Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Entretien avec Makis Panorios: La dette de l' auteur


Ο Μάκης Πανώριος είναι ένας δημιουργός που, δίχως μεγάλη υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ‘Πατριάρχης του ελληνικού Φανταστικού’, με σημαντικό συγγραφικό και ανθολογικό έργο που εκτείνεται στο πέρασμα δεκαετιών. Για το έργο του έχει τιμηθεί ουκ ολίγες φορές, ενώ επίσης έχει εργαστεί ως ηθοποιός και ζωγράφος (περισσότερα για την πορεία του αναφέρει ο ίδιος εντός της συνέντευξης). Κύρια μυθιστορήματά του η τριλογία «Η διαδρομή/Η Καταδίκη» (2005, επανέκδοση παλαιότερων έργων), «Το Μαυσωλείο» (2006) και «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου» (2010), στα οποία πρωταγωνιστεί ο Αλέξανδρος, γενολογικό/γενόσημο [generic] όνομα του ανθρώπινου όντος. 



-Η πρώτη επισήμανση αφορά το ύφος σας: ρευστός λόγος με πλήθος συνώνυμων, παρατακτικών όρων. Υποδηλώνει αυτό κάποια οντολογική δέσμευσή σας, φερειπείν σε έναν κόσμο ροής και γίγνεσθαι, τον οποίο ασθμαίνουσα η γλώσσα αποτυγχάνει εγγενώς να συλλάβει και προτείνεται ως εκ τούτου η εξώθησή της στα όρια, το ‘λύγισμά’ ή ο ‘τανυσμός’ της προκειμένου να τον ακολουθήσει; Ποια η σχέση μορφής και περιεχομένου στα μυθιστορήματά σας και εν γένει στο έργο σας;

Στη γραφή μου το εσωτερικό τοπίο της ιστορίας είναι αυτό που υπαγορεύει την ‘εξωτερική’ μορφή του, τη λογοτεχνική οικοδόμησή του. Πιο συγκεκριμένα: η ειδική μεταχείριση του Λόγου επιδιώκει και προσπαθεί να ‘περιγράψει’ το εσωτερικό ‘σχήμα’ που προτείνει και φιλοδοξεί να ιχνηλατήσει η αφηγούμενη ιστορία, διότι, αυτή κυρίως, είναι η μόνη υπεύθυνη για την δεδομένη σύνθεσή της. Καθόλου απλή διαδικασία, επειδή, ανεξαρτήτως ερεθίσματος από την διαπιστωμένη ρευστότητα της αινιγματικής ‘πραγματικότητας’, η δική μου γραφή επιχειρεί να ρίξει ένα βλέμμα στο ακατανόητο ανθρώπινο τοπίο, αλλά μέσα από το δεδομένο γεγονός που αγωνίζομαι να το διαπραγματευτώ με την συγκεκριμένη ιστορία την οποία και επιλέγω ως πρόσχημα προκειμένου να ‘ακούσω’ τον εσωτερικό ήχο της. Ως εκ τούτου, ο Λόγος τον οποίο και επιλέγω, καθώς επίσης και ο τρόπος που τον μεταχειρίζομαι, κυρίως αυτόν, προσπαθεί εναγωνίως να συλλάβει τον συγκεκριμένο βηματισμό του ανθρώπου στο γήινο τοπίο το οποίο και κατοικεί. Μέσω του εν λόγω βηματισμού, που είναι βέβαια υπαρξιακών προδιαγραφών, ο άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει το ‘υπόγειο’ νόημα της αναπόφευκτης πορείας του, απ’ την στιγμή της έλευσής του έως της στιγμής της αναχώρησής του. Κυρίως την τραγωδία της απόλυτης μοναξιάς του, παρ’όλη την ψευδαίσθηση του συνοδοιπόρου. Οι όποιες ‘συναντήσεις’ του επιφυλάσσει αυτή η εφιαλτικά οδυνηρή πορεία, απλώς επιβεβαιώνουν την απόλυτη ερημιά του δρόμου· ο καθένας ‘βαδίζει’ μόνος. Ακόμη κι αν θεωρηθεί αυτή η ‘πορεία’, παρ’ όλη την υποτιθέμενη εξωτερική γοητεία της, που μοιάζει να προσυπογράφει την ψευδαίσθηση του θαύματος της δημιουργίας, ένας τρομαχτικός εφιάλτης, τουλάχιστον για τον σκεπτόμενο υγιώς άνθρωπο, τότε η λογοτεχνική διαπραγμάτευσή της, γίνεται, ή πρέπει-οφείλει να γίνεται με ανάλογες εφιαλτικές συμπαραδηλώσεις, σχήματα, εικόνες, ήχους, θραύσματα ζωής. Ως εκ τούτου ο Λόγος πρέπει να ‘δηλώνει’ αυτόν τον εφιάλτη. Αυτόν τον εφιάλτη προσπαθώ να σχεδιάσω στα κείμενά μου.


-Μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα περί της αντιγραφής της τέχνης από τη ζωή (και αντιστρόφως) διαπιστώνοντας ότι υπάρχει ένας ισομορφισμός, για να το πούμε έτσι, μεταξύ τους: αμφότερες αποτελούν κατά κάποιον τρόπο εγχειρήματα ανάδυσης καινοφανών μορφών από το χάος, διαχείρισης και αναδιάταξής του (και, υπό την έννοια αυτή, το ζήτημα δεν τίθεται με όρους αντιγραφής ή μιμητικής αναπαραγωγής για καμιά από τις δύο). Αυτό θέτει στο επίκεντρο το πρόβλημα της αιωνιότητας ή της διάρκειας ενός έργου. Η ζωή ‘επιλύει’ το πρόβλημα με την επιβίωση του γενικού ή καθολικού εις βάρος των επιμέρους (όλα τα έμβια όντα, παρελθοντικά, παροντικά ή μελλούμενα θα τελευτήσουν, αλλά όχι η ίδια η Ζωή, που προελαύνει νικηφόρα δι’αυτών και των ‘αποτυχιών’ τους). Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση της τέχνης, επί παραδείγματι της λογοτεχνίας, ώστε να μη θεωρηθούν τα προϊόντα της απλές φούσκες στην επιφάνεια της λάβας, που σπεύδουν να αποσυρθούν στη λήθη άμα τη εμφανίσει τους;

Η απάντηση της λογοτεχνίας στον παραλογισμό της ζωής, διότι περί ανεξήγητου, αφόρητα αινιγματικού παραλογισμού πρόκειται – η ‘ανθρώπινη’ λογική αδυνατεί να την διερμηνεύσει – είναι μόνο η Σιωπή, που λειτουργεί, τουλάχιστον στις καλύτερες περιπτώσεις της, ως αντανάκλαση της Κοσμικής Σιωπής, απ’ την οποία μάλλον-πιθανώς προέρχεται. Η ζωή, επισημαίνετε, «προελαύνει νικηφόρα». Δεν μπορώ να δω καμιά νίκη στο φαινόμενο ‘Ζωή’. Το μόνο που την χαρακτηρίζει είναι η ακατανόητη αέναη επανάληψή της. Ποιος ο λόγος; Άγνωστος· και κατά πάσα πιθανότητα, έως μάλλον βεβαιότητα, δεν θα τον μάθει ποτέ. Όπως επίσης ουδέποτε θα μάθει και την αρχική… Αρχή της. Και, φυσικά, το νόημά της. Γνωρίζει μόνο «το τέλος του παιχνιδιού», για να θυμηθούμε τον Μπέκετ. Πέραν αυτού ουδέν. Το έχει εξάλλου διαπιστώσει ήδη ο άνθρωπος δια στόματος Σωκράτη: «Ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτε». Η φοβερή αυτή συνειδητοποίηση, έχει σαν αποτέλεσμα την απεγνωσμένη κραυγή του υπαρξιακού ανθρώπου, που αναδύεται από τα έγκατα της μυστικής, άγνωστης, και αδύνατον να εντοπιστεί η ύπαρξή της, κρύπτης του, την οποία και εκτοξεύει επί ματαίω στο αχανές διάστημα. Μια απελπισμένη προσπάθειά του να επικοινωνήσει με το Άγνωστο, να δεχτεί μια κάποια απάντηση προκειμένου να απαλλαγεί απ’ το υπαρξιακό άγχος της ακατανόητης υπόστασής του. Δεν έχει υπάρξει ‘επικοινωνία’, μέχρι στιγμής, και, μάλλον, δεν θα υπάρξει ποτέ, αν δεχτούμε τον διάσημο Βρετανό φυσικό Στίβεν Χόκινγκ: «Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα φθάσουμε ποτέ στο τέλος της αναζήτησης. Η πολυπλοκότητα του σύμπαντος –και του ανθρώπου – θα παραμείνει εσαεί για τον άνθρωπο terra incognita. Τί άλλο, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος παρά να προσπαθεί, παρ’ όλη τη γνώση των συνεχών αποτυχημένων προσπάθειών του, απ’ το να αγωνίζεται αενάως ν’ αγγίξει-επικοινωνήσει με τον «Μονόλιθο», δηλαδή το αβυσσαλέο Άγνωστο, όπως το προσδιόρισε ο Άρθουρ Κλαρκ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος;» Τίποτ’ άλλο, παρά να ‘βλέπει’ τον Μονόλιθο-Άγνωστο να χάνεται μέσα στ’ αστέρια, να επιστρέφει δηλαδή στον εαυτό του. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που θα τον πλησιάσει και θα θέσει τον δάκτυλό του ‘επί τον τύπον των ήλων’, σε μια ύστατη, απεγνωσμένη προσπάθεια, όχι να διαιωνιστεί, αλλά για να δηλώσει τη μάταιη ύπαρξή του, καταγράφει τη πορεία του στο άνυδρο κοσμικό τοπίο, με τις κραυγές του, τις ‘συναντήσεις’ του, τους αποχαιρετισμούς του. Αυτό κάνει η Τέχνη. Και αυτό κάνει στις καλύτερες στιγμές της η λογοτεχνία· γι’ αυτό και περισσότερη τιμή της πρέπει, όπως λέει κι ο Ποιητής. Επειδή τολμά ν’ αντισταθεί στο Μηδέν που προελαύνει ακάθεκτο.  


-Ηρωική και καταδικασμένη να αποτύχει μοιάζει η υπαρξιακή περιήγηση στο γήινο τοπίο, όπως τόσο όμορφα την αποτυπώνετε στην τριλογία σας («Κατάκτηση», «Το Μαυσωλείο», «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου»). Από μνήμης -και γι' αυτό με πάσα επιφύλαξη- αναφέρουμε τρία χωρία που μας έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση από το τελευταίο βιβλίο: εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο πάνω στο δέντρο, τη συζήτηση για το νερό, και το θέατρο όπου αναπαρίσταται όλη η πορεία της ανθρωπότητας, προς το τέλος – πρόκειται, νομίζουμε, για καταπληκτικές πραγματεύσεις. Στο τέλος απομένει μονάχα η περήφανη κατάφαση του παιχνιδιού, μολονότι και αυτή με τη σειρά της δεν έχει καμία σημασία. Ή επίσης: να ζεις τη ζωή για χάρη της ίδιας. Θα συμφωνούσατε με μια τέτοια ανάγνωση της πορείας του Ταξιδιώτη, του Αλέξανδρου, στο βαθμό που είναι θεμιτό ή δυνατό να εξάγει κανείς ένα ‘επιμύθιο’ από αυτήν;

Ακόμη κι αν μπορούσε να μεταμορφωθεί ως δια μαγείας, μέσα σε μια νύχτα, ή προϊόντος του χρόνου ή με τις προϋποθέσεις της επιστήμης και της Τέχνης, η Γη σε επίγειο παράδεισο, η προδιαγεγραμμένη διαδρομή του ανθρώπου σ’ αυτό το φανταστικό γήινο περιβάλλον, δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει την τραγωδία του, όντας εκ φύσεως καταδικασμένος να διασχίσει αυτό το τραγικό τοπίο, στο οποίο και βρέθηκε για ακατανόητους λόγους· αυτό πρέπει να τονίζεται συνεχώς μήπως και κάποτε ο άνθρωπος το συνειδητοποιήσει, γεγονός που μπορεί πιθανώς να επαναπροσδιορίσει τη μοίρα του στη Γη και στο Διάστημα. Επιχειρεί, και καλώς πράττει βεβαίως, να εξανθρωπίσει εαυτόν, και να καταστήσει τουλάχιστον βιώσιμο το εν λόγω τοπίο. Η ‘ουσία’, όμως, αυτής της τραγικής στο βάθος διαδικασίας δεν αλλάζει, όσο κι αν προσπαθεί η Επιστήμη και η Τέχνη να την εξωραΐσει. Τί, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος μπροστά στο αναπόφευκτο που ανά πάσα στιγμή τον υπερβαίνει; Να θέσει τέρμα στη ζωή του, και, κατ’ επέκταση, στη ‘γοητευτική’ μυθολογία της, σαν τον Ατζεσιβάνα, μαθητή του Βούδα που την αφαίρεσε ‘ηρωικά’ επειδή τη ‘γνώρισε’ «…στη μυστική της πρώτη ουσία…», όπως μας τον συνέστησε ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του; Ή να τυφλωθεί σαν τον τραγικό Οιδίποδα, που βιώνοντας ο ίδιος τη φρίκη της, ‘έσβησε’ την όρασή του με το ίδιο του το χέρι, επειδή του ήταν πλέον αδύνατο να την ‘βλέπει’; Ο γνωστικός άνθρωπος, ο ήδη προαναφερόμενος υπαρξιακός, που έχει δεχτεί το μήνυμα του Σκότους, και της Σιωπής κυρίως, προσπαθεί εναγωνίως να επικοινωνήσει –‘συνομιλήσει’ μαζί τους, μήπως και βιώσει το θαύμα, αν όχι της πολυπόθητης ‘επαφής’, τουλάχιστον της αποκάλυψης ενός κάποιου νοήματος. Η λογοτεχνία, στις οριακές, κορυφαίες στιγμές της, αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει. Κι ίσως γι’ αυτό, συνειδητά ή υποσυνείδητα, προσπαθεί να αφήσει ένα ‘δείγμα’ του βηματισμού της σ’ αυτό το άνυδρο, άχαρο τοπίο που, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν παραμείνει ‘ακίνητος’ στη μέση της κοσμικής ερήμου, πρέπει να το εξαντλήσει: «Δεν γνωρίζω από πού ήρθα, δεν γνωρίζω γιατί πρέπει να διασχίσω αυτήν την οδό, δεν γνωρίζω που πάω. Γιατί;» Και αυτό ακριβώς το ‘ίχνος’ του μοιραίου βήματός του και τον τραγικό ‘ήχο’ της πορείας του επιχειρεί να αφήσει η λογοτεχνία, μια ίσως απεγνωσμένη, επειδή ο λειτουργός της γνωρίζει κατά βάθος τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αλλά οπωσδήποτε υγιής αντίδραση στην έλευση της λάβας, όπως τόσο εύστοχα σημειώνετε. Απ’ αυτήν ακριβώς την αγωνία διακατέχεται ο Αλέξανδρος της τριλογίας μου. Διασχίζει το ανθρώπινο τοπίο, το ζει, το επιβεβαιώνει, εμπλέκεται στα ‘ρεαλιστικά’ του συμβάντα που λειτουργούν ως υπερρεαλιστικός εφιάλτης υπερτονίζοντας έτσι τον αφάνταστο παραλογισμό μιας παράλογης ‘πραγματικότητας’. Στο υποτιθέμενο τέλος της οδυνηρής πορείας του θα σταθεί μπροστά στο Άγνωστο’ και θα του απευθύνει τη μοιραία ερώτηση: «Είναι κανείς εκεί;» Θα δεχτεί φυσικά την απάντηση της Σιωπής, την οποία ήδη γνωρίζει· απλώς την επιβεβαιώνει ως ένας ‘πιστός’ όμως Θωμάς, θέτοντας ενσυνειδήτως πλέον τον δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Και είναι αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση που δεν μας επιτρέπει να εξάγουμε κανένα ‘επιμύθιο’. Εκτός κι αν, ούτως ή άλλως, θεωρήσουμε ‘επιμύθιο’ εκείνο το συγκινητικό «Πρέπει να ζήσουμε, θείε Βάνια», που απευθύνει η Σόνια στο θείο της, στο ομότιτλο έργο του Τσέχοφ. Αλήθεια, τί άλλο να κάνει ο άνθρωπος;


