυλης» εργασίας;

Ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που επεξεργάστηκαν την έννοια της άυλης εργασίας πριν από είκοσι χρόνια. Δεν πιστεύω πια στην εγκυρότητά της –ούτε και νομίζω ότι αυτή είναι η διέξοδος από την κρίση. Είμαστε σε κρίση από τη δεκαετία του 1970: αυτό που αλλάζει είναι η έντασή της.

Όταν αναφερόμαστε στην κρίση, μιλάμε για κρίση των ταξικών κοινωνικών σχέσεων. Χωρίς να μεταβληθούν ριζικά οι σχέσεις αυτές, δεν αρκεί μια καινοτομία για να οδηγήσει στη διέξοδο. Η διαχείριση της κρίσης κινήθηκε μέχρι σήμερα στον αντίποδα: στην εμβάθυνση δηλαδή των κοινωνικών ανισοτήτων.

Δεν υπάρχει ορατή διέξοδος, γι’ αυτό και σήμερα ζούμε το βάθεμα της κρίσης και τη συρρίκνωση ακόμα και της εναπομείνασας δημοκρατίας. Δείτε το παράδειγμα των ΗΠΑ. Για μήνες ξόδευαν δισεκατομμύρια δολάρια, αλλά η κρίση δεν ξεπεράστηκε. Σ’ αυτή τη ρευστή κατάσταση, με ρυθμούς ανάπτυξης που μετά βίας φτάνουν το 0,1-1,3%, το ενδεχόμενο ενός Grexit τους δημιουργεί φόβο. Δείτε από την άλλη πώς ξεπεράστηκε η κρίση του 1929: άλλαξε δραστικά ο ταξικός συσχετισμός.


-«Ή αυτοί ή εμείς», λοιπόν.

Ακριβώς. Και, για την ώρα, εμείς έχουμε το πρόβλημα.


-Μια τελευταία ερώτηση: Στη θεωρητική παράδοση της Αυτονομίας και της μετα-Αυτονομίας, σημείο εκκίνησης κάθε ανάλυσης είναι ο τόπος που παράγεται η αξία. Με την κρίση να έχει θέσει εκτός παραγωγικής διαδικασίας εκατομμύρια εργαζόμενους, και τη φτώχεια να έχει μπλοκάρει την παραγωγή αξίας στη «βιομηχανία» του ελεύθερου χρόνου, τι μπορεί να μας προσφέρει σήμερα αυτή η μέθοδος;

Καταρχάς δεν υπάρχει ελεύθερος χρόνος. Ο πρόεδρος της γαλλικής δημόσιας τηλεόρασης το είχε πει ωραία: «Τι πουλάει κάποιος που δουλεύει για την τηλεόραση; Πουλάει στις διαφημιζόμενες εταιρείες το χρόνο που διαθέτει κάποιος για να δει διαφημίσεις».

Οι αναλύσεις αυτές της Αυτονομίας και της μετα-Αυτονομίας περί γνωσιακού καπιταλισμού δεν καταφέρνουν να συλλάβουν την πολλαπλότητα των κοινωνικών σχέσεων, πάνω στην οποία δομείται ο καπιταλισμός. Το όριο λοιπόν του μετα-εργατισμού είναι αυτός ο περιοριστικός τρόπος ανάλυσης με βάση τον οποίο θέτει ως κεντρική τη φιγούρα του γνωσιακού εργάτη, όπως παλιότερα συνέβαινε με τον φορντικό εργάτη.

Να το εξηγήσω με ένα παράδειγμα από τη Γαλλία: οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες έκαναν σκληρούς αγώνες, δεν αυτοπροσδιορίστηκαν όμως ποτέ ως άυλοι εργαζόμενοι. Είπαν «εμείς είμαστε επισφαλώς εργαζόμενοι και θέλουμε να ενωθούμε με τους ανέργους και τους άλλους πρεκάριους». Η έννοια της «νέας δουλείας» (neoschiavitù) μου φαίνεται πιο γόνιμη, καθώς αναφέρεται σε περισσότερες κατηγορίες -- περιλαμβάνει ας πούμε και τις «συμβάσεις μηδενικών ωρών» [2] και πολλές ακόμα κατηγορίες που σήμερα υφίστανται αυτή την απίστευτη εκμετάλλευση.


Ευχαριστούμε θερμά για τη βοήθειά τους τον Σωτήρη Κοσκολέτο και την Ειρήνη Βλάχου.
_________________

[1] Ο Κέυνς έγραφε, για την ακρίβεια: «Είναι χειρότερο να προκαλέσουμε ανεργία μέσω του αποπληθωρισμού σε έναν κόσμο που ήδη υποφέρει από τη φτώχεια, από το να δυσαρεστήσουμε τον ραντιέρη που ζει από τους τόκους».

[2] Zero-hour contract: Τύπος σύμβασης εργασίας που επιβλήθηκε λίγο μετά την κρίση, αρχικά στη Βρετανία. Προβλέπει την υποχρέωση του εργαζόμενου να βρίσκεται διαρκώς επί ποδός (on call), και να μεταβάλει το ωράριο εργασίας του σύμφωνα με τις απαιτήσεις -από τη μηδενική απασχόληση ως την πλήρη διαθεσιμότητα. Παρά τη διαρκή διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αμείβεται μόνο για τις ώρες που δούλεψε πραγματικά.


Πηγή Red NoteBook

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Υπόθεση Ρίμαν: Η εμμονή με τους πρώτους αριθμούς


του Χρήστου Λάσκου


JOHN DERBYSHIRE, Υπόθεση Ρίμαν: Η εμμονή με τους πρώτους αριθμούς, μετάφραση: Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδόσεις Τραυλός, σελ. 548

Η ίδια η αφαιρετική απλότητα των ιδεών των μαθηματικών ακυρώνει τη γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εκφράσει ευκολότερα τις περίπλοκες ιδέες. Η πρόταση «μια φάλαινα είναι μεγάλη» αντιπροσωπεύει τη γλώσσα στην καλύτερη μορφή της, περιγράφει απλά ένα περίπλοκο γεγονός. Αντιθέτως, η βαθιά ανάλυση της φράσης «ο ένα είναι αριθμός» οδηγεί, από γλωσσική άποψη, σε μια απαράδεκτη απεραντολογία.
-Γουάιτχεντ - Ράσελ


Η μυστηριώδης συνάρτηση ζ(σ)

Το παράθεμα που προηγείται θέλει να πει πως, αν κάτι κάνει τα μαθηματικά αληθινά «δύσκολα» αυτό δεν είναι η πολυπλοκότητά τους, αλλά, ακριβώς αντίθετα, η εξαιρετική τους απλότητα. Πραγματικά, τι απλούστερο από το γεγονός (!) πως «ο ένα είναι αριθμός»; Κι όμως δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο δύσκολα ορίζεται η έννοια του αριθμού.

Το βιβλίο του Ντερμπισάιρ μας δίνει, με μοναδικό τρόπο, τη δυνατότητα να κατανοήσουμε αυτήν την «περιπλοκή της απλότητας» και, επιπλέον, αν έχουμε την θέληση για σοβαρή ενασχόληση, την ευκαιρία να μάθουμε σπουδαία μαθηματικά. Με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Μπέρνχαρντ Ρίμαν (1826-1866), ο οποίος, εκτός των άλλων, αποτελεί ένα είδος γέφυρας μεταξύ δύο καθοριστικών μορφών της επιστήμης: του Καρλ Φρίντριχ Γκάους και του Αλβέρτου Αϊνστάιν. Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του τελευταίου θα ήταν απολύτως αδύνατο να διατυπωθεί χωρίς την εκπληκτική εργασία του Ρίμαν σχετικά με τη μη-Ευκλείδεια γεωμετρία, χάρη στην οποία έγινε δυνατό να αντιληφθούμε το Σύμπαν και το χωροχρόνο, όχι ως «επίπεδες», αλλά ως «καμπύλες» πολλαπλότητες [Που σημαίνει πως αν στείλουμε μια φωτεινή ακτίνα προς την «άκρη του Σύμπαντος» είναι πολύ λογικό να περιμένουμε, αν της δοθεί ο κατάλληλος χρόνος, να επιστρέψει «πετυχαίνοντάς μας από πίσω»]. Η εργασία του Ρίμαν, με τη σειρά της έγινε δυνατή, χάρη στην «εφεύρεση» της Διαφορικής Γεωμετρίας από το δάσκαλό του Γκάους.

