Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Η Αριστερά πέρα από την ανάπτυξη


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η προσέγγιση της «ανάπτυξης» από τους θεσμούς αποτελεί την απόδειξη του καθαρά κερδοσκοπικού και καταστροφικού χαρακτήρα των πολιτικών που επιβάλλουν για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας.

Οι προβλέψεις για ένα εξωφρενικό 3,5% του ΑΕΠ, στο οποίο πρέπει να φτάσει το πρωτογενές πλεόνασμα, βασίζονται σε ένα αντίστοιχο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, για το οποίο υπάρχουν έντονες διαφωνίες μεταξύ των θεσμών αλλά και με την Τράπεζα της Ελλάδος.

Επιβάλλεται έτσι ένας «κόφτης» που θα εξασφαλίσει σε κάθε περίπτωση την εξυπηρέτηση του χρέους, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της οικονομίας.

Σημασία δεν έχει πλέον η αβέβαιη πορεία της οικονομίας, αλλά μόνο η εξυπηρέτηση του χρέους.

Η αντιμετώπιση της ελληνικής οικονομίας από τους θεσμούς, κυρίως δε από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δεν είναι αυτή μιας καπιταλιστικής οικονομίας που μετά μια ύφεση αναμένεται να ανακάμψει.

Από πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης και πολύ περισσότερο μετά τις μνημονιακές πολιτικές δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με έναν καπιταλισμό ο οποίος διαθέτει θεσμούς και κοινωνικές τάξεις ικανές να του προσδώσουν έναν δυναμισμό.

Το εγχώριο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει μηδενιστεί, οι κάτοχοι χρηματικών κεφαλαίων έχουν μεταφέρει τα χρήματά τους στο εξωτερικό, το βιομηχανικό κεφάλαιο δεν έχει ούτε την ισχύ αλλά ούτε και το σχέδιο για να επηρεάσει την πορεία της εθνικής οικονομίας, το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της χώρας είναι άνεργο, ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού είναι φτωχοποιημένο, και οι κοινωνικοί και εργασιακοί θεσμοί παραμένουν σε μια πορεία συνεχούς αποδόμησης.

Ο ορίζοντας που έχει διαμορφωθεί, και τον οποίο τα εκτός Αριστεράς κόμματα θεωρούν αναπόφευκτο και φυσιολογικό, είναι αυτός μιας χώρας που εξελίσσεται σε μια κοινωνική έρημο με οξυνόμενα περιβαλλοντικά προβλήματα, όπου υπάρχουν και θα υπάρχουν κάποιες ευκαιρίες επενδύσεων, όχι μόνο χάρη στις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά ενδεχομένως και σε αξιόλογες πλην μεμονωμένες παραγωγικές δραστηριότητες, καινοτόμες ή όχι.

Ενώ αναγκαία επιδίωξη πρέπει να είναι η ανασυγκρότηση και μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας, δεν υπάρχει σήμερα επιχειρηματικό ενδιαφέρον ή σχέδιο επιχειρηματικών φορέων που να ξεπερνάει τις μεμονωμένες ή μερικές στοχεύσεις και δεν υπάρχει κανένας παράγοντας -ούτε φυσικά η εσωτερική υποτίμηση- που να έχει ανατρέψει την κατακόρυφη πτώση των επενδύσεων (και του συνολικού αποθέματος κεφαλαίου) η οποία χαρακτηρίζει τη μνημονιακή περίοδο.

Η προοπτική που υποστηρίζουν οι θεσμοί και το σύνολο της αντιπολίτευσης είναι στην πραγματικότητα η επωφελής συνύπαρξη μιας οικονομικής και μιας πολιτικής ελίτ, που συνεργάζονται για να διαχειριστούν σε μια ολιγαρχική δημοκρατία μια κατεστραμμένη οικονομία και μια κοινωνία με τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά.

Ο ιστορικός ρόλος της Αριστεράς σε αυτές τις συνθήκες και η αναγκαία στρατηγική, την οποία πρέπει να υλοποιήσει, αφορούν μια παρέμβαση καθεστωτικού χαρακτήρα σχετικά με την οικονομία, την κοινωνία και τη δημοκρατία και όχι απλώς τη διαχείριση των υπαρκτών θεσμών άσκησης πολιτικών.

Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχει ένα κράτος που εκφράζει την ευρεία λαϊκή συμμαχία η οποία στηρίζει την Αριστερά, παράλληλα με τη δραστηριοποίηση κοινωνικών φορέων και κοινωνικών κινηματικών πρωτοβουλιών που συμβάλλουν στη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών αυτής της παρέμβασης αλλά και στη δημοκρατική νομιμοποίησή της.

Με την παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανασυγκρότηση να είναι το προϊόν ενός σχεδιασμού που αποδίδει καθοριστικό ρόλο στις δημόσιες πολιτικές επενδύσεων ή δαπανών και στην υποστήριξη των κοινωνικών πρωτοβουλιών, χωρίς να αγνοεί όμως τις δυνατότητες του ιδιωτικού τομέα.

Ένας τέτοιος σχεδιασμός, ο οποίος προϋποθέτει έναν νέο προσανατολισμό της λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών, των περιφερειών και της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και ισχυρές κοινωνικές και κινηματικές δράσεις, απαιτεί και μια νέα προσέγγιση της διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων.

Η αξιοποίηση των δημόσιων χρημάτων, ευρωπαϊκής ή εγχώριας προέλευσης, μπορεί να βελτιωθεί αισθητά αν κατευθυνθούν οι χρηματοδοτήσεις σε δραστηριότητες που είναι μέρος εφικτών αναπτυξιακών σχεδίων.

Ακόμα και οι προτεινόμενες χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ή άλλες διεθνείς τράπεζες μπορούν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο του σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι τους πόρους αυτούς τους διαχειρίζεται μια ελληνική αναπτυξιακή τράπεζα.

Αλλά και η χρησιμοποίηση εναλλακτικών χρηματοδοτικών μέσων μπορεί να αξιοποιηθεί για την άμεση ενεργοποίηση τοπικών οικονομιών και την ταχεία αύξηση της απασχόλησης.

Η υιοθέτηση αυτού του προσανατολισμού και το ξεκίνημα τη υλοποίησής του, ενώ θα συνεχίζεται για πολλά χρόνια μια διαπραγμάτευση για το χρέος, θα είναι έναρξη μιας μάχης με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Μιας μάχης που θα επιδιώξει να διαμορφώσει πολύπλευρες συμμαχίες και ισχυρούς συσχετισμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε θέματα που αφορούν την παραγωγική ανασυγκρότηση, τις κοινωνικές αλλά και τις περιβαλλοντικές πολιτικές και να ενδυναμώσει την κοινωνική συμμαχία που στηρίζει την Αριστερά στην Ελλάδα.

Θα είναι μια νέα περίοδος διαπραγμάτευσης κατά την οποία θα επιδιώκεται η παραμονή στο ευρώ και η οικοδόμηση ευρωπαϊκών συμμαχιών που θα αποσκοπούν στη θεσμική αναμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά θα είναι και μια περίοδος κατά την οποία θα επιτυγχάνεται η ενδυνάμωση της οικονομίας και της κοινωνίας στην Ελλάδα, ώστε να μπορεί να επιλεγεί, αν χρειαστεί, η έξοδος από την ευρωζώνη, χωρίς την απειλή της δραματικής αποδυνάμωσης της διεθνούς θέσης της οικονομίας και της κατάρρευσης του βιοτικού επιπέδου της πλειοψηφίας του πληθυσμού.

Η Αριστερά δεν είναι έτοιμη να επεξεργαστεί και να υλοποιήσει μια τέτοια στρατηγική, που είναι όμως απαραίτητη προϋπόθεση για την πολιτική της επιβίωση.

Και στο ότι δεν ήταν έτοιμη οφείλεται και η υποχώρηση του Ιουλίου 2015 και η άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να πραγματοποιήσει ένα άλμα στο κενό, υιοθετώντας μια «ρήξη» χωρίς περιεχόμενο.

Αλλά η έντιμη διαχείριση του ίδιου θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής που οδήγησε στην κρίση και η αναμονή της δραστηριοποίησης ενός ιδιωτικού κεφαλαίου που δεν μπορεί και δεν θέλει να ανταποκριθεί δεν θα ανατρέψουν την προδιαγεγραμμένη πορεία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής.

Η κοινωνία χρειάζεται ένα σχέδιο και ειδικά σχέδια κάλυψης των επειγουσών αναγκών της, χρειάζεται ενθάρρυνση των πρωτοβουλιών και της εφευρετικότητάς της, ενδυνάμωση της παρουσίας και του ρόλου της σε παλιούς και νέους δημοκρατικούς θεσμούς.

Η Αριστερά ως πολιτική δύναμη, ως σύνολο πολιτικών οργανώσεων, πρέπει να υιοθετήσει λειτουργίες που σχεδιάζουν ένα μέλλον εφικτό και γοητευτικό, ορατό στα άμεσα αποτελέσματα των κοινωνικών αγώνων, αλλά και στις μορφές οργάνωσής τους, όπως πόσο μάλλον και στις διαδικασίες στο εσωτερικό των πολιτικών οργανώσεων.

Από εκεί όπου βρισκόμαστε ο δρόμος αυτός είναι μακρύς, αλλά αναγκαίος.


Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Hegel, Marx-Engels, Deleuze-Guattari: Τρεις επιστημολογικές τομές; (Ονειρμάρξ)


1. Ο Hegel μετατόπισε το κέντρο βάρους της Φιλοσοφίας, από τα δοσμένα συστήματα εννοιών στη διαδικασία λογικής παραγωγής εννοιών, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε εννοιολογικό σύστημα, ως εν μέρει αληθές και εν μέρει ψευδές σε σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι αναπαριστά. Πρόκειται για την εγελιανή εργασία του Απόλυτου ως αρνητικού.

Οι Marx/Engels μετατόπισαν το κέντρο βάρους της επιστήμης της Ιστορίας, από τους δοσμένους κοινωνικο-ιστορικούς σχηματισμούς στη διαδικασία υλικής παραγωγής της κοινωνίας και της ιστορίας, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε κοινωνικο-ιστορικό σχηματισμό, ως εν μέρει αληθή και εν μέρει ψευδή σε σχέση με αυτό που υποτίθεται ότι αναπαριστά. Πρόκειται για τη μαρξική κοινωνικά αναγκαία aφηρημένη ανθρώπινη εργασία.

Οι Deleuze/Guattari μετατόπισαν το κέντρο βάρους της θεωρίας του Υποκειμένου, από τα μερικά αντικείμενα της επιθυμίας και τα αρθρωμένα υποκειμενικά αιτήματα, στη διαδικασία παραγωγής της επιθυμίας, κατακτώντας μια σκοπιά από την οποία μπορούσε να ασκηθεί κριτική σε κάθε καθήλωση της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας, ως εν μέρει αληθή και εν μέρει ψευδή. Πρόκειται για την ντελεζική-γκουαταρική εργασία του ασυνειδήτου ως επιθυμητική παραγωγή.

Αυτή είναι η πρώτη επιστημολογική τομή:

Η αντικατάσταση της αναπαράστασης από την παραγωγική διαδικασία, από την έννοια στην εργασία, από την εργασία στην επιθυμία.

