Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

«Μη συστημικός φασισμός», ή παίζοντας με τις λέξεις




του Φώτη Τερζάκη


Ποια θα μπορούσε να ήταν η αντίδραση του κινηματικού κόσμου αν το πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση, κάνοντας μιαν απότομη και απροσδόκητη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, δεν αποφάσιζε να πλήξει μετωπικά τον μέχρι προ ολίγου ανομολόγητο σύμμαχό της, τη Χρυσή Αυγή;  Ένα λυντσάρισμα του δολοφόνου τού Παύλου Φύσσα που πιθανώς θα πολλαπλασίαζε τον αριθμό των νεκρών; Δημιουργία αντίστοιχα οπλισμένων ομάδων περιφρούρησης, από Έλληνες και μετανάστες, που θα περιπολούσαν στις λαϊκές συνοικίες τσακίζοντας και ταπεινώνοντας όπου έβρισκαν ευκαιρία τις νεοναζιστικές συμμορίες; Εμπρησμοί και ανατινάξεις των γραφείων της Χρυσής Αυγής σε όλη τη χώρα ή μήπως σχεδιασμένη εκτέλεση, τύπου «17 Νοέμβρη», κάποιων ηγετικών στελεχών της; Βρισκόμαστε πράγματι στα πρόθυρα ενός χαμηλής εντάσεως εμφυλίου πολέμου, και η επίσημη δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν ένα βήμα που ––προσωρινά–– τον απέτρεψε. Από αυτή την άποψη ασφαλώς και υποδεχθήκαμε με ανακούφιση το γεγονός. Τα αίτια και ο τρόπος εφαρμογής της κυβερνητικής απόφασης δεν είναι βεβαίως καθόλου αδιάφορα, αλλά είναι κάτι που θα κριθεί εν συνεχεία. Η εγκληματική αποτελεσματικότητα της Χρυσής Αυγής δεν οφειλόταν ούτε στην κίβδηλη γενναιότητα των θρασύδειλων μπράβων της ούτε σε καμιά οργανωτική ανωτερότητα των ταγμάτων εφόδου της, και ακόμα λιγότερο βέβαια στην ηθική δύναμη της εκλογής τους, αλλά σε έναν και μόνο παράγοντα: τη βεβαιότητα του ακαταδίωκτου. Τη σιγουριά δηλαδή ότι δρουν στη σκιά ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού που επιβραβεύει σιωπηρώς τις πράξεις τους, ότι έχουν την αμέριστη συμμαχία των δυνάμεων καταστολής με τις οποίες αισθάνονταν ––και ήταν–– συγκοινωνούντα δοχεία, κοντολογίς, ότι ταυτίζονται με μιαν ανεξάντλητη πηγή ισχύος που συνιστά βασική δύναμη σαδομαζοχιστικής έλξης για το είδος των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων που επανδρώνουν τέτοια μορφώματα. Σε αντίθεση με ό,τι πολλοί διατείνονται, μια επίσημη δίωξη όχι μόνο δεν «τσιμεντώνει» το αίσθημα στράτευσης τέτοιων υποκειμένων, αλλά και τους ευνουχίζει αμετάκλητα στερώντας τους το μοναδικό σχεδόν έρεισμα ––φαντασιακής όσο και πραγματικής–– ισχύος. 

Είναι αβυθομέτρητη γελοιότητα βέβαια η προσπάθεια που έκαναν, και κάνουν, ολιγόνοες σχολιαστές και μανδαρίνοι των ΜΜΕ ––οι ίδιοι που μέχρι χθες αναδείκνυαν σε αστέρες τις απεχθείς προσωπικότητες των νεοναζί, ή τους έδιναν το αποτελεσματικότερο άλλοθι μέσ’ από την κατάπτυστη ρητορική των «δύο άκρων»–– να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως υπέρμαχο της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας. Η δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν η ίδια ένα όργιο συνταγματικών και δικονομικών παραβιάσεων, που η θρασύτητά του κάνει ακόμα πιο προφανή τη συγγένεια ανάμεσα στη φρενιτιώδη βία των νεοναζί και τη θεσμική βία τού οργανωμένου κράτους – αυτού του συγκεκριμένου κράτους, που έχει την ατυχία να κυβερνιέται από μιαν ανεκδιήγητη κλίκα αδίστακτων τυχοδιωκτών. Ενώ θα μπορούσε να έχει ζητηθεί κανονικά η άρση της ασυλίας βουλευτών από την ίδια τη Βουλή, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τεκμήρια εμπλοκής των κατηγορουμένων σε πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, προτιμήθηκε μια ωμή αστυνομική επιχείρηση που θυμίζει δικτατορικά καθεστώτα, δημιουργώντας ένα προηγούμενο το οποίο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή στο εξής να χρησιμοποιηθεί και εναντίον άλλων εκλεγμένων εκπροσώπων· πράγμα που γίνεται ακόμη πιο πιθανό από τα καταχρηστικά νομικά εργαλεία που επιστρατεύτηκαν ––όπως κατ’ εξοχήν ο νόμος περί συστάσεως συμμορίας–– τα οποία έχουν φτιαχτεί, και χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά μέχρι τώρα, για την καταστολή των διεκδικητικών λαϊκών κινητοποιήσεων και των πιο απείθαρχων κομματιών της αριστεράς. Τα δε νομικά εργαλεία που ετοιμάζονται προχωρούν ακόμη μακρύτερα σε αυτή την κατεύθυνση· η εξαγγελία του Ευάγγελου Βενιζέλου (στο Βήμα της 6/10) συνιστά την πιο κυνική παραδοχή ότι ο πραγματικός στόχος είναι η ελευθερία του λόγου: 

«Η Δημοκρατία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί τους αντιπάλους της, αυτούς που την υπονομεύουν. Αν όμως προκύψει απαλλαγή, η χρηματοδότηση θα καταβληθεί αναδρομικά. Επίσης είναι απόφασή μας να κατατεθεί το ταχύτερο δυνατόν το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που αφορά την προστασία της δημοκρατίας και της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης αλλά αφορά κυρίως εγκλήματα λόγου. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Το φρόνημα δεν ελέγχεται και δεν τιμωρείται, αλλά μορφές πολιτικού λόγου, μορφές πολιτικών συμβόλων που είναι αξιακά απαράδεκτες βεβαίως και μπορεί να ενεργοποιούν τον ποινικό νόμο. Για παράδειγμα, ο εγκωμιασμός του Ολοκαυτώματος ή η ρατσιστική προτροπή, η προτροπή στη βία είναι ποινικά αδικήματα. Είναι άλλο η ελευθερία του φρονήματος και άλλο ο ποινικά ανεξέλεγκτος λόγος» (υπογραμμίσεις δικές μου).

Ακόμα και η διακοπή της κοινοβουλευτικής χρηματοδότησης, με την γενικόλογο τρόπο που διατυπώνεται ––διακοπή χρηματοδότησης οιουδήποτε είναι κατηγορούμενος για οτιδήποτε είδους ποινικό αδίκημα–– είναι μια ύπουλη νομική παγίδα που καθιστά όμηρο της κυβερνητικής βούλησης, η οποία ελέγχει σκανδαλωδώς όπως έχει αποδειχθεί τη δικαστική εξουσία, τον οιονδήποτε αυτή κρίνει ανά πάσα στιγμή ως πολιτικό της αντίπαλο: η ολοκληρωτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, στην κατεύθυνση που έχει αναγγελθεί από τις αλλεπάλληλες αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, είναι γεγονός! 

Το αποκορύφωμα του παραλογισμού είναι το κατηγορητήριο της «εσχάτης προδοσίας» που ετοιμάζεται, όπως φαίνεται, να ασκηθεί εναντίον της κλίκας Μιχαλολιάκου. Δύο πράγματα εδώ μπορεί να συμβαίνουν, και είναι και τα δύο επιβαρυντικά σε βαθμό κακουργήματος για την κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία είναι στηρίξιμη, ότι υπάρχουν όντως κρυφά οπλοστάσια, οργανωμένα παραστρατιωτικά αποσπάσματα και επιτελικά σχέδια πραξικοπήματος – πράγμα που πρέπει βεβαίως να δειχθεί: είναι δυνατόν, σε αυτή την περίπτωση, να μην είχαν την παραμικρή γνώση οι μυστικές υπηρεσίες οι οποίες, όπως μας λένε, παρακολουθούσουν στενά επί χρόνια τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, και πείθεται κανείς ότι όλ’ αυτά τα τρομακτικά στοιχεία για την εγκληματική δράση της οργάνωσης, που πολλά ήταν ήδη κοινό μυστικό και δεν έχουν πάψει να καταγγέλλονται τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, ανέκυψαν μέσα σε ένα τριήμερο από την ημέρα της δίωξης και οι μόνοι που τα αγνοούσαν ήταν οι διωκτικές και δικαστικές αρχές; Αν είναι έτσι, το πρώτο που αποδεικνύεται είναι ότι η κυβέρνηση γνώριζε, και συγκάλυπτε εγκληματικά, την επικίνδυνη αντιδημοκρατική δράση της οργάνωσης ελπίζοντας να την χρησιμοποιήσει καιροσκοπικά, όπως και πιθανότατα έκανε σε αναρίθμητες περιπτώσεις· και αποδεικνύεται επίσης ότι μία από τις εγγυητικές αρχές της δημοκρατίας, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, έχει από καιρό αρθεί σε αυτή τη χώρα – πράγμα που επίσης το γνωρίζαμε, από τον μακάβριο χορό των λεγόμενων «αντιτρομοκρατικών» διώξεων, όπου επανειλημμένα βλέπαμε, όπως ξαναβλέπουμε σε τούτη την οπερετική δίωξη της Χρυσής Αυγής, μια αηδιαστικά υποτελή δικαστική εξουσία να κινείται ή να μαρμαρώνει κατά την εκάστοτε κυβερνητική εντολή. Αν πάλι η κατηγορία αποδειχθεί αστήρικτη, και κανένα τεκμήριο δεν μπορέσει να παρασχεθεί που να βεβαιώνει ένα τόσο βαρύτατο έγκλημα, τί άλλο αποδεικνύει η βιασύνη των κυβερνητικών κύκλων να το επικαλεστούν, παρά τη βούληση μιας διεφθαρμένης και τυχοδιωκτικής κυβερνητικής ελίτ να τσακίσει, με οιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, όσους για οιονδήποτε λόγο θεωρεί ως εμπόδιο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς; 

Γεννάται λοιπόν το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση αποφάσισε να διώξει τη Χρυσή Αυγή; Πολλοί απαντούν: επειδή δέχθηκε αφόρητες πιέσεις από το εξωτερικό – από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από φιλοϊσραηλινό λόμπι των ΗΠΑ. Αυτές οι πιέσεις είναι δεδομένες, εδώ και πολύ καιρό μάλιστα, και το ότι το όλο πράγμα σκηνοθετήθηκε τη στιγμή ακριβώς που ο Αντώνης Σαμαράς έφευγε για τις ΗΠΑ, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τραυλίσει από εκεί την αμήχανη και παιδαριώδη δήλωσή του, ξεπερνάει τα όρια της απλής αδεξιότητας στην οποία μας έχει συνηθίσει ένα πολιτικό προσωπικό που παίρνει ως δεδομένο πως απευθύνεται σε ένα κοινό με νοημοσύνη ανάλογη της δικής του. Δεδομένων αυτών των πιέσεων, γίνεται ακόμη πιο αξιοπερίεργη η απροθυμία της κυβέρνησης να εγκαταλείψει έναν πολύτιμο σύμμαχο όπως η Χρυσή Αυγή, όλο αυτό το μακρύ διάστημα που η τελευταία δολοφονούσε βάναυσα μετανάστες στους δρόμους, τρομοκρατούσε συνοικίες και εργατικά σωματεία, έστηνε δίκτυα συνεργασίας με την αστυνομία για ένα φάσμα σκοπών που κυμαίνονταν από τον εκβιασμό και την έξωση αλλοδαπών μέχρι την εκτροπή διαδηλώσεων και μαχητικών διαμαρτυριών… Αντ’ αυτού, όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση προτίμησε ένα είδος συνδιαλλαγής «κάτω από το τραπέζι» με τη νεοναζιστική οργάνωση, που θα μείωνε κάπως την εξωτερική της απείθαρχη εικόνα ενώ θα την έκανε περισσότερο συνεργάσιμη στην πολιτική ατζέντα που υπαγόρευε η ίδια. Η τρομακτικότερη προοπτική ήταν αυτή που ελάχιστα πριν από τα τελευταία καταλυτικά γεγονότα είχαν αρχίσει να διαρρέουν από διαύλους δημοσιότητας τα όργανα της διατεταγμένης δημοσιογραφίας: μια ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή – σενάριο που κυριολεκτικά παγώνει το αίμα… Η ψυχοπάθεια όμως της τελευταίας, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα βεβαιότητα ότι παίζει στον δικό της χώρο και δεν έχει να φοβηθεί κανέναν, την οδήγησε στη μοιραία υπέρβαση των ορίων που της είχαν χαραχθεί. Το πέρασμα από τις δολοφονίες μεταναστών σε δολοφονίες Ελλήνων έθετε σε δοκιμασία τα όρια ανοχής ακόμα και της πιο εξαχρειωμένης κοινής γνώμης· αλλά το κρίσιμο σφάλμα της Χρυσής Αυγής, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν ήταν τόσο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα όσο τα επεισόδια στις γιορτές τού Μελιγαλά, όπου τόλμησε να προπηλακίσει τους ίδιους τούς προστάτες της: μην ξεχνάμε ότι, ήδη την παραμονή τής στυγερής δολοφονίας, ο Μάκης Βορίδης, σάρξ εκ της σαρκός τής ελληνικής ακροδεξιάς, αποκάλεσε τη Χρυσή Αυγή «τρομοκρατική οργάνωση» και προανήγγειλε τη δίωξή της· η δολοφονία που ακολούθησε απλώς έλυσε και τύποις τα χέρια της κυβέρνησης απέναντι σε ένα ακροδεξιό και ρατσιστικό εκλογικό ακροατήριο που δεν έχει πάψει εποφθαλμιά (και το οποίο, άλλωστε, επί δεκαετίες εξέθρεψε και διαφύλαξε στους κόλπους της). Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, όπως λέμε: εξασφάλιση εχεγγύων νομιμότητας και επαίνων από τους έξωθεν προστάτες της, από τη μία πλευρά, και απαλλαγή από το αγκάθι ενός εκλογικού ανταγωνιστή που, αν δεν ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί, μπορούσε να οδηγήσει το θεσμικό κόμμα της Δεξιάς σε αληθινή πανωλεθρία, από την άλλη. 

