Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Μόνη διέξοδος η φυγή προς τα εμπρός! - Κριτική αποτίμηση της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας


των Σπύρου Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου


1. Εισαγωγή

Μία αποτίμηση της «μεταβατικής» συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου είναι ότι αποτελεί ανακωχή που επετεύχθη με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και αποδοχή από την άλλη πλευρά (των «θεσμών»). Στο επόμενο διάστημα, μέχρι το πέρας του τετραμήνου, θα διαμορφωθούν οι όροι διαπραγμάτευσης για την επόμενη συμφωνία. Αυτό κατά μία έννοια σημαίνει ότι δεν κρίθηκε τίποτα ακόμη. Όμως, η αποτίμηση αυτή είναι επισφαλής. Πρώτον, η ίδια η «μεταβατική» συμφωνία αλλάζει το συσχετισμό δύναμης. Δεύτερον, επειδή οι «εχθροπραξίες» θα συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του τετραμήνου (έλεγχος των δεσμεύσεων και επανερμηνεία των όρων της από κάθε πλευρά) απαιτείται να κατανοήσουμε πρώτα το τοπίο των διαπραγματεύσεων.


2. Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου: Ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος …

2α. Οι στόχοι της διαπραγμάτευσης

Η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στο Eurogroup της 12ης Φεβρουαρίου, δηλαδή στην πρώτη ουσιαστική φάση της διαπραγμάτευσης, με αίτημα μια συμφωνία σε ένα νέο «πρόγραμμα-γέφυρα», δηλώνοντας ρητά ότι είναι αδύνατη η παράταση του υπάρχοντος προγράμματος, που έχει απορριφθεί από τον ελληνικό λαό:

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1, 9 δις ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δις, ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου, (α) η Ελλάδα θα καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα (β) θα τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι «θεσμοί» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) προσήλθαν στη διαπραγμάτευση με τη θέση ότι η Ελλάδα έπρεπε να ζητήσει εξάμηνη «τεχνική επέκταση» του υφιστάμενου Προγράμματος (το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους δέχθηκαν να μετονομαστεί σε «υφιστάμενο διακανονισμό» – existing arrangement), ώστε να γίνει δυνατή η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης (successful completion of the review).


2β. Η έκβαση της διαπραγμάτευσης

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνει τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων».

Η παράταση της Σύμβασης («η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων») σημαίνει: (α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς», (β) δεσμεύσεις ή όρους, (γ) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση, (δ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς» (δεδομένης μάλιστα της «ανεξαρτησίας» της ΕΚΤ).

Με δυο λόγια πρόκειται για την απόρριψη-απόσυρση των σημείων (1) και (2) με τα οποία προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης – εκτός αν η αναφορά στην «ανεξαρτησία της ΕΚΤ» υπονοεί την «ευχέρεια» αυτής να εξετάζει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίνεται «θετικά» στις «δεσμεύσεις» που συνοδεύουν την επέκταση της συμφωνίας (γεγονός το οποίο αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις όποιες «ερμηνευτικές» προσπάθειες προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση σχετικά με τη συμφωνία).

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

Αυτό που κέρδισε η ελληνική κυβέρνηση (πέρα από την αλλαγή στην ορολογία, για την οποία έγινε τόση συζήτηση), είναι:

Α) Το σκέλος (α) του σημείου (3) των προτάσεών της, δηλαδή την ευχέρεια να προτείνει εκείνη προς έγκριση από τους «θεσμούς» τις μεταρρυθμίσεις για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάπτυξη. Έτσι απορρίφθηκαν τα μέτρα που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση (μείωση συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά) και συμφωνήθηκε να δοθεί το βάρος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας, στη μεταρρύθμιση του δημοσίου, στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος κλπ.[1]

Β) Η διαπραγμάτευση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015. Αντί του συμφωνημένου 3% του ΑΕΠ, η συμφωνία αφήνει το ζήτημα ανοιχτό για τον προσδιορισμό ενός χαμηλότερου ποσοστού: «Οι θεσμοί, σε ό, τι αφορά τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2015, θα λάβουν υπόψη τους τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Επομένως καθίσταται σαφές ότι αν η συμφωνία συνιστά ανακωχή, στην προκειμένη περίπτωση ανακωχή δεν σημαίνει «ισοπαλία»: Η συμφωνία αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Ναι μεν δίνεται χρόνος για το επόμενο βήμα, αλλά το τοπίο που οργανώνεται είναι ασφυκτικό, ελάχιστα θυμίζει τα minimum που επιζητούσε η κυβέρνηση μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου.


3. Υπάρχει ακόμα περιθώριο για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού;

3α. Η επιτήρηση ως ισορροπία ανάμεσα σε «πολιτικό» και «ηθικό» κίνδυνο.

Η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή εκείνης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκει να εναποθέσει όλες τις κοινωνικές διαδικασίες (από την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση μέχρι το δημόσιο χρέος) στη δικαιοδοσία και το «ρυθμιστικό ρόλο» των αγορών. Η ευρωπαϊκή Αριστερά επιδιώκει έτσι να διασφαλίσει εκείνη την ελευθερία άσκησης κυβερνητικής πολιτικής, που θα της επιτρέψει να περιορίσει την ισχύ των αγορών, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κοινωνικές ανάγκες.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα «πρόγραμμα» συνεχούς ενίσχυσης των συμφερόντων του κεφαλαίου, σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων, των επαγγελματιών, των συνταξιούχων, της νεολαίας, των μικρομεσαίων. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, από τον κ. Σόιμπλε, δεν στερείται ορθολογικών στόχων και στρατηγικής, παρά τις ρητορικές ευκολίες που δίνει ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός σε όποιον τον χρησιμοποιεί. Επιχειρεί να επιλύσει και μέχρι στιγμής το κάνει, ορθολογικά, δύο προβλήματα:

Πρώτον, τη νομιμοποίηση ενός εργασιακού μοντέλου χωρίς δικαιώματα και κοινωνική προστασία, με χαμηλές και εύκαμπτες αμοιβές, χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική δυνατότητα από τη μεριά των εργαζομένων, έτσι ώστε να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Δεύτερον, την οργάνωση της Ευρωζώνης (συντονισμός δημοσιονομικών πολιτικών, τραπεζική ενοποίηση, προγράμματα διάσωσης κλπ.) με στόχο μία Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην οποία τα κράτη μέλη δεν θα υποκύπτουν στον «ηθικό κίνδυνο» να στηρίζουν κοινωνικές (ή άλλες) δαπάνες προσφεύγοντας στον δημόσιο δανεισμό. Τα κράτη υποβάλλονται στο δίλημμα λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις ή κίνδυνος χρεοστασίου, με αποτέλεσμα στη δεύτερη περίπτωση την αποδοχή ενός προγράμματος διάσωσης, το περιεχόμενο του οποίου είναι φυσικά και πάλι λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η ακραία οπτική επιθυμεί ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρωθεί το χρέος ενώ δεν αντιτίθεται σε μεταρρυθμίσεις όπως αυτές τις οποίες προτείνει η ελληνική κυβέρνηση (και ενδεχομένως έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία) – όπως η καλύτερη οργάνωση των συστημάτων είσπραξης (φόροι, εισφορές), η αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα,[2] η αποδυνάμωση γενικά των ολιγοπωλίων. Μπορεί ακόμα να καλωσορίσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό, καθώς κατανοεί ότι έχει επιταχυνθεί ο κύκλος φθοράς και έλλειψης λαϊκής νομιμοποίησης του παλιού πολιτικού προσωπικού. Η διατήρηση του παλιού προσωπικού, εφόσον αυτό έχει απαξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, θεωρείται από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική «πολιτικός κίνδυνος», διότι μπορεί να οδηγήσει στις ανεξέλεγκτες ατραπούς μιας κοινωνικής έκρηξης.

Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί όμως παράλληλα «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) κάθε πολιτική που στηρίζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, διευρύνει το δημόσιο χώρο, επεκτείνει το κοινωνικό κράτος, θέτει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από την εμβέλεια δράσης των αγορών.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο του νεοφιλελευθερισμού είναι τόση λιτότητα, όση απαιτείται ώστε να μην αυξάνει ο «πολιτικός κίνδυνος», ενώ ταυτόχρονα αποτρέπεται ο «ηθικός κίνδυνος».

Γενικά μιλώντας, οι δύο κίνδυνοι, «ηθικός» και «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση, λόγω των συνεπειών με τις οποίες είναι συνδεδεμένοι στην τρέχουσα συγκυρία. Όταν μειώνεται ο «ηθικός» κίνδυνος, αυξάνει ο «πολιτικός» και αντίστροφα. Επομένως, η ένταση μεταξύ αυτών των δύο αυτών τάσεων καταλήγει, όταν συναντούνται, στην ανίχνευση της εκάστοτε κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ «ηθικού κινδύνου» (όταν οι κυβερνήσεις υποκύψουν στον «κίνδυνο» να αποδεχθούν συμφέροντα των κατώτερων τάξεων) και «πολιτικού κινδύνου» (να αποδιαρθρωθούν οι πολιτικές ελίτ και να προκύψουν φαινόμενα ανεξέλεγκτων μαζικών κινητοποιήσεων). Οι «ανεξάρτητες αρχές» που δεν ελέγχονται «δημοκρατικά», ειδικά για θέματα που αφορούν την «οικονομία», με κύριο παράδειγμα την «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ, είναι μία μέθοδος ανίχνευσης της ισορροπίας ανάμεσα στους δύο «κινδύνους». Αυτό όμως δεν θεωρείται επαρκές.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον καθοριστικό ρόλο έχει πλέον αναλάβει η «αξιολόγηση των συμφωνιών». Αν προσέξουμε τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα δούμε ότι δεν είναι εντελώς κλειστή για αιτήματα που αυξάνουν τον «ηθικό κίνδυνο», δηλαδή προωθούν ρυθμίσεις υπέρ του κοινωνικού κράτους και της εργασίας. Όμως, βασικό σημείο της συμφωνίας είναι ότι οι «θεσμοί» θα αξιολογούν ποιες μεταρρυθμίσεις (δεν) δημιουργούν προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, στις προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης και στη σταθερότητα και ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.[3] Η αξιολόγηση, δηλαδή η επιτήρηση, αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στην υλοποίηση του προγράμματος και των κοινωνικών μετασχηματισμών που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πέραν του ρητώς ανοικτού ακόμη ζητήματος της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, δείγματα γραφής της συνεχούς αξιολόγησης, που εγείρει τόσο η συμφωνία όσο και η σχέση με την ΕΚΤ ως έμμεσου χρηματοδότη, αποτελεί τόσο η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, που «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Αξίζει να σημειωθεί ότι η μη-ποσοτικοποίηση των στόχων, το μη-καθορισμένο έλλειμμα, η απουσία οποιασδήποτε ρητής συζήτησης για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού, καθιστά ανοικτό και συνεχώς «ερμηνεύσιμο» ζήτημα τον υπολογισμό της απόδοσης των μέτρων ως «ισοδυνάμων».[4]


3β. Πού κρίθηκε η διαπραγμάτευση: Για τη διαπραγματευτική τακτική και στρατηγική

Το βασικό ερώτημα για τη σημασία της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου, πέραν των στρατηγικών που διαπλέκονται και συμπυκνώνονται σε αυτήν, είναι τι δυνατότητες (παρά τα ασφυκτικά περιθώρια) αφήνει στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Προηγουμένως όμως χρειάζεται να ανιχνεύσουμε τις «δυσκολίες» που οδήγησαν την κυβέρνηση στην αναδίπλωση της 20ής Φεβρουαρίου.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου καθορίστηκε προφανώς τόσο από εξωτερικούς παράγοντες, το δεδομένο και γνωστό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο των «θεσμών», όσο όμως και από εσωτερικούς, οι οποίοι τελικά έπαιξαν και τον καθοριστικό ρόλο.