Όπως περιγράφει ο Michel Foucault στις Λέξεις και τα πράγματα, το πέρασμα αυτού του τύπου είναι χαρακτηριστικό της νεωτερικής εποχής και, θα προσθέταμε, οδηγεί στην αυτοκριτική της.

2. Στον Hegel, το ελεύθερο υποκείμενο, ως εξωτερικό όριο των μορφών σκέψης του παλαιού καθεστώτος, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής της παραδοσιακής μεταφυσικής.

Στους Marx/Engels, το προλεταριάτο, ως εξωτερικό όριο της αστικής κοινωνίας, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής της κυρίαρχης ιδεολογίας και του αστικού συστήματος εκμετάλλευσης.

Στους Deleuze/Guattari, η σχιζοφρένεια, ως εξωτερικό όριο του νεωτερικού λόγου περί ''ελευθερίας'' και της δυναμικής του Κεφαλαίου, μετατρέπεται σε βάση εσωτερικής κριτικής του κυρίαρχου, κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού δεσμού.

Η προλεταριοποίηση και η σχιζοφρενοποίηση είναι δύο διαδικασίες που απωθούνται από το καπιταλιστικό σύστημα, ενώ παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή του πλούτου και της επιθυμίας. Η οπτική γωνία της κριτικής είναι ταυτόχρονα εσωτερική και εξωτερική προς το γνωστικό αντικείμενο. Αυτή η οπτική γωνία είναι εξαιρετική, με τη διπλή σημασία του όρου: υπό καθεστώς εξαίρεσης, σε σχέση με τον υποτιθέμενο καθολικό κανόνα του ελεύθερου και αυτόνομου νεωτερικού υποκειμένου. Αλλά και εξαιρετική, με την έννοια ότι η αποκάλυψή της στο κοινωνικό προσκήνιο είναι σπάνια, και προκαλεί εκρηκτικά συμβάντα.

Αυτή είναι η δεύτερη επιστημολογική τομή:

Ο παρατηρητής τοποθετείται συνειδητά στο εσωτερικό του παρατηρούμενου πεδίου, αλλά από τη σκοπιά εκείνου του υποκειμένου που βρίσκεται στο εξωτερικό όριό του.

Πρόκειται για μια οριακή μεροληψία υπέρ του καταπιεσμένου και απωθημένου, που ταυτόχρονα παρέχει τη μόνη δυνατότητα εξωτερικής, άρα και οριακά αμερόληπτης κριτικής προς το γνωστικό αντικείμενο από τη σκοπιά αυτού που αποκλείει ενώ το προϋποθέτει, από τη σκοπιά δηλαδή του εσωτερικού ορίου του και ψεύδους του. Για αυτό οι κριτικές π.χ στον Marx ότι αξιώνει ''επιστημονική αντικειμενικότητα'', που συνυπάρχουν με τις κριτικές στον Marx για ''ταξική μεροληψία'', είναι εκτός θέματος, ή καλύτερα, εκτός του πραγματικού ερωτήματος. Όπως και άλλες κριτικές που τον τοποθετούν απλώς εντός του ''νεωτερικού φαντασιακού'', αδυνατώντας να συλλάβουν την ίδια τη νεωτερικότητα ως συμπύκνωση εντάσεων ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, χαρακτηριστικό που της δίνει και τον πλανητικά συμβαντικό της χαρακτήρα.

Ποιο είναι το αντίστοιχο εκ-σωτερικό σημείο παρατήρησης του Hegel, αν υπάρχει? Λέγεται συχνά πως ο ήρωας του Hegel ήταν ο Ναπολέοντας, που ιδρύει και επιχειρεί με τη βία να εμπεδώσει το νεωτερικό Κράτος. Για τον Hegel, ο ήρωας είναι εκείνος που, στην εκάστοτε εποχή, ενσαρκώνει την αρνητική εργασία του Απόλυτου, στην Ιστορία του Παγκόσμιου Πνεύματος, με πρακτικό τρόπο (http://www.napoleon.org/en/history-of-the-two-empires/articles/napoleon-hegelian-hero/).

Στην εποχή του, το σημείο εκείνο που βρισκόταν στο εκ-σωτερικό ήταν, όπως ήδη είπαμε, η αρχή της ελεύθερης βούλησης, του νεωτερικού υποκειμένου, που καταστατικά προϋποθέτει κάθε πολιτική οργάνωση της κοινωνίας και την οποία, όμως, τα προνεωτερικά θεοκρατικά-απολυταρχικά συστήματα την απέκλειαν. Φορέας της ελευθερίας, τότε, ήταν η αστική τάξη, και ένας πολιτικός ηγέτης της, ο Ναπολέοντας. Σε άλλες εποχές, ο Hegel είδε τον Μέγα Αλέξανδρο ή το Καίσαρα να ενσαρκώνουν το Πνεύμα της Εποχής, την αρχή της ελεύθερης υποκειμενικότητας απέναντι στα δεσποτικά συστήματα που την απέκλειαν. Στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, ωστόσο, ο Hegel βλέπει την Αμερική ως υπόσχεση του μέλλοντος, σε μία από της σπάνιες στιγμές που τοποθετείται με μελλοντικό-προγνωστικό, και όχι με τον αναδρομικό τρόπο της επίγνωσης του παρελθόντος. Και πράγματι, δεκαετίες αργότερα οι Η.Π.Α έγιναν ο ολοκληρωμένος φορέας του δυτικού καπιταλιστικού λόγου, οδηγώντας στην ωρίμαση των αντιφάσεών του. Με βάση τον Hegel αλλά υπό το πρίσμα του μεταπολεμικού παρόντος, ο Kojeve προβλέπει την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την επικράτηση του αμερικανικού τρόπου ζωής. Ωστόσο, στον Hegel, αληθεύει πως οι καταπιεσμένοι δεν εκπροσωπούν το Απόλυτο ως εργασία του Αρνητικού. Από την άλλη μεριά, αληθεύει και ότι από τον Hegel πάντοτε μπορούν να εξαχθούν δύο τάσεις: η απολίθωση στο έθνος-κράτος, και η κριτική στα έθνη-κράτη ως μερικά και ψευδή σε σχέση με την πορεία του Παγκόσμιου Πνεύματος.

Φαίνεται πως ο Hegel κατά κανόνα υιοθετούσε τη σκοπιά του κυρίαρχου. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αρχαία αθηναϊκή, ρωμαϊκή και νεωτερική-αστική πολιτική τάξη πρέσβευαν στην εποχή τους την θεσμική αναγνώριση της ελεύθερης βούλησης και του αυτόνομου υποκειμένου, απέναντι στα καθεστώτα που δεν αναγνώριζαν την ελευθερία αυτή ούτε στην τυπική της μορφή. Όταν ο Hegel στήριζε τη Γαλλική Επανάσταση, τοποθετούνταν, στη γενική κατεύθυνση, από τη σκοπιά των επαναστατών. Ωστόσο, κάθε μία από αυτές τις θεσμικές τάξεις που κόμιζαν το μήνυμα της υποκειμενικής ελευθερίας, ήταν στη πραγματικότητα ένα σύστημα εκμετάλλευσης. Οι Marx/Engels και Deleuze/Guattari τοποθετούνται σε μια εποχή που η αστική τάξη έχει πάψει να παίζει προοδευτικό ιστορικό ρόλο, και η αρχή της ελεύθερης υποκειμενικότητας έχει αποδειχθεί εν μέρει αληθής και εν μέρει ψευδής σε σχέση με αυτά που αποκλείει από τη χειραφέτησή της: την εργασιακή δύναμη, και την εργασία του ασυνειδήτου. Η μετάβαση από το καπιταλιστικό σε ένα μη καπιταλιστικό σύστημα, είναι για πρώτη φορά στην ιστορία μια μετάβαση που είναι νοητή μόνο ως πέρασμα σε ένα μη εκμεταλλευτικό κοινωνικό σύστημα. Άρα ο εκ-σωτερικός φορέας της αλήθειας απέναντι στο εσωτερικό ψεύδος του παλαιού καθεστώτος, δεν μπορεί να εγκαθιδρύσει ένα νέο σύστημα εκμετάλλευσης διατηρώντας τον ιστορικά προοδευτικό του ρόλου. Αυτή δεν είναι και μια εκδοχή της αποτυχίας της ΕΣΣΔ;

3. Αυτή είναι η τρίτη επιστημολογική τομή: Υπάρχει παγκόσμια ιστορία, μόνο από τη σκοπιά της ιστορικής διαδικασίας που οδηγεί την ιστορία στην αυτοκριτική της, στο εκ-σωτερικό της όριο, παράγοντας μια οικουμενική αντι-ιστορία.


Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Το City Plaza και η αυτονομία της μετακίνησης


του Άκη Γαβριηλίδη


Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, από τη στιγμή που άρχισαν να έρχονται οι Σύροι πρόσφυγες, η ελληνική κοινωνία επέδειξε ένα μεγάλο εύρος συγκινητικών (και συγκινημένων) πρακτικών αντιδράσεων υποδοχής, φιλοξενίας και συμπαράστασης. Φυσικά όχι σύσσωμη: υπήρξαν και αντιδράσεις ζωώδεις (με όλο το σεβασμό προς τα ζώα).

Μία από τις πολλές αυτές εκφράσεις φιλοξενίας, ήταν και η πρόσφατη κατάληψη του ξενοδοχείου City Plaza στην οδό Αχαρνών της Αθήνας από αλληλέγγυους Έλληνες και πρόσφυγες.

Καταλήψεις κτιρίων έχουν γίνει και άλλες στο κέντρο της Αθήνας, όχι πάρα πολλές, οι οποίες πάντως μέχρι στιγμής έχουν στεριώσει και συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη συζήτηση. Η συγκεκριμένη είχε την ιδιαιτερότητα ότι τόσο οι αλληλέγγυοι, όσο και η ιδιοκτήτρια του κτιρίου φαίνεται ότι ανήκουν/ πρόσκεινται/ προέρχονται σε/ από το χώρο της ριζοσπαστικής/ ελευθεριακής αριστεράς (χρησιμοποιώ ευρείες διατυπώσεις διότι δεν γνωρίζω λεπτομερώς την πορεία του καθενός, ούτε παρακολούθησα πώς/ εάν αυτή μεταβλήθηκε κατά τις πυκνές ανακατατάξεις του τελευταίου χρόνου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παραχθεί μία αρκετά μεγάλη ήδη ποσότητα λόγου περί αυτής.

Το ενδιαφέρον γύρω από αυτή την ανταλλαγή είναι ότι, σε αυτήν, άνθρωποι που δηλώνουν ότι συμμερίζονται την πίστη στις ίδιες ιδέες, αναλυτικές/μεθοδολογικές αλλά και πολιτικές, καταλήγουν σε αντίθετα πρακτικά συμπεράσματα γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε όσους επικαλούνται αριστεροφανή επιχειρήματα για να ζητήσουν το σεβασμό των «δικαιωμάτων των άλλων» –δηλαδή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ούτε, πολύ λιγότερο, σε όσους διαδίδουν υπονοούμενα για «ύποπτα κίνητρα των αλληλέγγυων» και «υποκινήσεις από τη Νέα Τάξη». Οι λόγοι αυτοί αποτελούν πολύ ευδιάκριτες απολογητικές μεταμφιέσεις ατομικών συμφερόντων, και ήδη άρχισαν να υποχωρούν τελευταία.