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν χρειάζεται να συγχαρούμε την κυβέρνηση για την καταστολή της Χρυσής Αυγής, αλλά και πρέπει να συνεχίσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον της ίδιας αυτής κυβέρνησης που, δένοντας μια ολόκληρη χώρα στις επιταγές του διεθνούς κεφαλαίου, καταστέλλοντας με κάθε διαθέσιμη μορφή βίας, εκβιασμού, ψευδολογίας και εξαπάτησης οιοδήποτε ίχνος αντίστασης πάει να γεννηθεί, την οδήγησε σαν αμνό επί σφαγή σε ένα μνημειώδες αντίστοιχο της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που γεννάει με μαθηματική ακρίβεια συνθήκες Βαϊμάρης. Εν πάση περιπτώσει, αν κάποιος καταλαβαίνει αυτό το πολύπλοκο και τεταμένο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση (και δεν εννοώ με αυτό βέβαια μόνο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) και την ακροδεξιά τρομοκρατία, δεν μπορεί να γεννηθεί καν ερώτημα για τη φύση της Χρυσής Αυγής. Και μια τέτοια επίδειξη προσποιητής άγνοιας, προπαντός, δεν μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν αναλυτή σαν τον Τάκη Φωτόπουλο. Αναφέρομαι στη διαδικτυακή του ανάρτηση της 22ας Σεπτεμβρίου με τίτλο «Ο περισπασμός της Χρυσής Αυγής» (www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/). Με όλο τον σεβασμό για τις σημαντικές οικονομικές του αναλύσεις, και την παθιασμένη αντικαπιταλιστική του στράτευση με την επεξεργασία προγραμμάτων αυτού που αποκαλεί περιεκτική δημοκρατία, έχουμε εδώ μια εξαιρετικά παραπλανημένη, και παραπλανητική, πολιτική εκτίμηση που η αστοχία της ξεπερνάει κάθε προηγούμενο εκ μέρους αυτού του διανοητή. Πολλές φορές ο ξύλινος λόγος του Τάκη Φωτόπουλου έχει γίνει πηγή δυσφορίας σε ανθρώπους που έχουν κάθε λόγο να νιώθουν αλληλέγγυοι με τα πολιτικά του οράματα. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι αυτό που λέμε ξύλινος λόγος δεν είναι «απλώς» αισθητικό πρόβλημα· προδίδει κατά κανόνα αγκυλωμένη και στερεοτυπική σκέψη, σκέψη που λειτουργεί με την ακαμψία μηχανής βάσει μανιχαϊκών διπόλων, η οποία δεν μπορεί να διακρίνει νοηματικές αποχρώσεις και η οποία είναι εντελώς αδύνατον να αποστασιοποιηθεί από το μονολιθικό γράμμα των υιοθετημένων της διατυπώσεων. Δεν έχω άλλον τρόπο να εξηγήσω πώς ο συγκεκριμένος διανοητής καταλήγει σε μια εκτίμηση όπως ότι «η Χρυσή Αυγή δεν είναι συστημική οργάνωση» – πράγμα που δεόντως εκτίμησε η ίδια η «Χρυσή Αυγή» σε δική της ανάρτηση… Ας δούμε όμως το ίδιο το κείμενό του: 

Το γεγονός […] ότι η Χ.Α. είχε κάποιους προστάτες στο «σύστημα» κάθε άλλο παρά την κάνει, από μόνο του, «συστημική» οργάνωση, όπως κάποιοι αφελώς, και πολλοί άλλοι εκ του πονηρού, υποστηρίζουν. Είναι άλλωστε γνωστό ότι εδώ και καιρό έχει ξεσηκωθεί κατά της Χ.Α. όχι μόνο το ντόπιο κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένης της εκφυλισμένης «Αριστεράς» που υποστηρίζει τους μετανάστες, μαζί με τους Σύρους και Λίβυους «επαναστάτες» που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη σφαγή του συριακού και του λιβυκού λαού! Το ίδιο συμβαίνει με τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ (πολιτικά, οικονομικά, ΜΜΕ, ΜΚΟ, κλπ.) που ομόφωνα απαιτούν την απαγόρευση της Οργάνωσης – ανεξάρτητα βέβαια από το τί λέει το 15%-20% του ελληνικού λαού και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας (που προφανώς το γράφουν στα παλιότερα των παπουτσιών τους) δεν επιτρέπει παρόμοιο μέτρο.

Και δεν είναι συστημική οργάνωση όχι μόνο εξαιτίας της άγριας δίωξης που υφίσταται από τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, αλλά και με βάση τους προγραμματικούς στόχους της που είναι παρόμοιοι με τους στόχους κάθε ιστορικού εθνικοσοσιαλιστικού ή «φασιστικού» κόμματος: αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, «Ευρώπη των εθνών» αντί για τη σημερινή «Ευρώπη του κεφαλαίου», κλπ. Ομως όλ’ αυτά είναι ανάθεμα για την Υ/Ε που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση και, σε συνεργασία με την ντόπια ελίτ, έχει επιβάλει την οικονομική κατοχή στο λαό μας, που οδηγεί στην πλήρη οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων […] Όμως, όπως ανέφερα, ο φασιστικός χαρακτήρας μιας πολιτικής οντότητας δεν καθορίζεται μόνο από τη στάση της σε σχέση με τη βία αλλά, κυρίως, από τους προγραμματικούς στόχους της. 

Άλλο, βέβαια, ότι η Χ.Α. (όπως και άλλες παρόμοιες οργανώσεις) ζει σήμερα στη δεκαετία του 1930 των κρατών-εθνών, εφ' όσον βέβαια κανένας από τους προγραμματικούς στόχους της δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς και, ακόμη χειρότερα, χωρίς άμεση έξοδο από την Ε.Ε., που η Χ.Α. δεν τολμά να ζητήσει! Αλλά, αν η Χ.Α. με βάση το πρόγραμμά της δεν είναι συστημική οργάνωση (πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι αντισυστημική), τότε γιατί άραγε να έχει κάποιους προστάτες μέσα στο σύστημα; Εδώ ερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό της Χ.Α. 

Είναι γνωστό ότι η Υ/Ε σήμερα χρησιμοποιεί τις παντός τύπου διαιρέσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές κλπ.) σε κάθε χώρα για να αλώσει και ενσωματώσει τους λαούς στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής χούντας (π.χ. Μέση Ανατολή). Με δεδομένο ότι σύντομα θα καταλάβει και ο τελευταίος αφελής τί πραγματικά σημαίνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. (είτε σήμερα τα επιβάλλει η κοινοβουλευτική χούντα είτε αύριο μια κυβέρνηση της «Αριστεράς»), η κοινωνική έκρηξη είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάλλιστα πιθανό ότι η Χ.Α. θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τέλειο περισπασμό από τον πραγματικό φασιστικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε: την ολοκλήρωση της οικονομικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων στα χέρια της Υ/Ε και της ντόπιας ελίτ. Έναν περισπασμό που, στην ανάγκη, θα μπορούσαν να τον εξωθήσουν ακόμη και στα όρια του εμφυλίου πολέμου, όπου τα εξαθλιωμένα από την παγκοσμιοποίηση λαϊκά στρώματα (ανένταχτα ή της Αριστεράς) θα πολεμούσαν τα αντίστοιχα εξαθλιωμένα στρώματα κάτω από τη σημαία της Χ.Α. και παρόμοιων οργανώσεων...

Ο όρος «συστημικό», με τη σημασία που χρησιμοποιείται εδώ, είναι ένας νεολογισμός του Τάκη Φωτόπουλου (παρότι έχει περάσει σε ευρύτερη χρήση τα τελευταία χρόνια). Αν, εν πάση περιπτώσει, υπονοεί το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα κατά τη σημερινή του ολοκληρωτική μετάλλαξη όπου όλες οι φιλελεύθερες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική έχουν αρθεί, πρέπει ––αφήνοντας προς στιγμήν κατά μέρος κάθε συναισθηματική αντίδραση–– να δούμε ποιες ακριβώς από τις δράσεις της Χρυσής Αυγής δεν υπηρετούν τα συνασπισμένα βιομηχανικά, χρηματοπιστωτικά, εργολαβικά και κυβερνητικά συμφέροντα. Μήπως η τρομοκράτηση, οι κτηνώδεις ξυλοδαρμοί και οι απροκάλυπτες δολοφονίες μεταναστών· ο τραμπούκικος εκβιασμός εργοδοτών να απολύσουν αλλοδαπούς εργαζόμενους που απασχολούν· οι θρασύτατες εισβολές σε νοσοκομεία και βρεφονηπιακούς σταθμούς για να πετάξουν έξω έγχρωμα παιδιά και νοσηλευόμενους – και πολλές από αυτές τις «επιχειρήσεις» υπό την εποπτεία ανώτερων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (και όχι μόνο στην αστυνομική σφηκοφωλιά του Αγίου Παντελεήμονα); Είναι μόνο ένας παρωχημένος εθνικισμός εδώ, οσοδήποτε αποκρουστικός, ή η μεθοδευμένη στρατηγική του σύγχρονου παγκοσμιοποιούμενου κεφαλαίου να καρφώσει την εργατική δύναμη σε αμετακίνητα εδαφικά όρια, τσακίζοντας τις μεταναστευτικές ροές κατ’ αντίθεσιν προς το υπερεθνικά κινούμενο κεφάλαιο, που είναι βασικός όρος για την απομύζησή της; Και η ευκαιριακή εκμετάλλευσή αυτής της στρατηγικής από τους Έλληνες λούμπεν-εργοδότες, που το μόνιμο καθεστώς τρόμου και ημιπαρανομίας του μεταναστευτικού πληθυσμού είναι εκείνο που τους εξασφαλίζει εξευτελιστικά φτηνή ή και εντελώς απλήρωτη εργασία; Ας δούμε όμως μιαν άλλη πτυχή της δράσης της: είναι η επίθεση σε βουλευτές, μέλη και ακτιβιστές αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων· η βίαιη διάλυση ναυτεργατικών ή εργοστασιακών σωματείων και η αντικατάστασή τους με «εθελοντικά» μέλη της οργάνωσης ελεγχόμενα από τα επιτελικά της κέντρα· η ανακοπή δημόσιων κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων ή μαχητικών διαμαρτυριών, είτε υπό τη μορφή μετωπικής σύγκρουσης με τους διαδηλωτές σε αρραγή σχηματισμό με τις ένστολες δυνάμεις καταστολής είτε υπό τη μορφή εσκεμμένων προβοκατόρικων δράσεων μέσ’ από τους κόλπους τους ––για να μην αναφέρω καθόλου εδώ ζητήματα προστασίας σε νυχτερινά κέντρα, εμπλοκής σε λαθρεμπορία και πορνεία, ξεπλύματος μαύρου χρήματος, κλπ.–– με οιαδήποτε έννοια «μη συστημικές» δράσεις, τη στιγμή ακριβώς που το κύριο μέλημα του «συστήματος», αυτού ακριβώς του συστήματος που δεν έχει αντίρρηση να κάνει τη χώρα μια ζοφερή αποικία χρέους εφόσον αυτό υπόσχεται να διαιωνίσει τα κέρδη των παρασιτικών κεφαλαιοκρατικών της τάξεων, είναι να πλήξει εν τη γενέσει τους όλες τις μορφές αντίδρασης που πασχίζει να συγκροτήσει ένας ρημαγμένος λαός; ΄Η είναι εξωγενής παράγοντας στο «σύστημα» ένας αρχηγός που έχει υπάρξει, σε ό,τι αφορά το δημοσίως γνωστό μέρος της σταδιοδρομίας του, από καταδότης της ασφάλειας μέχρι μισθοδοτούμενος πράκτορας των κρατικών υπηρεσιών κατασκοπείας; Αν βέβαια κάποιος μου πει ότι τίποτε από αυτά δεν έχει συμβεί, δεν ήταν γνωστό ούτε στη δημόσια γνώμη ούτε στις εισαγγελικές και διωκτικές αρχές, τότε είμαι πρόθυμος να δεχτώ ως άκυρη όλη την επιχειρηματολογία μου. 

Ο Τάκης Φωτόπουλος διαπράττει δύο σοβαρά συλλογιστικά σφάλματα. Πρώτον, ταυτίζει αφελώς τους ουσιώδεις πολιτικούς σκοπούς της Χρυσής Αυγής με τους συνθηματολογικούς της πομφόλυγες. «Αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, “Ευρώπη των εθνών” αντί για τη σημερινή “Ευρώπη του κεφαλαίου”, κλπ.» μας φέρνουν σχεδόν μέχρι του σημείου να συμπαθήσουμε τη Χρυσή Αυγή, αν δεν είχαμε τόση εύγλωττη ιστορική πείρα. Όλες οι μορφές φασισμού, και η ειδεχθέστερη όλων, ο γερμανικός ναζισμός, προέβαλαν στο προσκήνιο ως μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού με συνθηματολογία ικανή να μιλήσει στις καρδιές των στερημένων μαζών· από τη στιγμή όμως που πήραν την επίζηλη εξουσία, έγιναν η πιο άκαμπτη δύναμη προάσπισης των πτοημένων από την οικονομική κρίση και τις εργατικές εξεγέρσεις κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, που τα διέσωσαν τη στιγμή του κλονισμού για να τα παραδώσουν εκ νέου στους ιστορικούς τους κατόχους. Ουσιώδης ιδεολογικός πυρήνας κάθε φασιστικού μορφώματος είναι η ταύτιση με την ισχύ, το μίσος για την αδυναμία και ό,τι την ενσαρκώνει, πράγμα που καθορίζει και τους αντικειμενικούς του πολιτικούς σκοπούς. Αυτό το αντιλαμβάνονται καλύτερα οι ίδιες οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ, που ξέρουν πόσο μπορούν να στηρίζονται, σε καιρούς κρίσης και πολιτικής αβεβαιότητας, στα ημιπαράφρονα τάγματα εφόδου, γελώντας ειρωνικά με τους «προγραμματικούς στόχους» τους. 

Δεύτερον: αφήνει την κρίση του να παγιδευτεί από την ταυτότητα των περιστασιακών αντιπάλων της Χρυσής Αυγής. «Τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ» μπορεί να κάλλιστα να έχουν δικούς τους λόγους να θέλουν την εκκαθάριση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης, όπως και το «ντόπιο κατεστημένο» εάν αυτή κριθεί ως εμπόδιο για συγκεκριμένους τακτικούς χειρισμούς του· αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όποιος είναι εχθρός της υπερεθνικής και σιωνιστικής ελίτ, και πολέμιος του ντόπιου κατεστημένου, είναι αυτόχρημα φίλος και σύμμαχος της Χρυσής Αυγής! Το αξίωμα «ο εχθρός τού εχθρού μου είναι φίλος μου» απηχεί μία βάναυσα εργαλειακή προσέγγιση στην πολιτική, που θα έπρεπε να είναι ανάθεμα για κάθε αξιακά προσανατολισμένο κίνημα χειραφέτησης. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου, στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής ––η Βρετανία, η Γαλλία, οι ανερχόμενες ΗΠΑ–– συνασπίστηκαν εναντίον του (πράγμα που όντως έκαναν ορισμένα ιθαγενή κινήματα σε αποικιοκρατούμενες χώρες)! Στην πραγματικότητα, από την καλώς εννοούμενη επαναστατική σκοπιά, που καθοδηγείται από ένα αταλάντευτο όραμα ισότητας και αυτοδιαχείρισης για όλη την ανθρωπότητα, η φιλελεύθερη θριαμβολογία της παγκοσμιοποιούμενης αγοράς και τα εθνοσωβινιστικά ξεσπάσματα μίσους πρέπει να δείχνονται ως τα πραγματικά «δύο άκρα» της κυρίαρχης ιδεολογίας τής ισχύος, που επικοινωνούν στην κοινή τους αρχή τής «επιβίωσης του ισχυροτέρου», με οιοδήποτε τίμημα. 

Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες, που παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα τής ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση. Είναι η πιο ανησυχητική ένδειξη μιας καλπάζουσας συλλογικής παθολογίας, εκείνης που κάνει τους ανθρώπους ανίκανους να υψώσουν οιουσδήποτε ορθολογικούς φραγμούς στην οικονομική εκμετάλλευση, στη σεξουαλική καταπίεση και αυτοκαταπίεση, στην πολιτική χειραγώγηση και σε κάθε μορφή ανισότητας και ανελευθερίας. Ο διαστροφικός ψυχολογικός του πυρήνας εκπροσωπείται παραδειγματικά στον μηχανισμό της λεγόμενης ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Και αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το κλειδί στο μυστήριο της ελληνικής παθητικότητας, ενόψει μιας προϊούσας κοινωνικής καταστροφής αδιανόητων διαστάσεων που, ορθολογικά κρίνοντας, θα δικαιολογούσε κοσμογονικές εξεγέρσεις συγκρίσιμες με τις πιο σημαδιακές τέτοιες του εικοστού αιώνα. Το εφιαλτικότερο στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, κατά την εκτίμησή μου, δεν είναι η ίδια η ύπαρξη μιας δολοφονικής ακροδεξιάς οργάνωσης – διότι η ελληνική ακροδεξιά, δυστυχώς, είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει πάψει να επιζεί και να τρέφεται από το βαθύ και ανεπεξέργαστο συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, και όλοι έχουμε γνωρίσει τις ανατριχιαστικές όψεις και το μέγεθος της κτηνωδίας της· είναι η απήχηση που έχει ο λόγος μιας τέτοιας οργάνωσης σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, πολλαπλώς στερημένα ή απειλούμενα που κανονικά δεν θα είχαν κανέναν συμφέρον από την ταύτιση μαζί της: στρώματα βεβαίως του χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, που ο διάχυτος και ανεπεξέργαστος ορθολογικά φόβος κινητοποιεί μέσα τους ένα αρχαϊκό ανακλαστικό μανιασμένης επίθεσης στον πρώτο αποδιοπομπαίο τράγο που θα τους υποδειχθεί. Και η ταύτιση με την ίδια τη δύναμη που τους απειλεί είναι ένα πανίσχυρο καταπραϋντικό στους σπασμούς της αγωνίας τους, το οποίο γνωρίζουν καλά να χειρίζονται οι θύτες τους. Η μοίρα της συγκεκριμένης Χρυσής Αυγής δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία· εκείνο που έχει σημασία είναι η σαδομαζοχιστική αγωγή που προσέφερε στις εξαθλιούμενες ελληνικές μάζες προς όφελος των κυρίων τους – η οποία θα συνεχίσει ασφαλώς να προσφέρεται από νέους διαύλους, συστημικούς και παρασυστημικούς. 

Πηγή poetry bar

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Διάλογος με Νίκο Μάλλιαρη IV: περί μεταμοντέρνας Αριστεράς και άλλων ζητημάτων


JKL says:

27/12/2011 στις 21:26
Ως προς το ζήτημα της εξουσίας έτσι όπως την εννοεί ο Φουκό: είμαστε πάντα μέσα στην εξουσία κλπ…Νομίζω πως ο Νίκος το παρεξήγησε.Σωστά παρατηρεί ο Weltschmerz K. ότι με την “εξουσία” ο Φουκό δεν αναφέρεται (θα το εκφέρω με καστοριαδικούς όρους) στην ρητή εξουσία αλλά στην ριζική υποεξουσία (βλ. εσωτερικευμένες φαντασιακές σημασίες).Σε αυτό το σημείο δηλαδή υπάρχει ταύτιση μεταξύ Καστοριάδη και Φουκό.

Protagma says:
01/01/2012 στις 17:18

Καταρχάς να πω καλή χρονιά, μιας και άργησα κιόλας να απαντήσω και μπήκε ο νέος χρόνος στο μεταξύ!

@ JKL
Δε νομίζω ότι ο Καστοριάδης παρεξηγεί τον Φουκό. Σωστά λέει ο Welt ότι η έννοια της εξουσίας του Φουκό δεν πρέπει να ταυτίζεται με την «επιφανειακή» έννοια της κρατικής ή ρητής εξουσίας (το «νομικο-δικαιϊκό» μοντέλο εξουσίας που κριτικάρει ο Φουκό, προωθώντας τη δική του «θετική» και «παραγωγική» έννοια της εξουσίας κ.λπ.), σωστά κάνεις κι εσύ παραλληλισμό μεταξύ της άρρητης εξουσίας του Κ. και της έννοιας της εξουσίας στο Φουκό (αν και αυτό ισχύει μόνο μέχρις ενός σημείου –βλ. παρακάτω).

Όμως δε νομίζω ότι ο Καστοριάδης παραγνώριζε την ιδιαιτερότητα της φουκωικής έννοιας της εξουσίας. Αυτό που σωστά διευκρινίζετε στόχευε (όπως και ο Μποντριγιάρ, άλλωστε) όταν χτύπαγαν τον Φουκό: διότι αν λες ότι η υπόρρητη εξουσία είναι παμπεριεκτική, περιλαμβάνοντας τα πάντα και μην επιτρέποντας σε τίποτε να αναδυθεί, να την αμφισβητήσει και να την αλλάξει, είναι σαν να λες ότι η κοινωνία μπορεί να κυριαρχηθεί πλήρως από τις «δομές» και τις «επιστήμες». Άρα αυτό που κάνεις είναι να εξαλείφεις το υποκείμενο, δηλαδή αυτό που καστοριαδικά θα το λέγαμε «θεσμίζον φαντασιακό»: αυτό που επιτρέπει στην κοινωνία να μην είναι ποτέ πλήρως αλλοτριωμένη στους θεσμούς της -έστω κι αν αυτή η έλλειψη πλήρους απορρόφησης από τη θεσμισμένη κοινωνία (δηλαδή από τους εκάστοτε κατεστημένους θεσμούς και σημασίες, την κυρίαρχη «επιστήμη» του Φουκό) εκφράζεται, όπως σήμερα, όχι μέσω αμφισβητησιακών κινημάτων, αλλά μέσω μιας παρακμής, διαταραγμένων καθημερινών συμπεριφορών, μιας ανόδου της έλλειψης νοήματος και ενός αισθήματος κενού και δυσφορίας. Όπως σωστά έλεγε ο Μποντριγιάρ, για τον Φουκό δεν υπάρχει και δε μπορεί ποτέ να υπάρξει κρίση της εξουσίας, παρά μόνο διαδοχή μορφών κυριαρχίας. Αυτές οι μορφές κυριαρχίας είναι πάντοτε υπεράνω κάθε αμφισβήτησης, εφόσον είναι αυτές που διαμορφώνουν τα υποκείμενα και την ίδια την κοινωνία, εν τέλει.

Άρα, ο Φουκό απλώς αναπαράγει την κλασική χαϊντεγκεριανή, εγελιανή, μαρξιστική και τελικά νεοπλατωνική ιδέα, σύμφωνα με την οποία κάθε εποχή κυριαρχείται πλήρως από μια οντολογική/γνωστική αρχή, την οποία τίποτε δε μπορεί να αμφισβητήσει και να αλλάξει. Το μόνο που επιτρέπει σε αυτές τις αρχές που μορφοποιούν την κοινωνία να αλλάζουν είναι οι διάφορες θεολογικές ή εξελικτικές φιλοσοφίες των εν λόγω συστημάτων. Η μόνη διαφορά του Φουκό με αυτά είναι ότι ο ίδιος δεν παραδέχεται την ύπαρξη κάποιας ιστορικής νομοτέλειας. Και γι’ αυτό, όπως είπα και στο προηγούμενο σχόλιο, δεν έχει τι να απαντήσει στο ερώτημα της διαδοχής αυτών των μορφών κυριαρχίας/γνώσης. Ουσιαστικά δεν έχει φιλοσοφία της ιστορίας: ούτε κάποια μορφή νομοτέλειας δέχεται ούτε όμως και μια οντολογία της ιστορίας ως δημιουργίας (αλά Καστοριάδης), κι έτσι μας παρουσιάζει την ιστορία ως μια ασυνάρτητη διαδοχή εντελώς κλειστών, κάθε φορά, συστημάτων κυριαρχίας, καθώς τίποτε μέσα σε αυτά δεν προετοιμάζει ή σχετίζεται, εν πάση περιπτώσει, με το επόμενο.

Με αυτή την έννοια, όπως σωστά έλεγαν οι καταστασιακοί και διάφοροι υποστηρικτές της σχολής της Φρανκφούρτης στη Γαλλία, ο Φουκό είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος της γραφειοκρατίας: εξαλείφει πλήρως τα οντολογικά και φιλοσοφικά θεμέλια της κριτικής των συστημάτων κυριαρχίας. Παρουσιάζει τις δομές ως ικανές να καταπίνουν πλήρως τόσο το υποκείμενο όσο και την ίδια τη θεσμίζουσα διάσταση της κοινωνίας. Δε βλέπω, ως εκ τούτου, ποια διαφορά μπορεί να υπάρξει μεταξύ μιας τέτοιας φιλοσοφίας και μιας θεολογίας σαν αυτή, π.χ., του Χάιντεγκερ, η οποία καταλήγει (στο περίφημο κείμενο «Γαλήνη», εμπνευσμένο από το γερμανό μυστικιστή του 13ου αιώνα, Μάιστερ Έκχαρτ) στο συμπέρασμα «δεν έχουμε τίποτε να κάνουμε, απλώς να περιμένουμε το Συμβάν (δηλαδή την οντολογική αναγέννηση που θα συμβεί όταν το Είναι «δώσει» ξανά οντολογική πνοή στον κόσμο)».
Το πολύ πολύ να πούμε ότι κάνουμε απλές μερικές και εφήμερες δράσεις, έχοντας επίγνωση ότι η κοινωνία δε μπορεί ποτέ να αλλάξει ουσιαστικά. Και νομίζω ότι ο Φουκό πραγματικά επηρέασε προς αυτήν την κατεύθυνση τα κινήματα που αναδύθηκαν μετά τη δεκαετία του ’70. Επίσης, η ιδέα του Φουκό ότι η σύγχρονη Δύση είναι ΜΟΝΟ μια διαδοχή τέτοιων μορφών κυριαρχίας, αποκορύφωμα των οποίων είναι η περίφημη «βιοεξουσία», αποτελεί θεμέλιο λίθο του σύγχρονου αντιδυτικισμού. Ειδικά μάλιστα όταν στηρίζεται σε μεταμοντέρνες ή αριστερίζουσες αναγνώσεις των Χορκχάιμερ/Αντόρνο (που εξισώνουν, σχεδόν, τον καπιταλισμό με τον ολοκληρωτισμό), εύκολα φτάνουμε στο συμπέρασμα: στη Δύση δε μπορεί τίποτε να αλλάξει, άρα η μόνη λύση είναι να αναζητήσουμε τη «ριζική ετερότητα» έξω από αυτήν (στο Ισλάμ, στο βουδισμό και σε κάθε είδους τριτοκοσμισμό).

@ Weltschmerz
Θίγεις πολλά ζητήματα στην τοποθέτησή σου και λόγω έλλειψης χρόνου, προσπάθησα να τα πιάσω όλα μαζί, με όχι ιδιαίτερα αναλυτικό τρόπο. Αν κάτι δεν είναι σαφές, πες μου να το διευκρινίσω.
Συμφωνώ με τη μεθοδολογική σου παρατήρηση ότι πρέπει, κάθε φορά, να λαμβάνουμε υπόψη το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η εκάστοτε ιδέα ή φιλοσοφικό σύστημα που εξετάζουμε. Πάντοτε πρέπει να κοιτάμε ενάντια σε τι προσπάθησε να στραφεί ο εκάστοτε συγγραφέας, ώστε να δούμε γιατί έδωσε το βάρος εκεί που το έδωσε, γιατί δεν έδωσε τόση σημασία σε κάτι που σήμερα (δηλαδή εκ των υστέρων και υπό διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες) μας φαίνεται εξίσου ή ενδεχομένως και πιο σημαντικό κ.λπ.

Πιστεύω όμως ότι δεν πρέπει να εξαντλούμε τον τρόπο προσέγγισης ή πρόσληψης ενός φιλοσοφικού έργου σε αυτή την αρχή. Διότι, πολύ συχνά, μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να καταλήξει σε ένα είδος σχετικισμού, το οποίο συγκαλύπτει τις αδυναμίες ενός φιλοσοφικού συστήματος, μιας θεωρητικής προσέγγισης κ.λπ. Με άλλα λόγια, αν μια θεωρία δε μπορεί να ξεπεράσει τις συνθήκες τις κοινωνικοϊστορικές μέσα από τις οποίες αναδύθηκε, προκειμένου να πει κάτι και σε εμάς, που ζούμε υπό διαφορετικές συνθήκες, τότε δεν έχει αξία. Οι μεγάλοι πολιτικοί συγγραφείς και επαναστάτες θεωρητικοί έχουν αξία, επειδή, ακόμα κι αν έγραφαν για την εποχή τους, έχουν πει πράγματα που ακόμα δίνουν τροφή στη σκέψη, ακόμα μας επιτρέπουν να στοχαστούμε πάνω σε βασικά προβλήματα της πολιτικής δράσης και της κοινωνικής αλλαγής. Κι αυτό ισχύει ακόμα και αν οι συγκεκριμένες τους αναλύσεις για τον καπιταλισμό ή άλλα φαινόμενα έχουν αποδειχτεί είτε εσφαλμένες και άστοχες είτε και ξεπερασμένες.

Επίσης για να είναι «χρήσιμος» ένας συγγραφέας πολιτικά, πρέπει να είναι εύληπτος και κατανοητός. Π.χ. συμφωνώ με την ανάλυση που κάνεις των προσεγγίσεων του Αλτουσέρ και του Φουκό, παρ’ όλο που πιστεύω ότι ο ακαδημαϊκός τους χαρακτήρας ως στοχαστών δεν τους επιτρέπει να πιάσουν την πραγματικότητα του κοινωνικο-ιστορικού, οδηγώντας τους έτσι σε αφηρημένες και «φιλοσοφικές», με την κακή έννοια του όρου, γενικεύσεις, οι οποίες τους κάνουν να προσπαθούν να ασκήσουν κριτική στις τάσεις που αναφέρεις, πηγαίνοντας απλώς στο άλλο άκρο: δηλαδή σε μια δομιστική θεωρία που εξαλείφει κάθε υπόνοια υποκειμένου, συνείδησης κ.λπ.). Αλλά πιστεύω ότι οι έννοιες της εδαφικοποίησης και της απεδαφικοποίησης του Ντελέζ είναι πρακτικά ακατανόητες σε σχέση με την πραγματικότητα. Μόνο αν ασχολείται κανείς με τον ίδιο τον Ντελέζ ίσως να καταλαβαίνει τη σημασία τους. Έχω την εντύπωση ότι πρόκειται πιο πολύ για φιλοσοφικές λεπτολογίες παρά για έννοιες που φωτίζουν κάποια ουσιώδη εξέλιξη της πραγματικότητας. Αυτό που λες περί της διάχυσης της κριτικής σε θεσμούς της καθημερινής ζωής (σχολείο, φυλακή, άσυλο κ.λπ.), το είχαν ήδη πει οι καταστασιακοί με τον πολύ πιο απλό όρο της «κριτικής της καθημερινής ζωής», ενώ είχαν αρχίσει ήδη να το εξασκούν τα κινήματα του ’60.

Αυτό για τον Φωτόπουλο και την κριτική του Καστοριάδη στο σταλινισμό δεν το καταλαβαίνω. Λες ότι έχει δίκιο ο πρώτος, όταν διαισθάνεται ότι η προσέγγιση του δεύτερου είναι κοντά στον αστικό φιλελευθερισμό. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάτι τέτοιο είναι προβληματικό για κάποιον που δεν είναι τζιχαντοσταλινικός, όπως ο Φωτόπουλος. Ο αστικός φιλελευθερισμός ενσαρκώνει σε ένα βαθμό το πρόταγμα της αυτονομίας, ασχέτως αν βασικές πτυχές του στρέφονται ενάντια σε αυτό. Αλλά το να έχεις κατοχυρωμένα αστικά δικαιώματα μέσα σε μια κοινωνία, είναι απείρως καλύτερο από το να μην έχεις. Αυτό δεν είναι φιλοσοφικό ζήτημα, είναι ζήτημα πρακτικής πολιτικής δραστηριοποίησης: μπορείς να κάνεις αφισοκόλληση, να εκδίδεις το περιοδικό σου, να γράφεις ελεύθερα σε μπλογκς όπως εμείς τώρα κ.λπ. Πράγματα, εν ολίγοις, που σου επιτρέπουν να ασχοληθείς πολύ πιο εύκολα με την επαναστατική πολιτική. Πρόκειται για βασικές κοινοτοπίες, που θα έλεγε κι ο Βανεγκέμ, οι οποίες δεν έχουν σχέση με φιλοσοφικές θεωρίες και εννοιοποιήσεις. Και ο Καστοριάδης ήταν πάντοτε οπαδός μιας τέτοιας προσέγγισης του κοινού νου, ενάντια στις σχοινοτενείς ρητορικές εκφράσεις των δομιστών και των μεταδομιστών, οι οποίοι έχουν ως βασικό τους χαρακτηριστικό την τάση να μετατρέπουν τα απλά ζητήματα καθημερινής πράξης σε προβλήματα φιλοσοφίας.

