Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Υπόθεση Ρίμαν: Η εμμονή με τους πρώτους αριθμούς


του Χρήστου Λάσκου


JOHN DERBYSHIRE, Υπόθεση Ρίμαν: Η εμμονή με τους πρώτους αριθμούς, μετάφραση: Τεύκρος Μιχαηλίδης, εκδόσεις Τραυλός, σελ. 548

Η ίδια η αφαιρετική απλότητα των ιδεών των μαθηματικών ακυρώνει τη γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εκφράσει ευκολότερα τις περίπλοκες ιδέες. Η πρόταση «μια φάλαινα είναι μεγάλη» αντιπροσωπεύει τη γλώσσα στην καλύτερη μορφή της, περιγράφει απλά ένα περίπλοκο γεγονός. Αντιθέτως, η βαθιά ανάλυση της φράσης «ο ένα είναι αριθμός» οδηγεί, από γλωσσική άποψη, σε μια απαράδεκτη απεραντολογία.
-Γουάιτχεντ - Ράσελ


Η μυστηριώδης συνάρτηση ζ(σ)

Το παράθεμα που προηγείται θέλει να πει πως, αν κάτι κάνει τα μαθηματικά αληθινά «δύσκολα» αυτό δεν είναι η πολυπλοκότητά τους, αλλά, ακριβώς αντίθετα, η εξαιρετική τους απλότητα. Πραγματικά, τι απλούστερο από το γεγονός (!) πως «ο ένα είναι αριθμός»; Κι όμως δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο δύσκολα ορίζεται η έννοια του αριθμού.

Το βιβλίο του Ντερμπισάιρ μας δίνει, με μοναδικό τρόπο, τη δυνατότητα να κατανοήσουμε αυτήν την «περιπλοκή της απλότητας» και, επιπλέον, αν έχουμε την θέληση για σοβαρή ενασχόληση, την ευκαιρία να μάθουμε σπουδαία μαθηματικά. Με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Μπέρνχαρντ Ρίμαν (1826-1866), ο οποίος, εκτός των άλλων, αποτελεί ένα είδος γέφυρας μεταξύ δύο καθοριστικών μορφών της επιστήμης: του Καρλ Φρίντριχ Γκάους και του Αλβέρτου Αϊνστάιν. Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας του τελευταίου θα ήταν απολύτως αδύνατο να διατυπωθεί χωρίς την εκπληκτική εργασία του Ρίμαν σχετικά με τη μη-Ευκλείδεια γεωμετρία, χάρη στην οποία έγινε δυνατό να αντιληφθούμε το Σύμπαν και το χωροχρόνο, όχι ως «επίπεδες», αλλά ως «καμπύλες» πολλαπλότητες [Που σημαίνει πως αν στείλουμε μια φωτεινή ακτίνα προς την «άκρη του Σύμπαντος» είναι πολύ λογικό να περιμένουμε, αν της δοθεί ο κατάλληλος χρόνος, να επιστρέψει «πετυχαίνοντάς μας από πίσω»]. Η εργασία του Ρίμαν, με τη σειρά της έγινε δυνατή, χάρη στην «εφεύρεση» της Διαφορικής Γεωμετρίας από το δάσκαλό του Γκάους.

«Ο Γκάους καταγόταν από πολύ ταπεινή οικογένεια. Ο παππούς του ήταν ένας άκληρος χωρικός∙ ο πατέρας του αργαζόταν για το μεροκάματο, πότε ως κηπουρός και πότε ως χτίστης. Ο Γκάους φοίτησε σ' ένα φτωχό συνοικιακό σχολείο. Ένα ονομαστό περιστατικό που αφορά τη φοίτησή του εκεί έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι πραγματικό, παρά άλλες ανάλογες ιστορίες που αναφέρονται. Μια μέρα, ο δάσκαλός του, θέλοντας να εξασφαλίσει μισή ώρα ησυχίας, ανέθεσε στα παιδιά να προσθέσουν τους πρώτους 100 αριθμούς. Σχεδόν αμέσως, ο Γκάους ακούμπησε την πλάκα του πάνω στην έδρα, λέγοντας «Ligget se!», που στην τοπική διάλεκτο [του Μπράουνσβαϊγκ] της εποχής σήμαινε «ορίστε!». Ο Γκάους είχε από μνήμης αραδιάσει οριζοντίως τους αριθμούς (1,2,3, ..., 100) και από κάτω, με την αντίστροφη σειρά (100, 99,98, ..., 1) και στη συνέχεια είχε προσθέσει τις δύο σειρές κατακόρυφα (101,101,101, ..., 101). Εμφανίστηκε έτσι 100 φορές το 101, και αφού όλοι οι αριθμοί είχαν γραφτεί από δύο φορές, η ζητούμενη λύση ήταν το μισό του αθροίσματος: 50 φορές το 101, δηλαδή 5050. Είναι εύκολο όταν το ξέρεις, δεν είναι όμως μια μέθοδος που θα μπορούσε μόνος του να επινοήσει ο μέσος δεκάχρονος μαθητής∙ θα έλεγα, μάλιστα, ούτε καν ο μέσος τριαντάχρονος» (σελ. 76).

Ο Γκάους αναγνωρίζεται από πάρα πολλούς ως ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των εποχών, με τεράστιο έργο σε έναν ασύλληπτο αριθμό διαφορετικών κλάδων των μαθηματικών, αλλά και της μαθηματικής φυσικής[1]. Το οποίο, μάλιστα, έργο είναι ακόμη μεγαλύτερο από αυτό που ξέρουμε στο μέτρο που δημοσίευε πολύ λιγότερα απ' όσα έγραφε και παρουσίαζε πολύ λιγότερα από όσα ανακάλυπτε. Ο λόγος; Όπως σημειώνει ο Ντερμπισάιρ, «[α]υτή η φαινομενική του αμέλεια οφειλόταν, πιθανότατα, σε δύο αιτίες. Η μία είναι η παντελής έλλειψη φιλοδοξιών. Ο Γκάους, ένας ήρεμος, αυτάρκης και λιτός άνθρωπος, ο οποίος μεγάλωσε χωρίς υλικά αγαθά και που μάλλον ποτέ δεν αναζήτησε, δεν αισθανόταν την ανάγκη της επιβράβευσης από οποιονδήποτε, ούτε επιζητούσε κοινωνική άνοδο» (σελ. 81).

Ο Ρίμαν, ως προς την ταπεινότητα, ήταν φτιαγμένος με τα ίδια υλικά, όπως και ο δάσκαλός του -όπως, επίσης, και ο Αϊνστάιν. Αν αυτό συνδέεται και με το είδος των μαθηματικών προβλημάτων που τον απασχολούσαν είναι δύσκολο να διερευνηθεί.

Το σίγουρο, πάντως, είναι πως σε μια, ακόμη, από τις μεγάλες του συνεισφορές, την Αναλυτική Θεωρία Αριθμών, που προκύπτει από τη μίξη της Θεωρίας Αριθμών με τον Απειροστικό Λογισμό, ακολούθησε τις ενδείξεις του Γκάους.

Η παρουσίαση αυτού του επεισοδίου έγινε στο Βερολίνο τον Αύγουστο του 1859. Ο Μπέρνχαρντ Ρίμαν γίνεται αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας - εξαιρετική τιμή για έναν τόσο νέο και άσημο μαθηματικό, μόλις 32 ετών. Έχει υποβάλλει μια εργασία, που έμελλε να γίνει διάσημη. Σε αυτήν ασχολήθηκε με το -φλέγον στην εποχή του- πρόβλημα σχετικά με το «πόσοι Πρώτοι Αριθμοί υπάρχουν μικρότεροι από ένα δεδομένο αριθμό». Και ισχυρίστηκε πως είχε αποδείξει μια πρόταση -τη μετέπειτα γνωστή ως Υπόθεση Ρίμαν- βάσει της οποίας το προηγούμενο πρόβλημα όχι μόνον είχε απαντηθεί, αλλά προέκυπτε και ο γενικός τύπος παραγωγής Πρώτων Αριθμών. Ας τα πάρουμε, όμως, με τη σειρά.

* * *

Προφανώς, θεωρούμε πως οι απλούστεροι των αριθμών δεν μπορεί παρά να είναι οι θετικοί ακέραιοι. Πράγματι, αυτοί είναι οι αριθμοί που όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στη ζωή τους καθημερινά. Πώς θα μπορούσαν να συγκριθούν ως προς τη δυσκολία χρήσης τους με τα κλάσματα, τους δεκαδικούς, τους άρρητους με τα άπειρα και μη επαναλαμβανόμενα δεκαδικά ψηφία; Ή, ακόμη περισσότερο, τους υπερβατικούς ή τους μιγαδικούς;

Κι όμως, αυτοί οι απλούστατοι θετικοί ακέραιοι εμπλέκονται σε κάποια από τα δυσκολότερα ερωτήματα των μαθηματικών, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός πως ένας ολόκληρος κλάδος, η Θεωρία Αριθμών, ασχολείται αποκλειστικά μαζί τους. Προνομιακή, επιπλέον θέση, στην Θεωρία Αριθμών κατέχουν οι Πρώτοι Αριθμοί. Πρώτοι Αριθμοί είναι όσοι διαιρούνται αποκλειστικά και μόνο από τη μονάδα και τον εαυτό τους. Έτσι, ο αριθμός 8 δεν είναι πρώτος μια και, εκτός του 1 και του 8, διαιρέτες του είναι και οι αριθμοί 2 και 4. Αντίθετα, ο 7 είναι πρώτος στο μέτρο που διαιρείται μόνο από το 1 και το 7. Όπως επίσης, π.χ. ο 11. Ή ο 89. Ή ο 113... Και, όπως εύκολα αποδεικνύεται, άπειροι ακόμη τέτοιοι. Ο Ρίμαν, λοιπόν, στην περίφημη εργασία του υποστήριξε πως είχε βρει έναν τρόπο υπολογισμού των Πρώτων Αριθμών, που είναι μικρότεροι από ένα δεδομένο αριθμό[2]. Και ξεκίνησε την ιστορία που αφηγείται το βιβλίο του Ντερμπισάιρ.

* * *

Το σωτήριο έτος 1900, ο Ντέιβιντ Χίλμπερτ, σε ένα παγκόσμιο συνέδριο μαθηματικών, που έμεινε στην ιστορία ακριβώς γι' αυτό το λόγο, παρουσίασε τα 23 σημαντικότερα προβλήματα των μαθηματικών, από την επίλυση των οποίων θα εξαρτιόταν η ίδια η πορεία της επιστήμης στο μέλλον[3]. 28 χρόνια μετά, κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό, ταξινόμησε κατά αύξουσα σειρά δυσκολίας τα τρία «χειρότερα», ως εξής:

1.Η Υπόθεση του Ρίμαν, 2. Το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά, 3. «Το 7ο» στην αρχική λίστα του 1900, που υποστήριζε περίπου (;) πως «αν α και β είναι αλγεβρικοί αριθμοί τότε ο αβ είναι υπερβατικός». Το 3ο από αυτά, που ταξινομούσε ως το δυσκολότερο, αποδείχτηκε λιγότερο από δέκα χρόνια μετά. Το 2ο περίμενε τον Άντριου Γουάιλς ως το 1995[4].

Η Υπόθεση του Ρίμαν είναι ακόμη εδώ αναπόδεικτη, κρατώντας το μυστήριο ενεργό.

Ήρθε η στιγμή να δοθεί η διατύπωση της: "Όλες οι μη τετριμμένες ρίζες της συνάρτησης ζ έχουν πραγματικό μέρος ίσο με 1/2". Η συνάρτηση έχει την αναλυτική μορφή ζ(σ) = 1 + 1/2σ + 1/3σ + 1/4σ + ... Η απόδειξη αυτής της πρότασης ίσως αποτελεί το δυσκολότερο πρόβλημα των μαθηματικών. Σίγουρα, πάντως, φαίνεται να είναι πολύ μακριά από τις σημερινές μας δυνατότητες.