-Πείτε μας, εάν θέλετε, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που δεν έχετε διαβάσει, και το αντίστοιχο βιβλίο που δεν γράψατε ακόμη. Ποιο είναι δηλαδή εκείνο το έργο για το οποίο υποψιάζεστε, ούτως ειπείν, ότι θα σας συνέπαιρνε, αλλ' εντούτοις για τον οποιοδήποτε λόγο δεν πιάσατε στα χέρια σας, και ποιο αντίστοιχα είναι εκείνο το ‘πρότζεκτ’ που σας τριβέλιζε το μυαλό και ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, όχι ακόμη τουλάχιστον; 

Αν εξαιρέσω την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», στις οποίες και επανέρχομαι κατά διαστήματα, διαπιστώνοντας κάθε φορά ότι την προηγούμενη τις είχα διαβάσει αλλά χωρίς να τις έχω… διαβάσει, το καλύτερο σύγχρονο βιβλίο, που επίσης δεν είχα διαβάσει, παρ’ όλο που είχα κάνει την γνωριμία του στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, είναι η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα. Τώρα, πλήρης ετών πλέον, με σχετικώς διαμορφωμένη οπτική πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, το ξαναδιάβασα. Εννοώ ότι κοινώνησα και πάλι την υπαρξιακή του γεύση. Είμαι ακόμα και τώρα, ιδίως τώρα, βαθύτατα ταραγμένος, έχοντας έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την προαναφερθείσα ανθρώπινη μοίρα όπως μας την κληροδότησε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, αντιγράφοντας την τραγική πορεία του Γιόζεφ Κ., του Ανθρώπου δηλαδή, στο παράλογο εφιαλτικό τοπίο της ζωής, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι πεθαίνει«Σαν σκυλί!» – και μετά τίποτα. Και μετά «Όλα τα άλλα είναι σιωπή», το έχει ήδη διαπιστώσει ο Σαίξπηρ δια στόματος Άμλετ. Γνωρίζω πως ακούγομαι ρητορικός και πομπώδης, αλλά δεν βρίσκω άλλες λέξεις να περιγράψω τη ‘συνάντηση’ αυτή που σημάδεψε αποκαλυπτικά τη συγγραφική πορεία μου. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα και τώρα, πιστεύω πως δεν έχω καταφέρει να τον διαβάσω εις βάθος, επειδή δεν γνωρίζω Γερμανικά ώστε να επικοινωνήσω με το αυθεντικό, πρωτότυπο κείμενο. Ούτως ή άλλως, όμως, η ‘αποκάλυψη’ Κάφκα στη ζωή μου καθόρισε, όπως ήδη προανέφερα, τη γραφή μου, εναγωνίως προσπαθώντας ωστόσο να αυτονομηθώ και να αρθρώσω δικό μου λόγο. Υπό αυτή την έννοια ‘αναζητούσα’ πάντα εκείνο το άγνωστο βιβλίο που, πιθανώς, ενυπάρχει κάπου στο βάθος της μυστικής κρύπτης του συγγραφέα, αναμένοντας την έξοδό του. Προς ώρας, η θύρα εξόδου της παραμένει ερμητικά κλειστή. Αλλά τώρα πλέον, ακόμη κι αν ανοίξει… Πώς το θέτει ο Κάφκα σ’ εκείνο το λογοτεχνικό του κόσμημα «Ενώπιον του Νόμου;» «Αυτή η πόρτα ήταν για σένα. Τώρα θα την κλείσω!» Ο Άνθρωπος δεν επιχείρησε ‘να μπει μέσα στο Νόμο’, κι εγώ δεν επιχείρησα να παραβιάσω την δική μου… 

Φιλοδοξία μου ήταν να σπουδάσω ζωγραφική, αλλά δεν τα κατάφερα, παρ’ όλο που τελείωσα τη Σχολή Ζωγραφικής και Σχεδίου ABC. Στράφηκα στο θέατρο και εργάστηκα σ’ αυτό ως ηθοποιός για τριάντα και πλέον χρόνια, έχοντας τελειώσει τη Δραματική Σχολή Θεάτρου και Σκηνοθεσίας του Πέλου Κατσέλη. Η Γραφή με απασχολούσε από τα παιδικά μου χρόνια. Στο Γυμνάσιο ήμουν ο μαθητής που έγραφε καλές λογοτεχνικές εκθέσεις και μετέφραζε αρχαίους έλληνες ποιητές· έχω μεταφράσει επίσης το«Άσμα Ασμάτων», του Σολομώντα, και διασκευάσει σε θέατρο την προαναφερθείσα «Δίκη», του Κάφκα. Είχα πάντα κατά νου ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο σχέδιο: Να γράψω ένα βιβλίο επισημαίνοντας το υπερβατικό-φανταστικό στοιχείο-σύμβολο στην ελληνική λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι των ημερών μας, υποστηρίζοντας το ρόλο της φαντασίας στη λογοτεχνική γραφή, πρόλογο του οποίου μπορώ να θεωρήσω την εξάτομη ανθολογία μου «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα (Από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Αίολος 1987-2011)». Τώρα, όμως, «Καθώς Ψυχορραγώ», για να θυμηθώ τον Φόκνερ, είναι πλέον αργά. 


-Ποια ή ποιες υπήρξαν οι καθοριστικές συναντήσεις στη ζωή σας, όσον αφορά τον ‘δημιουργό Μάκη Πανώριο’ - είτε αυτές είχαν να κάνουν με ανθρώπους, βιβλία, έργα τέχνης ή περιστατικά, γεγονότα και συμβάντα ενγένει; Ποιος ή τι καθόρισε τη διαδρομή σας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορείτε αναδρομικά να πείτε ότι τίποτε δε θα ήταν ίδιο, ότι τα πράγματα θα είχαν λάβει εντελώς άλλη τροπή, εάν η συνάντηση δεν είχε λάβει χώρα;

Οι ‘συναντήσεις’ μου ήταν κυρίως λογοτεχνικές. Στο σπίτι του Παππού μου, από την πλευρά της Μητέρας μου, υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη, μέσω της οποίας ήρθα για πρώτη φορά σε επικοινωνία με τη λογοτεχνία. Διάβασα Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα, αλλά και Βίκτορ Ουγκό, Φένιμορ Κούπερ, Αλέξανδρο Δουμά, το θαυμαστό αραβικό έπος «Χίλιες και Μία Νύχτες», στην ανεπανάληπτη μετάφραση του σπουδαίου φιλόλογου και ελληνιστή Κώστα Τρικογλίδη, και πλήθος άλλων. Αργότερα, στο Γυμνάσιο συνάντησα δυο σπουδαίους φιλόλογους, τον Α. Φιλιππόπουλο και Κ. Παπαϊωάννου, που μου γνώρισαν τη μαγεία αλλά και τη σημασία της λογοτεχνίας. Την μύησή μου ωστόσο στο εσωτερικό σύμπαν της λογοτεχνίας την οφείλω στον ποιητή Λέοντα Κουκούλα και στον συγγραφέα Άγγελο Φουριώτη που δίδασκαν αντίστοιχα Ιστορία Θεάτρου ο πρώτος και Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας ο δεύτερος. Αρχής γενομένης απ’ τον ΄Ομηρο και τους Τραγικούς, πέρασα, στη συνέχεια, στον ωκεανό της Λογοτεχνίας. Στάθηκα στον Χέρμαν Μέλβιλ, στον Τζέιμς Τζόις, στον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στον Ε. Α. Πόε, στον Σάμιουελ Μπέκετ. Στα χωρικά μας ύδατα 'συνάντησα' τον Νίκο Πολίτη, τον Ρένο Αποστολίδη, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Αλέξανδρο Σχινά, έναν από τους σπουδαιότερους ανανεωτές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η γνωριμία μου με το Νέο Γαλλικό Αντιμυθιστόρημα, επαναστατική τομή στο σώμα την ευρωπαϊκής τουλάχιστον λογοτεχνίας, όπως εκφράστηκε από τη Ναταλί Σαρότ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγιέ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μισέλ Μπιτόρ, ήταν καθοριστική. Και φυσικά, στη κορυφή όλων, όπως ήδη έχω προαναφέρει, ο Φραντς Κάφκα. Ήταν το αποκαλυπτικό σύμπαν που όρισε τη δική μου μυθολογία, τη λογοτεχνική της διαπραγμάτευση, και τα σχήματα των ιστοριών που επέλεξα για να ιχνηλατήσω την ανθρώπινη περιπέτεια… 

Πιθανώς ο δρόμος της ζωής μου να με είχε οδηγήσει σε άλλα, εντελώς διαφορετικά τοπία, αν είχα ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει ο Πατέρας μου: Να γίνω μηχανικός. Είμαστε φτωχή οικογένεια, κι ήθελε κάτι σταθερό για το μέλλον του παιδιού του. Όταν όμως ήρθα σε επαφή με το ‘αντικείμενο’ της επιλογής του, διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να ‘συνομιλήσω’ μαζί του· θα παραμέναμε ‘ξένοι’ μεταξύ μας σ’ όλη τη ζωή. Τώρα που ‘νυχτώνει’ συνειδητοποιώ ότι καλώς έπραξα που ακολούθησα τον δικό μου δρόμο.


-Σας ευχαριστούμε προκαταβολικά για τον κόπο σας, και ελπίζουμε να μη σας κούρασε η υποβολή των ερωτήσεων.

Εγώ σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε να συνομιλήσουμε. Κάθε άλλο παρά κουράστηκα. Ελπίζω να χαρήκατε κι εσείς.


Αντί επιλόγου: Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτή την τραγική σύλληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας – και της ανθρώπινης διαδρομής στο σύνολό της. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που ελλοχεύει, αυτός μιας ορισμένης μονομέρειας, δηλαδή της διολίσθησης σε μιαν ούτως ειπείν ‘εφηβική’ απαισιοδοξία. Και από την άποψη αυτή, ισχύει ότι ακούγεστε κατά διαστήματα ‘ρητορικός και πομπώδης’. Όμως, το ερώτημα του νοήματος δεν επιδέχεται οριστικής διευθέτησης εντός της επικράτειάς του*, είναι καταδικασμένο να μείνει ανοικτό, ενώ η ίδια η απόφανση «δεν έχει νόημα, στ' αλήθεια!» είναι μια τέτοια απόπειρα απόδοσης τελεσίδικης ετυμηγορίας, και μάλιστα κοινότοπης ως προς το περιεχόμενο (τουλάχιστον μετά τους υπαρξισμούς του εικοστού αιώνα). Αυτό το «πρέπει να ζήσουμε» είναι ισχυρότερο από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ζήσει; Γιατί εξακολουθούμε να γράφουμε, και τι είναι τελοσπάντων αυτό που μας επιτρέπει να γράφουμε, που γράφει αξιοποιώντας εμάς; Αυτή είναι η επιταγή στην οποία καλείται να απαντήσει, σπαρασσόμενος και έμπλεος χαράς συνάμα**, ο δημιουργός. Όπως ακριβώς το έθετε εκείνος ο μπεκετικός ήρωας: «Πρέπει να συνεχίσεις, δε μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω»


* ως προς αυτό κάποιες συναφείς σκέψεις διατυπώνονται στην καταληκτήρια παράγραφο μιας πρόσφατης κριτικής μας στο «Θεώρημα Μηδέν» του Τέρι Γκίλιαμ. 

** ο Κάφκα είναι, εκτός των άλλων, ένας εύθυμος συγγραφέας, σε απόσταση από κάθε επιτηδευμένο μελοδραματισμό. 


Συνέντευξη: Friedrich Keunermann

Δύο ακόμη συνεντεύξεις που μπορεί να συμβουλευθεί ο αναγνώστης (στο αίθριο του «Πανδοχείου», 01/05/2011, και στον Δημήτρη Αργασταρά για το «Book Press», 11/12/2010), καθώς και μία λίστα του Μάκη Πανώριου από κλασσικά βιβλία της λογοτεχνίας του Φανταστικού για το «Βήμα», 10/07/2013.


Κείμενα
http://pandoxeio.com/2011/05/01/aithrio46panorios/ 
http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/panorios 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=521561

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

«O ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος που μας επιτρέπει να ελπίζουμε»




Ο Κ. Τσουκαλάς μιλά για τους λόγους που τον οδήγησαν να κατεβεί υποψήφιος στις εκλογές, για το διακύβευμα της αναμέτρησης, αλλά και για την εμπειρία του από τη συμμετοχή στο συνεταιριστικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών».