Στο ζήτημα του Μάη του ’68 δε διαφωνώ με την προσέγγισή σου. Το λέω επειδή κάπου λες ότι σου φαίνεται διαφορετική η προσέγγισή μου. Ίσως το λες επειδή κι εδώ στην ομάδα λέμε ότι σήμερα είναι σημαντικό το ζήτημα των ορίων. Μα όρια δε σημαίνουν επιστροφή στη θρησκευτική ετερονομία. Η ύπαρξη των ορίων είναι καλό πράγμα, αρκεί αυτά τα όρια να μπορούμε να τα συζητήσουμε, να τα συνδιαμορφώσουμε, να τα αμφισβητήσουμε όταν κρίνουμε ότι είναι απαραίτητο κ.λπ. Αν κάτι έχει πάρει από τα κινήματα του ’60 ο σύγχρονος καπιταλισμός, αυτό είναι ακριβώς η εξύμνηση του πανηδονισμού και της αναγκαιότητας να υπερβαίνουμε τα όρια κάθε είδους. Δε συμφωνώ ότι πρόκειται για διαλεκτική άρνηση του πνεύματος του ’60. Πρόκειται, αντίθετα, για μια αφομοίωση στοιχείων αυτών των κινημάτων που επέτρεψαν στον καπιταλισμό να ξεπεράσει το λίμνασμα της δεκαετίας του ’70. Ταυτόχρονα αυτά τα κινήματα επηρέασαν βαθειά την ίδια τη δομή του καπιταλισμού, ενδυναμώνοντας διαδικασίες που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη (αποσύνθεση της αστικής κουλτούρας, άνοδος της κοινωνίας της κατανάλωσης κ.λπ.). Πρόκειται όμως για λάθος να πάμε στο άλλο άκρο και να πούμε, όπως λες για τους Νέγκρι-Χαρντ, ότιο νεοφιλελευθερισμός είναι προϊόν των κινημάτων του ’60. Το θέμα είναι να δούμε πώς ενσωμάτωσε ο καπιταλισμός ορισμένα στοιχεία τους (καταπολεμώντας κάποια άλλα), πώς επηρεάστηκε ο ίδιος από αυτά κ.λπ. Δηλαδή νομίζω ότι η ανάλυση του Καστοριάδη είναι πολύ πιο σωστή μεθοδολογικά, καθώς, τονίζοντας πάντοτε πως «τίποτε δε μπορεί να επικρατήσει απόλυτα», μας επιτρέπει να διερευνήσουμε τη συνύπαρξη και τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών πολιτιστικών λογικών, τη μείξη και τις αντιφάσεις διαφορετικών κοινωνικο-ιστορικών στοιχείων κ.λπ. Να πω επί τη ευκαιρία ότι ο Σαρκοζύ αυτή τη μαλακία για τον Μάη του ’68 την είπε καθαρά ρητορικά, εφόσον, όπως ωραία του είχε απαντήσει ο Κον-Μπεντίτ, ο ίδιος αποτελεί χαρακτηριστικό προϊόν ορισμένων αλλαγών που επέτρεψε ή επιτάχυνε ο Μάης (ως προς τον τρόπο ζωής του, το μοντέλο συζύγου που ενσαρκώνει κ.λπ.). Κι αν πολλοί αριστεροί κάνουν πλέον κριτική σε αυτά τα κινήματα, αυτό δε μου λέει κάτι. Νομίζω πως απλώς είναι μια προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την ανασφάλεια που τους προκαλεί η ανικανότητά τους να καταλάβουν τη σύγχρονη κοινωνία, επιστρέφοντας στα παλαιοσταλινικά κλισέ: «τα κινήματα του ’60 ήταν απλώς το προϊόν μιας αισθητικής περιπέτειας των παιδιών των αστών κ.λπ.» (βλ. την ταινία του Μπερτολούτσι, Οι ονειροπόλοι).

Και το ίδιο ισχύει και για την κριτική στον Νέγκρι που αναφέρεις και η οποία μου φαίνεται εξίσου προσχηματική, ασχέτως αν διαφωνώ με την προσέγγιση του Νέγκρι και καταλαβαίνω, επίσης, γιατί δεν κάθεται καλά στους σταλινο-αριστεριστές: ο RD, π.χ., απλώς βρήκε μια ευκαιρία να το παίξει «υπερασπιστής των συμφερόντων των υποτελών τάξεων» υιοθετώντας ένα παλαιοκομουνιστικό προφίλ. Εξού και το ξεσπάθωμα ενάντια στο Σύνταγμα και την έλλειψη «ταξικής καθαρότητας», εξού και η υπεράσπιση του «τίμιου» Φωτόπουλου που βάλλεται από τα κωλόπαιδα των Εξαρχείων κ.λπ. Κλασικό φαινόμενο μέλους ανώτερων τάξεων (μορφωμένος, καθηγητής κ.λπ.), που υπερθεματίζει παλαιοκομουνιστικά, προκειμένου να νιώσει εγγύτερα σε αυτό που έχει θέσει ως πολιτικό ιδεώδες (ο σοσιαλισμός ως «υπεράσπιση των φτωχών»). Πιστεύω ότι τέτοια προβλήματα συνείδησης συνιστούν βασικό στοιχείο του φαντασιακού πολλών πρωταγωνιστών της σκέψης των ετών ’60-’70, που συζητάμε, και γι’ αυτό επιμένω σε αυτό το σημείο.

Διάλογος με Νίκο Μάλλιαρη III: περί μεταμοντέρνας Αριστεράς και άλλων ζητημάτων


Weltschmerz K. says:
27/12/2011 στις 18:26

Φχαριστώ κι εγώ για το κομπλιμάν, αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να αφήσω τις φιλοφρονήσεις και να καταγγείλω τον αντικειμενικά/υποκειμενικά συστημικό ρόλο του “Προτάγματος”! Όχι για τίποτε άλλο, παρά για να μη βγουν δικαιωμένοι όσοι μιλούν για αντικειμενική/υποκειμενική συμπόρευση αυτονομίας, λάιφ-στάιλ αναρχίας και ρεφορμιστικής αριστεράς! Αφού το έκανα κι αυτό, ας περάσουμε στο δια ταύτα.

Είναι γενικά σημαντικό -και μεθοδολογικά απαραίτητο για τον ιστορικό της φιλοσοφίας, των ιδεών κλπ- να βλέπει κανείς που απευθύνεται μια παρέμβαση, σε ποια αντιπαράθεση φιλοδοξεί να συμβάλει τη στιγμή που εμφανίζεται, σε ποια θέση αντιτίθεται, ποιον στοχεύει κλπ, αλλιώς είναι σαν να παρακολουθείς τις κινήσεις ενός ξιφομάχου χωρίς να έχεις τη δυνατότητα να δεις εκείνες του αντιπάλου του. Οι πολλαπλές εκδοχές του θεωρητικού/φιλοσοφικού αντιανθρωπισμού στη Γαλλία είχαν συγκεκριμένο αντίπαλο: μια παραδοσιακή συνειδησιοκεντρική αντίληψη του υποκειμένου ως βουλητικά αυτεξουσίου και διαφανούς προς εαυτόν, αντίληψη που συνδέεται με τον Καρτέσιο και διατηρείται στην ουσία της σε όλους τους μεγάλους κόμβους της κατά βάση ιδεαλιστικής νεωτερικής γνωσιολογίας (Καντ, Φίχτε, Χούσσερλ). Η άποψη αυτή όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά δρα μυστικοποιητικά. Έτσι ο Αλτουσέρ επιτίθεται στις ανθρωπιστικές και υπαρξιστικές εκδοχές του μαρξισμού ως εσωτερικεύσεις της αστικής ιδεολογίας, θεωρώντας ότι το υποκείμενο εγκαλείται/συγκροτείται ιδεολογικά από τους θεσμούς της νομικο-πολιτικής υπερδομής των αστικών δημοκρατιών, που είναι καντιανο-φιλελεύθερης απόχρωσης. Στον Φουκώ, το υποκείμενο κατασκευάζεται ομοίως από το νεωτερικό κράτος -και νομίζω σε αμφίδρομη σχέση- σε μια προσπάθεια “ελέγχου” και διαχείρισης, παραγωγής και αναπαραγωγής των υποκειμενικών μορφών που είναι οι πλέον συμβατές με την απαιτούμενη δομή της αναδυόμενης κεντρικής διοίκησης. Κοντά στον Φουκώ ο Ντελέζ, επίσης νιτσεϊκός, δίνει έμφαση στο χαμερπή, αντενεργό χαρακτήρα της συνείδησης που εγκλωβίζει μάλλον παρά απελευθερώνει το “υποκείμενο” από τις δυνατότητες του. Όπως ο Φουκώ θεωρούσε ότι το όνομα του Συγγραφέα επιτελεί τον αποπληθωρισμό του νοήματος, όπως κάθε ομοίως παγιωμένη ταυτότητα, έτσι και ο Ντελέζ, (που εκτός από τον Αντι-Οιδίποδα, κινούμενος σε πιο “παραδοσιακά” ακαδημαϊκά εδάφη, επεξεργάστηκε μια σκέψη της διαφοράς, υπό την επίδραση -εκτός του Νίτσε- των Σπινόζα και Μπερξόν) επισημαίνει τον απο-πληθωριστικό, κανονικοποιητικό ρόλο της μορφής-υποκείμενο, κατά τρόπο αντίστοιχο με την κριτική σου στη δομή-κόμμα. Τέτοιες δομές απορροφούν τους κραδασμούς της υπαρκτής κινητικότητας των πραγμάτων, αντί να τους πολλαπλασιάζουν.

Ομοίως, θεωρώ ότι αποτελεί κεκτημένο η θετική σύλληψη της εξουσίας από τον Φουκώ, την οποία ο Ντελέζ αποδέχεται και ριζοσπαστικοποιεί αποδίδοντας πρωταρχικό ρόλο στην αντίσταση (βλέπε και σημείωμα του Άκη Γαβριηλίδη με τίτλο “Η επικαιρότητα του Μισέλ Φουκώ” στις Θέσεις, όπου τον διαβάζει μέσα από το πρίσμα του Ντελέζ). Η εξουσία ως σχέση μεταξύ δυνάμεων και σωμάτων, μετέρχεται (υπεισέρχεται εντός) γλωσσών, συνηθειών και πρακτικών, διαχέεται σε ολόκληρο το πεδίο του κοινωνικού και δεν αποτελεί μόνο ούτε κυρίως την εξωτερική επιβολή. Η παραδοσιακή μαρξιστική, φιλελεύθερη και ελευθεριακή αντίληψη για την εξουσία, παρά τις διαφορές τους, την αντιμετωπίζουν ως οιονεί-ουσία, που αποτελεί μιαν εξωτερικότητα που βρίσκεται συγκεντρωμένη σε ένα σημείο κι επομένως μπορεί να δειχτεί, και άρα να αντιμετωπιστεί μετωπικά (έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα, περιορισμός του αυταρχικού κράτους κλπ). Όμως για τον Φουκώ βρισκόμαστε πάντοτε εντός της, πράγμα που δε σημαίνει απαραίτητα κάτι κακό, γιατί η ίδια η εξουσία όπως την εννοεί δεν είναι αυτή για την οποία μιλούσαν τόσο καιρό οι αναρχικοί, οι φιλελεύθεροι και οι μαρξιστές, χωρίς να σημαίνει ότι ετούτη η προγενέστερη έννοια μιας “κεντρικής” εξουσίας εξαφανίζεται από την ανάλυση του.

Αυτό μας φέρνει στις πραγματεύσεις περί εδαφικοποίησης, απεδαφικοποίησης και επανεδαφικοποίησης του Ντελέζ. Αν καταλαβαίνω καλά, υποστηρίζει δυο πράγματα επ’ αυτών: α) ότι κάθε απεδαφικοποίηση συνεπάγεται απαραιτήτως μιαν επανεδαφικοποίηση, και β) ότι τον ίδιο -και εμάς- είναι κυρίως οι πρώτες διαδικασίες που τον ενδιαφέρουν (μάλιστα ο Πήτερ Χόλγουορντ, που νομίζω πως είναι κοντά στον Μπαντιού, φτάνει στο σημείο να κατηγορήσει.τη σκέψη του ως κυριολεκτικά “εξωκοσμική”, επειδή δεν έχει να προσφέρει καμία συγκεκριμένη λύση, σαν να λέμε: επειδή δεν έχει ρητά διατυπωμένο “πρόταγμα”). Για να μείνουμε στο κοινωνικο-πολιτικό πεδίο, αυτό που συνεπάγεται η πρώτη θέση είναι ότι κάθε ιδέα περί “καταστροφής” των υπαρχουσών μορφών πχ κεντρικής εξουσίας και οργάνωσης, συνεπάγεται αναγκαία μια διαφορετική διευθέτηση, τη σύναψη νέων σχέσεων εξουσίας, παραγωγής, οργάνωσης της κοινωνίας. Πρόκειται για κάτι αυτονόητο, δηλαδή, για όποιον δε συμμερίζεται μια ρομαντική φαντασιακή επίλυση των διαφορών “μια κι έξω”, αλλά αντίθετα αντιλαμβάνεται τον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ως μια διαρκή πάλη με περισσότερο και λιγότερο κρίσιμους κόμβους και πεδία αντιπαράθεσης που διαπερνούν το σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας – κατά πως έδειξαν και τα νέα κοινωνικά κινήματα: σχέσεις παραγωγής/διανομής/κατανάλωσης, σχέσεις πολιτικής οργάνωσης, συμμετοχής και αντιπροσώπευσης, σχέσεις παρέμβασης εντός ή εκτός του κρατικού μηχανισμού, οικογενειακές, διαπροσωπικές, εργασιακές σχέσεις, σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, θεσμοί εγκλεισμού και κανονικοποίησης: φυλακές, ψυχιατρεία, σχολεία κλπ.