Ο Ρίμαν πέθανε το 1866, λίγα χρόνια μετά από τη διατύπωση της Υπόθεσής του. Η σπιτονοικοκυρά του έκαψε όλα τα προσωπικά του χαρτιά και κανείς δεν έμαθε ποτέ αν την είχε όντως αποδείξει. Στην προσπάθεια που ακολούθησε για την απόδειξή της επί 150 χρόνια, αναπτύχθηκαν καινούργιες μεγάλες περιοχές όχι μόνο των μαθηματικών, αλλά και της φυσικής. Σήμερα οι θεωρητικοί των στοιχειωδών σωματιδίων επιχειρούν να κατανοήσουν την συμπεριφορά των δομικών συστατικών του κόσμου με βάση την κατανομή των πρώτων αριθμών. Και υπάρχει η εύλογη αίσθηση πως αυτή η περιοχή έρευνας κρύβει απαντήσεις σε ποικίλα επιστημονικά ερωτήματα, που κατ' αρχήν φαίνονται απολύτως άσχετα. Φαίνεται πως ο Ρίμαν ανακάλυψε έναν εντελώς ανεκτίμητο θησαυρό. Και το βιβλίο τού Ντερμπισάιρ είναι ένας μοναδικός οδηγός, για να το αντιληφθούμε.

---------------------------------------
1. Βλ. M.B.W. Tent, Καρλ Φρίντριχ Γκάους - Ο Πρίγκιπας των Μαθηματικών, Τραυλός, 2006

2. Για τους οποίους ήταν γνωστό το Θεώρημα των Πρώτων Αριθμών, σύμφωνα με το οποίο π(Ν) ≈ Ν/logN, όπου Ν ο αριθμός τους μικρότερους Πρώτους του οποίου αναζητούμε.

3. Jeremy J. Gray, Η πρόκληση του Hilbert, Αλεξάνδρεια, 2007

4. Amir D. Aczel, Πώς ο A. Wiles έλυσε το Τελευταίο Θεώρημα του Φερμά, Τροχαλία, 1998


Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

''Σοσιαλισμός'' και ''Μεταμοντερνισμός'': Θέσεις για την περίπλοκη Διαλεκτική τους


του Ονειρμάρξ


Καταγράφω παρακάτω κάποιες σκέψεις, θεωρώντας τις κρατούσες αντιλήψεις πάνω στο θέμα ελάχιστα χρήσιμες, και τους συνήθεις διαλόγους ανάμεσα σε ''μαρξιστές'' και ''μεταμοντέρνους'' (με σαφή προτίμησή μου για τους πρώτους) ως διαλόγους κουφών. 


1. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ήταν η κοινωνικοιστορικά καθορισμένη ενεργοποίηση της μαρξιστικής ιδέας για τον κομμουνισμό (και όχι κάποια στρέβλωση ή προδοσία μιας Ιδέας που για να την κρίνουμε δεν λαμβάνουμε καθόλου υπόψη την ιστορική της πραγματικότητα), ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' τί ήταν; Υποστηρίζω πως δεν ήταν η ''κυρίαρχη τάση'' της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας αλλά η αστική ιδεολογική ερμηνεία αυτής της κυρίαρχης τάσης, που ανέδειξε ορισμένες δυνατότητες ερμηνείας του έργου των ''μεταμοντέρνων'' έναντι άλλων που τις απέκλεισε. Στο βαθμό που οι λεγόμενοι ''μεταμοντέρνοι'' προσχώρησαν στην κυρίαρχη ιδεολογία, υιοθέτησαν οι ίδιοι την κυρίαρχη ερμηνεία του έργου τους ως ''μεταμοντέρνου''. Ως γνωστόν, όμως, το έργο του συγγραφέα δεν ανάγεται στις προθέσεις του, και έχει μια κοινωνικοϊστορική δυναμική που τον υπερβαίνει. Έτσι λοιπόν, μολονότι η ''μεταμοντέρνα'' ερμηνεία της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας δεν είναι η μόνη δυνατή, ήταν η κοινωνικοϊστορικά αναγκαία για τις ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου του δυτικού καπιταλισμού ενάντια στον ''υπαρκτό σοσιαλισμό'', και συνοδεύτηκε από την παράλληλη ανάδυση του λεγόμενου ''νεοφιλελευθερισμού''. Μεταμοντερνισμός και νεοφιλελευθερισμός ήταν, εκ των πραγμάτων, δύο καρφιά στον τάφο της ΕΣΣΔ, που πάτησαν σε υπαρκτές της αδυναμίες και εξαναγκασμούς. Ωστόσο σήμερα, σε μια άλλη ιστορική εποχή και ένα άλλο στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του καπιταλισμού, είναι δυνατή μια επανερμηνεία του λεγόμενου ''μεταμοντερνισμού'' που δεν θα υπάγεται σε ψυχροπολεμικές ανάγκες, μολονότι ο ''πόλεμος κατά της τρομοκρατίας'' τείνει να επανακατοχυρώσει τη χρήση του ''μεταμοντέρνου'' από την κυρίαρχη δυτικοκαπιταλιστική τάξη ενάντια στους νέους ''φονταμενταλισμούς'' και τους ''νέους ολοκληρωτισμούς''. Κονδύλια και κατευθυνόμενα ερευνητικά προγράμματα από το αστικό κράτος, αλλά και μονολιθικά ιδεολογήματα, σε μορφή εξαρτημένων αντανακλαστικών, για τη φύση του ''μοντέρνου'', της ''νεωτερικότητας'' και των ''μεγάλων αφηγήσεων'', καθώς και η αδυναμία των μαρξιστών να κατανοήσουν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και της αστικής θεωρίας του 20ού αιώνα, συντελούν στην αναπαραγωγή άγονων αντιπαραθέσεων και στον αποπροσανατολισμό της κουβέντας για τη σχέση του μεταμοντερνισμού με τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, και ευρύτερα με την επαναστατική θεωρία και πρακτική.

2. Αν ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'' ιεράρχησε ως κυρίαρχη την αντίθεση (ιδιωτικού) κεφαλαίου-(κοινωνικής) εργασίας, ο θεωρητικός ''μεταμοντερνισμός'' ασχολήθηκε με τις αντιθέσεις που, από μαρξιστική σκοπιά, μπορούν να θεωρηθούν ''δευτερεύουσες''. Όμως, κατά τη μαρξιστική θεωρία, η αρχή της επίλυσης της ''βασικής αντίθεσης'' κεφαλαίου-εργασίας σε μια πορεία σοσιαλιστικής οικοδόμησης θα έπρεπε να σήμαινε πως, όσο προχωρά η συγκεκριμένη διαδικασία, τόσο περισσότερο οι ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' γίνονται ''πρωτεύουσες''. Για παράδειγμα, όσο προχωρά αυτή διαδικασία που βαίνει πέρα από τον καπιταλισμό, τόσο περισσότερο, πάντα κατά τη μαρξιστική αντίληψη, θα πρέπει η κοινωνία να επιλύει τον ανταγωνισμό ανθρώπου-φύσης, τον έμφυλο ανταγωνισμό, τον ανταγωνισμό του (υπερ)Εγώ με το ασυνείδητό του και του ατόμου με την οικογένειά του, τον ανταγωνισμό του Κράτους με την κοινωνία και του έθνους με τα άλλα έθνη, κ.ο.κ. Με βάση τα παραπάνω, όμως, ο μαρξισμός θα έπρεπε να παραδέχεται ότι όσο προχωρά η ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', τόσο πιο χρήσιμος γίνεται ο μεταμοντερνισμός, ακριβώς γιατί όσο επιλύεται η ''βασική αντίθεση'' κεφαλαίου-εργασίας τόσο οι ''δευτερεύουσες'' αντιθέσεις που θεματοποιεί ο ''μεταμοντερνισμός'' έρχονται στο προσκήνιο της ιστορίας ως εκείνες που πρέπει να επιλυθούν.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι από μια συνεπή ''μαρξιστική'' σκοπιά, ο ''μεταμοντερνισμός'' φαίνεται αντεπαναστατικός πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση, αφού αποπροσανατολίζει από την κυρίαρχη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, και επαναστατικός, ή καλύτερα πιο επαναστατικός (ένα από τα εργαλεία επαναστατικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων) μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ή ορθότερα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του ''μεταμοντερνισμού'' είναι ευθέως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Και, αντίστροφα, ο βαθμός επαναστατικότητας και εφαρμοσιμότητας του κλασικού μαρξισμού είναι αντιστρόφως ανάλογος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, καθώς, όσο προσεγγίζουμε τον κομμουνισμό, τόσο απομακρυνόμαστε από το καπιταλιστικό παρελθόν, του οποίου ο κλασικός μαρξισμός αποτέλεσε τη συνεπέστερη κριτική-άλλωστε, ο κλασικός μαρξισμός, μην έχοντας και την εμπειρία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ελάχιστα είπε και ελάχιστα θα μπορούσε να πει για τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'', γεγονός που αναγνωρίστηκε από τον Λένιν και όλους τους άλλους βασικούς πρωταγωνιστές των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, γεγονός που επίσης έγινε αντιληπτό όταν τέθηκαν επί τάπητος δύσκολα ζητήματα όπως το αν υπάρχει μια ''πολιτική οικονομία'' του σοσιαλισμού, πώς απονεκρώνεται το Κράτος, κ.α.
  
Για να δώσουμε μερικά απτά παραδείγματα, σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' και πχ η ''αποδόμηση'' του Derrida ή η ψυχανάλυση του Lacan (αν όλοι αυτοί αποκληθούν ''μεταμοντέρνοι'') για τη ''προσωπολατρία'', τη ''μητέρα ΕΣΣΔ'', τον ''πατερούλη'' αλλά και την επιθυμητική διάσταση όλων των νέων ''δυϊσμών'' (π.χ κομματικός-μη κομματικός, πιστός) που δομούσαν τη σοβιετική εξουσία, και των ορίων τους.  Πολλά θα είχε να πει ο ''μεταμοντερνισμός'' π.χ ο Foucault (αν θεωρηθεί ''μεταμοντέρνος'') για το Κράτος, τις νέες μορφές επιτήρησης και τιμωρίας αλλά και τις παλιές που διατηρήθηκαν, αλλά και όλες εκείνες τις ''μικροεξουσίες'' που εξακολουθούσαν να δρουν στην ΕΣΣΔ, αθέατες στα μάτια των περισσότερων μαρξιστών. Πολλά θα μπορούσαν να πουν οι Deleuze-Guattari για τη ''πατρίδα του σοσιαλισμού'', τους νέους κώδικες, τους παρανοϊκούς σχηματισμούς και τις σχιζοφρενοποιήσεις που έφερε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Και είναι αλήθεια, πως όλοι οι παραπάνω, κάτι είπαν για την ΕΣΣΔ (για παράδειγμα, ο Foucault για τις φυλακές, οι Deleuze-Guattari για τον ''δημοκρατικό συγκεντρωτισμό'', κ.α).