«Ο Γκάους καταγόταν από πολύ ταπεινή οικογένεια. Ο παππούς του ήταν ένας άκληρος χωρικός∙ ο πατέρας του αργαζόταν για το μεροκάματο, πότε ως κηπουρός και πότε ως χτίστης. Ο Γκάους φοίτησε σ' ένα φτωχό συνοικιακό σχολείο. Ένα ονομαστό περιστατικό που αφορά τη φοίτησή του εκεί έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι πραγματικό, παρά άλλες ανάλογες ιστορίες που αναφέρονται. Μια μέρα, ο δάσκαλός του, θέλοντας να εξασφαλίσει μισή ώρα ησυχίας, ανέθεσε στα παιδιά να προσθέσουν τους πρώτους 100 αριθμούς. Σχεδόν αμέσως, ο Γκάους ακούμπησε την πλάκα του πάνω στην έδρα, λέγοντας «Ligget se!», που στην τοπική διάλεκτο [του Μπράουνσβαϊγκ] της εποχής σήμαινε «ορίστε!». Ο Γκάους είχε από μνήμης αραδιάσει οριζοντίως τους αριθμούς (1,2,3, ..., 100) και από κάτω, με την αντίστροφη σειρά (100, 99,98, ..., 1) και στη συνέχεια είχε προσθέσει τις δύο σειρές κατακόρυφα (101,101,101, ..., 101). Εμφανίστηκε έτσι 100 φορές το 101, και αφού όλοι οι αριθμοί είχαν γραφτεί από δύο φορές, η ζητούμενη λύση ήταν το μισό του αθροίσματος: 50 φορές το 101, δηλαδή 5050. Είναι εύκολο όταν το ξέρεις, δεν είναι όμως μια μέθοδος που θα μπορούσε μόνος του να επινοήσει ο μέσος δεκάχρονος μαθητής∙ θα έλεγα, μάλιστα, ούτε καν ο μέσος τριαντάχρονος» (σελ. 76).

Ο Γκάους αναγνωρίζεται από πάρα πολλούς ως ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των εποχών, με τεράστιο έργο σε έναν ασύλληπτο αριθμό διαφορετικών κλάδων των μαθηματικών, αλλά και της μαθηματικής φυσικής[1]. Το οποίο, μάλιστα, έργο είναι ακόμη μεγαλύτερο από αυτό που ξέρουμε στο μέτρο που δημοσίευε πολύ λιγότερα απ' όσα έγραφε και παρουσίαζε πολύ λιγότερα από όσα ανακάλυπτε. Ο λόγος; Όπως σημειώνει ο Ντερμπισάιρ, «[α]υτή η φαινομενική του αμέλεια οφειλόταν, πιθανότατα, σε δύο αιτίες. Η μία είναι η παντελής έλλειψη φιλοδοξιών. Ο Γκάους, ένας ήρεμος, αυτάρκης και λιτός άνθρωπος, ο οποίος μεγάλωσε χωρίς υλικά αγαθά και που μάλλον ποτέ δεν αναζήτησε, δεν αισθανόταν την ανάγκη της επιβράβευσης από οποιονδήποτε, ούτε επιζητούσε κοινωνική άνοδο» (σελ. 81).

Ο Ρίμαν, ως προς την ταπεινότητα, ήταν φτιαγμένος με τα ίδια υλικά, όπως και ο δάσκαλός του -όπως, επίσης, και ο Αϊνστάιν. Αν αυτό συνδέεται και με το είδος των μαθηματικών προβλημάτων που τον απασχολούσαν είναι δύσκολο να διερευνηθεί.

Το σίγουρο, πάντως, είναι πως σε μια, ακόμη, από τις μεγάλες του συνεισφορές, την Αναλυτική Θεωρία Αριθμών, που προκύπτει από τη μίξη της Θεωρίας Αριθμών με τον Απειροστικό Λογισμό, ακολούθησε τις ενδείξεις του Γκάους.

Η παρουσίαση αυτού του επεισοδίου έγινε στο Βερολίνο τον Αύγουστο του 1859. Ο Μπέρνχαρντ Ρίμαν γίνεται αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας - εξαιρετική τιμή για έναν τόσο νέο και άσημο μαθηματικό, μόλις 32 ετών. Έχει υποβάλλει μια εργασία, που έμελλε να γίνει διάσημη. Σε αυτήν ασχολήθηκε με το -φλέγον στην εποχή του- πρόβλημα σχετικά με το «πόσοι Πρώτοι Αριθμοί υπάρχουν μικρότεροι από ένα δεδομένο αριθμό». Και ισχυρίστηκε πως είχε αποδείξει μια πρόταση -τη μετέπειτα γνωστή ως Υπόθεση Ρίμαν- βάσει της οποίας το προηγούμενο πρόβλημα όχι μόνον είχε απαντηθεί, αλλά προέκυπτε και ο γενικός τύπος παραγωγής Πρώτων Αριθμών. Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά.

* * *

Προφανώς, θεωρούμε πως οι απλούστεροι των αριθμών δεν μπορεί παρά να είναι οι θετικοί ακέραιοι. Πράγματι, αυτοί είναι οι αριθμοί που όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στη ζωή τους καθημερινά. Πώς θα μπορούσαν να συγκριθούν ως προς τη δυσκολία χρήσης τους με τα κλάσματα, τους δεκαδικούς, τους άρρητους με τα άπειρα και μη επαναλαμβανόμενα δεκαδικά ψηφία; Ή, ακόμη περισσότερο, τους υπερβατικούς ή τους μιγαδικούς;

Κι όμως, αυτοί οι απλούστατοι θετικοί ακέραιοι εμπλέκονται σε κάποια από τα δυσκολότερα ερωτήματα των μαθηματικών, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός πως ένας ολόκληρος κλάδος, η Θεωρία Αριθμών, ασχολείται αποκλειστικά μαζί τους. Προνομιακή, επιπλέον θέση, στην Θεωρία Αριθμών κατέχουν οι Πρώτοι Αριθμοί. Πρώτοι Αριθμοί είναι όσοι διαιρούνται αποκλειστικά και μόνο από τη μονάδα και τον εαυτό τους. Έτσι, ο αριθμός 8 δεν είναι πρώτος μια και, εκτός του 1 και του 8, διαιρέτες του είναι και οι αριθμοί 2 και 4. Αντίθετα, ο 7 είναι πρώτος στο μέτρο που διαιρείται μόνο από το 1 και το 7. Όπως επίσης, π.χ. ο 11. Ή ο 89. Ή ο 113... Και, όπως εύκολα αποδεικνύεται, άπειροι ακόμη τέτοιοι. Ο Ρίμαν, λοιπόν, στην περίφημη εργασία του υποστήριξε πως είχε βρει έναν τρόπο υπολογισμού των Πρώτων Αριθμών, που είναι μικρότεροι από ένα δεδομένο αριθμό[2]. Και ξεκίνησε την ιστορία που αφηγείται το βιβλίο του Ντερμπισάιρ.

* * *

Το σωτήριο έτος 1900, ο Ντέιβιντ Χίλμπερτ, σε ένα παγκόσμιο συνέδριο μαθηματικών, που έμεινε στην ιστορία ακριβώς γι' αυτό το λόγο, παρουσίασε τα 23 σημαντικότερα προβλήματα των μαθηματικών, από την επίλυση των οποίων θα εξαρτιόταν η ίδια η πορεία της επιστήμης στο μέλλον[3]. 28 χρόνια μετά, κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό, ταξινόμησε κατά αύξουσα σειρά δυσκολίας τα τρία «χειρότερα», ως εξής:

1.Η Υπόθεση του Ρίμαν, 2. Το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά, 3. «Το 7ο» στην αρχική λίστα του 1900, που υποστήριζε περίπου (;) πως «αν α και β είναι αλγεβρικοί αριθμοί τότε ο αβ είναι υπερβατικός». Το 3ο από αυτά, που ταξινομούσε ως το δυσκολότερο, αποδείχτηκε λιγότερο από δέκα χρόνια μετά. Το 2ο περίμενε τον Άντριου Γουάιλς ως το 1995[4].

Η Υπόθεση του Ρίμαν είναι ακόμη εδώ αναπόδεικτη, κρατώντας το μυστήριο ενεργό.

Ήρθε η στιγμή να δοθεί η διατύπωση της: "Όλες οι μη τετριμμένες ρίζες της συνάρτησης ζ έχουν πραγματικό μέρος ίσο με 1/2". Η συνάρτηση έχει την αναλυτική μορφή ζ(σ) = 1 + 1/2σ + 1/3σ + 1/4σ + ... Η απόδειξη αυτής της πρότασης ίσως αποτελεί το δυσκολότερο πρόβλημα των μαθηματικών. Σίγουρα, πάντως, φαίνεται να είναι πολύ μακριά από τις σημερινές μας δυνατότητες.