Δευτερεύουσα μόνον σημασία έπαιξε η ελλιπής προετοιμασία της κυβέρνησης και οι αντιφατικές τακτικές του ΥΠΟΙΚ, όπως για παράδειγμα:

Πρώτον: Η απουσία σοβαρού σχεδίου που να στηρίζεται σε αριθμούς και ανάλυση. Ακόμη και στο Παράρτημα που δημοσίευσε το ΥΠΟΙΚ ως τεχνική σύνοψη φαίνεται το επιφανειακό επίπεδο. Επιπλέον, σε αυτό γίνεται η κρίσιμη παραδοχή ότι η βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται με τα πρωτογενή πλεονάσματα (θέση που συνιστά σημαντική στρατηγική υποχώρηση).

Δεύτερον: Η εκφορά κάποιων γενικών αρχών της πρότασης για την απομείωση του χρέους από το Λονδίνο. Εδώ υπάρχει τακτικό σφάλμα: Χωρίς συνάντηση με την ΕΚΤ ανακοινώνεται μία πρόταση, από χώρα εκτός Ευρωζώνης, η οποία εμπλέκει τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ σε συμφωνία ανταλλαγής. Πρόκειται για πρόταση αλλαγής των κανόνων της ΕΚΤ, η οποία ωθεί την ΕΚΤ κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, σε θέση άρνησης για προφανείς λόγους που συνδέονται με την πολιτική της και τις ισορροπίες που τηρούνται στο ΔΣ, αλλά και την επίθεση που ήδη δέχεται για «παραβίαση των κανόνων» που την διέπουν, με την πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης». Είναι επίσης προφανές ότι δεν χρειάζεται να εμπλακεί άμεσα η ΕΚΤ σε μία τέτοια συμφωνία, αλλά το ίδιο μπορούσε να γίνει με άλλους τρόπους, οι οποίοι είναι συμβατοί με τις τρέχουσες ισορροπίες. Το άλλο κομμάτι της πρότασης, τα δάνεια σε EFSF συνδεδεμένα με τους ρυθμούς μεγέθυνσης, συνιστά γενικόλογη πρόταση και προφανώς αφορά το δεύτερο στάδιο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον: Φάνηκε ότι η κυβέρνηση έδωσε πολύ μεγάλο βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, σε σχέση με άλλες διαστάσεις. Αυτό αποτελεί αρνητικό σημάδι και για το εσωτερικό και για το εξωτερικό. Για παράδειγμα, το περιστατικό με τον Ντάιεσεμπλουμ προφανώς τόνωσε το «εθνικό αίσθημα», αλλά συγχρόνως αφαίρεσε διαπραγματευτική ισχύ από τη στιγμή που όλο το Σαββατοκύριακο ασχολήθηκε η κυβέρνηση με το να καθησυχάζει τις αγορές που θα άνοιγαν την Δευτέρα, γεγονός που σηματοδότησε ότι η κυβέρνηση δεν έχει σταθερή τακτική διαπραγμάτευσης (και φυσικά στην ίδια συνάντηση ακόμη και σε μη έμπειρους παρατηρητές φάνηκε ότι δεν υπάρχει και ομάδα ισότιμων κυβερνητικών μελών στη διαπραγμάτευση).

Είναι εύκολα κατανοητό πώς αυτή η κακά στημένη διαπραγμάτευση, παρά τις εργατοώρες που αφιέρωσαν οι πρωταγωνιστές της, είχε τα χαρακτηριστικά άλματος με δεμένα μάτια. Επίσης, οι διαφορές και οι κακοί χειρισμοί και οι μετατοπίσεις έδειξαν στους εταίρους ότι η ελληνική πλευρά είναι επιδεκτική χειρισμών.

Όμως τελικά η διαπραγμάτευση δεν κρίθηκε τόσο στο επίπεδο των τακτικών κινήσεων ή στο εξωτερικό, όσο στο εσωτερικό. Εκείνο που καθόρισε την αναδίπλωση της ελληνικής πλευράς ήταν η στρατηγική πολιτική απόφαση για οικοδόμηση συμπαγών σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θεωρούν ως αδιανόητη τη διαταραχή της «ομαλότητας της αγοράς», τη στιγμή που όλοι γνώριζαν τη σημασία και το χαρακτήρα της αναμέτρησης. Το συζητημένο σενάριο ενός bankrun οφείλει πάντα να εντάσσεται (και άρα να εξετάζεται, πέρα από τις επιμέρους τεχνικές αντιμετώπισης) στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Παράλληλα είναι αδιανόητο να υιοθετείται το επιχείρημα ότι συνέχεια μιας υποτιθέμενης «κατάρρευσης των τραπεζών» θα ήταν η «έξοδος από το ευρώ», ένα σενάριο μηδενικής πιθανότητας, που αποτέλεσε απλώς «επιχείρημα» των κυβερνήσεων Παπανδρέου – Παπαδήμου – Σαμαρά για να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία τα Μνημόνια, και αποτελεί πάντα «όπλο» ακραίων νεοφιλελεύθερων, τύπου Σόιμπλε.[5]


3γ. Το διακύβευμα: Τίποτα δεν είναι δυνατό να αλλάξει, ή ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός;

Όσα προηγήθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα, με την πιο ήπια διατύπωση, ότι έχει συνομολογηθεί μία συμφωνία, η οποία περιορίζει σημαντικά την άσκηση πολιτικής στα δημόσια οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς. Επομένως, το οικονομικό τοπίο στο οποίο βασίζεται η κυβέρνηση για τη διαπραγμάτευση και την αξιολόγηση της τελικής συμφωνίας είναι ολισθηρό.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την προφανή υποχώρηση και την αναγκαστική αλλαγή του προγράμματός της ως «νίκη», αποτελεί κακό σημάδι για τη συνέχεια, επειδή δείχνει ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για την επικοινωνία παρά για την ουσία. Αυτό ίσως προοπτικά να αποτελέσει την πραγματική ήττα, εφόσον το σήμα το οποίο εκπέμπεται και εισπράττεται από την κοινωνία ενισχύει την πεποίθηση: «μην πιστεύεις τους πολιτικούς σε ό, τι λένε, επάγγελμα κάνουν για να είναι κυβέρνηση».

Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης. Το ερώτημα, το οποίο είναι ανοικτό ακόμη για την κυβέρνηση, είναι αν θα επικρατήσει η επικοινωνιακή λογική της «νίκης» και της παράβλεψης των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν, ή θα επιχειρηθεί να αναλυθεί σε βάθος η υποχώρηση που συνιστά η συμφωνία και οι όροι αυτής της υποχώρησης όσο υπάρχει χρόνος (πολύ λίγος, μιας και άμεσα ξεκινά ήδη ο επόμενος γύρος διαπραγμάτευσης).

Με τα νέα αρνητικά δεδομένα που συνεπάγεται η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν μία μόνο οδό εξόδου από το αδιέξοδο του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού κλοιού: Την έφοδο προς τα εμπρός!

- Την έφοδο προς τα εμπρός με όχημα την αλήθεια: Να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή των υποχωρήσεων, με στόχο να αναζητηθούν οι τρόποι, ώστε να μην υπάρξει μακροπρόθεσμη βλάβη, δηλαδή η κυβέρνηση να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις προγραμματικές μας δεσμεύσεις για αναδιανομή εισοδήματος και ισχύος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, για ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, για δημοκρατία και συμμετοχή.

- Την έφοδο προς τα μπρος, με όχημα τόσο τη ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώστε επιτέλους το κεφάλαιο να επωμιστεί τα βάρη που του αναλογούν, όσο και με την εξυγίανση της δημόσιας ζωής από τις έκνομες πρακτικές στις οποίες επιδίδεται μερίδα της ελληνικής ολιγαρχίας: Λαθρεμπορία πετρελαιοειδών και προϊόντων καπνού, ενδο-ομιλικές συναλλαγές, φοροδιαφυγή, καταχρηστική δανειοδότηση κλπ.

Απαιτείται δηλαδή άμεσα μια νέα ορμητικότητα αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας, έτσι ώστε να οικοδομηθούν σε νέες βάσεις οι συμμαχίες με τις κατώτερες τάξεις. Μεταφορικά, αυτό που λείπει και που δυστυχώς μοιάζει να απομακρύνεται με τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, είναι ένα εσωτερικό «μνημόνιο για τον πλούτο», με παράλληλη βελτίωση των όρων ζωής των λαϊκών τάξεων. Ο στόχος «να πληρώσει η ολιγαρχία» δεν ήταν ποτέ περισσότερο επίκαιρος.

Σε μια κοινωνία που η απώλεια του 25% του ΑΕΠ και η φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν είναι παρά η ορατή όψη της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μια κοινωνία που η τεράστια ανεργία είναι το συμπλήρωμα ενός εκτεταμένου εργασιακού μεσαίωνα, σε μια κοινωνία πολλαπλών αντιθέσεων αλλά και υψηλών προσδοκιών, η «δημοτικότητα» της κυβέρνησης δεν θα διατηρηθεί στο 87% ή στο 80% για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Για να παραμείνει η κυβερνητική πολιτική ηγεμονική, θα πρέπει να ταχθεί καθαρά με τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να αμφισβητήσει τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Περιθώριο για «εθναρχική» πολιτική, που να υπερασπίζεται γενικά και αόριστα κάθε τι «ελληνικό» ή «ευρωπαϊκό» δεν υπάρχει, δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ, αλλά ούτε και θα υπάρξει ποτέ στην προβληματική της Αριστεράς.

---------------------------------
[1]. Και στο σημείο αυτό βέβαια, οι τελικές αποφάσεις απαιτούν την έγκριση των «θεσμών»: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».

[2]. Αλλά και εδώ ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: στις μορφές που θα λάβει η αναδιοργάνωση.

[3]. Να μην ξεχνάμε για παράδειγμα, ότι η μεγέθυνση στο τρέχον πρόγραμμα εξαρτάται από τις εξαγωγές και η αύξηση των μισθών θεωρείται ότι μειώνει τους βαθμούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και εμποδίζει την αύξηση των εξαγωγών (λανθασμένη άποψη, όπως προκύπτει πλέον και εμπειρικά, αλλά αυτή είναι η κυρίαρχη θεώρηση των «θεσμών»). Επίσης, άλλο παράδειγμα, η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» προφανώς επηρεάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και επομένως είναι υπό αίρεση ως πρόγραμμα αλλά και ως προς τον βαθμό, το χρόνο και τους όρους εφαρμογής της αν υπάρξει ως πρόγραμμα.

[4]. Στην επιστολή του προς τον Jeroen Dijsselbloem με ημερομηνία 24/2/2015, ο Mario Draghi επισημαίνει: «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος». (“We note that the commitments outlined by the authorities differ from existing programme commitments in a number of areas. In such cases, we will have to assess during the review whether measures which are not accepted by the authorities are replaced with measures of equal or better quality in terms of achieving the objectives of the programme”).

[5]. To “Grexit” ως επαρκή λόγο συμβιβασμού χρησιμοποιεί, π.χ., ο James Galbraith: «Μη συμφωνία θα σήμαινε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, ή διαφορετικά κατάρρευση τραπεζών, χρεοστάσιο και πρόωρη έξοδο από το ευρώ» (“No agreement would have meant capital controls, or else bank failures, debt default, and early exit from the Euro”): “Reading The Greek Deal Correctly”, http://www.socialeurope.eu/2015/02/greek-deal


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Δύο κείμενα από το Red NoteBook για τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου


Ανακωχή και καραντίνα, του Ηλία Ιωακείμογλου


Η θέση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι καθόλου εύκολη. Καταρχάς, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν σχεδιασμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτή να μεταβεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα, ούτε καν την μνήμη τους. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό και επικίνδυνο για τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης: Η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές μπορεί να γίνει ντόμινο και η μόλυνση από το σάπιο μήλο να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας στην Ευρώπη. Γιατί όμως να φοβούνται τόσο πολύ την ανατροπή της λιτότητας;


Η στρατηγική σημασία της λιτότητας

Στην παρούσα συγκυρία, η λιτότητα έχει καταστεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης: Αυτό σχετίζεται με την συσσώρευση κεφαλαίου στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης, η οποία οδήγησε τον λόγο κεφαλαίου/προϊόντος σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε είναι δύσκολο πλέον οι απαιτήσεις του κεφαλαίου επί του προϊόντος να ικανοποιηθούν. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω και ως αντιστάθμισμα απαιτεί ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Αυτά εξηγούν την σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό εχθρό, τον επικίνδυνο ιό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η λιτότητα οδεύει προς στο τέλος της αφού η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επαναφέρει την ανάπτυξη. Αυτό όμως αποτελεί πλάνη. Η ποσοτική χαλάρωση δεν απειλεί την λιτότητα [1]. Αυτό που την απειλεί είναι η ανατροπή της με πολιτικά μέσα, με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ, και η μόλυνση της Ευρώπης με το παράδειγμά του. Μια μόλυνση που θα απειλούσε την λιτότητα και την ανεργία, που αποτελούν στη σημερινή οικονομική συγκυρία την ίδια την στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί – ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί.