* * *

• Έχετε πει ότι μόνο η πολιτική θα μπορούσε να είναι η όποια αντίδραση στην κατίσχυση των αγορών. Αυτός είναι ο λόγος που σας οδήγησε στον πολιτικό στίβο;

Οι προσωπικές αποφάσεις και εμπλοκές επηρεάζονται βέβαια αποφασιστικά από τέτοιου είδους γενικότερες αποφάσεις, όσο και σωστές να είναι, αλλά πηγάζουν από λόγους εσωτερικούς. Αν αποφάσισα για πρώτη φορά, μετά από πολλές δεκαετίες στις οποίες η πολιτική έπαιζε για μένα πάντα έναν πολύ σοβαρό ρόλο, είναι διότι δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει στον εαυτό του να μην κάνει ο ίδιος ό,τι είναι δυνατόν για να προωθήσει πράγματα που πιστεύει. Η ασφάλεια των γυάλινων πύργων ή ενός γραφείου όπου δεν διακινδυνεύεις τίποτα είναι πολύ εύκολη, αλλά σε στιγμές κρίσης πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη υπεύθυνη στάση από τη συστράτευση με ένα σύστημα ιδεών, το οποίο με πρεσβεύει από τότε που ήμουν πολύ νέος. Μ’ αυτή την έννοια, οι λόγοι για τους οποίους αποδέχτηκα αυτή την τιμητική πρόταση είναι διότι πιστεύω ότι το χρωστάω κυρίως στον εαυτό μου.


• Γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Διότι αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί πιστεύω την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε, μέσα από τις ακανθώδεις και δαιδαλώδεις διαδικασίες που προβλέπουμε ότι θα επισυμβούν, να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας. Ολοι οι άνθρωποι της, εν ευρυτάτη εννοία, Αριστεράς γαλουχηθήκαμε από το όνειρο των μεγάλων αφετηριακών αξιών τις οποίες πρεσβεύουμε: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφότητα. Αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατεξοχήν χώρος που μας δίνει τη δυνατότητα να ελπίζουμε. Μ’ αυτή την έννοια η στράτευση για μένα είναι κάτι το αυτονόητο. Δεν περίμενα την αναγγελία των υποψηφιοτήτων ή την τιμητική αυτή πρόταση για να έχω τις απόψεις που έχω. Αυτές συμπλέουν απολύτως με τις απόψεις του χώρου που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ.


• Η Ευρώπη και ο κόσμος έχουν τα μάτια στραμμένα στην Ελλάδα. Ποιο είναι για εσάς το διακύβευμα αυτής της κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης;

Τα διακυβεύματα είναι πολλά. Πρώτα πρώτα στην Ελλάδα είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο παρατεταμένης και θα έλεγα επώδυνης κρίσης, η οποία αντανακλά πάνω σε όλους. Επομένως οι εκλογές αυτές είναι εξαιρετικά κρίσιμες, διότι μέσα απ’ αυτές θα αποφασιστεί ποια θα είναι η στάση της χώρας σε σχέση με τα εκτός αυτής κείμενα, αλλά και με τα εντός αυτής κείμενα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η κρισιμότητα της εκλογής αυτής ξεπερνάει νομίζω τα ελληνικά σύνορα. Είναι σαφές ότι τα πολλαπλά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδηγούν σε αποδιάρθρωση του ευρωπαϊκού ονείρου, σε αποτελμάτωση των παραδοσιακών ευρωπαϊκών αξιών και σε τεράστιους κινδύνους έκρηξης του ευρωπαϊκού συστήματος στα εξ ων είχε κάποτε συντεθεί.


• Πόσο μπορεί να επηρεάσει μια πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τις προοπτικές των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων στην Ευρώπη;

Νομίζω αποφασιστικά. Βέβαια να επαναλάβω ότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον. Αλλά είναι η πρώτη φορά πιστεύω που είναι τόσο μεγάλη αυτή η συσσωρευμένη οργή και αγωνία των Ευρωπαίων πολιτών μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Να το πω ακόμα μία φορά: αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα δεν είναι παρά το προείκασμα αυτών που συμβαίνουν ήδη αλλού. Αυτή η οργή αναζητά διεξόδους. Μία απ’ αυτές είναι και η αναζωπύρωση της ακροδεξιάς. Αλλά αυτός είναι ένας επιπλέον κίνδυνος που καθιστά απολύτως αναγκαία τη δημιουργία προϋποθέσεων ενός νέου, ευρύτερου, ευρωπαϊκού, αριστερού και αντιφιλελεύθερου μετώπου. Μ’ αυτή την έννοια πιστεύω ότι αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μοχλό πάνω στον οποίο θα κινηθούν οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, οι οποίες είναι και οι μόνες που μπορούν να δώσουν λύση στα ευρωπαϊκά προβλήματα. Η Ευρώπη δηλαδή ή θα μεταστραφεί και θα γίνει σοσιαλιστική, δίκαιη, πιο ανθρώπινη και πιο δημοκρατική ή τελικώς οδηγείται μαθηματικά σε έκρηξη, της οποίας οι συνέπειες προφανώς θα είναι καταλυτικές. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό σύστημα, τέτοιο όπως το φτιάξανε, αποτελεί μία από τις μεγάλες ελπίδες της ανθρωπότητας. Η Ευρώπη είναι ο κατεξοχήν χώρος που εκκόλαψε τις μεγάλες ανθρωπιστικές αξίες που ξέρουμε όλοι. Η Ευρώπη είναι ο χώρος που επιχείρησε να κατασκευάσει εκ του μηδενός σχεδόν ένα νέο θεσμικό σύστημα που θα συνεπέφερε το τέλος των πολέμων και την αλληλεγγύη ανάμεσα σε λαούς.


• Υπήρξατε από την πρώτη στιγμή δίπλα στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Σας άλλαξε αυτό καθόλου την άποψη για τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και το συνεταιριστικό πνεύμα;

Μου την άλλαξε σε σημείο απρόσμενο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μετείχα, έστω και κατά τρόπο δευτερεύοντα, σ’ ένα συνεταιριστικό εγχείρημα, το οποίο στην αρχή δεν ήξερα ακριβώς τι είναι. Τον πρώτο καιρό είχα την αίσθηση ότι το εγχείρημα προσκρούει σε τέτοιες εσωτερικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν ακόμα και στη διάλυση. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτά είναι μέρος του εγχειρήματος αυτού. Συνεταιρισμός δεν σημαίνει απόλυτη συναίνεση. Σημαίνει το αντίθετο. Οτι οι συναινέσεις οικοδομούνται μέρα με τη μέρα, αρκεί βέβαια το συλλογικό όραμα να προτάσσεται όλων των επιμέρους δεοντολογιών και προτεραιοτήτων. Μ’ αυτή την έννοια, η εμπειρία μου τα δύο τελευταία χρόνια ήταν απολύτως αισιόδοξη. Μέσα απ’ αυτή την εμπειρία πίστεψα ότι τα συλλογικά συνεταιριστικά εγχειρήματα δεν είναι απλώς ευκταία, αλλά και εφικτά. Πράγμα για το οποίο η άρχουσα γνώμη προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Να μας πει ότι οι συνεταιρισμοί είναι απολειφάδια μιας άλλης εποχής, ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσουν. Αντίθετα, αυτά ζωογονούν μια νέα συλλογική κουλτούρα. Και αυτή η κουλτούρα, η οποία κατά τη γνώμη μου έγινε για πρώτη φορά σ’ αυτή την εφημερίδα, είναι για μένα πρωτίστης σημασίας, προκειμένου να είναι δυνατόν κάποτε να εκκολάψουμε και να επινοήσουμε νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτό που γίνεται στην «Εφημερίδα των Συντακτών» είναι κατά κάποιον τρόπο η μικρογραφία ενός υπό διαμόρφωση κοινωνικού γίγνεσθαι. Είμαι πολύ ευτυχής που μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ αυτή την ιστορία και είμαι βέβαιος ότι δεν θα φύγω ποτέ απ’ αυτή την εφημερίδα, γιατί είναι ένα φορτισμένο κομμάτι της συναισθηματικής μου ιστορίας. Δηλαδή όχι μόνο ωφελήθηκα απ’ αυτό το πράγμα, αλλά άλλαξα ο ίδιος προς το καλύτερο.


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών και "Αυγή".


Αυτοδυναμία, συμμαχίες και συναινέσεις

Η ιστορική κρισιμότητα των επερχόμενων εκλογών είναι προφανής. Όλα συνηγορούν στο να πιστέψουμε πως για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα, και μέσα σε εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες κρίσης, η Αριστερά βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας. Έτσι, όλες οι ιδεολογικές και στρατηγικές συνιστώσες της πολιτικής αντιπαράθεσης φωτίζονται με ένα νέο, κοσμοϊστορικό, θα έλεγα, χρώμα. Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης ξεπερνά κατά πολύ τη συγκυρία. Ακόμα περισσότερο ίσως από τα καίρια ζητήματα της “διαπραγμάτευσης με τους εταίρους” σε έναν κλυδωνιζόμενο κόσμο, και της “εξόδου από την οικονομική κρίση”, τίθεται το ζήτημα της μακροπρόθεσμης πορείας της χώρας.

Με αυτή την έννοια, το αίτημα της αυτοδυναμίας εξικνείται πολύ πέραν από τους όρους σχηματισμού της κυβέρνησης της επόμενης μέρας. Η μακρόπνοη αξιοπιστία της Αριστεράς συναρτάται από την ιστορική της δυνατότητα να επιδείξει την αναγκαία συνέπεια στις αρχές και τις ιδέες που καλείται να υπηρετήσει. Η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης δεν είναι παρά μια αναγκαία, ελάχιστη, προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του ιστορικού στόχου. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στο σημείο αυτό δεν χωρούν εκπτώσεις. Η οικοδόμηση της νέας Ελλάδας προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρξουν ούτε υπαναχωρήσεις ούτε αναστροφές.

Όμως, όσο αναγκαία και αν είναι, και όσο πιθανή και αν διαφαίνεται, η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία δεν αρκεί από μόνη της. Η πλήρης ρήξη με τις καταστροφικές πολιτικές, που όλοι γνωρίζουμε, προϋποθέτει επιπλέον τη μακροπρόθεσμη θεαματική διεύρυνση της λαϊκής υποστήριξης και συναίνεσης σε ένα τεράστιο εγχείρημα κοινωνικής μεταρρύθμισης και ανατροπής. Το κρισιμότερο ανοιχτό ερώτημα αναφέρεται, λοιπόν, στην οικοδόμηση μιας νέας διαρκούς “δομικής” πλειοψηφίας που θα στηρίξει αυτήν την πορεία. Πράγματι, η δημοκρατική ανατροπή δεν είναι εφικτή παρά μόνον όταν έχει αρχίσει να περιβάλλεται με τον μανδύα του αυτονόητου. Μόνον όταν η ρήξη με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων εμφανίζεται σαν μόνη λύση στα αδιέξοδα, είναι δυνατόν να ελπίζουμε ότι θα τα υπερβούμε. Είναι γεγονός ότι οι αναγκαίες κοινωνικές ανατροπές χρειάζονται επιμονή, υπομονή, αισιοδοξία και χρόνο. Και ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να εξασφαλισθεί παρά μόνον αν επιτευχθούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την κοινοβουλευτική συγκυρία.

Υπό τους όρους αυτούς, αλλά μόνον υπό τους όρους αυτούς, όλα μπορεί να αλλάξουν, και θα αλλάξουν. Ο αναγκαίος μετασχηματισμός της κοινωνίας θα προκύψει από τη συνείδηση των μαζών, από τη βούληση ενός λαού που θα έχει ανακτήσει τη χαμένη συλλογική του αυτονομία. Κατ’ ανάγκην λοιπόν, η πολιτικο-κομματική γεωγραφία θα μετατοπισθεί αποφασιστικά. Εξωθούμενες από την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν, είτε το προβλέπουν είτε δεν μπορούν ακόμα καν να το διανοηθούν, ορισμένες τουλάχιστον πολιτικές δυνάμεις τού λεγόμενου δημοκρατικού “τόξου” θα εξωθηθούν στο να συμπράξουν σε ένα εθνικό εγχείρημα. Έτσι ακριβώς θα τεθεί το ζήτημα των μετεκλογικών “συμμαχιών”. Δεν θα πρόκειται όμως για συμμαχίες “κορυφής”, που πάντα εμπεριέχουν τα σπέρματα της ανατροπής τους, αλλά για συμμαχίες “βάσης” που προκύπτουν από την ίδια την εξελισσόμενη ιστορία. Σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ανοίγει η πύλη για μιαν ευρύτερη εθνική και λαϊκή συναίνεση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να την αφήσουμε και πάλι να κλείσει.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Για μια πολιτική των αγώνων: ο ΣΥΡΙΖΑ, το Ποδέμος και εμείς


των Σάντρο Μετζάντρα και Τόνι Νέγκρι



Το 2014 έκλεισε με την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, και άρα με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Πρόκειται για μια εξέλιξη μεγάλης πολιτικής σημασίας, που μέλλει να σηματοδοτήσει μια χρονιά η οποία, στην Ευρώπη, θα κλείσει με εκλογές στην Ισπανία (όπου ήδη το Μάιο ψηφίζουν για τους δήμους και τις «αυτονομίες»). Και είναι αρκετά σαφές ότι οι ελληνικές εκλογές δεν θα είναι απλώς «εθνικές»: η χονδροειδείς παρεμβάσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που σίγουρα θα ενταθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες, δείχνουν σαφώς ότι μπαίνει στο παιχνίδι ολόκληρο το οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών θεσμών, επαναπροσδιορισμένο τα τελευταία χρόνια μέσα απ’ τη διαχείριση της κρίσης. Άλλωστε η αντίδραση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, που έπεσε πάνω από 12% με την απλή αναγγελία της απόφασης Σαμαρά για πρόωρες προεδρικές εκλογές στις 9 Δεκεμβρίου, είχε ήδη δείξει ποιος θα ήταν ο ρόλος ενός άλλου βασικού παίκτη: του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το παιχνίδι που ετοιμάζεται να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς περίπλοκο, και ειλικρινά μας φαίνονται κάπως αφελείς –όσο και αν επενδύονται με έναν μανδύα πολιτικού ρεαλισμού- οι θέσεις που, στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής αριστεράς, προτείνουν γραμμικά σενάρια υπέρβασης του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας μέσα από μια ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Θεωρούμε αντίθετα ότι στις επόμενες εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία, ειδικά εάν τις δούμε μαζί, παίζεται μια καθοριστική ευκαιρία για να ανοίξουμε νέους πολιτικούς χώρους στην Ευρώπη. Και γι’ αυτό εξάλλου στηρίζουμε μέχρι τέλους το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ, και προσπαθούμε να συμβάλουμε σε αυτό κυρίως αποσαφηνίζοντας τις προϋποθέσεις ώστε η εκλογική επιτυχία του να μην οδηγήσει, όπως πολύ συχνά συνέβη στην ιστορία της «αριστεράς», σε σκλήρυνση και μπλοκάρισμα, αλλά αντίθετα να πυροδοτήσει μια εκτατική κίνηση, δυνητικά συντακτικού χαρακτήρα.

Πάντoτε σκεπτόμασταν και ασκούσαμε την πολιτική πέρα από την εκλογική στιγμή, με το βλέμμα πρώτα απ’ όλα στα κινήματα και τους αγώνες όσων παλεύουν ενάντια στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να δούμε τη σημασία που μπορεί να έχουν συγκεκριμένες εκλογικές αναμετρήσεις από την άποψη της ταξικής πάλης. Έτσι συνέβη σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία, και μπορεί να ξανασυμβεί στην Ελλάδα και την Ισπανία –και άρα: στην Ευρώπη- το 2015.

Η ευκαιρία που παρουσιάζεται είναι σπάσουμε, μαζί με το διπολισμό μεταξύ Λαϊκού και Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, και την κυριαρχία της ενιαίας σκέψης, δηλαδή αυτού του «εξτρεμισμού του κέντρου» που αποτέλεσε το πλαίσιο πολιτικής για τη διαχείριση της κρίσης στην Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια. Στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου αναπτύσσονται σενάρια νεο-συντηρητικής σταθεροποίησης και ουσιαστικής εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού, τα οποία είναι ριζικά εχθρικά προς την κατάκτηση νέων χώρων ελευθερίας και ισότητας. Η επίθεση στις συνθήκες ζωής, συνεργασίας και εργασίας ήταν πραγματικά ιδιαίτερα βίαιη, ειδικά (αλλά όχι μόνο) στις χώρες της νότιας Ευρώπης. Και ο «εξτρεμισμός του κέντρου» κατέληξε να γεννήσει το δίδυμο αδελφάκι του, που αυτό είναι λιγότερο ευπαρουσίαστο στην κοινωνία: μια πληθώρα από «εθνικές» δεξιές, συχνά ανοιχτά φασιστικές, που ήδη εισάγουν στον κοινωνικό ιστό στοιχεία βίαιης πειθάρχησης και νέας ιεράρχησης.

Αυτές οι διαδικασίες και αυτές οι τάσεις έχουν ισχυρές ρίζες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες· ασφαλώς δεν θα τις σταματήσουν οι εκλογές. Και όμως, οι διαδοχικές εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία μπορούν να ανοίξουν ένα ρήγμα στην συνέχειά τους, μπορούν να δημιουργήσουν εκείνο το χάσμα που έχουμε ανάγκη για να βγάλουμε τους αγώνες κατά της λιτότητας από μια απλή διάσταση «αντίστασης»· να συναρθρώσουμε επιτέλους τις τάσεις επανοικειοποίησης του πλούτου και οικοδόμησης νέων οργανωτικών μορφών, τις οποίες εξέφρασαν οι αγώνες, σε ένα συντακτικό πρόγραμμα.

Πολιτικές δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος δεν κατατείνουν σε αυτό, και πιστεύουμε ότι θα ήταν λάθος να κρίνουμε τη δράση τους από αυτή την άποψη. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος (τα οποία παραμένουν πολύ διαφορετικές δυνάμεις, από άποψη τόσο πολιτικής κουλτούρας όσο και ιστορίας και σχέσης με τα κινήματα), μιλούν πλέον ρητά για την ανάγκη να οικοδομηθεί μια υπόθεση «σοσιαλδημοκρατική». Εννοούμε: τείνουν να ορίσουν ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα που να μπορεί να αναμετρηθεί με την οριστική πλέον κρίση της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας και τους βαθείς μετασχηματισμούς τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας. Ένα ανάλογο πείραμα βρίσκεται κατ’ ουσίαν σε εξέλιξη στη Θουριγγία, με την είσοδο της Linke δίπλα στο SPD και τους Πράσινους στην κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους. Αυτό δεν το θεωρούμε σκάνδαλο: η διάρρηξη του «κεντρώου εξτρεμισμού» δεν μπορεί παρά να εγείρει το θέμα της συγκρότησης ενός νέου ιστού διαμεσολαβήσεων, ενός ανοίγματος χώρων στους οποίους, για να το θέσουμε πολύ απλά, να είναι λιγότερο σκληρό, λιγότερο επώδυνο και λιγότερο κουραστικό να ζούμε και να εργαζόμαστε μαζί.

Έχουμε συχνά υπογραμμίσει τις δομικές δυσκολίες που συναντά ένα τέτοιο σχέδιο απέναντι στις χρηματιστικές και «εξορυκτικές» λογικές του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι διατυπώνεται (ειδικά υπό την πίεση των μεγάλων αγώνων των τελευταίων ετών στην Ελλάδα και την Ισπανία), μας φαίνεται σημαντικό από μόνο του. Αυτό μπορεί να καθορίσει τις προϋποθέσεις για την έκρηξη νέων κινημάτων, μπορεί να συμβάλει ώστε να διατυπωθούν με πιο προχωρημένους όρους οι αγώνες –ή να τεθεί ρητά το ζήτημα μιας «πολιτικής των αγώνων». Είναι εφικτό: πάνω σε αυτό παίζεται το πιο σημαντικό παιχνίδι.

Λέγεται κατά τις τελευταίες εβδομάδες, στην ευρωπαϊκή συζήτηση, ότι το ζητούμενο είναι να νικήσουμε τον φόβο και «να επιστρέψουμε στις νίκες.» Και εμείς το πιστεύουμε. Με τη διευκρίνιση ότι η «νίκη» δεν συνίσταται απλώς στην εκλογική επιβεβαίωση μιας δύναμης «αριστερής» όπως ο ΣΥΡΙΖΑ (ή «λαϊκιστικής», με την έννοια που δίνει στον όρο ο Eρνέστο Λακλάου, όπως το Ποδέμος). Έχουμε ήδη πει πόσο σημαντικά μας φαίνονται τα αποτελέσματα των προσεχών ελληνικών και ισπανικών εκλογών. Και τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος κομίζουν σημαντικά νέα στοιχεία, στο βαθμό που έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν (επαναλαμβάνουμε: υπό την πίεση μεγάλων αγώνων) νέους πολιτικούς χώρους, μη αναγώγιμους σε παλιές και φθαρμένες ονοματολογίες. Αλλά είναι ακριβώς ένας ανανεωμένος πολιτικός ρεαλισμός που μας επιβάλλει να μην θεωρήσουμε ως «νίκη» το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης από μόνο του. Χωρίς να επαναλάβουμε εδώ το σύνολο των προβληματισμών που διατυπώσαμε όλα αυτά τα χρόνια για την κρίση της αντιπροσώπευσης, τις διαδικασίες χρηματιστικοποίησης ή τους μετασχηματισμούς του κράτους εντός της παγκοσμιοποίησης, νομίζουμε ότι τα όρια που συναντά σήμερα η κυβερνητική δράση –ιδίως μέσα στην ΕΕ- είναι πολύ εμφανή, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και οι ίδιοι οι πλέον ενήμεροι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ και του Ποδέμος.

Τα όρια αυτά δεν μπορούν να ξεπεραστούν από ένα μόνο κόμμα, πολύ λιγότερο στη βάση μιας απλής διεκδίκησης της «εθνικής κυριαρχίας». Οι τάσεις προς σκλήρυνση και προς κλείσιμο, που από πολλές μεριές καταγγέλλονται όσον αφορά είτε τον ΣΥΡΙΖΑ είτε το Ποδέμος, είναι ίσως κατανοητές αν λάβουμε υπόψη τις επείγουσες ανάγκες των εκλογικών προθεσμιών. Εάν παγιωθούν, ωστόσο, θα ήταν καταστροφικές. Αυτό που χρειάζεται, αντιθέτως, είναι μία πειραματική προσέγγιση ανοίγματος απέναντι στην οικοδόμηση και την παγίωση ενός νέου ιστού αντιεξουσιών, νέων θεσμών, ώριμων πειραμάτων κοινωνικής αυτο-οργάνωσης. Και ταυτόχρονα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η μάχη παίζεται εξ ολοκλήρου σε ευρωπαϊκό επίπεδο: ακόμη και μια υποθετική κυβερνητική δράση κατά της λιτότητας σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να θέτει ως στόχο τη διάρρηξη των ισορροπιών που έχουν εδραιωθεί μέσα από τη διαχείριση της κρίσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών οργάνων, τη διάνοιξη νέων χώρων (για παράδειγμα ξεκινώντας από μια αδιάλλακτη διαπραγμάτευση για το θέμα του χρέους) για την εισβολή ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και με βάση αυτή τη διπλή ικανότητα ανοίγματος προς κοινωνικά κινήματα ικανά να παράγουν τις δικές τους μορφές θεσμοθέτησης, αφενός, και προς την ευρωπαϊκή διάσταση αφετέρου, είναι που θα αξιολογηθεί κατά τους προσεχείς μήνες η δράση δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος. Άλλωστε, ισορροπώντας σε αυτή τη διπλή κορυφογραμμή μπορούν τα ίδια τα κινήματα να συνεισφέρουν σημαντικά στον καθορισμό ενός προγράμματος και την έναρξη μιας συντακτικής διαδικασίας. Πρόκειται προφανώς για θέματα που τίθενται με επείγοντα τρόπο και στην Ιταλία, με βάση, μεταξύ άλλων, την πείρα και τη διαδρομή της «κοινωνικής απεργίας»: θα επανέλθουμε σύντομα στο ζήτημα αυτό. Σε ένα συντακτικό πρόγραμμα, μπορούμε να κατακτήσουμε νέο πολιτικό έδαφος πηγαίνοντας πέρα από εκκλήσεις προς αγανάκτηση και έκφραση θυμού, οι οποίες, αν και κατανοητές, ενδέχεται να αντανακλούν επί της ουσίας μια πολιτική ανημπόρια.

Το 2015 θα είναι μια καλή χρονιά στην Ευρώπη, αν μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πιο προωθημένους όρους για να αντιμετωπίσουμε σε μια συντακτικού τύπου οπτική παλιά προβλήματα (όπως η σχέση μεταξύ κομμάτων , συνδικάτων και κινημάτων, ο διεθνισμός, η ίδια η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης) που επανεμφανίζονται σήμερα με ριζικά νέες μορφές. Μια πολιτική των αγώνων μπορεί να αναγνωρίζει τα ανεπίλυτα προβλήματα, και δεν ξαναασχολείται μ’ αυτά παρά μόνο για να ανανεώσει την υφή τους: αυτό δεν συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη;


Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Πρώτη δημοσίευση: euronomade

Πηγή: Nomadic universality  

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Deleuze/Guattari - Παγκόσμια Ιστορία των Κρατικών Μορφών (A Thousand Plateaus + λίγος εγελιανισμός)



του Ονειρμάρξ


Στο πλαίσιο της μελέτης του θέματος ''Κράτος και Εξουσία'' εδώ και κάποιο καιρό, γύρισα στο έργο των Deleuze-Guattari. Kαι ειδικά στο Α Thousand Plateaus http://www.mas.caad.arch.ethz.ch/mas1011//wp-content/uploads/2010/09/Deleuze-and-Guattari-A-Thousand-Plateaus.pdf

Αξίζει να διαβαστεί το κεφάλαιο 7000 B.C: Aparratus of Capture, από σελ. 424 και επ (βλ. τον παραπάνω σύνδεσμο).Οι D+G μιλάνε για μια παγκόσμια ιστορία των μορφών του Κράτους, ενώ θεωρούν ότι το Κράτος μπορεί να αναλυθεί ως προς την ''εσωτερική ουσία'' του. Eκθειάζουν τον Hegel (σελ 460) για το ότι συνέλαβε ότι κάθε εμπειρικό Κράτος εμπεριέχει τις ουσιώδεις στιγμές του Κράτους ως μορφής. Το Κράτος ως ΠρωτόΚρατος, Urstaat, υπήρξε σαν ένα ιδεατό όριο, όπως λένε οι D+G, ως ιδεατό όριο που ενεργούσε πριν υπάρξει. Στις ακρατικές κοινωνίες, οι νομάδες διέθεταν μηχανισμούς με τους οποίους απέτρεπαν την ανάδυση μιας κεντρικής εξουσίας-δύναμης, ενός Κράτους (η περίφημη θέση του P. Clastres). 

Σχεδιάγραμμα-σύνοψη του κεφαλαίου, από τον John Protevi εδώ; http://www.protevi.com/john/DG/PDF/ATP13.pdf (εξαιρετικά βοηθητικό). Βλ. ειδικά IV. Proposition XIII: The State and its forms (448-460) Internal principle of evolution of the State και το και το E. Universal history of forms of the State.

Στη σελ 459 (βλ. το πρώτο λίνκ) οι D+G δίνουν μια συνοπτική ταξινόμηση των κρατικών μορφών (ιστορικοί τύποι), αφού έχουν πρώτα αναλύσει τις εσωτερικές στιγμές του Κράτους (λογικές στιγμές της Ιδέας του).

Θα προσπαθήσω να τα συνοψίσω όλα αυτά με πολύ σχηματικό τρόπο, προτείνοντας απλά ένα χάρτη ανάγνωσης και παραβλέποντας αναγκαστικά πολλά, ειδικά σημεία της επιχειρηματολογίας τους-και παραπέμπω στο ίδιο το κείμενο για τα υπόλοιπα. Βασιζόμενοι στις μελέτες του Dumezil για τις ινδοευρωπαικές κοινωνίες, διατυπώνουν τη θέση ότι σε κάθε Κράτος, ή καλύτερα, στην Ιδέα του Κράτους περιλαμβάνονται δύο στιγμές της πολιτικής κυριαρχίας, ο μαγικός δεσμός της αυτοθεμελίωσης΄-υπερκωδίκωσης (αυτοκρατορικός πόλος, απόλυτη εξουσία) και η διαχείριση των ροών που ξεφεύγουν από τον πρώτο πόλο, μέσω συμβολαίων και συμφωνιών, σαν τεχνική διακυβέρνησής τους. Ανάμεσα στους δύο πόλους (που αντιστοιχούν, στον Agamben, στη συνάρθρωση θεολογικού-κυβερνητικού πόλου, γενικής-ειδικής πρόνοιας), παρεμβάλλεται η εξωτερικότητα του νομαδισμού (που οργανώνεται ως πολεμική μηχανή) σε σχέση με την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση, η τάση απεδαφικοποίησης και αποκωδίκωσης ροών ( χρήματος, εμπορίου, ιδιοκτησίας, πληθυσμών κ.α). Ακριβώς επειδή πάντα κάτι ξεφεύγει από την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση, σε μια νομαδική κίνηση φυγής (φυγή των τεχνιτών, των μεταλλουργών, των εμπόρων κ.α από την αυτοκρατορική αιχμαλώτιση), ακριβώς για αυτό πλάι στον αυτοκρατορικό πόλο στέκεται ο πόλος της διακυβέρνησης των ροών αυτών με πιο κοσμικό και εξειδικευμένο στη συγκυρία τρόπο (ο κοσμικός αντιπρόσωπος του Θεού-ιερέας, ο νομικός και δικαστής, ο οργανωτής-κυβερνήτης).