Η μομφή προς τους δομιστάς περί αχρονικής εξέτασης των κοινωνιών είναι συνηθισμένη. Όσον αφορά τον Αλτουσέρ κυρίως, μπορούμε να πούμε ότι τον ενδιέφερε να εξηγήσει το γιατί καθυστέρησε να φτάσει η επανάσταση που είχε αναγγελθεί, το πως οι μάζες ξεγελιούνται καθημερινά, ενσωματώνονται κλπ. Όμως δε μπορεί παρά να παρατηρήσει κανείς ότι “δομικές” προσεγγίσεις, όπως του Μπουρντιέ που αναφέρεις, φαίνεται να δικαιώνονται αν κοιτάξουμε τις μακροσκοπικές εξελίξεις. Μήπως δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές η εκπαίδευση βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής των υπαρχόντων καταμερισμών των γνώσεων, των νοοτροπιών και των πρακτικών ενός κοινωνικού σχηματισμού, περιλαμβανομένων των φωνών αντίστασης σε αυτών; Όσον αφορά την έννοια της “επιστήμης” του Φουκώ, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα στρωματογραφικό παρόν, όπου συνυπάρχουν δυναμικά τάσεις από προγενέστερους αλλά και μεταγενέστερους ιστορικο-κοινωνικούς σχηματισμούς, όπου οι αλλαγές επισυμβαίνουν αργά, αλλά γίνονται αντιληπτές ως ξαφνικές και καταιγιστικές. Σε μια τέτοια θεώρηση αναγνωρίζεται ότι σε κάθε εποχή υπάρχουν άρρητα υιοθετημένοι τρόπου κατανομής, κωδικοποίησης και διευθέτησης αυτού που μπορεί και δε μπορεί να γνωσθεί, του δυνάμενου να λεχθεί και του ανείπωτου, του ορατού και του αόρατου κλπ,, τους οποίους μοιράζονται επιμέρους διαφορετικές τάσεις, χωρίς να αποκλείεται η ανάδυση της καινοτομίας, η οποία αντίθετα εμφανίζεται ως κοινωνικο-ιστορικα εγκατεστημένη και όχι προκύπτουσα δια παρθενογενέσεως. Παράδειγμα: η κριτική του Καστοριάδη στην ΕΣΣΔ παρουσιάζει πράγματι ομοιότητες με τον παραδοσιακό αντικομμουνιστικό λόγο τόσο της συντηρητικής δεξιάς, όσο και της αντισταλινικής αριστεράς ενγένει. Αυτό συμβαίνει διότι στις δυτικές κοινωνίες μέσα από μια μακρά και αντιφατική περίοδο διαφωτισμού και αστικών επαναστάσεων, τα πολιτικά δικαιώματα έφτασαν να συγκροτηθούν/επενδυθούν ως αξιοσέβαστα. Ο Φωτόπουλος (και οι λοιποί) δεν είναι τυφλός όταν αντιλαμβάνεται ότι η στάση του Καστοριάδη για τον ψυχρό πόλεμο (“το να λες ότι η συμμορία του Ντίλινγκερ είναι καλύτερη από του Καπόνε, δε σημαίνει ότι παίρνεις το μέρος της”) ή της “ρεφορμιστικής αριστεράς” για τη Λιβύη (ούτε με το ΝΑΤΟ ούτε με τον Καντάφι) βρίσκεται εγγύτερα σε έναν ριζικό πολιτικό φιλελευθερισμό μάλλον παρά σε ό, τι προκύπτει από τις σταλινομαοϊκές γεωπολιτικές αναλύσεις, απλά δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη συνύπαρξη αντιτιθέμενων τάσεων εντός ενός ευρύτερου υποδείγματος/”επιστήμης”, όπου ο “άνθρωπος” και τα δικαιώματα “του” είναι σε κεντρικό ρόλο. Όπως έλεγε και ο Καστοριάδης, οι φιλελεύθερες ολιγαρχίες έχουν μέσα τους σπέρματα αυτονομίας που βέβαια δεν τους χαρίστηκαν. Για αναλυτές όπως ο Φωτόπουλος, από την άλλη, το γεγονός ότι οι πολιτικές ηγεσίες μπορεί να είναι ανεκτικές ως προς κάποια θέματα (όπως η αποποινικοποίηση των ναρκωτικών ή η υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων) αποτελεί επαρκή και αναγκαίο όρο για να καταδικαστεί η συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα και να δειχτεί ο αντικειμενικά/υποκειμενικά παραπλανητικός ρόλος τους!

Ήταν ενάντια σε τέτοιες λογικές άσπρου-μαύρου που έδρασαν οι μεταδομισταί. Ο Φουκώ λέει για παράδειγμα: «Νομίζω ότι με έχουν κατατάξει στα περισσότερα τετραγωνάκια της πολιτικής σκακιέρας, στο ένα μετά το άλλο, μερικές φορές δε και σε πολλά μαζί ταυτόχρονα: ως αναρχικό, αριστερό, φανερό ή κρυφό μαρξιστή, τεχνοκράτη στην υπηρεσία του γκολισμού, φιλελεύθερο, και άλλα πολλά… Κανένας από τους παραπάνω χαρακτηρισμούς δεν σημαίνει τίποτε από μόνος του· όλοι μαζί, από την άλλη, όλο και κάτι σημαίνουν. Και πρέπει να ομολογήσω ότι μου αρέσει αυτό που σημαίνουν»… Και επίσης εξομολογείται στον Ντελέζ ότι «ένας μαοϊκός κάποτε μου είπε: “Μπορώ εύκολα να καταλάβω την πρόθεση του Σάρτρ να βρεθεί στο πλευρό μας· μπορώ εύκολα να καταλάβω τους σκοπούς και τη συμμετοχή του στην πολιτική· μπορώ να καταλάβω σε ένα βαθμό την θέση σου, αφού πάντα είχες ασχοληθεί με το πρόβλημα του εγκλεισμού. Αλλά ο Ντελέζ είναι ένα αίνιγμα”. Σοκαρίστηκα από αυτή τη δήλωση, γιατί σε μένα η θέση σου φαινόταν πάντα καθαρή».

Ο Ντελέζ αρνείται τα περί εξαπάτησης των μαζών, συνεχίζοντας το προκλητικό ερώτημα του Ράιχ (γιατί οι μάζες επεθύμησαν το φασισμό;) και αποδίδοντας συντακτικό ρόλο στην επιθυμητική παραγωγή. Αυτή η έμφαση στην αυτενέργεια των ατόμων, που δεν είναι απλά εξουσιαζόμενες μαριονέτες στων οποίων τη σκέψη και το σώμα παθητικά εγχαράσσονται τα σημάδια του κυρίαρχου, την οποία ανέφερα και προηγουμένως ως προτεραιότητα της αντίστασης επί της καταπίεσης, είναι παρεμφερής προς την κριτική που απευθύνει ο Καστοριάδης στο μαρξισμό ότι παρέλειψε να εξετάσει την ταξική πάλη -για την οποία τόσο πολύ μιλούσε- μες στο ίδιο το εργοστάσιο, αντιμετωπίζοντας λίγο πολύ τους εργάτες ως εξαθλιωμένους που χρειάζονται κάποιον άλλο να τους δείξει το δρόμο. Σήμερα η εγγύτερη γραμμή ανάλυσης σε αυτήν είναι των Νέγκρι-Χαρντ, που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στους δυο Γάλλους. Φτάνουν μάλιστα να πουν ότι το ίδιο το πλήθος δημιούργησε την Αυτοκρατορία, που σε παραδοσιακό μαρξιστικό λεξιλόγιο θα μπορούσε να σημαίνει: οι ταξικοί αγώνες και η ένταση τους οδήγησαν στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στην ανάγκη μεταφοράς του παιχνιδιού σε πλανητικό επίπεδο, γιατί εντός του κεϋνσιανού κράτους τα όρια για κερδοφορία είχαν συμπιεστεί. Καθόλου τυχαία η ντελεζιανο-νεγκρική ρητορική του πλήθους ακούστηκε αρκετά με το κίνημα των πλατειών, και επικρίθηκε από μαρξιστές όπως ο Αντώνης του RD και πλέον LR (επίσης κριτική στις απόψεις του Νέγκρι έχουν κάνει αμφότεροι οι Τερζάκης και Φωτόπουλος).

Όλα αυτά μπορούν να συνδεθούν με ένα τελευταίο ζήτημα, που αφορά τον Μάη του ’68, προς τον οποίο έχω την εντύπωση ότι πληθαίνουν οι κριτικές φωνές εντός της αριστεράς όσο περνούν τα χρόνια. Ο Σαρκοζύ είχε πει -πριν βγει νομίζω- “να τελειώνουμε με τα απομεινάρια του Μάη”. Αυτό που εννοούσε, και το προσυπογράφουν ορισμένοι αριστεροί, είναι ότι το εξεγερσιακό πνεύμα του Μάη ενθάρρυνε την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και του συμπληρωματικού προς αυτόν όψιμου ατομικισμού με την ατομικιστική-σταρχιδιστική, αντι-αυταρχική και αντι-γραφειοκρατική κουλτούρα του (“η φαντασία στην εξουσία”, “απαγορεύεται το απαγορεύειν” κλπ που θα μπορούσαν να ακουστούν σαν διαφημιστικά σλόγκαν σήμερα). Νομίζω ότι αυτές οι προσεγγίσεις αδυνατούν να δουν ότι αυτό που κατέστη κυρίαρχο δεν είναι βέβαια κάποια ελευθεριακή νοοτροπία, αλλά η διαλεκτική αντιστροφή της, που προσδέθηκε στο υπάρχον κοινωνικό/οικονομικό/θεσμικό πλαίσιο από τη στιγμή που δεν κατέστη δυνατό να ξεπεραστεί αυτό, και που είναι βέβαια προτιμότερη από εκείνη που προηγήθηκε: καλύτερα αποξενωμένοι ως ιδιωτεύοντα “άτομα” παρά ως φανατικά κομματόσκυλα. Είμαι της άποψης πως δε συνιστούν απαντήσεις στον αχαλίνωτο καπιταλισμό της υπερκατανάλωσης (και της εξύμνησης της διαφοράς, της ποικιλομορφίας και της ιδιαιτερότητας του ατόμου) οι ηθικολογικές υστερίες για αυτοσυγκράτηση και επιστροφή σε προ-νεωτερικά, κοινοτιστικά φαντασιακά και μορφές ζωής που κυριαρχούν ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος, δηλαδή οι εκκλήσεις για "επιστροφή" σε μια εξιδανικευμένη Ελλάδα του 1950 ή σε μια Αλβανία του 1970, ή σε μια σχετικά πρόσφατη εποχή παχιών κεϋνσιανών αγελάδων. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι είναι διαφορετική η προσέγγιση σου, απλώς συγκλίνει η επιχειρηματολογία στο σημείο που κάνεις λόγο για ανάγκη αυτοπεριορισμού κλπ. Αν ο “σοσιαλισμός” έχει μέλλον, αυτό θα είναι επειδή θα διατηρήσει, θα διευρύνει και θα υπερβεί τα θετικά του υπάρχοντος συστήματος (όπως θεσμοθετημένες ελευθερίες και δικαιώματα, πλουραλισμός απόψεων και μορφών ζωής -στο βαθμό που αυτός δεν εκφράζεται βίαια-, δημοκρατικές κατακτήσεις, τεχνολογικές καινοτομίες, πολιτιστικά μνημεία και έργα τέχνης), ενώ θα περιορίζει διαρκώς όσο γίνεται τα αρνητικά του (ανισοκατανομή υλικής/συμβολικής εξουσίας και ευκαιριών, καταστροφή του περιβάλλοντος, ιεραρχικές δομές, κατασπατάληση παντός είδους πόρων κα), και όχι επειδή μαζί με τη γραμμική ή διαλεκτική ιδέα περί εξέλιξης της ιστορίας θα αρνηθεί κάθε ιδέα ιστορικής εξέλιξης γενικά, κηρύσσοντας μια επιστροφή σε προ-καπιταλιστικές και προ-βιομηχανικές μορφές: η ηδονιστική, απεδαφικοποιητική, επαναστατική ροπή του καπιταλισμού που παρέσυρε τέτοιες μορφές όπως οι παραδοσιακές θρησκείες, τελετουργίες και κοινότητες, πιέζει διαρκώς τα όρια του ίδιου του ΚΤΠ και αναδεικνύει εμμενώς νέες μορφές δημιουργικής συλλογικής αντίστασης, όσο και εκμετάλλευσης. Όταν ο βρηχυθμός του πλήθους ακουστεί, όλα γύρω θα σωπάσουν…

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Διάλογος με Νίκο Μάλλιαρη II: περί μεταμοντέρνας Αριστεράς και άλλων ζητημάτων


Weltschmerz K. says:
26/12/2011 στις 13:17

Συμφωνώ για τη δομή-κόμμα, αλλά φοβάμαι ότι ως ένα βαθμό καταλήγει να είναι υπερασπίσιμη. Η μικρή εμπειρία που έχω από τον κόσμο με έχει διδάξει ότι η πλειοψηφία των ατόμων δεν αντέχει την άμεση δημοκρατία, και ούτε την επιθυμεί -είναι προσδεδεμένη στον Κομματικό Λόγο-, έτσι ώστε αν αυτή μας έπεφτε “ξαφνικά”. από τον ουρανό ένα πρωινό, δε θα ξέραμε τι να την κάνουμε. Χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά στον τομέα της δημοκρατικής παιδείας και της κουλτούρας διαλόγου, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο και χρονοβόρο για τον καθένα να αναπτυχθούν αυτές, για πλήθος λόγων.

Για τον Αντώνη [του Lenin Reloaded] να πω κι εγώ πως, έχοντας παρακολουθήσει για κανένα χρόνο τις αναρτήσεις του, είμαι βέβαιος ότι πρόκειται για έντιμο λενινιστή με συνεπή γραμμή σκέψης – με την οποία συχνά διαφωνώ, ακριβώς λόγω των νεοκομμουνιστικών εμμονών του (πχ αγανακτισμένοι, φιλοΚΚΕ στάση κλπ). Για τον Μπαντιού έχω επίσης καλή άποψη, και νομίζω ισχύει αυτό που λέει ο omadeon περί μερικής αποκήρυξης του πολιτικού του παρελθόντος. Εν πάση περιπτώσει, μας έχει φάει ο δογματισμός-σεχταρισμός στην ευρύτερη αριστερά. Ο καθένας έχει την καμπούρα του και φυσικά δεν είναι σε θέση να τη δει, παρά ακολουθώντας μια όσο γίνεται αυτοκριτική και αυτοσαρκαστική στάση ώστε να την περιορίσει κάπως. Έτσι, όσον αφορά τα δικά σου κείμενα, αντιλαμβάνομαι πως υπάρχει μια εύκολη απαξίωση από μέρους σου των Μπαντιού, Αλτουσέρ (αν και ένας ορισμένος αλτουσεριανισμός είναι διαδεδομένος στη χώρα, και στον χώρο μου, με ορισμένες διαφοροποιήσεις), Φουκώ, Ντελέζ-Γκουαταρί (γι’ αυτούς κάπου αναφέρεσαι στη διαμάχη με οπαδούς της ΠΔ, αν δεν απατώμαι) – όπως είναι και σύμφωνη [απαξίωση αυτή] με την άποψη που έχει για αυτούς ο ΚΚ (άλλη ενδιαφέρουσα σύμπτωση τα αρχικά του!) στους “Σαλτιμπάγκους”, απολαυστικό κείμενο πολεμικής του 1977 που περιλαμβάνεται στη Γαλλική κοινωνία.

Εντούτοις, η κριτική που τους κάνει εκεί είναι λίγο συνδικαλιάρικη, και φαίνεται να προέρχεται από την ακλόνητη πίστη του στο διαφωτιστικό ιδεώδες της πανανθρώπινης χειραφέτησης. Το ιδεώδες αυτό είχε αμφισβητηθεί από τους λεγόμενους “μεταμοντέρνους” ή μεταδομιστάς, μολονότι στην πράξη κάθε άλλο παρά είχε εγκαταληφθεί (βλέπε ενέργειες Φουκώ για φυλακισμένους και ομοφυλόφιλους, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι ο Αντι-Οιδίποδας, κατοχυρωμένος πλέον ως φιλοσοφικό μανιφέστο του Μάη, είχε προκαλέσει λυσσώδεις επιθέσεις -μεταξύ άλλων κι από τον Μπαντιού- από το φάσμα της τότε σταλινομαοϊκής αριστεράς. Το γεγονός άλλωστε ότι τους στοχαστές αυτούς τους διαβάζουν πολλοί στον ελευθεριακό χώρο μαρτυρά ότι δεν είναι κρυπτοκομφορμιστές, όπως συχνά κατηγορούνται εξ ευωνύμων (όπως από ΦΤ και ΤΦ), επειδή δεν προσυπογράφουν κάποια ευχάριστη αφήγηση ταξικής ή άλλης επανάστασης. Εγώ ως άνθρωπος που δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η εύρεση ενός τσελεμεντέ-ινστρούχτορα για την απελευθερωτική πράξη, όσο η ίδια η εκδίπλωση της σκέψης, απλά και μόνο για τη δική της ομορφιά, θα έλεγα ότι ειδικά τους Φουκώ και Ντελέζ, αλλά και άλλους της γαλλικής νουβέλ βαγκ που ο Καστοριάδης δεν λάμβανε και πολύ υπόψη, τους εκτιμώ και τους θαυμάζω ως θεωρητικούς.

