Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Δημοσιονομική πολιτική, παραγωγική ανασυγκρότηση και Αριστερά


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Στην πρόσφατη συζήτηση εντός της Αριστεράς για τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πρωτεύοντα από τα δευτερεύοντα ζητήματα. Πρέπει καταρχάς να διαχωρίσουμε τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής στη διάρκεια μιας κρίσης, ή όταν υπάρχει στενότητα χρηματοδοτικών πηγών, από την μία, και σε κανονικές συνθήκες από την άλλη. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η Αριστερά εντάσσει αυτή τη ζήτηση στο πιο σημαντικό ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Θα υποστηρίξω εδώ ότι η προσέγγιση της Αριστεράς έχει ορισμένα κοινά σημεία, τόσο με τις προσεγγίσεις των κεϋνσιανών όσο και με εκείνες των οικονομικών της προσφοράς, αλλά εν τέλει τις υπερβαίνει και τις δύο.

Ξεκινάω με  τις κεϋνσιανές προσεγγίσεις. Η Αριστερά συμφωνεί ότι πρέπει να υπάρχουν ελλείμματα σε μια κρίση. Αν ο ιδιωτικός και ο τραπεζικός τομέας πρέπει να απομοχλεύσουν (δηλαδή να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους), το να προσπαθεί να κάνει το ίδιο και το κράτος –είτε με την αύξηση των φόρων είτε με τη μείωση των δαπανών– είναι απλώς τρελό. Το αποτέλεσμα είναι κανένας τομέας να μην μπορεί να στηρίξει τη ζήτηση στην οικονομία συνολικά, κι έτσι όλοι οι τομείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους, αφού μειώνεται το εισόδημα. Αυτές τις συνέπειες μπορεί να τις δει κανείς σε όλο τον Νότο μετά την επιβολή των πολιτικών λιτότητας.

Ορισμένοι κεϋνσιανοί υποστηρίζουν επίσης αυτό που έχει γίνει γνωστό ως  «χρυσός κανόνας». Ο στόχος εδώ είναι να υπάρχει ισοσκελισμένος προϋπολογισμός στον οικονομικό κύκλο, με ελλείμματα στην ύφεση και πλεονάσματα στην ανάκαμψη — ο Κέυνς έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν είναι καλό να υπάρχουν ελλείμματα σε περιόδους ανάπτυξης. Αλλά ο «χρυσός κανόνας» υποστηρίζει επίσης ότι αυτή η ισορροπία πρέπει να εξαιρεί τις επενδυτικές δαπάνες. Από τη μια πλευρά, αυτό συμβαίνει διότι οι επενδύσεις τείνουν να είναι αυτοχρηματοδοτούμενες: οι επενδύσεις τείνουν να αυξάνουν τη μακροχρόνια ανάπτυξη, κι έτσι μια αύξηση του χρέους λόγω των ελλειμμάτων παραμένει διαχειρίσιμο μέρος του (αυξανόμενου) ΑΕΠ. Από την άλλη, καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις είναι ένα μέγεθος ευμετάβλητο και επηρεάζεται από την ψυχολογία στην αγορά (τα «ζωικά ένστικτα» του Κέυνς), είναι επιθυμητό να προστατεύονται οι δημόσιες επενδύσεις. Ακριβώς το αντίθετο, με άλλα λόγια, από αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, όπου το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ήταν το πρώτο που μειωνόταν για να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. Τέλος, κάποιοι κεϋνσιανοί πίστευαν ότι τα κριτήρια του Μάαστριχτ ήταν ακατάλληλα για τις οικονομίες του Νότου, υπό την έννοια ότι χρειάζονται περισσότερες δαπάνες όχι μόνο για επενδύσεις αλλά και για υποδομές, εκπαίδευση, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης κλπ.