Πέρα απ’ αυτούς, υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζουν με καλή πίστη ενδοιασμούς για την τακτική σκοπιμότητα της κίνησης τη συγκεκριμένη στιγμή, ή και οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα κείμενα ή ονόματα· αυτό που έχει σημασία είναι η σχετική επιχειρηματολογία. Αυτή θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής:

– η κίνηση είναι επιθετική/ προκλητική, θα φοβίσει και θα αποξενώσει τους Έλληνες νοικοκυραίους – θα προκαλέσει αντισυσπείρωση των φασιστών – θα θέσει σε κίνδυνο τους πρόσφυγες.

– Η κίνηση είναι «επιμέρους» και δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αντιμετώπιση του προβλήματος.

– Στο κάτω κάτω, οι πρόσφυγες δεν είναι επαναστατικό υποκείμενο. Δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, είναι κοινωνικά και ιδεολογικά συντηρητικοί, δέρνουν τις γυναίκες τους.

Στις αντιρρήσεις αυτές, επιχείρησαν ήδη να απαντήσουν κάποιοι σχολιαστές, υπερασπιζόμενοι την κατάληψη. Εξ όσων μπορώ να δω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον τρεις: ο Ηλίας Ιωακείμογλου, ο Παναγιώτης Σωτήρης και ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος.

Ασχέτως εάν στο επί του πρακτέου συμπέρασμα συμφωνώ με τους δεύτερους, προσωπικά θεωρώ ότι οι απαντήσεις τους δεν είναι ικανοποιητικές: μοιάζουν η λάθος αιτιολόγηση μίας ορθής επιλογής, στην οποία δεν αντιστοιχούν πραγματικά· μοιάζουν να έχουν επιστρατευθεί εκ των υστέρων για να εκλογικεύσουν την επιλογή αυτή και να την συμφιλιώσουν με μία υπερεγωτική επιταγή ξένη προς αυτήν.

Η επιταγή αυτή είναι ακριβώς αυτή η κοινή βάση που μοιράζονται με τους αντιπάλους/ συνομιλητές τους: η λογική «τάξη εναντίον τάξης», η εστίαση στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, εθνικό αν όχι και διεθνές, και ο στόχος του σοσιαλισμού. Όποιος ξεκινά από αυτήν, είναι αναμενόμενο ότι θα συναντήσει δυσκολίες να πείσει τους συνομιλητές του για την αναγκαιότητα της κατάληψης. Δυσκολίες που είναι εγγενείς σε αυτή τη βάση, οφείλονται στις ίδιες της τις προϋποθέσεις και όχι σε εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Oι απαντήσεις αυτές αρνούνται να αναγνωρίσουν την παραμικρή αυτονομία στο φαινόμενο της προσφυγιάς και της μετακίνησης. Δεν προβλέπουν γι’ αυτό κανέναν αυτοτελή χώρο στο εσωτερικό τους· στο βαθμό που ασχολούνται καν με αυτό, το βλέπουν είτε ως γραμμικό –και ολέθριο- αποτέλεσμα του «ιμπεριαλισμού», είτε ως ένα εξωτερικό συμβεβηκός θεμελιακά άσχετο με τον «καπιταλισμό», ένα ατύχημα το οποίο απλώς «συναντήθηκε» με την κρίση. Και στις δύο περιπτώσεις, οι σχολιαστές δείχνουν ότι το φαινόμενο καθαυτό θα προτιμούσαν να μην υπάρχει, ώστε να έχουμε μπροστά μας την «καθαρή» σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας.

Στα πλαίσια αυτά, η ενασχόληση με τα προβλήματα των προσφύγων εμφανίζεται αποκλειστικά ως ένα μέσο προς κάποιο σκοπό. Πουθενά δεν θεματοποιείται η ιδιαίτερη κατάσταση και η υποκειμενικότητα των ίδιων των προσφύγων ως κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει και να το συζητήσουμε έστω μεταξύ μας ή, πολύ λιγότερο, με τις ίδιες. Οι πρόσφυγες έχουν το πολύ πολύ ανάγκες, αλλά όχι αυτοτελείς –δηλαδή, μεταξύ άλλων, πολλαπλές- πολιτικές επιθυμίες.

Αυτό είναι φανερό σε διατυπώσεις όπως οι εξής:

Γιατί χρειαζόμαστε τέτοιες καταλήψεις; Γιατί πολύ απλά (η υπογράμμιση δική μου) είναι μία από τις βασικές απαντήσεις στη συμμόρφωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την Ευρώπη-φρούριο και το μνημείο κυνισμού που είναι η συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας.

Η αιτιολόγηση όμως αυτή δείχνει να απευθύνεται σε ένα μικρόκοσμο: μόνο σε αυτούς που είναι ήδη πεισμένοι ότι απαιτείται μία «απάντηση» στη «συμμόρφωση με την Ευρώπη-φρούριο» (και φυσικά που συμμερίζονται τη θεωρία περί «Ευρώπης-φρουρίου»). Και, το κυριότερο, υποτάσσει την αλληλεγγύη σε τρέχοντες πολιτικούς σκοπούς, οι οποίοι ως τέτοιοι αφορούν μόνο το εθνικό πολιτικό παιχνίδι και την (υποτιθέμενη) «κεντρική» πολιτική σκηνή.

Ωστόσο, με όλο το σεβασμό προς τους καταληψίες του ξενοδοχείου, καλό είναι να θυμηθούμε ότι η τάση της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης δεν ξεκίνησε με αυτή την κατάληψη. Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, και μη Έλληνες εξάλλου, είχαν ήδη κινητοποιηθεί, και συνεχίζουν να κινητοποιούνται, να μαγειρεύουν, να παρέχουν ιατρική, νομική, γλωσσική, και κάθε είδους στήριξη στους πρόσφυγες, επειδή «πολύ απλά» αυτό ένιωσαν ότι έπρεπε να κάνουν. Ή διότι σε αυτούς αναγνώρισαν τους γονείς ή τους παππούδες τους πριν από κάποιες δεκαετίες. Πάντως όχι επειδή έτσι πίστευαν ότι συντελούν στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος και φέρνουν πιο κοντά το σοσιαλισμό, ούτε για να απαντήσουν σε κάτι που είπε κάποιος άλλος.

Προπαντός δεν πρέπει να συμπεράνουμε εξ αυτού ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν «απολίτικοι» και ότι άρα χρειάζεται να έρθει κάποιος απ’ έξω να τους «πολιτικοποιήσει». Το κρίσιμο εδώ είναι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των ιδεών και της πρακτικής τους, ή μάλλον εν προκειμένω η έλλειψή της. Εάν ρωτούσαμε τους ανθρώπους αυτούς τι πιστεύουν για τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, πιθανότατα πολλοί απ’ αυτούς μια ανάλογη εκτίμηση θα είχαν. Αλλά η κινητοποίησή τους δεν ήταν αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής, ούτε έγινε με στόχο την αντίσταση στη συμφωνία (δηλαδή στην πρωτοβουλία του κράτους). Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα είχαμε δυσκολία να εξηγήσουμε γιατί κινητοποιήθηκαν άνθρωποι και πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ή γιατί θα πρέπει να συνεχίσουν να κινητοποιούνται στην υποθετική περίπτωση που η συμφωνία πάψει να ισχύει.

Αυτός λοιπόν ο απόλυτος ετεροκαθορισμός της αλληλεγγύης την εκθέτει σε αντιρρήσεις και σε δυσκολίες: εάν εμφανίζουμε τη φιλοξενία όχι ως κάτι απροϋπόθετο, αλλά απλώς ως ένα μέσο για έναν υψηλότερο από αυτήν σκοπό, τότε αυτό μας οδηγεί κάθε φορά να εξετάζουμε αν το μέσο αυτό είναι πρόσφορο προς το σκοπό αυτό ή μήπως υπάρχουν άλλα καταλληλότερα, και αν το δεύτερο να μην δείχνουμε αλληλεγγύη.

Για να αποφύγουμε αυτές τις εμπλοκές και τις δυσκολίες, έναν μόνο τρόπο βλέπω: να εκκινήσουμε από την προσέγγιση της αυτονομίας της μετακίνησης.

Η αλληλεγγύη προς τους μετανάστες/ πρόσφυγες, όπως εξάλλου και η ίδια η μετανάστευση, έχει αυτοτελή αξία. Οι πρόσφυγες δεν είναι παθητικά αθύρματα στα χέρια δυνάμεων κακόβουλων και υπέρτερων απ’ αυτούς. Ασφαλώς βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, αλλά η ίδια η ύπαρξη και η παρουσία τους στην Ελλάδα (την Τουρκία, τη Μακεδονία, όποια άλλη χώρα) είναι απόδειξη και αποτέλεσμα της αυτενέργειας και της ενεργητικότητάς τους. Εάν ήταν απολύτως παθητικοί, τότε δεν θα ήταν πρόσφυγες· θα είχαν μείνει στη Συρία και πιθανότατα δεν θα ζούσαν σήμερα.

Η αυτοτελής αυτή αξία όμως δεν συνιστά κάτι «κατώτερο», «απλώς πολιτιστικό» που μας παρεκκλίνει από τον κεντρικό στόχο και μας στερεί δυνάμεις που θα μπορούσαμε αλλιώς να αφιερώσουμε στην επίλυση κάποιας «κύριας αντίφασης». Ακριβώς το αντίθετο: η συνάντηση και η διάδραση με τους πρόσφυγες μας φέρνει δυνάμεις, καινούριες, πρωτόγνωρες, που μόνο η ανορεξία της αριστερής μελαγχολίας μπορεί να μας κάνει να μην τις δούμε. Όποιος μίλησε έστω λίγο με τους πρόσφυγες θα είδε ότι η μετακίνησή τους επιφέρει επίσης και μία χαρά, όχι μόνο λύπη.

Η διάδραση και η συνάντηση των «γηγενών» με τους πρόσφυγες είναι μία βαθιά διαθετική [affective] εμπειρία μετασχηματισμού, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία και δεν ανήκει σε κανένα «εποικοδόμημα». Ακόμη και αν, ή ιδίως εάν, αυτοί οι «γηγενείς» είναι και αυτοί πρώην μετανάστες, ή απόγονοι μεταναστών/ προσφύγων. Διότι τους απεδαφικοποιεί και αποσταθεροποιεί την «αυθόρμητη» προσχώρησή τους στην ιδεολογία της αυτοχθονίας, με βάση την οποία οργανώνεται φαντασιακά ο πολιτικός χώρος στο έθνος κράτος –ιδίως το ελληνικό.

Αλλά και για έναν άλλο λόγο: διότι αυτή η διάδραση τους (μας) φέρνει αντιμέτωπους με μία νέα σχέση προς τη λογική του δώρου, της γενναιοδωρίας, και άρα προς το ζήτημα του χρέους. Πηγαίνοντας κανείς να δουλέψει για τους πρόσφυγες, σύντομα συνειδητοποιεί –εάν δεν είναι παχύδερμο- ότι θα πρέπει να δουλέψει με τους πρόσφυγες, και ότι αυτοί, όσο και αν μοιάζουν πένητες και αδαείς, ωστόσο έχουν να μας δώσουν και να μας διδάξουν πράγματα που στερούμαστε, ή ίσως που ξέραμε χωρίς να γνωρίζουμε ότι τα ξέρουμε. Και άρα ότι οι ανθρώπινες ανταλλαγές, ή τουλάχιστον οι πιο ενδιαφέρουσες και οι πιο σημαντικές απ’ αυτές, δεν διεξάγονται κάτω από τη λογική της εμπορεύματος και του κέρδους, αλλά γίνονται δωρεάν. Διότι υπάρχει κάποιο δωρεάν που δεν είναι τζάμπα, και με τις δύο έννοιες του όρου (δεν γίνεται χωρίς καμία ανταπόδοση, αλλά και δεν γίνεται μάταια).