Για τον Φωτόπουλο είναι κρίμα -τι άλλο να πει κανείς;- που κατέληξε να ομιλεί με όρους Νέας Τάξης, σιωνισμού, αντιδυτικισμού κλπ. Εν κατακλείδι, ρόλο στην ενδυνάμωση πιο παραδοσιακών μορφών μαρξισμού παίζει σαφώς η μεγάλη σε ένταση οικονομική κρίση. Δεν είναι τυχαίο που στοχαστές όπως οι Ντελέζ-Γκουατταρί, ο Καστοριάδης, ο ύστερος Πουλαντζάς κλπ, που δίνουν έμφαση στην αυτονομία του -παραδοσιακά ιδωμένου ως εποικοδομήματος- πολιτικού, του ανθρωπολογικού, του φαντασιακού ή επιθυμητικού κλπ, τώρα δέχονται επιθέσεις. Αυτοί ανέπτυξαν τις θέσεις τους στο αποκορύφωμα της κεϋνσιανής συναίνεσης, όπου η μεταπολεμική μακρά περίοδος ανάπτυξης σε συνδυασμό με την ευνοϊκότερη σε σχέση με σήμερα έκβαση της κοινωνικής πάλης, είχε εξασφαλίσει αξιόλογα εισοδήματα για μεγάλο μέρος των κοινωνικών στρωμάτων. Ο Καστοριάδης λέει κάπου πως οι ταξικές διαφορές έχουν αμβλυνθεί (και άρα στις δυτικές κοινωνίες δεν υπάρχουν πολλοί που θα είχαν να χάσουν σε υλικές απολαβές από έναν ας πούμε μετασχηματισμό του καπιταλιστικού συστήματος). Η τωρινή κρίση δείχνει πως δεν ξεμπερδέψαμε με τις τάξεις και με τις κλασσικές έννοιες της μαρξικής κριτικής στον ΚΤΠ. Γι’ αυτό επανεμφανίζεται η παλιά αριστερή στάση της υποστήριξης αυταρχικών πολιτικών (ή καθεστώτων) από τη στιγμή που αυτές (και αυτοί, οι ηγέτες τους) εξασφαλίζουν ένα κομμάτι ψωμί στους υπηκόους τους. Πρόκειται για υποσυνείδητες αριστερές ερμηνείες του χομπσιανού Λεβιάθαν, με τους γραφειοκράτες στο ρόλο του τέρατος: δώστε μας ένα ελάχιστο εισόδημα, σταθερή εργασία, στέγη και βασική κοινωνική πρόνοια, κι εμείς σας εκχωρούμε το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και άσκηση κριτικής, στην περιστολή των πολιτικών δικαιωμάτων κλπ Ως εκ τούτου, διεκδικήσεις που δε φέρουν σαφές ταξικό πρόσημο (βλ αγανακτισμένοι) κατηγορούνται ως μικροαστικές, απολιτικές, ενσωματώσιμες.


Protagma says:
27/12/2011 στις 02:01

@ Weltschmerz
Καταρχάς να ανταποδώσω όσα είπες παραπάνω περί των σοβαρών και τεκμηριωμένων απόψεων ως όασης μέσα στη σημερινή κατάσταση. Το σχόλιό σου, παρ’ ότι έχω τις διαφωνίες μου που θα προσπαθήσω να εκθέσω, χαίρεται κανείς να το διαβάζει, καθώς είναι συγκροτημένο και τεκμηριωμένο.

Συμφωνώ απόλυτα με το σημείο ότι η δράση του Φουκό ήταν εντελώς αντίθετη –ή, έστω, σε ένα βαθμό αντίθετη- με όσα έλεγε για το θάνατο του ανθρώπου, την παντοδυναμία της εξουσίας κ.λπ. Αν έπαιρνε εντελώς κατά γράμμα ό,τι έλεγε, δε θα αγωνιζόταν για τίποτε. Οπότε, με αυτή την έννοια, η κριτική του ΚΚ νομίζω ότι έχει βάση. Διότι, άλλωστε, οι μερικού τύπου δράσεις του Φουκό, από την άλλη πλευρά, βρίσκουν το οντολογικό τους έρεισμα στη θεμελιώδη ιδέα (Ιστορία της σεξουαλικότητας, τ. Α) ότι «δε γίνεται να εξέλθουμε από την εξουσία, η εξουσία είναι το πεδίο μέσα στο οποίο είμαστε» (παραθέτω από μνήμης). Άρα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι εφήμερες ή ρεφορμιστικές δράσεις, καμία πιθανότητα συνολικής ανατροπής του συστήματος δεν υπάρχει.

Και πώς να υπάρξει, άλλωστε, όταν όλες οι «επιστήμες» και τα «συστήματα γνώσης-εξουσίας» είναι ερμητικά κλειστά, δίχως να αφήνουν περιθώριο για την ανάδυση του νέου και του διαφορετικού; Το πρόβλημα της ιστορικής ασυνέχειας στον Φουκό (δηλαδή πώς εξηγείται, στα πλαίσια του συστήματός του, το πέρασμα από τη μια ιστορική περίοδο στην άλλη;), έχει να κάνει ακριβώς με αυτήν την αντίληψη: λέει ρητά στις Λέξεις και τα πράγματα, κάπου, ότι σε κάθε ιστορική περίοδο υπάρχει μόνο μία επιστημή. Δηλαδή δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές κοινωνικές λογικές, η κοινωνία είναι ένα κομμάτι από μάρμαρο, πλήρως κυριαρχούμενο από τις δομές και τα συστήματα κυριαρχίας. Αυτό όμως είναι μια ακαδημαϊκή γενίκευση που θυμίζει περισσότερο Χάιντεγκερ παρά οποιαδήποτε κριτική ή ριζοσπαστική πολιτική θεωρία.

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που στο επίπεδο του πολιτικού προτάγματος ο Φουκό δεν πήρε ποτέ ξεκάθαρη θέση. Τα έχει πει και στη συζήτηση με τον Τσόμσκι: «πιστεύω ότι είναι σημαντικότερο να κάνω κριτική στις δομές της εξουσίας, παρά να προτείνω κάτι διαφορετικό ως μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης». Αυτός ο πολιτιστικός σχετικισμός, που έκανε τον Φουκό να ειρωνεύεται τον Μάη του ’68 και να φλερτάρει ανοιχτά με τον ιρρασιοναλισμό και τη θεοκρατία (βλ. εγκώμια της τυνησιακής εξέγερσης του ’68 και του καθεστώτος Χομεϊνί το 1979, όπου πήγε ως απεσταλμένος της Κοριέρε ντελα Σέρα), βρίσκεται, νομίζω, στη βάση και της εντελώς αλλοπρόσαλλης πολιτικής του διαδρομής: τη μια είναι απολίτικος στρουκτουραλιστής (δεκαετία του ’60), την άλλη είναι μαοϊκός και φλερτάρει με τα γκρουπούσκουλα της δεκαετίας του ’70, μετά γίνεται οπαδός του ανθρωπινο-δικαιωματισμού, συντασσόμενος με τους Νέους Φιλοσόφους, μετά προσπαθεί να κάνει «στροφή στο υποκείμενο», μετά δηλώνει νιτσεϊκός. Νομίζω ότι αυτές οι ιδέες περισσότερο σύγχυση δημιουργούν στο πολιτικό επίπεδο, παρά μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις σύγχρονες κοινωνίες. Βλ. σχετικά το πολύ ωραίο άρθρο της Μάρθα Νούσμπαουμ σχετικά με τη Τζούντιθ Μπάτλερ και τον Φουκό (δευτερευόντως) που δημοσιεύσαμε στο Πρόταγμα 2, νομίζω η Μ. Ν. συμπυκνώνει εκεί πολύ ωραία αυτή τη γραμμή σκέψης.

Και νομίζω ότι το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στον Αλτουσέρ αλλά και όλους τους υπόλοιπους στρουκτουραλιστές: αποθεώνουν τις δομές, χωρίς να βλέπουν ότι αυτές βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό με άλλες τάσεις ή έστω ότι δε μπορούν ποτέ να επιβληθούν πλήρως. Π.χ. ο Μπουρντιέ γράφει το 1964 τους Κληρονόμους, για να πει ότι οι φοιτητές είναι χαρακτηριστικό δείγμα του πώς λειτουργεί η αυτοαναπαραγωγή του συστήματος και των ανώτερων τάξεων. Και την ίδια χρονιά ξεσπούν οι ταραχές στο Μπέρκλεϊ ακριβώς από τους φοιτητές! Τι σχέση έχουν αυτές οι αναλύσεις με τον Μάη του ’68 και τα υπόλοιπα κινήματα των νέων εκείνης της εποχής; Οι λετριστές, ο Καστοριάδης, ο Ανρί Λεφέβρ, οι καταστασιακοί είχαν μιλήσει για την κρίση των καπιταλιστικών κοινωνιών εκείνης της εποχής, στα έργα των Φουκό, Αλτουσέρ κ.λπ. δε βλέπουμε τίποτε σχετικό, καμία ανάλυση της κρίσης των δομών που ακόμα χαρακτηρίζει την εποχή μας (γι’ αυτό και οι καταστασιακοί παρουσίαζαν τους στρουκτουραλιστές ως ιδεολογικά όπλα της γραφειοκρατίας: http://www.youtube.com/watch?v=JVGqfGN82U0). Μόνο εμμέσως μπορούμε να πούμε ότι ο Φουκό του ’70 αντανακλά την κριτική που ασκήθηκε στο άσυλο, τη φυλακή και γενικά θεσμούς που ξεπερνούσαν την εργασία, την οικογένεια και το Κράτος, για τα οποία μιλούσε κυρίως η παραδοσιακή επαναστατική θεωρία.

Οπότε προφανώς και ο Ντελέζ είναι πιο κοντά σε αυτό το πνεύμα. Μόνο που νομίζω ότι, όπως και όλοι οι μεταστρουκτουραλιστές (Μπάτλερ, Λιοτάρ κ.λπ.), πάει και αυτός από ένα άκρο στο άλλο: εκεί που λέγαμε ότι οι δομές είναι το παν, τώρα φτάνουμε να λέμε ότι κάθε μορφή συνοχής είναι φασιστική: είτε πρόκειται για συνοχή πολιτική, είτε για συνοχή ψυχική. Π.χ. δε μπορώ να δω πώς μπορεί να μας βοηθήσουν οι ντελεζιανές αναλύσεις της απεδαφικοποίησης, του νομαδισμού, του μη τόπου της πολιτικής ή της σχιζοανάλυσης και των επιθυμητικών μηχανών στην επεξεργασία ενός δημοκρατικού πολιτικού προτάγματος σήμερα. Σε μια εποχή αστικού πουριτανισμού είχε ένα νόημα να εξυμνούμε την επιθυμία, τις ορμές κ.λπ., έστω και αν αυτό γινόταν λίγο ουτοπικά ή ατομικιστικά (βλ. Σαντ, σουρεαλιστές, φροϋδομαρξιστές, Χένρι Μίλερ, καταστασιακοί κ.λπ.). Σήμερα όμως, στην εποχή του σχετικισμού, της ψευτο-ηδονιστικής κουλτούρας, της εξύμνησης των απολαύσεων και της καταναλωτικής ευωχίας, όπου όλα τα κριτήρια χλευάζονται ως συντηρητικά, αυταρχικά κ.λπ., δε νομίζω ότι έχει πλέον μεγάλο νόημα αυτός ο φιλοσοφικός πανηδονισμός. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι η υπεράσπιση εννοιών όπως υπευθυνότητα, συνοχή, αυτοπεριορισμός, ύπαρξη ορίων και η δημοκρατική τους επανανοηματοδότηση. Αλλιώς δε μπορείς να χτυπήσεις την ανθρωπολογική βάση του καπιταλισμού, που είναι πλέον η εκτροφή των επιθυμιών, του ναρκισσισμού, η εξύμνηση της απαίτησης άμεσης ικανοποίησής τους κ.λπ.

Κατά τα άλλα συμφωνώ απόλυτα με το ότι η ελληνική αριστερά, ως προς τον πυρήνα της προσέγγισής της, παραμένει ξένη σε αυτή την προβληματική. Γι’ αυτό μίλησα για αλτουσεριανισμό: αν ακόμα και τον Λένιν τον κριτικάρουμε ως «ανθρωπιστή», τότε το μόνο που μένει να αναλύσουμε είναι η οικονομία, όλα τα άλλα είναι ρομαντικές και μη «επιστημονικές» βλακείες (τα περί κουλτούρας, ανθρωπολογίας κ.λπ.). Πόσο μάλλον, όπως λες, όταν βρισκόμαστε σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου αυτομάτως γυρνάμε στα πιο αρχετυπικά κομμάτια του δόγματος: κρίση, οικονομία, κατάρρευση του καπιταλισμού κ.λπ. Και τελικά, έχεις απόλυτο δίκιο με την ανάλυσή σου περί αριστερού Λεβιάθαν: φαίνεται εδώ πόσο δίκιο έχει και ο Ζαν Κλοντ Μισέα, που θεωρεί αυτή την αριστερά κομμάτι του φιλελευθερισμού, δηλαδή της πολιτικής και οικονομικής ιδεολογίας που λέει: το βουλώνουμε και αποποιούμαστε των πολιτικών μας δικαιωμάτων, αρκεί να μας παράσχετε το εμπόρευμα και την κατανάλωση (αυτό είναι το κοινωνικό συμβόλαιο του ουσιωδώς φιλελεύθερου Χομπς). Και αυτοί οι άνθρωποι υποτίθεται ότι προτείνουν και λύσεις για την «έξοδο από την κρίση». Λογικό να αποπνέουν ένα πνεύμα επιθυμίας επιστροφής στην εγγυημένη (σχετική φυσικά) ευμάρεια της κεϊνσιανής κοινωνίας της κατανάλωσης.

Επίσης συμφωνώ και επαυξάνω για την ανάλυσή σου περί της δυσκολίας εγκαθίδρυσης αλλά και επιβίωσης της άμεσης δημοκρατίας, της ισότητας και της αυτονομίας, γενικότερα, ως κοινωνικού καθεστώτος. Υπάρχουν τεράστιες δυσκολίες στο ανθρωπολογικό επίπεδο, καθώς ο τύπος ανθρώπου που δημιουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες είναι οντολογικά ασύμβατος, θα έλεγε κανείς, με τις απαιτήσεις ενός δημοκρατικού καθεστώτος: υπευθυνότητα, προσωπική συμμετοχή, ανάληψη ευθυνών και πρωτοβουλιών, περιορισμός του ναρκισσισμού, κριτική σκέψη και ανεξαρτησία πνευματική κ.λπ. Είναι δύσκολο και γι’ αυτό κι εμείς προσπαθούμε πάντοτε να τονίζουμε το πολιτιστικό/ανρθωπολογικό κομμάτι κάθε αλλαγής προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας. Πρέπει πάντοτε να τονίζεται ότι δεν πρόκειται επουδενί για μια απλή αλλαγή πολιτικού ή οικονομικού συστήματος, πρόκειται για κάτι πολύ πιο βαθύ.

Ωστόσο εγώ είμαι λίγο λιγότερο «απαισιόδοξος», υπό την έννοια ότι πιστεύω πως η ιστορία έχει δείξει ότι η δημοκρατία είναι δυνατή ως μορφή κοινωνίας. Δηλαδή δεν πρόκειται για κάτι οντολογικά αδύνατο. Το θέμα είναι ότι δεν είναι ούτε εγγυημένη η έλευσή της ούτε, βέβαια, και η επιβίωσή της σε περίπτωση που ποτέ επέλθει κάποια αλλαγή προς την κατεύθυνσή της. Τα πάντα εξαρτώνται από τις επιθυμίες και την επαγρύπνηση των ίδιων των ανθρώπων. Νομίζω ότι το έλεγε ωραία κι ο Αριστοτέλης: τα πολιτεύματα πέφτουν εξαιτίας της «ολιγωρίας», επειδή οι πολίτες, δηλαδή, παύουν, από ένα σημείο κι έπειτα να ασχολούνται με την πολιτική, αφήνοντας τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων στους διάφορους «ειδικούς», τις γραφειοκρατίες και τις ολιγαρχίες.