Φαίνεται προφανές ότι η Αριστερά δείχνει πολύ μικρότερη συμπάθεια για τις πιο νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις. Για τους αρχιτέκτονες της ευρωζώνης, η μειωμένη αυτονομία για πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης θα πίεζε τους πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις (απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων) για να μετριάσουν τις επιπτώσεις των ασύμμετρων σοκ. Στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η συνολική ζήτηση σπάνια θεωρείται πρόβλημα καθώς, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον νόμο του Say, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση. Περιττό να ειπωθεί ότι υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις ότι οι μεγάλες κρίσεις αυτοδιορθώνονται μέσω της λειτουργίας των «δυνάμεων της αγοράς»: η έλλειψη ζήτησης μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, μια δόση αλήθειας στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση είναι ότι η πλευρά της προσφοράς πράγματι έχει σημασία και ότι η δημοσιονομική χαλαρότητα ή ανευθυνότητα μπορεί να κάνει δύσκολη την εφαρμογή αλλαγών στο επίπεδο της παραγωγής. Η Αριστερά απλώς δεν πιστεύει τον ισχυρισμό του Κέυνς ότι όταν φτάσουμε στην πλήρη απασχόληση «η κλασική θεωρία ισχύει», με το οποίο εννοούσε ότι η αγορά μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα από μόνη της.

Για να δούμε τι διακυβεύεται, ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη σουηδική σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’60. Το μοντέλο Rehn-Meidner (δύο επιφανείς οικονομολόγοι των συνδικάτων) δεν ήταν κευνσιανής έμπνευσης: βασιζόταν στην υπόθεση ότι μια πολύ χαλαρή δημοσιονομική πολιτική θα αποτελούσε πρόβλημα για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Το μοντέλο στηριζόταν σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος ήταν μια μισθολογική πολιτική αλληλεγγύης που διαπραγματεύονταν ένα κεντρικό συνδικάτο για το σύνολο των εργαζομένων. Το αλληλέγγυο στοιχείο ήταν ότι οι υψηλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι, στους δυναμικούς και πιο κερδοφόρους τομείς, έπαιρναν μια αύξηση μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσαν οι ίδιοι να διαπραγματευτούν. Από την άλλη, οι χαμηλότερα αμειβόμενοι σε λιγότερο δυναμικούς τομείς έπαιρναν μεγαλύτερη αύξηση από εκείνη που θα μπορούσαν αν διαπραγματεύονταν αυτοί. Η στρατηγική αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι δυναμικοί τομείς να έχουν ακόμα υψηλότερα κέρδη, με επώδυνες συνέπειες για τους υπόλοιπους τομείς που ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα. Αυτή ακριβώς ήταν η λογική του εγχειρήματος: να πιέσει τους εργοδότες που δεν μπορούσαν να επιτύχουν στη βάση της τεχνολογικής καινοτομίας παρά μόνο στους χαμηλούς μισθούς. Έτσι, οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις ή κλάδοι ήταν υποχρεωμένες να καινοτομήσουν, να βελτιώσουν την ποιότητά τους ή να κλείσουν! Τι θα συνέβαινε όμως με τους εργαζόμενους των επιχειρήσεων που δεν θα το κατάφερναν; Αυτοί επρόκειτο να καταρτιστούν για να προσληφθούν έπειτα στις επιχειρήσεις και τους τομείς που αναπτύσσονταν λόγω κερδών. Επομένως, ο δεύτερος πυλώνας του μοντέλου ήταν οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης ώστε οι άνεργοι να επανενταχθούν γρήγορα στους πιο επιτυχημένους κλάδους. Ο τρίτος πυλώνας ήταν η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική ώστε οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις να μην επιζούν μόνο λόγω πλεονάζουσας ζήτησης, τη στιγμή που το ζητούμενο ήταν η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Το μοντέλο Rehn-Meidner χρήζει κριτικής και τελικά αντιμετώπισε προβλήματα. Βέβαια οι σουηδοί νεοφιλελεύθεροι το μισούσαν: αντιπαθούσαν τη συλλογική διαπραγμάτευση επί της αρχής και αντιπαθούσαν ακόμα περισσότερο την αλληλέγγυα μισθολογική πολιτική – εξάλλου οι καπιταλιστές δε θέλουν τη μείωση των μισθολογικών αποκλίσεων αλλά αντίθετα τη διεύρυνσή τους ώστε οι εργαζόμενοι να έχουν κίνητρο να δουλεύουν περισσότερο για να έχουν υψηλότερους μισθούς. Περιττό να αναφερθεί ότι ούτε η δική μας Αριστερά θεωρεί το συγκεκριμένο μοντέλο ως πρότυπο, καθώς απέχει πολύ από την άποψή μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Ωστόσο, το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι υπήρχε μια προοδευτική προσέγγιση που δεν βασιζόταν στη διαχείριση της ενεργού ζήτησης και δεν ήθελε τη δημοσιονομική πολιτική να λειτουργεί εναντίον των απαραίτητων αλλαγών στο επίπεδο της παραγωγής.