Έτσι λοιπόν, στη λογική ανάλυση του Κράτους, έχουμε 1) Μαγική αυτοθεμελίωση του Κράτους-μαγικός-μυθικός δεσμός αιχμαλώτισης (πρώτος πόλος του Κράτους) 2) γραμμές αποκωδίκωσης/απεδαφικοποίησης/φυγής, ως όροι δυνατότητας μιας πολεμικής μηχανής, σχέση του Κράτους με την εξωτερικότητά του 3) κρατική επανακωδίκωση/επανεδαφικοποίηση, με διαχείριση-διακυβέρνηση των ροών αυτών (δεύτερος πόλος του Κράτους).

Οι στιγμές αυτές, 1,2,3, που εμφανίζονται σε μύθους, στην εθνολογία και αλλού, και έχουν τα ιστορικά τους ''παραδείγματα'', σε μια ''παγκόσμια ιστορία των κρατικών μορφών'' (sic!). Πάντα συνυπάρχουν σε κάθε κράτος, αλλά διαφέρει η συγκεκριμένη συνάρθρωσή τους. Κάθε ιστορικά συγκεκριμένο Κράτος, ταξινομείται σε τύπους ανάλογα με το ποιός πόλος και ποιός συνδυασμός υπερέχει στην ειδική συνάρθρωσή του.

Η λογική ανάλυση συμπληρώνεται με μια ιστορική, θα λέγαμε, αφήγηση, της οποίας τα επίπεδα, κάτι σαν ιστορικές εποχές του Κράτους, αντιστοιχούν στις λογικές στιγμές της Ιδέας του Κράτους, από τη σκοπιά μιας παγκόσμιας ιστορίας. Από τη σκοπιά, δηλαδή του παγκόσμιου νεωτερικού-κεφαλαιοκρατικού συστήματος που τελικά επικράτησε έναντι των προγενέστερων μορφών κοινωνικής ζωής. Έτσι, η λογική ανασυγκρότηση μεροληπτεί, κρατά από την ιστορική διαδικασία ό,τι απέβη ουσιώδες για το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα της αγοράς και των εθνών-κρατών, για αυτό μιλάμε για ''σκοπιά παγκόσμιας ιστορίας''.


Έτσι έχουμε το αρχαίο αυτοκρατορικό κράτος (1), εξελιγμένες κρατικές μορφές (πόλεις, νεότερες αυτοκρατορίες, φεουδαρχικά συστήματα), όπου οι γραμμές φυγής, ροές απεδαφικοποίησης και αποκωδίκωσης από την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση (ζώνες εδαφικού ελέγχου και ροές πληθυσμών, χρήματος, εμπορίου/αγαθών, τεχνικών/καινοτομιών κ.α) έχουν ως αποτέλεσμα τη διάκριση δημοσίου-ιδιωτικού και μορφές υποκειμενοποίησης (προσωπικοί δεσμοί εξουσίας έναντι αυτοκρατορικών, συμβόλαια μεταξύ εμπόρων, τεχνιτών κλπ) (2), και έθνος-κράτος εντός της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής αξιωματικής της Αγοράς, ως μοντέλο πραγμάτωσής της (3).Το (3) είναι επιστροφή του (1) με τη μεσολάβηση του (2). Το (2) υπάρχει σε διάκριση με το (1) προυποθέτοντάς το. Το (2) προετοιμάζει τις προυποθέσεις του (3). Το (3), είναι κάτι σαν ανώτερη συνάρθρωση των προηγούμενων δύο. Η παγκόσμια αγορά είναι μια ''Μεγάπολη'', ένα σύστημα όχι πόλεων αλλά νεωτερικών κρατών, που εσωτερικά έχουν ανασυστήσει τον αυτοκρατορικό πόλο με την απόλυτη κυριαρχία επί του εδάφους και το μύθο της (αυτο)θεμελίωσης σε μια αρχέγονη στιγμή (βλ. θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου), αλλά στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν ένα δίκτυο ροών, όπως άλλοτε τα συστήματα πόλεων και τα εμπορικά δίκτυα, που υπάγεται στην ''αξιωματική'' της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας-έτσι γεννιέται ένας νέος, ανώτερος τύπος αιχμαλώτισης). Oι D+G λένε, οι νομάδες απωθούσαν με ειδικούς μηχανισμούς την ανάδυση Κράτους, τα αρχαία αυτοκρατορικά Κράτη απωθούσαν την ανάδυση των πιο κοσμικών, εξελιγμένων μορφών Κράτους προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν τις γραμμές φυγής και να αποτρέψουν μορφές υποκειμενοποίησης (που σημαίνουν ταυτόχρονα απεξάρτηση από τη Μεγαμηχανή του αρχαίου Αυτοκρατορικού Κράτους), οι εξελιγμένες μορφές Κράτους (στις πιο διαφορετικές εκδοχές) προσπαθούσαν με τη σειρά τους να απωθήσουν την ανάδυση του Κεφαλαίου-που απαιτεί τη συνάρθρωση αποκωδικωμένων και απεδαφικοποιημένων ροών χρηματικού πλούτου (συνήθως εμπορικού και τοκογλυφικού), με αποκωδικωμένες/απεδαφικοποιημένες ροές εργασιακών δυνάμεων, σε μια βίαιη, κρατικά επιβαλλόμενη ''πρωταρχική συσσώρευση'', όπως το θέτει ο Μάρξ.

Στο 1 της ιστορικολογικής ανάλυσης αντιστοιχεί, όπως είπαμε, το αρχαίο αυτοκρατορικό Κράτος (που εντοπίζεται κυρίως στην ''Ανατολή), στο 2 περισσότερο το σύστημα των πόλεων-κρατών της Μεσογείου (όπου του κέντρο της εξουσίας είναι περισσότερο οριζόντια μετατοπιζόμενο, σε ένα δίκτυο διασταυρώσεων αγαθών και ιδεών, και λιγότερο κάθετο, σε σχέση με την αρχαία Αυτοκρατορία), στο 3 το νεωτερικό έθνος-κράτος εντός της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής αγοράς. Βέβαια, από τη πρώτη στιγμή έχουμε σύστημα πόλεων-κρατών στη Μεσοποταμία (εκτός από Αυτοκρατορίες όπως η Κίνα και η Αίγυπτος, αργότερα στην Ινδία κ.α στον ευρύτερο χώρο), και εξελιγμένες αυτοκρατορίες μαζί με τις πόλεις-κράτη (πχ Ρώμη, Βυζάντιο). Οι D+G τονίζουν το ταυτόχρονο όλων των τάσεων, από τους νομάδες μέχρι την τάση συσσώρευσης κεφαλαίου, αλλά και τη δυνατότητα να δούμε όλες αυτές τις στιγμές από τη σκοπιά μιας ''παγκόσμιας ιστορίας'' (την ίδια στιγμή, έχουν τονίσει ότι η ''Ιστορία'' μετατρέπει τη συγχρονική συνύπαρξη σε διαχρονική αφήγηση διαδοχικών στιγμών). Οι πόλεις-κράτη της Μεσογείου, και οι εξελιγμένες Αυτοκρατορίες, όπως η Ρώμη και το Βυζάντιο, ανήκουν στο ίδιο είδος (προ-νεωτερικών αλλά και ''πρωτονεωτερικών'') κρατικών μορφών, παρά τις μεγάλες διαφορές βαθμού σε διάφορα επίπεδα, γιατί έχουν αναπτύξει μορφές υποκειμενοποίησης, νομικές και συμβολαιακές, ευρύτερα συμβολικές μορφές και αντίστοιχες πρακτικές σχέσεις υποκειμένου-αντικειμένου (όπως π.χ ιδιοκτήτη-ιδιοκτησίας), απαντώντας σε ροές απελευθερωμένων δούλων, βιοτεχνών-τεχνιτών, εμπόρων, χρήματος και περιουσιών, μέσα σε εκτεταμένα δίκτυα συναλλαγών. Αντίθετα, οι αρχαίες Αυτοκρατορίες βασίζονται σε μια κοινή, αυτοκρατορική ιδιοκτησία, με τα μέλη τους να αποτελούν περισσότερο εξάρτημα μιας ''μεγαμηχανής'' που συγκεντρώνει αγροτικό πλεόνασμα, με τους μεταλλουργούς τους βιοτέχνες και τους εμπόρους να βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας, περιοριζόμενοι από τις αυτοκρατορικές επιταγές (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ασφυξία του εξωτερικού εμπορίου μέσα στον γραφειοκρατικό μηχανισμό της Κίνας, σε σχέση με τον μεσαιωνικό ευρωπαικό χώρο). Το καθοριστικό εδώ είναι πως, μολονότι η αυτοκρατορική κρατική μορφή τείνει στον 1ο πόλο της λογικής ανάλυσης του Κράτους και η μορφή της πόλης-κράτους στον 2ο, αυτοκρατορίες και πόλεις-κράτη υπάρχουν από την αρχή της ιστορίας των Κρατών ταυτόχρονα, άρα το κριτήριο της σχέσης αντικειμενικού-υποκειμενικού και της διάκρισης δημοσίου-ιδιωτικού είναι πιο σημαντικό από το κριτήριο της διάκρισης αυτοκρατορία-πόλη/κράτος, για την ταξινόμηση των κρατικών τύπων.

Πόση σχέση έχουν όλα αυτά, η Ιδέα του Κράτους-όριο και η ''εσωτερική ουσία του Κράτους'', η ''παγκόσμια ιστορία'' των μορφών του κ.ο.κ, με αυτό που συνήθως αποκαλούμε ''μεταμοντερνισμό''; Είναι αλήθεια ότι σε άλλα σημεία οι D+G φαίνεται να στρέφονται ενάντια σε μια ''Ιστορία'' και σε εξελικτικιστικές προσεγγίσεις. Όπως και με την Ιστορία, έτσι και στο θέμα της ''εξέλιξης'', ενώ φαίνεται να αρνούνται συνολικά την έννοια ως τέτοια, σε άλλα σημεία υπάρχει περισσότερο μια άλλη χρήση του όρου, παρά άρνησή του. Π.χ σελ 448, μιλώντας για το Κράτος: ''the principle of evolution is internal, whatever external factors that contribute it''.  Στη πραγματικότητα λοιπόν, ανανοηματοδοτούν αυτές τις έννοιες παρά τις απορρίπτουν, όπως προκύπτει από μια συνολική και συστηματική ανάγνωση του έργου τους. 

Νομίζω πως έχουμε εδώ ένα ξαναγράψιμο της Φιλοσοφίας της Ιστορίας του Ηegel, με πιο σύγχρονους θεωρητικούς όρους και με μεγαλύτερη επάρκεια ανθρωπολογικών δεδομένων. Ο μεσολαβητής είναι ο Μάρξ, στον οποίο ρητά βασίζονται οι D+G για τη δική τους (μεγάλη) αφήγηση. Από την ''υποστασιακή ενότητα'' των ''ανατολικών δεσποτειών'', στη διάκριση υποκειμενικού-αντικειμενικού πνεύματος και ιδιωτικού-δημοσίου στις ελληνικές πόλεις και τη Ρώμη, μέχρι το νεωτερικό έθνος-κράτος που διαμορφώθηκε κατά το Μεσαίωνα, τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, το διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας και το χτίσιμο της γραφειοκρατικής, φορολογικής, στρατιωτικής υποδομής του σύγχρονου Κράτους, τις νεωτερικές επαναστάσεις στις επιστήμες και τις κοινωνικοταξικές και πολιτικές σχέσεις. Αυτός είναι ο Hegel. Ως προς το γενικό σκελετό, δεν διαφέρουν πολύ οι D+G. Για αυτό του αποδίδουν εύσημα, και σίγουρα δεν το συνηθίζουν απέναντι στο Γερμανό Φιλόσοφο, που η διαλεκτική του αποτελεί κύριο φιλοσοφικό αντίπαλο. Οι διαφορές, ωστόσο, δεν είναι ασήμαντες, ως προς τα επιχειρήματα, τα προσκομιζόμενα τεκμήρια και, κυρίως, την αντίληψη του έθνους-κράτους.

Για μια εικόνα της εγελιανής διάρθρωσης της Φιλοσοφίας της Ιστορίας, βλ.εδώ https://www.marxists.org/reference/archive/hegel/

Ενώ το ''ιστορικό'' σκέλος της ανάλυσης των D+G αντιστοιχεί στη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel, το ''λογικό'' σκέλος αντιστοιχεί περισσότερο στη Φιλοσοφία του Δικαίου. Το επισημαίνω λόγω της εσωτερικής σχέσης των δύο έργων του Hegel, και δομικών αναλογιών που δεν είναι η στιγμή να εκτεθούν, αφού αυτό προϋποθέτει μια συνολική τοποθέτηση για την περίπλοκη σχέση των Γάλλων με την εγελιανή διαλεκτική.

Οπότε θα κατευθύνουμε τις έρευνές μας στη σχέση αυτή του Hegel με τους D+G, και σε αυτό το επίπεδο (της μελέτης του Κράτους), που προϋποθέτει μια ευρύτερη, γενικά απωθημένη φιλοσοφική τους σχέση, σε επίπεδο εννοιών-κατηγοριών. Αξίζει, επιπλέον, μια συγκριτική αντιπαραβολή με τον Kojin Karatani και τη πρόσφατη ''Δομή της Παγκόσμιας Ιστορίας'' (βλ. μια αναφορά εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/2014/09/ojin-karatani-marx-hegel.html).

Όσον αφορά τις ιστορικές μορφές ειδικά του έθνους-κράτους, αυτές εξαρτώνται, όπως λένε και οι D+G, κυρίως από τις δομές της παγκόσμιας αγοράς. Για τους D+G, το έθνος-κράτος είναι μοντέλο πραγμάτωσης μια κεφαλαιοκρατικής αξιωματικής ρύθμισης των ροών κεφαλαίου-εργασίας (και άλλων ροών, πχ πληθυσμού). Σε σχέση με την αξιωματική αυτή, το κάθε έθνος-κράτος είναι ισόμορφο, γιατί συμμετέχει στην παγκόσμια αγορά, ενώ οι διαφορές του ενός έθνους-κράτους σε σχέση με το άλλο μπορεί να είναι πολλές και σημαντικές. Στην αξιωματική προστίθενται και αφαιρούνται αξιώματα (πχ όσα περιλαμβάνονται στη συμφωνία του Bretton Woods, στη λεγόμενη ''Συναίνεση της Ουάσιγκτον'' κ.α), συχνά με το σκεπτικό της δοκιμής και του λάθους, αφού η αξιωματική συναντά ''τρύπες υπολογισιμότητας'' και ωθεί στον πειραματισμό συνδυασμών αξιωμάτων. Το ''Έθνος'' (με την αυστηρά νεωτερική έννοια), για τους D+G, είναι μια μορφή υποκειμενοποίησης που πραγματώνει σε ζωντανή μορφή πάθους και πρακτικής των ανθρώπων την αξιωματική του Κεφαλαίου.