Ως προς τον Μπαντιού και τον Αντώνη, να πω ότι δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το τι λένε, εφόσον, εκτός του ότι δεν έχω δει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον (με εξαίρεση μια σειρά άρθρων του δεύτερου σχετικά με τη στάση της αριστεράς κατά την απεργία πείνας των 300 μεταναστών), με ενοχλούν αφάνταστα οι διάφοροι τύποι που μέσα από την προνομιακή τους θέση (ως καθηγητές σε δυτικά πανεπιστήμια) μιλάνε ελαφρά τη καρδία για οτιδήποτε τους κατέβει, δικαιώνοντας αιματοβαμμένα καθεστώτα (Μάο, Πολ Ποτ, Άσαντ), στηρίζοντας σταλινικά κόμματα (ΚΚΕ) και πρακτικές (φωτοπουλισμός) κ.λπ. Αν η αριστερά, που υποτίθεται ότι εκφράζει μια βλέψη ανθρώπινης χειραφέτησης, έχει φτάσει να γίνεται το ιδεολογικό προκάλυμμα δικτατόρων, γραφειοκρατών και κάθε αντιδυτικού ισλαμομαλάκα, μπορούμε να εκτιμήσουμε πόσο βαθειά έχει υποχωρήσει το πρόταγμα της ανθρώπινης χειραφέτησης αυτές τις τελευταίες δεκαετίες…

Διάλογος με Νίκο Μάλλιαρη: περί Αριστεράς και δημοκρατίας, και άλλων συναφών ιστοριών


Λόγω φόρτου εργασίας διέκοψα προσωρινά τη μετάφραση του προηγούμενου κειμένου, αλλά έχω κάτι άλλο αρκετά ενδιαφέρον. Τις τελευταίες μέρες ξέσπασε μια άγρια διαμάχη μεταξύ των υπερασπιστών του προτάγματος της Περιεκτικής Δημοκρατίας και ατόμων του ευρύτερου ελευθεριακού χώρου. Με αφορμή ένα απαντητικό προς τους εκπροσώπους της ΠΔ κείμενο της Πολιτικής ομάδας για την Αυτονομία, το οποίο θα βρει κανείς στο μπλογκ της (http://protagma.wordpress.com/2011/11/13/%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5-%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%B1/), απομόνωσα τα σχόλια εκείνα που μπορούν να αναγνωσθούν ξέχωρα ως μια ευρύτερης θεματικής ανταλλαγή απόψεων μεταξύ εμού και του Ν. Μ., μέλους της ομάδας αυτής που εμπνέεται από τη σκέψη του Καστοριάδη. Νομίζω ότι οι προβληματισμοί που επισημαίνονται (ή δεν επισημαίνονται) είναι αρκετά γόνιμοι. Τα κείμενα είναι αυτούσια, εκτός από τυχόν ορθογραφικά ή γραμματικο-συντακτικά λάθη που έγιναν λόγω βιασύνης και υποπίπτουν στην αντίληψη μου.

Weltschmerz K. says:
24/12/2011 στις 18:41

Επιτρέψτε μου τις κάτωθι επισημάνσεις, ως μέλος της “ρεφορμιστικής αριστεράς” που τυχαίνει να έχει διαβάσει λίγο Καστοριάδη και Φωτόπουλο:

1. Η κριτική του ΤΦ στον ΚΚ είναι εν πολλοίς παλαιομαρξιστική, μολονότι στις θεωρητικές προκείμενες του ο πρώτος αρνείται τον οικονομισμό. Δεν αρκεί να λες ότι δεν είσαι οικονομιστής ή δογματικός για να μην είσαι τέτοιος.

2. Η κριτική του Καστοριάδη στον μαρξισμό είναι διεισδυτική, ανεξάρτητα του αν κάποιος αποφασίσει διαβάζοντας τη να εγκαταλείψει τη μαρξι(στι)κή θεωρία ή επιμείνει να την υπερασπίζεται. Δεν υπάρχει ένας μαρξισμός αλλά πολλοί. Και ο Μερλώ-Ποντύ μαρξιστής ήταν με μια έννοια, αλλά σεβόταν την υλική αφθονία του πραγματικού, την απροσδιοριστία του: ο κόσμος είναι κυριολεκτικά ανεξάντλητος απ’ όσα μπορούμε να σκεφτούμε και να πούμε γι’ αυτόν. Δεν αναφέρω τυχαία τον Μ-Π, γιατί νομίζω ο Καστοριάδης του έχει αφιερώσει κάποια κείμενα.

3. Η κριτική του Ν. Μάλλιαρη στον ΤΦ περί Καστοριάδη είναι λεπτομερής, διαυγής, και νηφάλια. Ο ίδιος ο ΤΦ, όπως φαίνεται στους Διαλόγους που βρίσκει κανείς στη σελίδα του αρχείου του, δυσφορεί με όποιον διαφωνεί μαζί του, ειδικά αν προέρχεται από τον χώρο όπου εντάσσω τον εαυτό μου, ή από εκείνον της “λάιφ-στάιλ” αναρχίας. Για τον βαθύτατα συντηρητικό χαρακτήρα οργανώσεων όπως το ΚΚΕ, πχ, δεν επιφυλάσσει ανάλογη κριτική. Υποψιάζομαι πως για αυτόν η ζωή ενός εργάτη στη Ρωσσία του Μπρέζνιεφ θα ήταν καλύτερη απ’ ότι στη Σουηδία της ίδιας εποχής. Κατά τα άλλα. ο ΤΦ είναι στοχαστής με αναλυτικές ικανότητες, που φαίνονται κυρίως στα συστηματικότερα βιβλία του, και σχεδόν εξαφανίζονται στα άρθρα στην “Ε” ή στις πολεμικές.

4. Σχεδόν σοκαρίστηκα όταν διάβαζα τα σχόλια σε ένα κείμενο του Φώτη Τερζάκη για τον Καστοριαδισμό ως ιδεολογία, που είχε γραφτεί πριν λίγα χρόνια, στο ιστολόγιο των εκδόσεων futura, αν θυμάμαι καλά. Ο Τερζάκης, στοχαστής επίσης ικανός, αλλά με εμμονές, κριτίκαρε τον Καστοριάδη και νομίζω ο Ν. Μάλλιαρης τον υπερασπιζόταν. Έπειτα ακολουθούσε ένας ολόκληρος λόχος από αναρχικούς (;) και μαρξιστές οι οποίοι του απευθύνονταν με τους πλέον ελεεινούς και χυδαίους τρόπους, ενώ εκείνος προσπαθούσε να απαντήσει κόσμια και συγκροτημένα. Σε κάποια φάση, ο Τερζάκης επανεμφανίστηκε, για να κάνει μόνο ένα σχόλιο, υποτιμητικού για τον ΝΜ περιεχομένου, δίχως να απαντήσει σε ζητήματα που είχε θέσει ο τελευταίος για το αρχικό κείμενο. Ο φανατισμός των κομμουνιστών είναι γνωστός. Το να βλέπεις κάτι αντίστοιχο στον ελευθεριακό χώρο, είναι λυπηρό.

ΥΓ. Για να υπερασπιστώ και το σπίτι μου λίγο, η στάση που κράτησε η “ρεφορμιστική” αριστερά απέναντι στις πλατείες δεν ήταν αρνητική ούτε μονομερώς εργαλειακή – αν και ασφαλώς υπήρχε -στο βαθμό που μπορώ να το κρίνω- αυτή η διάσταση. Επίσης στο βιβλίο που συνέγραψαν για την κρίση οι Τσακαλώτος-Λάσκος, δυο οικονομολόγοι της “γραμμής” του ΣΥΝ, επιχειρούν μια ανάλυση μαρξιστική μεν, πολυπρισματική δε, που δεν αφήνει απ’ έξω τα ερωτήματα δημοκρατίας και οικολογίας, ούτε τον υποβόσκοντα εθνολαϊκισμό της αριστεράς, τον κρατισμό της, τη σωτηριολογική και ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας κλπ. Τα λέω αυτά γιατί ο αγώνας για έναν δημοκρατικό αντικαπιταλισμό διεξάγεται -όχι χωρίς παλινωδίες, αστοχίες, αντιστάσεις- με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα, ακόμη κι εντός των υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών της αριστεράς… Συνεχίστε την καλή δουλειά. Το να ακούει και να διαβάζει κανείς δημοκρατικές ΚΑΙ ριζοσπαστικές φωνές (γιατί αυτά τα δυο συνήθως αντιδιαστέλλονται) στη σημερινή κατάσταση (με την κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα και την μάλλον χαμηλή στάθμη ποιότητας και ήθους στους δημόσιους διαλόγους), είναι σαν να εισπνέει καθαρό αέρα έπειτα από συστηματική έκθεση σε ρύπους.

Protagma says:
26/12/2011 στις 02:46

@ Weltschmertz
Καταρχάς σε ευχαριστώ και σε ευχαριστούμε για τα καλά λόγια. Ο Φωτόπουλος μπορεί να είναι καλός αναλυτής ορισμένων φαινομένων –αν και νομίζω ότι αυτή του η ικανότητα υπονομεύεται πολύ σοβαρά από την απέχθειά του για οτιδήποτε το ανθρωπολογικό, το φαντασιακό κ.λπ. Έτσι τελικά καταλήγει να γίνεται πιο χυδαίος υλιστής και από τους συγγραφείς των πάλαι ποτέ σοβιετικών εγχειριδίων φιλοσοφίας του Αναγνωστίδη.

Όπως σωστά παρατηρήθηκε στη συζήτηση στο μπλογκ των Σχολιαστών Χωρίς Σύνορα (http://sxoliastesxwrissynora.wordpress.com/2011/12/17/%CE%BF-%CE%AD%CF%83%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BE%CE%B5%CF%80%CE%B5%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CF%80%CF%81%CF%8E%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%AC%CF%81%CE%B1-%CE%BB%CE%AF%CE%B3/), ο Φ. και η ΠΔ έχουν κόψει σχεδόν κάθε αναφορά στην άμεση δημοκρατία, στην ανάγκη δημιουργίας δημοκρατικών θεσμών κ.λπ., και αναλώνονται κυρίως σε γεωπολιτικές και οικονομίστικες αναλύσεις, που τους έχουν κάνει να χάσουν εντελώς το μέτρο το πολιτικό. Μετατρέπονται έτσι, όλο και περισσότερο, σε μια συνωμοσιολογική, αντινεοταξίτικη σέχτα, η οποία θα οδηγείται να στηρίζει όλο και περισσότερο δήθεν «αντιστασιακά» καθεστώτα όπως το Ιράν ή η Β. Κορέα.

Και σε πνευματικό επίπεδο το αντίστοιχο αυτής της τάσης είναι μια σταλινικού τύπου, ιεροεξεταστική απόρριψη και δαιμονοποίηση συγγραφέων και πνευματικών ή φιλοσοφικών παραδόσεων (της ψυχανάλυσης, του Καστοριάδη κ.λπ.), οι οποίες γίνονται μόνο με στόχο την κατασυκοφάντησή τους. Ούτε καν στον κόπο να τους ασκήσουν πραγματική κριτική δε μπαίνουν οι της ΠΔ, εφόσον ο μόνος πραγματικός τους θεωρητικός, ο ΤΦ, δε διαθέτει ουσιαστική πνευματική καλλιέργεια και φιλοσοφική παιδεία. Λίγη πολιτική θεωρία ξέρει, συνήθως από δεύτερο χέρι (π.χ. κάπου παρέθετε Αριστοτέλη κι αντί να παραθέσει τον αριθμό του χωρίου –π.χ. Πολιτικά, 1331b 10-, παρέπεμπε στη σελίδα της μετάφρασης του Ζαχαρόπουλου!), κάποια ακαδημαϊκά οικονομικά και λίγη θετικιστικού τύπου ενημέρωση περί επιστήμης, συν τη δημοσιογραφικού τύπου ενημέρωσή του για τη γεωπολιτική επικαιρότητα. Έτσι όμως δε μπορείς να εξετάσεις ζητήματα φιλοσοφικής ή ψυχαναλυτικής θεωρίας σοβαρά. Νομίζω ότι η ανάλυση που κάνει ο Παπαϊωάννου στην Ψυχρή ιδεολογία για το σταλινισμό και τον τύπο ανθρώπου και κουλτούρας που αυτός πα-παρήγαγε, ταιριάζει γάντι και στην ΠΔ, το φανατισμό, την αμορφωσιά και την έλλειψη ηθικής ποιότητας που τη χαρακτηρίζουν.

Ως προς τη θρυλική συζήτηση με τον Τερζάκη (http://futura-blog.blogspot.com/2008/01/blog-post.html), να πω ότι είχα βάλει κι εγώ το χεράκι μου στο όλο μπάχαλο, καθώς, ενώ τοποθετήθηκα εξ αρχής με σαφέστατα επιχειρήματα στα οποία, φυσικά, ουδείς απάντησε, είχα επιλέξει να εμπλουτίσω την παρέμβασή μου με αρκετά σουρεαλιστικά και τρολ στοιχεία. Φυσικά οι περισσότεροι δεν είχαν κανένα χιούμορ κι έτσι άρχισαν καγκουροτρολιές γηπεδικού επιπέδου («σου γαμάμε την αδερφή», «έχεις μικρό πούτσο» κ.λπ.). Θυμάμαι ότι είχα παραθέσει και ερωτικές σκηνές από τον Μέγαν Ανατολικόν του Εμπειρίκου ως απάντηση, αλλά κάπου άρχισε ο διαχειριστής του μπλογκ να κόβει τα πιο «ερωτικά» σχόλια. Ο Τερζάκης νομίζω ότι ξεφτιλίστηκε εκεί, καθώς βγήκε εκτός εαυτού, λέγοντας ότι θα με δείρει κ.λπ.

(Φώτης Τερζάκης είπε…
Προς κον ΝΙΚΟ ΜΑΛΛΙΑΡΗ, για τελευταία φορά, μόνο και μόνο κι επειδή επιμένει τόσο φορτικά ν’ ασχοληθώ μαζί του: Τα τρία ερωτήματά σου βάλτα στον κώλο σου μαζί με όλη σου τη θρασύτητα κι εξαφανίσου από ’δώ! Μην ελπίζεις να επιβραβεύσω τη βλακεία και τον κωλοπαιδισμό, τον δικό σου και των ομοίων σου, αναγορεύοντάς σας σε συνομιλητές μου…)

Κάτι ανάλογο είχαν πει και εκπρόσωποι της εργατικής αυτονομίας. Αυτό που θυμάμαι είναι ο φανατισμός ορισμένων καταστασιακών (χαλαρά από τους πιο ιδεολόγους, με την κακή έννοια του όρου, που έχω γνωρίσει –ειδικά στη Γαλλία), οι οποίοι αρνούνταν κάθε συζήτηση των σαφέστατων επιρροών που υπέστη ο Ντεμπόρ από τον Καστοριάδη, κατά την περίοδο που ήταν και στο Socialisme ou Barbarie.

Γενικά το τρολάρισμα δεν είναι κακό. Αλλά αυτοί που με τρόλαραν εκεί ήταν αρκετά κρετίνοι, εφόσον δεν τρόλαραν και τον Τερζάκη ταυτόχρονα, ο οποίος είχε πει και τις βασικές χοντράδες στη διαμάχη και ήταν και ο κατεξοχήν φορέας της πνευματικής «αυθεντίας». Δηλαδή την είχαν πέσει 10 σε έναν και μάλιστα στον “ανίσχυρο” της υπόθεσης.