Σε μια κοινωνία που υφίσταται επί έξι χρόνια τώρα υστερικές σωφρονιστικές υπομνήσεις ότι pacta sunt servanda, ότι όλα (απο)πληρώνονται και ότι «δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα», ποιος δεν βλέπει την τεράστια σημασία που έχουν τα χιλιάδες υπαρκτά, κυριολεκτικά δωρεάν γεύματα που ετοίμασαν και, ενίοτε κατανάλωσαν οι αλληλέγγυοι για/ μαζί με τους πρόσφυγες τους τελευταίους μήνες; Και ποιος είναι αυτός που μπορεί να περιορίσει αυτή τη σημασία στο ότι έτσι «προετοιμάζουμε το σοσιαλισμό»; Τα γεύματα αυτά είναι σημαντικά καθαυτά διότι μετασχηματίζουν τους ανθρώπους, και τις μεταξύ τους σχέσεις, και άρα είναι εξ ορισμού πολιτικά: παράγουν μία καινούρια θέση που προηγουμένως δεν υπήρχε, τη θέση εκείνων που ως τώρα δεν είχαν καμία θέση. Και ανοίγουν το δρόμο για έναν νέο μερισμό του αισθητού -έναν καινούριο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν, το τι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε.

Ίδϊον κάθε τέτοιου μετασχηματισμού είναι ότι δεν ξέρουμε πού μπορεί να μας οδηγήσει. Και πρέπει να αφεθούμε σε αυτή την απροσδιοριστία και να την αναλάβουμε ως δική μας. Εάν προδιαγράψουμε έναν ήδη γνωστό στόχο γι’ αυτήν, έστω το «σοσιαλισμό», την «(ανα)συγκρότηση του εργατικού κινήματος» κ.ο.κ., τότε ουσιαστικά σκεφτόμαστε μέσα στη λογική της αστυνόμευσης, όχι της πολιτικής· έτσι κλείνουμε το θέμα πριν καν ανοίξει και ακυρώνουμε εκ των προτέρων κάθε μετασχηματισμό.


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Πιλάτος και Ιησούς



του Giorgio Agamben


Το Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω» στο οποίο συνοψίζεται η χριστιανική πίστη, δεν περιέχει παρά ένα μόνο κύριο όνομα, εκτός από εκείνα της Παρθένου Μαρίας και του Κυρίου Ιησού Χριστού· ένα όνομα απολύτως ξένο, φαινομενικά τουλάχιστον, στα θεολογικά του συμφραζόμενα. Πρόκειται επιπλέον για το όνομα ενός παγανιστή, του Ποντίου Πιλάτου: «σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Το «Πιστεύω» όπως διαμορφώθηκε το 325 από τους Πατέρες στη σύνοδο της Νίκαιας αγνοούσε το όνομα αυτό, που προστέθηκε μόλις το 381, από τη σύνοδο της Κωνσταντινούπολης, για να προσδώσει ως φαίνεται ένα χρονολογικό στίγμα στην ιστορικότητα του Πάθους του Χριστού. Όπως έχει παρατηρήσει ήδη ο Καρλ Σμιτ, «το χριστιανικό ‘Πιστεύω’ αναφέρεται σε ιστορικές διαδικασίες. Η παρουσία σε αυτό του Ποντίου Πιλάτου οφείλεται σε λόγους ουσιαστικούς, δεν είναι απλώς κάποιος κακός οιωνός που έπεσε εδώ κατά τύχη».

Τούτο σημαίνει ότι ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία ιστορική, ότι τα «μυστήρια» που επικαλείται είναι επίσης καταρχάς ιστορικά γεγονότα. Στον βαθμό που ισχύει ότι  η ενσάρκωση του Χριστού είναι «ένα ιστορικό γεγονός απόλυτης μοναδικότητας, που δεν μπορούμε να οικειοποιηθούμε ούτε και να αφομοιώσουμε», τότε και η δίκη του Ιησού είναι ένα από εκείνα τα σημεία-κλειδιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπου η αιωνιότητα συναντάται με την ιστορία σε μιαν αποφασιστική στιγμή. Είναι ακόμα πιο επείγον να κατανοηθεί το πώς και το γιατί η συνάντηση αυτή ανάμεσα στη διάσταση του χρόνου κι εκείνη της αιωνιότητας, ανάμεσα στο θεϊκό και στο ανθρώπινο, πήρε τη μορφή ακριβώς μιας κρίσεως, της κρίσης δηλαδή στο πλαίσιο μιας δίκης.

Ο Πιλάτος και ο Ιησούς, ο εκπρόσωπος της εγκόσμιας βασιλείας και ο ουράνιος βασιλεύς βρίσκονται ενώπιος ενωπίω στον ίδιο και μοναδικό τόπο, το πραιτώριο των Ιεροσολύμων, του οποίου οι αρχαιολόγοι πίστευαν ότι είχαν προσδιορίσει την απίθανη θέση. Για να μαρτυρήσει την αλήθεια, ο Ιησούς πρέπει να βεβαιώσει και την ίδια στιγμή να αρνηθεί τη Βασιλεία του, που είναι μακρινή («ουκ εστί εκ του κόσμου τούτου») αλλά και πολύ κοντινή («εντός υμών εστι», Λκ. 17,21). Από τη σκοπιά του δικαίου, η μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να ξαστοχήσει και καταλήγει σε παρωδία: ο πορφυρός μανδύας, το ακάνθινο στεφάνι, το καλάμι που παριστάνει το σκήπτρο, οι φωνές, «Κρίνε ημάς»! Εκείνος –που δεν έχει έρθει να κρίνει τον κόσμο, αλλά να τον σώσει– βρίσκεται εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να λογοδοτήσει σε μια δίκη, να υποταχθεί σε μια κρίση, την οποία πάντως το alter ego του, ο Πιλάτος, δεν εκφέρει, δεν μπορεί να εκφέρει. Δικαιοσύνη και σωτηρία δεν μπορούν να συμβιβαστούν, καταλήγουν κάθε φορά να αλληλοαποκλείονται και να αλληλοεγκαλούνται. Η κρίση είναι εξίσου αμείλικτη όσο και ανέφικτη, γιατί σε αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται χαμένα και μη διασώσιμα· η σωτηρία είναι σπλαχνική κι ωστόσο ανεπαρκής, γιατί σ’ αυτήν τα πράγματα εμφανίζονται ως αδύνατο να τεθούν σε κρίση. Γι’ αυτό και πάνω στον λεγόμενον Λιθόστρωτον, εβραϊστί δε Γαββαθά, δεν έχουν θέση –τουλάχιστον όσον αφορά τον Πιλάτο– μήτε η κρίση μήτε η σωτηρία: και οι δύο καταλήγουν σε ένα κοινό, αναποφάσιστο και μη αποφασιστικό non liquet.

Η μαρτυρία, εδώ και τώρα, για την αλήθεια της Βασιλείας που δεν είναι εντεύθεν, προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι αυτό που θέλουμε να σώσουμε μας κρίνει· καθώς ο κόσμος, μέσα στην παροδικότητά του, δε θέλει τη σωτηρία αλλά τη δικαιοσύνη: και τη θέλει ακριβώς επειδή δεν ζητά να σωθεί. Ως μη διασώσιμα, τα πλάσματα κρίνουν την αιωνιότητα: αυτό είναι το παράδοξο που στο τέλος, ενώπιον του Πιλάτου, αφαιρεί τον λόγο από τον Ιησού. Εδώ είναι ο σταυρός, εδώ είναι η ιστορία.

Ο αξεδιάλυτος, όπως υπονοείται, χαρακτήρας της συνάντησης ανάμεσα στους δύο κόσμους κι ανάμεσα στον Πιλάτο και τον Ιησού, επιβεβαιώνεται στις δύο ιδέες-κλειδιά της νεωτερικότητας: ότι η ιστορία «δικάζει» κι ότι, αφού αυτή η δίκη δεν καταλήγει σε μια ετυμηγορία, είναι μια κατάσταση διαρκούς κρίσης. Από την άποψη αυτήν, η δίκη του Ιησού είναι μια αλληγορία για την εποχή μας που, όπως κάθε ιστορική εποχή που σέβεται τον εαυτό της, θα έπρεπε να έχει την εσχατολογική μορφή μιας «καινούργιας ημέρας» (novissima dies), όμως η προοδευτική και σιωπηρή απαλοιφή του δόγματος της καθολικής Τελικής Κρίσης –για την οποία η Εκκλησία δεν θέλει πλέον να γίνεται λόγος– της στέρησε την μορφή αυτή. Όπως στην ιατρική, έτσι και στην θεολογική παράδοση, ο όρος «κρίση» είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένος με μια ορισμένη χρονική στιγμή: με τις «κρίσιμες ημέρες» (dies decretorii), όταν ο γιατρός «κρίνει» αν ο ασθενής θα επιβιώσει, και με την τελευταία ημέρα, που συμπίπτει με το τέλος του χρόνου ή εκείνου που θα πρέπει να κριθεί. Γράφει ο Ακινάτης:

«Η κρίση αφορά το τέλος, εκείνο δια του οποίου τα πράγματα φτάνουν στο τέρμα τους (Summa Theol., Suppl., ερ. 88, άρ. 1) [...] Δεν μπορεί να κριθεί κάτι το μεταβλητό πριν από την ολοκλήρωσή του [...] γι’ αυτό είναι αναγκαίο η τελική κρίση να λάβει χώρα την τελευταία ημέρα, γιατί μόνο τότε μπορεί να κριθεί πλήρως και σαφώς αυτό που αφορά σε κάθε άνθρωπο». (Summa Theol., ΙΙΙ, ερ. 59, άρ. 5)

Όπως το τραύμα στην ψυχανάλυση, έτσι και η κρίση, που είχε εκτοπιστεί από την τρομερή της θέση, εμφανίζεται εκ νέου με παθολογική μορφή, σε κάθε πεδίο και ανά πάσα στιγμή. Διαχωρισμένη από την «αποφασιστική ημέρα», μεταμορφώνεται σε μια μόνιμη κατάσταση. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα τής μια για πάντα απόφασης χάνεται, και η αδιάκοπη απόφαση δεν αποφασίζει, αυστηρά μιλώντας, το παραμικρό. Ή ακόμα, όπως συνέβη στον Πιλάτο, μεταστρέφεται αιφνίδια σε καταστροφή. Ο αναποφάσιστος –ο Πιλάτος– δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να λαμβάνει αποφάσεις, ο αποφασισμένος –ο Ιησούς– δεν έχει να λάβει καμιά απόφαση.


Αποσπάσματα από το βιβλίο: Giorgio Agamben, Πιλάτος και Ιησούς, μετάφραση Δέσποινα Λαμπαδά, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 80, που μόλις κυκλοφόρησε.


Πηγή Αναγνώσεις της Κυριακάτικης "Αυγής"

Εικόνα: π. Σταμάτης Σκλήρης, Η Ανάσταση.

Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια: 7 ερμηνευτικά κλειδιά (Ονειρμάρξ)


Στη σειρά εκδηλώσεων που διοργανώθηκαν από το Αυτοδιαχειριζόμενο Κυλικείο Νομικής και τη Λέσχη Νέων Χεγκελιανών (http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/blog-post.html), με θέμα το έργο των Deleuze-Guattari Αντι-Οιδίπους, Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, πραγματοποιήθηκαν τρεις συναντήσεις, μία για το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου για τις Επιθυμητικές Μηχανές, μία για τους Άγριους (προκρατικές κοινότητες) και τους Βάρβαρους (πρωτο-κρατικές) και μία για τους Πολιτισμένους (κεφαλαιο-κρατικές κοινωνίες).

Ο συνblogger Γιάννης Δ. ανέβασε τις δύο εισηγήσεις που ο ίδιος έκανε

1. Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία (1η συνάντηση)

2. Η ''πολιτισμένη"' καπιταλιστική μηχανή (3η συνάντηση)

Η δική μου συμμετοχή στην 1η, τη 2η και την 3η συνάντηση, βασίστηκε σε εισηγήσεις σε μορφή σημειώσεων που λόγω έλλειψης χρόνου δεν κατέγραψα σε τρία διακριτά κείμενα. Σε αυτή την ανάρτηση θα προσπαθήσω πολύ συνοπτικά να προτείνω 7 ερμηνευτικά κλειδιά για μια κατανόηση του βιβλίου. Παραλείπω πολλές προοπτικές και συμπεράσματα, όπως για παράδειγμα τις θέσεις των Deleuze-Guattari για τον άξονα νεύρωση-διαστροφή-ψύχωση σε σχέση με την παγκόσμια ιστορία της επιθυμίας, αλλά και, κατά τα άλλα αναγκαίες, γενεαλογικές συσχετίσεις κυρίως με Freud-Lacan. (Για μια εισαγωγή του ίδιο του Deleuze στη προβληματική του Αντι-Οιδίποδα, βλ. http://bestimmung.blogspot.gr/2015/12/two-regimes-of-madness.html).

Στο πρώτο κεφάλαιο πάνω στις Επιθυμητικές Μηχανές, οι D+G παρουσιάζουν τις ''τρεις συνθέσεις του ασυνειδήτου", τις τρεις στιγμές της επιθυμητικής παραγωγής. Παραγωγή παραγωγής (σύνδεση, και...και), παραγωγή καταγραφής (διάζευξη, ή...ή), και παραγωγή κατανάλωσης (...ώστε λοιπόν). Λακανικά μιλώντας, οι στιγμές αυτές σχετίζονται αντίστοιχα με το Πραγματικό του Σώματος, τον Συμβολικό Νόμο και τον Ευνουχισμό, τέλος με τη Φαντασίωση και το Φαντασιακό - στους Deleuze-Guattari, σε αντίθεση με την κυρίαρχη πλευρά του έργου του Lacan, δεν έχουμε μια φαντασιωτική σταθερά, αλλά μια πραγματική παραγωγή φαντασιώσεων και φαντασιακών ταυτίσεων, δηλαδή υποκειμενοποιήσεων, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παρανοϊκό κλείσιμο και τη σχιζοφρενοποίηση. Επιπλέον, αυτές οι συνθέσεις σχετίζονται με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'' του Deleuze (βλ. κυρίως στο Διαφορά και Επανάληψη), δηλαδή με τη σύνθεση του παρόντος (και την αντιληπτική συνήθεια), τη σύνθεση του παρελθόντος (μνημονική εγγραφή) και τη σύνθεση του μέλλοντος (αιώνια επιστροφή της υποκειμενοποίησης).

Αυτή τη θεωρητική αντίληψη τη χαρακτηρίζουν οι παρακάτω τομές με όλη την προηγούμενη παράδοση φροϋδο-μαρξισμού και λακανισμού:

1. Μετατοπίζοντας το πεδίο ορατότητας από την αναπαράσταση της επιθυμίας στην παραγωγή της επιθυμίας, επιδιώκουν μια ιστορικο-υλιστική αντίληψη της επιθυμίας, μια στροφή ανάλογη με εκείνη των Marx-Engels από το ''εποικοδόμημα'' των ιδεολογικών αναπαραστάσεων στην οικονομική βάση. Η ''επιθυμητική παραγωγή'' ανήκει στην υλική βάση της κοινωνίας, γράφουν. Η ιστορία της επιθυμητικής παραγωγής στη σχέση της με την κοινωνική παραγωγή (παραγωγικές δυνάμεις με την κλασική έννοια), δίνει το ''κλειδί'' κριτικής στις μυθολογικές, θεολογικές, νομικοπολιτικές και ιδεολογικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και παραμορφώσεις.

2. Η επιθυμητική παραγωγή αποτελεί την παραγωγή της x-επιθυμίας, της επιθυμίας στη δυνητικότητά της, τον πραγματο-λογικό, και όχι απλώς λογικό, όρο δυνατότητας της α, β, γ επιθυμίας. Η δύναμη να επιθυμείς, η ικανότητα να επιθυμείς, προηγείται πραγματικά και λογικά της ικανότητας να επιθυμείς κάτι το ορισμένο. Η στροφή αυτή από τις επιμέρους επιθυμίες στον πραγματολογικό όρο δυνατότητας της επιθυμίας, την επιθυμητική παραγωγή των επιμέρους επιθυμιών, είναι ανάλογη με τη καντιανή κριτική στροφή από την α, β, γ, δ εμπειρία στους όρους δυνατότητας της εμπειρίας. Είναι επίσης ανάλογη με τη σύλληψη της libido από τον Freud σαν αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους επενδύσεων της επιθυμίας, και ανάλογη με τη σύλληψη του Marx της (κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης) Εργασίας ως αφηρημένης ποσότητας και υποκειμενικής παραγωγικής ουσίας - όρο δυνατότητας των επιμέρους παραγόμενων εμπορευμάτων.

3. Η σχιζοφρένεια και ευρύτερα η ψύχωση (το εκκρεμές παράνοια-σχιζοφρένεια) χρησιμοποιείται, με συγκεκριμένες αναφορές στον Lacan, ως η πλησιέστερη προς το Πραγματικό (πέρα από το Συμβολικό και το Φαντασιακό) υποκειμενοποίηση, και άρα μετα-μοντέλο κατανόησης όλων των υποκειμενοποιήσεων. Άρα, ως η ''βασιλική οδός'' κατανόησης της ίδιας της πληθωρικής επιθυμητικής παραγωγής πέρα από τις εδαφικοποιήσεις (σταθμεύσεις) και κωδικώσεις (αναπαραστάσεις και ταξινομήσεις) της επιθυμίας. Η Παγκόσμια Ιστορία της Επιθυμίας οδηγεί στην αναδρομική επίγνωση ότι ήδη-πάντα η επιθυμητική παραγωγή ήταν μια διαδικασία σχιζοφρενοποίησης πίσω από τις ιδεολογικές της μορφές.

4. Η ''θεμιτή χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση σύμφωνη με τις ενύπαρκτες στην επιθυμητική παραγωγή στιγμές-συνθέσεις. Η ''αθέμιτη χρήση του ασυνειδήτου'' αφορά μια επιθυμητική στάση που παραμορφώνει αναπαριστώντας τις ενύπαρκτες αυτές συνθέσεις. Βλέπε πίνακα στο τέλος του παραπάνω κειμένου Ψυχανάλυση και Οικογενειοκρατία για τους 5 παραλογισμούς. Κάθε κρατική οργάνωση βασίζεται σε αυτούς τους 5 παραλογισμούς-παραμορφώσεις της επιθυμίας. Κάθε μη κρατική κοινοτική οργάνωση βασίζεται σε μια όσο το δυνατό πιο ''θεμιτή'' κοινωνική θέσμιση της επιθυμίας. Δηλαδή μια όσο το δυνατόν πιο ανοιχτή στην πολυσημία, νομαδική, μερική και μη εξειδικευμένη, εγκλειστική και μη περιοριστική θέσμιση της επιθυμίας. Το παράδειγμα που χρησιμοποίησα εδώ είναι η Παρισινή Κομμούνα, με αιρετά και ανακλητά αξιώματα, πολυεθνικό προσανατολισμό κ.α.

5. Οι ''Άγριοι'' (προκρατικές κοινότητες) είναι η κοινωνική οργάνωση της επιθυμίας στις οποίες ηγεμονεύει η Σύνδεση-παραγωγή παραγωγής (λιβιδινική σύνδεση και....και....), στους ''Βάρβαρους'' (πρωτοκρατικές κοινότητες) ηγεμονεύει η Διάζευξη-παραγωγή καταγραφής (διάζευξη Κώδικα-Πραγματικού και κατανομή του εγγεγραμμένου σε είτε...είτε), και στους ''Πολιτισμένους'' η Σύζευξη (υποκειμενοποίηση και αναδρομικό ''ώστε λοιπόν''). Δηλαδή, στους Άγριους ηγεμονεύει η παραγωγή παραγωγής (1 σύνθεση), στους Βάρβαρους η παραγωγή καταγραφής της καταγραφής (2η σύνθεση, Υπερ-κώδικας και υπερ-καταγραφή, κώδικας των κωδίκων = Κράτος), και στους Πολιτισμένους η παραγωγής της κατανάλωσης της κατανάλωσης (3η σύνθεση, η κατανάλωση ως αυτοσκοπός, που σχετίζεται με τον αυτοερωτικό ναρκισσισμό). Αυτός ο αναδιπλασιασμός των όρων παραγωγή, καταγραφή, κατανάλωση (παραγωγή παραγωγής, καταγραφή καταγραφής, κατανάλωση κατανάλωσης), οφείλεται στο ότι σε κάθε στιγμή της επιθυμητικής παραγωγής ενυπάρχουν οι άλλες δύο, όπως φαίνεται ήδη με μια προσεκτική ανάγνωση του 1ου Κεφαλαίου. Άρα έχουμε 3 επί 3 = 9 διαστάσεις. Για παράδειγμα, και οι ''Άγριοι'' έχουν κώδικες εγγραφής της επιθυμίας, και στιγμή κατανάλωσης και ομαδικών φαντασιώσεων, και οι ''Βάρβαροι'' έχουν παραγωγικές συνδεσμολογίες επιθυμίας και κατανάλωση, και οι ''Πολιτισμένοι'' έχουν στιγμή εγγραφής σε κώδικες, κ.ο.κ. 9 διαστάσεις θα απορρέουν, σύμφωνα με την λακανική ορολογία, από την τριάδα Πραγματικό - Συμβολικό - Φαντασιακό. Με βάση τη σχέση με τις ''συνθέσεις του Χρόνου'', οι 3 διαστάσεις του χρόνου αποτελούν 9 διαστάσεις του Χρόνου, και έχουμε στους Άγριους μια ηγεμονία του παρόντος παρόντος, στους Βάρβαρους μια κυριαρχία του παρελθόντος παρελθόντος, και στους Πολιτισμένους μια ηγεμονία του μέλλοντος μέλλοντος. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ζουν κατά κύριο λόγο σε ένα διαρκές παρόν, οι πρωτοκρατικοί υπήκοοι σε ένα καταγεγραμμένο από το Κράτος αρχειακό παρελθόν, και οι ιδιώτες του καπιταλισμού χάνουν κάθε ιστορική μνήμη, ζώντας σε ένα διαρκές μέλλον που αποδομεί διαρκώς το παρόν και το παρελθόν.