Ο Ρίμαν πέθανε το 1866, λίγα χρόνια μετά από τη διατύπωση της Υπόθεσής του. Η σπιτονοικοκυρά του έκαψε όλα τα προσωπικά του χαρτιά και κανείς δεν έμαθε ποτέ αν την είχε όντως αποδείξει. Στην προσπάθεια που ακολούθησε για την απόδειξή της επί 150 χρόνια, αναπτύχθηκαν καινούργιες μεγάλες περιοχές όχι μόνο των μαθηματικών, αλλά και της φυσικής. Σήμερα οι θεωρητικοί των στοιχειωδών σωματιδίων επιχειρούν να κατανοήσουν την συμπεριφορά των δομικών συστατικών του κόσμου με βάση την κατανομή των πρώτων αριθμών. Και υπάρχει η εύλογη αίσθηση πως αυτή η περιοχή έρευνας κρύβει απαντήσεις σε ποικίλα επιστημονικά ερωτήματα, που κατ' αρχήν φαίνονται απολύτως άσχετα. Φαίνεται πως ο Ρίμαν ανακάλυψε έναν εντελώς ανεκτίμητο θησαυρό. Και το βιβλίο τού Ντερμπισάιρ είναι ένας μοναδικός οδηγός, για να το αντιληφθούμε.

---------------------------------------
1. Βλ. M.B.W. Tent, Καρλ Φρίντριχ Γκάους - Ο Πρίγκιπας των Μαθηματικών, Τραυλός, 2006

2. Για τους οποίους ήταν γνωστό το Θεώρημα των Πρώτων Αριθμών, σύμφωνα με το οποίο π(Ν) ≈ Ν/logN, όπου Ν ο αριθμός τους μικρότερους Πρώτους του οποίου αναζητούμε.

3. Jeremy J. Gray, Η πρόκληση του Hilbert, Αλεξάνδρεια, 2007

4. Amir D. Aczel, Πώς ο A. Wiles έλυσε το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά, Τροχαλία, 1998


Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

''Σοσιαλισμός'' και ''Μεταμοντερνισμός'': Θέσεις για την περίπλοκη Διαλεκτική τους


του Ονειρμάρξ


Καταγράφω παρακάτω κάποιες σκέψεις, θεωρώντας τις κρατούσες αντιλήψεις πάνω στο θέμα ελάχιστα χρήσιμες, και τους συνήθεις διαλόγους ανάμεσα σε ''μαρξιστές'' και ''μεταμοντέρνους'' (με σαφή προτίμησή μου για τους πρώτους) ως διαλόγους κουφών. 


1. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ήταν η κοινωνικοιστορικά καθορισμένη ενεργοποίηση της μαρξιστικής ιδέας για τον κομμουνισμό (και όχι κάποια στρέβλωση ή προδοσία μιας Ιδέας που για να την κρίνουμε δεν λαμβάνουμε καθόλου υπόψη την ιστορική της πραγματικότητα), ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' τί ήταν; Υποστηρίζω πως δεν ήταν η ''κυρίαρχη τάση'' της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας αλλά η αστική ιδεολογική ερμηνεία αυτής της κυρίαρχης τάσης, που ανέδειξε ορισμένες δυνατότητες ερμηνείας του έργου των ''μεταμοντέρνων'' έναντι άλλων που τις απέκλεισε. Στο βαθμό που οι λεγόμενοι ''μεταμοντέρνοι'' προσχώρησαν στην κυρίαρχη ιδεολογία, υιοθέτησαν οι ίδιοι την κυρίαρχη ερμηνεία του έργου τους ως ''μεταμοντέρνου''. Ως γνωστόν, όμως, το έργο του συγγραφέα δεν ανάγεται στις προθέσεις του, και έχει μια κοινωνικοϊστορική δυναμική που τον υπερβαίνει. Έτσι λοιπόν, μολονότι η ''μεταμοντέρνα'' ερμηνεία της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας δεν είναι η μόνη δυνατή, ήταν η κοινωνικοϊστορικά αναγκαία για τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου του δυτικού καπιταλισμού ενάντια στον ''υπαρκτό σοσιαλισμό'', και συνοδεύτηκε από την παράλληλη ανάδυση του λεγόμενου ''νεοφιλελευθερισμού''. Μεταμοντερνισμός και νεοφιλελευθερισμός ήταν, εκ των πραγμάτων, δύο καρφιά στον τάφο της ΕΣΣΔ, που πάτησαν σε υπαρκτές της αδυναμίες και εξαναγκασμούς. Ωστόσο σήμερα, σε μια άλλη ιστορική εποχή και ένα άλλο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, είναι δυνατή μια επανερμηνεία του λεγόμενου ''μεταμοντερνισμού'' που δεν θα υπάγεται σε ψυχροπολεμικές ανάγκες, μολονότι ο ''πόλεμος κατά της τρομοκρατίας'' τείνει να επανακατοχυρώσει τη χρήση του ''μεταμοντέρνου'' από την κυρίαρχη δυτικοκαπιταλιστική τάξη ενάντια στους νέους ''φονταμενταλισμούς'' και τους ''νέους ολοκληρωτισμούς''. Κονδύλια και κατευθυνόμενα ερευνητικά προγράμματα από το αστικό κράτος, αλλά και μονολιθικά ιδεολογήματα, σε μορφή εξαρτημένων αντανακλαστικών, για τη φύση του ''μοντέρνου'', της ''νεωτερικότητας'' και των ''μεγάλων αφηγήσεων'', καθώς και η αδυναμία των μαρξιστών να κατανοήσουν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και της αστικής θεωρίας του 20ού αιώνα, συντελούν στην αναπαραγωγή άγονων αντιπαραθέσεων και στον αποπροσανατολισμό της κουβέντας για τη σχέση του μεταμοντερνισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, και ευρύτερα με την επαναστατική θεωρία και πρακτική.

2. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ιεράρχησε ως κυρίαρχη την αντίθεση (ιδιωτικού) κεφαλαίου-(κοινωνικής) εργασίας, ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' ασχολήθηκε με τις αντιθέσεις που, από μαρξιστική σκοπιά, μπορούν να θεωρηθούν ''δευτερεύουσες''. Όμως, κατά τη μαρξιστική θεωρία, η αρχή της επίλυσης της ''βασικής αντίθεσης'' κεφαλαίου-εργασίας σε μια πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα έπρεπε να σήμαινε πως, όσο προχωρά η συγκεκριμένη διαδικασία, τόσο περισσότερο οι ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' γίνονται ''πρωτεύουσες''. Για παράδειγμα, όσο προχωρά αυτή διαδικασία που βαίνει πέρα από τον καπιταλισμό, τόσο περισσότερο, πάντα κατά τη μαρξιστική αντίληψη, θα πρέπει η κοινωνία να επιλύει τον ανταγωνισμό ανθρώπου-φύσης, τον έμφυλο ανταγωνισμό, τον ανταγωνισμό του (υπερ)Εγώ με το ασυνείδητό του και του ατόμου με την οικογένειά του, τον ανταγωνισμό του Κράτους με την κοινωνία και του έθνους με τα άλλα έθνη, κ.ο.κ. Με βάση τα παραπάνω, όμως, ο μαρξισμός θα έπρεπε να παραδέχεται ότι όσο προχωρά η ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', τόσο πιο χρήσιμος γίνεται ο μεταμοντερνισμός, ακριβώς γιατί όσο επιλύεται η ''βασική αντίθεση'' κεφαλαίου-εργασίας τόσο οι ''δευτερεύουσες'' αντιθέσεις που θεματοποιεί ο ''μεταμοντερνισμός'' έρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας ως εκείνες που πρέπει να επιλυθούν.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι από μια συνεπή ''μαρξιστική'' σκοπιά, ο ''μεταμοντερνισμός'' φαίνεται αντεπαναστατικός πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση, αφού αποπροσανατολίζει από την κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, και επαναστατικός, ή καλύτερα πιο επαναστατικός (ένα από τα εργαλεία επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων) μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ή ορθότερα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του ''μεταμοντερνισμού'' είναι ευθέως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Και, αντίστροφα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του κλασικού μαρξισμού είναι αντιστρόφως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, καθώς, όσο προσεγγίζουμε τον κομμουνισμό, τόσο απομακρυνόμαστε από το καπιταλιστικό παρελθόν, του οποίου ο κλασικός μαρξισμός αποτέλεσε τη συνεπέστερη κριτική-άλλωστε, ο κλασικός μαρξισμός, μην έχοντας και την εμπειρία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ελάχιστα είπε και ελάχιστα θα μπορούσε να πει για τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', γεγονός που αναγνωρίστηκε από τον Λένιν και όλους τους άλλους βασικούς πρωταγωνιστές των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, γεγονός που επίσης έγινε αντιληπτό όταν τέθηκαν επί τάπητος δύσκολα ζητήματα όπως το αν υπάρχει μια ''πολιτική οικονομία'' του σοσιαλισμού, πώς απονεκρώνεται το Κράτος, κ.α.
  
Για να δώσουμε μερικά απτά παραδείγματα, σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' και πχ η ''αποδόμηση'' του Derrida ή η ψυχανάλυση του Lacan (αν όλοι αυτοί αποκληθούν ''μεταμοντέρνοι'') για τη ''προσωπολατρία'', τη ''μητέρα ΕΣΣΔ'', τον ''πατερούλη'' αλλά και την επιθυμητική διάσταση όλων των νέων ''δυϊσμών'' (π.χ κομματικός-μη κομματικός, πιστός) που δομούσαν τη σοβιετική εξουσία, και των ορίων τους.  Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' π.χ ο Foucault (αν θεωρηθεί ''μεταμοντέρνος'') για το Κράτος, τις νέες μορφές επιτήρησης και τιμωρίας αλλά και τις παλιές που διατηρήθηκαν, αλλά και όλες εκείνες τις ''μικροεξουσίες'' που εξακολουθούσαν να δρουν στην ΕΣΣΔ, αθέατες στα μάτια των περισσότερων μαρξιστών. Πολλά θα μπορούσαν να πουν οι Deleuze-Guattari για τη ''πατρίδα του σοσιαλισμού'', τους νέους κώδικες, τους παρανοϊκούς σχηματισμούς και τις σχιζοφρενοποιήσεις που έφερε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Και είναι αλήθεια, πως όλοι οι παραπάνω, κάτι είπαν για την ΕΣΣΔ (για παράδειγμα, ο Foucault για τις φυλακές, οι Deleuze-Guattari για τον ''δημοκρατικό συγκεντρωτισμό'', κ.α).

3. Η ικανότητα του ''μεταμοντερνισμού'' να αναλύει οτιδήποτε άλλο εκτός από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, σε συνδυασμό με την ήττα των επαναστατικών δυνατοτήτων στη Δύση (κυρίως σε Γερμανία και Ιταλία) και τη νίκη του Κεφαλαίου, ήταν εκείνη που μετέτρεψε τον ''μεταμοντερνισμό'' σε φοβερά αποτελεσματικό όπλο κριτικής απέναντι στην ΕΣΣΔ, και ταυτόχρονα ως μέσο απόκρυψης ή υποβάθμισης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, σε έναν κόσμο όπου όλο και περισσότερο κυριαρχεί το χρήμα και η επιδίωξη του κέρδους. Ή μάλλον, ακριβώς η ήττα των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στη Δύση ήταν εκείνη που επέτρεψε, σαν ανεστραμμένο είδωλο της σοβιετικής ''Ανατολής'', να αναπτυχθεί ιστορικά μια κριτική όλων των πλευρών της εξουσιαστικής κοινωνικής ζωής με εξαίρεση τη κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα λοιπόν εξηγεί το σημείο 1 και τη κυρίαρχη ψυχροπολεμική ερμηνεία της γαλλικής φιλοσοφικής παράδοσης ως ''μεταμοντέρνας'' από την κυρίαρχη τάξη αλλά και τις εμφάσεις των ίδιων των ''μεταμοντέρνων'', στο βαθμό που δεν κράτησαν τις απαραίτητες από τον καπιταλισμό αποστάσεις, καταλήγοντας ουσιαστικά να τον προτιμήσουν έναντι της ΕΣΣΔ-όπως και ο περισσότερος κόσμος, όταν ο καπιταλισμός έγινε, κυρίως καταναλωτικά, πιο επιθυμητός. Ο ''μεταμοντερνισμός'' συμβόλισε τον δυναμισμό ενός μετα-βιομηχανικού, άρα και μετα-νεωτερικού μέλλοντος απεριόριστων καταναλωτικών επιθυμιών, ενώ η ΕΣΣΔ την απολίθωση του νεωτερικού παρελθόντος και των κοινωνικών αναγκών του μέσα στο παρόν. Μόνο που ο ''μεταμοντερνισμός, ως όπλο κριτικής και αν πάψει να είναι ''μεταμοντερνισμός'' αλλά το σύνολο των αναλυτικών εργαλείων που μας έδωσαν οι ''μεταμοντέρνοι'', μπορεί δομικά να στραφεί ενάντια σε κάθε είδους κρατική δομή και δυϊστική ταξινόμηση ενός κώδικα εξουσίας, άρα και ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αν συναρθρωθεί με μια κριτική προς την κεφαλαιοκρατία πολιτική οικονομία και με μια σφαιρική, πλανητική αντίληψη, η οποία έχει καταστεί δομικά εφικτή στην εποχή της καπιταλιστικής ''παγκοσμιοποίησης''. Άλλωστε, ο μετα-μοντερνισμός δεν ήταν παρά μια μεταβατική μορφή, η θεωρητική έκφραση μιας μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού (και κριτική προς αυτό, άρα κριτική πρωτίστως ενάντια στην ΕΣΣΔ και δευτερευόντως ενάντια στη κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση του καπιταλισμού), προς το σημερινό στάδιο ανάπτυξης, ολοκλήρωσης και κρίσης του καπιταλισμού. 

4. Η διαλεκτική ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και θεωρητικού ''μεταμοντερνισμού'', λοιπόν, αν σε πρώτο επίπεδο είναι μια διαλεκτική αντίθεση της ''οικονομικής βάσης'' (κεφάλαιο-εργασία) και του ''εποικοδομήματος'' (μη ''οικονομικές'' σφαίρες εξουσίας και κοινωνικού βίου), σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι αντανακλασμένη η διαλεκτική αντίθεση του Ψυχρού Πολέμου, όπου στην ΕΣΣΔ αποδίδεται ο ρόλος του παρελθόντος βιομηχανικού-νεωτερικού και στον δυτικό καπιταλισμό ο ρόλος του μέλλοντος-μεταβιομηχανικού/μετανεωτερικού. Σε ένα τρίτο επίπεδο, άρα, εκφράζει σε μεταβατική μορφή την αντίθεση κρατικομονοπωλιακού-ολοκληρωτικού καπιταλισμού (παρελθόντος και μέλλοντος παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος). Όμως, εκτός από το επίπεδο της αντίθεσης, υπάρχει και το επίπεδο της αντίφασης ή του παραδόξου, όπου οι δύο πόλοι αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοαναιρούνται αλληλοεισδύοντας ο ένας στον άλλο. Ο ''μεταμοντερνισμός'', σε μεγάλο βαθμό, ξεπήδησε από το ''πνεύμα του Γαλλικού Μάη'' και εξέφρασε την ιστορική αναγκαιότητα, που επεσήμαναν τόσο ο Μάο όσο και ο Λένιν, μιας πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης μέσα στον σοσιαλισμό, μιας ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', μια επανάσταση στο ''εποικοδόμημα'' και όχι μόνο στην οικονομική ''βάση''. Δεν είναι τυχαίο πόσο ο ''μαοϊσμός'' (σύμβολο της πολιτισμικής επανάστασης), όσο και ο ''τροτσκισμός'' (σύμβολο της πολιτικής επανάστασης), αποτέλεσαν δύο κριτικές προς την ΕΣΣΔ που προέκυψαν με ιστορικά αναγκαίο τρόπο από τις αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και της ''σοσιαλιστικής οικοδόμησης'', αντιφάσεις τις οποίες είχε εύστοχα επισημάνει και η δυτική-καπιταλιστική κριτική στην ΕΣΣΔ (βλ. και τη δημοφιλία της πρώιμης κριτικής της Λούξεμπουργκ στους μπολσεβίκους, την οικειοποίηση των γραπτών του Γκράμσι από τον ευρωκομμουνισμό, κ.α). Για το λόγο αυτό, μαοισμός και τροτσκισμός, υπό μία ορισμένη ερμηνεία τους από τον δυτικό καπιταλισμό (όπως συνέβη με τον ''μεταμοντερνισμό''), έγιναν ρεύματα συμβατά με την καπιταλιστική αναπαραγωγή, όχι συνολικά αλλά τμηματικά, σε ορισμένες πλευρές τους που συγκρατούσε αυτή η ερμηνεία. Έτσι, τον Τρότσκυ μπορούσαν να τον επικαλούνται, όπως και τον Μάο, ενάντια στην ΕΣΣΔ, με τρόπο πάντως λιγότερο χυδαίο σε σχέση με τη διαρκή επίκληση του Λένιν και του λενινισμού της ''άμεσης τακτικής Αριστερής Κυβέρνησης'' του σήμερα. Ο Τρότσκυ ήταν η ''εσωτερική αντιπολίτευση'', την οποία μπορούσε να αξιοποιήσει ο δυτικός καπιταλισμός, ανεξαρτήτως του δικαίου ή του αδίκου της, για να απονομιμοποιήσει το σοβιετικό κράτος που μπλόκαρε τις επενδυτικές ροές του κεφαλαίου και υποσχόταν ένα καλύτερο μέλλον για την εργατική τάξη, την ωθούσε σε μεγαλύτερες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις κ.α. Ο Μάο ''μεταμοντερνοποιήθηκε'', αφού η έμφασή του στην ''πολιτιστική επανάσταση'' και το Μεγάλο Άλμα της κριτικής του στον οικονομισμό και την μονολιθική σύλληψη της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, επέτρεπε μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του κέντρου βάρους της κριτικής αναζήτησης, ιδίως της νεολαίας, από τον αντικαπιταλισμού στην πολιτισμική κριτική, στις ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' κ.ο.κ. Ο επονομαζόμενος ''δυτικός μαρξισμός'' ήταν μια απάντηση στις πρώτες τέτοιου τύπου κριτικές που ασκήθηκαν, πολύ πριν τον γαλλικό Μάη (βλ. χαρακτηριστικά την Σχολή της Φρανκφούρτης), και μια προσπάθεια αφομοίωσης της κριτικής προς την ΕΣΣΔ, ενώ ο ''μεταμαρξισμός'' ήταν η μεταμοντερνοποίηση του ίδιου του μαρξισμού.
  
Σημασία έχει πως η ιστορική αναγκαιότητα μιας ''πολιτικής'' και μιας ''πολιτιστικής'' επανάστασης, εκτός από την επανάσταση στην ''οικονομία'' (κεφάλαιο-εργασία), γεννήθηκε μέσα στη διαδικασία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και έτσι, παραδόξως, ο ''μεταμοντερνισμός'' αποτελεί, μέσα από διάφορες διαμεσολαβήσεις, κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'', όπως κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' αποτελεί ο γαλλικός Μάης, η Ιταλία του 1970, η Ουγγαρία, τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα σοσιαλιστικής κατεύθυνσης κ.α. Γιατί, τελικά, η διαλεκτική (υπαρκτού) σοσιαλισμού και μαρξιστικής θεωρίας-δυτικού καπιταλισμού και θεωρητικού μεταμοντερνισμού, στα διάφορα επίπεδά της, δεν ήταν παρά μια διαλεκτική αυτοαναφορά και αυτοεκδίπλωση της Ιστορίας και του κομμουνισμού ως δυνατότητας (ή της παγκόσμιας κοινοπολιτείας ως δυνατότητας), ως ''κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων''. Και αν αυτό μοιάζει ιδεαλιστικό, και πολύ νεωτερικό, ας το πούμε, οντολογικά, ''Αποδόμηση εν δράσει'', με τον τρόπο του, υπεράνω πάσης υποψίας....Derrida:


5. Η θέση μου, λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής; οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις γέννησαν την αναγκαιότητα μιας πολιτικής και πολιτιστικής ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', και η αναγκαιότητα αυτή, την οποία δεν εκπλήρωσαν οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, ήταν η ιστορικά αναγκαία κριτική απέναντι στην επανάσταση και αυτο-κριτική της επανάστασης στον εαυτό της, που προέκυψε δηλαδή μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις της και τα ιστορικά της όρια. Κριτική περί των ιστορικών ορίων και των δυνατοτήτων υπέρβασης της παγκόσμιας κρατικομονοπωλιακά ρυθμισμένης καπιταλιστικής οικονομίας-άρα μια κριτική που αφορούσε, με άνισο βέβαια τρόπο, τον βιομηχανικό κρατικό σοσιαλισμό και ταυτόχρονα τον βιομηχανικοκεντρικό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο ''μεταμοντερνισμός'' ήταν η ιδεολογική αξιοποίηση των αντιφάσεων του κρατικού σοσιαλισμού από το δυτικό καπιταλισμό, και ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'',  σαν αντίπαλο δέος, επέδρασε καταλυτικά στην βελτιστοποίηση των καπιταλιστικών μεθόδων εξουσίας και παραγωγής (βλ. ΝΑΤΟ, νέες τεχνολογίες και μορφές ελέγχου), άρα επέδρασε καταλυτικά (ο υπαρκτός σοσιαλισμός) και στην δημιουργία προϋποθέσεων μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στο ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού, που εμπεδώθηκε, διόλου τυχαία, με την κατάρρευση (λόγω εσωτερικών αντιφάσεων) και ανατροπή της ΕΣΣΔ.

Όσοι αποκλήθηκαν ''μεταμοντέρνοι'' δεν εξέφρασαν απλώς το ''πνεύμα της εποχής'' του δυτικού καπιταλισμού, αλλά και τις αναγκαίες αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' κατά τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'' (με τη μεσολάβηση κυρίως του μαοϊσμού και του τροτσκισμού, αλλά και των πολιτικών του Γαλλικού ΚΚ και των γεγονότων του γαλλικού Μάη, κ.α). Εκφράζουν, επιπλέον, και τη σύνολη διαλεκτική ιστορικού καπιταλισμού-υπαρκτού σοσιαλισμού. 
  
Η σύγχρονη επαναστατική θεωρία οφείλει να διεκδικήσει τον δικό της Foucault, τον δικό της Derrida, τον δικό της Lacan, και πάνω από όλα, τους δικούς της Deleuze και Badiou, πολύ απλά γιατί ο ''μεταμοντερνισμός'' ως ερμηνεία τους δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τον πλούτο των προβληματισμών και των εννοιών τους, και πάνω από όλα την ιστορική αναγκαιότητα των ιδεών τους, ειδικά των δύο τελευταίων. Ό,τι αποκλήθηκε ''μεταμοντερνισμός'' εμπερικλείει αναλυτικά εργαλεία και ιστορικές κριτικές εμπειρίες πολύτιμες για τις μελλοντικές αντικαπιταλιστικές επαναστάσεις (σε πολλά επίπεδα, στην πολιτική, την τέχνη, τη θεωρία του υποκειμένου κ.α), αναλυτικά εργαλεία που πρέπει να συλληφθούν με συστηματικό, και όχι ''εκλεκτικιστικό'' τρόπο, με γνώμονα την επαναστατική διαλεκτική λογική και τον μεταδιαλεκτικό της ορίζοντα, την πραγματική και ''ενεργό ουτοπία'' (κατά την έκφραση των Deleuze-Guattari) του Άλλου Κόσμου και της Άλλης κοινωνίας. 

Καλό θα ήταν ορισμένοι μαρξιστές να το καταλάβουν αυτό, και να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και θεωρίας, πάνω από όλα τα κεκτημένα της πλανητικής ιστορίας της ανθρωπότητας, αντί να προσπαθούν να οικειοποιηθούν το ''Έθνος'', την αστική δημοκρατία και τα κοινοβουλευτικά επιτροπάτα, και δεν ξέρω και εγώ τί άλλο.

Το Ερευνητικό Πρόγραμμα που αντιστοιχεί σε όλα τα παραπάνω, είναι βασικά ένα: συγκριτική μελέτη μεταπολεμικής σοβιετικής και δυτικοκαπιταλιστικής οικονομικής και πολιτισμικής/καλλιτεχνικής θεωρίας. 


Σχόλιο ιστολογίου: Με μεγάλη χαρά αναδημοσιεύουμε αυτή τη συμβολή από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών, δίχως ασφαλώς να ενστερνιζόμαστε ή να προσυπογράφουμε το σύνολο των παραδοχών, των εκτιμήσεων και των λεπτομερειών της. - W. Κ.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Χωρίς αναδιανομή δεν υπάρχει ηγεμονία!


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων και σε βάρος του πλούτου της αστικής τάξης έγινε αντιληπτή από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, ως ένα καθήκον κοινωνικής δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της δραματικής κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η αναδιανομή δεν είχε εγγραφεί, δηλαδή, σε ένα μακροοικονομικό σχέδιο που, αποτελώντας μέρος της διαχείρισης του συστήματος, θα μετέτρεπε παράλληλα τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, ώστε να εξυπηρετήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Μοι­ραία, αυτή η «δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια», που πε­ριέ­βαλ­λε το νόημα της ανα­δια­νο­μής, συ­νο­δεύ­ει τώρα το κόμμα στα πρώτα του βή­μα­τα στην κυ­βέρ­νη­ση και έχει κά­ποιος πολ­λούς λό­γους να υπο­ψιά­ζε­ται ότι η κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή κα­θο­δη­γεί­ται από την ιδέα ότι η ανα­δια­νο­μή υπέρ της ερ­γα­σί­ας μάλ­λον βλά­πτει τις επι­χει­ρή­σεις και την απα­σχό­λη­ση. Μοιά­ζει η κυ­βέρ­νη­ση να ακο­λου­θεί πλέον τη γραμ­μή ότι πρέ­πει να απο­δο­θεί στις επι­χει­ρή­σεις ένα είδος πρω­το­κα­θε­δρί­ας ένα­ντι των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Οι εν­δεί­ξεις είναι πε­ρισ­σό­τε­ρες, αλλά δύο από αυτές είναι οι πλέον ισχυ­ρές: Ήδη πριν από τη συμ­φω­νία της 20ής Φε­βρουα­ρί­ου, πριν δη­λα­δή να εμπλα­κούν άμεσα στις υπο­θέ­σεις μας οι «θε­σμοί», η κα­τεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου Ερ­γα­σί­ας στο ζή­τη­μα της αύ­ξη­σης του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ λει­τούρ­γη­σε ως ση­μαί­νον ενός πολύ δυ­σά­ρε­στου υπο­νο­ού­με­νου, σύμ­φω­να με το οποίο οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών είναι ένα ανα­γκαίο κακό, διότι αυ­ξά­νουν το κό­στος των μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, οδη­γούν πολ­λές από αυτές σε αδιέ­ξο­δο και τε­λι­κώς αυ­ξά­νουν την ανερ­γία.