Ο ιός του ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση, το σχετικό βάρος που ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών που μπορούν να πάρουν καταστροφικό χαρακτήρα για την μια ή για την άλλη πλευρά (όπως για παράδειγμα η απειλή ενός bank run). Στην περίπτωσή μας, η απειλητική πίεση των χρηματοπιστωτικών ροών εκδηλώθηκε ταχύτερα προς την ελληνική πλευρά και εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση σε συμφωνία ανακωχής. Η δε ηγεσία της ευρωζώνης αποδέχθηκε την ανακωχή διότι απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας νέας ενδεχόμενης κρίσης της ευρωζώνης.

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου άφησε ιδιαίτερα ευχαριστημένους τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, διότι έθεσε σε καραντίνα τον ιό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, ειδικά δε αυτό που αποτελεί τον αριστερό πυρήνα του, δηλαδή την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ κλπ, εκείνο δηλαδή το τμήμα του προγράμματος του οποίου η υλοποίηση θα καθιστούσε την Ελλάδα υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας και δυνητική πηγή μόλυνσης της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να περιοριστεί σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, περιορίζοντας την φοροδιαφυγή, την φοροαπαλλαγή, την γραφειοκρατία, και τις λοιπές παθογένειες του κράτους, που υπό κανονικές συνθήκες ανήκουν στα καθήκοντα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και δεν ενοχλούν κανέναν στις ηγετικές δυνάμεις της ευρωζώνης.

Από την άλλη μεριά, όμως, το αντιστάθμισμα σε αυτές τις υποχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση των ομαλών ροών χρήματος και κεφαλαίου, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και η αποτροπή της εφαρμογής νέων μνημονιακών μέτρων που θα συνέχιζαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι «αφήσαμε τα μνημόνια πίσω μας», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Τα μνημόνια θα είναι παρόντα για όσο καιρό δεν έχουν αναιρεθεί όλες οι ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από αυτά με σκοπό να οικοδομηθεί η οικονομία και η κοινωνία του «λευκού κινέζου εργάτη». Παραμένει όμως σημαντική νίκη η αποτροπή της εμβάθυνσης της λιτότητας με επιπλέον μνημονιακά μέτρα.

Άθικτη παραμένει λοιπόν η στρατηγική της λιτότητας και της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα τουλάχιστον για ένα τετράμηνο. Άθικτη όμως παραμένει και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, που έδειξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις της ευρωζώνης δεν μπορούν να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Η ανακωχή είναι, εξ ορισμού, συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν τη ριζική μεταβολή των θέσεων ισχύος μεταξύ δύο πλευρών. Η σύγκρουση επομένως παραμένει εκκρεμής και από την ανακωχή θα βγει ευνοημένος όποιος προετοιμάσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα διεξαχθεί η επόμενη διαπραγμάτευση.
_____________________

[1] Καταρχάς, το μέγεθος του εφεδρικού εργασιακού στρατού μειώνεται μόνον εάν η μεγέθυνση του ΑΕΠ υπερβαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3% – και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών. Υπάρχει, επομένως, μια πολύ ευρεία ζώνη οικονομικής μεγέθυνσης στην οποία είναι εφικτό να αυξάνεται το ΑΕΠ και η λιτότητα να συνεχίζεται υπό την πίεση της ανεργίας. Δεύτερον, εξαιτίας των διαρθρωτικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, το ποσοστό ανεργίας στο οποίο θα εκδηλώνονταν σοβαρές μισθολογικές απαιτήσεις έχει μειωθεί κατά πολύ.


Πηγή Red NoteBook


20/2, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


1. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε στο εσωτερικό της Αριστεράς, και τελικά στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, ήταν στη βάση ενός ισχυρισμού που, για διαφορετικούς λόγους, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και τα αστικά κόμματα (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ), απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ο ισχυρισμός αυτός έλεγε ότι μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς γιατί μπορεί να υπάρξει υπέρβαση της λιτότητας εντός της Ευρωζώνης. Εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ εξηγούσε πως, στην Ελλάδα του Μνημονίου, η δυνατότητα αυτή περνά από τον διαχωρισμό της δανειακής σύμβασης (δηλαδή της διαδικασίας και των όρων εκταμίευσης/αποπληρωμής δανείων και τόκων) και του νομικο-πολιτικού πλαισίου που θέσπιζε το Μνημόνιο.

2. Στη συλλογιστική αυτή, που συνόψιζε το «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά αυταπάτη για τη δραχμή», η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν ήταν ούτε ταμπού ούτε ανυπέρβλητο φόβητρο1: Το κόστος μιας επαναφοράς σε εθνικό νόμισμα –τόσο το οικονομικό (υποτίμηση του νομίσματος για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε εχθρικό περιβάλλον), όσο και το πολιτικό (ραγδαία άνοδος του εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη)–, θα ήταν μεγάλο. O λόγος, λοιπόν, που η επιστροφή αυτή δεν προκρινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν κυρίως πολιτικός: οι αριστερές πολιτικές για τον έλεγχο των τραπεζών, τη ρύθμιση των χρηματαγορών, την προστασία του κοινωνικού κράτους, και ακόμα περισσότερο, για τον αναγκαίο ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, το σοσιαλισμό, δεν μπορούν να υλοποιηθούν παρά σε μεγάλες επικράτειες2, πιθανή δε αναδίπλωση, θα δούλευε μάλλον υπέρ της Ακροδεξιάς. Ίσχυε –και ισχύει– και αντίστροφα: αν κανείς δεν προσδιορίσει κάποιο εξίσου ευρύ, ή τουλάχιστον πιο προνομιακό «πεδίο εφαρμογής», οι πολιτικές αυτές είναι απλώς ασκήσεις (προπαγανδιστικού) ύφους επί χάρτου.

3. Μια έγκυρη λοιπόν αποτίμηση της απόφασης της περασμένης Παρασκευής δεν νοείται παρά υπό το πρίσμα αυτής της στρατηγικής: της πεποίθησης, δηλαδή, ότι είναι εφικτή η παραμονή στην Ευρωζώνη, όχι νέτα σκέτα, αλλά υπό τον όρο της ακύρωσης των μνημονίων και της λιτότητας. Αυτό κάνει από τη δική της πλευρά η Καθημερινή όταν καλωσορίζει τον ΣΥΡΙΖΑ στον «ρεαλισμό» (κύριο άρθρο 22/2) – κι αυτό κάνει, με βάση τη δική του στρατηγική, το ΚΚΕ, επαναλαμβάνοντας με έκδηλα αυτοδικαιωτική χροιά πως «δανειακή σύμβαση και μνημόνιο είναι ένα και το αυτό» (Δ. Κουτσούμπας, 20/2).

4. Υπό το πρίσμα του συριζικού πρόγραμματος αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης, με βάση ένα μίνιμουμ, όχι δηλαδή κάποιο επαναστατικό πλαίσιο (αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, απόρριψη των εξωφρενικών πλεονασμάτων, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους), ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο διαχωρισμός δανειακής σύμβασης-μνημονίων απέφερε περισσότερα από όσα πίστευαν όσοι τον απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ότι, με άλλα λόγια, στο Eurogroup των τελευταίων δύο εβδομάδων υπήρξε όντως διαπραγμάτευση, δηλαδή σύγκρουση. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν ότι στο κείμενο της απόφασης α) απουσιάζουν οι προβλέψεις για περαιτέρω μέτρα λιτότητας (βλ. μέιλ Χαρδούβελη)· β) σχετικοποιείται η απαίτηση για πλεονάσματα του 4.5%, παρά τη ρητή αναφορά στην απόφαση του Eurogroup που τα «θεσμοθετούσε» (Νοέμβριος 2012)· γ) συνομολογείται ο στόχος της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, οι αποτυχίες στον οποίο είχαν απομονώσει διεθνώς την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτά, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της ρευστότητας των τραπεζών για τέσσερις μήνες, δικαιώνουν κατά τη γνώμη μου την περιγραφή της συμφωνίας με τον όρο «ανακωχή».

5. Η διαπραγμάτευση, και εν τέλει η ανακωχή, μεταξύ μιας αριστερής κυβέρνησης και του Μεγάλου Συνασπισμού (δεκαοχτώ) νεοφιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων κυβερνήσεων, που διοικεί σήμερα την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά εξ ορισμού ανακωχή μεταξύ άνισων. Αυτός είναι ο λόγος που στο κείμενο της συμφωνίας α) δεν υπάρχει ούτε καθ” υπαινιγμόν αναφορά στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης· β) αναγνωρίζεται ως γενικό πλαίσιο η απόφαση του Νοεμβρίου του 2012, ώστε να δηλώνεται το εύθραυστο της «ανακωχής» όσον αφορά τα πλεονάσματα· και γ) απουσιάζει οποιαδήποτε νύξη για κούρεμα ή άλλου τύπου ελάφρυνση του μη βιώσιμου ελληνικού χρέους. Το ακριβώς αντίθετο: το τελευταίο προβλέπεται να καλυφθεί εξολοκλήρου («fully»). Κι ενώ στο κείμενο αναφέρονται με σχολαστικότητα οι δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης, μάταια θα ψάξει κανείς για δεσμεύσεις των εταίρων, πέρα από τη διασφάλιση της ρευστότητας – και πάλι όμως με συγκεκριμένο στόχο: την πίστωση χρόνου για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που κι αυτές τελούν υπό έγκριση στα τέλη Απριλίου, μετά δηλαδή την «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της τρέχουσας διευθέτησης»…

6. Είναι σαφές πως αυτό το νέο σημείο ισορροπίας, τη σταθερότητα του οποίου θα ξέρουμε μετά την αποδοχή ή μη της λίστας με τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει η κυβέρνηση, δεν προσφέρεται ούτε για θριαμβολογίες (τα υψηλά επίπεδα αποδοχής της κυβέρνησης αρκούν – ο οπαδισμός ποτέ δεν βοήθησε την Αριστερά), ούτε για καταστροφολογία, ιδίως όταν οι εισηγητές της τελευταίας εννοούν πως η λύση στο πρόβλημα είναι αυτή που ήταν πάντα: η επιστροφή στη δραχμή. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς τη στιγμή που αποδεικνύεται η επικαιρότητα του «καμιά θυσία/καμιά αυταπάτη», ακριβώς δηλαδή τη στιγμή που το «ελληνικό» πρόβλημα είναι ήδη πρόβλημα των ευρωπαϊκών ελίτ απέναντι στην άνοδο της Αριστεράς στις χώρες τους, θα ήταν σοβαρό λάθος ένα πισωγύρισμα στη συζήτηση «ευρώ ή δραχμή», που δίχασε την Αριστερά από το 2009. Αυτό που επείγει τώρα, είναι το (εύθραυστο) μορατόριουμ με τους «θεσμούς» να μη σημάνει μορατόριουμ και στο εσωτερικό – αλλά αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει άμεσα την ατζέντα του για τα μείζονα: από την ανθρωπιστική κρίση και τη φορολογία μέχρι τις ελευθερίες και τα δικαιώματα. Αντίστοιχα σοβαρό λάθος, συμμετρικά, θα ήταν να θεωρείται νίκη εις το διηνεκές η αποφυγή των (προβλέψιμων) χειρότερων: το πάση θυσία μέσα στο ευρώ, ακόμα και με μνημόνια – που ήδη ανοίγει την όρεξη κάποιων για συμμαχίες με το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι.