6. Όλη η διαχρονική ιστορία της επιθυμίας βασίζεται σε ένα συγχρονικό εκκρεμές παράνοιας-σχιζοφρένειας. Η επιθυμητική παραγωγή ως διαδικασία γεννά μια στιγμή εμμένειας-κοινού πεδίου παραγωγικής διαδικασίας-προϊόντος, που οι Deleuze-Guattari ονομάζουν ''σώμα δίχως όργανα''. Πρόκειται για το σώμα που απολαμβάνει σε διάκριση από το τί απολαμβάνει. Η παρανοϊκή αναδίπλωση απωθεί με μια μανία καταδίωξης τα επιμέρους αντικείμενα της επιθυμίας (προϊόντα) για να εξασφαλίσει μια αυτάρκεια του σώματος που απολαμβάνει σαν αυτό να ήταν αρραγές. Η επανασύνθεση, ως αντίρροπη κίνηση, των επιθυμητικών οργάνων-ροών-προϊόντων και της επιθυμητικής παραγωγής γίνεται μέσω της θαυματοποιητικής-φετιχιστικής λειτουργίας, που ενοποιεί σώμα δίχως όργανα-επιμέρους επιθυμητικές μηχανές σε μια ''φετιχοποιημένη επιφάνεια καταγραφής'', που έρχεται να ενσαρκώνει την x-επιθυμία, το αίτιο-Φετίχ της επιθυμητικής παραγωγής, ενώ αυτή η επιφάνεια-σύνθεση δεν είναι στη πραγματικότητα αίτιο αλλά μόνο αποτέλεσμα και προϊόν της επιθυμητικής παραγωγής (αυτή η παραγνώριση και αντιστροφή αιτίου-αποτελέσματος ορίζει το φετιχισμό). Έτσι οι ''Άγριοι'' έχουν τα μικροφετίχ τους πάνω στην φετιχοποιημένη επιφάνεια της Μητέρας Φύσης/Γης , το σώμα του Θεού-Τυράννου είναι το κεντρικό Φετίχ των ''Βαρβάρων'', ενώ το Χρήμα-Κεφάλαιο γίνεται το αντικειμενοποιημένο φετίχ των πολιτισμένων σε έναν, θα έλεγα, ''διαφορικό φετιχισμό'' (Χρήμα-Εμπόρευμα-Περισσότερο Χρήμα, Χ-Ε-ΔΧ), και με βάση μια ''αξιωματική των αφηρημένων ποσοτήτων'' (βλέπε παραπάνω το κείμενο για την ''πολιτισμένη καπιταλιστική μηχανή'').

7. Στους ''Άγριους'', το Οιδιπόδειο δεν έχει ακόμα έρθει, είναι ένα όριο που διαρκώς τους απειλεί και το απωθούν, αποφεύγοντας την πραγμάτωση της πραγματικής δυνατότητας του Δεσποτικού Πατριαρχικού Σημαίνοντος, της ανάδυσης Κράτους - το Οιδιπόδειο υπάρχει στο Πραγματικό ως δυνητικότητα, δεν υπάρχει όμως ως Συμβολικός Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά και ως Φαντασιακό βίωμα. Οι επιθυμητικές ροές που αποκλίνουν από την οργάνωση των αγρίων δημιουργούν ανταγωνισμούς (προσώπων, ιδιοκτησίας - βλέπε καστικές και ταξικές συγκρούσεις, εμπορικών ροών κ.α), και οδηγούν στην υπεροργάνωση-υπερκωδίκωση των ροών που ξεφεύγουν σύμφωνα με το Δεσποτικό Σημαίνον - το Κράτος. Στους ''Βάρβαρους'' το Οιδιπόδειο ως Συμβολικό κατώφλι καταλαμβάνεται, ο συμβολικός Νόμος εγκαθιδρύεται, όμως ακόμα το Οιδιπόδειο δεν είναι φαντασιακά και σε κάθε υποκειμενικότητα ατομικά βιωμένο-ενσωματωμένο. Στους ''Πολιτισμένους'', το Οιδιπόδειο βιώνεται φαντασιακά και ατομικά, με την εξατομίκευση του Νόμου ως εσωτερικού Νόμου στο κάθε νεωτερικό αυτό-νομο υποκείμενο. Το Οιδιπόδειο ιδιωτικοποιείται και δεν είναι πια ένας εξωτερικός προς το κάθε άτομο Νόμος του Πατριάρχη-βασιλιά, αλλά φαντασιακά βιώνεται ως ατομικός μύθος του κάθε υποκειμένου. Όμως, πέρα από την οιδιπόδεια-οικογενειοκρατική φαντασίωση, η διαρκής παραγωγή φαντασιώσεων σηματοδοτεί μια επιστροφή στο αν-οιδιπόδειο Πραγματικό της επιθυμητικής παραγωγής υπό το πρίσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην παρανοϊκή-φαντασιακή πληρότητα και τη σχιζοφρενοποίηση της πολυκερματισμένης και πολυδιάστατης υποκειμενικότητας. Ανάμεσα δηλαδή στους νεο-φονταμενταλισμούς και τους νομαδικούς πολυπολιτισμούς, με σημείο ισορροπίας διαστροφικές επανεδαφικοποιήσεις της επιθυμίας που περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από το Χρήμα-Κεφάλαιο ως φετίχ.

Υπό αυτή τη προοπτική το Οιδιπόδειο όπως το γνωρίζουμε σήμερα ιστορικοποιείται και οδηγείται στην αυτο-κριτική του, έρχεται στο τέλος και όχι στην αρχή της ιστορίας παραμόρφωσης της επιθυμίας, ως επιστέγασμα μιας πορείας εσωτερίκευσης στο υποκείμενο όλης της ιστορίας της παραμόρφωσης (όριο του Πραγματικού, όριο του Συμβολικού, όριο του Φαντασιακού).


Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

To φάντασμα του 1989, το καλοκαίρι του 2015



 των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ, σε συνεργασία με το RedNotebook, το βιβλίο με τίτλο «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ», που επιμελήθηκαν οι Χρήστος Λάσκος και Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος. Υπό το πρίσμα ενός αγώνα γύρω από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που δόθηκε πριν και κατά τη διάρκεια της εφτάμηνης κυβερνητικής θητείας, το βιβλίο επιχειρεί να συμβάλει στη συζήτηση για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή του τρίτου Μνημονίου, την ακύρωση της νίκης στο δημοψήφισμα, τη διάσπαση και τη συστημική προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν οι εξελίξεις αυτές προδιαγεγραμμένες ή επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία; Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για ήττα σε μια «σκληρή διαπραγμάτευση» ή έχουν δίκιο όσοι μιλούν απλουστευτικά για «προδοσία»; Οι απαντήσεις που προτείνονται δεν αφορούν μόνο όσα προηγήθηκαν, αλλά κυρίως τη συνέχεια, σε μια συγκυρία που επιβεβαιώνει διαρκώς ότι ο «ιστορικός συμβιβασμός» με τη βαρβαρότητα είναι ανέφικτος. Το κείμενο που ακολουθεί, και που δημοσιεύεται σήμερα στις ιστοσελίδες RedNotebook, k-lab και YaBasta, και την εφημερίδα Πριν, είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου.

 

O ΣΥΡΙΖΑ διέγραψε μια ραγδαία ανοδική τροχιά, ως πείραμα ενότητας της Αριστεράς που ανέδειξε την κρίση εκπροσώπησης στην Ελλάδα ήδη από το 2007, προσπαθώντας επιπλέον να υπερβεί την ιστορική αποτυχία της ευρωκομμουνιστικής Αριστεράς και της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας να διατυπώσουν μια υπερεθνική απάντηση στην οικονομία, στα χρόνια που ένας διεθνοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός εξουδετέρωνε την εθνική-κεϋνσιανή συναίνεση των Χρυσών Τριάντα χρόνων.

Με τη νίκη του, τον Ιανουάριο του 2015, φαινόταν να ξεπερνιέται το τραύμα της ήττας του 1949· αυτό που αποδείχτηκε ανυπέρβλητο, ωστόσο, ήταν το τραύμα του 1989 – ο ρεαλισμός του Δεν Υπάρχει Εναλλακτική. Όχι μόνο, και σίγουρα όχι κυρίως, με ιδεολογικούς όρους. Αλλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησε τη σημασία της οικοδόμησης μιας κοινωνικής αντιεξουσίας που θα στήριζε ένα εγχείρημα ρήξης, μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που την καθιστούσε αναπόφευκτη.

Για πολύ καιρό πριν από τις εκλογές, πολλοί υποστήριξαν ότι το εγχείρημα αυτό –μια αριστερή κυβέρνηση σε ένα καπιταλιστικό κράτος και εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης–, ήταν πρωτότυπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν υπήρχαν οι θεωρητικές επεξεργασίες που θα υποδείκνυαν πιθανούς δρόμους· για άλλους, πάλι, το πρόβλημα ήταν γενικώς ο ευρωκομμουνισμός. Τουλάχιστον όμως μια συγκεκριμένη εκδοχή αυτού του τελευταίου προειδοποιούσε πως, «αν περιοριστούμε στο πεδίο του κράτους, ακόμα και υιοθετώντας τη λεγόμενη στρατηγική ρήξης, θα γλιστρήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε στη σοσιαλδημοκρατία: εξαιτίας του ίδιου του βάρους της υλικής υπόστασης του κράτους, η αλλαγή του εσωτερικού στο κράτος συσχετισμού δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με τη στήριξη στους αγώνες και τα κινήματα που υπερβαίνουν το κράτος»[1]. Η προειδοποίηση αυτή δεν εισακούστηκε – και όχι μόνο λόγω του ανελαστικού πολιτικού χρόνου.

Η υποκατάσταση του κόμματος, και μέσω αυτής, η υποκατάσταση της εμπλοκής των πολλών από την κοινοβουλευτική διαδικασία και τους κρατικούς μηχανισμούς, η απουσία συλλογικότητας και κεντρικού σχεδιασμού, και αντ’ αυτών, η πλήρης διαμερισματοποίηση (κάθε υπουργός, βουλευτής και κομματικό στέλεχος αποκομμένοι στον ιδιαίτερο τομέα ευθύνης τους), αλλά και η ένταξη κομματικών στελεχών και βουλευτών στο σύστημα κόμματος-κυβέρνησης με αυστηρά ατομικούς ρόλους, ήταν οι αρμοί στο μηχανισμό νομιμοποίησης μιας εκφυλιστικής λειτουργίας, που κόστισε τόσο στην κυβέρνηση όσο και στο κόμμα – στο φόντο του κατεπείγοντος: να κερδηθεί κι έπειτα να διατηρηθεί, κυριολεκτικά πάση θυσία, η κυβέρνηση που θα τελείωνε με τα Μνημόνια.