Σύμ­φω­να με τον ισχυ­ρι­σμό των μι­κρών αφε­ντι­κών (ιδιαί­τε­ρα των συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ών τους ΕΣΕΕ και ΓΣΒΕΕ), οι επι­χει­ρή­σεις αυτές πρέ­πει να δια­σω­θούν από το πρό­σθε­το κό­στος των 751 ευρώ (ένα­ντι 586 που απο­λαμ­βά­νουν τώρα), το οποίο «δεν αντέ­χουν» για να μην αυ­ξη­θεί η ανερ­γία.

Το υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας, λοι­πόν, φαί­νε­ται ότι υιο­θε­τεί την άποψη των μι­κρών αφε­ντι­κών (του­λά­χι­στον με βάση τις δη­μο­σιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλλά και τα υπο­νο­ού­με­να των σχε­τι­κών δη­λώ­σε­ων του υπουρ­γού) ότι πρέ­πει ως κοι­νω­νία να προ­στα­τέ­ψου­με μια με­ρί­δα της οι­κο­νο­μί­ας που επι­ζεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους ερ­γα­ζό­με­νους, τους φο­ρο­λο­γού­με­νους, τις άλλες μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν άντε­ξαν τον αθέ­μι­το αντα­γω­νι­σμό, τους κα­τα­να­λω­τές που είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να κα­τα­βάλ­λουν υψη­λές τιμές για τις άθλιες υπη­ρε­σί­ες των εν λόγω επι­χει­ρή­σε­ων.

Σύμ­φω­να με το σχέ­διο του υπουρ­γεί­ου, θα πρέ­πει ως κοι­νω­νία να δε­χθού­με να πλη­ρώ­σου­με το κό­στος για να ρυθ­μι­στούν οι οφει­λές αυτών των επι­χει­ρή­σε­ων προς τις τρά­πε­ζες, τα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία και την εφο­ρία, ώστε να απο­φευ­χθούν τα «λου­κέ­τα» και η αύ­ξη­ση της ανερ­γί­ας.

Ωστό­σο, ο ισχυ­ρι­σμός ότι θα αυ­ξη­θεί η ανερ­γία εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν μπο­ρούν να αντέ­ξουν την αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ είναι λαν­θα­σμέ­νος. Βρα­χυ­πρό­θε­σμα και με­σο­πρό­θε­σμα, ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων κα­θο­ρί­ζε­ται από τη συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση που απευ­θύ­νε­ται στην οι­κο­νο­μία και δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από τον αριθ­μό των επι­χει­ρή­σε­ων που ικα­νο­ποιούν αυτή τη ζή­τη­ση.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι, η ζή­τη­ση που ικα­νο­ποιού­σαν μέχρι σή­με­ρα (δη­λα­δή η πε­λα­τεία τους) θα με­τα­φερ­θεί στις επι­χει­ρή­σεις που «αντέ­χουν» τα 751 ευρώ. Οι τε­λευ­ταί­ες θα αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους για να ικα­νο­ποι­ή­σουν την επι­πλέ­ον ζή­τη­ση που θα προ­έλ­θει για αυτές από τη με­τα­τό­πι­ση της πε­λα­τεί­ας και μαζί με αυτή θα αυ­ξή­σουν την απα­σχό­λη­ση. Οι επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι θα βά­λουν λου­κέ­το και ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων θα πα­ρα­μεί­νει ο ίδιος. Οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών στην Ελ­λά­δα, όπως και σε πολ­λές άλλες χώρες, έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση παρά ως κό­στος, όπως επί­μο­να εξη­γεί το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επί ει­κο­σα­ε­τία, αλλά αυτό δεν φαί­νε­ται να περ­νά­ει τόσο εύ­κο­λα στην κυ­βέρ­νη­ση.

Στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα μας οδη­γεί και το άλλο επει­σό­διο, όπου ο υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών νιώ­θει υπο­χρε­ω­μέ­νος να εξη­γή­σει, σε συ­νέ­δριο, ότι δεν έχει υπο­σχε­θεί ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ούτε ένα ευρώ πάνω από τα 700, εν είδει απο­λο­γί­ας προς τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους συ­να­δέλ­φους του. Αυτό το στε­νό­χω­ρο επει­σό­διο μάς λέει το εξής: κατά τα φαι­νό­με­να, στην αντί­λη­ψη του υπουρ­γού προ­ϋ­πό­θε­ση της ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος υπέρ της ερ­γα­σί­ας είναι η αύ­ξη­ση του ΑΕΠ. Πρώτα δη­λα­δή να με­γα­λώ­σει η πίτα και μετά ας με­γα­λώ­σει το κομ­μά­τι που παίρ­νει η ερ­γα­σία, και για να με­γα­λώ­σει η πίτα πρέ­πει οι μι­σθοί πρώτα να δια­τη­ρη­θούν σε χα­μη­λά επί­πε­δα, γι’ αυτό και ο υπουρ­γός δεν έχει υπο­σχε­θεί ούτε ένα ευρώ σε όσους παίρ­νουν πάνω από τα 700.

Αυτή όμως είναι η κε­ντρι­κή θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της σύγ­χρο­νης ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Η θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς είναι το αντί­στρο­φο: για όσο καιρό οι επι­χει­ρή­σεις δια­θέ­τουν αχρη­σι­μο­ποί­η­το ένα μέρος των εγκα­τα­στά­σε­ών τους, οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών οδη­γούν σε πολ­λές χώρες (με­τα­ξύ των οποί­ων και στην Ελ­λά­δα) σε αύ­ξη­ση του προ­ϊ­ό­ντος και της απα­σχό­λη­σης. Εάν αυ­ξη­θούν οι μι­σθοί, ξε­κι­νώ­ντας από τον κα­τώ­τα­το, θα αυ­ξη­θεί το ΑΕΠ, διότι ο μι­σθός έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση από όση έχει ως κό­στος.

Το δικό μας συμ­φέ­ρον, το συμ­φέ­ρον των ερ­γα­ζο­μέ­νων, που εν προ­κει­μέ­νω είναι η ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, θα οδη­γή­σει σε άνοδο της πα­ρα­γω­γής και των ει­σο­δη­μά­των, θα συμ­βά­λει στην άρση της οι­κο­νο­μι­κής δυ­σπρα­γί­ας και θα με­τα­τρα­πεί έτσι σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Όταν όμως το ιδιαί­τε­ρο με­ρι­κό συμ­φέ­ρον της τάξης μας με­τα­τρέ­πε­ται σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον, η πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία μάς ανή­κει. 

Εάν όμως η κυ­βέρ­νη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ακο­λου­θή­σει τη στρα­τη­γι­κή της πρω­το­κα­θε­δρί­ας των επι­χει­ρή­σε­ων και του «λιτού βίου», προ­κει­μέ­νου να αυ­ξη­θεί το προ­ϊ­όν, τότε παί­ζει ήδη στο πεδίο του αντι­πά­λου και εί­μα­στε σε δια­δι­κα­σία απώ­λειας της πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας.