7. Χρησιμότερο, λοιπόν, από την ανάλυση (ή την επινόηση) της τάδε νίκης ή της δείνα συντριβής, είναι η κατανόηση των όρων του προβλήματος – κυρίως δε, η διατύπωση όρων για την επίλυσή του, με άξονα τη δημοκρατία. Στον αντίποδα μιας κομματικής λειτουργίας που άφησε εκτός συζήτησης εξαιρετικά κρίσιμα πράγματα (τη συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛ, τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου, την επιλογή του ΠτΔ κ.ά), ένα από τα σημαντικά αυτών των ημερών ήταν η δημοσιοποίηση των κειμένων που συζητούνταν στο Eurogroup και η κοινοποίηση, εκ μέρους της κυβέρνησης, του περιεχομένου (ορισμένων) διεθνών επαφών. Eν μέσω βλακωδών «αναλύσεων» για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των υπουργών της, αυτή η διαφάνεια έδειξε ότι η διαπραγματευτική ικανότητα μιας αριστερής κυβέρνησης περνά πρωτίστως από το να μην πολιτεύεται ως κάστα ειδικών, που στους καιρούς της μεταδημοκρατίας διαπραγματεύονται για μια κοινωνία ερήμην της. Είναι προφανές, από την άλλη, ότι αυτή η συμβολική επιλογή δεν αρκεί. Η επανεκκίνηση λοιπόν του κόμματος-ΣΥΡΙΖΑ, η προωθητική αυτονομία του έναντι της κυβέρνησης, η ανάληψη ενωτικών κινηματικών πρωτοβουλιών που να διευρύνουν το πεδίο δράσης της κυβέρνησης (αντί απλώς να την παρακολουθούν και να την «ελέγχουν»…), είναι ένα μέρος όσων μπορούν να γίνουν. Ένα άλλο, είναι να δούμε τι έχει να αντιτάξει η δική μας πλευρά απέναντι σε ωμούς εκβιασμούς που θα συνεχιστούν. Αυτά τα δύο είναι νομίζω οι όροι, ώστε ο κερδισμένος χρόνος να είναι πράγματι κερδισμένος για μας – όχι για όσους κερδοσκοπούν στο δυσμενή συσχετισμό ή τις διαφορετικές μας απόψεις.

_______________


1 Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ, Αθήνα 2012, σ. 214-217

2 ό.π.


Πηγή Red NoteBook

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Παρανοϊκοί ή ταξικά προσανατολισμένοι;


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η διαπραγμάτευση ως διαδικασία ορθού λόγου (Κέινς), η διαπραγμάτευση ως στοιχείο της ταξικής πάλης (Μαρξ) και πώς εξηγείται η σκληρή, «παράλογη» στάση των ηγετών της Ευρωζώνης

Πώς να καταλάβουμε τη διαπραγμάτευση και τα μονοπάτια που ακολουθεί; Αυτή η ερώτηση δεν είναι μόνο επίκαιρη τώρα που παρακολουθούμε τις εξελίξεις εν θερμώ, αλλά θα παραμένει κρίσιμη καις τη συνέχεια, όταν όλα θα έχουν παιχτεί και θα πρέπει να καταλάβουμε τι συνέβη, τι μας συνέβη. 


Ο τρόπος του Κέινς

Ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί η ελληνική πλευρά τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Κέινς, που θεωρούσε ότι το σημαντικό στην οικονομική πολιτική δεν είναι οι κοινωνικές αντιθέσεις, η ταξική πάλη, αλλά οι παλιές, οι σκουριασμένες ιδέες που εμποδίζουν τη λογική και οδηγούν σε αποφάσεις καταστροφικές, όχι μόνον για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις αλλά και για τις κυρίαρχες. Αυτή η πίστη των αριστερών κεϊνσιανών, που βρίσκεται διατυπωμένη όχι μόνο στις πρώτες αλλά και στις τελευταίες σελίδες του μεγάλου βιβλίου του δασκάλου τους, εξηγεί την πίστη τους στη διαπραγματευτική δύναμη του ορθού λόγου, την επιθυμία τους να καθήσουν στην ίδια πλευρά του διαπραγματευτικού τραπεζιού και όχι απέναντι, να διατυπώσουν προτάσεις που τελικά συμφέρουν όλες τις πλευρές (που όπως λένε τώρα είναι καταστάσεις win-win). Είναι η ίδια θεώρηση των πραγμάτων που εξηγεί την αθώα στάση ενός μεγάλου προοδευτικού οικονομολόγου όπως ο Πολ Κρούγκμαν που, όποτε γράφει για την Ελλάδα, βρίσκεται σε διαρκή απορία γιατί οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρώπης φέρονται τόσο παράλογα ώστε να θέτουν σε δοκιμασία το ίδιο το ευάλωτο παιδί τους που είναι η Ευρωζώνη, γιατί βυθίζουν την οικονομία στην ύφεση και φλερτάρουν με τον αποπληθωρισμό.

Οι αριστεροί κεϊνσιανοί –οικονομολόγοι ή πολιτικοί– εγκαλούν λοιπόν την καθεστωτική οικονομία και την εξουσία στο δρόμο της λογικής, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης, των επενδύσεων, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και προτείνουν λύσεις βασισμένες στον ορθό λόγο, λύσεις «συμφέρουσες σε όλους». Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική πλευρά κατανοεί τη φύση της διαπραγμάτευσης.


Ο τρόπος του Μαρξ

Ένας άλλος τρόπος να κατανοήσουμε τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Μαρξ: η κρίση είναι το περιβάλλον που επιτρέπει στην τάξη των κεφαλαιοκρατών να επιβάλει τις απαιτήσεις της. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά το «Κεφάλαιο» γνωρίζουμε ότι το επίπεδο συνείδησης της αστικής τάξης τής επιτρέπει να οργανώνει συνειδητά πλέον την κρίση ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, για να δεχθούν λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις, χαμηλότερους μισθούς, σκληρές εργασιακές σχέσεις και ταπεινώσεις υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού. Έτσι και στην Ελλάδα, η όλη διαδικασία της ύφεσης και της πολιτικής τής εξαθλίωσης, της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, της ανεργίας και της απαξίωσης της εργασίας, απέκτησε τη λογική του οικονομικού δαρβινισμού, τη λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών, ή των λιγότερο ανταγωνιστικών, κεφαλαίων και των πιο αδύναμων ανθρώπων ώστε η ελληνική οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω μιας διαδικασίας «δημιουργικής» καταστροφής και ιστορικής ήττας των δυνάμεων της εργασίας και της Αριστεράς. Οι καθεστωτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις πλησίασαν αρκετά στην καμπή εκείνη του δρόμου όπου η άρχουσα τάξη, οι σύμμαχοί της στην Ευρώπη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, μπορούσαν να ελπίζουν σε μια παγίωση των κατακτήσεών τους στην Ελλάδα, καθώς είχαν ήδη αρχίσει να διακρίνουν το περίγραμμα ενός νέου ολοκληρωμένου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που ενσωμάτωνε ως οργανικά στοιχεία του όλες τις βαρβαρότητες που γνωρίσαμε μετά το 2009.


Το «σάπιο μήλο»

Ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, που δεν είναι καν επαναστατική αλλά κινείται στον πρωτότυπο χώρο της ριζοσπαστικής κεντροαριστεράς, έχει ακυρώσει το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν οργανωμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, ώστε να μεταβεί ταχύτατα σε νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα ούτε καν τη μνήμη τους.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις του ευρωπαϊκού καπιταλισμού καλούνται τώρα να διαχειριστούν την ήττα τους και να ελέγξουν τις επιπτώσεις της πριν αυτές αποκτήσουν εκρηκτικό, μεταδιδόμενο, άρα ανεξέλεγκτο χαρακτήρα. Διότι η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές δεν διέψευσε μόνον την ικανότητά τους να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους. Η ήττα τους μπορεί να γίνει ντόμινο, και η μόλυνση από το «σάπιο μήλο» να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας, που είναι ένα κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ενώ παλιότερα η λιτότητα ήταν συγκριτικά περιορισμένη και συνήθως αφορούσε τη μεσοπρόθεσμη διάρκεια χωρίς να διαταράσσονται οι μακροχρόνιες ισορροπίες του συστήματος, σήμερα έχει αποκτήσει κεντρική σημασία: Όταν το κεφάλαιο είναι υπερσυσσωρευμένο, όταν είναι πέντε έως επτά φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ, όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να μην καταρρεύσει η κερδοφορία απαιτείται ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, και αυτό επιτυγχάνεται με την υψηλή ανεργία. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος. Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί. Αυτά εξηγούν τη σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της Ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό, επικίνδυνο εχθρό, δηλαδή την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.


Πηγή rproject

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Entretien avec Makis Panorios: La dette de l' auteur


Ο Μάκης Πανώριος είναι ένας δημιουργός που, δίχως μεγάλη υπερβολή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ‘Πατριάρχης του ελληνικού Φανταστικού’, με σημαντικό συγγραφικό και ανθολογικό έργο που εκτείνεται στο πέρασμα δεκαετιών. Για το έργο του έχει τιμηθεί ουκ ολίγες φορές, ενώ επίσης έχει εργαστεί ως ηθοποιός και ζωγράφος (περισσότερα για την πορεία του αναφέρει ο ίδιος εντός της συνέντευξης). Κύρια μυθιστορήματά του η τριλογία «Η διαδρομή/Η Καταδίκη» (2005, επανέκδοση παλαιότερων έργων), «Το Μαυσωλείο» (2006) και «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου» (2010), στα οποία πρωταγωνιστεί ο Αλέξανδρος, γενολογικό/γενόσημο [generic] όνομα του ανθρώπινου όντος. 



-Η πρώτη επισήμανση αφορά το ύφος σας: ρευστός λόγος με πλήθος συνώνυμων, παρατακτικών όρων. Υποδηλώνει αυτό κάποια οντολογική δέσμευσή σας, φερειπείν σε έναν κόσμο ροής και γίγνεσθαι, τον οποίο ασθμαίνουσα η γλώσσα αποτυγχάνει εγγενώς να συλλάβει και προτείνεται ως εκ τούτου η εξώθησή της στα όρια, το ‘λύγισμά’ ή ο ‘τανυσμός’ της προκειμένου να τον ακολουθήσει; Ποια η σχέση μορφής και περιεχομένου στα μυθιστορήματά σας και εν γένει στο έργο σας;

Στη γραφή μου το εσωτερικό τοπίο της ιστορίας είναι αυτό που υπαγορεύει την ‘εξωτερική’ μορφή του, τη λογοτεχνική οικοδόμησή του. Πιο συγκεκριμένα: η ειδική μεταχείριση του Λόγου επιδιώκει και προσπαθεί να ‘περιγράψει’ το εσωτερικό ‘σχήμα’ που προτείνει και φιλοδοξεί να ιχνηλατήσει η αφηγούμενη ιστορία, διότι, αυτή κυρίως, είναι η μόνη υπεύθυνη για την δεδομένη σύνθεσή της. Καθόλου απλή διαδικασία, επειδή, ανεξαρτήτως ερεθίσματος από την διαπιστωμένη ρευστότητα της αινιγματικής ‘πραγματικότητας’, η δική μου γραφή επιχειρεί να ρίξει ένα βλέμμα στο ακατανόητο ανθρώπινο τοπίο, αλλά μέσα από το δεδομένο γεγονός που αγωνίζομαι να το διαπραγματευτώ με την συγκεκριμένη ιστορία την οποία και επιλέγω ως πρόσχημα προκειμένου να ‘ακούσω’ τον εσωτερικό ήχο της. Ως εκ τούτου, ο Λόγος τον οποίο και επιλέγω, καθώς επίσης και ο τρόπος που τον μεταχειρίζομαι, κυρίως αυτόν, προσπαθεί εναγωνίως να συλλάβει τον συγκεκριμένο βηματισμό του ανθρώπου στο γήινο τοπίο το οποίο και κατοικεί. Μέσω του εν λόγω βηματισμού, που είναι βέβαια υπαρξιακών προδιαγραφών, ο άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει το ‘υπόγειο’ νόημα της αναπόφευκτης πορείας του, απ’ την στιγμή της έλευσής του έως της στιγμής της αναχώρησής του. Κυρίως την τραγωδία της απόλυτης μοναξιάς του, παρ’όλη την ψευδαίσθηση του συνοδοιπόρου. Οι όποιες ‘συναντήσεις’ του επιφυλάσσει αυτή η εφιαλτικά οδυνηρή πορεία, απλώς επιβεβαιώνουν την απόλυτη ερημιά του δρόμου· ο καθένας ‘βαδίζει’ μόνος. Ακόμη κι αν θεωρηθεί αυτή η ‘πορεία’, παρ’ όλη την υποτιθέμενη εξωτερική γοητεία της, που μοιάζει να προσυπογράφει την ψευδαίσθηση του θαύματος της δημιουργίας, ένας τρομαχτικός εφιάλτης, τουλάχιστον για τον σκεπτόμενο υγιώς άνθρωπο, τότε η λογοτεχνική διαπραγμάτευσή της, γίνεται, ή πρέπει-οφείλει να γίνεται με ανάλογες εφιαλτικές συμπαραδηλώσεις, σχήματα, εικόνες, ήχους, θραύσματα ζωής. Ως εκ τούτου ο Λόγος πρέπει να ‘δηλώνει’ αυτόν τον εφιάλτη. Αυτόν τον εφιάλτη προσπαθώ να σχεδιάσω στα κείμενά μου.