3. Η ικανότητα του ''μεταμοντερνισμού'' να αναλύει οτιδήποτε άλλο εκτός από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, σε συνδυασμό με την ήττα των επαναστατικών δυνατοτήτων στη Δύση (κυρίως σε Γερμανία και Ιταλία) και τη νίκη του Κεφαλαίου, ήταν εκείνη που μετέτρεψε τον ''μεταμοντερνισμό'' σε φοβερά αποτελεσματικό όπλο κριτικής απέναντι στην ΕΣΣΔ, και ταυτόχρονα ως μέσο απόκρυψης ή υποβάθμισης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, σε έναν κόσμο όπου όλο και περισσότερο κυριαρχεί το χρήμα και η επιδίωξη του κέρδους. Ή μάλλον, ακριβώς η ήττα των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στη Δύση ήταν εκείνη που επέτρεψε, σαν ανεστραμμένο είδωλο της σοβιετικής ''Ανατολής'', να αναπτυχθεί ιστορικά μια κριτική όλων των πλευρών της εξουσιαστικής κοινωνικής ζωής με εξαίρεση τη κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή η ιστορική πραγματικότητα λοιπόν εξηγεί το σημείο 1 και τη κυρίαρχη ψυχροπολεμική ερμηνεία της γαλλικής φιλοσοφικής παράδοσης ως ''μεταμοντέρνας'' από την κυρίαρχη τάξη αλλά και τις εμφάσεις των ίδιων των ''μεταμοντέρνων'', στο βαθμό που δεν κράτησαν τις απαραίτητες από τον καπιταλισμό αποστάσεις, καταλήγοντας ουσιαστικά να τον προτιμήσουν έναντι της ΕΣΣΔ-όπως και ο περισσότερος κόσμος, όταν ο καπιταλισμός έγινε, κυρίως καταναλωτικά, πιο επιθυμητός. Ο ''μεταμοντερνισμός'' συμβόλισε τον δυναμισμό ενός μετα-βιομηχανικού, άρα και μετα-νεωτερικού μέλλοντος απεριόριστων καταναλωτικών επιθυμιών, ενώ η ΕΣΣΔ την απολίθωση του νεωτερικού παρελθόντος και των κοινωνικών αναγκών του μέσα στο παρόν. Μόνο που ο ''μεταμοντερνισμός, ως όπλο κριτικής και αν πάψει να είναι ''μεταμοντερνισμός'' αλλά το σύνολο των αναλυτικών εργαλείων που μας έδωσαν οι ''μεταμοντέρνοι'', μπορεί δομικά να στραφεί ενάντια σε κάθε είδους κρατική δομή και δυϊστική ταξινόμηση ενός κώδικα εξουσίας, άρα και ενάντια στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αν συναρθρωθεί με μια κριτική προς την κεφαλαιοκρατία πολιτική οικονομία και με μια σφαιρική, πλανητική αντίληψη, η οποία έχει καταστεί δομικά εφικτή στην εποχή της καπιταλιστικής ''παγκοσμιοποίησης''. Άλλωστε, ο μετα-μοντερνισμός δεν ήταν παρά μια μεταβατική μορφή, η θεωρητική έκφραση μιας μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού (και κριτική προς αυτό, άρα κριτική πρωτίστως ενάντια στην ΕΣΣΔ και δευτερευόντως ενάντια στη κρατικομονοπωλιακή ρύθμιση του καπιταλισμού), προς το σημερινό στάδιο ανάπτυξης, ολοκλήρωσης και κρίσης του καπιταλισμού. 

4. Η διαλεκτική ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και θεωρητικού ''μεταμοντερνισμού'', λοιπόν, αν σε πρώτο επίπεδο είναι μια διαλεκτική αντίθεση της ''οικονομικής βάσης'' (κεφάλαιο-εργασία) και του ''εποικοδομήματος'' (μη ''οικονομικές'' σφαίρες εξουσίας και κοινωνικού βίου), σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι αντανακλασμένη η διαλεκτική αντίθεση του Ψυχρού Πολέμου, όπου στην ΕΣΣΔ αποδίδεται ο ρόλος του παρελθόντος βιομηχανικού-νεωτερικού και στον δυτικό καπιταλισμό ο ρόλος του μέλλοντος-μεταβιομηχανικού/μετανεωτερικού. Σε ένα τρίτο επίπεδο, άρα, εκφράζει σε μεταβατική μορφή την αντίθεση κρατικομονοπωλιακού-ολοκληρωτικού καπιταλισμού (παρελθόντος και μέλλοντος παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος). Όμως, εκτός από το επίπεδο της αντίθεσης, υπάρχει και το επίπεδο της αντίφασης ή του παραδόξου, όπου οι δύο πόλοι αλληλοπροϋποτίθενται και αλληλοαναιρούνται αλληλοεισδύοντας ο ένας στον άλλο. Ο ''μεταμοντερνισμός'', σε μεγάλο βαθμό, ξεπήδησε από το ''πνεύμα του Γαλλικού Μάη'' και εξέφρασε την ιστορική αναγκαιότητα, που επεσήμαναν τόσο ο Μάο όσο και ο Λένιν, μιας πολιτικής και πολιτιστικής επανάστασης μέσα στον σοσιαλισμό, μιας ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', μια επανάσταση στο ''εποικοδόμημα'' και όχι μόνο στην οικονομική ''βάση''. Δεν είναι τυχαίο πόσο ο ''μαοϊσμός'' (σύμβολο της πολιτισμικής επανάστασης), όσο και ο ''τροτσκισμός'' (σύμβολο της πολιτικής επανάστασης), αποτέλεσαν δύο κριτικές προς την ΕΣΣΔ που προέκυψαν με ιστορικά αναγκαίο τρόπο από τις αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' και της ''σοσιαλιστικής οικοδόμησης'', αντιφάσεις τις οποίες είχε εύστοχα επισημάνει και η δυτική-καπιταλιστική κριτική στην ΕΣΣΔ (βλ. και τη δημοφιλία της πρώιμης κριτικής της Λούξεμπουργκ στους μπολσεβίκους, την οικειοποίηση των γραπτών του Γκράμσι από τον ευρωκομμουνισμό, κ.α). Για το λόγο αυτό, μαοισμός και τροτσκισμός, υπό μία ορισμένη ερμηνεία τους από τον δυτικό καπιταλισμό (όπως συνέβη με τον ''μεταμοντερνισμό''), έγιναν ρεύματα συμβατά με την καπιταλιστική αναπαραγωγή, όχι συνολικά αλλά τμηματικά, σε ορισμένες πλευρές τους που συγκρατούσε αυτή η ερμηνεία. Έτσι, τον Τρότσκυ μπορούσαν να τον επικαλούνται, όπως και τον Μάο, ενάντια στην ΕΣΣΔ, με τρόπο πάντως λιγότερο χυδαίο σε σχέση με τη διαρκή επίκληση του Λένιν και του λενινισμού της ''άμεσης τακτικής Αριστερής Κυβέρνησης'' του σήμερα. Ο Τρότσκυ ήταν η ''εσωτερική αντιπολίτευση'', την οποία μπορούσε να αξιοποιήσει ο δυτικός καπιταλισμός, ανεξαρτήτως του δικαίου ή του αδίκου της, για να απονομιμοποιήσει το σοβιετικό κράτος που μπλόκαρε τις επενδυτικές ροές του κεφαλαίου και υποσχόταν ένα καλύτερο μέλλον για την εργατική τάξη, την ωθούσε σε μεγαλύτερες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις κ.α. Ο Μάο ''μεταμοντερνοποιήθηκε'', αφού η έμφασή του στην ''πολιτιστική επανάσταση'' και το Μεγάλο Άλμα της κριτικής του στον οικονομισμό και την μονολιθική σύλληψη της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας, επέτρεπε μια μεταμοντέρνα μετατόπιση του κέντρου βάρους της κριτικής αναζήτησης, ιδίως της νεολαίας, από τον αντικαπιταλισμού στην πολιτισμική κριτική, στις ''δευτερεύουσες αντιθέσεις'' κ.ο.κ. Ο επονομαζόμενος ''δυτικός μαρξισμός'' ήταν μια απάντηση στις πρώτες τέτοιου τύπου κριτικές που ασκήθηκαν, πολύ πριν τον γαλλικό Μάη (βλ. χαρακτηριστικά την Σχολή της Φρανκφούρτης), και μια προσπάθεια αφομοίωσης της κριτικής προς την ΕΣΣΔ, ενώ ο ''μεταμαρξισμός'' ήταν η μεταμοντερνοποίηση του ίδιου του μαρξισμού.
  
Σημασία έχει πως η ιστορική αναγκαιότητα μιας ''πολιτικής'' και μιας ''πολιτιστικής'' επανάστασης, εκτός από την επανάσταση στην ''οικονομία'' (κεφάλαιο-εργασία), γεννήθηκε μέσα στη διαδικασία των πρώιμων σοσιαλιστικών επαναστάσεων και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και έτσι, παραδόξως, ο ''μεταμοντερνισμός'' αποτελεί, μέσα από διάφορες διαμεσολαβήσεις, κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'', όπως κομμάτι της ιστορίας του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' αποτελεί ο γαλλικός Μάης, η Ιταλία του 1970, η Ουγγαρία, τα αντιαποικιοκρατικά κινήματα σοσιαλιστικής κατεύθυνσης κ.α. Γιατί, τελικά, η διαλεκτική (υπαρκτού) σοσιαλισμού και μαρξιστικής θεωρίας-δυτικού καπιταλισμού και θεωρητικού μεταμοντερνισμού, στα διάφορα επίπεδά της, δεν ήταν παρά μια διαλεκτική αυτοαναφορά και αυτοεκδίπλωση της Ιστορίας και του κομμουνισμού ως δυνατότητας (ή της παγκόσμιας κοινοπολιτείας ως δυνατότητας), ως ''κίνησης που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων''. Και αν αυτό μοιάζει ιδεαλιστικό, και πολύ νεωτερικό, ας το πούμε, οντολογικά, ''Αποδόμηση εν δράσει'', με τον τρόπο του, υπεράνω πάσης υποψίας....Derrida:


5. Η θέση μου, λοιπόν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής; οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις γέννησαν την αναγκαιότητα μιας πολιτικής και πολιτιστικής ''επανάστασης μέσα στην επανάσταση'', και η αναγκαιότητα αυτή, την οποία δεν εκπλήρωσαν οι πρώιμες σοσιαλιστικές επαναστάσεις, ήταν η ιστορικά αναγκαία κριτική απέναντι στην επανάσταση και αυτο-κριτική της επανάστασης στον εαυτό της, που προέκυψε δηλαδή μέσα από τις ίδιες τις αντιφάσεις της και τα ιστορικά της όρια. Κριτική περί των ιστορικών ορίων και των δυνατοτήτων υπέρβασης της παγκόσμιας κρατικομονοπωλιακά ρυθμισμένης καπιταλιστικής οικονομίας-άρα μια κριτική που αφορούσε, με άνισο βέβαια τρόπο, τον βιομηχανικό κρατικό σοσιαλισμό και ταυτόχρονα τον βιομηχανικοκεντρικό κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο ''μεταμοντερνισμός'' ήταν η ιδεολογική αξιοποίηση των αντιφάσεων του κρατικού σοσιαλισμού από το δυτικό καπιταλισμό, και ο ''υπαρκτός σοσιαλισμός'',  σαν αντίπαλο δέος, επέδρασε καταλυτικά στην βελτιστοποίηση των καπιταλιστικών μεθόδων εξουσίας και παραγωγής (βλ. ΝΑΤΟ, νέες τεχνολογίες και μορφές ελέγχου), άρα επέδρασε καταλυτικά (ο υπαρκτός σοσιαλισμός) και στην δημιουργία προϋποθέσεων μετάβασης από το κρατικομονοπωλιακό στο ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού, που εμπεδώθηκε, διόλου τυχαία, με την κατάρρευση (λόγω εσωτερικών αντιφάσεων) και ανατροπή της ΕΣΣΔ.

Όσοι αποκλήθηκαν ''μεταμοντέρνοι'' δεν εξέφρασαν απλώς το ''πνεύμα της εποχής'' του δυτικού καπιταλισμού, αλλά και τις αναγκαίες αντιφάσεις του ''υπαρκτού σοσιαλισμού'' κατά τη ''σοσιαλιστική οικοδόμηση'' (με τη μεσολάβηση κυρίως του μαοϊσμού και του τροτσκισμού, αλλά και των πολιτικών του Γαλλικού ΚΚ και των γεγονότων του γαλλικού Μάη, κ.α). Εκφράζουν, επιπλέον, και τη σύνολη διαλεκτική ιστορικού καπιταλισμού-υπαρκτού σοσιαλισμού. 
  