Με όλα τα παραπάνω, συνειδητά παρέλειψα μεγάλα κομμάτια του εν λόγω κεφαλαίου του έργου των D-G, όμως την ανάλυσή τους για την ''αξία'' και τις μορφές αιχμαλώτισης με βάση μια τριαδική φόρμουλα που εισάγει ο Marx (γαιοπρόσοδος, κέρδος, τόκος-Γη, Εργασία/Κεφάλαιο, Τραπεζικό Σύστημα). Κλείνοντας, μια τελευταία παρατήρηση, με αφορμή όλα τα προηγούμενα: Για να φτάσουμε, τελικά, στο ζήτημα του κράτους, της κυβέρνησης και της εξουσίας ειδικά και συγκεκριμένα στο σήμερα, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να διέλθουμε τουλάχιστον από αυτά τα επίπεδα αφαίρεσης και ιστορικού υλικού.


Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Ο Γκοντό ήταν πάντα εδώ. Σκέψεις πάνω στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ




του Θοδωρή Πελεκανίδη


Ίσως ο ίδιος να ήταν ο τελευταίος που θα ενέκρινε ένα τέτοιο κείμενο, ένα κείμενο που θα μιλούσε για αυτόν που προσπάθησε να περιγράψει το τίποτα. 25 χρόνια μετά τον θάνατό του μπορεί ήδη να έχει κατορθώσει αυτό που κάποτε είχε αναφέρει στον Ακατονόμαστο

"Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν ότι η ανταμοιβή μου που μίλησα τόσο πολύ και τόσο γενναία θα ήταν να ζήσω στη σιωπή."

Ο λόγος για τον Ιρλανδό θεατρικό συγγραφέα και λογοτέχνη Samuel Beckett, ο οποίος απεβίωσε στις 22 Δεκεμβρίου 1989. Μπορεί ο ίδιος να βρήκε τον δρόμο για την σιωπή, όμως το έργο του αρνείται να μείνει σιωπηλό, προκαλώντας τον αναγνώστη με την απλότητά του και το ιδιάζον ύφος του. Στο θεατρικό έργο Περιμένοντας τον Γκοντό, στην «τριλογία» του Μολλόυ, ο Μαλόν πεθαίνει, ο Ακατονόμαστος, αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα γραπτά του ο Μπέκετ παρουσιάζει έναν κόσμο βγαλμένο από την πιο ρεαλιστική φαντασίωση του δικού μας, έναν κόσμο απόλυτης κίνησης ή απόλυτης ακινησίας, απόλυτης μοναξιάς ή απόλυτης αγάπης, έναν κόσμο που η αναζήτηση της λύσης είναι μια αέναη διαδικασία χωρίς πιθανότητα επιτυχίας, μια αναζήτηση του τίποτα. Κι όμως, μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό σύμπαν ο αναγνώστης του Μπέκετ μπορεί να δει τα προβλήματα του δικού του κόσμου και να ταυτιστεί με την διαρκή αυτή επίδειξη αδυναμίας, η οποία άλλωστε δεν απέχει πολύ από την καθημερινότητά του. 

Οι αντιφάσεις στο έργο του Μπέκετ αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό και τις αντιφάσεις της ίδιας του της ζωής. Γεννημένος στην Ιρλανδία το 1906 από εύπορη οικογένεια, προτίμησε τη ζωή στο Παρίσι και το 1940 εντάχθηκε στη γαλλική αντίσταση ενάντια στη ναζιστική Γερμανία. Έγραψε τα περισσότερα έργα του στα γαλλικά και τα μετέφραζε ο ίδιος στην μητρική του γλώσσα. Ακόμη κι αυτή η αποστασιοποίησή του από τα αγγλικά και η γραφή σε μια ξένη γλώσσα αποτελεί στοιχείο της προσπάθειας του Μπέκετ να περιγράψει το απερίγραπτο· όπως επισημαίνει ο Alain Badiou «τα γαλλικά βοήθησαν τον Μπέκετ σαν ένα όργανο για τη δημιουργία ενός συχνά πολύ επίσημου τρόπου, προκειμένου να απομακρύνει την πράξη της γραφής από αυτό που γράφεται». Αυτή η προσπάθεια υπέρβασης της ίδιας της γλώσσας ίσως είναι και ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα της πρωτοτυπίας της γραφής του, για την οποία άλλωστε βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969. 

Ο Μπέκετ υπήρξε ένας από τους «ιδρυτές» αυτού που ονομάστηκε «θέατρο του παραλόγου». Στα θεατρικά του αναδεικνύεται ένα κλειστοφοβικό σύμπαν με τους πρωταγωνιστές να προσπαθούν μάταια να θέσουν τέλος στην κατάσταση στην οποία έχουν βρεθεί. Ο Γκοντό δεν θα έρθει ποτέ, όσο κι αν τον περιμένουν ο Βλαντιμίρ κι ο Εστραγκόν. Αυτή η ματαιότητα της αναμονής όμως δεν είναι κάτι απρόσμενο για τους ήρωες, είναι απλά αθέμιτο, χωρίς όμως να είναι άγνωστο. Σε ολόκληρο το έργο οι δύο ήρωες μιλάνε σαν να είναι σίγουροι για την επιτυχή κατάληξη του εγχειρήματός τους (το οποίο είναι η παραμονή στο ίδιο σημείο) και πράττουν σαν να είναι σίγουροι για την αποτυχία του. Σε αντίθεση με την μοναξιά των περισσότερων χαρακτήρων των μυθιστορημάτων του, οι οποίοι συνήθως δρουν κάτω από το βάρος του ενστίκτου και των πρώτων τους σκέψεων, ο ύστερος Μπέκετ, ως θεατρικός συγγραφέας, αλληλοεξουδετερώνει αυτές τις τάσεις μέσα από την επικοινωνία του ζευγαριού. Το ίδιο συμβαίνει και στο Τέλος του Παιχνιδιού, όπου η σχέση των δύο χαρακτήρων, Χαμ και Κλοβ μοιάζει βαθιά αλλά απροσδιόριστη και παρατείνει την μονοτονία της κατάστασης που βιώνουν. Ο Adorno, ο οποίος συχνά στα έργα του εκθείαζε τον Μπέκετ και την καλλιτεχνική συνεισφορά του, σχολίασε για το συγκεκριμένο θεατρικό ότι μπόρεσε να καταστρέψει τις ψευδαισθήσεις του υπαρξισμού για το άτομο, καθώς «το άτομο, ως ιστορική κατηγορία, ως το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής διαδικασίας της αλλοτρίωσης, αλλά και ως μια προκλητική διαμαρτυρία εναντίον της, έχει γίνει το ίδιο κάτι παροδικό». 

Ίσως βέβαια αυτή η παροδικότητα του ατόμου να μη φαίνεται πουθενά καλύτερα από όσο στον Ακατονόμαστο. Αναζητώντας την ίδια του την ύπαρξη και γνωρίζοντας ότι είναι καταδικασμένος να αποτύχει, ο ακατονόμαστος ήρωας του μυθιστορήματος αλλάζει διαρκώς όνομα και χαρακτήρα, στην προσπάθεια να αναδειχτεί μέσω του Άλλου. Ο Μπέκετ, στην προσπάθεια του να περιγράψει την αγωνία της εσωτερικής διαμάχης, σπάει ουσιαστικά τον «τέταρτο τοίχο», την απόσταση μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη και επιτυγχάνει την συνένωσή τους μέσω της κοινής τους προσπάθειας να ανακαλύψουν τον εαυτό τους. Η μοναξιά του ατόμου στο βιβλίο, το οποίο ποτέ δεν παραμένει ίδιο, οδηγεί στην άρση της μοναξιάς των ατόμων στον εξω-μυθιστορηματικό κόσμο, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να τα βοηθήσει πραγματικά να βγουν από το αδιέξοδο της παροδικότητάς τους. Ταυτόχρονα ο Μπέκετ καταφέρει και μια βίαιη κριτική ενάντια στο σύστημα που τον έχει διαμορφώσει, αρνούμενος πεισματικά την ταύτιση μαζί του και χλευάζοντάς το: 

"…Μου κάναν και μαθήματα αγάπης, και νοημοσύνης, πολυτιμότατα, πολυτιμότατα. Πρέπει να πέρασε πολύς καιρός από τότε. Μ’ έμαθαν επίσης να μετράω, καθώς και πώς να σκέφτομαι σωστά και λογικά. Αυτές οι γελοιότητες αποδείχτηκαν χρήσιμες σ’ ορισμένες περιπτώσεις, δεν τ’ αρνιέμαι, περιπτώσεις που δεν θα είχαν υπάρξει ποτέ αν με είχαν αφήσει εξαρχής στην ησυχία μου. Τις χρησιμοποιώ ακόμα, για να ξύνομαι." 

Η γραφή του Μπέκετ δεν περιγράφει συναισθήματα, περιγράφει πράξεις που γεννούν εντυπώσεις συναισθημάτων. Οι ήρωές του είναι ψυχογραφημένοι με τέτοιον τρόπο που καθίσταται πολύ ευκολότερο για τον αναγνώστη να δει τον εαυτό του μέσα τους, παρά να τους γνωρίσει καθαυτούς. Το παρελθόν τους είναι άγνωστο, ενώ το μέλλον τους παρουσιάζεται ως ένα μέλλον κάποιου άλλου (όπως στον Μολλόυ), με τον οποίο τα κοινά σημεία είναι τόσο δυσδιάκριτα, ώστε να γίνονται κατανοητά μόνο χάρη στη θέληση του αναγνώστη να διατηρήσει ο ίδιος την δική του συνοχή. Το παρόν τους περιγράφεται με μια ουδετερότητα που δεν αρμόζει στην αρνητικότητα της κατάστασης. Αυτή είναι ίσως κι η μαγεία της γραφής του Μπέκετ, ότι καταφέρνει να παρουσιάσει το υπερβολικά δυσάρεστο ως αυτό που εν τέλει πραγματικά είναι: μία ακόμη πιθανή ζωή μέσα στις άπειρες. Ο τόπος και ο χρόνος είναι πάντοτε αφηρημένοι, σχεδόν άγνωστοι, αλλά υπαρκτοί. Το πολύ και το λίγο, το κοντά και το μακριά, το δίκαιο και το άδικο αποκτούν στα έργα του μια δική τους αξία, ξεφεύγοντας από το υπάρχον κοινωνικό πλαίσιο και εντασσόμενα μέσα στο πλαίσιο της πραγματικότητας του ίδιου του κειμένου. Έτσι, η παραμικρή αλλαγή στη στάση του σώματος μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυνατότητα ελεύθερης κίνησης, ενώ η παρεμπόδισή της είναι ένα ακόμη βήμα προς την ακινησία. Ούτε η απόλυτη κίνηση ούτε και η απόλυτη ακινησία είναι όμως δυνατές, διότι οι χαρακτήρες κινούνται πάντοτε αργά ανάμεσα στο παρόν και στο μέλλον τους, ανάμεσα στον τωρινό και στον μελλοντικό τους εαυτό. Όπως περιγράφει και ο Badiou: 

"Ο «χαρακτήρας» (…) θα χάσει το ποδήλατό του, θα τραυματιστεί, δεν θα ξέρει πού βρίσκεται και θα χάσει ακόμα κι ένα κομμάτι του σώματός του. Στα κείμενα του Μπέκετ είναι αμέτρητοι οι τυφλοί, οι κουτσοί, οι παράλυτοι, οι γέροι που έχουν χάσει τις πατερίτσες τους, οι αβοήθητοι και οι ανίκανοι, και, στο τέλος, αυτά τα σώματα μειώνονται σιγά σιγά και γίνονται ένα κεφάλι, ένα στόμα, ένα κρανίο (…). Σε αυτό το σημείο αποσύνθεσης ο «χαρακτήρας» φτάνει σε εκείνο το αγνό σημείο στο οποίο η κίνηση γίνεται εξωτερικά δυσδιάκριτη από την ακινησία." 

Αυτού του είδους η αντιφατική δόμηση της πλοκής κάνει τα έργα του Μπέκετ να αφήνουν πάντοτε μια αίσθηση ανολοκλήρωτου, ένα είδος πολλαπλού τέλους, όπου η επόμενη σκηνή θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε. Αυτή όμως η μη τελείωση είναι και το μοναδικό πιθανό τέλος που θα μπορούσε να δώσει συνοχή και νόημα σε αυτό που ο συγγραφέας επιχειρεί να περιγράψει καθ' όλη τη διάρκεια των έργων του. Αν και πολλές φορές αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης της πραγματικότητας έχει θεωρηθεί αρνητικός κι απαισιόδοξος, ωστόσο η γραφή του Μπέκετ τείνει μάλλον προς την αισιοδοξία. «Πρέπει να συνεχίσεις. Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω». Αυτές είναι οι τρεις τελευταίες προτάσεις του Ακατονόμαστου, όπου η απογοήτευση, η ειρωνεία και η ελπίδα συνδυάζονται με τον πιο συνοπτικό τρόπο. Η απογοήτευση που προκαλεί η αδυναμία, μια αδυναμία μάλιστα να εκτελεστεί μια διαταγή, ένα πρέπει, και ταυτόχρονα η απελευθέρωση από αυτή την υποταγή σε μια ελπιδοφόρα απόφαση για συνέχεια, η οποία όμως ποτέ δεν πραγματώνεται για τον αναγνώστη, αφού το βιβλίο τελειώνει, ειρωνικά, εκεί. Η συνέχεια λαμβάνει πλέον χώρα στον πραγματικό κόσμο, στον κόσμο του αναγνώστη και του συγγραφέα. Με αυτόν τον τρόπο ο Μπέκετ αποδεικνύει ότι η απαισιοδοξία που εκπέμπουν οι χαρακτήρες του είναι η δύναμη για την αισιοδοξία του δικού του χαρακτήρα. Με το τέλος των έργων του δίνει «ραντεβού» με τους αναγνώστες στην κοινή προσπάθεια να αλλάξουν τις καταστάσεις που δημιουργούν την υποταγή και τη δυστυχία. 

Θα κλείσω οικειοποιούμενος ακόμα ένα απόσπασμα του Μπέκετ, το οποίο πιστεύω θα αποτελούσε μια «μπεκετιανή» κριτική στην προσπάθεια να αναλύσει κάποιος τον χαώδη κόσμο των καλλιτεχνικών του δημιουργημάτων: 

"Πάντα μιλούσα, και χωρίς αμφιβολία θα συνεχίσω να το κάνω, για πράγματα που ποτέ δεν υπήρξαν, ή που υπήρξαν, αν επιμένετε, και χωρίς αμφιβολία θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αλλά όχι με την έννοια που τους αποδίδω."

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Psycho-Pass: Ο Φίλιπ Ντικ στο Τόκυο




του Keunermann


«Προκειμένου να μετρήσεις την αξία ενός ανθρώπου, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι παραπάνω από το να τον πιέσεις. Ο πραγματικός δρόμος για να ελέγξεις την αξία τους είναι να τους δώσεις εξουσία. Όταν κατακτούν την ελευθερία να δρουν έξω από τους περιορισμούς του νόμου και της ηθικής, μπορείς μερικές φορές να δεις την ψυχή τους».

Αυτήν τη γνώμη εκφέρει ένας εκ των πρωταγωνιστών της σειράς. Και συνεχίζει: «Όταν οι αδύναμοι γίνονται ισχυροί, όταν καλοί πολίτες μπορούν ελευθέρως να επιδίδονται σε βίαιες ενέργειες, έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτού του πειράματος». Αλλά περί τίνος ακριβώς πρόκειται; 

Είναι γνώριμο το σύμπαν του Aμερικανού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας με τα ολογράμματα, τις διαφημίσεις, τους ουρανοξύστες, τις φωτεινές πινακίδες νέον, τις φουτουριστικές μητροπόλεις, τις διαστημικές αποικίες, τα ανδροειδή και τα «ομοιώματα» που κυκλοφορούν πλάι πλάι με τους συμβατικούς, παλιομοδίτες ανθρώπους. Στον δρόμο υπάρχουν κάμερες και σαρωτές που καταγράφουν το παραμικρό, ολογραμματικές ζωόμορφες μηχανές που παρακολουθούν ανελλειπώς τους διαβάτες, τους ενημερώνουν και, όποτε χρειαστεί, τους καθησυχάζουν, καθώς εκείνοι πλημμυρίζουν τις κεντρικές πλατείες, ενώ ουρανοξύστες υψώνουν το ανάστημά τους επιστρέφοντας στην ανθρωπότητα την αντανάκλασή της. Προσθέστε και τη λατρεία τριών Ιαπώνων δημιουργών (οι σκηνοθέτες Katsuyuki Motohiro και Naoyoshi Shiotani και ο σεναριογράφος Gen Urobuchi) προς αυτό ακριβώς το σύμπαν και κάπως έτσι προκύπτει ένα anime με χαρακτηριστικά cyberpunk επιστημονικής φαντασίας, δράσης και αστυνομικού μυστηρίου.



Πρωταγωνιστές της ιστορίας μία ομάδα αστυνομικών, πράκτορες της Μονάδας Ένα του Τμήματος Εγκληματικής Διερεύνησης του Γραφείου Δημοσίας Ασφάλειας, η πρωτάρα, νεαρή Επιθεωρήτρια Akane Tsunemori, αυτή η εξαιρετική δεσποινιδούλα που πέρασε τις εξετάσεις εισαγωγής στο Σώμα με ρεκόρ αριστείας και εύσημο μνείαν, και οι Shinya Kogami (γνωστός και ως “Κο”), Nobuchita Ginoza, Tomomi Masaoka, Shusei Kagari, Yayoi Kunizuka, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με πλήθος κακοποιών που φέρουν σκοτεινές, υπερφυσικές δυνάμεις που σχετίζονται με κυβερνοψυχικές διεργασίες. Το κατά πόσον συνιστά κανείς απειλή για τη διατάραξη της ομαλής ροής του συστήματος σχετίζεται με τα ανιχνεύσιμα και μετρήσιμα επίπεδα του psycho-pass του, που υποδηλώνουν ότι έχει τον «μη-κανονικό» ψυχισμό, δηλαδή λανθάνουσα εγκληματική προδιάθεση. Πρόκειται επομένως για κάποιο είδος προληπτικού ψυχομετρικού ελέγχου που τον κατέστησε εφικτό η τεχνολογική εξέλιξη, ο οποίος λειτουργεί αναλύοντας το πεδίο ισχύος ενός βιο-οργανισμού που «διαβάζεται» από μία κυματική σάρωση. Παραδοσιακές αρετές όπως η υποκειμενική κρίση, το ένστικτο του ντετέκτιβ, κουσούρια παλαιότερων δικαιικών-νομικών συστημάτων, όπως το τεκμήριο της αθωότητας με την ανάγκη δημόσιας λογοδοσίας και υπεράσπισης που συνεπάγεται, όλα πηγαίνουν περίπατο άπαξ και αποφανθεί η μηχανή. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της σειράς αφορά βέβαια το πλήθος φιλοσοφικών αναφορών της*, καθώς ανακύπτει η πραγμάτευση ζητημάτων σχετικών με τη φύση της πραγματικότητας, τη χρήση της τεχνολογίας, τα θεμέλια της ηθικής και της πολιτικής εξουσίας, και επίσης τη διάκριση μεταξύ ουσίας και επιφαινομένου, ή διαφορετικά ειπωμένο, μεταξύ αρχετύπου ή γνησίου ή πρωτοτύπου από τη μία, και κακεκτύπου ή αντιγράφου η ψευδεπιγράφου από την άλλη. 

Η πρώτη σεζόν -η δεύτερη ξεκίνησε ήδη και επίκειται μια ταινία το 2015- μας άρεσε πάρα πολύ για πληθώρα λόγων. Το σκοτεινό κλίμα, η δυστοπική ατμόσφαιρα, η απεικόνιση μιας τεχνοφουτουριστικής κοινωνίας, η πάντοτε απολαυστική ηχητική εμπειρία της ιαπωνικής γλώσσας, οι φιλιπντικικές οφειλές και αναφορές (το “Ubik” είναι άλλωστε ένα από τα πέντε αγαπημένα μας βιβλία, αν και εδώ ο αέρας μυρίζει περισσότερο “Minority Report” και “Blade Runner/Do Androids Dream of Electric Sheep?”) και, πάνω απ' όλα, το «φτύσιμο» συναρπαστικών όσο και διεισδυτικών αφορισμών από τα χείλη διαφόρων χαρακτήρων, ένα ενδεικτικό τμήμα των οποίων παραθέτουμε σε αυτό το κείμενο.



Φανταστείτε μια σειρά, όπου το όριο αθωότητας και ενοχής, θύτη και θύματος θολώνει και αμβλύνεται. Πρόκειται για το ερώτημα του “Minority report”: είσαι ένοχος, εάν σκέφτηκες κάτι άσχημο ή παράνομο; Ακόμη χειρότερα, εάν πρόκειται να το σκεφτείς ή να το πραγματοποιήσεις στο μέλλον; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εάν απλά ενδέχεται να το κάνεις πράξη στο μέλλον, δικαιούνται να ληφθούν προληπτικά μέτρα εναντίον σου; Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε ένα σκοτεινό μητροπολιτικό σκηνικό, όπου έχει εφαρμοστεί η ωφελιμιστική αρχή του Jeremy Bentham (το λεγόμενο Sibyl System): ο μέγιστος βαθμός ευτυχίας για τον μέγιστο αριθμό ανθρώπων. Όπως το διατυπώνει ένας από τους πρωταγωνιστές: «προσεγγίζουμε την ιδεώδη κοινωνία με το να εγκαταλείψουμε τον στόχο μίας ιδεώδους κοινωνίας». Η κανονική ροή των επεισοδίων χτίζει τον χαρακτήρα των πρωταγωνιστών, καθώς καλούνται να διαλευκάνουν το «μυστήριο της εβδομάδας», ενώ ταυτόχρονα με αργό και μεθοδικό τρόπο σκιαγραφείται η υποβόσκουσα μυθολογία της σειράς, όπου οι ισχυρότεροι αντίπαλοι είναι οι μετα-εγληματίες που αξιοποιούν τις υπαρκτές εγκληματικές προδιαθέσεις των «καθημερινών» εχθρών, ενώ οι ίδιοι κάνουν το παιχνίδι τους με το να είναι αποστασιοποιημένοι στο παρασκήνιο. 

Από αυτήν την άποψη, αλλά και από τη βιαιότητα των διαπραττόμενων εγκλημάτων, η σειρά μας θύμισε αρκετά την πρώτη τηλεοπτική σεζόν του “Hannibal” (όπου στον ομώνυμο ρόλο θα είχαμε τον αινιγματικό Shogo Makishima, ενώ στον αντίστοιχο του Will Graham τον “Ko”). «Μια κοινωνία που δεν έχει θέση για τους εγκληματίες εντός της είναι φιλάσθενη σε τελική ανάλυση. Ακριβώς όπως αυτοί που μεγάλωσαν σε ένα εντελώς απολυμασμένο περιβάλλον είναι πιο αδύναμοι από εκείνους που έχουν αρρωστήσει»: ένας αφορισμός σαν κι αυτόν θα μπορούσε άνετα να έχει εκστομιστεί από τον δόκτορα Lecter. Πόσο μάλλον μια νηφάλια, διορατική παρατήρηση όπως η εξής: «Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ενοχλούνται να σκοτώνουν αγελάδες ή κοτόπουλα, αλλά πιθανότατα θα δυσκολεύονταν να κάνουν το ίδιο σε χιμπαντζήδες... Εν μέρει, αυτό οφείλεται στο ότι οι τελευταίοι παρουσιάζουν μίαν ορισμένη ομοιότητα προς τους ανθρώπους, αλλά ο πρωταρχικός λόγος είναι ότι μπορούν να ζωγραφίσουν. Υποθέστε ότι τα ψάρια ήταν ικανά να σχεδιάζουν εικόνες. Ακόμη και εάν δεν ήμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι σκέφτονται, γίνεται δυσκολότερο να σκοτώσεις ζώα που μπορούν να ζωγραφίσουν. Ενστικτωδώς, θα λέγαμε νοερά στους εαυτούς μας ότι «ίσως έχουν συναισθήματα». Αυτό δείχνει πόσο μεγάλη αξία αποδίδουμε στην έκφραση». 

Πρόκειται για έναν κόσμο, όπου η νοητική κατάσταση των ανθρώπων και όλες οι αποχρώσεις της προσωπικότητάς τους μπορούν να ποσοτικοποιηθούν και άρα να καταστούν μετρήσιμες, ελέγξιμες και διαχειρίσιμες. Όλων των ειδών οι κλίσεις καταγράφονται και αστυνομεύονται, και είναι αυτοί ακριβώς οι μετρήσιμοι αριθμοί, οι χρησιμεύοντες στην κατάταξη του πληθυσμού σε κατηγορίες, οι οποίες συνακόλουθα θα καθορίσουν το βασικό σενάριο της ζωής τους (σε ποιον τομέα και με ποιους όρους θα εργαστούν, για παράδειγμα), που αποκαλούνται κοινώς “psycho-pass”. Ένα σύστημα που είναι σε θέση να παρακολουθεί και να ελέγχει τον μέγιστο αριθμό ανθρώπων με τη χρησιμοποίηση του ελαχίστου αριθμού προσωπικού, αληθινό πανοπτικόν όπως το φαντάστηκαν οι Bentham/Foucault, το οποίο βάζει τον καθένα στη θέση που εκείνο κρίνει ότι του αναλογεί, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλότητα και την αδιατάρακτη συνέχεια, ήτοι την αναπαραγωγή του στο διηνεκές. Αλλά ποιος βάζει στη θέση του το ίδιο, ειδικά όταν αρχίζουν να γίνονται εμφανή τα τρωτά του σημεία και όταν, ασφαλώς, παρουσιάζονται εγκληματίες πρόθυμοι να ασκήσουν την κατάλληλη πίεση σε αυτά; Εάν ισχύει πως «μπορεί να ειπωθεί ότι η ιστορία της επιστήμης είναι η ιστορία της επέκτασης της λειτουργικότητας του ανθρωπίνου σώματος, με άλλα λόγια, η ιστορία της κυβερνοποίησης [cyberization] του ανθρώπου», τότε η σειρά μας υπενθυμίζει τους λόγους για τους οποίους το ανθρώπινο σώμα επί μακρόν θεωρήθηκε φυλακή ή τάφος της ψυχής και ότι η «προέκτασή» του λειτουργεί όπως ένα δίκοπο μαχαίρι. Όλα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο, εφόσον οι διωκτικές δυνάμεις χρησιμοποιούν «λανθάνοντες κακοποιούς» στις επιχειρήσεις τους προκειμένου να κατανοήσουν και να προλάβουν τη δράση των παρεκκλινόντων (τουτέστιν, άλλους εν δυνάμει εγκληματίες). Καθίσταται νομίζω σαφής ο κίνδυνος που αναδύεται εντός ενός τέτοιου πλαισίου: εάν επιχειρήσεις να καταλάβεις πώς σκέφτεται και πράττει ένας εχθρός του συστήματος, εάν ξεκινήσεις να βλέπεις τον κόσμο όπως αυτός, θα καταλήξετε να γίνετε ίδιοι, το πραγματικό δεν θα ξεχωρίζει από το ψεύτικο, γιατί θα μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό.

---------------------------------
* Συγγραφείς, φιλόσοφοι και θεωρητικοί όπως οι Πλάτων, William Shakespeare, René Descartes, Blaise Pascal, Jean-Jacques Rousseau, Carl von Clausewitz, Søren Kierkegaard, Max Weber, Bertrand Russell, George Orwell, Michel Foucault, Philip K. Dick, William Gibson, Michel Wievorka και Project Itoh αναφέρονται ρητά, ενώ πλήθος άλλων (Thomas Hobbes, John Locke, Georg W. F. Hegel, Martin Heidegger, Jacques Derrida, Marshall McLuhan) υπονοείται εμμέσως ή προϋποτίθεται.


Πηγή artcore

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Παγιδευμένοι στον παχυδερμισμό: ο Χρήστος Γιανναράς και η γενεαλογία μιας αθλιότητας


του Άκη Γαβριηλίδη


Πρόσφατα, η ελληνική βουλή ψήφισε νόμο με τον οποίο ποινικοποιείται μεταξύ άλλων η άρνηση των γενοκτονιών, αλλά και ο «ευτελισμός» τους. Κατά ρητή δήλωση του υπουργού δικαιοσύνης, στην έννοια της γενοκτονίας για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου περιλαμβάνεται ο διωγμός «των Χριστιανών της Ανατολής».

Προσωπικά, δεν συμφώνησα με την ποινικοποίηση αυτή, για τους λόγους που εκτίθενται στη σχετική έκκληση των 152 ιστορικών. Ωστόσο, αυτοί που συμφωνούν και που πρωταγωνίστησαν στην καθιέρωση της διάταξης αυτής, αν θέλουν να είναι συνεπείς με τον εαυτό τους, πρώτο-πρώτο για την παραβίασή της θα έπρεπε να μπουζουριάσουν τον Χρήστο Γιανναρά.

Ο εν λόγω κύριος, αφού επί δεκαετίες τώρα γράφει διάφορες ιερεμιάδες για το «τέλος του ελληνισμού» το οποίο υποτίθεται ότι πλησιάζει, στη γωνία είναι, όλο έρχεται και όλο δεν ήρθε ακόμα αλλά πού θα πάει θα έρθει κάποτε, αντί να βγάλει επιτέλους το προφανές συμπέρασμα ότι η κινδυνολογία του διαψεύσθηκε, προτίμησε να πλειοδοτήσει, να επινοήσει καινούρια φανταστικά δεινά που να πείθουν ότι στραβός είναι ο γιαλός και όχι το αρμένισμά του, και με κάθε σοβαρότητα ανήγγειλε:

"Πολύ ρεαλιστικά και ψύχραιμα, χωρίς συναισθηματισμούς ή ψυχολογικές εμμονές, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η επιβολή του μονοτονικού είναι στην ιστορία των Ελλήνων μια καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική" (!!!)[1].

Είναι φυσικά γνωστή η παρατήρηση του Φρόιντ ότι όταν βλέπουμε κάποιον να «μπουκώνει» προκαταβολικά το λόγο του με αρνήσεις του τύπου «τώρα αυτό που θα πω μπορεί να ηχήσει ως Χ, αλλά ειλικρινά σας διαβεβαιώνω ότι δεν είναι καθόλου έτσι», εμείς πρέπει απλώς να αφαιρούμε το «δεν» και να κρατάμε το Χ. Εδώ, όμως, η υπενθύμιση της διάστασης αυτής είναι τριτεύον ζήτημα: το πρόβλημα δεν είναι μόνο να αναδείξουμε ότι αυτή η εξωφρενική διατύπωση προφανώς απηχεί τις ψυχολογικές εμμονές του Γιανναρά, αλλά και να εξετάσουμε τι είδους είναι αυτές οι εμμονές.


Ο έμπορος των εθνών

Στο άρθρο του αυτό, όπως και σε άλλα, ο Γιανναράς φιλοτεχνεί για τον εαυτό του ένα πορτραίτο που βασίζεται σε μια διπλή διαφοροποίηση: α) από τον εθνικισμό, β) από τον οικονομισμό.

Το πρώτο, (φαντάζεται ότι) το πετυχαίνει κακολογώντας διαρκώς το άχρηστο «ελλαδικό κράτος» και τους «Ελλαδίτες». Το δεύτερο, καταγγέλλοντας τη «φτηνιάρικη χρησιμοθηρία» (και ειδικότερα την επιδίωξη «να μην ταλαιπωρούνται τα παιδιά και να έχει όφελος η εθνική οικονομία») η οποία οδήγησε στην καθιέρωση του μονοτονικού.

Η διαφοροποίηση αυτή ισχυρίζομαι ότι αποτελεί γλοιώδη και απύθμενη υποκρισία, διότι το ίδιο το συμπέρασμα του Γιανναρά βασίζεται σε μία απολύτως ωφελιμιστική προσέγγιση, μία ψυχρή στάθμιση κόστους/ οφέλους:

"Στη Μικρασιατική Καταστροφή χάθηκαν πανάρχαιες κοιτίδες του Ελληνισμού, χάθηκε η κοσμοπολίτικη αρχοντιά του, η συνείδηση ότι η ελληνικότητα είναι πολιτισμός, δηλαδή «τρόπος» βίου, όχι υπηκοότητα βαλκανικού επαρχιωτισμού. Ομως δεν χάθηκε η συνέχεια της γλώσσας του, που είναι και έμπρακτη συνέχεια της ιστορικής του συνείδησης, της ένσαρκης στον γραπτό λόγο συνέχειας του ελληνικού «τρόπου»".

Παρά τη ρητορική άρνηση της συγκρισιμότητας, λοιπόν, προφανώς έχουμε σύγκριση: η απώλεια της «κοσμοπολίτικης αρχοντιάς» είναι λιγότερο σημαντική σε σχέση με εκείνη της «συνέχειας της γλώσσας», την οποία ο homo oeconomicus που μιλάει σε αυτό το άρθρο κρίνει ως εθνικό πόρο υπέρτερης αξίας. Βλέπουμε εδώ ότι το υποκείμενο –όσο και το αντικείμενο- της επένδυσης είναι το έθνος. Αυτό είναι που έχει να κερδίσει ή να χάσει, και επίσης αυτό είναι που έχει να κερδηθεί ή να χαθεί.

Ο λόγος αυτός λοιπόν απολήγει σε μία «εθνομετρία» η οποία διαψεύδει πανηγυρικά και με την ίδια κίνηση και τις δύο ρητορικές απαρνήσεις.


Ο ευτελισμός της καταστροφής

Ούτε όμως η διάψευση αυτή είναι το βασικό πρόβλημα. Αυτό που καθιστά πραγματικά προσβλητική και αναιδή τη διατύπωση του Γιανναρά δεν είναι τόσο ότι ποσοτικοποιεί και σταθμίζει τη στιγμή που καταγγέλλει την ποσοτικοποίηση και τη στάθμιση, αλλά και το τι ακριβώς σταθμίζει.

Ο τρόπος με τον οποίο μιλάει ο Γιανναράς για όσα έγιναν το 1922 δείχνει βαθύτατη άγνοια και περιφρόνηση για την πραγματική εμπειρία των ανθρώπων, την οποία εργαλειοποιεί και χρησιμοποιεί ως λογιστικό μέγεθος, ως εξωτερικό υποστήριγμα στο οποίο προβάλλει δικές του αφηρημένες ιδέες και αγκυλώσεις οι οποίες ουδόλως απασχολούσαν εκείνους.

Όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσει για τις απώλειες που προκάλεσε η μικρασιατική καταστροφή, ως τέτοιες καταγράφει μόνο τις «πανάρχαιες κοιτίδες του Ελληνισμού», την «κοσμοπολίτικη αρχοντιά» και τη «συνείδηση ότι η ελληνικότητα είναι πολιτισμός». Δηλαδή αφηρημένες ιδέες, «ανθρώπινους πόρους» που δεν έχουν αξία παρά μόνο για τους μάνατζερ του έθνους κράτους, για τους διαχειριστές πληθυσμών. Η πραγματική εμπειρία αυτών των πληθυσμών, ο πόνος τους, οι θάνατοι, οι ακρωτηριασμοί, ο ξεριζωμός, η ταπείνωση, η διάρρηξη του νοήματος –και του νήματος- που οργάνωνε ως τότε τις ζωές τους, και η προσπάθειά τους να τις ξανασυγκροτήσουν όπως μπορούσαν σε έναν καινούριο τόπο, ξένο, όλα αυτά δεν καταγράφονται ως απώλειες, δεν μπαίνουν πουθενά στο τεφτέρι, στο βαθμό που δεν προσφέρουν στις εξ επαγγέλματος Κασσάνδρες καμιά ευκαιρία να θρηνολογήσουν και να προείπουν τρομερά μελλοντικά δεινά για το λαό τους.

Προσωπικά, ως απόγονος Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διαβάζοντας αυτή τη σύγκριση αισθάνομαι θιγμένος όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Αισθάνομαι ότι όποιος μιλάει έτσι με φτύνει κατάμουτρα, ότι ξεθάβει και τους τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες μου, και τους προγόνους τους, και τους φτύνει και αυτούς.

Η συντριπτική πλειοψηφία των υπαρκτών ανθρώπων που ήρθαν στην Ελλάδα το 22 από τη σημερινή Τουρκία –όσο και εκείνων που έκαναν την αντίστροφη διαδρομή την ίδια περίοδο, λίγο πριν ή λίγο μετά- πεντάρα δεν έδιναν για το αν «η ελληνικότητα είναι πολιτισμός και τρόπος βίου» ή αν είναι «υπηκοότητα βαλκανικού επαρχιωτισμού». Δεν ήταν αυτό που τους έκαιγε τότε. Οι όροι αυτοί, και άλλοι ανάλογοι, επιστρατεύτηκαν αργότερα προκειμένου να συμβολοποιήσουν εκ των υστέρων το χάσμα και να δώσουν νόημα σε κοινωνικούς ανταγωνισμούς και διαμάχες. Θεωρώ εξοργιστικό και ασεβές κάποιος να γράφει στα αρχίδια του τις πραγματικές αγωνίες που υπέστησαν πραγματικοί άνθρωποι με σάρκα και οστά, όσα εκείνοι πράγματι έχασαν, αλλά και όσα κέρδισαν, ή όσα μπόρεσαν να δημιουργήσουν μετά την απώλειά τους, και να τα υποκαθιστά με τα δικά του κολλήματα. Τόσο πιο εξοργιστικό, στο μέτρο που ο ίδιος αυτός λογιστής ο οποίος στηλιτεύει τους «Ελλαδίτες» και τη νοοτροπία τους, κάνει ο ίδιος τους υπολογισμούς του με βάση, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη λογική της Μεγάλης Ιδέας –ο «ένσαρκος αναχρονισμός»: ορφανά της Μεγάλης Ιδέας σχεδόν έναν αιώνα μετά την κατάρρευσή της-, φιμώνοντας, καπελώνοντας και αστυνομεύοντας το λόγο των ίδιων των υποκειμένων αυτής της απώλειας για την οποία αυτός ρητορεύει.


Η ψύχωση ως άρνηση του κομμουνισμού της γλώσσας

Ας αφήσουμε λοιπόν τις ανοησίες. Από πού κι ως πού είναι «ασύγκριτα ολεθριότερη από τη μικρασιατική καταστροφή» η κατάργηση δυο σημαδιών από το γραπτό λόγο; Επικοινωνούμε; Έχουμε καθόλου την αίσθηση του μέτρου και της γελοιότητας, ή την έχουμε χάσει τελείως;

Στη μικρασιατική καταστροφή, και σε όσα προηγήθηκαν και επακολούθησαν, πραγματικοί άνθρωποι με σάρκα και οστά, όχι άψυχες μουτζούρες σε σελίδες τετραδίων και βιβλίων, έχασαν τη ζωή τους, ή, και αν δεν την έχασαν, έζησαν μετά μια ζωή που ήταν η ίδια ένα είδος απώλειας. Πόσο κολλημένος στις ιδεοληψίες του, πόσο βυθισμένος στην κοσμάρα του μπορεί να είναι κάποιος που το θεωρεί αυτό ασήμαντο σε σχέση με το ότι ο ίδιος έχασε τη βολή του, ότι του πήραν ένα παιχνιδάκι στο οποίο ήταν μαθημένος από μικρός; Πόσο ναρκισσιστής, πόσο Μαρία Αντουανέτα πρέπει να είναι για να θεωρεί πιο ολέθρια, και μάλιστα ασύγκριτα πιο ολέθρια, την απλή αφαίρεση δύο συμβολικών λειτουργιών από τα πληκτρολόγια των υπολογιστών;

Στη Θεολογικοπολιτική Πραγματεία, ο Σπινόζα λέει για τους θεολόγους μία κουβέντα η οποία δεν έχει χάσει τίποτα από την αξία της στους τρεισήμισι αιώνες που μεσολάβησαν: ότι το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνονται και για τους άλλους ανθρώπους τόσο ανυπόφοροι όσο είναι για τον εαυτό τους. Αυτή η εμπάθεια, αυτή η αριστοκρατική μνησικακία για την κοινωνική ζωή, για το πλήθος, είναι ορατή παντού στα γραπτά του Γιανναρά, είναι μια μπόχα που σε πιάνει απ” τη μύτη μόλις τα πλησιάσεις. Όπως είναι εξάλλου ορατό το μίσος και η περιφρόνησή του για τη δημοκρατία.

Αντιδράσεις θεσμικών φορέων ή οργανωμένων κοινωνικών ομάδων για την γκανγκστερική επιβολή του μονοτονικού δεν υπήρξαν. Από τη μεταγενέστερη πολιτική της συμπεριφορά η Ν.Δ., όταν έγινε η ίδια κυβέρνηση, απέδειξε στην πράξη ότι συνέπλεε απολύτως με τους αυτουργούς του ιστορικού κακουργήματος. Η Ακαδημία Αθηνών δεν έκλεισε τις πύλες της διακηρύσσοντας ότι δεν έχει πια λόγο να υπάρχει μετά το ηροστράτειο πραξικόπημα.

Καμιά πανεπιστημιακή σύγκλητος δεν παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενη, καμιά Φιλοσοφική Σχολή δεν έκλεισε, δεν είπαν λέξη οι εταιρείες φιλολόγων, οι δικαστές, οι δικηγορικοί σύλλογοι, η Ιερά Σύνοδος, η ΟΛΜΕ, η ΔΟΕ (ό.π.).

Για να διατηρήσουμε την αναφορά στο Σπινόζα, καλό είναι να θυμίσουμε ότι, γι” αυτόν, (όπως και για τον Νίτσε), το μίσος είναι συχνά το άλλο όνομα της τυφλότητας -για να μην πούμε της ηλιθιότητας.

Πραγματικά, τι άλλο πρέπει να σκεφτούμε μπροστά σε κάποιον ο οποίος δεν βλέπει το μόνο λογικό συμπέρασμα που συνάγεται από τις διαπιστώσεις του; Ο Γιανναράς εδώ καταγγέλλει την κατάργηση των τόνων όχι ως απλώς κάτι που τον ξεβολεύει, που δεν είναι του γούστου του, αλλά, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως … πραξικόπημα. Κι ωστόσο, ο ίδιος διαπιστώνει –πολύ ορθά- ότι είναι ουσιαστικά ο μόνος που το κρίνει ως τέτοιο. Σε μια δημοκρατία, όμως, αν ένας μόνο άνθρωπος δεν εγκρίνει μια επιλογή την οποία εγκρίνει το κοινοβούλιο, η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, οι εκπαιδευτικοί, οι δικαστικοί, η ακαδημία, η εκκλησία, και την οποία επί τριανταδύο χρόνια ακολουθεί χωρίς καμία δυσκολία ή ένσταση η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, τότε θέλει πραγματικό θράσος να βγαίνει αυτός ο ένας και να καταγγέλλει όλους τους υπολοίπους για πραξικόπημα εναντίον της μεγαλειότητάς του. Αν δεν είναι ψυχωσικός, αυτός ο ένας αναμένεται να ανοίξει τα μάτια του και να δει ότι, αν όσα λέει ισχύουν, αν κάποιος «δεν έχει λόγο ύπαρξης», αυτός είναι ο ίδιος, όχι όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Αυτός αν θέλει μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένος στην ανωτερότητα της ιδιωτικής γλώσσας του. Δεν μπορεί όμως να έχει την αξίωση να την επιβάλει σε όλους τους άλλους χρήστες τη δική του παραξενιά, ούτε να διαλύσει το λαό και να εκλέξει έναν άλλο στη θέση του.

---------------------------------------------
[1] «Παγιδευμένοι στον εθνομηδενισμό», Καθημερινή 23.11.2014