-Μπορούμε να αποφύγουμε το ερώτημα περί της αντιγραφής της τέχνης από τη ζωή (και αντιστρόφως) διαπιστώνοντας ότι υπάρχει ένας ισομορφισμός, για να το πούμε έτσι, μεταξύ τους: αμφότερες αποτελούν κατά κάποιον τρόπο εγχειρήματα ανάδυσης καινοφανών μορφών από το χάος, διαχείρισης και αναδιάταξής του (και, υπό την έννοια αυτή, το ζήτημα δεν τίθεται με όρους αντιγραφής ή μιμητικής αναπαραγωγής για καμιά από τις δύο). Αυτό θέτει στο επίκεντρο το πρόβλημα της αιωνιότητας ή της διάρκειας ενός έργου. Η ζωή ‘επιλύει’ το πρόβλημα με την επιβίωση του γενικού ή καθολικού εις βάρος των επιμέρους (όλα τα έμβια όντα, παρελθοντικά, παροντικά ή μελλούμενα θα τελευτήσουν, αλλά όχι η ίδια η Ζωή, που προελαύνει νικηφόρα δι’αυτών και των ‘αποτυχιών’ τους). Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση της τέχνης, επί παραδείγματι της λογοτεχνίας, ώστε να μη θεωρηθούν τα προϊόντα της απλές φούσκες στην επιφάνεια της λάβας, που σπεύδουν να αποσυρθούν στη λήθη άμα τη εμφανίσει τους;

Η απάντηση της λογοτεχνίας στον παραλογισμό της ζωής, διότι περί ανεξήγητου, αφόρητα αινιγματικού παραλογισμού πρόκειται – η ‘ανθρώπινη’ λογική αδυνατεί να την διερμηνεύσει – είναι μόνο η Σιωπή, που λειτουργεί, τουλάχιστον στις καλύτερες περιπτώσεις της, ως αντανάκλαση της Κοσμικής Σιωπής, απ’ την οποία μάλλον-πιθανώς προέρχεται. Η ζωή, επισημαίνετε, «προελαύνει νικηφόρα». Δεν μπορώ να δω καμιά νίκη στο φαινόμενο ‘Ζωή’. Το μόνο που την χαρακτηρίζει είναι η ακατανόητη αέναη επανάληψή της. Ποιος ο λόγος; Άγνωστος· και κατά πάσα πιθανότητα, έως μάλλον βεβαιότητα, δεν θα τον μάθει ποτέ. Όπως επίσης ουδέποτε θα μάθει και την αρχική… Αρχή της. Και, φυσικά, το νόημά της. Γνωρίζει μόνο «το τέλος του παιχνιδιού», για να θυμηθούμε τον Μπέκετ. Πέραν αυτού ουδέν. Το έχει εξάλλου διαπιστώσει ήδη ο άνθρωπος δια στόματος Σωκράτη: «Ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτε». Η φοβερή αυτή συνειδητοποίηση, έχει σαν αποτέλεσμα την απεγνωσμένη κραυγή του υπαρξιακού ανθρώπου, που αναδύεται από τα έγκατα της μυστικής, άγνωστης, και αδύνατον να εντοπιστεί η ύπαρξή της, κρύπτης του, την οποία και εκτοξεύει επί ματαίω στο αχανές διάστημα. Μια απελπισμένη προσπάθειά του να επικοινωνήσει με το Άγνωστο, να δεχτεί μια κάποια απάντηση προκειμένου να απαλλαγεί απ’ το υπαρξιακό άγχος της ακατανόητης υπόστασής του. Δεν έχει υπάρξει ‘επικοινωνία’, μέχρι στιγμής, και, μάλλον, δεν θα υπάρξει ποτέ, αν δεχτούμε τον διάσημο Βρετανό φυσικό Στίβεν Χόκινγκ: «Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα φθάσουμε ποτέ στο τέλος της αναζήτησης. Η πολυπλοκότητα του σύμπαντος –και του ανθρώπου – θα παραμείνει εσαεί για τον άνθρωπο terra incognita. Τί άλλο, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος παρά να προσπαθεί, παρ’ όλη τη γνώση των συνεχών αποτυχημένων προσπάθειών του, απ’ το να αγωνίζεται αενάως ν’ αγγίξει-επικοινωνήσει με τον «Μονόλιθο», δηλαδή το αβυσσαλέο Άγνωστο, όπως το προσδιόρισε ο Άρθουρ Κλαρκ στην «Οδύσσεια του Διαστήματος;» Τίποτ’ άλλο, παρά να ‘βλέπει’ τον Μονόλιθο-Άγνωστο να χάνεται μέσα στ’ αστέρια, να επιστρέφει δηλαδή στον εαυτό του. Ωστόσο, μέχρι τη στιγμή που θα τον πλησιάσει και θα θέσει τον δάκτυλό του ‘επί τον τύπον των ήλων’, σε μια ύστατη, απεγνωσμένη προσπάθεια, όχι να διαιωνιστεί, αλλά για να δηλώσει τη μάταιη ύπαρξή του, καταγράφει τη πορεία του στο άνυδρο κοσμικό τοπίο, με τις κραυγές του, τις ‘συναντήσεις’ του, τους αποχαιρετισμούς του. Αυτό κάνει η Τέχνη. Και αυτό κάνει στις καλύτερες στιγμές της η λογοτεχνία· γι’ αυτό και περισσότερη τιμή της πρέπει, όπως λέει κι ο Ποιητής. Επειδή τολμά ν’ αντισταθεί στο Μηδέν που προελαύνει ακάθεκτο.  


-Ηρωική και καταδικασμένη να αποτύχει μοιάζει η υπαρξιακή περιήγηση στο γήινο τοπίο, όπως τόσο όμορφα την αποτυπώνετε στην τριλογία σας («Κατάκτηση», «Το Μαυσωλείο», «Η σιωπή στο τέλος του δρόμου»). Από μνήμης -και γι' αυτό με πάσα επιφύλαξη- αναφέρουμε τρία χωρία που μας έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση από το τελευταίο βιβλίο: εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο πάνω στο δέντρο, τη συζήτηση για το νερό, και το θέατρο όπου αναπαρίσταται όλη η πορεία της ανθρωπότητας, προς το τέλος – πρόκειται, νομίζουμε, για καταπληκτικές πραγματεύσεις. Στο τέλος απομένει μονάχα η περήφανη κατάφαση του παιχνιδιού, μολονότι και αυτή με τη σειρά της δεν έχει καμία σημασία. Ή επίσης: να ζεις τη ζωή για χάρη της ίδιας. Θα συμφωνούσατε με μια τέτοια ανάγνωση της πορείας του Ταξιδιώτη, του Αλέξανδρου, στο βαθμό που είναι θεμιτό ή δυνατό να εξάγει κανείς ένα ‘επιμύθιο’ από αυτήν;

Ακόμη κι αν μπορούσε να μεταμορφωθεί ως δια μαγείας, μέσα σε μια νύχτα, ή προϊόντος του χρόνου ή με τις προϋποθέσεις της επιστήμης και της Τέχνης, η Γη σε επίγειο παράδεισο, η προδιαγεγραμμένη διαδρομή του ανθρώπου σ’ αυτό το φανταστικό γήινο περιβάλλον, δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει την τραγωδία του, όντας εκ φύσεως καταδικασμένος να διασχίσει αυτό το τραγικό τοπίο, στο οποίο και βρέθηκε για ακατανόητους λόγους· αυτό πρέπει να τονίζεται συνεχώς μήπως και κάποτε ο άνθρωπος το συνειδητοποιήσει, γεγονός που μπορεί πιθανώς να επαναπροσδιορίσει τη μοίρα του στη Γη και στο Διάστημα. Επιχειρεί, και καλώς πράττει βεβαίως, να εξανθρωπίσει εαυτόν, και να καταστήσει τουλάχιστον βιώσιμο το εν λόγω τοπίο. Η ‘ουσία’, όμως, αυτής της τραγικής στο βάθος διαδικασίας δεν αλλάζει, όσο κι αν προσπαθεί η Επιστήμη και η Τέχνη να την εξωραΐσει. Τί, λοιπόν, μπορεί να κάνει ο συνειδησιακός άνθρωπος μπροστά στο αναπόφευκτο που ανά πάσα στιγμή τον υπερβαίνει; Να θέσει τέρμα στη ζωή του, και, κατ’ επέκταση, στη ‘γοητευτική’ μυθολογία της, σαν τον Ατζεσιβάνα, μαθητή του Βούδα που την αφαίρεσε ‘ηρωικά’ επειδή τη ‘γνώρισε’ «…στη μυστική της πρώτη ουσία…», όπως μας τον συνέστησε ο Σικελιανός στο ομώνυμο ποίημά του; Ή να τυφλωθεί σαν τον τραγικό Οιδίποδα, που βιώνοντας ο ίδιος τη φρίκη της, ‘έσβησε’ την όρασή του με το ίδιο του το χέρι, επειδή του ήταν πλέον αδύνατο να την ‘βλέπει’; Ο γνωστικός άνθρωπος, ο ήδη προαναφερόμενος υπαρξιακός, που έχει δεχτεί το μήνυμα του Σκότους, και της Σιωπής κυρίως, προσπαθεί εναγωνίως να επικοινωνήσει –‘συνομιλήσει’ μαζί τους, μήπως και βιώσει το θαύμα, αν όχι της πολυπόθητης ‘επαφής’, τουλάχιστον της αποκάλυψης ενός κάποιου νοήματος. Η λογοτεχνία, στις οριακές, κορυφαίες στιγμές της, αυτό ακριβώς προσπαθεί να κάνει. Κι ίσως γι’ αυτό, συνειδητά ή υποσυνείδητα, προσπαθεί να αφήσει ένα ‘δείγμα’ του βηματισμού της σ’ αυτό το άνυδρο, άχαρο τοπίο που, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν παραμείνει ‘ακίνητος’ στη μέση της κοσμικής ερήμου, πρέπει να το εξαντλήσει: «Δεν γνωρίζω από πού ήρθα, δεν γνωρίζω γιατί πρέπει να διασχίσω αυτήν την οδό, δεν γνωρίζω που πάω. Γιατί;» Και αυτό ακριβώς το ‘ίχνος’ του μοιραίου βήματός του και τον τραγικό ‘ήχο’ της πορείας του επιχειρεί να αφήσει η λογοτεχνία, μια ίσως απεγνωσμένη, επειδή ο λειτουργός της γνωρίζει κατά βάθος τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αλλά οπωσδήποτε υγιής αντίδραση στην έλευση της λάβας, όπως τόσο εύστοχα σημειώνετε. Απ’ αυτήν ακριβώς την αγωνία διακατέχεται ο Αλέξανδρος της τριλογίας μου. Διασχίζει το ανθρώπινο τοπίο, το ζει, το επιβεβαιώνει, εμπλέκεται στα ‘ρεαλιστικά’ του συμβάντα που λειτουργούν ως υπερρεαλιστικός εφιάλτης υπερτονίζοντας έτσι τον αφάνταστο παραλογισμό μιας παράλογης ‘πραγματικότητας’. Στο υποτιθέμενο τέλος της οδυνηρής πορείας του θα σταθεί μπροστά στο Άγνωστο’ και θα του απευθύνει τη μοιραία ερώτηση: «Είναι κανείς εκεί;» Θα δεχτεί φυσικά την απάντηση της Σιωπής, την οποία ήδη γνωρίζει· απλώς την επιβεβαιώνει ως ένας ‘πιστός’ όμως Θωμάς, θέτοντας ενσυνειδήτως πλέον τον δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Και είναι αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση που δεν μας επιτρέπει να εξάγουμε κανένα ‘επιμύθιο’. Εκτός κι αν, ούτως ή άλλως, θεωρήσουμε ‘επιμύθιο’ εκείνο το συγκινητικό «Πρέπει να ζήσουμε, θείε Βάνια», που απευθύνει η Σόνια στο θείο της, στο ομότιτλο έργο του Τσέχοφ. Αλήθεια, τί άλλο να κάνει ο άνθρωπος;