Mε τους αντιπάλους της να έχουν έτοιμη την προληπτική οχύρωσή τους ήδη από το 2012 μπροστά στην πιθανή εξάπλωση του «ιού ΣΥΡΙΖΑ», η κυβέρνηση αυτή δεν ήταν καταδικασμένη να κερδίσει. Κάθε άλλο. Όμως η ήττα της, ήττα που δυσχεραίνει την προοπτική κάθε εκδοχής Αριστεράς στην Ελλάδα για άδηλο διάστημα, δεν οφείλεται μόνο στις σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά και στην ίδια την πολιτική της: μια πολιτική που, σε όλες τις πτυχές που προαναφέραμε, αποφασίστηκε από το ίδιο πολιτικό κέντρο και επιβλήθηκε άλλοτε με αυθαιρεσίες και άλλοτε από τη ροή των πραγμάτων. Είναι στην πολιτική αυτή που οφείλεται, πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, η καταστροφική διαχείριση της ήττας της 12ης Ιουλίου.

Η διαχείριση αυτή δεν ήταν αναπόφευκτη. Την επαύριο του νικηφόρου δημοψηφίσματος, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε απευθυνθεί στην ελληνική κοινωνία, παρουσιάζοντάς της την κατάσταση ως είχε – χωρίς εξιδανικεύσεις, εφησυχασμούς και δημαγωγίες. Θα μπορούσε να είχε υπερασπιστεί τη θέση ότι το νόμισμα δεν συνιστούσε γι’ αυτήν ταμπού, και την τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι για τον ίδιο και την Αριστερά η κυβέρνηση δεν ήταν αυτοσκοπός. Με αυτή την έννοια, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε παραιτηθεί, διασφαλίζοντας την ενότητα του ΣΥΡΙΖΑ, άρα και τις προϋποθέσεις επανόδου του, χωρίς πλέον τις αυταπάτες ενός απλοϊκού αντιμνημονιακού κυβερνητισμού. Αντί γι’ αυτά, προτιμήθηκε η εξιδανίκευση της ήττας στη διαπραγμάτευση, η παραμονή στην εξουσία πάση θυσία, η δαιμονοποίηση των διαφωνούντων και η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ: η προσχώρηση, τελικά, σε έναν μνημονιακό κυβερνητισμό, και μέσω αυτού, στο ιδεολογικό και πολιτικό σύμπαν των πολιτικών αντιπάλων του κόμματος.

[…] Το θέμα είναι τι γίνεται τώρα, στη δύσκολη νέα συγκυρία.

Με τη λιτότητα και την κρίση εκπροσώπησης να δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση, που μεσοπρόθεσμα μπορεί να ευνοήσει τη ναζιστική Ακροδεξιά, ο δρόμος για τη συνέχεια περνά από τη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική, τη διαρκή αντίθεση στο Μνημόνιο και την κινηματική ανυπακοή. Σε πολιτικό επίπεδο, περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός ενωτικού μετώπου από όλες τις αριστερές αντιμνημονιακές δυνάμεις και την ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών: για την υπεράσπιση της κοινωνικής ασφάλισης και των εργατικών δικαιωμάτων, για την προστασία της πρώτης κατοικίας από τις αρπακτικές διαθέσεις των τραπεζών, για την αλληλεγγύη στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, πολλά από αυτά συμβαίνουν ήδη.

H πρόκληση για την Αριστερά είναι να σκεφτεί το περιεχόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού σήμερα, αν η επιδίωξη των κυρίαρχων κύκλων της Ένωσης δεν είναι τόσο η εκδίωξη της Ελλάδας, το Grexit, όσο το να καταστεί αδύνατη η επιβίωσή της εκτός ευρώ, όσους βαθμούς αυτονομίας και αν αποκτήσει η οικονομία της. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι η ρήξη με την Ευρωζώνη δεν αποτελεί μια ηρωική στιγμή, αλλά μια μακρά διαδικασία, που βραχυπρόθεσμα μας υποχρεώνει να σκεφτούμε τι απαιτεί αυτή η επιβίωση: με ποιους όρους η πολιτική εκπροσώπηση μπορεί να σημαίνει πραγματική κοινωνική ισχύ για τους ανθρώπους και όχι απλά κατάληψη θέσεων στη Βουλή και τους κρατικούς μηχανισμούς […] Το να σκεφτεί κανείς μετά την Ευρωζώνη, που είναι επιβεβλημένο, σημαίνει να σκεφτεί πέρα από το επίσημο (καπιταλιστικό) οικονομικό κύκλωμα, που στην Ελλάδα έχει συνδέσει την επιβίωσή του με τη Μεγάλη Ιδέα του ευρώ.

Γράφουν: Γιάννης Αλμπάνης, Γιάννος Γιαννόπουλος, Νίκος Γιαννόπουλος, Αλέξανδρος Ζαχιώτης, Ηλίας Ιωακείμογλου, Ανδρέας Καρίτζης, Τόνια Κατερίνη, Κυριακή Κλοκίτη, Χρήστος Λάσκος, Αλέξης Μπένος, Στρατής Μπουρνάζος, Νίκος Νικήσιανης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Νίκος Σαμανίδης, Πέτρος Σταύρου, Ντίνα Τζουβάλα, Στέφανος Τυροβολάς, Ηλία Χρονόπουλος

Σκίτσα: Τάσος Αναστασίου

________________________________________________

[1] Νίκος Πουλαντζάς στο: Λ. Αλτουσέρ, Ε. Μπαλιμπάρ, Ν. Πουλαντζάς, Μ. Εντελμάν, Συζήτηση για το Κράτος (μετάφραση:. Α. Χρυσικόπουλος, Δ. Ψαρράς, Αγώνας, 1980


Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Η ανασυγκρότηση, η απειλή μιας νέας οικονομικής κρίσης, και ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός εναλλακτικού σχεδίου


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


1. Εισαγωγή

Η φιλολογία σχετικά με την “ανάπτυξη” είναι ο πλέον δημοφιλής αλλά και σε μεγάλο βαθμό αποτελεσματικός τρόπος να συγκαλύπτεται ο δραματικός χαρακτήρας των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας και η μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τις εξελίξεις της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας. Η χρήση του όρου “ανασυγκρότηση” χρησιμοποιείται πλέον διστακτικά γιατί υπαινίσσεται ότι είναι αναγκαίες μεγάλες αλλαγές που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω της προοδευτικής αύξησης του εθνικού προϊόντος για μια μακρά περίοδο, η οποία θα προκληθεί από το αμφίβολο ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών.

Η ανεργία, η φτώχεια, η υποβάθμιση των κοινωνικών πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών, η απώλεια παραγωγικού δυναμικού, η συσσώρευση των περιβαλλοντικών αδιεξόδων, δεν αποτελούν συγκυριακά ζητήματα που μια ανάκαμψη μπορεί να λύσει, αλλά είναι τα στρατηγικά αποτελέσματα του θριάμβου του νεο-φιλελεύθερου μοντέλου, που και ως παγκόσμιο σύστημα, ή ως σύστημα με το οποίο επιχειρείται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, έχει πλέον φθάσει στα όριά του, ακόμη και σχετικά με την ομαλή αναπαραγωγή του.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι ενώ έχουμε φθάσει σε ένα σημείο καμπής της καπιταλιστικής διαχείρισης, και είναι αναγκαίες ριζοσπαστικές νέες επιλογές για να αποκατασταθούν παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ισορροπίες, οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη, αλλά και των οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων, πολύ απέχουν από το να έχουν ως πρόγραμμα την αντικατάσταση των σημερινών μεθόδων, και την εγκαθίδρυση λογικών ενός πολύπλευρου, παραγωγικού και κοινωνικού ορθολογισμού, δημοκρατικά νομιμοποιημένου.

Στην Ελλάδα η στασιμότητα της οικονομικής δραστηριότητας, το αδιέξοδο στο οποίο έχει φθάσει το τραπεζικό σύστημα στο πλαίσιο του Ευρω-συστήματος, και τα περιορισμένα περιθώρια στα οποία μπορεί να κινηθεί το δημοσιονομικό μαζί με το ασφαλιστικό ζήτημα, αποτελούν καταλήξεις της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, που έχουν εμφανιστεί με πιο ήπια μορφή στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά θα πάρουν κατά πάσα πιθανότητα παρόμοιες διαστάσεις σε αυτές τις χώρες, κυρίως αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για νέα ύφεση.

Ανεξάρτητα όμως από τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η επιδείνωση του αδιεξόδου της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής, η αναζήτηση νέων δημοκρατικών μεθόδων διαχείρισης της παραγωγής, και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, αποτελεί μια απαραίτητη εναλλακτική επιλογή, η οποία στην περίπτωση της Ελλάδας επείγει με δραματικό τρόπο. Όταν αναφερόμαστε σε εναλλακτικό προσανατολισμό, ή σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την επιδίωξη μιας άμεσης μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικές θεσμικές λειτουργίες οι οποίες συνδυάζουν το σχεδιασμό για την επίτευξη παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, και την επιλογή των στόχων αυτών μέσω δημοκρατικών συναινετικών διαδικασιών.


2. Προϋποθέσεις της ανασυγκρότησης

Η πίστη στην ικανότητα της αγοράς να παράγει ισορροπημένες οικονομικές σχέσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της νεο-φιλελεύθερης αφήγησης. Αυτή η πίστη αναπαράγεται διαφορετικά ανάλογα με την ιστορία της κάθε χώρας, και αναπαράγεται με τη χρήση ιδεολογικών τεχνασμάτων που είναι κοινά ή και ειδικά κάθε φορά. Στην Ελλάδα όπου η διείσδυση των ιδιωτικών συμφερόντων στον κρατικό μηχανισμό είναι πολύ προχωρημένη και έχει προκαλέσει και συντηρήσει την αναποτελεσματικότητα του κράτους και τη δυνατότητα δημιουργίας ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε πολλές ειδικές αγορές, η καταγγελία του κράτους εμπόδιο στην επιχειρηματικότητα και του κράτους που ανέχεται τα ολιγοπώλια και την καταπάτηση της νομοθεσίας γενικώς, είναι σταθερά μοτίβα της αναπαραγόμενης ιδεολογίας της αγοράς.

Οι λειτουργίες που αποδίδονται στην αγορά, η κατανομή των πόρων με ορθολογικό τρόπο από ενημερωμένους επιχειρηματίες οι οποίοι αξιοποιούν όλες τις επιχειρηματικές δυνατότητες, και άρα κατευθύνουν προς τη σωστή κατεύθυνση τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους, δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές και καθοριστικές επιχειρηματικές συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές αυτές εξαρτώνται από τις δυνατότητες υπερκερδών, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, τις ολιγοπωλιακές συμπεριφορές ή ακόμα και τις ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Η ελληνική οικονομία είναι εξάλλου ένα λαμπρό παράδειγμα αποτυχίας πολιτικών με αποκλειστικό στόχο την υποστήριξη των επιχειρήσεων, πολιτικές οι οποίες τροφοδοτήθηκαν γενναιόδωρα με χρήμα και ιδεολογήματα, με αποτέλεσμα όμως τη ραγδαία απώλεια ανταγωνιστικότητας και τη βύθιση τελικά της οικονομίας σε παρατεταμένη ύφεση.