Παρεμπιπτόντως, Τ. Φ. και Φ. Τ. είναι αντιμεταθέσιμες έννοιες, καθώς από πολλές απόψεις η ουσία τους είναι η ίδια: αντιδυτικισμός, φιλοανατολισμός, μανιώδης αντι-καστοριαδισμός, τάση προς τη συνωμοσιολογία κ.λπ. Βασική διαφορά, φυσικά, ότι ο Φ.Τ. είναι πολύ πιο μορφωμένος από τον Τ.Φ.
Συμφωνώ επίσης με την αναφορά στον Μερλό-Ποντύ: όχι μόνο του αφιέρωσε δύο πολύ σημαντικά του φιλοσοφικά κείμενα ο ΚΚ, αλλά και επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αυτόν στο φιλοσοφικό επίπεδο. Ως δημιουργικούς μαρξιστές, ιδιαίτερα σημαντικούς, εγώ θα παρέθετα επίσης τον Κορς, τους Χορκχάιμερ-Αντόρνο και τον βρετανό ιστορικό Ε. Π. Τόμσον, οι οποίοι, διόλου τυχαία, ελάχιστα φοριούνται εδώ στην Ελλάδα, όπου κυριαρχεί ένας «αντικειμενίστικος» μαρξισμός αλτουσεριανού τύπου. Το βιβλίο των Τσακαλώτου-Λάσκου δεν το έχω κοιτάξει, θα το τσεκάρω. Αν και το πρόβλημα της αριστεράς, ακόμα και στις καλύτερες εκδοχές της, δεν είναι τόσο η έλλειψη θεωρίας ή η κακή θεωρία, όσο οι γραφειοκρατικές πρακτικές. Και αυτές οι πρακτικές απορρέουν από τη δομή-κόμμα, ασχέτως των προθέσεων των ίδιων των μελών των αριστερών οργανώσεων ως ατόμων.

Νίκος

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Ο πόθος της Ουτοπίας


Συνεχιστής και ανανεωτής των σημαντικότερων επαναστατικών παραδόσεων θεωρείται από ορισμένους ο Τάκης Φωτόπουλος [1940- ] που ανέπτυξε αντιδικτατορική επαναστατική δράση στην Αγγλία κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών, χώρα στην οποία δίδαξε επί εικοσαετία οικονομικά μέχρι να αφιερωθεί στη συγγραφή βιβλίων και άρθρων και τη διεύθυνση του περιοδικού Κοινωνία και Φύση (μετέπειτα Δημοκρατία και Φύση και πλέον Διεθνές περιοδικό για την Περιεκτική Δημοκρατία) όπου συνεργάστηκε με στοχαστές όπως ο Πιέρ Μπουρντιέ, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Μάρεϊ Μπούκτσιν. Ως πηγές της σκέψης του έχει τους κλασσικούς μαρξιστές κι αναρχικούς συγγραφείς, τον Καρλ Πόλανυι [1886-1944] -Ούγγρο συγγραφέα του αριστουργηματικού δείγματος ιστορικής κοινωνιολογίας με τίτλο Ο μεγάλος μετασχηματισμός, 1944-, τον Καστοριάδη και τον Μπούκτσιν, στον οποίο για λίγο θα σταθώ. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν [1921-2006] είναι ίσως ο σπουδαιότερος ελευθεριακός θεωρητικός και ακτιβιστής του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα και εισηγητής του προτάγματος του κομουναλισμού ή κοινωνικής οικολογίας, που αποτελεί μια πρόταση οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής στα πρότυπα αγροτικών κομμουνιστικών κοινοτήτων. Στον πυρήνα της ανάλυσης του Μπούκτσιν βρίσκονται δυο φιλοσοφικές-πολιτικές παραδοχές: η πρώτη είναι ο διαλεκτικός νατουραλισμός του, που πρεσβεύει ότι η κοινωνική εξέλιξη αποτελεί -έστω και μη τελεολογική- προοδευτική τάση και συνιστά την «αυτοκατευθυνόμενη δραστηριότητα της Ιστορίας και του Πολιτισμού προς ολοένα μεγαλύτερη ορθολογικότητα, ελευθερία». Έτσι η πορεία προς το “βασίλειο της ελευθερίας” μοιάζει εγγεγραμμένη στη διπλή έλικα του γενετικού κώδικα της Ιστορίας (Χέγκελ;), αν και μπορεί να συναντήσει “τυχαία” εμπόδια και να καθυστερήσει. Η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στην αναγωγή των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων στις εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις που παράγονται και αναπαράγονται από τον καπιταλισμό. Η τεχνολογική έκρηξη έχει κατ' αυτόν δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για την απελευθέρωση και τον ερχομό μιας κοινωνίας μετα-σπάνεως όπου καμία συζήτηση για την κατανομή των πόρων δε θα είναι απαραίτητη, παρά μονάχα η αντικατάσταση των ιεραρχικών καπιταλιστικών δομών από την πραγματική πολιτική δημοκρατία και την επικράτηση ηθικών σχέσεων στην οργάνωση της παραγωγής.
      Ο Φωτόπουλος προσπαθεί να συνθέσει τα παραδοσιακά χειραφετητικά προτάγματα (σοσιαλισμός, αναρχισμός) με τις ριζοσπαστικές τάσεις που υπάρχουν στα νέα κοινωνικά κινήματα για τη δημιουργία του σύγχρονου αντισυστημικού οράματος που θεωρεί πως έχει ανάγκη η εποχή μας. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο πλούτος και η οξύτητα των αναλύσεών του, που προδίδουν ένα μοναδικό χάρισμα: την ικανότητα να αναπαράγει μια γνήσια θεωρητική σκέψη με φιλοσοφικό βάθος και βαρύτητα σε ένα πλήθος ειδικών θεμάτων και καταστάσεων, χωρίς να χάνει ούτε μία στιγμή την επαφή με το συγκεκριμένο, την οξύτατη αίσθηση της πολιτικής περίστασης. Γενικά μιλώντας, η σκέψη του παρουσιάζει εμφανέστατες συγγένειες με αυτήν του Καστοριάδη όσον άφορα τη θεμελίωση του προτάγματος της αυτονομίας, είναι όμως πολύ πιο συγκεκριμένη και καλύπτει με πιο ειδικό τρόπο την οικονομική διάσταση των υπό διερεύνηση φαινομένων1». Απορρίπτοντας ως «κλειστή» την -έστω τροποποιημένη από τον Καστοριάδη- φροϋδική αντίληψη της ψυχής και τη συνακόλουθη ερμηνεία της κοινωνικοποίησης, ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ψυχής άνευ των δεδομένων κοινωνικών και λοιπών συνθηκών. Επίσης επεκτείνει την καστοριαδική έννοια των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών εισάγοντας τον ευρύτερου περιεχομένου όρο κοινωνικό παράδειγμα, το οποίο ορίζεται ως «το σύστημα των πεποιθήσεων, ιδεών και των αντίστοιχων αξιών, που είναι κυρίαρχες (ή τείνουν να γίνουν κυρίαρχες) σε μια συγκεκριμένη κοινωνία σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορία της, δεδομένης της μεγάλης συμβατότητας τους με τους υπάρχοντες πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς». Έτσι το κοινωνικό παράδειγμα είναι πλησιέστερο στη μαρξιστική έννοια της κυρίαρχης ιδεολογίας και φιλοδοξεί να θεραπεύσει την -εκλαμβανόμενη από τον Φωτόπουλο ως- αδυναμία της έννοιας του φαντασιακού να εντάξει στους κόλπους των κοινωνικών σημασιών τις υπαρκτές ταξικές διαφοροποιήσεις.
      Η σημερινή κοινωνία, κατά την ανάλυση του, αντιμετωπίζει μία πολυδιάστατη κρίση -πολιτική, οικονομική, οικολογική, πολιτιστική- που οφείλεται στην ύπαρξη -σε όλα τα επίπεδα και περισσότερο ή λιγότερο- εξουσιαστικών και ιεραρχικών δομών, που οδηγούν στην άνιση συγκέντρωση δύναμης και διαρκώς διογκώνονται στο σύγχρονο διεθνές πλαίσιο της «νεοφιλελεύθερης συναίνεσης». Περιοδολογεί την νεοτερικότητα επί τη βάσει της ανάδυσης της “οικονομίας της αγοράς” -όρος που προτιμά αντί του “καπιταλισμού”- και των εξελίξεων της σε “φιλελεύθερη” (τέλη δεκάτου ογδόου αιώνα – 1930 περίπου), “κρατικίστικη” (1945-1975) και “νεοφιλελεύθερη” (1975 και εξής) φάση. Η εποχή μας σήμανε την οριστική, διπλή χρεοκοπία της παραδοσιακής αριστεράς -λόγω αφενός της μονομερούς έμφασης στους οικονομικούς παράγοντες (μεθοδολογική) και αφετέρου της ικανοποίησης των βασικών οικονομικών αιτημάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας (πολιτική)- στις δυο ιστορικές εκδοχές της (μαρξισμός-λενινισμός και κεϋνσιανής έμπνευσης σοσιαλδημοκρατία). Η αριστερά βυθίζεται καθώς είναι προσδεδεμένη στο άρμα της εργατικής τάξης που ενσωματώθηκε χάρη στις σημαντικές παραχωρήσεις και κατακτήσεις που έλαβαν χώρα, αδυνατώντας να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να συνδιαλλαγεί με τα αναδυόμενα επαναστατικά υποκείμενα των νέων κοινωνικών κινημάτων (γυναικείο, οικολογικό, αυτοδιαχειριστικό κλπ).
      Ως ίσως μόνη λύση στην δομική αυτή κρίση προτείνεται η περιεκτική δημοκρατία (που συνεπώς δεν νοείται ως ουτοπία, με την αρνητική τουλάχιστον σημασία του όρου· σε συνθήκες απελευθερωμένων αγορών και διεθνούς κυκλοφορίας του κεφαλαίου τέτοια είναι μάλλον η απαίτηση για μια επιστροφή σε έναν εθνικό ή παγκόσμιο κεϋνσιανισμό), δηλαδή δημοκρατία (που σημαίνει ισοκατανομή εξουσίας) σε όλα τα επίπεδα. Η επαναστατική βία δεν είναι απαραίτητη (μονάχα ως άμυνα στην ενδεχόμενη βία των ελίτ), αλλά μέσω της παιδείας μπορεί να λάβει χώρα η ριζοσπαστική συνειδητοποίηση των πολιτών και να δρομολογηθεί η νέα κοινωνική οργάνωση, που προτείνεται από τον εισηγητή της μέσα από συμμαχίες που θα εκφράζονται στα ψηφοδέλτια των δημοτικών εκλογών, μιας και ο κοινοβουλευτισμός αποτελεί, κατά την ανάλυση του, το απαραίτητο πολιτικό συμπλήρωμα-δεκανίκι της οικονομίας της αγοράς που ελέγχεται στις σημερινές συνθήκες από την καπιταλιστική υπερεθνική ελίτ, η οποία “αντλεί την εξουσία της (οικονομική, πολιτική ή γενικά κοινωνική εξουσία) με βάση τη λειτουργία της στο υπερεθνικό επίπεδο ―γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν εκφράζει αποκλειστικά ή ακόμη και κατ’ αρχήν τα συμφέροντα κάποιου συγκεκριμένου έθνους-κράτους. Η υπερεθνική ελίτ αποτελείται από την υπερεθνική οικονομική ελίτ (πολυεθνικές επιχειρήσεις, στελέχη επιχειρήσεων και τοπικές θυγατρικές τους), την υπερεθνική πολιτική ελίτ, δηλαδή τους γραφειοκράτες και τους πολιτικούς που στηρίζουν τη παγκοσμιοποίηση και μπορεί να ανήκουν είτε σε σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς είτε στις κρατικές μηχανές των βασικών οικονομιών της αγοράς, και την υπερεθνική επαγγελματική ελίτ, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν μείζονα ρόλο στα διάφορα διεθνή ιδρύματα, think tanks, ερευνητικά τμήματα των μεγαλύτερων διεθνών πανεπιστημίων, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) κ.λπ.”. Στόχοι του νέου χειραφετητικού προτάγματος δεν μπορεί παρά να είναι η «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και ο κοινωνικός έλεγχος επάνω τους, η άμεση δημοκρατία άνευ εκπροσώπων στο πλαίσιο της δημοτικής συνέλευσης -και μέσω εκλεγμένων κι ανά πάσα στιγμή ανακλητών σε εκείνο της συνομοσποδιακής- και η συνακόλουθη οργάνωση σε συνομοσπονδιακό επίπεδο διεθνώς, ο συνδυασμός του δημοκρατικού σχεδιασμού με μια «τεχνητή» αγορά που θα επιλύσει τα προβλήματα του ελέγχου και της ισορροπημένης διανομής σε μια κοινωνία σπάνεως (και όχι σε κάποια μυθική κομμουνιστική κοινότητα υλικής αφθονίας όπου η λήψη οικονομικών αποφάσεων θα έχει γίνει αχρείαστη), η αρμονική επανενσωμάτωση της οικονομίας με την κοινωνία, την πολιτεία και τη φύση και φυσικά η δημοκρατική-αυτόνομη θέσμιση της κοινωνίας.
      Στο πρόσωπο του Φωτόπουλου συνυπάρχουν ο στιβαρός θεωρητικός, του οποίου καλύτερο σημείο νομίζω πως αποτελούν οι πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις με άξονα τις διεθνείς σχέσεις, αναλύσεις που χαρακτηρίζονται από την διεισδυτικότητα τους και την εποπτεία του όλου που διατηρούν, και ο δογματικός ακτιβιστής που είναι πάντα έτοιμος να εμπλακεί σε παθιασμένες πολεμικές με όσους διαφωνούν με τις απόψεις του, ιδιαίτερα όταν αυτοί εμφορούνται από αριστερές πεποιθήσεις και προκρίνουν λιγότερο αντισυστημικά μονοπάτια. Φαίνεται πως εδώ ταιριάζει εν μέρει τουλάχιστον ό, τι ο Κούρτοβικ είχε γράψει με αφορμή τον Φώτη Τερζάκη για τους διανοουμένους της “αντισυστημικής ή αντιεξουσιαστικής αριστεράς” συλληβδην· «ενώ η κριτική που ασκούν στο σύστημα και στους ιδεολογικούς απολογητές του είναι πειστικότατη, ενώ αποκαλύπτουν λειτουργίες του, συχνά αντιφατικές, τις οποίες οι τελευταίοι αποκρύπτουν ή αδυνατούν να διακρίνουν, η διαλεκτική τους σταματά μπροστά στο «δια ταύτα». Αποκλείουν τη δυνατότητα της εκ των έσω διάβρωσης του συστήματος από δυνάμεις που το ίδιο παράγει (αυτό δηλαδή που γινόταν πάντοτε στην ιστορία των κοινωνικών καθεστώτων). Αντί γι΄ αυτήν οραματίζονται, στην εντελώς ειδική, υποτίθεται, περίπτωση του καπιταλισμού, αν όχι την άμεση ανατροπή του, τουλάχιστον την κρίσιμη αποσταθεροποίησή του, είτε με την «κινηματική δράση» περιθωριακών κοινωνικών ομάδων είτε με την αντίσταση κάποιων πολιτικών καθεστώτων στην αφομοίωσή τους από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση- παραβλέποντας ότι η όποια ανατρεπτική λειτουργία τέτοιων καθεστώτων τείνει προς μια αλλαγή τελείως διαφορετική από την επιθυμητή γι΄ αυτούς (και για μένα). ΄Ετσι όμως η πολιτική αφήνεται στα χέρια των διαχειριστών του συστήματος ή όσων το αντιμάχονται από πρωτόγονες, πραγματικά σκοταδιστικές θέσεις».
1. Από την κριτική του Φώτη Τερζάκη στο βιβλίο του Η νέα διεθνής τάξη και η Ελλάδα στην “Καθημερινή” της 27ης Ιανουαρίου του 1998. Βλέπε και εκείνη του βιβλίου Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία στην “Ελευθεροτυπία” της 19ης Ιουλίου του 2002.