-Πείτε μας, εάν θέλετε, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που δεν έχετε διαβάσει, και το αντίστοιχο βιβλίο που δεν γράψατε ακόμη. Ποιο είναι δηλαδή εκείνο το έργο για το οποίο υποψιάζεστε, ούτως ειπείν, ότι θα σας συνέπαιρνε, αλλ' εντούτοις για τον οποιοδήποτε λόγο δεν πιάσατε στα χέρια σας, και ποιο αντίστοιχα είναι εκείνο το ‘πρότζεκτ’ που σας τριβέλιζε το μυαλό και ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, όχι ακόμη τουλάχιστον; 

Αν εξαιρέσω την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια», στις οποίες και επανέρχομαι κατά διαστήματα, διαπιστώνοντας κάθε φορά ότι την προηγούμενη τις είχα διαβάσει αλλά χωρίς να τις έχω… διαβάσει, το καλύτερο σύγχρονο βιβλίο, που επίσης δεν είχα διαβάσει, παρ’ όλο που είχα κάνει την γνωριμία του στις αρχές τις δεκαετίας του ’60, είναι η «Δίκη» του Φραντς Κάφκα. Τώρα, πλήρης ετών πλέον, με σχετικώς διαμορφωμένη οπτική πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, το ξαναδιάβασα. Εννοώ ότι κοινώνησα και πάλι την υπαρξιακή του γεύση. Είμαι ακόμα και τώρα, ιδίως τώρα, βαθύτατα ταραγμένος, έχοντας έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την προαναφερθείσα ανθρώπινη μοίρα όπως μας την κληροδότησε ο μεγάλος αυτός συγγραφέας, αντιγράφοντας την τραγική πορεία του Γιόζεφ Κ., του Ανθρώπου δηλαδή, στο παράλογο εφιαλτικό τοπίο της ζωής, για να διαπιστώσει στο τέλος ότι πεθαίνει«Σαν σκυλί!» – και μετά τίποτα. Και μετά «Όλα τα άλλα είναι σιωπή», το έχει ήδη διαπιστώσει ο Σαίξπηρ δια στόματος Άμλετ. Γνωρίζω πως ακούγομαι ρητορικός και πομπώδης, αλλά δεν βρίσκω άλλες λέξεις να περιγράψω τη ‘συνάντηση’ αυτή που σημάδεψε αποκαλυπτικά τη συγγραφική πορεία μου. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα και τώρα, πιστεύω πως δεν έχω καταφέρει να τον διαβάσω εις βάθος, επειδή δεν γνωρίζω Γερμανικά ώστε να επικοινωνήσω με το αυθεντικό, πρωτότυπο κείμενο. Ούτως ή άλλως, όμως, η ‘αποκάλυψη’ Κάφκα στη ζωή μου καθόρισε, όπως ήδη προανέφερα, τη γραφή μου, εναγωνίως προσπαθώντας ωστόσο να αυτονομηθώ και να αρθρώσω δικό μου λόγο. Υπό αυτή την έννοια ‘αναζητούσα’ πάντα εκείνο το άγνωστο βιβλίο που, πιθανώς, ενυπάρχει κάπου στο βάθος της μυστικής κρύπτης του συγγραφέα, αναμένοντας την έξοδό του. Προς ώρας, η θύρα εξόδου της παραμένει ερμητικά κλειστή. Αλλά τώρα πλέον, ακόμη κι αν ανοίξει… Πώς το θέτει ο Κάφκα σ’ εκείνο το λογοτεχνικό του κόσμημα «Ενώπιον του Νόμου;» «Αυτή η πόρτα ήταν για σένα. Τώρα θα την κλείσω!» Ο Άνθρωπος δεν επιχείρησε ‘να μπει μέσα στο Νόμο’, κι εγώ δεν επιχείρησα να παραβιάσω την δική μου… 

Φιλοδοξία μου ήταν να σπουδάσω ζωγραφική, αλλά δεν τα κατάφερα, παρ’ όλο που τελείωσα τη Σχολή Ζωγραφικής και Σχεδίου ABC. Στράφηκα στο θέατρο και εργάστηκα σ’ αυτό ως ηθοποιός για τριάντα και πλέον χρόνια, έχοντας τελειώσει τη Δραματική Σχολή Θεάτρου και Σκηνοθεσίας του Πέλου Κατσέλη. Η Γραφή με απασχολούσε από τα παιδικά μου χρόνια. Στο Γυμνάσιο ήμουν ο μαθητής που έγραφε καλές λογοτεχνικές εκθέσεις και μετέφραζε αρχαίους έλληνες ποιητές· έχω μεταφράσει επίσης το«Άσμα Ασμάτων», του Σολομώντα, και διασκευάσει σε θέατρο την προαναφερθείσα «Δίκη», του Κάφκα. Είχα πάντα κατά νου ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο σχέδιο: Να γράψω ένα βιβλίο επισημαίνοντας το υπερβατικό-φανταστικό στοιχείο-σύμβολο στην ελληνική λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι των ημερών μας, υποστηρίζοντας το ρόλο της φαντασίας στη λογοτεχνική γραφή, πρόλογο του οποίου μπορώ να θεωρήσω την εξάτομη ανθολογία μου «Το Ελληνικό Φανταστικό Διήγημα (Από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Αίολος 1987-2011)». Τώρα, όμως, «Καθώς Ψυχορραγώ», για να θυμηθώ τον Φόκνερ, είναι πλέον αργά. 


-Ποια ή ποιες υπήρξαν οι καθοριστικές συναντήσεις στη ζωή σας, όσον αφορά τον ‘δημιουργό Μάκη Πανώριο’ - είτε αυτές είχαν να κάνουν με ανθρώπους, βιβλία, έργα τέχνης ή περιστατικά, γεγονότα και συμβάντα ενγένει; Ποιος ή τι καθόρισε τη διαδρομή σας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μπορείτε αναδρομικά να πείτε ότι τίποτε δε θα ήταν ίδιο, ότι τα πράγματα θα είχαν λάβει εντελώς άλλη τροπή, εάν η συνάντηση δεν είχε λάβει χώρα;

Οι ‘συναντήσεις’ μου ήταν κυρίως λογοτεχνικές. Στο σπίτι του Παππού μου, από την πλευρά της Μητέρας μου, υπήρχε πλούσια βιβλιοθήκη, μέσω της οποίας ήρθα για πρώτη φορά σε επικοινωνία με τη λογοτεχνία. Διάβασα Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Καρκαβίτσα, αλλά και Βίκτορ Ουγκό, Φένιμορ Κούπερ, Αλέξανδρο Δουμά, το θαυμαστό αραβικό έπος «Χίλιες και Μία Νύχτες», στην ανεπανάληπτη μετάφραση του σπουδαίου φιλόλογου και ελληνιστή Κώστα Τρικογλίδη, και πλήθος άλλων. Αργότερα, στο Γυμνάσιο συνάντησα δυο σπουδαίους φιλόλογους, τον Α. Φιλιππόπουλο και Κ. Παπαϊωάννου, που μου γνώρισαν τη μαγεία αλλά και τη σημασία της λογοτεχνίας. Την μύησή μου ωστόσο στο εσωτερικό σύμπαν της λογοτεχνίας την οφείλω στον ποιητή Λέοντα Κουκούλα και στον συγγραφέα Άγγελο Φουριώτη που δίδασκαν αντίστοιχα Ιστορία Θεάτρου ο πρώτος και Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας ο δεύτερος. Αρχής γενομένης απ’ τον ΄Ομηρο και τους Τραγικούς, πέρασα, στη συνέχεια, στον ωκεανό της Λογοτεχνίας. Στάθηκα στον Χέρμαν Μέλβιλ, στον Τζέιμς Τζόις, στον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, στον Ε. Α. Πόε, στον Σάμιουελ Μπέκετ. Στα χωρικά μας ύδατα 'συνάντησα' τον Νίκο Πολίτη, τον Ρένο Αποστολίδη, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Αλέξανδρο Σχινά, έναν από τους σπουδαιότερους ανανεωτές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η γνωριμία μου με το Νέο Γαλλικό Αντιμυθιστόρημα, επαναστατική τομή στο σώμα την ευρωπαϊκής τουλάχιστον λογοτεχνίας, όπως εκφράστηκε από τη Ναταλί Σαρότ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγιέ, τον Κλοντ Σιμόν, τον Μισέλ Μπιτόρ, ήταν καθοριστική. Και φυσικά, στη κορυφή όλων, όπως ήδη έχω προαναφέρει, ο Φραντς Κάφκα. Ήταν το αποκαλυπτικό σύμπαν που όρισε τη δική μου μυθολογία, τη λογοτεχνική της διαπραγμάτευση, και τα σχήματα των ιστοριών που επέλεξα για να ιχνηλατήσω την ανθρώπινη περιπέτεια… 

Πιθανώς ο δρόμος της ζωής μου να με είχε οδηγήσει σε άλλα, εντελώς διαφορετικά τοπία, αν είχα ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει ο Πατέρας μου: Να γίνω μηχανικός. Είμαστε φτωχή οικογένεια, κι ήθελε κάτι σταθερό για το μέλλον του παιδιού του. Όταν όμως ήρθα σε επαφή με το ‘αντικείμενο’ της επιλογής του, διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να ‘συνομιλήσω’ μαζί του· θα παραμέναμε ‘ξένοι’ μεταξύ μας σ’ όλη τη ζωή. Τώρα που ‘νυχτώνει’ συνειδητοποιώ ότι καλώς έπραξα που ακολούθησα τον δικό μου δρόμο.


-Σας ευχαριστούμε προκαταβολικά για τον κόπο σας, και ελπίζουμε να μη σας κούρασε η υποβολή των ερωτήσεων.

Εγώ σας ευχαριστώ για τη χαρά που μου δώσατε να συνομιλήσουμε. Κάθε άλλο παρά κουράστηκα. Ελπίζω να χαρήκατε κι εσείς.


Αντί επιλόγου: Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με αυτή την τραγική σύλληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας – και της ανθρώπινης διαδρομής στο σύνολό της. Υπάρχει όμως ένας κίνδυνος που ελλοχεύει, αυτός μιας ορισμένης μονομέρειας, δηλαδή της διολίσθησης σε μιαν ούτως ειπείν ‘εφηβική’ απαισιοδοξία. Και από την άποψη αυτή, ισχύει ότι ακούγεστε κατά διαστήματα ‘ρητορικός και πομπώδης’. Όμως, το ερώτημα του νοήματος δεν επιδέχεται οριστικής διευθέτησης εντός της επικράτειάς του*, είναι καταδικασμένο να μείνει ανοικτό, ενώ η ίδια η απόφανση «δεν έχει νόημα, στ' αλήθεια!» είναι μια τέτοια απόπειρα απόδοσης τελεσίδικης ετυμηγορίας, και μάλιστα κοινότοπης ως προς το περιεχόμενο (τουλάχιστον μετά τους υπαρξισμούς του εικοστού αιώνα). Αυτό το «πρέπει να ζήσουμε» είναι ισχυρότερο από όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Τι ακριβώς είναι αυτό που πρέπει να ζήσει; Γιατί εξακολουθούμε να γράφουμε, και τι είναι τελοσπάντων αυτό που μας επιτρέπει να γράφουμε, που γράφει αξιοποιώντας εμάς; Αυτή είναι η επιταγή στην οποία καλείται να απαντήσει, σπαρασσόμενος και έμπλεος χαράς συνάμα**, ο δημιουργός. Όπως ακριβώς το έθετε εκείνος ο μπεκετικός ήρωας: «Πρέπει να συνεχίσεις, δε μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω»


* ως προς αυτό κάποιες συναφείς σκέψεις διατυπώνονται στην καταληκτήρια παράγραφο μιας πρόσφατης κριτικής μας στο «Θεώρημα Μηδέν» του Τέρι Γκίλιαμ. 

** ο Κάφκα είναι, εκτός των άλλων, ένας εύθυμος συγγραφέας, σε απόσταση από κάθε επιτηδευμένο μελοδραματισμό. 


Συνέντευξη: Friedrich Keunermann

Δύο ακόμη συνεντεύξεις που μπορεί να συμβουλευθεί ο αναγνώστης (στο αίθριο του «Πανδοχείου», 01/05/2011, και στον Δημήτρη Αργασταρά για το «Book Press», 11/12/2010), καθώς και μία λίστα του Μάκη Πανώριου από κλασσικά βιβλία της λογοτεχνίας του Φανταστικού για το «Βήμα», 10/07/2013.


Κείμενα
http://pandoxeio.com/2011/05/01/aithrio46panorios/ 
http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/panorios 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=521561

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

«O ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος που μας επιτρέπει να ελπίζουμε»




Ο Κ. Τσουκαλάς μιλά για τους λόγους που τον οδήγησαν να κατεβεί υποψήφιος στις εκλογές, για το διακύβευμα της αναμέτρησης, αλλά και για την εμπειρία του από τη συμμετοχή στο συνεταιριστικό εγχείρημα της «Εφημερίδας των Συντακτών».

* * *

• Έχετε πει ότι μόνο η πολιτική θα μπορούσε να είναι η όποια αντίδραση στην κατίσχυση των αγορών. Αυτός είναι ο λόγος που σας οδήγησε στον πολιτικό στίβο;

Οι προσωπικές αποφάσεις και εμπλοκές επηρεάζονται βέβαια αποφασιστικά από τέτοιου είδους γενικότερες αποφάσεις, όσο και σωστές να είναι, αλλά πηγάζουν από λόγους εσωτερικούς. Αν αποφάσισα για πρώτη φορά, μετά από πολλές δεκαετίες στις οποίες η πολιτική έπαιζε για μένα πάντα έναν πολύ σοβαρό ρόλο, είναι διότι δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Δεν μπορεί κανείς να επιτρέψει στον εαυτό του να μην κάνει ο ίδιος ό,τι είναι δυνατόν για να προωθήσει πράγματα που πιστεύει. Η ασφάλεια των γυάλινων πύργων ή ενός γραφείου όπου δεν διακινδυνεύεις τίποτα είναι πολύ εύκολη, αλλά σε στιγμές κρίσης πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλη υπεύθυνη στάση από τη συστράτευση με ένα σύστημα ιδεών, το οποίο με πρεσβεύει από τότε που ήμουν πολύ νέος. Μ’ αυτή την έννοια, οι λόγοι για τους οποίους αποδέχτηκα αυτή την τιμητική πρόταση είναι διότι πιστεύω ότι το χρωστάω κυρίως στον εαυτό μου.


• Γιατί με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Διότι αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί πιστεύω την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε, μέσα από τις ακανθώδεις και δαιδαλώδεις διαδικασίες που προβλέπουμε ότι θα επισυμβούν, να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας. Ολοι οι άνθρωποι της, εν ευρυτάτη εννοία, Αριστεράς γαλουχηθήκαμε από το όνειρο των μεγάλων αφετηριακών αξιών τις οποίες πρεσβεύουμε: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, αδελφότητα. Αυτήν τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο κατεξοχήν χώρος που μας δίνει τη δυνατότητα να ελπίζουμε. Μ’ αυτή την έννοια η στράτευση για μένα είναι κάτι το αυτονόητο. Δεν περίμενα την αναγγελία των υποψηφιοτήτων ή την τιμητική αυτή πρόταση για να έχω τις απόψεις που έχω. Αυτές συμπλέουν απολύτως με τις απόψεις του χώρου που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ.


• Η Ευρώπη και ο κόσμος έχουν τα μάτια στραμμένα στην Ελλάδα. Ποιο είναι για εσάς το διακύβευμα αυτής της κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης;

Τα διακυβεύματα είναι πολλά. Πρώτα πρώτα στην Ελλάδα είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο παρατεταμένης και θα έλεγα επώδυνης κρίσης, η οποία αντανακλά πάνω σε όλους. Επομένως οι εκλογές αυτές είναι εξαιρετικά κρίσιμες, διότι μέσα απ’ αυτές θα αποφασιστεί ποια θα είναι η στάση της χώρας σε σχέση με τα εκτός αυτής κείμενα, αλλά και με τα εντός αυτής κείμενα. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η κρισιμότητα της εκλογής αυτής ξεπερνάει νομίζω τα ελληνικά σύνορα. Είναι σαφές ότι τα πολλαπλά αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδηγούν σε αποδιάρθρωση του ευρωπαϊκού ονείρου, σε αποτελμάτωση των παραδοσιακών ευρωπαϊκών αξιών και σε τεράστιους κινδύνους έκρηξης του ευρωπαϊκού συστήματος στα εξ ων είχε κάποτε συντεθεί.


• Πόσο μπορεί να επηρεάσει μια πιθανή νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τις προοπτικές των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων στην Ευρώπη;

Νομίζω αποφασιστικά. Βέβαια να επαναλάβω ότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον. Αλλά είναι η πρώτη φορά πιστεύω που είναι τόσο μεγάλη αυτή η συσσωρευμένη οργή και αγωνία των Ευρωπαίων πολιτών μπροστά σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Να το πω ακόμα μία φορά: αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα δεν είναι παρά το προείκασμα αυτών που συμβαίνουν ήδη αλλού. Αυτή η οργή αναζητά διεξόδους. Μία απ’ αυτές είναι και η αναζωπύρωση της ακροδεξιάς. Αλλά αυτός είναι ένας επιπλέον κίνδυνος που καθιστά απολύτως αναγκαία τη δημιουργία προϋποθέσεων ενός νέου, ευρύτερου, ευρωπαϊκού, αριστερού και αντιφιλελεύθερου μετώπου. Μ’ αυτή την έννοια πιστεύω ότι αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα θα μπορέσουν να αποτελέσουν ένα μοχλό πάνω στον οποίο θα κινηθούν οι ευρωπαϊκές διαδικασίες, οι οποίες είναι και οι μόνες που μπορούν να δώσουν λύση στα ευρωπαϊκά προβλήματα. Η Ευρώπη δηλαδή ή θα μεταστραφεί και θα γίνει σοσιαλιστική, δίκαιη, πιο ανθρώπινη και πιο δημοκρατική ή τελικώς οδηγείται μαθηματικά σε έκρηξη, της οποίας οι συνέπειες προφανώς θα είναι καταλυτικές. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό σύστημα, τέτοιο όπως το φτιάξανε, αποτελεί μία από τις μεγάλες ελπίδες της ανθρωπότητας. Η Ευρώπη είναι ο κατεξοχήν χώρος που εκκόλαψε τις μεγάλες ανθρωπιστικές αξίες που ξέρουμε όλοι. Η Ευρώπη είναι ο χώρος που επιχείρησε να κατασκευάσει εκ του μηδενός σχεδόν ένα νέο θεσμικό σύστημα που θα συνεπέφερε το τέλος των πολέμων και την αλληλεγγύη ανάμεσα σε λαούς.


• Υπήρξατε από την πρώτη στιγμή δίπλα στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Σας άλλαξε αυτό καθόλου την άποψη για τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και το συνεταιριστικό πνεύμα;

Μου την άλλαξε σε σημείο απρόσμενο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μετείχα, έστω και κατά τρόπο δευτερεύοντα, σ’ ένα συνεταιριστικό εγχείρημα, το οποίο στην αρχή δεν ήξερα ακριβώς τι είναι. Τον πρώτο καιρό είχα την αίσθηση ότι το εγχείρημα προσκρούει σε τέτοιες εσωτερικές αντιφάσεις που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν ακόμα και στη διάλυση. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι αυτά είναι μέρος του εγχειρήματος αυτού. Συνεταιρισμός δεν σημαίνει απόλυτη συναίνεση. Σημαίνει το αντίθετο. Οτι οι συναινέσεις οικοδομούνται μέρα με τη μέρα, αρκεί βέβαια το συλλογικό όραμα να προτάσσεται όλων των επιμέρους δεοντολογιών και προτεραιοτήτων. Μ’ αυτή την έννοια, η εμπειρία μου τα δύο τελευταία χρόνια ήταν απολύτως αισιόδοξη. Μέσα απ’ αυτή την εμπειρία πίστεψα ότι τα συλλογικά συνεταιριστικά εγχειρήματα δεν είναι απλώς ευκταία, αλλά και εφικτά. Πράγμα για το οποίο η άρχουσα γνώμη προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Να μας πει ότι οι συνεταιρισμοί είναι απολειφάδια μιας άλλης εποχής, ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσουν. Αντίθετα, αυτά ζωογονούν μια νέα συλλογική κουλτούρα. Και αυτή η κουλτούρα, η οποία κατά τη γνώμη μου έγινε για πρώτη φορά σ’ αυτή την εφημερίδα, είναι για μένα πρωτίστης σημασίας, προκειμένου να είναι δυνατόν κάποτε να εκκολάψουμε και να επινοήσουμε νέες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας. Αυτό που γίνεται στην «Εφημερίδα των Συντακτών» είναι κατά κάποιον τρόπο η μικρογραφία ενός υπό διαμόρφωση κοινωνικού γίγνεσθαι. Είμαι πολύ ευτυχής που μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω σ’ αυτή την ιστορία και είμαι βέβαιος ότι δεν θα φύγω ποτέ απ’ αυτή την εφημερίδα, γιατί είναι ένα φορτισμένο κομμάτι της συναισθηματικής μου ιστορίας. Δηλαδή όχι μόνο ωφελήθηκα απ’ αυτό το πράγμα, αλλά άλλαξα ο ίδιος προς το καλύτερο.


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών και "Αυγή".


Αυτοδυναμία, συμμαχίες και συναινέσεις

Η ιστορική κρισιμότητα των επερχόμενων εκλογών είναι προφανής. Όλα συνηγορούν στο να πιστέψουμε πως για πρώτη φορά εδώ και μισό αιώνα, και μέσα σε εντελώς πρωτόγνωρες συνθήκες κρίσης, η Αριστερά βρίσκεται στα πρόθυρα της εξουσίας. Έτσι, όλες οι ιδεολογικές και στρατηγικές συνιστώσες της πολιτικής αντιπαράθεσης φωτίζονται με ένα νέο, κοσμοϊστορικό, θα έλεγα, χρώμα. Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης ξεπερνά κατά πολύ τη συγκυρία. Ακόμα περισσότερο ίσως από τα καίρια ζητήματα της “διαπραγμάτευσης με τους εταίρους” σε έναν κλυδωνιζόμενο κόσμο, και της “εξόδου από την οικονομική κρίση”, τίθεται το ζήτημα της μακροπρόθεσμης πορείας της χώρας.

Με αυτή την έννοια, το αίτημα της αυτοδυναμίας εξικνείται πολύ πέραν από τους όρους σχηματισμού της κυβέρνησης της επόμενης μέρας. Η μακρόπνοη αξιοπιστία της Αριστεράς συναρτάται από την ιστορική της δυνατότητα να επιδείξει την αναγκαία συνέπεια στις αρχές και τις ιδέες που καλείται να υπηρετήσει. Η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης δεν είναι παρά μια αναγκαία, ελάχιστη, προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του ιστορικού στόχου. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο στο σημείο αυτό δεν χωρούν εκπτώσεις. Η οικοδόμηση της νέας Ελλάδας προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρξουν ούτε υπαναχωρήσεις ούτε αναστροφές.