Όταν έχουν εντοπιστεί ανάγκες σε μια οικονομία, που αφορούν την παραγωγική δραστηριότητα υπό όρους κοινωνικού ή περιβαλλοντικού χαρακτήρα, και επιδιώκεται η ικανοποίηση αυτών των αναγκών και συνθηκών, μιλάμε πλέον για σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός όμως αποτελείται αναγκαστικά από ένα σύνολο επιλογών, οι οποίες αφορούν αφενός την παραγωγή και την προσφορά υπηρεσιών, αλλά και το χρήμα, ή την κατανομή του εισοδήματος. Πρόκειται δηλαδή για πολυδιάστατη αλλαγή, η οποία έχει ως συνολικό σκοπό να θέσει υπό δημόσιο έλεγχο, με την έννοια του ελέγχου από την κοινωνία, τις αξιοποιήσεις πόρων, τη δημιουργία χρήματος, τις επενδύσεις, την κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε κατανάλωση και επενδύσεις, ανάμεσα σε παραγωγή και υπηρεσίες, ανάμεσα σε αμοιβές της εργασίας και κερδοφορία, ανάμεσα σε ιδιωτικό, δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού στις στρατηγικές επιλογές, έχει αναμφίβολα ριζοσπαστικό χαρακτήρα, και επιδιώκει ταυτοχρόνως να αποσπάσει τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας από τους συνασπισμένους κεφαλαιούχους κάθε είδους, και να επιβάλει μια λογική δημοσίου και συλλογικού συμφέροντος, χωρίς όμως να καταργήσει αναγκαστικά την ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε σημαντικούς τομείς. Μια τέτοια αλλαγή είναι προφανώς αναγκαία με ορατό τρόπο, και είναι επομένως δυνατόν να γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία του πληθυσμού (την οποία αφορά κατά κύριο λόγο), και να ενσωματώσει σε ένα τέτοιο σχέδιο και κατηγορίες ιδιωτικών επιχειρήσεων οι οποίες συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της ανασυγκρότησης, αλλά χάνουν πλέον τον πρωτεύοντα ρόλο σχετικά με την οικονομική στρατηγική.

Η ανασυγκρότηση απαιτεί επίσης τη διαχείριση με νέο τρόπο των διεθνών οικονομικών σχέσεων της χώρας. Η εξωστρέφεια είναι δεδομένη, αλλά η υποκατάσταση εισαγωγών και η ανάπτυξη εσωστρεφών κλάδων, αποτελούν σημαντικές στρατηγικές επιλογές από τη στιγμή μάλιστα που η επέκταση των εξωτερικών αγορών είναι σήμερα αμφίβολη, ενώ πληθαίνουν οι προβλέψεις για επερχόμενη διεθνή ύφεση. Στην περίπτωση μιας τέτοιας δυσμενέστερης διεθνούς συγκυρίας, η εσωστρέφεια θα παίξει αναγκαστικά ακόμη σημαντικότερο ρόλο για την κάλυψη αναγκών σε υλικά και άυλα αγαθά, αλλάζοντας και τις ισορροπίες στη σύνθεση της κατανάλωσης. Χρειάζεται να υπάρξει προετοιμασία σε σχέση τόσο με την υιοθέτηση μεθόδων προστασίας της εγχώριας παραγωγής με ένα γενικό τρόπο, όσο και τη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας σε περίπτωση μιας νέας διεθνούς ύφεσης.


3. Οι πόροι και το χρήμα

Η χρηματοδότηση της οικονομικής δραστηριότητας πραγματοποιείται με διαθέσιμους δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους, ή με τραπεζικό δανεισμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημόσιοι πόροι απορροφώνται από την εξυπηρέτηση του δημοσίου δανεισμού, ενώ οι πολιτικές λιτότητας περιορίζουν τα δημόσια έσοδα αλλά και το διαθέσιμο ιδιωτικό εισόδημα, η δημιουργία χρήματος μέσω δανεισμού ή άλλων μέσων, καλείται να παίξει έναν σημαντικότερο ρόλο.

Η αύξηση των διαθέσιμων δημοσίων πόρων μέσω της διαγραφής δημοσίου χρέους, είναι μια δυνατότητα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα αύξησης των πόρων αυτών μέσω της ευρύτερης αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, που μπορεί όμως να πάρει περιορισμένες διαστάσεις. Η αξιοποίηση του δανεισμού από την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά, που προσφέρεται να θέσει στη διάθεσή μας σημαντικά ποσά, μπορεί να πάρει τη μορφή της χρηματοδότησης ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά και δημοσίων επενδύσεων, που έτσι κι αλλιώς πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο σχετικά με την ανασυγκρότηση, αλλά και την ανταγωνιστικότητα.

Δεν υπάρχει κατά κανόνα δυνατότητα διαμόρφωσης αναπτυξιακού σχεδίου σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο χωρίς να συνδυαστούν ιδιωτικές επενδύσεις με δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές και υπηρεσίες, με δημόσιες δαπάνες για έρευνα, εκπαίδευση και προσφορά άυλων αγαθών, ή ακόμα με χρηματοδότηση και υποστήριξη δραστηριοτήτων κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Αλλά σημαντικές επιδιώξεις ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου μπορούν να ενσωματωθούν σε ευρωπαϊκά σχέδια (τα οποία μπορούν μάλιστα να διεκδικήσουν χρηματοδότηση από δημόσιους ευρωπαϊκούς πόρους), όπως στην περίπτωση των σχεδίων για το περιβάλλον ή την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα οποία θα ενίσχυαν σημαντικά με τις αντίστοιχες κοινωνικές συμμαχίες τις στοχεύσεις στην κλίμακα της Ελλάδας.

Η δυνατότητα δημιουργία συμπληρωματικών νομισμάτων σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, είναι συστατικό του σχεδιασμού και όχι απλώς ένα μέτρο στο νομισματικό πεδίο. Η δημιουργία τέτοιων νομισμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη μιας δυναμικής εσωτερικής οικονομικής δικτύωσης (περιφερειακά ή εθνικά) η οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυθόρμητα, αλλά πρέπει να βασιστεί σε συγκεκριμένες σχεδιασμένες επιλογές, ώστε να αξιοποιηθούν αυτές οι δυνατότητες για την κάλυψη υπαρκτών αναγκών και να ενισχυθεί επίσης η ευρύτερη παραγωγική δυναμική. Αν, όπως είναι αναγκαίο, επιδιώξει ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης την ταχεία αύξηση της απασχόλησης και κάλυψης αναγκών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, είναι δύσκολο να μην αξιοποιηθεί η δυνατότητα συμπληρωματικών νομισμάτων ή άλλων μέσων πληρωμών.

Περιεχόμενο του σχεδιασμού και ειδικότερα της αξιοποίησης της ρευστότητας που μπορούν να γεννήσουν τα συμπληρωματικά νομίσματα είναι και οι υπάρχουσες ή δυνητικές πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ως επιχειρηματικά εγχειρήματα, ή ως κοινωνικές παρεμβάσεις για κάλυψη αναγκών. Η ενίσχυση και υποστήριξη των πρωτοβουλιών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του κόσμου της εργασίας, και της αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Εγχειρήματα ομότιμης οικονομίας, ή fablab μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο μιας προσπάθειας ενσωμάτωσης ειδικών παραγωγικών δραστηριοτήτων σε ευρύτερα σχέδια.


4. Για μια νέα στρατηγική επιλογή

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά μιας μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας, η Αριστερά έχει στην πραγματικότητα δυο ιστορικά προηγούμενα από τα οποία αντλεί ιδέες και σχήματα: το σοβιετικό μοντέλο το οποίο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εμπνέει τις νεο-σταλινικές παραλλαγές και τους λίγους συνεχιστές της τριτοδιεθνιστικής κληρονομιάς, και το φορντικό μοντέλο το οποίο έχει αμφισβητηθεί και ξεπεραστεί από το νεο-φιλελευθερισμό (παρόλο που σε πολλές χώρες συνεχίζουν να υπάρχουν υπόλοιπα φορντικών θεσμών και πολιτικών), αλλά συνεχίζει να αποτελεί ένα μοντέλο αναφοράς για τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας, όπως και για το “δικαίωμα στην ευημερία” των μεσαίων στρωμάτων στα οποία εξάλλου ανήκει η πλειοψηφία του στελεχικού δυναμικού των αριστερών κομμάτων.

Η επιτυχία της νεο-φιλελεύθερης στρατηγικής σε ότι αφορά την αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικότητας της πλειοψηφίας των μισθωτών έχει στην πραγματικότητα ενισχύσει την βαρύτητα μιας νοσταλγικής αναφοράς στην εμπειρία των μεσαίων στρωμάτων κατά την περίοδο του φορντισμού στην Ευρώπη και των υποσχέσεων που γεννούσε. Η αίσθηση, αν όχι η πεποίθηση, ότι ένας βελτιωμένος καπιταλισμός αποτελεί σήμερα μια ρεαλιστική στρατηγική προοπτική είναι πολύ διαδεδομένη σήμερα στην Αριστερά, ενώ οι νοσταλγοί του σοβιετικού μοντέλου έχουν πλέον περιθωριοποιηθεί.

Η Αριστερά έχει βέβαια συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει ευρεία απήχηση χωρίς να υποστηρίξει τη διατήρηση και διεύρυνση των δημοκρατικών διαδικασιών σε σχέση με το καθεστώς των καπιταλιστικών οικονομιών, και χωρίς να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται κάποια ευρεία κοινωνική συμμαχία σχετικά με τις βασικές πολιτικές επιλογές. Η διεκδίκηση για δημοκρατία και συναίνεση είναι πολύ ισχυρή, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης αυτών των επιλογών. Οι κοινωνικές συμμαχίες όμως που μπορούν να στηρίξουν την υλοποίηση ενός σχεδίου κάλυψης παραγωγικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αναγκών, δεν είναι δυνατόν να συγκροτηθούν υπό την ηγεσία των συνιστωσών του κεφαλαιοκρατικού στρατοπέδου, αλλά ως συμμαχίες όπου κυριαρχούν οι οργανωμένες λαϊκές τάξεις και ορισμένα μεσαία στρώματα. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια δυνατότητα είναι ταυτοχρόνως αναγκαίο να ανασυγκροτηθεί η οργάνωση των λαϊκών τάξεων, να βρεθούν νέα οργανωτικά σχήματα για την ορατότητα και παρουσία του κόσμου της εργασίας, και για τη δυνατότητά του να προβάλει αιτήματα και προτάσεις.

Η μετα-καπιταλιστική κοινωνία είναι επομένως μια κοινωνία της δημοκρατίας και της συναίνεσης, αλλά είναι και μια κοινωνία που καταργεί την αγορά, την επιδίωξη του ατομικού κέρδους και την ιδιωτική πρόσβαση στους δημόσιους πόρους και τη δημόσια διοίκηση, ως μηχανισμούς αναπαραγωγής της, και υιοθετεί τον σχεδιασμό της κάλυψης και ικανοποίησης των αναγκών της. Από τη στιγμή που η Αριστερά ως σκεπτόμενη πολιτική δύναμη, και οι λαϊκές τάξεις μέσω της δραστηριοποίησής τους και της θεσμικής εφευρετικότητάς τους, θα μπορέσουν να θέσουν τις βάσεις ενός τέτοιου προσανατολισμού, θα επιτύχουν την αποδυνάμωση των ταξικών και πολιτικών τους αντιπάλων, και τη διαμόρφωση ευρύτατων κοινωνικών συμμαχιών, που θα υποστηρίξουν την κατάργηση του νεο-φιλελευθερισμού και της πολυκέφαλης κυριαρχίας του κεφαλαίου.