Η σύγχρονη επαναστατική θεωρία οφείλει να διεκδικήσει τον δικό της Foucault, τον δικό της Derrida, τον δικό της Lacan, και πάνω από όλα, τους δικούς της Deleuze και Badiou, πολύ απλά γιατί ο ''μεταμοντερνισμός'' ως ερμηνεία τους δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τον πλούτο των προβληματισμών και των εννοιών τους, και πάνω από όλα την ιστορική αναγκαιότητα των ιδεών τους, ειδικά των δύο τελευταίων. Ό,τι αποκλήθηκε ''μεταμοντερνισμός'' εμπερικλείει αναλυτικά εργαλεία και ιστορικές κριτικές εμπειρίες πολύτιμες για τις μελλοντικές αντικαπιταλιστικές επαναστάσεις (σε πολλά επίπεδα, στην πολιτική, την τέχνη, τη θεωρία του υποκειμένου κ.α), αναλυτικά εργαλεία που πρέπει να συλληφθούν με συστηματικό, και όχι ''εκλεκτικιστικό'' τρόπο, με γνώμονα την επαναστατική διαλεκτική λογική και τον μεταδιαλεκτικό της ορίζοντα, την πραγματική και ''ενεργό ουτοπία'' (κατά την έκφραση των Deleuze-Guattari) του Άλλου Κόσμου και της Άλλης κοινωνίας. 

Καλό θα ήταν ορισμένοι μαρξιστές να το καταλάβουν αυτό, και να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν τα κεκτημένα της αστικής επιστήμης και θεωρίας, πάνω από όλα τα κεκτημένα της πλανητικής ιστορίας της ανθρωπότητας, αντί να προσπαθούν να οικειοποιηθούν το ''Έθνος'', την αστική δημοκρατία και τα κοινοβουλευτικά επιτροπάτα, και δεν ξέρω και εγώ τί άλλο.

Το Ερευνητικό Πρόγραμμα που αντιστοιχεί σε όλα τα παραπάνω, είναι βασικά ένα: συγκριτική μελέτη μεταπολεμικής σοβιετικής και δυτικοκαπιταλιστικής οικονομικής και πολιτισμικής/καλλιτεχνικής θεωρίας. 


Σχόλιο ιστολογίου: Με μεγάλη χαρά αναδημοσιεύουμε αυτή τη συμβολή από τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών, δίχως ασφαλώς να ενστερνιζόμαστε ή να προσυπογράφουμε το σύνολο των παραδοχών, των εκτιμήσεων και των λεπτομερειών της. - W. Κ.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Χωρίς αναδιανομή δεν υπάρχει ηγεμονία!


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων και σε βάρος του πλούτου της αστικής τάξης έγινε αντιληπτή από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, ως ένα καθήκον κοινωνικής δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της δραματικής κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η αναδιανομή δεν είχε εγγραφεί, δηλαδή, σε ένα μακροοικονομικό σχέδιο που, αποτελώντας μέρος της διαχείρισης του συστήματος, θα μετέτρεπε παράλληλα τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, ώστε να εξυπηρετήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Μοι­ραία, αυτή η «δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια», που πε­ριέ­βαλ­λε το νόημα της ανα­δια­νο­μής, συ­νο­δεύ­ει τώρα το κόμμα στα πρώτα του βή­μα­τα στην κυ­βέρ­νη­ση και έχει κά­ποιος πολ­λούς λό­γους να υπο­ψιά­ζε­ται ότι η κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή κα­θο­δη­γεί­ται από την ιδέα ότι η ανα­δια­νο­μή υπέρ της ερ­γα­σί­ας μάλ­λον βλά­πτει τις επι­χει­ρή­σεις και την απα­σχό­λη­ση. Μοιά­ζει η κυ­βέρ­νη­ση να ακο­λου­θεί πλέον τη γραμ­μή ότι πρέ­πει να απο­δο­θεί στις επι­χει­ρή­σεις ένα είδος πρω­το­κα­θε­δρί­ας ένα­ντι των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Οι εν­δεί­ξεις είναι πε­ρισ­σό­τε­ρες, αλλά δύο από αυτές είναι οι πλέον ισχυ­ρές: Ήδη πριν από τη συμ­φω­νία της 20ής Φε­βρουα­ρί­ου, πριν δη­λα­δή να εμπλα­κούν άμεσα στις υπο­θέ­σεις μας οι «θε­σμοί», η κα­τεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου Ερ­γα­σί­ας στο ζή­τη­μα της αύ­ξη­σης του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ λει­τούρ­γη­σε ως ση­μαί­νον ενός πολύ δυ­σά­ρε­στου υπο­νο­ού­με­νου, σύμ­φω­να με το οποίο οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών είναι ένα ανα­γκαίο κακό, διότι αυ­ξά­νουν το κό­στος των μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, οδη­γούν πολ­λές από αυτές σε αδιέ­ξο­δο και τε­λι­κώς αυ­ξά­νουν την ανερ­γία.

Σύμ­φω­να με τον ισχυ­ρι­σμό των μι­κρών αφε­ντι­κών (ιδιαί­τε­ρα των συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ών τους ΕΣΕΕ και ΓΣΒΕΕ), οι επι­χει­ρή­σεις αυτές πρέ­πει να δια­σω­θούν από το πρό­σθε­το κό­στος των 751 ευρώ (ένα­ντι 586 που απο­λαμ­βά­νουν τώρα), το οποίο «δεν αντέ­χουν» για να μην αυ­ξη­θεί η ανερ­γία.

Το υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας, λοι­πόν, φαί­νε­ται ότι υιο­θε­τεί την άποψη των μι­κρών αφε­ντι­κών (του­λά­χι­στον με βάση τις δη­μο­σιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλλά και τα υπο­νο­ού­με­να των σχε­τι­κών δη­λώ­σε­ων του υπουρ­γού) ότι πρέ­πει ως κοι­νω­νία να προ­στα­τέ­ψου­με μια με­ρί­δα της οι­κο­νο­μί­ας που επι­ζεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους ερ­γα­ζό­με­νους, τους φο­ρο­λο­γού­με­νους, τις άλλες μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν άντε­ξαν τον αθέ­μι­το αντα­γω­νι­σμό, τους κα­τα­να­λω­τές που είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να κα­τα­βάλ­λουν υψη­λές τιμές για τις άθλιες υπη­ρε­σί­ες των εν λόγω επι­χει­ρή­σε­ων.

Σύμ­φω­να με το σχέ­διο του υπουρ­γεί­ου, θα πρέ­πει ως κοι­νω­νία να δε­χθού­με να πλη­ρώ­σου­με το κό­στος για να ρυθ­μι­στούν οι οφει­λές αυτών των επι­χει­ρή­σε­ων προς τις τρά­πε­ζες, τα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία και την εφο­ρία, ώστε να απο­φευ­χθούν τα «λου­κέ­τα» και η αύ­ξη­ση της ανερ­γί­ας.

Ωστό­σο, ο ισχυ­ρι­σμός ότι θα αυ­ξη­θεί η ανερ­γία εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν μπο­ρούν να αντέ­ξουν την αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ είναι λαν­θα­σμέ­νος. Βρα­χυ­πρό­θε­σμα και με­σο­πρό­θε­σμα, ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων κα­θο­ρί­ζε­ται από τη συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση που απευ­θύ­νε­ται στην οι­κο­νο­μία και δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από τον αριθ­μό των επι­χει­ρή­σε­ων που ικα­νο­ποιούν αυτή τη ζή­τη­ση.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι, η ζή­τη­ση που ικα­νο­ποιού­σαν μέχρι σή­με­ρα (δη­λα­δή η πε­λα­τεία τους) θα με­τα­φερ­θεί στις επι­χει­ρή­σεις που «αντέ­χουν» τα 751 ευρώ. Οι τε­λευ­ταί­ες θα αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους για να ικα­νο­ποι­ή­σουν την επι­πλέ­ον ζή­τη­ση που θα προ­έλ­θει για αυτές από τη με­τα­τό­πι­ση της πε­λα­τεί­ας και μαζί με αυτή θα αυ­ξή­σουν την απα­σχό­λη­ση. Οι επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι θα βά­λουν λου­κέ­το και ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων θα πα­ρα­μεί­νει ο ίδιος. Οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών στην Ελ­λά­δα, όπως και σε πολ­λές άλλες χώρες, έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση παρά ως κό­στος, όπως επί­μο­να εξη­γεί το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επί ει­κο­σα­ε­τία, αλλά αυτό δεν φαί­νε­ται να περ­νά­ει τόσο εύ­κο­λα στην κυ­βέρ­νη­ση.

Στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα μας οδη­γεί και το άλλο επει­σό­διο, όπου ο υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών νιώ­θει υπο­χρε­ω­μέ­νος να εξη­γή­σει, σε συ­νέ­δριο, ότι δεν έχει υπο­σχε­θεί ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ούτε ένα ευρώ πάνω από τα 700, εν είδει απο­λο­γί­ας προς τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους συ­να­δέλ­φους του. Αυτό το στε­νό­χω­ρο επει­σό­διο μάς λέει το εξής: κατά τα φαι­νό­με­να, στην αντί­λη­ψη του υπουρ­γού προ­ϋ­πό­θε­ση της ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος υπέρ της ερ­γα­σί­ας είναι η αύ­ξη­ση του ΑΕΠ. Πρώτα δη­λα­δή να με­γα­λώ­σει η πίτα και μετά ας με­γα­λώ­σει το κομ­μά­τι που παίρ­νει η ερ­γα­σία, και για να με­γα­λώ­σει η πίτα πρέ­πει οι μι­σθοί πρώτα να δια­τη­ρη­θούν σε χα­μη­λά επί­πε­δα, γι’ αυτό και ο υπουρ­γός δεν έχει υπο­σχε­θεί ούτε ένα ευρώ σε όσους παίρ­νουν πάνω από τα 700.

Αυτή όμως είναι η κε­ντρι­κή θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της σύγ­χρο­νης ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Η θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς είναι το αντί­στρο­φο: για όσο καιρό οι επι­χει­ρή­σεις δια­θέ­τουν αχρη­σι­μο­ποί­η­το ένα μέρος των εγκα­τα­στά­σε­ών τους, οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών οδη­γούν σε πολ­λές χώρες (με­τα­ξύ των οποί­ων και στην Ελ­λά­δα) σε αύ­ξη­ση του προ­ϊ­ό­ντος και της απα­σχό­λη­σης. Εάν αυ­ξη­θούν οι μι­σθοί, ξε­κι­νώ­ντας από τον κα­τώ­τα­το, θα αυ­ξη­θεί το ΑΕΠ, διότι ο μι­σθός έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση από όση έχει ως κό­στος.

Το δικό μας συμ­φέ­ρον, το συμ­φέ­ρον των ερ­γα­ζο­μέ­νων, που εν προ­κει­μέ­νω είναι η ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, θα οδη­γή­σει σε άνοδο της πα­ρα­γω­γής και των ει­σο­δη­μά­των, θα συμ­βά­λει στην άρση της οι­κο­νο­μι­κής δυ­σπρα­γί­ας και θα με­τα­τρα­πεί έτσι σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Όταν όμως το ιδιαί­τε­ρο με­ρι­κό συμ­φέ­ρον της τάξης μας με­τα­τρέ­πε­ται σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον, η πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία μάς ανή­κει. 

Εάν όμως η κυ­βέρ­νη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ακο­λου­θή­σει τη στρα­τη­γι­κή της πρω­το­κα­θε­δρί­ας των επι­χει­ρή­σε­ων και του «λιτού βίου», προ­κει­μέ­νου να αυ­ξη­θεί το προ­ϊ­όν, τότε παί­ζει ήδη στο πεδίο του αντι­πά­λου και εί­μα­στε σε δια­δι­κα­σία απώ­λειας της πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας.


Πηγή Rproject

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Ο Μαρξ και η δημοκρατία


του Αλέξανδρου Χρύση


Χωρίς αμφιβολία, ένα βιβλίο με τίτλο Ο Marx της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποτελεί έκπληξη για το σύγχρονο αναγνώστη διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα. Σε καιρούς βαθύτατης και πολύμορφης κρίσης του καπιταλισμού ολοένα και περισσότεροι κριτικά σκεπτόμενοι και κοινωνικά ευαίσθητοι άνθρωποι της γενιάς μου ή και μεγαλύτερης ηλικίας, άνθρωποι που, πριν από δεκαετίες, είχαν επιλέξει να τοποθετήσουν οριστικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τους τα έργα του Marx και να στριμώξουν σε μια γωνιά της ψυχής και του νου τους τη δική τους κριτική στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αρχίζουν να το ξανασκέφτονται. Αλλά και οι νεότεροι, ειδικότερα όσοι -και δεν είναι λίγοι- συνειδητοποιούν το βαθύτερο υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο τους οδηγεί ο κόσμος της εγχώριας και διεθνούς κεφαλαιοκρατίας, έστω και εξαρτημένοι, σε μεγάλο βαθμό, από τη λεγόμενη μετα-μαρξιστική φιλολογία, στον αγώνα τους για έναν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ‘καλύτερο κόσμο’, δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να αγνοούν ή να υποτιμούν τον Marx και τον πλούτο της επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας, διότι πράγματι, όσο στερεότυπο και αν ακούγεται, χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα.

Πέραν, όμως, αυτής της γενικής τοποθέτησης, που αποτελεί ψήγμα μιας προσωπικής εξομολόγησης ή και μιας ιδεολογικής εμμονής του συγγραφέα, χρειάζεται ίσως και μια σύντομη αναφορά στο ευρύτερο σχέδιο μελέτης, μέρος του οποίου αποτελεί αυτό το βιβλίο. Ο Marx της δημοκρατίας, ο δημοκράτης Marx, που θα συναντήσουμε στις σελίδες που ακολουθούν,  είναι ο στοχαστής που δεν έχει αποφασίσει ακόμη την ένταξή του στην κομμουνιστική υπόθεση· συνειδητοποιεί, ωστόσο, και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς, τι σημαίνει ο διχασμός του ανθρώπου σε ιδιώτη και πολίτη, το ρόλο του κράτους για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πλουσίων και την εκμετάλλευση των φτωχών, την επίδραση που ασκεί ο τύπος στη διαμόρφωση της στάσης ζωής των ανθρώπων, αλλά και τη σημασία της γραφειοκρατίας ως προνομιακής ενασχόλησης με την πολιτική εξουσία και την άσκησή της προς όφελος των οικονομικά ισχυρών.

Ο Marx της δημοκρατίας, ο πολίτης Marx, αν και δεν έχει υιοθετήσει ακόμη την οπτική της πάλης των τάξεων και δεν έχει ανακαλύψει τον κόσμο της πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, κατανοεί και αναδεικνύει με σαφήνεια την ανάγκη μιας ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της κοινωνίας των ιδιωτών και του κράτους, με στόχο μάλιστα να πάψει το κράτος να αποτελεί καρκίνωμα πάνω στο σώμα της κοινωνίας και η πολιτική, από προνόμιο των λίγων και των ειδικών, να γίνει ζωτική λειτουργία, τρόπος ζωής της κοινωνίας ως ολότητας, τρόπος συγκρότησης και δράσης του λαού ως αυτόνομης, στην κυριολεξία του όρου, συλλογικότητας. Αυτός είναι ο θεματικός πυρήνας της ‘αληθινής δημοκρατίας’, που υπερασπίζεται ο Marx, πριν ακόμη συγγράψει και δράσει ως κομμουνιστής, πυρήνας στην αποκωδικοποίηση του οποίου είναι αφιερωμένη η παρούσα μελέτη.

Οφείλω, εντούτοις, κάποιες ακόμη διευκρινίσεις. Σημείωσα ότι ο Marx της δημοκρατίας αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου μελέτης. Θα ήθελα, λοιπόν, να γνωρίζει ο αναγνώστης ότι προχωρώ ήδη στην επεξεργασία του επόμενου μέρους του ερευνητικού σχεδίου μου. Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για ένα δεύτερο βιβλίο με θέμα τον Marx του κομμουνισμού, έτσι ώστε να προκύψει, όσο το δυνατόν σαφέστερα, η πολύπαθη σχέση δημοκρατίας και κομμουνισμού μέσα από το έργο του ίδιου του Marx. Εν πάση περιπτώσει, μέσα από τις γραμμές του Marx της δημοκρατίας η καθολική υπόθεση εργασίας μου διατυπώνεται χωρίς υπαινιγμούς και παραδίδεται από τώρα στη βάσανο της κριτικής των αναγνωστών του παρόντος τόμου: ο Marx του κομμουνισμού δε θα διαγράψει ποτέ τον Marx της δημοκρατίας. Η συνηγορία της ‘αληθινής δημοκρατίας’ δεν αποτέλεσε ‘νεανικό αμάρτημα’ ενός ιδιοφυούς κατά τα άλλα ριζοσπάστη φιλοσόφου. Αποτέλεσε στιγμή της διαλεκτικής πορείας του ίδιου του στοχαστή, με έμμεσες, συνήθως, αλλά σαφείς επιρροές στα επαναστατικά κινήματα, που εμπνεύστηκαν από το έργο του.

Στο πλαίσιο της διαλεκτικά αναπτυσσόμενης μαρξικής θεωρίας του κράτους, ο κομμουνισμός δεν καταργεί, αλλά υπερβαίνει τη δημοκρατία. Δεν την εκμηδενίζει, αλλά την αίρει σε ένα ανώτερο επίπεδο και τη μετασχηματίζει από θεσμικό-τεχνικό σύστημα χειραγώγησης συνειδήσεων σε συλλογικό τρόπο αυτοπροσδιορισμού των πολιτών ως μελών της κοινότητας. Το αίτημα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, μιας κοινωνίας που παύει να είναι κοινωνία των ιδιωτών, όπως ακριβώς το διατυπώνει το 1843 ο Marx της δημοκρατίας, προαναγγέλλει την ιστορική προοπτική της προλεταριακής δημοκρατίας της Κομμούνας, όπως θα την αναδείξει το 1871 ο Marx του κομμουνισμού ως θεωρητικός της πάλης των τάξεων και κριτικός της πολιτικής οικονομίας.

Δεν υπεκφεύγω. Έχω πλήρη συναίσθηση  και της θεωρητικής και της πολιτικής σημασίας του ζητήματος, γι’ αυτό, και παρά τον όποιο κίνδυνο σχηματοποίησης, επέλεξα να διατυπώνω τις θέσεις μου με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, αλλά και τεκμηρίωση. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσω σε αυτή τη συγγραφή μου, ο Marx της δημοκρατίας δεν υπήρξε ποτέ ένας θιασώτης του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε, βεβαίως, ένας υποστηρικτής του αστικού κοινοβουλευτισμού, ακόμη και όταν αναδεικνύει την χειραφετητική σημασία του εκλογικού δικαιώματος. Δεν είναι ένας ανυποψίαστος οπαδός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δεν είναι συνεχιστής της πολιτικής θεωρίας ενός Locke, αλλά ένας στοχαστής που οι φιλοσοφικές και πολιτικές ‘εκλεκτικές συγγένειές’ του αναγνωρίζονται στην προσεκτική μελέτη των έργων ενός Machiavelli, ενός Spinoza, ενός Rousseau, όπως αυτή εκβάλλει στην κριτική αναμέτρησή του με τη χεγκελιανή φιλοσοφία του κράτους.

Ο δημοκρατισμός του Marx, που θα γνωρίσει σ’ αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης μιας εποχής, κατά τη διάρκεια της οποίας ο καπιταλισμός εκφράζεται με τις κοινωνικά ανάλγητες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και υλοποιείται πολιτικά με τις πιο εκφυλισμένες εκδοχές κοινοβουλευτισμού, προαναγγέλλει το μαρξικό κομμουνισμό. Ο Marx της δημοκρατίας, που ουδέποτε υπήρξε ένας φιλοσοφικά αφελής θιασώτης της άμεσης δημοκρατίας, διεκδικεί μια κοινωνία χωρίς κράτος, αλλά με την πολιτική να ορίζει και να νοηματοδοτεί ως ανοιχτή συλλογική διαδικασία την ύπαρξή των μελών αυτής της κοινωνίας.  Επιμένω, εν τέλει, στις γραμμές αυτού του βιβλίου ότι, για το δημοκράτη Marx, η διάλυση του κράτους και αυτή της κοινωνίας ως κοινωνίας των ιδιωτών δεν οδηγούν στην κατάργηση της πολιτικής· αντιθέτως, συνεπάγονται την άνθιση της πολιτικής ως τέχνης ζωής, ως πράξης αυτονομίας των μελών μιας ηθικής, στην κυριολεξία του όρου, κοινότητας προσώπων, που δεν είναι άλλη από την κοινότητα των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, όπως θα την προσδιορίσει αργότερα ο Marx του κομμουνισμού.


* Το κείμενο αποτελεί εκτεταμένο απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Αλέξανδρου Χρύση, "Ο Marx της δημοκρατίας", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ. To βιβλίο παρουσιάζεται σε εκδήλωση που διοργανώνουν το ΚΨΜ και η λέσχη θεωρίας και πολιτισμού Αναιρέσεις, την Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 7.00 μ.μ. (Ιπποκράτους 175 β και Λασκάρεως, Εξάρχεια), με ομιλητές τους: Ειρήνη Γαϊτάνου (υποψήφια διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών), Κώστα Γούση (νομικό, ΜΔΕ στην Πολιτική Θεωρία και Φιλοσοφία) και Γιώργο Καλαμπόκα (πολιτικό επιστήμονα, εκδόσεις Εκτός Γραμμής).


Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

«Πάμε και βλέπουμε» ή αντικαπιταλιστική πολιτική;


των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Στη συνθήκη μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που φαίνεται ότι θα ενταθεί[1], κι ενώ η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, προεξάρχοντος του στραπατσαρισμένου Ολάντ, συνδιοργανώνει με την Δεξιά την υπαγωγή των εργαζόμενων της Ευρώπης στον κανόνα της λιτότητας, η Αριστερά είτε θα είναι αντικαπιταλιστική, είτε απλώς θα συντριβεί. Η γαλλική περίπτωση δείχνει ότι τα κοινωνικά στηρίγματα της Αριστεράς διεκδικεί σήμερα επιτυχώς μια Ακροδεξιά που ανεβαίνει παντού στην Ευρώπη, αρνούμενη την διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, μιλώντας εντούτοις «αντισυστημικά», και πείθοντας εκατομμύρια εργαζόμενους ότι το «αντισυστημικό» τους μέλλον είναι η εθνική προτίμηση: η προτεραιότητα των δικαιωμάτων τους έναντι των ξένων και, σε κάθε περίπτωση, η υποστήριξη των εθνικών «τους» κεφαλαίων έναντι των άλλων ευρωπαϊκών. Όσοι άκουσαν την φιλελληνίδα Μαρίν Λεπέν στην τηλεοπτική εκπομπή του θαυμαστή της, Ι. Κ. Πρετεντέρη, κι όσοι είδαν ποιοι ψήφισαν το Εθνικό Μέτωπο την προηγούμενη Κυριακή[2], είχαν μια καλή ευκαιρία να βεβαιώσουν όλα τα παραπάνω.

Στα συμφραζόμενα λοιπόν μιας καπιταλιστικης κρίσης που ενδέχεται σύντομα να βαθύνει, κι άρα με βάση την επείγουσα ανάγκη μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής (πότε θα ήταν πιο επίκαιρη μια τέτοια;), χρειάζεται να αποτιμήσουμε το πρώτο δίμηνο της κυβέρνησης «με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» – από την διαπραγμάτευση και το εσωτερικό μέτωπο, μέχρι την κατάσταση του κόμματος. Εδώ που βρισκόμαστε, το χρήσιμο δεν είναι η σπέκουλα σε πραγματικές αδυναμίες ή η διεκτραγώδηση των συμβιβασμών· δεν είναι, όμως, ούτε κι ο εφησυχασμός στην δημοσκοπική επικύρωση των κυβερνητικών χειρισμών, η εκχώρηση δηλαδή της πολιτικής του κόμματος στην κυβέρνηση.

* * *

Οι δύο πρώτοι μήνες της νέας κυβέρνησης υπήρξαν μια δύσκολη ισορροπία, ανάμεσα σε έναν επώδυνο συμβιβασμό υπό ασφυκτική πίεση, από τη μια, και μια δέσμη σημαντικών πρωτοβουλιών στο εσωτερικό μέτωπο, από την άλλη (ανθρωπιστική κρίση, 100 δόσεις, πρώτη κατοικία, νέα ΕΡΤ, φυλακές, μεταναστευτικό). Όμως, η προφανής σημασία των πρωτοβουλιών αυτών, όπως και η ανακουφιστική δήλωση, ότι η κυβέρνηση προτιμά να πληρώνει μισθούς και συντάξεις αντί για χρέη, δεν αναιρούν την απουσία μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς και για την κυβέρνηση. Το είδαμε με διάφορες αφορμές: την συμπερίληψη, στο επιτελείο της διαπραγμάτευσης, κακόφημων τεχνοκρατών του παλαιού καθεστώτος· την απώθηση μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τους «θεσμούς» ως «Αρμαγεδδώνα»· την μετάθεση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και την μη κατάργηση του νόμου για τις εργάσιμες Κυριακές, υπό το φόβο ενός σοκ στην αγορά· την αδιαφορία του «νομοθέτη» για την εμπειρία της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ3· την αφωνία, στο εσωτερικό μας, τόσο για το πώς αντιμετωπίζεται η διαρκής εκροή καταθέσεων, όσο και για τα αποδεκτά όρια της «δημιουργικής ασάφειας» στα εργασιακά και τις ιδιωτικοποιήσεις. Το ίδιο ισχύει και για άλλα, εξίσου κρίσιμα, που επίσης δεν απασχολούν: ζητήματα συμμετοχής των εργαζομένων και κοινωνικού ελέγχου στον δημόσιο τομέα, που θα έδιναν ισχυρότατη νομιμοποίηση σε μια προοδευτική φορολογική μεταρρύθμιση· ζητήματα αναδιοργάνωσης του συνδικαλισμού και εργατικού ελέγχου στις επιχειρήσεις· η αντιμετώπιση της ανεργίας, απουσία ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς τα περιθώρια της καπιταλιστικής κερδοφορίας μέσα στην κρίση θα παραμείνουν για καιρό χαμηλά. Και βέβαια η επείγουσα διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στη λιτότητα.

Δεν είναι θέμα κακών προθέσεων ή κάποιας κλίσης προς τον συμβιβασμό. Η έλλειψη αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «άποψη», που λέει περίπου τα εξής: Η νέα κυβέρνηση δεν εκλέχτηκε για να οργανώσει την μετάβαση στον σοσιαλισμό – αυτό δεν τίθεται καν στην παρούσα δυσμενή συγκυρία· εκλέχτηκε ως κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας», ειδικού σκοπού, άρα χρειάζεται μια «πρακτική» πολιτική: ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, αναθέρμανση της οικονομίας μέσω τόνωσης της ζήτησης, προοδευτική φορολογία. Πέρα από τις μαρξιστικές αναλύσεις, λοιπόν, η ρεαλιστική πρακτική πολιτική είναι –υποστηρίζεται άρρητα ή ρητά– η κεϋνσιανή πολιτική. Τα άλλα άλλοτε.

Στην άποψη αυτή, που διαχωρίζει το άμεσο και πρακτικό (νεοκεϋνσιανό) από το μεσο-μακροπρόθεσμο (αντικαπιταλιστικό), βλέποντας το δεύτερο ως θεωρητική εμμονή, μοιάζει να συναντιούνται δύο αντιπαρατιθέμενα «μπλοκ» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Σχηματοποιώντας: από τη μια αυτοί που θεωρούν απαγορευτική την σύγκρουση με τους «θεσμούς», χάριν της παραμονής στην Ευρωζώνη· από την άλλη εκείνοι που καιρό τώρα ζητούν την επιστροφή, χωρίς συγκρούσεις και εδώ, στο εθνικό νόμισμα. Παραδόξως, η δεύτερη στρατηγική έχει πολιτογραφηθεί ως αριστερή εσωκομματική αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ – ενώ πρόταγμά της, όπως το θέτει ο Κώστας Λαπαβίτσας, είναι μια ελληνική ΝΕΠ, στηριγμένη στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις[3]. Ότι στο περιβάλλον της καπιταλιστικής κρίσης, τα περιθώρια κερδοφορίας (και) αυτών των τελευταίων περνούν από την περαιτέρω αξίωση επί του μισθού και των εργατικών δικαιωμάτων –κι ενώ η πραγματικότητα της εργασιακής φτώχειας (βλ. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2012) αποτελεί το προοίμιο μιας νέας ανθρωπιστικής κρίσης– μοιάζει να μην απασχολεί.

Κρίνοντας από την πολιτική απόφαση της τελευταίας Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, και την μέχρι τώρα γενική διάταξη του κόμματος, τα περισσότερα από τα παραπάνω, ενώ απασχολούν όλους, βρίσκονται εκτός συζήτησης μεταξύ στελεχών, μελών και συλλογικών σωμάτων. Ένα ζήτημα είναι αν (και πού αλλού) συζητιούνται. Ένα άλλο είναι ότι το κόμμα μας, ο συλλογικός δηλαδή διανοούμενος, πρέπει να τα αναλάβει –να τα αναλάβουμε– το συντομότερο δυνατό.


Το κείμενο δημοσιεύεται στην Κυριακάτικη Αυγή (29.3.2015)

______________





Πηγή Red NoteBook

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Ο πλανήτης των Νέγρων


του Keunermann


Η όχι πάντα ειρηνική συνύπαρξη δύο διαφορετικών κόσμων, η ταραχώδης σχέση, η διαλεκτική κυρίου και δούλου: Αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι μεταξύ άλλων και το ζήτημα που πραγματεύεται η σειρά επιστημονικής φαντασίας του «Πλανήτη των πιθήκων», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Pierre Boulle, της οποίας την τελευταία έκφανση παρουσιάζουμε εδώ. Η ταινία αποτελεί συνέχεια της επανεκκίνησης της σειράς που έλαβε χώρα το 2011 και κατά κοινή ομολογία αποδεικνύεται άξιος κληρονόμος ενός ήδη επιτυχημένου εγχειρήματος. Το όλο κόνσεπτ στηρίζεται σε μια ευφυή αντιστροφή των στερεοτύπων περί βιολογικής αφέλιξης ή καθέλιξης (devolution), δηλαδή της άποψης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εξελικτική διαδικασία ενδέχεται να παλινδρομήσει σε απλούστερες, προγενέστερες ή «παρωχημένες» μορφές. 

Σε εκείνο το φιλμ που μας είχε παρουσιάσει ο Rupert Wyatt, είχαμε δει πώς ο γενετικά μεταλλαγμένος πίθηκος Caesar (Andy Serkis, το Γκόλουμ από την τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών») μεγαλώνει κοντά σε ανθρώπους, γνωρίζοντας και τα δύο πρόσωπα αυτού του είδους θηλαστικών, την καλοσύνη και τη βαρβαρότητα και καταλήγοντας εν τέλει να ηγηθεί μιας εξέγερσης παρόμοιων χαρισματικών πρωτευόντων που συνεννοούνται στη νοηματική. Εκπληκτική ήταν η σκηνή όπου ο Caesar μιλά για πρώτη φορά, όντας ο μοναδικός που έχει αυτή τη δυνατότητα, λόγω της καθημερινής τριβής και της αλληλεπίδρασής του με ανθρώπους από όταν ήταν νεογνό. Στην «Αυγή του Πλανήτη των Πιθήκων» παρακολουθούμε τη συνέχεια της ιστορίας δέκα χρόνια μετά, όπου οι πίθηκοι ζουν ειρηνικά και ανενόχλητα σε ένα δάσος, έως ότου η ομαλή κανονικότητα της νέας ζωής τους διαταράσσεται από την απρόσκλητη εισβολή του ανθρώπινου παράγοντα. 


Το στιβαρό σενάριο, η έξυπνη ή μάλλον ώριμη πλοκή και σκηνοθεσία, τα εξαιρετικά εφέ (από τις περιπτώσεις στις οποίες η απόλαυση της παρακολούθησης στις κινηματογραφικές αίθουσες είναι αισθητά μεγαλύτερη), αποτελούν έναν συνδυασμό που ανταποκρίθηκε στα γούστα τόσο του ευρύτερου κοινού όσο και των απαιτητικών θιασωτών της επιστημονικής φαντασίας και της συγκεκριμένης σειράς. Στο ρόλο του σκηνοθέτη τώρα βρίσκεται ο Matt Reeves (“Cloverfield”), ο οποίος έχει ήδη συμφωνήσει και για επόμενη ταινία, ενώ το καστ εμπλουτίζει μεταξύ άλλων ο Gary Oldman




Φανταστείτε ότι το σκάφος του Cooper (Matthew McConaughey) από το “Interstellar” προσεδαφίζεται σε έναν άγνωστο, ανεξερεύνητο πλανήτη, σε μια νέα Αμερική που θα μπορούσε να καταστεί κατοικήσιμη, λύνοντας έτσι το πρόβλημα της ανθρωπότητας. Αλλά εκεί μια δυσάρεστη έκπληξη περιμένει το πλήρωμα του ιστιοφόρου του μελλοντικού Κολόμβου. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί δεν έχουν καμία διάθεση να κλίνουν το γόνυ και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν εγγλέζικα για να εκτιμήσουν τη χριστιανική διδασκαλία, τους δυτικούς κώδικες επικοινωνίας και τις συναφείς τελετουργίες. Ωστόσο, σύντομα συνειδητοποιούν ότι ο μόνος ή μάλλον ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για να ξεφορτωθούν τους αφεντάδες τους είναι η οικειοποίηση των εννοιολογικών εργαλείων τους, ο προσεταιρισμός δηλαδή του διαφωτιστικού προτάγματος και της ορθολογικής κριτικής του υπάρχοντος. Η εθνική ή κοινωνική απελευθέρωση περνά, σαν να λέμε, από την πολιτισμική υποδούλωση και εξάρτηση. Αυτό είναι το δίλημμα που συχνά κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα του αιώνα που πέρασε: Επιστροφή στις ρίζες, σε κάποιο είδος κοινής «ουσίας» και ιστορικής προέλευσης, προκειμένου να νικηθεί ο αλλότριος κατακτητής, ή διάβρωσή του εκ των έσω με ελλοχεύοντα κίνδυνο την απώλεια αυτής ακριβώς της μοναδικότητας της καταγωγής (Martin Luther King και Malcolm X, για παράδειγμα); Σκοπός της μακράς περιδιάβασης στην «κοιλάδα των δακρύων» δεν μπορεί παρά να είναι η έλευση ενός κόσμου, όπου ο Πίθηκος θα είναι για τον Άνθρωπο όχι μονάχα η καταδίκη αλλά κι ο έσχατος προορισμός.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Μόνη διέξοδος η φυγή προς τα εμπρός! - Κριτική αποτίμηση της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας


των Σπύρου Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου


1. Εισαγωγή

Μία αποτίμηση της «μεταβατικής» συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου είναι ότι αποτελεί ανακωχή που επετεύχθη με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και αποδοχή από την άλλη πλευρά (των «θεσμών»). Στο επόμενο διάστημα, μέχρι το πέρας του τετραμήνου, θα διαμορφωθούν οι όροι διαπραγμάτευσης για την επόμενη συμφωνία. Αυτό κατά μία έννοια σημαίνει ότι δεν κρίθηκε τίποτα ακόμη. Όμως, η αποτίμηση αυτή είναι επισφαλής. Πρώτον, η ίδια η «μεταβατική» συμφωνία αλλάζει το συσχετισμό δύναμης. Δεύτερον, επειδή οι «εχθροπραξίες» θα συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του τετραμήνου (έλεγχος των δεσμεύσεων και επανερμηνεία των όρων της από κάθε πλευρά) απαιτείται να κατανοήσουμε πρώτα το τοπίο των διαπραγματεύσεων.


2. Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου: Ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος …

2α. Οι στόχοι της διαπραγμάτευσης

Η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στο Eurogroup της 12ης Φεβρουαρίου, δηλαδή στην πρώτη ουσιαστική φάση της διαπραγμάτευσης, με αίτημα μια συμφωνία σε ένα νέο «πρόγραμμα-γέφυρα», δηλώνοντας ρητά ότι είναι αδύνατη η παράταση του υπάρχοντος προγράμματος, που έχει απορριφθεί από τον ελληνικό λαό:

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1, 9 δις ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δις, ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου, (α) η Ελλάδα θα καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα (β) θα τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι «θεσμοί» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) προσήλθαν στη διαπραγμάτευση με τη θέση ότι η Ελλάδα έπρεπε να ζητήσει εξάμηνη «τεχνική επέκταση» του υφιστάμενου Προγράμματος (το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους δέχθηκαν να μετονομαστεί σε «υφιστάμενο διακανονισμό» – existing arrangement), ώστε να γίνει δυνατή η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης (successful completion of the review).


2β. Η έκβαση της διαπραγμάτευσης

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνει τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων».

Η παράταση της Σύμβασης («η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων») σημαίνει: (α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς», (β) δεσμεύσεις ή όρους, (γ) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση, (δ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς» (δεδομένης μάλιστα της «ανεξαρτησίας» της ΕΚΤ).

Με δυο λόγια πρόκειται για την απόρριψη-απόσυρση των σημείων (1) και (2) με τα οποία προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης – εκτός αν η αναφορά στην «ανεξαρτησία της ΕΚΤ» υπονοεί την «ευχέρεια» αυτής να εξετάζει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίνεται «θετικά» στις «δεσμεύσεις» που συνοδεύουν την επέκταση της συμφωνίας (γεγονός το οποίο αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις όποιες «ερμηνευτικές» προσπάθειες προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση σχετικά με τη συμφωνία).

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

Αυτό που κέρδισε η ελληνική κυβέρνηση (πέρα από την αλλαγή στην ορολογία, για την οποία έγινε τόση συζήτηση), είναι:

Α) Το σκέλος (α) του σημείου (3) των προτάσεών της, δηλαδή την ευχέρεια να προτείνει εκείνη προς έγκριση από τους «θεσμούς» τις μεταρρυθμίσεις για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάπτυξη. Έτσι απορρίφθηκαν τα μέτρα που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση (μείωση συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά) και συμφωνήθηκε να δοθεί το βάρος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας, στη μεταρρύθμιση του δημοσίου, στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος κλπ.[1]

Β) Η διαπραγμάτευση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015. Αντί του συμφωνημένου 3% του ΑΕΠ, η συμφωνία αφήνει το ζήτημα ανοιχτό για τον προσδιορισμό ενός χαμηλότερου ποσοστού: «Οι θεσμοί, σε ό, τι αφορά τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2015, θα λάβουν υπόψη τους τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Επομένως καθίσταται σαφές ότι αν η συμφωνία συνιστά ανακωχή, στην προκειμένη περίπτωση ανακωχή δεν σημαίνει «ισοπαλία»: Η συμφωνία αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Ναι μεν δίνεται χρόνος για το επόμενο βήμα, αλλά το τοπίο που οργανώνεται είναι ασφυκτικό, ελάχιστα θυμίζει τα minimum που επιζητούσε η κυβέρνηση μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου.


3. Υπάρχει ακόμα περιθώριο για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού;

3α. Η επιτήρηση ως ισορροπία ανάμεσα σε «πολιτικό» και «ηθικό» κίνδυνο.

Η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή εκείνης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκει να εναποθέσει όλες τις κοινωνικές διαδικασίες (από την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση μέχρι το δημόσιο χρέος) στη δικαιοδοσία και το «ρυθμιστικό ρόλο» των αγορών. Η ευρωπαϊκή Αριστερά επιδιώκει έτσι να διασφαλίσει εκείνη την ελευθερία άσκησης κυβερνητικής πολιτικής, που θα της επιτρέψει να περιορίσει την ισχύ των αγορών, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κοινωνικές ανάγκες.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα «πρόγραμμα» συνεχούς ενίσχυσης των συμφερόντων του κεφαλαίου, σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων, των επαγγελματιών, των συνταξιούχων, της νεολαίας, των μικρομεσαίων. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, από τον κ. Σόιμπλε, δεν στερείται ορθολογικών στόχων και στρατηγικής, παρά τις ρητορικές ευκολίες που δίνει ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός σε όποιον τον χρησιμοποιεί. Επιχειρεί να επιλύσει και μέχρι στιγμής το κάνει, ορθολογικά, δύο προβλήματα:

Πρώτον, τη νομιμοποίηση ενός εργασιακού μοντέλου χωρίς δικαιώματα και κοινωνική προστασία, με χαμηλές και εύκαμπτες αμοιβές, χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική δυνατότητα από τη μεριά των εργαζομένων, έτσι ώστε να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Δεύτερον, την οργάνωση της Ευρωζώνης (συντονισμός δημοσιονομικών πολιτικών, τραπεζική ενοποίηση, προγράμματα διάσωσης κλπ.) με στόχο μία Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην οποία τα κράτη μέλη δεν θα υποκύπτουν στον «ηθικό κίνδυνο» να στηρίζουν κοινωνικές (ή άλλες) δαπάνες προσφεύγοντας στον δημόσιο δανεισμό. Τα κράτη υποβάλλονται στο δίλημμα λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις ή κίνδυνος χρεοστασίου, με αποτέλεσμα στη δεύτερη περίπτωση την αποδοχή ενός προγράμματος διάσωσης, το περιεχόμενο του οποίου είναι φυσικά και πάλι λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η ακραία οπτική επιθυμεί ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρωθεί το χρέος ενώ δεν αντιτίθεται σε μεταρρυθμίσεις όπως αυτές τις οποίες προτείνει η ελληνική κυβέρνηση (και ενδεχομένως έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία) – όπως η καλύτερη οργάνωση των συστημάτων είσπραξης (φόροι, εισφορές), η αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα,[2] η αποδυνάμωση γενικά των ολιγοπωλίων. Μπορεί ακόμα να καλωσορίσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό, καθώς κατανοεί ότι έχει επιταχυνθεί ο κύκλος φθοράς και έλλειψης λαϊκής νομιμοποίησης του παλιού πολιτικού προσωπικού. Η διατήρηση του παλιού προσωπικού, εφόσον αυτό έχει απαξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, θεωρείται από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική «πολιτικός κίνδυνος», διότι μπορεί να οδηγήσει στις ανεξέλεγκτες ατραπούς μιας κοινωνικής έκρηξης.

Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί όμως παράλληλα «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) κάθε πολιτική που στηρίζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, διευρύνει το δημόσιο χώρο, επεκτείνει το κοινωνικό κράτος, θέτει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από την εμβέλεια δράσης των αγορών.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο του νεοφιλελευθερισμού είναι τόση λιτότητα, όση απαιτείται ώστε να μην αυξάνει ο «πολιτικός κίνδυνος», ενώ ταυτόχρονα αποτρέπεται ο «ηθικός κίνδυνος».

Γενικά μιλώντας, οι δύο κίνδυνοι, «ηθικός» και «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση, λόγω των συνεπειών με τις οποίες είναι συνδεδεμένοι στην τρέχουσα συγκυρία. Όταν μειώνεται ο «ηθικός» κίνδυνος, αυξάνει ο «πολιτικός» και αντίστροφα. Επομένως, η ένταση μεταξύ αυτών των δύο αυτών τάσεων καταλήγει, όταν συναντούνται, στην ανίχνευση της εκάστοτε κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ «ηθικού κινδύνου» (όταν οι κυβερνήσεις υποκύψουν στον «κίνδυνο» να αποδεχθούν συμφέροντα των κατώτερων τάξεων) και «πολιτικού κινδύνου» (να αποδιαρθρωθούν οι πολιτικές ελίτ και να προκύψουν φαινόμενα ανεξέλεγκτων μαζικών κινητοποιήσεων). Οι «ανεξάρτητες αρχές» που δεν ελέγχονται «δημοκρατικά», ειδικά για θέματα που αφορούν την «οικονομία», με κύριο παράδειγμα την «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ, είναι μία μέθοδος ανίχνευσης της ισορροπίας ανάμεσα στους δύο «κινδύνους». Αυτό όμως δεν θεωρείται επαρκές.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον καθοριστικό ρόλο έχει πλέον αναλάβει η «αξιολόγηση των συμφωνιών». Αν προσέξουμε τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα δούμε ότι δεν είναι εντελώς κλειστή για αιτήματα που αυξάνουν τον «ηθικό κίνδυνο», δηλαδή προωθούν ρυθμίσεις υπέρ του κοινωνικού κράτους και της εργασίας. Όμως, βασικό σημείο της συμφωνίας είναι ότι οι «θεσμοί» θα αξιολογούν ποιες μεταρρυθμίσεις (δεν) δημιουργούν προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, στις προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης και στη σταθερότητα και ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.[3] Η αξιολόγηση, δηλαδή η επιτήρηση, αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στην υλοποίηση του προγράμματος και των κοινωνικών μετασχηματισμών που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πέραν του ρητώς ανοικτού ακόμη ζητήματος της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, δείγματα γραφής της συνεχούς αξιολόγησης, που εγείρει τόσο η συμφωνία όσο και η σχέση με την ΕΚΤ ως έμμεσου χρηματοδότη, αποτελεί τόσο η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, που «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Αξίζει να σημειωθεί ότι η μη-ποσοτικοποίηση των στόχων, το μη-καθορισμένο έλλειμμα, η απουσία οποιασδήποτε ρητής συζήτησης για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού, καθιστά ανοικτό και συνεχώς «ερμηνεύσιμο» ζήτημα τον υπολογισμό της απόδοσης των μέτρων ως «ισοδυνάμων».[4]


3β. Πού κρίθηκε η διαπραγμάτευση: Για τη διαπραγματευτική τακτική και στρατηγική

Το βασικό ερώτημα για τη σημασία της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου, πέραν των στρατηγικών που διαπλέκονται και συμπυκνώνονται σε αυτήν, είναι τι δυνατότητες (παρά τα ασφυκτικά περιθώρια) αφήνει στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Προηγουμένως όμως χρειάζεται να ανιχνεύσουμε τις «δυσκολίες» που οδήγησαν την κυβέρνηση στην αναδίπλωση της 20ής Φεβρουαρίου.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου καθορίστηκε προφανώς τόσο από εξωτερικούς παράγοντες, το δεδομένο και γνωστό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο των «θεσμών», όσο όμως και από εσωτερικούς, οι οποίοι τελικά έπαιξαν και τον καθοριστικό ρόλο.

Δευτερεύουσα μόνον σημασία έπαιξε η ελλιπής προετοιμασία της κυβέρνησης και οι αντιφατικές τακτικές του ΥΠΟΙΚ, όπως για παράδειγμα:

Πρώτον: Η απουσία σοβαρού σχεδίου που να στηρίζεται σε αριθμούς και ανάλυση. Ακόμη και στο Παράρτημα που δημοσίευσε το ΥΠΟΙΚ ως τεχνική σύνοψη φαίνεται το επιφανειακό επίπεδο. Επιπλέον, σε αυτό γίνεται η κρίσιμη παραδοχή ότι η βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται με τα πρωτογενή πλεονάσματα (θέση που συνιστά σημαντική στρατηγική υποχώρηση).

Δεύτερον: Η εκφορά κάποιων γενικών αρχών της πρότασης για την απομείωση του χρέους από το Λονδίνο. Εδώ υπάρχει τακτικό σφάλμα: Χωρίς συνάντηση με την ΕΚΤ ανακοινώνεται μία πρόταση, από χώρα εκτός Ευρωζώνης, η οποία εμπλέκει τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ σε συμφωνία ανταλλαγής. Πρόκειται για πρόταση αλλαγής των κανόνων της ΕΚΤ, η οποία ωθεί την ΕΚΤ κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, σε θέση άρνησης για προφανείς λόγους που συνδέονται με την πολιτική της και τις ισορροπίες που τηρούνται στο ΔΣ, αλλά και την επίθεση που ήδη δέχεται για «παραβίαση των κανόνων» που την διέπουν, με την πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης». Είναι επίσης προφανές ότι δεν χρειάζεται να εμπλακεί άμεσα η ΕΚΤ σε μία τέτοια συμφωνία, αλλά το ίδιο μπορούσε να γίνει με άλλους τρόπους, οι οποίοι είναι συμβατοί με τις τρέχουσες ισορροπίες. Το άλλο κομμάτι της πρότασης, τα δάνεια σε EFSF συνδεδεμένα με τους ρυθμούς μεγέθυνσης, συνιστά γενικόλογη πρόταση και προφανώς αφορά το δεύτερο στάδιο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον: Φάνηκε ότι η κυβέρνηση έδωσε πολύ μεγάλο βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, σε σχέση με άλλες διαστάσεις. Αυτό αποτελεί αρνητικό σημάδι και για το εσωτερικό και για το εξωτερικό. Για παράδειγμα, το περιστατικό με τον Ντάιεσεμπλουμ προφανώς τόνωσε το «εθνικό αίσθημα», αλλά συγχρόνως αφαίρεσε διαπραγματευτική ισχύ από τη στιγμή που όλο το Σαββατοκύριακο ασχολήθηκε η κυβέρνηση με το να καθησυχάζει τις αγορές που θα άνοιγαν την Δευτέρα, γεγονός που σηματοδότησε ότι η κυβέρνηση δεν έχει σταθερή τακτική διαπραγμάτευσης (και φυσικά στην ίδια συνάντηση ακόμη και σε μη έμπειρους παρατηρητές φάνηκε ότι δεν υπάρχει και ομάδα ισότιμων κυβερνητικών μελών στη διαπραγμάτευση).

Είναι εύκολα κατανοητό πώς αυτή η κακά στημένη διαπραγμάτευση, παρά τις εργατοώρες που αφιέρωσαν οι πρωταγωνιστές της, είχε τα χαρακτηριστικά άλματος με δεμένα μάτια. Επίσης, οι διαφορές και οι κακοί χειρισμοί και οι μετατοπίσεις έδειξαν στους εταίρους ότι η ελληνική πλευρά είναι επιδεκτική χειρισμών.

Όμως τελικά η διαπραγμάτευση δεν κρίθηκε τόσο στο επίπεδο των τακτικών κινήσεων ή στο εξωτερικό, όσο στο εσωτερικό. Εκείνο που καθόρισε την αναδίπλωση της ελληνικής πλευράς ήταν η στρατηγική πολιτική απόφαση για οικοδόμηση συμπαγών σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θεωρούν ως αδιανόητη τη διαταραχή της «ομαλότητας της αγοράς», τη στιγμή που όλοι γνώριζαν τη σημασία και το χαρακτήρα της αναμέτρησης. Το συζητημένο σενάριο ενός bankrun οφείλει πάντα να εντάσσεται (και άρα να εξετάζεται, πέρα από τις επιμέρους τεχνικές αντιμετώπισης) στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Παράλληλα είναι αδιανόητο να υιοθετείται το επιχείρημα ότι συνέχεια μιας υποτιθέμενης «κατάρρευσης των τραπεζών» θα ήταν η «έξοδος από το ευρώ», ένα σενάριο μηδενικής πιθανότητας, που αποτέλεσε απλώς «επιχείρημα» των κυβερνήσεων Παπανδρέου – Παπαδήμου – Σαμαρά για να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία τα Μνημόνια, και αποτελεί πάντα «όπλο» ακραίων νεοφιλελεύθερων, τύπου Σόιμπλε.[5]


3γ. Το διακύβευμα: Τίποτα δεν είναι δυνατό να αλλάξει, ή ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός;

Όσα προηγήθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα, με την πιο ήπια διατύπωση, ότι έχει συνομολογηθεί μία συμφωνία, η οποία περιορίζει σημαντικά την άσκηση πολιτικής στα δημόσια οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς. Επομένως, το οικονομικό τοπίο στο οποίο βασίζεται η κυβέρνηση για τη διαπραγμάτευση και την αξιολόγηση της τελικής συμφωνίας είναι ολισθηρό.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την προφανή υποχώρηση και την αναγκαστική αλλαγή του προγράμματός της ως «νίκη», αποτελεί κακό σημάδι για τη συνέχεια, επειδή δείχνει ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για την επικοινωνία παρά για την ουσία. Αυτό ίσως προοπτικά να αποτελέσει την πραγματική ήττα, εφόσον το σήμα το οποίο εκπέμπεται και εισπράττεται από την κοινωνία ενισχύει την πεποίθηση: «μην πιστεύεις τους πολιτικούς σε ό, τι λένε, επάγγελμα κάνουν για να είναι κυβέρνηση».

Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης. Το ερώτημα, το οποίο είναι ανοικτό ακόμη για την κυβέρνηση, είναι αν θα επικρατήσει η επικοινωνιακή λογική της «νίκης» και της παράβλεψης των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν, ή θα επιχειρηθεί να αναλυθεί σε βάθος η υποχώρηση που συνιστά η συμφωνία και οι όροι αυτής της υποχώρησης όσο υπάρχει χρόνος (πολύ λίγος, μιας και άμεσα ξεκινά ήδη ο επόμενος γύρος διαπραγμάτευσης).

Με τα νέα αρνητικά δεδομένα που συνεπάγεται η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν μία μόνο οδό εξόδου από το αδιέξοδο του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού κλοιού: Την έφοδο προς τα εμπρός!

- Την έφοδο προς τα εμπρός με όχημα την αλήθεια: Να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή των υποχωρήσεων, με στόχο να αναζητηθούν οι τρόποι, ώστε να μην υπάρξει μακροπρόθεσμη βλάβη, δηλαδή η κυβέρνηση να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις προγραμματικές μας δεσμεύσεις για αναδιανομή εισοδήματος και ισχύος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, για ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, για δημοκρατία και συμμετοχή.

- Την έφοδο προς τα μπρος, με όχημα τόσο τη ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώστε επιτέλους το κεφάλαιο να επωμιστεί τα βάρη που του αναλογούν, όσο και με την εξυγίανση της δημόσιας ζωής από τις έκνομες πρακτικές στις οποίες επιδίδεται μερίδα της ελληνικής ολιγαρχίας: Λαθρεμπορία πετρελαιοειδών και προϊόντων καπνού, ενδο-ομιλικές συναλλαγές, φοροδιαφυγή, καταχρηστική δανειοδότηση κλπ.

Απαιτείται δηλαδή άμεσα μια νέα ορμητικότητα αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας, έτσι ώστε να οικοδομηθούν σε νέες βάσεις οι συμμαχίες με τις κατώτερες τάξεις. Μεταφορικά, αυτό που λείπει και που δυστυχώς μοιάζει να απομακρύνεται με τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, είναι ένα εσωτερικό «μνημόνιο για τον πλούτο», με παράλληλη βελτίωση των όρων ζωής των λαϊκών τάξεων. Ο στόχος «να πληρώσει η ολιγαρχία» δεν ήταν ποτέ περισσότερο επίκαιρος.

Σε μια κοινωνία που η απώλεια του 25% του ΑΕΠ και η φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν είναι παρά η ορατή όψη της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μια κοινωνία που η τεράστια ανεργία είναι το συμπλήρωμα ενός εκτεταμένου εργασιακού μεσαίωνα, σε μια κοινωνία πολλαπλών αντιθέσεων αλλά και υψηλών προσδοκιών, η «δημοτικότητα» της κυβέρνησης δεν θα διατηρηθεί στο 87% ή στο 80% για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Για να παραμείνει η κυβερνητική πολιτική ηγεμονική, θα πρέπει να ταχθεί καθαρά με τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να αμφισβητήσει τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Περιθώριο για «εθναρχική» πολιτική, που να υπερασπίζεται γενικά και αόριστα κάθε τι «ελληνικό» ή «ευρωπαϊκό» δεν υπάρχει, δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ, αλλά ούτε και θα υπάρξει ποτέ στην προβληματική της Αριστεράς.

---------------------------------
[1]. Και στο σημείο αυτό βέβαια, οι τελικές αποφάσεις απαιτούν την έγκριση των «θεσμών»: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».

[2]. Αλλά και εδώ ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: στις μορφές που θα λάβει η αναδιοργάνωση.

[3]. Να μην ξεχνάμε για παράδειγμα, ότι η μεγέθυνση στο τρέχον πρόγραμμα εξαρτάται από τις εξαγωγές και η αύξηση των μισθών θεωρείται ότι μειώνει τους βαθμούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και εμποδίζει την αύξηση των εξαγωγών (λανθασμένη άποψη, όπως προκύπτει πλέον και εμπειρικά, αλλά αυτή είναι η κυρίαρχη θεώρηση των «θεσμών»). Επίσης, άλλο παράδειγμα, η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» προφανώς επηρεάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και επομένως είναι υπό αίρεση ως πρόγραμμα αλλά και ως προς τον βαθμό, το χρόνο και τους όρους εφαρμογής της αν υπάρξει ως πρόγραμμα.

[4]. Στην επιστολή του προς τον Jeroen Dijsselbloem με ημερομηνία 24/2/2015, ο Mario Draghi επισημαίνει: «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος». (“We note that the commitments outlined by the authorities differ from existing programme commitments in a number of areas. In such cases, we will have to assess during the review whether measures which are not accepted by the authorities are replaced with measures of equal or better quality in terms of achieving the objectives of the programme”).

[5]. To “Grexit” ως επαρκή λόγο συμβιβασμού χρησιμοποιεί, π.χ., ο James Galbraith: «Μη συμφωνία θα σήμαινε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, ή διαφορετικά κατάρρευση τραπεζών, χρεοστάσιο και πρόωρη έξοδο από το ευρώ» (“No agreement would have meant capital controls, or else bank failures, debt default, and early exit from the Euro”): “Reading The Greek Deal Correctly”, http://www.socialeurope.eu/2015/02/greek-deal