Ας κωδικοποιήσουμε, με βάση τα παραπάνω, ποια πρέπει να είναι η στάση μας σε σχέση με τη δημοσιονομική πολιτική:

α) Η Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα ή ακόμα και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης, τα ελλείμματα μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Και ακόμα κι αν μια ύφεση ξεκινήσει παράλληλα με την ύπαρξη σημαντικών δημοσιονομικών ανισορροπιών, η περιστολή πρέπει να σχεδιαστεί πολύ προσεκτικά — η θεραπεία-σοκ σπάνια λειτουργεί και πάντα οδηγεί σε τεράστιο κοινωνικό κόστος.

β) Η Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει ούτε τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Τα ελλείμματα συχνά μπορεί να αποτελούν σημάδια για την ύπαρξη οικονομικών και κοινωνικών ανισορροπιών σε άλλο επίπεδο, που πρέπει να διορθωθούν. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της προσέγγισης της Αριστεράς είναι ότι όταν ξεκινά μια προσπάθεια για δημοσιονομική σταθερότητα, αυτή πρέπει να γίνεται με έμμεσο τρόπο. Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική κατάσταση θα βελτιωθεί και ως αποτέλεσμα της καλύτερης απόδοσης στην πραγματική οικονομία. Αλλά ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον είναι κάτι που θα μπορούσε χωρίς ντροπή να υιοθετήσει η Αριστερά, στον βαθμό που έχουμε ξεκαθαρίσει ποιος είναι πράγματι ο ρόλος της μακροοικονομικής πολιτικής και τι θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα με τη χρήση άλλων μέσων.

γ) Η Αριστερά χρειάζεται τη μακροοικονομική πολιτική της για να προστατεύει και να ενισχύει την παραγωγική της πολιτική. Η Αριστερά κυρίως ενδιαφέρεται να προκαλέσει ένα ρήγμα στα καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα της νεοφιλελεύθερης εποχής. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να υπηρετεί αυτό τον σκοπό. Ο «χρυσός κανόνας», που προαναφέρθηκε, θα μπορούσε να αποτελέσει μια αρχή, βοηθώντας σημαντικά όλες τις οικονομίες του Νότου να βγουν πιο γρήγορα από την κρίση.

Η δημοσιονομική πολιτική βέβαια επίσης ασχολείται με τα ζητήματα αναδιανομής, που εκφεύγουν του θέματος αυτού του άρθρου, αλλά κατέχουν εξέχουσα σημασία για την Αριστερά. Εδώ προσπάθησα να ξεκαθαρίσω ορισμένα βασικά ζητήματα σε σχέση με τις μακροοικονομικές πτυχές της δημοσιονομικής πολιτικής. Και, βέβαια, η απόφαση για τη στάση μας επί της αρχής δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να σκεφτούμε πολύ προσεκτικά για το πώς διαπραγματευόμαστε εντός της ευρωζώνης με εκείνους που έχουν πολύ διαφορετικές ιδέες και προτεραιότητες. Δεν βρισκόμαστε σε ιδανικές συνθήκες της επιλογής μας — και η σπανιότητα της χρηματοδότησης προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο αβεβαιότητας στα παραπάνω, για το οποίο θα μιλήσω σε επόμενο άρθρο. Σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μπορεί να είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας, αλλά είναι πάντα αναγκαίο να γνωρίζουμε τι περιέχει το κρασί μας: ποια είναι τα βασικά και ποια τα δευτερεύοντα ζητήματα για εμάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget