Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Φραντς Κάφκα: Το αβάσιμο της εξουσίας


του Μπερνάρ Λαΐρ


Χρήστης μορφών από όλα τα είδη (από το παραμύθι μέχρι το χρονικό περνώντας από την ιστορία για παιδιά, τον θρύλο, την αλληγορία, τον μύθο ή την επιστημονική αναλογία) που μετασκευάζει, μεγάλος τεχνίτης αφηγήσεων του φανταστικού και επινοητής ενός είδους «θεωρησιακής αφήγησης» σε ρήξη με τις ρεαλιστικές αναμονές, ο Φραντς Κάφκα κατανοούσε μολαταύτα τη λογοτεχνία περισσότερο ως αυτογνωσία και γνώση του κόσμου παρά ως αμιγώς μορφική άσκηση. Κυρίως, δεν προσδιόριζε τον σκοπό της γραφής ανεξαρτήτως από αυτό που έλπιζε ότι θα μπορέσει να προκαλέσει στον αναγνώστη: συγκλονισμό, πόνο, απελευθέρωση ή αφύπνιση. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του ζωής, ο Κάφκα δεν έπαψε ποτέ να διασαφηνίζει τους μηχανισμούς της κυριαρχίας, από τους οποίους είχε προσωπικά υποφέρει στο οικογενειακό επίπεδο, και που επίσης μπορούσε να εξετάσει λεπτομερώς στα διάφορα επαγγελματικά πεδία.

Ανέλυσε τα χαρακτηριστικά της αυθαίρετης, απόλυτης, τυραννικής εξουσίας ενός πατέρα που δεν αιτιολογούσε τις κατηγορίες, τις επιπλήξεις ή τις κυρώσεις του. Επίσης και κυρίως, συνέχισε να διεξάγει την αυτοανάλυση της ψυχικής δομής που είχε συγκροτήσει μέσα από μια σχέση προς τον πατέρα, ταυτοχρόνως σχέση θαυμασμού και διαμάχης (συναίσθημα ενοχής, ακύρωσης, ανικανότητας στη λήψη αποφάσεων, ροπή στην αυτοτιμωρία). Ο Κάφκα εξακολουθούσε το μεγάλο εγχείρημα αυτογνωσίας και γνώσης των διανθρώπινων σχέσεων, ανακαλώντας στο ημερολόγιό του, στην αλληλογραφία του και στην επιστολή που απεύθυνε στον πατέρα του ή τοποθετώντας στα λογοτεχνικά του κείμενα σκηνές καταθλιπτικές, αλλοτριωτικές, συχνά ταπεινωτικές, όπου οι καταπιεζόμενοι συμμετέχουν, χωρίς να το θέλουν ή μερικές φορές χωρίς να το ξέρουν, στην ίδια τους την καταπίεση.

Στο «Γράμμα στον πατέρα», ο Κάφκα λέει ότι πήρε «το μέρος του προσωπικού» βλέποντας πώς ο πατέρας του κακομεταχειριζόταν τους Τσέχους υπαλλήλους του. Η αναλογική λογική των διασυνδέσεων και των ταυτίσεων πρόκειται να παίξει κεντρικό ρόλο στην αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου και των αντιθέσεών του, που μπορούσε να παρουσιάσει. Πώς να μην ταυτιστεί με το προσωπικό, όταν καταλαμβάνει ανάλογη θέση εντός των συσχετισμών κυριαρχίας; Ο γιός (συγγραφέας) είναι για τον πατέρα (αστός) ό,τι είναι ο υπάλληλος για τον εργοδότη και δεν είναι δύσκολο να συναγάγουμε πως η συμβολική συνάφεια και η συμπάθεια που αισθανόταν ο Κάφκα για το προσωπικό ή ακόμα η πραγματική του αντίσταση στην καθημερινή συμπεριφορά απέναντί στο προσωπικό (πάρα πολύ ευγενικός, ταπεινός και με σεβασμό) ή οι περισσότερο πολιτικές θέσεις του, είναι τρόποι για να αμυνθεί ή να προστρέξει συμβολικά σε βοήθεια της δικής του προσωπικότητας. Ο Κάφκα θα προεκτείνει διαρκώς στους κυριαρχούμενους (κοινωνικά, πολιτικά, εθνοτικά ή πολιτισμικά) τη δική του οικογενειακή κατάσταση καταπίεσης και θα αισθάνεται αυθόρμητη αλληλεγγύη γι’ αυτούς. Το να παίρνει το μέρος των κυριαρχούμενων, των ταπεινωμένων ή των καταπιεζόμενων ήταν γι’ αυτόν υπεράσπιση της δικής του θέσης απέναντι στον πατέρα του.

Ο Κάφκα βλέπει, λοιπόν, στους κακομεταχειριζόμενους, υβριζόμενους, περιφρονημένους υπαλλήλους μορφές αδελφών της κατάστασης: «Γι’ αυτό ανήκα απαραιτήτως στη μερίδα του προσωπικού, με το οποίο άλλωστε συνδεόμουν με όλους τους τρόπους λόγω του δειλού χαρακτήρα μου, ο οποίος, καθεαυτός ήδη, με εμπόδιζε να καταλάβω ότι κάποιος μπορούσε να προσβάλλει τους ανθρώπους και, έστω με την έγνοια της δικής μου ασφάλειας, μου ενέπνεε την επιθυμία να συμφιλιώσω το προσωπικό-που, κατά την αίσθησή μου, έπρεπε να είναι φοβερά ενοχλημένο- με σένα και με όλη την οικογένειά μας». Το κατάστημα «μου θύμιζε πολύ έντονα τη δική μου κατάσταση», γράφει επιπλέον ο Κάφκα.

Ο Κάφκα είναι αλληλέγγυος με τους στιγματισμένους, τους αδυνάτους και τους στερούμενους αξιωμάτων. Νιώθει συμπάθεια για τους Τσέχους (που κυριαρχούνται από τους Γερμανούς), για τους μη αφομοιωμένους Εβραίους της Ανατολής (που καταφρονούνται από τους Εβραίους της Δύσης), για τη γλώσσα γίντις (θεωρούμενη ως φτωχή και απολίτιστη γλώσσα από την πλειονότητα των γερμανόφωνων Εβραίων) και για όλους όσοι του φαίνονται θύματα αδικιών ή καταπιεστών. Αναγνώστης του αναρχοκομμουνιστή Κροπότκιν και του αναρχίζοντα σοσιαλιστή Αλεξάντερ Γκέρτσεν, συχνάζοντας σε ορισμένους αναρχικούς ή σοσιαλιστικούς κύκλους[i], επιδεικνύει αδιάπτωτο ενδιαφέρον για όλους αυτούς που αγωνίζονταν υπέρ των θυμάτων της οικονομικής εκμετάλλευσης ή της κρατικής καταπίεσης. Μα δεν ήταν μόνο αυτό.

Ο Κάφκα εργάζεται κυρίως στον τομέα των ασφαλίσεων για εργατικά δυστυχήματα. Νομικός εμπειρογνώμονας, υποδέχεται τους παθόντες, εξετάζει τους φακέλους τους και εκπλήσσεται, ενώπιον του φίλου του, Μαξ Μπροντ, με την πειθηνιότητα αυτών των ακρωτηριασμένων, τραυματισμένων εργατών και υπαλλήλων, οι οποίοι θα μπορούσαν εύλογα να στραφούν βίαια εναντίον του εργοδότη ή εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας και, αντί γι’ αυτό, επαιτούν ευγενικά μια βοήθεια: «Όπως αυτοί οι άνθρωποι είναι συνεσταλμένοι, προσέρχονται για να μας υποβάλουν αιτήσεις. Αντί να καταλάβουν τον χώρο με επίθεση και να τα διαλύσουν όλα, υποβάλλουν αιτήσεις!». Καταχρήσεις εξουσίας, αρνησιδικίες, ταπεινώσεις, εκμετάλλευση, ευπείθεια των θυμάτων εργατικών δυστυχημάτων - ο Κάφκα καταγίνεται διαρκώς με το σύμπαν των εργατικών παθών.

Ο Κάφκα τοποθετεί στην καρδιά του έργου του τους συσχετισμούς δύναμης και κυριαρχίας. Και τονίζει, κυρίως, την εισφορά που καταβάλλει ο κυριαρχούμενος στην ίδια την κυριάρχησή του. Γι’ αυτό, είναι υποχρεωμένος να εξετάζει τις κοινωνικά συντεταγμένες προδιαθέσεις πεποίθησης, ενσυναίσθησης και δράσης, που εμποδίζουν τους κυριαρχούμενους να σπάσουν τον φαύλο κύκλο στον οποίο διατηρούνται. Ο Κάφκα αποδίδει ανάγλυφα τον κεντρικό ρόλο της πίστης στη δύναμη της εξουσίας και στη διατήρηση της τελευταίας. Από τη στιγμή που τα σημεία της εξουσίας ή της κοινωνικής περιωπής παρουσιάζονται και γίνονται αντιληπτά ως τέτοια, οι συμπεριφορές της συγκατάβασης ή της υποταγής ακολουθούν αυθορμήτως. Τα πρόσωπα που βρίσκονται σε θέση ισχύος μέσα στον κοινωνικό κόσμο γενικά ή μέσα σε μια δοσμένη οργάνωση (ξενοδοχείο, πύργος, επιχείρηση), εμπνέουν όχι μόνο τον σεβασμό ή την υποταγή, αλλά μερικές φορές την ακαταμάχητη διάθεση της προσέγγισης, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι την ερωτική ή σεξουαλική επιθυμία. Κάθε νομιμοποιημένη αρχή ασκεί ελκτική δύναμη πάνω σ’ αυτούς που εξαρτώνται από εκείνη. Η εντύπωση της προστασίας είναι μεγάλη για όλους αυτούς και όλες αυτές που μπορούν να υπερηφανευτούν για έναν δεσμό- ακόμα και άτονο- με την εξουσία: ένας εκ θαύματος δεσμός συγγένειας με τον πάμπλουτο γερουσιαστή θείο που μετασχηματίζει τον ξεπεσμένο νεαρό μετανάστη, Καρλ Ρόσμαν, σε πρόσωπο άξιο σεβασμού («Αμερική»), ένας δήθεν ερωτικός δεσμός της Φρίντα, της σερβιτόρας στο ξενοδοχείο των Κυρίων, με τον Κλαμ, τον επικεφαλής του 10ου γραφείου («Ο Πύργος»), που την καθιστά σημαντικό πρόσωπο κλπ. Αλλά κάθε στραβοπάτημα που εκτελείται σε σχέση με την εξουσία ή, χειρότερα, κάθε αντίσταση ή δυσπιστία σ’ αυτή επισύρουν παρευθύς την πτώση, τη δυσμένεια και την περιθωριοποίηση: αφού αποκλείστηκε από τον θείο του, ο Καρλ Ρόσμαν μεταπίπτει στο χαμηλότερο σημείο της κλίμακας και καταλήγει να αντιμετωπίζεται σαν σκλάβος και σαν σκύλος. Η άρνηση να δοθεί σε έναν αξιωματούχο του Πύργου καταδικάζει την Αμαλία και ολόκληρη την οικογένειά της να ζουν σαν παρίες.

Η εξουσία δεν θα ήταν τόσο ισχυρή, αν αυτοί που την υφίστανται, δεν πίστευαν στην παντοδυναμία της. Ως εκ τούτου, ο Κάφκα καταδεικνύει εξακολουθητικά τις αποκλίσεις ανάμεσα σε ό,τι κάνουν ή είναι πραγματικά τα πρόσωπα της εξουσίας -τα οποία τροφοδοτούν αδιάκοπους υπομνηματισμούς και γύρω τους πλανάται μια αίσθηση μυστηρίου- και στις αναπαραστάσεις που προκύπτουν από αυτά: τα βλέπουμε μεγεθυμένα, πιο μεγαλοπρεπή και πιο ωραία απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα, τους αποδίδουμε ποιότητες και ικανότητες, τις οποίες δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκη, εν συντομία, τα υπερεκτιμάμε και συγχρόνως τα καθιστούμε πάρα πολύ ισχυρά. Ο Κάφκα υπογραμμίζει πάντα τον ρόλο της αυταπάτης και όλων των τεχνικών διατήρησης της αυταπάτης ή της αποκοίμισης στην ενάσκηση της εξουσίας. Η σύλληψη της γραφής ως μέθοδος αφύπνισης των συνειδήσεων, με το «να σπάσει την παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται μέσα μας» ή με το «να δώσει μια γροθιά στο κρανίο», είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτό που επιδεικνύει η εξουσία: η μάγευση, η μαγγανεία, το θέλγητρο συμπράττουν στη διατήρηση της καταπιεστικής ισχύος.

Τα πράγματα περιπλέκονται λίγο περισσότερο, μόλις ο κυριαρχούμενος ή ο υποταγμένος εσωτερικεύσει την «παρανομία», την ακύρωση και την κατάσταση της υποταγής του μέχρι το σημείο που αποκτά ο ίδιος την πεποίθηση πως αξίζει τη μοίρα του, ευτυχής μερικές φορές με την παραμικρή κίνηση επιείκειας ή ακόμα και καταφρόνησης που η εξουσία ευαρεστείται να κάνει προς αυτόν. Και η πιο περιφρονητική πράξη γίνεται αντιληπτή σαν ένδειξη ενδιαφέροντος και αναγνώρισης από αυτόν που, εξαρτημένος από το βλέμμα του κυρίαρχου, βλέπει κάποιο είδος επιβεβαίωσης της ύπαρξής του μέσα στην πιο παράλογη τάξη ή στην πιο εξευτελιστική ταπείνωση. Στην «Αμερική», ο χαρακτήρας του Ρόμπινσον περιπίπτει στην κατάσταση του σκλάβου, στην υπηρεσία μιας πρώην τραγουδίστριας (Μπρουνέλντα). Ερμηνεύοντας αυτό που δεν είναι παρά απίθανη εκμετάλλευση σαν γνώρισμα προσοχής εκ μέρους της Μπρουνέλντα προς αυτόν, βρίσκει «εράσμιο» το γεγονός ότι του ζητά να ασχολείται μόνος του με την μετακόμισή της, με τίμημα την υγεία του. Ως τελειοποιημένος σκλάβος, είναι έτοιμος «να εργάζεται όσο πάει» και να «κοιμηθεί για να πεθάνει», όταν θα εξαντληθούν οι δυνάμεις του. Ο Κάφκα μεγεθύνει επίτηδες το επεισόδιο για να προσελκύσει την προσοχή στα πιο κοινά συμβάντα της καθημερινής ζωής, τα οποία συχνότατα περνούν απαρατήρητα.

Η εσωτερίκευση μιας κυριαρχημένης σχέσης στον κόσμο κάνει τον κυριαρχούμενο να προλαβαίνει όλες τις επιθυμίες του κυρίαρχου και να αυτοτιμωρείται πριν από κάθε εξωτερική κύρωση. Το αίσθημα ενοχής και όλες οι αυτοτιμωρητικές συμπεριφορές που το συνοδεύουν, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ή η διαρκής αυτοϋποτίμηση δεν είναι παρά εκδηλώσεις εσωτερίκευσης μιας σχέσης κυριαρχίας. Ο Γιόζεφ Κ., στη «Δίκη», συλλαμβάνεται κυριολεκτικά από το συναίσθημα ενοχής του και όλοι οι δικαστικοί αξιωματούχοι που εμφανίζονται για να τον συλλάβουν, να τον δικάσουν, να τον νουθετήσουν, δεν είναι παρά μυθοπλαστικά στοιχεία μιας δίκης, η οποία σε μεγάλο μέρος διαδραματίζεται εντός του ίδιου του Κάφκα. Το δικαστήριο είναι ουσιωδώς ένα ένδον δικαστήριο και το χασαπομάχαιρο με το οποίο τον σκοτώνει ο ένας από τους δύο δήμιους δεν είναι άλλο από το μαχαίρι που εισδύει στον ίδιο, τον ενδόμυχα πεπεισμένο ότι είναι ένοχος για κάτι, ακινητοποιημένος από τον φόβο, το άγχος και το αίσθημα αμαρτίας που έχει εσωτερικεύσει μέσα από τη σχέση με τον πατέρα του. Αποδεχόμενος να εισέλθει στο παιχνίδι της δίκης, να εμπλακεί ή να επενδύσει με θέρμη σ’ αυτό, συμβάλλει στην ίδια του τη δυστυχία. Ο Κάφκα το έχει καταλάβει καλά για τον εαυτό του και το τοποθετεί λαμπρά κατ’ επανάληψη στα κείμενά του: θα «αρκούσε» να αρνηθεί να μπει στη λογική της δίκης, να μην παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου (που ως ένδον δικαστήριο, άλλωστε, δεν έχει λογικά ορίσει συγκεκριμένη συνάντηση σε αυτόν τον αλλόκοτο κατηγορούμενο, ο οποίος έχει συλληφθεί, αλλά είναι ελεύθερος να εξακολουθεί τις καθημερινές του δραστηριότητες), να χάσει τις περί την εξουσία αυταπάτες του, να απομαγευθεί ή να διαλύσει το θέλγητρο, ώστε τα πράγματα να γίνουν διαφορετικά. Αλλά η υποθετική έγκλιση είναι αναπόφευκτη στη συλλογιστική, καθώς ο κυριαρχούμενος είναι συνηθέστατα ανίκανος να διαπράξει μια τόσο «απερίσκεπτη» ενέργεια (ποιός θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορος στην απειλή ενός ισχυρού, αν όχι ένας άλλος ισχυρός, ο οποίος δεν είναι συνηθισμένος να πτοείται και να υποτάσσεται;), ως συνέπεια του παρελθόντος ενσωμάτωσης και από τις προδιαθέσεις του να αναγνωρίζει τη νομιμοποίηση του κυρίαρχου.

Προσπαθώντας να περιγράψει το ενδόμυχο των ψυχικών και συμβολικών μηχανισμών επί των οποίων εδράζεται η εξουσία και περιγράφοντας ό,τι πειθήνιο και δουλοπρεπώς υποταγμένο υπάρχει εντός της, ο Κάφκα επιχειρεί να απελευθερωθεί και συγχρόνως να απελευθερώσει τον αναγνώστη που θα ήθελε να περατώσει την ίδια διεργασία. Καταδεικνύοντας ότι η τυραννική εξουσία συχνά δεν θεμελιώνει τις αποφάσεις της στην παραμικρή ορθολογική αρχή, παρά μόνο στην προάσπιση του συμφέροντός της, και ότι δεν ωφελεί σε τίποτα να πασχίζουμε να καταλάβουμε τους λόγους της δράσης της, αφού στο βάθος δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβουμε, δεν υποδεικνύει στον αναγνώστη να υποταχθεί χωρίς να προσπαθήσει να καταλάβει, όπως το ισχυρίζεται ο Γκύντερ Άντερς[ii], αλλά περισσότερο αγωνίζεται να αναδείξει πως η αναζήτηση αιτιών είναι ήδη παροχή πίστωσης σε μια αυθαίρετη εξουσία και, με αυτόν τον τρόπο, συνεισφορά στη διατήρηση της νομιμοποίησής της. Η απρόσιτη εξουσία, την οποία οι ήρωες του Κάφκα επιζητούν ματαίως να αποκρυπτογραφήσουν, τελικά δεν είναι αποκρυπτογραφήσιμη, καθώς το έσχατο θεμέλιο της ύπαρξής της είναι εντελώς αυθαίρετο.

* Το κείμενο του Μπερνάρ Λαΐρ, με τίτλο L’infondé du pouvoir, δημοσιεύτηκε στη γαλλική λογοτεχνική επιθεώρηση, Le Magazine Littéraire, Ιανουάριος 2014, σελ. 58-60, στο ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού για τα 90 χρόνια από τον θάνατο του Φραντς Κάφκα (3 Ιουνίου 1924). Μετάφραση: Νίκος Σκοπλάκης.

--------------------------------------
[i] Βλ. Michael Löwy, Franz Kafka, rêveur insoumis, εκδ. Stock, Παρίσι, 2004.
[ii] Βλ. Günther Anders, Kafka pro und contra: die Prozeß-Unterlagen, εκδ. C. H. Beck, Μόναχο, 1984.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Η ιδεολογία, η ηγεμονία και οι συμμαχίες.


των Χρήστου Λάσκου και Ευκλείδη Τσακαλώτου


Είναι πολλοί όσοι ισχυρίζονται πως η επικράτηση του Θατσερισμού μετά από την κρίση του ’70 ακολούθησε μια μετατόπιση στο πεδίο των ιδεών και των συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, η ιδέα είναι πως η ατομικιστική κοσμοαντίληψη προηγήθηκε των εφαρμοζόμενων πολιτικών και καθόρισε τη μοίρα τους.

Ο νεοφιλελευθερισμός, η ακραία πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, που επικράτησε στον κόσμο ολόκληρο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, προετοιμάστηκε από εξελίξεις στον «καθαρό» χώρο της ιδεολογίας. Φυσικά, οι φορείς αυτής της ιδεολογίας διέθεταν υλικότατες δυνάμεις στήριξης των απόψεών τους, μια πανίσχυρη προπαγανδιστική μηχανή χρηματοδοτούμενη αφειδώς και ακαδημαϊκά προγεφυρώματα, που, ακόμη και στις μοναχικότερες στιγμές, τους έδιναν την αυτοπεποίθηση, που είναι αναγκαία σε όλους τους πολέμους. Από την άλλη πλευρά, οι ιδέες τους ήταν οι πιο συμβατές με τον πραγματικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και, από αυτήν την άποψη, μπορούσαν να είναι βέβαιοι πως, υπό «φυσιολογικές συνθήκες», θα έρχονταν και πάλι η ώρα της απόλυτης κατίσχυσής τους.

Τα τελευταία σχόλια, ωστόσο, δεν αλλάζουν το αναμφισβήτητο γεγονός πως η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική επίθεση ενάντια στο συλλογικό προηγήθηκε του πολιτικά εφαρμοσμένου νεοφιλελευθερισμού και υπήρξε προϋπόθεση του υλικού θριάμβου του. Και δεν υπάρχει κανένας «ιδεαλισμός» εδώ. Αρκεί να θυμηθούμε πως για το Μαρξ οι ίδιες οι ιδέες γίνονται υλική δύναμη, όταν κατακτήσουν τις μάζες –και δυστυχώς αυτό δεν αφορά μόνο τις προοδευτικές ιδέες. Η ιστορία δίνει πολυάριθμα σχετικά παραδείγματα.

* * *

Η άποψή μας είναι πως, εν όψει της δυνατότητας μιας πολιτικής ανατροπής στην Ελλάδα, «για μας μιλάει ο μύθος». Διαφορετικά, το μέλλον της κυβέρνησης της Αριστεράς και του κοινωνικού μετασχηματισμού, σε μεγάλο βαθμό, θα καθοριστεί από τεκτονικές μετατοπίσεις στο πεδίο των ιδεών, των αντιλήψεων και των παθών της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Θα πρέπει, λοιπόν, πολύ σοβαρά να δούμε πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να κάνουμε στον κρίσιμο αυτό τομέα έτσι ώστε να πάμε εκεί που θέλουμε.


Κάποια καλά νέα

Αυτά κυρίως έρχονται από τα πάνω, πράγμα, ωστόσο, που κάθε άλλο παρά τα κάνει ασήμαντα. Αντίθετα, μάλιστα, φαίνεται να αντανακλούν πραγματικούς φόβους των κυρίαρχων πως η συνέχιση της ίδιας κατάστασης ίσως θέσει σε μεγάλο κίνδυνο την αναγκαία νομιμοποίηση όχι μόνο των ασκούμενων πολιτικών, αλλά και του ίδιου του συστήματος.

Στο επίπεδο των ιδεών, λοιπόν, διαβλέπουμε πως σημαντικό μέρος των απολύτως φιλοκαπιταλιστικών κατασκευαστών συναίνεσης -διανοούμενοι, think tanks, διεθνείς οργανισμοί- παίρνουν τις αποστάσεις τους από τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Το πιο πολυσυζητημένο, στους καθεστωτικούς κύκλους, οικονομικό βιβλίο των χρόνων της κρίσης, το Capital in the 21st Century του Thomas Piketty, δεν εντοπίζει απλώς τάσεις και προβλήματα του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως η ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων, αλλά, ακόμη περισσότερο προτείνει λύσεις, που αρθρώνονται κεντρικά γύρω από την ιδέα της αναγκαιότητας μιας γενναίας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο αποδομώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, που είναι το θεώρημα του trickle-down, η ιδέα, δηλαδή, πως ο πλουτισμός των πλούσιων είναι ο απολύτως ενδεδειγμένος τρόπος για την ευημερία του συνόλου. Έχουμε φτάσει, μάλιστα, στο σημείο ακόμη και οι εμβληματικά ορθόδοξοι οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, να διακηρύσσουν πως «η ανισότητα είναι εχθρός της ανάπτυξης».

Από την άλλη, πληθαίνουν κείμενα και αναλύσεις, όπου επανεξετάζεται η ιδέα της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου σε βασικούς τομείς. Τόσο σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα όσο και την, τόσο κεντρική για όλους τους νεοκλασικούς, ωφέλεια του καταναλωτή. Τελευταία, ψελλίσματα ακούγονται ακόμη και σχετικά με θέματα δημοκρατίας: τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα δύσκολα ρυθμίζονται -αντιθέτως εύκολα αποφεύγουν το να επενδύουν επαρκώς στα δίκτυα ή να διαμορφώσουν χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Επιπλέον, το επιχείρημα του "too-big-to-fail" φαίνεται ότι δεν ισχύει μόνο για τις τράπεζες!

Σε πιο άμεσα για μας πεδία, η θεωρητική υποστήριξη του οράματος της Μέρκελ για την ΕΕ, για τη συντηρητική ομοσπονδοποίηση δηλαδή, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η ιδέα ότι η ευρωζώνη θα είναι η μοναδική νομισματική ένωση που δε θα χρειαστεί δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, αμοιβαιοποίηση των χρεών, μια "κανονική" κεντρική τράπεζα κλπ, επιβάλλεται απηνώς, κάθε άλλο, ωστόσο, παρά ηγεμονεύει ιδεολογικά. Οι υποστηρικτές της δεν έχουν να παραθέσουν παρά επιχειρήματα (!) του είδους «αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού», «η Γερμανία έχει τη δύναμη να επιβάλλει τους κανόνες», «αν δεν σας αρέσει τη βόλτα σας». Η γυμνή επιβολή, όμως, ποτέ δεν μακροημέρευσε –γι’ αυτό και καθεστωτικά think tanks αρχίζουν να παίρνουν τις αποστάσεις τους.


Τα κακά νέα

Στο πεδίο των ιδεών διαμορφώνονται, όπως είναι γνωστό, διαφορετικές χρονικότητες. Όπως συνέβη και σε προηγούμενες κρίσεις η ιδεολογική μετατόπιση φαίνεται να αρχίζει από τα πάνω - ας θυμηθούμε πως και πριν από το παράδειγμα του νεοφιλελευθερισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε εισαγωγικά, η δουλειά του Κέυνς στη Βρετανία έγινε ηγεμονική μόνο μετά από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το κυριότερο, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως οι κυριαρχούμενοι μετατοπίζονται με σαφώς αργότερους ρυθμούς. Δεδομένου δε πως η κυρίαρχη ιδεολογία είτε είναι η έμπρακτη ιδεολογία των κυριαρχούμενων είτε δεν είναι τίποτε τα περισσότερα παίζονται στο πεδίο των αναπαραστάσεων των κατώτερων τάξεων. Κι εδώ όλα δείχνουν πως ακόμη οι θεμελιώδεις ιδέες, που κυριάρχησαν στις δεκαετίες του νεοφιλελευθερισμού και του νεοσυντηρητισμού παραμένουν ακλόνητες. 

Η απαξίωση του δημόσιου και των συλλογικών λύσεων, η κυριαρχία του ατομικισμού, η καθόλα συμβατή με την προηγούμενη κυριαρχία εθνικιστικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων, η απόδοση μέγιστου σεβασμού στους πιο αντιδραστικούς θεσμούς είναι αντίπαλος ισχυρότερος για την ριζοσπαστική Αριστερά και από το ίδιο το κεφάλαιο. Το γεγονός πως οι από τα κάτω, ανταποκρινόμενοι αντανακλαστικά κάποιες φορές στην ταξική τους θέση, μπορεί να τεθούν σε τροχιά αντίστασης ακόμα και αν ιδεολογικά βρίσκονται «αλλού» δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό.

Κανένα αριστερό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού δεν έχει την παραμικρή τύχη αν δεν εμπλέξει ενεργητικά τη μεγάλη πλειοψηφία των κατώτερων τάξεων. Και ενεργητικά σημαίνει, πρώτα από όλα, με το μυαλό και την καρδιά, άρα με εντελώς άλλη από τη σημερινή τους ιδεολογία. 


Η συγκυρία

Βάσει των παραπάνω μπορούν να προκύψουν κάποια πολύ άμεσα συμπεράσματα για την τρέχουσα πολιτική μας. Ξεκινώντας από το μότο του Μαρξ πως πρέπει να πολεμάμε το παρόν χωρίς να υποστηρίζουμε το παρελθόν, πράγμα, όπως έγινε φανερό ήδη, κρισιμότατο για το σχέδιό μας, θα πρέπει να αποτιμούμε τις πολιτικές μας πρωτοβουλίες.

Δεδομένου, ακριβώς, πως στο ιδεολογικό επίπεδο υπάρχουν ποικίλων ειδών ετεροχρονισμοί, συνιστά συνήθη αυτοματισμό να αντιπαλεύεις το παρόν  είτε υποστηρίζοντας το παρελθόν είτε κάνοντας χρήση των υλικών του παρελθόντος. Μόνο που η ριζοσπαστική Αριστερά δεν έχει το παραμικρό περιθώριο, επί ποινή πραγματικής καταστροφής, να ταυτιστεί με το παρελθόν, με πρακτικές ή με πρόσωπα. Και, από αυτήν την άποψη, η αιτίαση πως όσοι καταθέτουν έντονο προβληματισμό σε σχέση με συγκεκριμένες επιλογές είναι εναντίον του «ανοίγματος» του κόμματος είναι απολύτως παραπειστική.

Είναι δεδομένο π.χ. πως οι μεγάλες μάχες εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων απαιτούν τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση, τη μέγιστη δύναμη πυρός, που είναι δυνατό να συγκεντρωθεί. Την ίδια στιγμή, όμως, η επιτυχία είναι άμεσα συναρτημένη με τη δυνατότητα να πείσεις πως ο δημόσιος τομέας, που υπερασπίζεσαι, είναι στους αντίποδες αυτού που υπήρξε το κράτος στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες. Πως ο συνδικαλισμός που θέλεις να ζωογονήσεις είναι το ακριβώς αντίθετο του «ιστορικού» συνδικαλισμού, κυβερνητικού, εργοδοτικού, όντως συντεχνιακού συχνά, σε τέτοιο βαθμό, που ως ξεκάρφωμα εφάρμοζε έναν εντελώς αντιαισθητικό κουτσαβακισμό.

Η μεγάλη πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων και των λαϊκών τάξεων αναγνωρίζει, από βαθύ ένστικτο –και παρόλη την ιδεολογική υστέρηση, πρόσωπα και καταστάσεις, που ταυτίζει με αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να μην επαναληφθεί ποτέ. Και αυτό δεν μπορείς να μην το παίρνεις υπόψη. Αλλιώς, τη στιγμή που θεωρείς πως κάνεις τη μέγιστη πολιτική καταδικάζεσαι σε πολιτική αναπηρία.

Κι έτσι σε κερδίζει πάλι ο νεοφιλελεύθερος: αν είναι για το ίδιο κράτος καλύτερα ένα πολύ μικρότερο κράτος.

Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε ό,τι αφορά το περίφημο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών. Προφανώς, μια κυβέρνηση της Αριστεράς, πολύ περισσότερο ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός,  απαιτούν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες. Αν όμως είναι να υπηρετηθούν αυτοί οι συγκεκριμένοι στόχοι, περισσότερο από τις ίδιες τις κοινωνικές συμμαχίες μετρούν οι όροι και οι προϋποθέσεις τους.

Οι συνασπισμοί εξουσίας που κυριάρχησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης στηρίζονταν σε ευρύτατες κοινωνικές συμμαχίες. Στο πλαίσιο τους συγκεκριμένες μισθωτές κατηγορίες του δημόσιου τομέα κυρίως, αλλά και μικροεργοδοτικά και ελευθεροεπαγγελματικά στρώματα, ευνοήθηκαν να αποτελέσουν τις τάξεις-στηρίγματα, που έκαναν ασφαλή την πολιτεία του άρχοντος συγκροτήματος. Από την παροχή απίθανων προσόδων μέχρι την εθελοτυφλία απέναντι στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή, φοροκλοπή και εισφοροδιαφυγή και στην παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων –και όχι μόνο ξένων μεταναστών- είχαμε μια τεράστια γκάμα «παροχών».

Είναι απολύτως προφανές πως για τη ριζοσπαστική Αριστερά όλα αυτά είναι, με τον πιο ρητό τρόπο, καταδικαστέα. Η εξάλειψή τους αποτελεί όρο για την κοινωνική σωτηρία. Δεν είναι, λοιπόν, διαπραγματεύσιμα.  

Η Αριστερά παντού και πάντα υποστηρίζει ένα μοντέλο υψηλών καθολικών κοινωνικών παροχών και της γενικής φορολογίας, που μπορεί  να το στηρίξει. Κανένα σκόντο ως προς αυτό δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Η διαβεβαίωση πως ο πλούτος, όχι των «200 οικογενειών», αλλά πολύ περισσότερων θα στηρίξει αυτό το σχέδιο πρέπει να είναι σαφής και καθαρή σε κάθε μας παρέμβαση.

Κερδίζονται, όμως, έτσι εκλογές; Είμαστε πεπεισμένοι πως μόνο έτσι κερδίζονται –και ας μην επεκταθούμε σε πράγματα πολύ σοβαρότερα από τις εκλογές. 

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεσμεύεται απέναντι στα μεσαία στρώματα για εξασφάλιση ρευστότητας, δημιουργία παραγωγικών δικτύων που θα ευνοήσουν τη δραστηριότητά τους, ενίσχυση της ενεργού ζήτησης.  Μαζί και ταυτοχρόνως, δεν θα αποδεχτεί τις κακές πρακτικές, που, στο παρελθόν, αποτέλεσαν τη βάση των κυρίαρχων κοινωνικών συμμαχιών και θα φορολογήσει δίκαια και αναλογικά τον πλούτο. Αν απαιτούνται μέσα στην ύφεση μεταβατικές ρυθμίσεις και προσωρινές διευκολύνσεις κατά περίπτωση να ιδωθεί. Αυτό, ωστόσο, δεν μεταβάλλει τα βασικά.

Γιατί αυτά τα βασικά δίνουν το ισχυρότερο σήμα στη μεγάλη πλειοψηφία, διαπαιδαγωγούν και διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την ιδεολογική μετατόπιση, χωρίς την οποία τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.

* Tο κείμενο δημοσιεύθηκε σε μικρότερη εκδοχή στην Αυγή.

Πηγή alterthess

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Foucault και Marx: σημεία σύγκλισης και αίρεσης


του Αντώνη Γαλανόπουλου*


Μια επίκαιρη συζήτηση για ένα ανοικτό ερώτημα

Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Michel Foucault και θα λέγαμε πως τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρούμε μια έντονη επανεμφάνιση των ιδεών και της επιρροής του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου στις εκδόσεις και την αρθρογραφία στη χώρα μας. Η επιστροφή αυτή συνδέεται στενά με την τρέχουσα κρίση χρέους και τις πολιτικοοικονομικές συνέπειές της στο κοινωνικό σώμα. Το 2012 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο Η γέννηση της βιοπολιτικής που απαρτίζεται από μια σειρά μαθημάτων που παρέδωσε ο Michel Foucault στο Κολέγιο της Γαλλίας το 1979, στα οποία ασχολείται με την ανάλυση των μορφών της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας. Η επικαιρότητα του βιβλίου αυτού καταγράφηκε και στην εφημερίδα «Το Βήμα»: «Πώς η φιλελεύθερη αγορά μπήκε στη σκηνή της Ιστορίας και πώς η Γερμανία αναδείχθηκε σε πρότυπο του νεοφιλελευθερισμού. Οι διορατικές και τολμηρές παραδόσεις του Μισέλ Φουκό στο Κολέγιο της Γαλλίας μας βοηθούν να καταλάβουμε το σήμερα».

Ένα δεύτερο σημείο αυτής της επιστροφής είναι η σύνδεση της έννοιας της βιοπολιτικής με τις έννοιες του χρέους και της λιτότητας, την οποία συναντάμε, μεταξύ άλλων, στην αρθρογραφία του Κώστα Δουζίνα και του Γιάννη Σταυρακάκη.1 Αποκορύφωμα αποτελεί η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Maurizio Lazzarato Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, έργο βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες του Foucault.

Το τρίτο σημείο, αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι το εγχείρημα της αλτουσσεριανής σχολής να συνταιριάξει τη φουκωική και τη μαρξική κοινωνική θεωρία σε μία ανώτερη ενότητα. Χαρακτηριστικό αυτού του εγχειρήματος είναι η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο του Pierre Macherey από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Αυτή η προσέγγιση εκκινεί από την ιδέα ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνδέεται με την εμφάνιση μιας νέας μορφής εξουσίας και συνακόλουθα μιας νέας αντίληψής της, η οποία εκφράζεται στο έργο του Michel Foucault.

Ο Foucault είχε μια ιδιαίτερη και αμφίθυμη σχέση με τον μαρξισμό αλλά και με τον ίδιο τον Marx, την οποία θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε με την ελπίδα να αναδείξουμε τις διαφωνίες και τα σημεία σύγκλισης που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ανανέωση της ριζοσπαστικής και προοδευτικής σκέψης σήμερα. Κι αν η αλτουσσεριανή προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην πλευρά του Marx, οδηγώντας και σε κάποιες υπερβολές στην προσπάθεια να ενταχθεί ο Foucault στο μαρξιστικό Παράδειγμα, εμείς θα δούμε τη σχέση αυτή μέσα από το έργο και την οπτική του Foucault.


Το ζήτημα της εξουσίας

Πρόθεση του Foucault είναι να προτείνει ένα εννοιολογικό σύστημα της εξουσίας που θα ξεφεύγει τόσο από τη μαρξιστική όσο και από τη δικαϊκή-νομική προσέγγιση. Η εξουσία σύμφωνα με τον Foucault δεν ανήκει σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες ατόμων, δεν έχει έναν και μόνο γενέθλιο τόπο, δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς και θεσμούς, αλλά διαπερνά ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, συνιστώντας έτσι ένα δίκτυο σχέσεων. Δεν πρόκειται λοιπόν για μία αλλά για πολλές εξουσίες και πιο συγκεκριμένα για σχέσεις εξουσίας.

Επίσης, για τον Foucault, η εξουσία ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη σχέση και δεν είναι προνόμιο της κυρίαρχης τάξης. Η «μικροφυσική της εξουσίας» παίρνει λοιπόν τη θέση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους σαν όργανο καταπίεσης και επιβολής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες.

Όταν ο Foucault προτείνει τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να μελετάμε την εξουσία, αντιστρέφει τη συνήθη πορεία, λέγοντας πως πρέπει να δούμε την εξουσία από τα κάτω προς τα πάνω, ισχυριζόμενος πως η εξουσία δεν απορρέει από το κράτος. Κάθε έννοια κεντρικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει χωρίς την ύπαρξη σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο.2 Το κράτος, για τον Foucault, συνίσταται στην κωδικοποίηση ενός αριθμού σχέσεων εξουσίας που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία του και η επανάσταση είναι ένας διαφορετικός τύπος κωδικοποίησης των ίδιων σχέσεων.3

Ο Foucault προβαίνει με αυτόν τον τρόπο στην ουσιαστική διάκριση κράτους και εξουσίας καθώς ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις εξουσίας επεκτείνονται πέρα από τα όρια του κράτους. Κατά συνέπεια υποστηρίζει ότι μπορούμε να φανταστούμε επαναστάσεις που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και αλλάζουν τις κρατικές δομές αλλά αφήνουν άθικτες τις σχέσεις εξουσίας οι οποίες σχηματίζουν τη βάση για τη λειτουργία του κράτους.4 Είναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε πως το παράδειγμα της σοβιετικής κοινωνίας τον επιβεβαίωνε καθώς «προσέφερε το παράδειγμα ενός κρατικού μηχανισμού που άλλαξε χέρια και που άφησε τις κοινωνικές ιεραρχίες, την οικογενειακή ζωή, την σεξουαλικότητα, το σώμα περίπου όπως ήταν σε μια κοινωνία καπιταλιστικού τύπου».5 Η κριτική του Foucault στο καθεστώς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» φώτισε τα θεωρητικά ελλείμματα του μαρξισμού που σχετίζονται με τη διαχείριση των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων, κάνοντας λόγο για εξουσιαστικές σχέσεις που δεν σχετίζονται άμεσα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις, όπως οι διαφυλικές ή οι σεξουαλικές σχέσεις. Ο Foucault αποκάλυψε τις συντηρητικές, παραδοσιοκρατικές ή αυταρχικές όψεις του μαρξισμού και της πολιτικής που τον επικαλείται. Τα μαρξιστικά κόμματα και οι παραδοσιακές μαρξιστικές θεωρίες με άλλα λόγια δεν είχαν την ικανότητα να λάβουν υπόψη τους προβλήματα όπως αυτά της ιατρικής, της σεξουαλικότητας ή της τρέλας.

Για να μην επαναληφθεί η σοβιετική εμπειρία και παρεκκλίνει η επαναστατική διαδικασία, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξουσία δεν περιορίζεται στον κρατικό μηχανισμό. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στην κοινωνία αν δεν τροποποιηθούν οι μηχανισμοί εξουσίας που λειτουργούν στην καθημερινότητα και έξω από το πλαίσιο της κρατικών μηχανισμών.6 Οι σχέσεις εξουσίας είναι περίπλοκα φαινόμενα που δεν υπακούν στην εγελιανή μορφή της διαλεκτικής και δεν εξαντλούνται στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής.7

Όσον αφορά τον μαρξισμό, σύμφωνα με τον Foucault πάντοτε, η θεώρηση της εξουσίας παραμένει δέσμια της κεντρικής της άσκησης από τους κρατικούς θεσμούς και της ταξικότητας. Δέσμια δηλαδή της ιδέας ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις εξαντλούνται στη βίαιη επιβολή του συμφέροντος της κυρίαρχης αστικής τάξης στην κυριαρχούμενη εργατική. Ο Foucault υποστηρίζει ότι ο μαρξισμός έχει εγκλωβιστεί στην αναπαράσταση της μοναρχικής ανώτατης αρχής, γεγονός που τον καταδικάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδέα μιας παντοδυναμίας και την ιδέα μιας ριζικής αδυναμίας ή μιας καθαρά παρασιτικής λειτουργίας του κράτους.8

Ο Etienne Balibar σημειώνει απ’ την πλευρά του πως η προσέγγιση του Foucault για την εξουσία δεν είναι απολύτως ανταγωνιστική της μαρξιστικής και επιπλέον ισχυρίζεται ότι δίνει μια διέξοδο στον μαρξισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «η πειθαρχία, η μικροεξουσία αντιπροσωπεύουν την άλλη όψη της οικονομικής εκμετάλλευσης και συγχρόνως την άλλη όψη της ταξικής νομικοπολιτικής κυριαρχίας, την ενότητα των οποίων μας επιτρέπουν να στοχαστούμε· με άλλα λόγια, παρεμβάλλονται ακριβώς στο σημείο του βραχυκυκλώματος που διενεργεί ο Μαρξ ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό, την κοινωνία και το κράτος, όταν αναλύει την παραγωγική διαδικασία».9 Κι αν, συνεχίζει, οι διορθώσεις του Foucault κατευθύνονται, από τη μια εναντίον του εσχατολογικού φαντασιακού της ιστορίας με το οποίο συνδέεται άρρηκτα ο μαρξισμός, από την άλλη δεν είναι καθόλου ασύμβατες με τις στρατηγικές αναλύσεις που έκανε ο ίδιος ο Marx.


Foucault και Marx: πέρα από την εξουσία

Όπως είναι ήδη εμφανές από τη σύγκριση αυτών των δύο προσεγγίσεων της εξουσίας, ο Γάλλος φιλόσοφος βρίσκεται σε σταθερή αντιπαράθεση με τον μαρξισμό. Φαίνεται όμως εξαρχής ότι, για τον Foucault, η διαμάχη με τον Marx δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ο ίδιος ο Foucault υποστηρίζει ότι δεν είχε αναπτύξει καμία σχέση με τον μαρξισμό καθώς «είναι μια πραγματικότητα τόσο πολύπλοκη, τόσο μπερδεμένη, παγιδευμένη επίσης στο εσωτερικό τόσων πολλών πολιτικών στρατηγικών» και διακρίνει τη σχέση του με τον μαρξισμό από τη σχέση που είχε αναπτύξει με το έργο του Marx.10 Μάλιστα, δηλώνει ότι τοποθετεί το έργο του «στη γενεαλογική γραμμή που εκκινεί από το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου. Αυτό που με ενδιαφέρει στο έργο του Μαρξ είναι το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου, δηλαδή ακριβώς ό,τι αφορά τις αναλύσεις περί της γέννησης του καπιταλισμού σε συνδυασμό με τις αναλύσεις των ιστορικών συνθηκών της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ειδικά από την άποψη της εγκαθίδρυσης και εξέλιξης των δομών και θεσμών εξουσίας. Το έργο μου είναι για όλα αυτά εγγενώς συνδεδεμένο με αυτό που γράφει ο Μαρξ».11

Ο Foucault έχει μια αμφίθυμη σχέση με το έργο του Marx. Από τη μια, εκτιμά τις προσπάθειες του τελευταίου, λέγοντας ότι «υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα στον Μαρξ αναφορικά με το σώμα, αλλά ο μαρξισμός έχει επισκιάσει φοβερά το σώμα προς όφελος της συνείδησης και της ιδεολογίας»12 και ότι «πολύ σημαντικά πράγματα που έγραφε ο Μαρξ […] έμειναν πρακτικά αναξιοποίητα, προς όφελος ατέρμονων σχολιασμών με θέμα την υπεραξία».13 Από την άλλη, στο βιβλίο του Οι λέξεις και τα πράγματα ο Marx παρουσιάζεται απλώς σαν μια παραλλαγή του Ricardo και της οικονομικής θεωρίας του 19ου αιώνα με πιο έντονο το στοιχείο μιας ιστορικής εσχατολογίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Στο βαθύ επίπεδο της δυτικής γνώσης ο μαρξισμός δεν επέφερε καμιά πραγματική τομή. Στεγάστηκε ανεμπόδιστα μέσα σε μια επιστημολογική διάθεση που τον υποδέχθηκε ευνοϊκά και που ο ίδιος δεν είχε ούτε σκοπό να την ταράξει, ούτε προπάντων τη δύναμη να την μεταβάλει γιατί βασιζόταν ολόκληρος σε αυτήν. Μέσα στη σκέψη του 19ου αιώνα ο μαρξισμός είναι σαν το ψάρι στο νερό: δηλαδή οπουδήποτε αλλού παύει να αναπνέει».14 Ο Foucault μετακινεί την επιστημολογική τομή από τον Marx στον Ricardo, εκτιμώντας ότι οι οικονομικές αναλύσεις του Marx καθοδηγούνται από έννοιες που αντλεί από το υφάδι της ρικαρντιανής οικονομίας.15 Αυτή η αμφίθυμη στάση θα μπορούσε να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός πως ο Foucault αναμετράται με τα όρια αυτού που ο ίδιος όριζε ως μαρξισμό, που στη πραγματικότητα ήταν μια συγκεκριμένη ανάγνωση του Marx στη Γαλλία.

Αυτό που ελκύει περισσότερο τον Foucault στο έργο του Marx είναι οι ιστορικές εργασίες του. Οι αναλύσεις του Marx ξεχωρίζουν χάρη στη διορατικότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Δεν συγκρίνονται, λέει ο Foucault, με μεταγενέστερες έρευνες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι πάντα τελειώνουν με προφητικές διατυπώσεις.16 Ο Γάλλος διανοητής διευκρινίζει πως δεν θεωρεί «ότι πρέπει να τελειώνουμε με τον ίδιο τον Μαρξ ο οποίος εξέφρασε αλάνθαστα ορισμένα πράγματα. Πρέπει να διακρίνουμε τον Μαρξ από τον μαρξισμό ως αντικείμενο από το οποίο πρέπει να απαλλαχτούμε».17 Μελετώντας το ουσιαστικό πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο πρέπει να υπερβούμε τον μαρξισμό, ο Foucault προσπάθησε να μην πέσει στη παγίδα των παραδοσιακών λύσεων, έτσι υποστήριξε χαρακτηριστικά: «Αυτό που εύχομαι δεν είναι τόσο το να σταματήσει να παραποιείται ο Μαρξ ή να αποκατασταθεί ένας αληθινός Μαρξ, αλλά να απαλλαγεί, να απελευθερωθεί ο Μαρξ από τη δογματική του κόμματος που τον φυλάκισε και τον κράδαινε για τόσο καιρό».18

Υπάρχει, τέλος, μια κύρια διαφορά μεθόδου ανάμεσα στον Foucault και τον Marx. Το σημείο αυτό περιγράφεται από τον Balibar και θα λέγαμε πως δεν έχει λάβει την προσοχή και την επεξεργασία που του αναλογεί στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνάντηση Foucault – Marx. Αυτό που σηματοδοτεί τη διαφορά είναι η εννοιολόγηση της δομής της κοινωνικής σύγκρουσης που εισάγει ο Foucault με τη θεωρία του. Όπως γράφει ο Balibar, «η διαφορά δεν αφορά το διαζευκτικό δίπολο του τοπικού και του σφαιρικού (μιας μικροφυσικής και μιας μακροφυσικής της εξουσίας τρόπον τινά), αλλά την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα σε μια λογική της σχέσης δυνάμεων, σε σχέση με την οποία η “αντίφαση” δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση παρά μια επιμέρους μορφολογία, και σε μια λογική της αντίφασης, σε σχέση με την οποία η “σχέση δυνάμεων” συνιστά μόνο τη στρατηγική στιγμή».19


Συμπέρασμα

Τι μας δείχνει η παραπάνω ανάλυση για τις προοπτικές συνάντησης Foucault και Marx; Η πολυσυζητημένη το τελευταίο διάστημα συνάντηση παραμένει ένα πεδίο προς διερεύνηση, ένα ανοικτό ερώτημα. Από φιλοσοφική σκοπιά, υπάρχουν στον Foucault προβλήματα από τα οποία δεν βρίσκουμε στον Marx ούτε ίχνος.20 Ο Foucault όρισε εκ νέου, σε σχέση με τον κλασικό μαρξισμό, τον χώρο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων καθώς και τη μορφή των επαναστατικών υποκειμένων και κατηγορεί εντέλει τον μαρξισμό ότι συνέβαλε στην έλλειψη πολιτικής φαντασίας.21

Οι θέσεις του Foucault προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για να αναλύσουμε τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις σημερινές μορφές πειθάρχησης και βιοεξουσίας. Για τον Balibar, δεν υπάρχει ένα μεγάλο διαζευκτικό δίπολο «ή Marx ή Foucault». Είναι αλήθεια ότι οι αναλύσεις του Foucault περί βιοεξουσίας και βιοπολιτικής δεν μπορούν να παρακαμφθούν από καμία σοβαρή μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού και των προβλημάτων που θέτουν στην επαναστατική στρατηγική και τακτική της εποχής μας. Γεγονός που αποτυπώνεται στις επεξεργασίες και τα γραπτά εμβληματικών μεταμαρξιστών θεωρητικών όπως ο Hardt και ο Negri.

Όσο κι αν συμφωνούμε ότι η φουκωική και η μαρξιστική θεωρία δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστες, άλλο τόσο πιστεύουμε από την άλλη ότι δεν είναι και συμπληρωματικές. Αν μια μαρξιστική θεώρηση θα μπορούσε με περισσότερη ευκολία να ενσωματώσει τις ιδέες του Foucault για τη φυλακή, την τρέλα και τη σεξουαλικότητα, δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο με τη βασική ιδέα των σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο. Η μαρξιστική αντίληψη περί εξουσίας δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη φουκωική μικροφυσική της εξουσίας. Δεν μπορεί να επιτευχθεί η συνάντηση των δύο θεωριών, αφήνοντας ταυτόχρονα τις δύο θεωρίες άθικτες.

Όποιος επιχειρεί να συνδυάσει τον Foucault με τον μαρξισμό, πρέπει να εντοπίσει με σαφήνεια τις αποκλίσεις τους, να επεξεργαστεί σοβαρά τα σημεία αίρεσής τους και μετά από μια γενναία θεωρητική τροποποίηση να δημιουργήσει τα σημεία τομής των δύο θεωριών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. ενδεικτικά Κώστας Δουζίνας, «Από την επιθυμία του χρέους στη βιοπολιτική λιτότητα», Εφημερίδα των Συντακτών (29.4.2014), http://www.efsyn.gr/?p=193471 και Yannis Stavrakakis, «Debt society: Greece and the future of post-democracy», RadicalPhilosophy, τχ. 181, σ. 33-38, http://www.radicalphilosophy.com/article/debt-society

2. Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης, Ράππας, Αθήνα 1978, σ. 123.

3. Μισέλ Φουκώ, Εξουσία, γνώση και ηθική, Ύψιλον, Αθήνα 1987, σ. 25.

4. Μισέλ Φουκώ, Η μικροφυσική της εξουσίας, Ύψιλον, Αθήνα 1991, σ. 43-44.

5. Μισέλ Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, Βάνιας, Αθήνα 2008, σ. 99.

6. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 79.

7. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 72 και 98.

8. Etienne Balibar, Ο φόβος των μαζών, Πλέθρον, Αθήνα 2010, σ. 115.

9. Balibar, στο ίδιο, σ. 117.

10. Michel Foucault, Σκέψεις γύρω από το Μαρξισμό, τη φαινομενολογία και την εξουσία, futura, Αθήνα 2013, σ. 21.

11. Foucault, στο ίδιο, σ. 22.

12. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 77.

13. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 105.

14. Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα, Γνώση, Αθήνα 2008, σ. 363.

15. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 104.

16. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 211-212.

17. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 190.

18. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 193-194.

19. Balibar, Ο φόβος των μαζών, ό.π., σ. 118.

20. Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Φουκώ-Μαρξ. Παραλληλίες και παράδοξα», Εκτός Γραμμής, τχ. 33 (2013), σ. 78.

21. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 190.

* Ο Αντώνης Γαλανόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Νωρίτερα αποφοίτησε από το Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τον μεταμαρξισμό, στρουκτουραλισμό/ μεταστρουκτουραλισμό, ανάλυση λόγου, την ιδεολογία και την κριτική θεωρία.

Είναι μπλόγκερ και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Unfollow. Έχει τακτική αρθρογραφία σε ηλεκτρονικά μέσα, ενώ ασχολείται επίσης με τις μεταφράσεις και τις βιβλιοκριτικές.

Πηγή Χρόνος

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Snowpiercer: η θερμοδυναμική της Ζωής




του Keunermann


Μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία επιστημονικής φαντασίας, βασισμένη σε ένα γαλλικό graphic novel του 1982, αποτελεί η πρώτη αγγλόφωνη απόπειρα του Bong Joon-ho, στην οποία πρωταγωνιστούν οι Chris Evans, Jamie Bell, John Hurt, Song Kang-ho, Ed Harris και μια αγνώριστη όσο και απολαυστική Tilda Swinton. Πρόκειται για μια ταινία με σαφείς πολιτικές και οικολογικές αιχμές.

Από το έτος 2014, ο κόσμος έχει παγώσει εξαιτίας ενός ατυχήματος κατά τη διάρκεια ενός πειράματος για την αντιστροφή των συνεπειών της πλανητικής υπερθέρμανσης. Mόνον ο διορατικός, φιλόδοξος βιομήχανος Wilford είχε προνοήσει για αυτήν τη δυσμενή εξέλιξη. Τώρα βρισκόμαστε στο 2031, και η εναπομείνασα ανθρωπότητα έχει επιβιβαστεί στο θαυματουργό τραίνο του ελεήμονος ευεργέτη, σε αυτήν τη σύγχρονη Κιβωτό, η οποία δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί μικρογραφία και αντανάκλαση της κοινωνίας την οποία διασώζει. Όλα τα καθάρματα, οι ευπατρίδηδες, οι αριστοκράτες, οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι κλοσάρ, οι καλλιτέχνες, οι έμποροι, οι πλούσιοι, οι μάγειροι, οι δάσκαλοι και όλα τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα βρίσκουν εκεί έναν αντιπρόσωπό τους, καθώς περνούμε από βαγόνι σε βαγόνι. Στην ουρά είναι στοιβαγμένοι οι αληταράδες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, τα αποβράσματα, οι λούμπεν, οι προλετάριοι, που αποτελούν αναλώσιμα εξαρτήματα για την ομαλή αναπαραγωγή της κοινωνικής Μηχανής. Εξεγέρσεις για τη βελτίωση της θέσης τους έχουν γίνει κατά καιρούς, όλες λιγότερο ή περισσότερο αποτυχημένες – που σημαίνει: όλες πνίγηκαν στο αίμα, η μόνη διαφορά έγκειται στο εάν κατόρθωσαν να φτάσουν ένα βαγόνι παρακάτω από την προηγούμενη. Ο Chris Evans ως Curtis Everett είναι ο εκλεκτός, όπως ο Neo στο Matrix. Στο κάτω-κάτω, είναι ο Captain America (και έχει γένι, σε αντίθεση με τον Τσίπρα). Έτσι αρχίζει η έφοδος των απόκληρων: κάθε πόρτα που ανοίγει είναι κι ένας ανελκυστήρας, κάθε βαγόνι κι ένας όροφος στην κοινωνική αναρρίχηση, κάθε σκαλοπάτι κι ένας σταθμός, κάθε στάση κι ένας άρτια τακτοποιημένος και επιτελών τον ρόλο του κόσμος.


Είναι γνωστό πως η κατασκευή μιας αεικίνητης μηχανής θεωρείται αδύνατη, καθώς θα παραβίαζε ταυτόχρονα τον πρώτο και τον δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής (που αφορούν τη διατήρηση της ενέργειας και την αύξηση της εντροπίας, ήτοι την εγγενή τάση κάθε τέτοιου συστήματος προς την τερματική κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας). Το πρόβλημα θα μπορούσε να παραβλεφθεί εδώ με δυο τρόπους: αφενός, η λειτουργία της μηχανής, αν και πλήρως αυτοματοποιημένη, θα προϋπέθετε τόσο την εποπτεία όσο και την επιμέρους συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα (όπως και συμβαίνει). Αφετέρου, ο πάγος θα μπορούσε να αποτελεί τον απαραίτητο, εξωτερικό του συστήματος ενεργειακό πόρο, που του επιτρέπει να διατηρεί τα επίπεδα της συνολικής ενέργειας σταθερά, όχι όμως και τα αντίστοιχα της συστημικής εντροπίας αρκούντως χαμηλά, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αυτοαναπαραγωγή του - από μια αυθαίρετη γενίκευση του δεύτερου νόμου προέκυψε το δημοφιλές κατά τον 19ο αιώνα σενάριο του θερμικού θανάτου του σύμπαντος. Βέβαια το κατά πόσον αυτό συμβαίνει δε διευκρινίζεται στην ταινία, και εκτός των άλλων, αυστηρά μιλώντας, τότε δε θα είχαμε να κάνουμε με ένα αεικίνητον. Σε κάθε περίπτωση, η Μηχανή αποκτά τις αναμενόμενες μεταφυσικές διαστάσεις. Όπως η Ζωή η ίδια, τέθηκε σε κίνηση και συνεχίζει μόνη της στο διηνεκές. Η εμφάνιση της ζωής, άλλωστε, και η ανάπτυξη της από απλούστερες σε ολοένα και πιο πολύπλοκες μορφές μοιάζει να καθίσταται εφικτή χάρη σε μια συνεχή «παραβίαση» του δεύτερου νόμου (χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά διότι οι έμβιοι οργανισμοί στην πραγματικότητα είναι ανοιχτά και αλληλεπιδρώντα με το περιβάλλον τους και όχι βέβαια απομονωμένα συστήματα, και διότι η ροπή προς την αποδιοργάνωση μακροσκοπικά μπορεί να εξακολουθήσει να αυξάνεται παρά ή ίσως χάρη στις τοπικές της μειώσεις). Με την εμβληματική πλέον διατύπωση των Ματουράνα-Βαρέλα, αποτελούν «αυτοποιητικές μηχανές», δια των οποίων αναδύεται τάξη μέσα από το χάος (hat tip, Prigogine).

Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι ένα μόνο από τα θέματα που αντλεί κανείς από τον «Χιονοτρυπητή», εάν μας επιτρέπεται η άχαρη απόδοση του τίτλου. Ορισμένα ακόμη είναι η οικολογία, η βιώσιμότητα, η κατίσχυση των βιομηχανικών κοινωνιών επί του περιβάλλοντος, η αχαλίνωτη επιδίωξη της ανάπτυξης, η κατασπατάληση των εν σπάνει ευρισκόμενων φυσικών πόρων (από ένα σημείο και μετά, ανθρώπινος παράγοντας αναπτύσσεται παρασιτικά για το σύνολο του περιβάλλοντός του, ρουφάει μέλλον απ' το μέλλον του για να φτιάξει το παρόν, αλλά έτσι απλά σκάβει τον λάκκο του αργά και μεθοδικά, με την ελπίδα ότι δε θα ζούνε έτσι κι αλλιώς μέχρι τότε οι σημερινοί για να πληρώσουν τη νύφη), η βιοποικιλότητα κλπ: εν ολίγοις, όλα αυτά τα ωραία θέματα για τα οποία πλέον αρμόδιοι να γράψουν εκθέσεις ιδεών είναι οι μαθητές της τρίτης λυκείου. Η έτερη μεγάλη προβληματική είναι ασφαλώς εκείνη της ύπαρξης των κοινωνικών διαστρωματώσεων και διαφορισμών, και, ακόμη περισσότερο, της διαιώνισής τους. Η ύπαρξη ιεραρχίας στην κλίμακα της συμμετοχής στην κατανομή του παραγόμενου πλούτου, του κύρους, των προνομίων, η εκμετάλλευση της εργασίας και του πόνου των πολλών, η προσήλωση στην κυρίαρχη ιδεολογία, η εθελοδουλεία, αλλά και το ηρωικό άτομο εναντίον του κομφορμισμού της μάζας, αλλά και η συσπείρωση των «από κάτω», η βιαιότητα, το άψογο στυλ (η ταινία «κάθεται» πολύ καλά στο μάτι και χαρίζει ορισμένες αξιομνημόνευτες εικόνες, συνοδευόμενες ωστόσο από τον ζόφο της δυστοπίας, του φουτουριστικού, μετα-αποκαλυπτικού τοπίου προς το οποίο οι αναγνώστες γνωρίζουν ότι έχουμε μια κλίση).

Είναι απλά μια άντεργκράουντ παραγωγή με γνωστούς ηθοποιούς, ή ένα ανεκμετάλλευτο διαμάντι που περιμένει και απαιτεί την προσοχή των θεατών; Αυτή φαίνεται να είναι η ερώτηση που απασχολεί πολλούς που είδαν το Snowpiercer. Και η δική μας απάντηση είναι ότι μπορεί η ταινία να ενδίδει περιστασιακά σε ορισμένα κλισέ, αλλά, σε γενικές γραμμές, νομίζουμε ότι ισορροπεί επιτυχημένα ανάμεσα στην εμπορική παραγωγή και την καλλιτεχνική προσέγγιση, στην πρωτοτυπία και την γενόσημη μετριότητα, πολύ συχνότερα από όταν δεν το κάνει. 



* Le Transperceneige. Μάλιστα, ο Jean-Marc Rochette, εκ των δημιουργών του κόμικ, κάνει μια cameo εμφάνιση στο φιλμ.

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Ο ΣΥΡΙΖΑ σε σταυροδρόμι: Για μια στρατηγική αναδιανομής υπέρ των υποτελών τάξεων


των Σπύρου Λαπατσιώρα και Γιάννη Μηλιού


Στις εκλογές ηττήθηκαν τα κυβερνώντα κόμματα. Η πολιτική απονομιμοποίησή τους εμφανίζεται ραγδαία. Η Χρυσή Αυγή ενισχύθηκε.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό τοπίο που σχηματίζεται έχει δύσκολες επιλογές και ακόμη πιο δύσκολες για τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι επόμενες εκλογές, αν δεν υπάρξει παρέμβαση των μαζών (όπως με το κίνημα των πλατειών ή τον Φλεβάρη του 2012), με βάση τα σημερινά πολιτικά δεδομένα, θα γίνουν είτε με αφορμή την Προεδρική εκλογή αρχές του 2015, είτε τον Ιούνιο του 2016.

1) Με δεδομένο τον εκλογικό νόμο και τη σημερινή πολιτική συγκυρία και συσχετισμούς, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πιθανότατα πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές. Ωστόσο, αν κρατήσουμε όλα τα άλλα σταθερά, δεν θα έχει αυτοδυναμία. Γεγονός που σημαίνει συνεργασία με δυνάμεις της Δεξιάς όπως η ΝΔ, της νεοφιλελεύθερης δήθεν Κεντροαριστεράς όπως το Ποτάμι, ή άλλες παρόμοιες ανασχηματισμένες δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια ακύρωση της δυνατότητας των μετασχηματισμών που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία και εξαναγκασμός σε μία διαχείριση των συνεπειών που έχουν διαμορφώσει οι «μνημονιακές» πολιτικές και του υποδείγματος συσσώρευσης και αναπαραγωγής που επέβαλαν. Αντί της ανατροπής το βάθος του τούνελ θα φέρει την «ανάσχεση της λιτότητας», έναν ήπιο νεοφιλελευθερισμό «με ανθρώπινο πρόσωπο».

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο μοναδική προοπτική φαντάζει η επιδίωξη της αυτοδυναμίας, ως όρος ύπαρξης μιας Αριστεράς που θέλει να κυβερνήσει για να οργανώσει τους αναγκαίους και ώριμους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας, μετά την παγκόσμια κρίση και την ιστορική κρίση που έπληξε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Είναι προφανές ότι αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν απλά ένα μελλοντικό ενδεχόμενο. Αφορούν τον πολιτικό σχεδιασμό σήμερα, την οργάνωση της πολιτικής στρατηγικής σήμερα, για το τι θα κάνεις για να επιτύχεις τον στόχο που θα θέσεις και επομένως το πώς θα πορευτείς. Όπως ακριβώς το αποτέλεσμα των εκλογών αποτύπωσε τις επιπτώσεις των σχεδιασμών της προηγούμενης διετίας και του ταχύτατου προσανατολισμού του ΣΥΡΙΖΑ στον κυβερνητισμό της «παραγωγικής ανασυγκρότησης».

2) Για να εκτιμηθεί η κατάσταση, σε σχέση με το στόχο της αυτοδυναμίας, πρέπει να εξετάσουμε την όλη πολιτική στρατηγική που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ, εξέταση που θα είναι ελλιπής όσο δεν αναλύονται πέρα από τα αποτελέσματα και τα υπόλοιπα στοιχεία που καθορίζουν τη σχέση εκπροσώπησης που έχει συνάψει ο ΣΥΡΙΖΑ με κοινωνικά στρώματα.

2α) Μέχρι τις εκλογές του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε ένα πολιτικό σχηματισμό ο οποίος με τη συμμετοχή του στα κινήματα για την παιδεία το 2006, με την υποστήριξη στο δικαίωμα της νεολαίας να εξεγείρεται το 2008, με την ενεργή συμμετοχή και στήριξη του κινήματος των πλατειών το 2011 (του κομματιού του κινήματος που είχε κοινωνικό-δημοκρατικό και όχι εθνικιστικό λόγο), καταχωρήθηκε ως το «μαύρο πρόβατο» του πολιτικού συστήματος, ακόμη και από το ΚΚΕ. Εμφανιζόταν ως ο αντισυστημικός/εξωσυστημικός πολιτικός πόλος απέναντι σε ένα σύστημα που κυβέρνησε τις τελευταίες δεκαετίες και δημιούργησε ένα πυκνό θεσμικό συνεχές. Οι επεξεργασίες του για την κρίση ως διεθνή και ευρωπαϊκή κρίση, ως μη-εθνικό ζήτημα, η κριτική του στη στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, επαληθεύονταν όσο περνούσε ο καιρός, γεγονός το οποίο του προσέδωσε κύρος και το σημαντικότερο έσπασε με όρους του σήμερα το «δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική» – και όχι με όρους μίας «βέβαιης μελλοντικής» επανάστασης. Παράλληλα στο πρόσωπο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ συμπυκνώθηκε η εισβολή στο πολιτικό πεδίο μιας νέας γενιάς, που ζητούσε να έχει λόγο και ευθύνη για τις αποφάσεις, συμπυκνώθηκε μία σχέση που έλεγε ότι ο καθένας μπορεί να έχει λόγο εν αντιθέσει με το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό και την απόσταση που είχε από την κοινωνία.

Αυτά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την πλευρά της κοινωνίας, καθώς αυτή βίωνε τα αποτελέσματα των οικονομικών πολιτικών που ακολουθήθηκαν, πλατιά τμήματά της κατανόησαν ότι ο «πόλεμος» που κήρυξε η κυβέρνηση Παπανδρέου στρεφόταν εναντίον τους, ότι η νέα κοινωνία που θα γεννιόταν δεν έχει χώρο γι’ αυτά και την ανάγκη τους να ζήσουν με αξιοπρέπεια, και μετακινήθηκαν ενάντια στο σύστημα που κυβέρνησε τη Ελλάδα. Και μόνο το πολιτισμικό/πολιτικό γεγονός της καθιέρωσης της συνέλευσης (στις πλατείες και πέρα από αυτές) για λήψη αποφάσεων, που ως τότε ήταν σχεδόν αποκλειστικά πρακτική αναρχικών/αυτόνομων ομάδων, δείχνει τις ιδεολογικές μετατοπίσεις που έλαβαν χώρα ακόμη και σε συντηρητικά στρώματα.

Αυτές οι δύο κινήσεις, του ΣΥΡΙΖΑ ως αντισυστημικής/εξωσυστημικής δύναμης και πλατιών τμημάτων της κοινωνίας που κινήθηκαν αντισυστημικά, συναντήθηκαν ιστορικά, κυρίως στις πλατείες και στις κινητοποιήσεις του Φλεβάρη του 2012, καθιστώντας τον ΣΥΡΙΖΑ έκφραση αυτής της διάθεσης στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Το εκλογικό αποτέλεσμα του 2012 είχε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Για πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ έχασε τα εργατικά λαϊκά στρώματα, ευρύτερα τους μισθωτούς αλλά και μεσαία στρώματα, που βρέθηκε να τους εκπροσωπεί στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ως τότε είχε πολύ περιορισμένη πρόσβαση σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τα μεγάλα αστικά κέντρα, τη νεολαία, τους εργαζόμενους και τους ανέργους και σημείωσε αξιοσημείωτα ποσοστά στην επαρχία.

2β) Το αποτέλεσμα του Ιούνη – μια ιστορική ευκαιρία, ανεπανάληπτη ως προς τους όρους της για την Αριστερά – εκλήφθηκε από το μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που κινητοποιήθηκε με στόχο να πετύχει την κυβερνητική αλλαγή ως ήττα. Η μερίδα αυτή της κοινωνίας αποσύρθηκε, μετά από μία αρχική αναμονή κάποιων μηνών, απογοητευμένη. Σημαντικές εξαιρέσεις ο αγώνας της ΕΡΤ και οι απεργίες των εργαζόμενων στην Υγεία και των εκπαιδευτικών (με τα προβλήματα αποτελεσματικής οργάνωσής τους που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ).

Στοιχείο που συνέβαλε στην απόσυρση της κοινωνίας ήταν και ο «φόβος των μαζών» που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα-πρώτα οργανωτικά. Η διεύρυνση του κόμματος προς το εκλογικό σώμα που τον ψήφισε έγινε με πολλή καθυστέρηση, άτολμα και συντηρητικά. Το μήνυμα που εκπέμφθηκε από τις πρώτες μέρες το πήραν άμεσα τα κοινωνικά στρώματα που κινητοποιήθηκαν και γι’ αυτό ο αρχικός ενθουσιασμός μετριάστηκε, έγινε στάση αναμονής και όταν μετά από πολύ χρόνο έγινε το άνοιγμα, όπως έγινε, ως μη-άνοιγμα στην κοινωνία, πήρε περισσότερο το χαρακτήρα ένταξης πολιτικών οργανωμένων ομάδων, στελεχών με μία πολιτική εμπειρία και όχι μαζικής ένταξης του κόσμου που κινητοποιήθηκε το προηγούμενο διάστημα. Να το πούμε αλλιώς, δυναμικά νέα στρώματα που προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας την ελάχιστα δημοκρατική οργάνωσή του, τις φατρίες και ένα διαμορφωμένο κομματικό κατεστημένο, όχι και πολύ φιλικό σε πολλές-πολλές αλλαγές, απλώς στάθηκαν στη γωνία. Ίσως αυτή η καθυστέρηση στο άνοιγμα κατά ένα χρόνο, και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στο καταστατικό του συνέδριο δεν πέτυχε να οργανωθεί ως ενιαίο κόμμα, να αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπόδιο στην πολιτική διείσδυσή του στην κοινωνία, βασικό παράγοντα που τον οδήγησε στη συνέχεια να επιχειρήσει να διευρύνει την επιρροή του στην κοινωνία σχεδόν αποκλειστικά με τον προσεταιρισμό προσωπικοτήτων και παραγόντων, δηλαδή ανακυκλώνοντας πολιτικό προσωπικό σηματοδοτημένο στην κοινωνία, τοπική ή εθνική, ως «σύστημα».

Συγχρόνως ο μικρός πολιτικός σχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και αντιμετώπισε το πρόβλημα της σχέσης του προγράμματός του με το επίπεδο κρατικής διαχείρισης, τοποθέτησης και λύσης προβλημάτων, όπως επίσης το ζήτημα διεύρυνσης των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

2γ) Μετά τις εκλογές του 2012, υιοθετήθηκε μία στρατηγική που για χάρη ευκολίας θα την αποκαλούμε στροφή προς τον διεμβολισμό «πολιτικά κεντρώων στρωμάτων», χαρακτηρισμός ο οποίος αδικεί τη συνθετότητα του θέματος αλλά αποτελεί δείκτη που διευκολύνει τη συζήτηση. Το χαρακτηριστικό της αντισυστημικής δύναμης μειώθηκε σιγά-σιγά. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ευρωεκλογές τμήματα του εκλογικού σώματος ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ «παρόλο που είναι μία από τα ίδια» επειδή του δίνουν μία ευκαιρία, εφόσον δεν έχει δοκιμαστεί, ενώ άλλα τμήματα του εκλογικού σώματος δεν τον ψηφίζουν «αφού είναι μία από τα ίδια, και οι άλλοι το ξέρουν το παιχνίδι ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν το κατέχει». Κύρια μετατόπιση σε επίπεδο λόγου πέραν της μετατόπισης στο δίπολο αντισυστημικότητα/συστημικότητα έγινε με τη σχετική υποχώρηση του αιτήματος για «αναδιανομή»/«να πληρώσουν οι πλούσιοι», ως οργανωτικού στοιχείου του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ, υπέρ του αιτήματος για «παραγωγική ανασυγκρότηση» ως κύριου οργανωτικού στοιχείου. Η μετατόπιση αυτή αντανακλά επίσης την προσπάθεια διεύρυνσης των κοινωνικών συμμαχιών προς τμήματα του επιχειρηματικού κόσμου που έχουν πληγεί από την κρίση και τη διαχείρισή της. Η γενικότερη εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ είναι η εικόνα ενός πολιτικού σχηματισμού ο οποίος αποδέχεται τους «κανόνες του παιχνιδιού» και περιμένει να πάρει τις εκλογές. Σ’ αυτό προφανώς επέδρασε καθοριστικά η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων.

2δ) Ένα σημαντικό στοιχείο, πέραν του ζητήματος του ενιαίου κόμματος και των όρων λειτουργίας του, είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα δεν έχει ιδεολογική ζωή και – με μία δόση υπερβολής – ούτε σημαντική πολιτική ζωή. Η οργάνωση της σχέσης κοινωνικής εκπροσώπησης αφήνεται εν πολλοίς στο πυκνό θεσμικό πλαίσιο που υπάρχει ήδη, δηλαδή στη δικαιοδοσία ενός συστήματος που απέτυχε και προσπαθεί να διατηρήσει τα κεκτημένα, αν εξαιρέσουμε τις ομιλίες-συζητήσεις στελεχών του, που αποτέλεσαν από την αρχή της κρίσης έναν οιονεί «νέο» θεσμό οργάνωσης της δημόσιας συζήτησης. Ωστόσο παρά τη σημαντικότητά του ως κοινωνικής μορφής έχει περιορισμένη κοινωνική διεισδυτικότητα.

2ε) Φυσικά μεσολάβησαν πολλά άλλα από τις εκλογές του 2012. Δεν μπορούν να καταγραφούν εδώ. Σημειώνουμε μόνο τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής του στρώματος των μισθωτών, είτε με τη μορφή της κατάρρευσης του μισθού και των όρων εργασίας είτε με τη μορφή της ανεργίας, καθώς και ενός πλειοψηφικού τμήματος της κοινωνίας. Η ίδια η επιβίωση για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού μοιάζει όλο και περισσότερο με “επαναστατική πράξη”. Η θεσμική οργάνωση της αναδιανομής προς όφελος του κόσμου του πλούτου συνεχίστηκε. Η νεολαία κατευθύνθηκε περισσότερο προς τη μετανάστευση και η ανεργία σε αυτήν γιγαντώθηκε. Ο πολιτικός κίνδυνος που αντιπροσώπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ και η γενικότερη σηματοδότηση που έδινε το ενδεχόμενο ανατροπής για τις εξελίξεις, αποτέλεσε έναν από τους κύριους παράγοντες που ενέτειναν τον διχασμό στις ιθύνουσες τάξεις, σχετικά με τη δέουσα πολιτική για τη διαχείριση της κρίσης, όπως εκφράστηκε από τη διχογνωμία ΔΝΤ και Γερμανίας και τη φιλική προς το ΔΝΤ «ουδετεροποίηση» της ΕΚΤ. Παράλληλα όμως προκάλεσαν την κινητοποίηση δυνάμεων που επιδίωξαν ενεργά τον πολιτικό παροπλισμό του ΣΥΡΙΖΑ ως δυνητικού κινδύνου.

2στ) Αυτά τα χαρακτηριστικά της κατάστασης αποτυπώνονται και στα εκλογικά αποτελέσματα.
Παρουσιάζεται πτώση των ποσοστών και των ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ στους εργαζόμενους/άνεργους και στη νεολαία, στα αστικά κέντρα, παρά την πρωτοφανή και εντεινόμενη όλα αυτά τα χρόνια κοινωνική καταστροφή, ενώ αυξήθηκε στις μεγάλες ηλικίες. Διατηρείται το ίδιο ποσοστό συνολικά επειδή αυξάνεται σημαντικά η δύναμη στην επαρχία.

Με άλλα λόγια αυτό που άλλαξε μεταξύ των δύο εκλογών (2012-2014) σε όρους εκλογικής καταγραφής είναι η σύνθεση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ με μία οριακή πτώση. Σε συνθήκες πόλωσης σε εθνικές εκλογές, με όλα τα άλλα σταθερά, μπορεί κανείς να φανταστεί μία άνοδο που δεν εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

3) Συνοψίζοντας, η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2012 οργανώθηκε στη βάση ότι έχει δεδομένο το «αντισυστημικό ακροατήριο» και πρέπει να διεμβολίσει «μεσαία πολιτικά στρώματα» για να διευρύνει το ποσοστό του. Αυτή η πολιτική στρατηγική σε αυτές τις εκλογές συνάντησε τα όριά της. Πέτυχε οριακά θετικά εκλογικά αποτελέσματα, παρουσίασε ωστόσο αρνητικές τάσεις που αποτελούν πηγή ανησυχίας για το μέλλον και – σημαντικό – δεν μπόρεσε να εμπνεύσει την νεολαία.

Επιπρόσθετα, με δεδομένους τους μετασχηματισμούς που λαμβάνουν χώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να αδυνατεί να συλλάβει την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση: το ότι βρισκόμαστε σε νέα φάση οικονομικής και κοινωνικής αναδιάρθρωσης, με σταδιακή μακροοικονομική σταθεροποίηση, αλλά συγχρόνως συνέχεια των ιδιωτικοποιήσεων, των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις, αποδόμηση του δημοσίου, της υγείας, της παιδείας, του ασφαλιστικού, των χρεών που έχουν να εξυπηρετήσουν τα νοικοκυριά, με διατήρηση της πολύ ψηλής ανεργίας, με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας να τρέφουν εχθρικά αισθήματα απέναντι στο θεσμικό πλαίσιο. Συγχρόνως ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει αδύναμος στο να διεμβολίζει εκείνα τα στρώματα τα οποία θα σταθεροποιούνται, καθώς η οικονομία θα εξέρχεται από τη βαριά ύφεση. Αλλά ούτε αποτελεί την προφανή «λύση» για τα στρώματα που περιθωριοποιούνται. Επομένως, βασικό συμπέρασμα: Πρέπει να αλλάξει η πολιτική στρατηγική οργάνωσης της σχέσης εκπροσώπησης με την κοινωνία, αλλιώς κινδυνεύει να στοχεύσει στον κοινωνικό κενό χώρο.

4) Η ιστορική συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονη κοινωνική πόλωση, απονομιμοποίηση του πολιτικού σκηνικού, εφόσον κατανοείται απλά ως επάγγελμα που πουλάει μεγάλα λόγια και υποσχέσεις στον «κοσμάκη» για να κάνει μπίζνες με επιχειρηματίες, τραπεζίτες κλπ. Η διάθεση ακόμη και δεξιών ψηφοφόρων για ένα «άλλο κράτος», για ένα άλλο τρόπο να «γίνονται οι δουλειές» δείχνει το αντισυστημικό δυναμικό της κοινωνίας, μίας κοινωνίας κουρασμένης από το σύστημα διακυβέρνησης 30 χρόνια τώρα και το πολιτικό προσωπικό που το υπηρέτησε. Επειδή σύστημα είναι «ο τρόπος που γίνονται οι δουλειές». Σύστημα δεν είναι μόνο η Κεντρική Τράπεζα, οι υπουργοί, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι “νόμοι και οι αστυνόμοι”. Είναι το συνολικό θεσμικό πλαίσιο οργάνωσης της καθημερινής αναπαραγωγής και της διαχείρισής της. Από τις λαϊκές αγορές μέχρι τα ΜΜΕ, την κεντρική τράπεζα και τα σαλέ που κλείνονται οι δουλειές. #Στη ρήξη με αυτό το παγιωμένο σύστημα είναι που πρέπει να προχωρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα σαφές αίτημα αναδιανομής υπέρ των κατώτερων τάξεων. Αναδιανομή όχι μόνο του πλούτου αλλά και της εξουσίας. Με ένα σαφές και καθαρό πρόταγμα που θα δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτική δύναμη διαφορετική από τις άλλες. Και αυτά σημαίνουν συγκεκριμένα πράγματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για να διεκδικήσει την αυτοδυναμία πρέπει να στραφεί, με όρους ριζοσπαστικής μετατόπισης της τρέχουσας πολιτικής οπτικής του, στην οργάνωση αυτού του αντισυστημικού δυναμικού το οποίο διασχίζει πολλούς χώρους, με όρους οργάνωσης της ελπίδας και της συστράτευσης των κατώτερων τάξεων για μία διαφορετική ζωή. Ωστόσο για να αλλάξει η κοινωνία πρέπει να αλλάξουμε και εμείς και να αποφύγουμε τους εύκολους δρόμους που σπρώχνει ή ανοίγει ένα παραπαίον σύστημα εξουσίας.

Παράδειγμα. Αν δούμε το δημοσίευμα του περιοδικού Unfollow που περιγράφει τη συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ με τον Μελισσανίδη ως κυτταρική μορφή του υποδείγματος διακυβέρνησης που θα ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε ένα έξοχο αντιπαράδειγμα το οποίο πρέπει να συζητηθεί παντού ως αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει να κάνει, επειδή τότε δεν θα διαφέρει σε τίποτα από το σημερινό σύστημα διαχείρισης. Και θα πρέπει να συζητηθεί ως τέτοιο, αντί να επιχειρείται να μπει κάτω από τα χαλί. Η συνάντηση εν κρυπτώ με ένα επιχειρηματία για να κανονιστούν δουλειές (ή δουλείες), δηλαδή το ποια πρόταση θα υποστηρίξει η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να διευθετηθούν θέματα για τα οποία έχει ενδιαφέρον και ο οποίος απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι κατά νόμο υπεύθυνος για τα ζητήματα αυτά, είναι το «σύστημα» που η κοινωνία ζητάει να αλλάξει, και το ζητάει σταθερά και επίμονα τουλάχιστον από το 2012. Μια υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στη δύναμη του συστήματος, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, θα άφηνε τη δυνατότητα να καταστεί δύναμη διακυβέρνησης μόνο με βάση την απελπισία (και όχι την ελπίδα ή πολύ περισσότερο τη συστράτευση) των κατώτερων τάξεων – και αυτό δεν πάει πολύ μακριά. Το πιο απλό αναφορικά με το παράδειγμα που συζητάμε, που θα οργάνωνε ένα διαφορετικό πολιτικό ορίζοντα, θα ήταν να απευθυνθεί ο κατά νόμο επιχειρηματίας στο δήμαρχο ή και στους όμορους δημάρχους (ή υποψήφιους δημάρχους) και την περιφερειάρχη, σε μία δημόσια ανακοινωμένη συνάντηση, και αυτοί αφού διαβουλευθούν κατάλληλα με την τοπική κοινωνία, τους θεσμούς της, περιλαμβανομένων των λαϊκών συνελεύσεών της και αφού πάρουν τη συμβουλευτική γνωμοδοτική υποστήριξη των τμημάτων πολιτικής χωροταξικού σχεδιασμού, ανάπτυξης των πόλεων και περιβάλλοντος, να μεταφέρουν τη σύστασή τους στα όργανα του κόμματος για το τι πρόταση θα πρέπει να υποστηρίξει η Κ.Ο. Κι όλα αυτά δημόσια!. Με ένα γενικό όρο: να οργανωθεί μία κοινωνική, δημοκρατική και δημόσια, παραγωγή της απόφασης.

Το γεγονός ότι εμφανίζεται εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως κομμάτι του συστήματος που ταλαιπώρησε την ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες και στο τέλος της κήρυξε και τον πόλεμο για να κερδίσουν οι «φίλοι επιχειρηματίες» (για παράδειγμα μέσω ιδιωτικοποιήσεων) είναι καταστροφικό: δεν είναι μόνο αναγκαίο να καταδικάσει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτές τις λογικές, οι οποίες παρατηρούνται σε μικρότερη κλίμακα και αλλού, αλλά να αποστασιοποιηθεί πλήρως από αυτές ακριβώς επειδή «σύστημα είναι ο τρόπος που γίνονται οι δουλειές».

5) Ζούμε μέσα σε μία ιστορική καμπή, σε πυκνό πολιτικό χρόνο, αλλά παρ’ όλα αυτά πολλές φορές καταφεύγουμε σε σχήματα γραμμικά για να εξηγήσουμε τα πολιτικά αποτελέσματα, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την κοινωνική πόλωση και το κοινωνικό δυναμικό. Ένα τέτοιο επιφανειακό και απλοϊκό σχήμα εκφράζεται από την άποψη που εκτιμά ότι απαιτείται στροφή «προς τον πατριωτισμό» για να διευρυνθεί το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό έγινε εν μέρει βέβαια και στις ευρωεκλογές χωρίς να αποδώσει τα υποσχόμενα, πέρα της συμβολής σε μία αλλαγή της σύνθεσης των ψηφοφόρων. Αλλά μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι δοκιμάστηκε για λίγο χρονικό διάστημα στις ευρωεκλογές και δεν υπήρχε ο κατάλληλος χρόνος ή η κατάλληλη ένταση για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητά του.

Μερικά σχόλια προς το παρόν σε σχέση με αυτό: Ο πατριωτισμός δεν πρόκειται να μας λείψει. Διαπερνά αναγκαστικά κάθε κυβερνητική δύναμη. Αναγκαστικά λόγω της συμμετοχής της στις «κρατικές υποθέσεις» και επομένως στην αντιπροσώπευση του κράτους-έθνους απέναντι σε άλλα κράτη-έθνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, θα διαπεραστεί επίσης κατά την άσκηση διαχείρισης του κράτους από τον «πατριωτισμό», ούτως ή άλλως, αναγκαστικά και αναπότρεπτα και η ελπίδα είναι ότι θα αποστασιοποιηθεί από αυτόν, θα τον πολεμήσει. Ομως το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Το πραγματικό ερώτημα είναι για «ποια Ελλάδα» μιλάμε, δηλαδή αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να δημιουργήσει νέους θεσμούς, θεσμούς μιας ελληνικής κοινωνίας με συσχετισμούς υπέρ των υποτελών τάξεων. Δηλαδή να οργανώσει μηχανισμούς και θεσμούς αναδιανομής που επιτρέπουν την κοινωνική δικαιοσύνη, οργανώνουν μια κοινωνία με τάση αντιστροφής και μείωσης των ανισοτήτων που θα βρεθεί στην καρδιά μίας «βιώσιμης ανάπτυξης», στον αντίποδα της Ελλάδας που οργανώνει το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα παραγωγικής ανασυγκρότησης του Σαμαρά. Αυτό που ενδιαφέρει είναι τι στόχους θα βάλει η κυβέρνηση της Αριστεράς για τη μερίδα των μισθών στο συνολικό προϊόν, τις ώρες και ημέρες εργασίας, τον περιορισμό των πολλαπλών και άνισων αγορών εργασίας (ζήτημα το οποίο δεν αφορά πλέον μόνο τους μετανάστες και τους νέους αλλά μεγάλα τμήματα του συνολικού πληθυσμού), πώς θα μειώσει την ανεργία όσο γίνεται πιο ταχύρρυθμα, τι διάρκεια και τι ύψος θα έχουν τα επιδόματα ανεργίας, τι πρόσβαση θα έχουν οι λαϊκές τάξεις σε υγεία, παιδεία, ασφάλιση, υποδομές και ποιος και σε τι ποσοστό θα επωμίζεται τη σχετική δαπάνη. Ποια είναι η συνολική παραγωγή κοινών αγαθών και η έκταση των συνεταιριστικών δημοκρατικών μορφών παραγωγής, με ποιό τρόπο ασκείται κοινωνικός έλεγχος στα συλλογικά αγαθά, τι σχέση οργανώνεται με το φυσικό περιβάλλον, πως οργανώνεται η ένταξη των μεταναστών και χίλια δύο άλλα επείγοντα θέματα που αφορούν τον 21ο αιώνα. Για ένα τέτοιο εγχείρημα αναδιανομής υπέρ των πολλών, αυτό που λείπει δεν είναι ο πατριωτισμός. Το αντίθετο!

Η Αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να επιχειρήσει μία φυγή από το κοινωνικό πρόβλημα και την αυξανόμενη κοινωνική πόλωση. Δεν έχει κανένα λόγο να επικαλείται τον πατριωτισμό για να συσσωρεύει ένα ανεξόφλητο κοινωνικό χρέος, όπως έκανε σε προηγούμενες δεκαετίες το ΠΑΣΟΚ. Απαιτείται το κόμμα να «κάνει μια πορεία στο λαό», όχι για να του χαϊδέψει τα αυτιά με τον πατριωτισμό, με ένα λόγο δηλαδή που μετασχηματίζει τις υπαρκτές κοινωνικές συγκρούσεις σε φαντασιακές εθνικές διαμάχες (η «γερμανική κατοχή», τα «φερέφωνα της Μέρκελ», κλπ.) και ο οποίος συσκοτίζει αυτό που πραγματικά διακυβεύεται στην ιστορική συγκυρία. Απαιτείται το κόμμα να οργανώσει τις αντιστάσεις της κοινωνίας, να ανοιχτεί στα στρώματα που πλήττονται, προτάσσοντας την αναδιανομή υπέρ των πολλών και οργανώνοντας τα λαϊκά αιτήματα γύρω από αυτόν τον πυρήνα, μετασχηματίζοντας τις διεκδικήσεις σε ένα πρόγραμμα αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας.

6) Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για να αντεπεξέλθει στο έργο εξόδου της ελληνικής κοινωνίας από την κρίση προς όφελος των πολλών, με κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών, πρέπει να οργανώνεται ως αντιπολίτευση στο κράτος, ήδη από τώρα. Ως αντιπολίτευση απέναντι σε αυτό το πυκνό και συνεχές δίκτυο θεσμών που συνιστά την ιζηματοποίηση των σχέσεων και των συμπεριφορών που εγκαθίδρυσε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και το σύστημα εξουσίας το οποίο διαχειρίστηκε τις τύχες του τόπου τις τελευταίες δεκαετίες. Μόνο ως αντιπολίτευση στο κράτος μπορεί να πραγματοποιήσει τους αναγκαίους κοινωνικούς μετασχηματισμούς – διαφορετικά απλά θα κυβερνήσει «σαν τους άλλους»...

Αντισυστημικότητα σημαίνει τελικά ότι πηγαίνεις προς την κοινωνία. Διότι, όπως εύστοχα παρατηρούσε ο Adam Smith, ως πατέρας του οικονομικού φιλελευθερισμού, υπάρχει μία ανισορροπία ισχύος στην κοινωνία. Αυτήν την ανισορροπία πρέπει εμείς να αμφισβητήσουμε.

Οι επιχειρηματίες συχνά και όποτε χρειάζεται συναντούν και συντρώγουν με αυτούς που παίρνουν αποφάσεις, ενώ οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι δεν έχουν τη δυνατότητα να «συναντήσουν» αυτούς που παίρνουν αποφάσεις όποτε το χρειάζονται, ούτε τρώνε μαζί τους και συνήθως τους βλέπουν από μακριά, με ένα στρατό ανάμεσα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απαιτείται να ριζοσπαστικοποιήσει τις μεθόδους μέσα από τις οποίες επιδιώκει να δημιουργήσει σχέσεις εκπροσώπησης με τα κοινωνικά στρώματα των υποτελών τάξεων.

Όλα αυτά σημαίνουν ένα ριζικό αναπροσανατολισμό του ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να διευρύνει όχι μόνο τα εκλογικά του ποσοστά, αλλά την πολιτική και ιδεολογική του εμβέλεια έτσι ώστε να διεκδικήσει την πολιτική αυτοδυναμία: Ώστε να αποτελέσει πολιτικό εκφραστή των υποτελών τάξεων και πρόγραμμα αναδιανομής υπέρ τους.


Βλέπε επίσης συλλογή κειμένων για τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές εδώ

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Από τη νίκη στην ανατροπή: Για τις εκλογές και την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ


Κείμενο συμβολής στη συζήτηση που θα γίνει στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ για την αποτίμηση των πρόσφατων εκλογών υπογράφουν 53 στελέχη, μελη της Πολιτικής Γραμματείας, της ΚΕ, βουλευτές, και άλλα στελέχη που εγγράφονται στην πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ.

Το κείμενο που δημοσιοποιήθηκε από την ιστοσελίδα tvxs, όπως διευκρινίζουν οι συντάκτες του, «στάλθηκε στα μέλη της ΚΕ και δεν έχει δοθεί προς δημοσίευση»


Το πλήρες κείμενο έχει ως εξής:


1. Πρώτη φορά Αριστερά

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον πρώτο κόμμα! Η νίκη του στις ευρωεκλογές αποτελεί ιστορική επιτυχία για την ελληνική και ευρωπαϊκή Αριστερά. Είναι μοναδική στιγμή περηφάνιας για κάθε αριστερό και αριστερή. Απολύτως δικαιολογημένα ξεπέρασε τα ευρωπαϊκά σύνορα και έδωσε βάση στην ελπίδα ότι τίποτα πια δεν είναι αδύνατο. Η νίκη αυτή, σε συνδυασμό με την ενίσχυσή μας στην τοπική αυτοδιοίκηση, επιτρέπει να συνεχίσουμε από καλύτερες θέσεις το δρόμο προς την ανατροπή.

Την ίδια στιγμή τα αποτελέσματα της Αριστεράς του Νότου έδειξαν ότι είναι απολύτως ρεαλιστική η δημιουργία ενός πλειοψηφικού ριζοσπαστικού ρεύματος, ικανού να βάλει τέλος στην πολιτική της λιτότητας. Η καμπάνια της υποψηφιότητας του Αλέξη Τσίπρα για την προεδρία της Κομισιόν, ιδιαίτερα το ντιμπέιτ, διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις από την πλευρά της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς για την πολιτικοποίησή της. Η άνοδος του ρεύματος αυτού αποδείχτηκε, επιπλέον, το πιο αποτελεσματικό εμπόδιο για την ενίσχυση της Ακροδεξιάς· αρκεί ως προς αυτό μια σύγκριση των καταγραφών της τελευταίας στο Βορρά και στο Νότο.


2. Ο πολιτικός χάρτης

Γενικά, το διακύβευμα των ευρωεκλογών δεν ταυτίζεται με αυτό των βουλευτικών. Κανείς όμως δεν αμφισβητεί την αυξημένη σημασία που εντέλει απέκτησαν οι φετινές ευρωεκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων διαμόρφωσε ένα νέο πολιτικό χάρτη. Τα βασικά στοιχεία αυτού του χάρτη είναι:

α) η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, με ποσοστό που εδραιώνει εκείνο των βουλευτικών εκλογών, β) η υποχώρηση των κομμάτων της συγκυβέρνησης (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ/Ελιά) κατά 11.5%, γ) η προαναγγελθείσα συρρίκνωση του τρίτου εταίρου της συγκυβέρνησης του 2012, της ΔΗΜΑΡ, δ) η εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής, που πλέον αποτελεί βασική δύναμη του πολιτικού σκηνικού και, ε) η χαμηλότερη των προσδοκιών (τους) καταγραφή των ΑΝΕΛ, του ΚΚΕ και του νεοσύστατου ΠΟΤΑΜΙΟΥ.

Την ίδια στιγμή, το γεγονός ότι στις 25 Μαΐου πήγαν στις κάλπες 284.698 λιγότεροι σε σχέση με τις εκλογές του Ιουνίου 2012 μαρτυρά ότι για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας η εκλογική μάχη ήταν αδιάφορη. Η τάση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί.


3. Τρεις κάλπες, μία επιλογή

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε συνομολογήσει ότι η τριπλή εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου θα χαρακτηριζόταν από μια έντονη κοινωνική, πολιτική και σε τελευταία ανάλυση ταξική πόλωση, με έμφαση στη σύγκρουση των ευρωεκλογών. Παράλληλα, ήταν απολύτως αναγκαία μια κεντρική και ως ένα βαθμό βολονταριστική ώθηση για να μεταφερθεί ο «άνεμος του νικηφόρου ΣΥΡΙΖΑ» σε όλες τις γειτονιές.

Ωστόσο, το κατεπείγον της απαίτησης να τελειώσουμε με τη συγκυβέρνηση, την τρόικα και τα μνημόνια κατέστησαν την αυτοτέλεια των αυτοδιοικητικών μαχών δευτερεύον ζήτημα, που επαληθεύτηκε και από τη διαφοροποιημένη ψήφο των πολιτών

Μολονότι λοιπόν υποστηρίξαμε συνδυασμούς σε 214 καλλικρατικούς δήμους (το 2010 ήταν μόλις 65), εξαντληθήκαμε στην αναζήτηση των προσώπων που θα κέρδιζαν, υποτιμώντας τα προγράμματα και τις συλλογικότητες που είναι απαραίτητες για τις μεγάλες αλλαγές στις τοπικές κοινωνίες. Παραγνωρίσαμε εν τέλει ότι οι αυθεντικές κοινωνικές εκπροσωπήσεις δεν «φυτεύονται», αλλά οικοδομούνται σε βάθος χρόνου.


4. Μεταμορφώσεις της Κεντροαριστεράς

Ξεχωριστό κεφάλαιο, εδώ, είναι η ανθεκτικότητα της Κεντροαριστεράς, που στις αυτοδιοικητικές εκλογές πέτυχε αρκετά καλές επιδόσεις σε σύγκριση με τα ποσοστά της στις ευρωεκλογές, Η αντοχή της Κεντροαριστεράς είχε εκφραστεί νωρίτερα και στις εκλογές των μεγάλων επιστημονικών κλάδων (δικηγόροι, μηχανικοί κ.λπ.), καθώς και στα συνδικάτα, όπου παρά τη συρρίκνωσή της διατηρεί ακόμα σημαντικές δυνάμεις.

Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν και έχουν δίκιο ότι η Κεντροαριστερά είναι εκείνη η πολιτική δύναμη στην Ελλάδα με μεγάλη γραφειοκρατική εμπειρία στην οργάνωση των «υπο-κρατών»: των περιφερειών, των μεγάλων δήμων, των μεγάλων επαγγελματικών ενώσεων, αλλά και των ισχυρών συνδικάτων. Η εμπειρία αυτή αφορά τη διοίκηση, τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, τη συγκρότηση πελατειακών δικτύων, τη σχέση με το κεφάλαιο και τη διαχείριση των κοινωνικών αντιθέσεων. Στο πλαίσιο δε της Ε.Ε., σχετίζεται επίσης με τη δυνατότητα απορρόφησης και κατανομής υλικών πόρων. Αυτό είναι το «βαθύ κράτος του ΠΑΣΟΚ», που μέχρι τώρα δεν εξατμίστηκε.


5. Τα καλά νέα

Η επόμενη μέρα ξεκινά με ένα σημαντικό κεκτημένο: την κομβικής σημασίας νίκη στην Αττική, τη μεγάλη επιτυχία στα Ιόνια, το νικηφόρο αποτέλεσμα σε πόλεις και συνοικίες με ισχυρή συμβολική και πολιτική αξία για την Αριστερά (Καισαριανή, Ν. Φιλαδέλφεια, Χαλάνδρι, Βύρωνας, Πέραμα κ.ά), και τον παρ” ολίγο θρίαμβο της Ανοιχτής Πόλης στην Αθήνα μετά από μια εκστρατεία-πρότυπο.

Στην Αττική και την Αθήνα, στην καρδιά δηλαδή της χώρας, η ψήφος εξέφρασε με τη μεγαλύτερη διαύγεια τις ταξικές αντιθέσεις· την αντίθεση στην αντιδημοκρατική εκτροπή και την ολιγαρχική διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων· την αντίθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους αντιπάλους των πανευρωπαϊκών πολιτικών λιτότητας. Κάπως έτσι, λοιπόν, επιβεβαιώθηκε ότι το στοίχημα της άνοιξης του 2012 παραμένει ανοιχτό.  Και την ίδια στιγμή ανοίγει για μας ένα ευρύ πεδίο όπου έμπρακτα μπορούμε να αποδείξουμε την ικανότητά μας αφενός να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κρίσης και αφετέρου να εισάγουμε νέους θεσμούς ή να διευρύνουμε υπάρχοντες στην κατεύθυνση των εμπειριών των κινημάτων των πλατειών.


6. Τα κακά νέα: Χρυσή Αυγή και «Πειραιάς Νικητής»

Την ίδια στιγμή, η άνοδος της Χρυσής Αυγής (και ιδίως το τεράστιο 16% του Κασιδιάρη στην Αθήνα) πρέπει να προκαλέσει συναγερμό. Τα ποσοστά των ναζί αποδεικνύουν ότι η δικαστική αντιμετώπισή τους είναι αναγκαία μεν για να περιορίσει την εγκληματική δραστηριότητά τους, αλλά όχι ικανή από μόνη της για να τους αναχαιτίσει πολιτικά και ιδεολογικά. Πρέπει να είμαστε σαφείς: κάθε ψήφος στη Χρυσή Αυγή επιβραβεύει τη ναζιστική τρομοκρατία. Είναι πλέον φανερό ότι μεγάλο τμήμα της ψήφου στη Χρυσή Αυγή έχει ιδεολογικό βάθος. Κατά συνέπεια, παράλληλα με τις δράσεις αλληλεγγύης στις χειμαζόμενες από την κρίση γειτονιές, απαιτείται ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση με τα ρατσιστικά ιδεολογήματα τα οποία εντέλει ενισχύουν τους ναζί.

Τα φαινόμενα Μώραλη στον Πειραιά και Μπέου στο Βόλο, συνιστούν συμπτώματα της σωβούσας ασθένειας της αστικής δημοκρατίας στη χώρα μας και πρέπει να μας απασχολήσουν σοβαρά. Πρόκειται για όψεις της μετατόπισης τόσο της αστικής τάξης όσο και άλλων στρωμάτων προς μια πιο προκλητικά αγοραία, «ακραία», και λούμπεν διάσταση, μεταξύ πολιτικής και οργανωμένης παραβατικότητας.


7. Διεύρυνση και πολιτική συμμαχιών: Το κόμμα-μαγνήτης

Πώς στέκεται η Αριστερά μπροστά στο νέο πολιτικό χάρτη; Ποια μπορεί να είναι μια αριστερή απάντηση στο πραγματικό ζήτημα των συμμαχιών;

Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να κινηθούμε πάνω σε τρεις βασικούς άξονες:

α) Να επιχειρήσουμε να μεταφέρουμε το πολιτικό παιχνίδι από το πεδίο της επικοινωνίας και των θεσμών σε αυτό του δρόμου και των κινημάτων. Χωρίς αναθέρμανση του λαϊκού κινήματος, αφενός θα πρέπει να περιμένουμε την προεδρική εκλογή για μια ενδεχόμενη ανατροπή της κυβέρνησης, αφετέρου δεν πρόκειται να αλλάξει ο πραγματικός ιδεολογικός συσχετισμός μέσα στην κοινωνία. Αν η έκρηξη των πλατειών δημιούργησε το κατάλληλο κοινωνικό έδαφος για τη ραγδαία άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, τότε εύλογα θα πρέπει να αναζητήσουμε (χωρίς ευκολίες και μηχανιστικές λογικές) το πώς μπορεί να απαντήσουμε στην κινηματική αναιμία. Η βασική αντίληψη από την οποία πρέπει να διακατεχόμαστε, είναι ότι οι συνειδήσεις αλλάζουν στο δρόμο μέσα από την εν σώματι πολιτική συμμετοχή και όχι από τις καλές εμφανίσεις στα τηλεοπτικά πάνελ.

β) Τα ζητήματα της οργανωτικής αναδιάρθρωσης και της προγραμματικής αποσαφήνισης έχουν καίρια σημασία στην προσπάθεια διεύρυνσης της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ -ειδικά στα στρώματα που δεν έχουν παραδοσιακούς αξιακούς δεσμούς με την Αριστερά. Στην εποχή του διαδικτύου, οι πολίτες και ενημερωμένοι είναι και πολιτικό κριτήριο έχουν -επομένως βλέπουν και τα καλά αλλά και τα κακώς κείμενα. Είναι απαραίτητο λοιπόν να πείσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να κυβερνήσει με επιτυχία γιατί διαθέτει απολύτως σαφές πρόγραμμα, ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό. Επιπλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει ότι αποτελεί εκείνο το σοβαρό συλλογικό πολιτικό οργανισμό που μπορεί να υλοποιήσει το πρόγραμμά του.

γ) Το πραγματικό ζήτημα των συμμαχιών δεν λύνεται ούτε με μπακαλίστικες λογικές τεχνητών συγκολλήσεων ούτε με παραπομπή στις κοινωνικές αντιστάσεις. Αντίθετα, η μεγάλη απήχησή μας στους ανέργους, τους νέους και τους μισθωτούς, δεν έχει φτάσει στο μέγιστο δυνατό. Μπορεί να επεκταθεί πολύ περισσότερο. Μπορούμε να προσεταιριστούμε ακόμα μεγαλύτερα τμήματα της μισθωτής εργασίας, ακόμα περισσότερα λαϊκά στρώματα που πλήττονται. Οφείλουμε να δουλέψουμε εντατικά με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, στα λαϊκά προάστια, στη Δυτική Αθήνα, για παράδειγμα, στη μειονότητα της Θράκης, στη Νεολαία. Μας χρειάζεται η αυτοδυναμία για να μπορέσουμε να υλοποιήσουμε το πρόγραμμά μας, από εκεί και πέρα μας χρειάζονται και οι συμμαχίες για να προχωρήσουμε το σχέδιο μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Χρειαζόμαστε μια συνεπή πολιτική πολιτικών συμμαχιών που από τη μια μεριά θα υπηρετεί την αναγκαία διεύρυνση της επιρροής μας και από την άλλη, δεν θα θίγει τις αξίες και τις ευαισθησίες του κόσμου της Αριστεράς, δίνοντας την εντύπωση της αφομοίωσης από το σύστημα. Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να συνεχίσει τη μέχρι τώρα πορεία του, να είναι δηλαδή το κόμμα-μαγνήτης που πολιτευόμενο με ανοιχτό πολιτικά αλλά ιδεολογικά συνεπή τρόπο, έλκει προς τα αριστερά την πολιτική ζωή της χώρας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τη δύναμη να επιβάλει τους όρους του στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού σκηνικού. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να «αναστήσουμε» τις δυνάμεις της μνημονιακής νεοφιλελεύθερης κεντροαριστεράς, που βαρύνονται με την καταστροφή της κοινωνίας και την οικοδόμηση του διεφθαρμένου πελατειακού κράτους.


8. Επιμονή στη συλλογική και δημοκρατική λειτουργία του κόμματος

Παρά τη μόδα της απαξίωσης της κομματικής λειτουργίας, εμείς επιμένουμε ότι η συλλογικότητα και η δημοκρατία συνιστούν τον ορίζοντα μιας αριστερής αντίληψης για την πολιτική. Στο διάστημα της προεκλογικής περιόδου παροξύνθηκαν φαινόμενα που υπονομεύουν τη συλλογικότητα και τραυματίζουν την «ψυχή» της Αριστεράς. Τόσο η αδρανοποίηση των εκλεγμένων οργάνων κι η ενίσχυση εξωθεσμικών κέντρων αποφάσεων, όσο και η αποχαλίνωση του παραγοντισμού και της διγλωσσίας, έπληξαν τη δημοκρατία κι έφθειραν την αποτελεσματικότητα. Γιατί για μας η δημοκρατία δεν είναι μόνο ο πιο δίκαιος τρόπος λήψης αποφάσεων, αλλά και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος οργάνωσης της συλλογικής διάνοιας. Το «μαζί» δεν το θέλουμε μόνο για να μην καπελωνόμαστε, αλλά και γιατί «μαζί» κάνουμε τις βέλτιστες επιλογές.


9. Δημόσιος λόγος και ιδεολογική ηγεμονία

Πολλοί μας κατηγορούν ότι δεν έχουμε πολιτική συμμαχιών, εννοώντας ότι δεν βάζουμε στα ψηφοδέλτιά μας πολλούς από το προηγούμενο καθεστώς. Θεωρούν ότι ο λόγος μας είναι αφιλόξενος για όσους έρχονται από άλλες πολιτικές διαδρομές, εννοώντας ότι δεν προσαρμόζουμε το δημόσιο λόγο μας στα σχήματα που χρησιμοποιούν τα κόμματα του Μνημονίου και τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Και μας μέμφονται γιατί επιμένουμε σε «παρωχημένα σχήματα» (όπως οι τάξεις, ο διεθνισμός, ο κοινωνικός μετασχηματισμός, ο σοσιαλισμός), γιατί εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η καπιταλιστική κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης και γιατί θεωρούμε ότι το Μνημόνιο δεν είναι μια συνωμοσία της Γερμανίας, αλλά ένα πολιτικό πρόγραμμα για τη μεταφορά του κόστους της κρίσης στους πιο φτωχούς και την επιβολή ενός μοντέλου άγριου καπιταλισμού -πρώτα στην Ελλάδα κι ύστερα στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Κατά τη γνώμη μας, ορισμένα από τα προβλήματα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που υπαινίσσεται η κριτική.

Δεν είμαστε ενθουσιασμένοι, για παράδειγμα, με το δημόσιο λόγο του κόμματος, ιδίως κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, γιατί πολλές φορές δανειστήκαμε το λόγο του αντιπάλου (ενίοτε και τα συνθήματα, όπως με το neallada.gr), θεωρώντας εσφαλμένα ότι έτσι γινόμαστε πιο λαϊκοί, πιο διεισδυτικοί και πιο ασφαλείς έναντι της δεξιάς και ακροδεξιάς δημαγωγίας. Στην πραγματικότητα, με έναν τέτοιο λόγο πετυχαίνουμε ακριβώς το αντίθετο: να αφήνουμε τον κόσμο μας ιδεολογικά και πολιτικά απροετοίμαστο μπροστά στον κυρίαρχο λόγο και να φαινόμαστε ως καρικατούρα του ΠΑΣΟΚ της λαϊκομετωπικής περιόδου.

Δεν πιστεύουμε ότι τα κόμματα της Αριστεράς, τα κόμματα δηλαδή του κοινωνικού μετασχηματισμού, πρέπει να προσαρμόζονται στον κοινωνικό μέσο όρο και να μοιάζουν «της κοινωνίας» γενικώς. Αν υιοθετούσαμε τις απόψεις της «κοινής γνώμης», θα ήμασταν εναντίον των δημόσιων υπαλλήλων, των μεταναστών, των ομοφυλόφιλων, υπέρ του «μικρού κράτους», των ιδιωτικοποιήσεων και των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Θα είχαμε εγκαταλείψει, δηλαδή, τους λόγους, τις αξίες και του ήθους που μας έφεραν μέχρι εδώ – και, κυρίως, θα είχαμε παραιτηθεί από κάθε απόπειρα κοινωνικού μετασχηματισμού.


10. Οι εκλογές είναι παιχνίδι για μεγάλα παιδιά

Μήπως όμως αυτές οι προσαρμογές στον εθνικό μέσο όρο ήταν υποχρεωτικές ενόψει εκλογών; Κάθε άλλο. Οι εκλογές είναι μια φωτογραφία της στιγμής. Το αποτέλεσμά τους, δηλαδή, συμπυκνώνει όλα όσα κάναμε την προηγούμενη περίοδο, ακόμα και τα λάθη, τις αστοχίες, τις παραλείψεις και τις ασάφειες. Μα πάνω απ” όλα, συμπυκνώνουν τις κοινωνικές συμμαχίες που έχει οικοδομήσει ένας πολιτικός οργανισμός.

Οι εκλογές λοιπόν δεν κερδίζονται κατά κύριο λόγο την προεκλογική περίοδο (όση σημασία και αν έχει μια πετυχημένη καμπάνια), αλλά την προηγούμενη. Γι” αυτό και το αποτέλεσμα δεν είναι υπόθεση των (τελικά, όχι και τόσο) «μάγων» της πολιτικής επικοινωνίας πολύ δε περισσότερο όταν τα «μαγικά» τους εδραιώνουν την πεποίθηση ότι όλοι είναι ίδιοι (αφού όλοι χρησιμοποιούν φτηνά επικοινωνιακά κόλπα για να υφαρπάξουν ψήφους) ή όταν οι ίδιοι εστιάζουν στη συντελεσμένη καταστροφή, υποβαθμίζοντας την προγραμματική μας πρόταση.

Το ίδιο ισχύει, εξάλλου, και για τους «τεχνικούς» της εξουσίας, είτε στην εκδοχή τοπικών παραγόντων είτε σε εκείνη των ανώτερων διαμεσολαβητών ισχύος, από την αποκοπή του γραφείου του προέδρου  ως τους απίθανους συμβούλους και την εκ μέρους τους ωμή περιφρόνηση των αξιών της Αριστεράς, όπως καταγράφηκε στις περιπτώσεις Καρυπίδη και Σαμπιχά.


11. Κριτική στη στρατηγική μας

Ας το υπενθυμίσουμε: Οι αντίπαλοί μας δεν χρησιμοποιούν απλώς κόλπα ή τη λογική του πολιτικού μάρκετινγκ. Έχουν επίσης κοινωνικές αναφορές. Απευθύνονται σε ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που κερδίζει μέσα στην κρίση, σε μεσαία στρώματα, ιδίως σε εκείνα που διασώζονται,  αλλά και σε τμήματα εργαζομένων που αν και έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές, αισθάνονται ότι η κυβέρνηση τους εξασφαλίζει μια θέση στα όρια της επιβίωσης. Στη λογική τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τους εγγυάται τη θέση αυτή – αντίθετα, μπορεί να τους βάλει σε νέες περιπέτειες.

Οι δικές μας κοινωνικές αναφορές δεν υποκαθίστανται από σχήματα τύπου «Ελλάδα εναντίον Μέρκελ», «ο λαός ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο» κ.ο.κ. Τα ίδια ισχύουν, εξάλλου, και για έναν ορισμένο σκανδαλοθηρικό-τιμωρητικό λόγο, που παραπέμπει σε σχηματισμούς (πολύ) δεξιότερα του ΣΥΡΙΖΑ.


12. Για την επόμενη μέρα: Μόνο η αριστερή γραμμή εγγυάται τη νίκη

Η μνημονιακή συγκυβέρνηση μπορεί και πρέπει να πέσει το συντομότερο. Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί με τεχνητές κρίσεις κι επικοινωνιακά τερτίπια. Εξαρτάται, αντίθετα, από τη δυνατότητά μας να ενισχύσουμε την κοινωνική δυναμική της ανατροπής και τη δικιά μας θετική προγραμματική διέξοδο.

Οφείλουμε να επιμείνουμε στη μαζική αριστερή, ανοικτή και ριζοσπαστική γραμμή που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι εδώ και μπορεί να τον πάει ακόμα πιο μακριά. Στη γραμμή αυτή που παλεύει για την ανατροπή του Μνημονίου και την κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά που δεν θέλει το «κυβέρνηση» να πνίξει το «αριστερή». Στη γραμμή αυτή που απορρίπτει το δίπολο κομμουνιστικός δογματισμός ή προσαρμογή στο σύστημα, αποδεικνύοντάς το στην πράξη ότι μια γειωμένη ριζοσπαστική Αριστερά είναι όχι μόνο αναγκαία, αλλά απολύτως εφικτή. Στη γραμμή αυτή που μπορεί να πείσει και να εμπνεύσει του πολίτες, δείχνοντάς τους ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μια από τα ίδια, που τόσες φορές έχουν δοκιμάσει. Στη γραμμή αυτή που επιμένει ότι ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε είναι το άνοιγμα στην κοινωνία με οδηγό το πρόγραμμα, τις αναλύσεις και τις αξίες της Αριστεράς.



Το κείμενο υπογράφουν οι:

Αγαθοπούλου Ειρήνη, Αγγελοπούλου Ελθήνα, Αθανασίου Κώστας, Αθανίτη Όλγα, Αλμπάνης Γιάννης, Βωβός Παναγιώτης,  Διώτη Ηρώ, Δρίτσας Θοδωρής, Ζαχαριάς Κώστας, Θεοδωράτου Κατερίνα, Καλκανδής Πέτρος, Καραγιαννίδης Χρήστος, Καραγιώργος Βαγγέλης, Κατριβάνου Βασιλική, Κατσινοπούλου Ειρήνη, Κερσανίδης Στράτος, Κιτσαντά Λίτσα, Κνήτου Κατερίνα, Κορωνάκης Τάσος, Κουρεμπές Φάνης, Κουτσοθοδωρής Θοδωρής, Κυπριανίδου Ερμίνα, Κυρίτσης Γιώργος, Κωνσταντάτος Χάρης, Λάμπρου Πάνος, Λάσκος Χρήστος, Μαντάς Χρήστος, Μαρματάκης Κώστας, Ματσούκα Χαρά, Μπαλαούρας Μάκης,  Μπαρσέφσκι Μάνια, Μπένος Αλέξης, Νικολάου Νάγια, Νοτοπούλου Κατερίνα, Παπαδάτος Δημοσθένης, Παπαδόπουλος Χριστόφορος,  Ρήγος Άλκης, Σαπουνά Αγγέλικα, Σαμανίδης Νίκος, Σαρρής Μανώλης, Σβίγκου Ράνια, Σταματάκη Ελένη, Σταμπουλή Αφροδίτη, Στασινός Στάθης, Τζήκα Δανάη, Τσακαλώτος Ευκλείδης, Τσιγώνιας Νίκος, Τσίτσοβιτς Τόνια, Υδραίος Μιχάλης, Φωτίου Θεανώ  Χαρίτσης Αλέξανδρος, Χονδρός Γιώργος, Χριστοδουλοπούλου Τασία.

Πηγή Red NoteBook