Πηγή Rproject

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Ο Μαρξ και η δημοκρατία


του Αλέξανδρου Χρύση


Χωρίς αμφιβολία, ένα βιβλίο με τίτλο Ο Marx της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποτελεί έκπληξη για το σύγχρονο αναγνώστη διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα. Σε καιρούς βαθύτατης και πολύμορφης κρίσης του καπιταλισμού ολοένα και περισσότεροι κριτικά σκεπτόμενοι και κοινωνικά ευαίσθητοι άνθρωποι της γενιάς μου ή και μεγαλύτερης ηλικίας, άνθρωποι που, πριν από δεκαετίες, είχαν επιλέξει να τοποθετήσουν οριστικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τους τα έργα του Marx και να στριμώξουν σε μια γωνιά της ψυχής και του νου τους τη δική τους κριτική στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αρχίζουν να το ξανασκέφτονται. Αλλά και οι νεότεροι, ειδικότερα όσοι -και δεν είναι λίγοι- συνειδητοποιούν το βαθύτερο υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο τους οδηγεί ο κόσμος της εγχώριας και διεθνούς κεφαλαιοκρατίας, έστω και εξαρτημένοι, σε μεγάλο βαθμό, από τη λεγόμενη μετα-μαρξιστική φιλολογία, στον αγώνα τους για έναν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ‘καλύτερο κόσμο’, δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να αγνοούν ή να υποτιμούν τον Marx και τον πλούτο της επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας, διότι πράγματι, όσο στερεότυπο και αν ακούγεται, χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα.

Πέραν, όμως, αυτής της γενικής τοποθέτησης, που αποτελεί ψήγμα μιας προσωπικής εξομολόγησης ή και μιας ιδεολογικής εμμονής του συγγραφέα, χρειάζεται ίσως και μια σύντομη αναφορά στο ευρύτερο σχέδιο μελέτης, μέρος του οποίου αποτελεί αυτό το βιβλίο. Ο Marx της δημοκρατίας, ο δημοκράτης Marx, που θα συναντήσουμε στις σελίδες που ακολουθούν,  είναι ο στοχαστής που δεν έχει αποφασίσει ακόμη την ένταξή του στην κομμουνιστική υπόθεση· συνειδητοποιεί, ωστόσο, και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς, τι σημαίνει ο διχασμός του ανθρώπου σε ιδιώτη και πολίτη, το ρόλο του κράτους για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πλουσίων και την εκμετάλλευση των φτωχών, την επίδραση που ασκεί ο τύπος στη διαμόρφωση της στάσης ζωής των ανθρώπων, αλλά και τη σημασία της γραφειοκρατίας ως προνομιακής ενασχόλησης με την πολιτική εξουσία και την άσκησή της προς όφελος των οικονομικά ισχυρών.

Ο Marx της δημοκρατίας, ο πολίτης Marx, αν και δεν έχει υιοθετήσει ακόμη την οπτική της πάλης των τάξεων και δεν έχει ανακαλύψει τον κόσμο της πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, κατανοεί και αναδεικνύει με σαφήνεια την ανάγκη μιας ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της κοινωνίας των ιδιωτών και του κράτους, με στόχο μάλιστα να πάψει το κράτος να αποτελεί καρκίνωμα πάνω στο σώμα της κοινωνίας και η πολιτική, από προνόμιο των λίγων και των ειδικών, να γίνει ζωτική λειτουργία, τρόπος ζωής της κοινωνίας ως ολότητας, τρόπος συγκρότησης και δράσης του λαού ως αυτόνομης, στην κυριολεξία του όρου, συλλογικότητας. Αυτός είναι ο θεματικός πυρήνας της ‘αληθινής δημοκρατίας’, που υπερασπίζεται ο Marx, πριν ακόμη συγγράψει και δράσει ως κομμουνιστής, πυρήνας στην αποκωδικοποίηση του οποίου είναι αφιερωμένη η παρούσα μελέτη.

Οφείλω, εντούτοις, κάποιες ακόμη διευκρινίσεις. Σημείωσα ότι ο Marx της δημοκρατίας αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου μελέτης. Θα ήθελα, λοιπόν, να γνωρίζει ο αναγνώστης ότι προχωρώ ήδη στην επεξεργασία του επόμενου μέρους του ερευνητικού σχεδίου μου. Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για ένα δεύτερο βιβλίο με θέμα τον Marx του κομμουνισμού, έτσι ώστε να προκύψει, όσο το δυνατόν σαφέστερα, η πολύπαθη σχέση δημοκρατίας και κομμουνισμού μέσα από το έργο του ίδιου του Marx. Εν πάση περιπτώσει, μέσα από τις γραμμές του Marx της δημοκρατίας η καθολική υπόθεση εργασίας μου διατυπώνεται χωρίς υπαινιγμούς και παραδίδεται από τώρα στη βάσανο της κριτικής των αναγνωστών του παρόντος τόμου: ο Marx του κομμουνισμού δε θα διαγράψει ποτέ τον Marx της δημοκρατίας. Η συνηγορία της ‘αληθινής δημοκρατίας’ δεν αποτέλεσε ‘νεανικό αμάρτημα’ ενός ιδιοφυούς κατά τα άλλα ριζοσπάστη φιλοσόφου. Αποτέλεσε στιγμή της διαλεκτικής πορείας του ίδιου του στοχαστή, με έμμεσες, συνήθως, αλλά σαφείς επιρροές στα επαναστατικά κινήματα, που εμπνεύστηκαν από το έργο του.

Στο πλαίσιο της διαλεκτικά αναπτυσσόμενης μαρξικής θεωρίας του κράτους, ο κομμουνισμός δεν καταργεί, αλλά υπερβαίνει τη δημοκρατία. Δεν την εκμηδενίζει, αλλά την αίρει σε ένα ανώτερο επίπεδο και τη μετασχηματίζει από θεσμικό-τεχνικό σύστημα χειραγώγησης συνειδήσεων σε συλλογικό τρόπο αυτοπροσδιορισμού των πολιτών ως μελών της κοινότητας. Το αίτημα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, μιας κοινωνίας που παύει να είναι κοινωνία των ιδιωτών, όπως ακριβώς το διατυπώνει το 1843 ο Marx της δημοκρατίας, προαναγγέλλει την ιστορική προοπτική της προλεταριακής δημοκρατίας της Κομμούνας, όπως θα την αναδείξει το 1871 ο Marx του κομμουνισμού ως θεωρητικός της πάλης των τάξεων και κριτικός της πολιτικής οικονομίας.

Δεν υπεκφεύγω. Έχω πλήρη συναίσθηση  και της θεωρητικής και της πολιτικής σημασίας του ζητήματος, γι’ αυτό, και παρά τον όποιο κίνδυνο σχηματοποίησης, επέλεξα να διατυπώνω τις θέσεις μου με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, αλλά και τεκμηρίωση. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσω σε αυτή τη συγγραφή μου, ο Marx της δημοκρατίας δεν υπήρξε ποτέ ένας θιασώτης του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε, βεβαίως, ένας υποστηρικτής του αστικού κοινοβουλευτισμού, ακόμη και όταν αναδεικνύει την χειραφετητική σημασία του εκλογικού δικαιώματος. Δεν είναι ένας ανυποψίαστος οπαδός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δεν είναι συνεχιστής της πολιτικής θεωρίας ενός Locke, αλλά ένας στοχαστής που οι φιλοσοφικές και πολιτικές ‘εκλεκτικές συγγένειές’ του αναγνωρίζονται στην προσεκτική μελέτη των έργων ενός Machiavelli, ενός Spinoza, ενός Rousseau, όπως αυτή εκβάλλει στην κριτική αναμέτρησή του με τη χεγκελιανή φιλοσοφία του κράτους.

Ο δημοκρατισμός του Marx, που θα γνωρίσει σ’ αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης μιας εποχής, κατά τη διάρκεια της οποίας ο καπιταλισμός εκφράζεται με τις κοινωνικά ανάλγητες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και υλοποιείται πολιτικά με τις πιο εκφυλισμένες εκδοχές κοινοβουλευτισμού, προαναγγέλλει το μαρξικό κομμουνισμό. Ο Marx της δημοκρατίας, που ουδέποτε υπήρξε ένας φιλοσοφικά αφελής θιασώτης της άμεσης δημοκρατίας, διεκδικεί μια κοινωνία χωρίς κράτος, αλλά με την πολιτική να ορίζει και να νοηματοδοτεί ως ανοιχτή συλλογική διαδικασία την ύπαρξή των μελών αυτής της κοινωνίας.  Επιμένω, εν τέλει, στις γραμμές αυτού του βιβλίου ότι, για το δημοκράτη Marx, η διάλυση του κράτους και αυτή της κοινωνίας ως κοινωνίας των ιδιωτών δεν οδηγούν στην κατάργηση της πολιτικής· αντιθέτως, συνεπάγονται την άνθιση της πολιτικής ως τέχνης ζωής, ως πράξης αυτονομίας των μελών μιας ηθικής, στην κυριολεξία του όρου, κοινότητας προσώπων, που δεν είναι άλλη από την κοινότητα των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, όπως θα την προσδιορίσει αργότερα ο Marx του κομμουνισμού.


* Το κείμενο αποτελεί εκτεταμένο απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Αλέξανδρου Χρύση, "Ο Marx της δημοκρατίας", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ. To βιβλίο παρουσιάζεται σε εκδήλωση που διοργανώνουν το ΚΨΜ και η λέσχη θεωρίας και πολιτισμού Αναιρέσεις, την Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 7.00 μ.μ. (Ιπποκράτους 175 β και Λασκάρεως, Εξάρχεια), με ομιλητές τους: Ειρήνη Γαϊτάνου (υποψήφια διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών), Κώστα Γούση (νομικό, ΜΔΕ στην Πολιτική Θεωρία και Φιλοσοφία) και Γιώργο Καλαμπόκα (πολιτικό επιστήμονα, εκδόσεις Εκτός Γραμμής).


Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

«Πάμε και βλέπουμε» ή αντικαπιταλιστική πολιτική;


των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Στη συνθήκη μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που φαίνεται ότι θα ενταθεί[1], κι ενώ η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, προεξάρχοντος του στραπατσαρισμένου Ολάντ, συνδιοργανώνει με την Δεξιά την υπαγωγή των εργαζόμενων της Ευρώπης στον κανόνα της λιτότητας, η Αριστερά είτε θα είναι αντικαπιταλιστική, είτε απλώς θα συντριβεί. Η γαλλική περίπτωση δείχνει ότι τα κοινωνικά στηρίγματα της Αριστεράς διεκδικεί σήμερα επιτυχώς μια Ακροδεξιά που ανεβαίνει παντού στην Ευρώπη, αρνούμενη την διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, μιλώντας εντούτοις «αντισυστημικά», και πείθοντας εκατομμύρια εργαζόμενους ότι το «αντισυστημικό» τους μέλλον είναι η εθνική προτίμηση: η προτεραιότητα των δικαιωμάτων τους έναντι των ξένων και, σε κάθε περίπτωση, η υποστήριξη των εθνικών «τους» κεφαλαίων έναντι των άλλων ευρωπαϊκών. Όσοι άκουσαν την φιλελληνίδα Μαρίν Λεπέν στην τηλεοπτική εκπομπή του θαυμαστή της, Ι. Κ. Πρετεντέρη, κι όσοι είδαν ποιοι ψήφισαν το Εθνικό Μέτωπο την προηγούμενη Κυριακή[2], είχαν μια καλή ευκαιρία να βεβαιώσουν όλα τα παραπάνω.

Στα συμφραζόμενα λοιπόν μιας καπιταλιστικης κρίσης που ενδέχεται σύντομα να βαθύνει, κι άρα με βάση την επείγουσα ανάγκη μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής (πότε θα ήταν πιο επίκαιρη μια τέτοια;), χρειάζεται να αποτιμήσουμε το πρώτο δίμηνο της κυβέρνησης «με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» – από την διαπραγμάτευση και το εσωτερικό μέτωπο, μέχρι την κατάσταση του κόμματος. Εδώ που βρισκόμαστε, το χρήσιμο δεν είναι η σπέκουλα σε πραγματικές αδυναμίες ή η διεκτραγώδηση των συμβιβασμών· δεν είναι, όμως, ούτε κι ο εφησυχασμός στην δημοσκοπική επικύρωση των κυβερνητικών χειρισμών, η εκχώρηση δηλαδή της πολιτικής του κόμματος στην κυβέρνηση.

* * *

Οι δύο πρώτοι μήνες της νέας κυβέρνησης υπήρξαν μια δύσκολη ισορροπία, ανάμεσα σε έναν επώδυνο συμβιβασμό υπό ασφυκτική πίεση, από τη μια, και μια δέσμη σημαντικών πρωτοβουλιών στο εσωτερικό μέτωπο, από την άλλη (ανθρωπιστική κρίση, 100 δόσεις, πρώτη κατοικία, νέα ΕΡΤ, φυλακές, μεταναστευτικό). Όμως, η προφανής σημασία των πρωτοβουλιών αυτών, όπως και η ανακουφιστική δήλωση, ότι η κυβέρνηση προτιμά να πληρώνει μισθούς και συντάξεις αντί για χρέη, δεν αναιρούν την απουσία μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς και για την κυβέρνηση. Το είδαμε με διάφορες αφορμές: την συμπερίληψη, στο επιτελείο της διαπραγμάτευσης, κακόφημων τεχνοκρατών του παλαιού καθεστώτος· την απώθηση μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τους «θεσμούς» ως «Αρμαγεδδώνα»· την μετάθεση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και την μη κατάργηση του νόμου για τις εργάσιμες Κυριακές, υπό το φόβο ενός σοκ στην αγορά· την αδιαφορία του «νομοθέτη» για την εμπειρία της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ3· την αφωνία, στο εσωτερικό μας, τόσο για το πώς αντιμετωπίζεται η διαρκής εκροή καταθέσεων, όσο και για τα αποδεκτά όρια της «δημιουργικής ασάφειας» στα εργασιακά και τις ιδιωτικοποιήσεις. Το ίδιο ισχύει και για άλλα, εξίσου κρίσιμα, που επίσης δεν απασχολούν: ζητήματα συμμετοχής των εργαζομένων και κοινωνικού ελέγχου στον δημόσιο τομέα, που θα έδιναν ισχυρότατη νομιμοποίηση σε μια προοδευτική φορολογική μεταρρύθμιση· ζητήματα αναδιοργάνωσης του συνδικαλισμού και εργατικού ελέγχου στις επιχειρήσεις· η αντιμετώπιση της ανεργίας, απουσία ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς τα περιθώρια της καπιταλιστικής κερδοφορίας μέσα στην κρίση θα παραμείνουν για καιρό χαμηλά. Και βέβαια η επείγουσα διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στη λιτότητα.

Δεν είναι θέμα κακών προθέσεων ή κάποιας κλίσης προς τον συμβιβασμό. Η έλλειψη αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «άποψη», που λέει περίπου τα εξής: Η νέα κυβέρνηση δεν εκλέχτηκε για να οργανώσει την μετάβαση στον σοσιαλισμό – αυτό δεν τίθεται καν στην παρούσα δυσμενή συγκυρία· εκλέχτηκε ως κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας», ειδικού σκοπού, άρα χρειάζεται μια «πρακτική» πολιτική: ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, αναθέρμανση της οικονομίας μέσω τόνωσης της ζήτησης, προοδευτική φορολογία. Πέρα από τις μαρξιστικές αναλύσεις, λοιπόν, η ρεαλιστική πρακτική πολιτική είναι –υποστηρίζεται άρρητα ή ρητά– η κεϋνσιανή πολιτική. Τα άλλα άλλοτε.

Στην άποψη αυτή, που διαχωρίζει το άμεσο και πρακτικό (νεοκεϋνσιανό) από το μεσο-μακροπρόθεσμο (αντικαπιταλιστικό), βλέποντας το δεύτερο ως θεωρητική εμμονή, μοιάζει να συναντιούνται δύο αντιπαρατιθέμενα «μπλοκ» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Σχηματοποιώντας: από τη μια αυτοί που θεωρούν απαγορευτική την σύγκρουση με τους «θεσμούς», χάριν της παραμονής στην Ευρωζώνη· από την άλλη εκείνοι που καιρό τώρα ζητούν την επιστροφή, χωρίς συγκρούσεις και εδώ, στο εθνικό νόμισμα. Παραδόξως, η δεύτερη στρατηγική έχει πολιτογραφηθεί ως αριστερή εσωκομματική αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ – ενώ πρόταγμά της, όπως το θέτει ο Κώστας Λαπαβίτσας, είναι μια ελληνική ΝΕΠ, στηριγμένη στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις[3]. Ότι στο περιβάλλον της καπιταλιστικής κρίσης, τα περιθώρια κερδοφορίας (και) αυτών των τελευταίων περνούν από την περαιτέρω αξίωση επί του μισθού και των εργατικών δικαιωμάτων –κι ενώ η πραγματικότητα της εργασιακής φτώχειας (βλ. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2012) αποτελεί το προοίμιο μιας νέας ανθρωπιστικής κρίσης– μοιάζει να μην απασχολεί.

Κρίνοντας από την πολιτική απόφαση της τελευταίας Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, και την μέχρι τώρα γενική διάταξη του κόμματος, τα περισσότερα από τα παραπάνω, ενώ απασχολούν όλους, βρίσκονται εκτός συζήτησης μεταξύ στελεχών, μελών και συλλογικών σωμάτων. Ένα ζήτημα είναι αν (και πού αλλού) συζητιούνται. Ένα άλλο είναι ότι το κόμμα μας, ο συλλογικός δηλαδή διανοούμενος, πρέπει να τα αναλάβει –να τα αναλάβουμε– το συντομότερο δυνατό.


Το κείμενο δημοσιεύεται στην Κυριακάτικη Αυγή (29.3.2015)

______________





Πηγή Red NoteBook