Όμως, όσο αναγκαία και αν είναι, και όσο πιθανή και αν διαφαίνεται, η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία δεν αρκεί από μόνη της. Η πλήρης ρήξη με τις καταστροφικές πολιτικές, που όλοι γνωρίζουμε, προϋποθέτει επιπλέον τη μακροπρόθεσμη θεαματική διεύρυνση της λαϊκής υποστήριξης και συναίνεσης σε ένα τεράστιο εγχείρημα κοινωνικής μεταρρύθμισης και ανατροπής. Το κρισιμότερο ανοιχτό ερώτημα αναφέρεται, λοιπόν, στην οικοδόμηση μιας νέας διαρκούς “δομικής” πλειοψηφίας που θα στηρίξει αυτήν την πορεία. Πράγματι, η δημοκρατική ανατροπή δεν είναι εφικτή παρά μόνον όταν έχει αρχίσει να περιβάλλεται με τον μανδύα του αυτονόητου. Μόνον όταν η ρήξη με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων εμφανίζεται σαν μόνη λύση στα αδιέξοδα, είναι δυνατόν να ελπίζουμε ότι θα τα υπερβούμε. Είναι γεγονός ότι οι αναγκαίες κοινωνικές ανατροπές χρειάζονται επιμονή, υπομονή, αισιοδοξία και χρόνο. Και ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να εξασφαλισθεί παρά μόνον αν επιτευχθούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την κοινοβουλευτική συγκυρία.

Υπό τους όρους αυτούς, αλλά μόνον υπό τους όρους αυτούς, όλα μπορεί να αλλάξουν, και θα αλλάξουν. Ο αναγκαίος μετασχηματισμός της κοινωνίας θα προκύψει από τη συνείδηση των μαζών, από τη βούληση ενός λαού που θα έχει ανακτήσει τη χαμένη συλλογική του αυτονομία. Κατ’ ανάγκην λοιπόν, η πολιτικο-κομματική γεωγραφία θα μετατοπισθεί αποφασιστικά. Εξωθούμενες από την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν, είτε το προβλέπουν είτε δεν μπορούν ακόμα καν να το διανοηθούν, ορισμένες τουλάχιστον πολιτικές δυνάμεις τού λεγόμενου δημοκρατικού “τόξου” θα εξωθηθούν στο να συμπράξουν σε ένα εθνικό εγχείρημα. Έτσι ακριβώς θα τεθεί το ζήτημα των μετεκλογικών “συμμαχιών”. Δεν θα πρόκειται όμως για συμμαχίες “κορυφής”, που πάντα εμπεριέχουν τα σπέρματα της ανατροπής τους, αλλά για συμμαχίες “βάσης” που προκύπτουν από την ίδια την εξελισσόμενη ιστορία. Σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ανοίγει η πύλη για μιαν ευρύτερη εθνική και λαϊκή συναίνεση. Δεν έχουμε το δικαίωμα να την αφήσουμε και πάλι να κλείσει.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Για μια πολιτική των αγώνων: ο ΣΥΡΙΖΑ, το Ποδέμος και εμείς


των Σάντρο Μετζάντρα και Τόνι Νέγκρι



Το 2014 έκλεισε με την αποτυχία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, και άρα με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Πρόκειται για μια εξέλιξη μεγάλης πολιτικής σημασίας, που μέλλει να σηματοδοτήσει μια χρονιά η οποία, στην Ευρώπη, θα κλείσει με εκλογές στην Ισπανία (όπου ήδη το Μάιο ψηφίζουν για τους δήμους και τις «αυτονομίες»). Και είναι αρκετά σαφές ότι οι ελληνικές εκλογές δεν θα είναι απλώς «εθνικές»: η χονδροειδείς παρεμβάσεις της γερμανικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που σίγουρα θα ενταθούν μέσα στις επόμενες εβδομάδες, δείχνουν σαφώς ότι μπαίνει στο παιχνίδι ολόκληρο το οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών θεσμών, επαναπροσδιορισμένο τα τελευταία χρόνια μέσα απ’ τη διαχείριση της κρίσης. Άλλωστε η αντίδραση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας, που έπεσε πάνω από 12% με την απλή αναγγελία της απόφασης Σαμαρά για πρόωρες προεδρικές εκλογές στις 9 Δεκεμβρίου, είχε ήδη δείξει ποιος θα ήταν ο ρόλος ενός άλλου βασικού παίκτη: του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το παιχνίδι που ετοιμάζεται να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανώς περίπλοκο, και ειλικρινά μας φαίνονται κάπως αφελείς –όσο και αν επενδύονται με έναν μανδύα πολιτικού ρεαλισμού- οι θέσεις που, στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής αριστεράς, προτείνουν γραμμικά σενάρια υπέρβασης του νεοφιλελευθερισμού και της λιτότητας μέσα από μια ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας. Θεωρούμε αντίθετα ότι στις επόμενες εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία, ειδικά εάν τις δούμε μαζί, παίζεται μια καθοριστική ευκαιρία για να ανοίξουμε νέους πολιτικούς χώρους στην Ευρώπη. Και γι’ αυτό εξάλλου στηρίζουμε μέχρι τέλους το στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ, και προσπαθούμε να συμβάλουμε σε αυτό κυρίως αποσαφηνίζοντας τις προϋποθέσεις ώστε η εκλογική επιτυχία του να μην οδηγήσει, όπως πολύ συχνά συνέβη στην ιστορία της «αριστεράς», σε σκλήρυνση και μπλοκάρισμα, αλλά αντίθετα να πυροδοτήσει μια εκτατική κίνηση, δυνητικά συντακτικού χαρακτήρα.

Πάντoτε σκεπτόμασταν και ασκούσαμε την πολιτική πέρα από την εκλογική στιγμή, με το βλέμμα πρώτα απ’ όλα στα κινήματα και τους αγώνες όσων παλεύουν ενάντια στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να δούμε τη σημασία που μπορεί να έχουν συγκεκριμένες εκλογικές αναμετρήσεις από την άποψη της ταξικής πάλης. Έτσι συνέβη σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία, και μπορεί να ξανασυμβεί στην Ελλάδα και την Ισπανία –και άρα: στην Ευρώπη- το 2015.

Η ευκαιρία που παρουσιάζεται είναι σπάσουμε, μαζί με το διπολισμό μεταξύ Λαϊκού και Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, και την κυριαρχία της ενιαίας σκέψης, δηλαδή αυτού του «εξτρεμισμού του κέντρου» που αποτέλεσε το πλαίσιο πολιτικής για τη διαχείριση της κρίσης στην Ευρώπη όλα αυτά τα χρόνια. Στο εσωτερικό αυτού του πλαισίου αναπτύσσονται σενάρια νεο-συντηρητικής σταθεροποίησης και ουσιαστικής εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού, τα οποία είναι ριζικά εχθρικά προς την κατάκτηση νέων χώρων ελευθερίας και ισότητας. Η επίθεση στις συνθήκες ζωής, συνεργασίας και εργασίας ήταν πραγματικά ιδιαίτερα βίαιη, ειδικά (αλλά όχι μόνο) στις χώρες της νότιας Ευρώπης. Και ο «εξτρεμισμός του κέντρου» κατέληξε να γεννήσει το δίδυμο αδελφάκι του, που αυτό είναι λιγότερο ευπαρουσίαστο στην κοινωνία: μια πληθώρα από «εθνικές» δεξιές, συχνά ανοιχτά φασιστικές, που ήδη εισάγουν στον κοινωνικό ιστό στοιχεία βίαιης πειθάρχησης και νέας ιεράρχησης.

Αυτές οι διαδικασίες και αυτές οι τάσεις έχουν ισχυρές ρίζες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες· ασφαλώς δεν θα τις σταματήσουν οι εκλογές. Και όμως, οι διαδοχικές εκλογές στην Ελλάδα και την Ισπανία μπορούν να ανοίξουν ένα ρήγμα στην συνέχειά τους, μπορούν να δημιουργήσουν εκείνο το χάσμα που έχουμε ανάγκη για να βγάλουμε τους αγώνες κατά της λιτότητας από μια απλή διάσταση «αντίστασης»· να συναρθρώσουμε επιτέλους τις τάσεις επανοικειοποίησης του πλούτου και οικοδόμησης νέων οργανωτικών μορφών, τις οποίες εξέφρασαν οι αγώνες, σε ένα συντακτικό πρόγραμμα.

Πολιτικές δυνάμεις όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος δεν κατατείνουν σε αυτό, και πιστεύουμε ότι θα ήταν λάθος να κρίνουμε τη δράση τους από αυτή την άποψη. Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος (τα οποία παραμένουν πολύ διαφορετικές δυνάμεις, από άποψη τόσο πολιτικής κουλτούρας όσο και ιστορίας και σχέσης με τα κινήματα), μιλούν πλέον ρητά για την ανάγκη να οικοδομηθεί μια υπόθεση «σοσιαλδημοκρατική». Εννοούμε: τείνουν να ορίσουν ένα ρεφορμιστικό πρόγραμμα που να μπορεί να αναμετρηθεί με την οριστική πλέον κρίση της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας και τους βαθείς μετασχηματισμούς τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας. Ένα ανάλογο πείραμα βρίσκεται κατ’ ουσίαν σε εξέλιξη στη Θουριγγία, με την είσοδο της Linke δίπλα στο SPD και τους Πράσινους στην κυβέρνηση του ομόσπονδου κράτους. Αυτό δεν το θεωρούμε σκάνδαλο: η διάρρηξη του «κεντρώου εξτρεμισμού» δεν μπορεί παρά να εγείρει το θέμα της συγκρότησης ενός νέου ιστού διαμεσολαβήσεων, ενός ανοίγματος χώρων στους οποίους, για να το θέσουμε πολύ απλά, να είναι λιγότερο σκληρό, λιγότερο επώδυνο και λιγότερο κουραστικό να ζούμε και να εργαζόμαστε μαζί.

Έχουμε συχνά υπογραμμίσει τις δομικές δυσκολίες που συναντά ένα τέτοιο σχέδιο απέναντι στις χρηματιστικές και «εξορυκτικές» λογικές του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά το ίδιο το γεγονός ότι διατυπώνεται (ειδικά υπό την πίεση των μεγάλων αγώνων των τελευταίων ετών στην Ελλάδα και την Ισπανία), μας φαίνεται σημαντικό από μόνο του. Αυτό μπορεί να καθορίσει τις προϋποθέσεις για την έκρηξη νέων κινημάτων, μπορεί να συμβάλει ώστε να διατυπωθούν με πιο προχωρημένους όρους οι αγώνες –ή να τεθεί ρητά το ζήτημα μιας «πολιτικής των αγώνων». Είναι εφικτό: πάνω σε αυτό παίζεται το πιο σημαντικό παιχνίδι.

Λέγεται κατά τις τελευταίες εβδομάδες, στην ευρωπαϊκή συζήτηση, ότι το ζητούμενο είναι να νικήσουμε τον φόβο και «να επιστρέψουμε στις νίκες.» Και εμείς το πιστεύουμε. Με τη διευκρίνιση ότι η «νίκη» δεν συνίσταται απλώς στην εκλογική επιβεβαίωση μιας δύναμης «αριστερής» όπως ο ΣΥΡΙΖΑ (ή «λαϊκιστικής», με την έννοια που δίνει στον όρο ο Eρνέστο Λακλάου, όπως το Ποδέμος). Έχουμε ήδη πει πόσο σημαντικά μας φαίνονται τα αποτελέσματα των προσεχών ελληνικών και ισπανικών εκλογών. Και τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και το Ποδέμος κομίζουν σημαντικά νέα στοιχεία, στο βαθμό που έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν (επαναλαμβάνουμε: υπό την πίεση μεγάλων αγώνων) νέους πολιτικούς χώρους, μη αναγώγιμους σε παλιές και φθαρμένες ονοματολογίες. Αλλά είναι ακριβώς ένας ανανεωμένος πολιτικός ρεαλισμός που μας επιβάλλει να μην θεωρήσουμε ως «νίκη» το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης από μόνο του. Χωρίς να επαναλάβουμε εδώ το σύνολο των προβληματισμών που διατυπώσαμε όλα αυτά τα χρόνια για την κρίση της αντιπροσώπευσης, τις διαδικασίες χρηματιστικοποίησης ή τους μετασχηματισμούς του κράτους εντός της παγκοσμιοποίησης, νομίζουμε ότι τα όρια που συναντά σήμερα η κυβερνητική δράση –ιδίως μέσα στην ΕΕ- είναι πολύ εμφανή, και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και οι ίδιοι οι πλέον ενήμεροι ιθύνοντες του ΣΥΡΙΖΑ και του Ποδέμος.

Τα όρια αυτά δεν μπορούν να ξεπεραστούν από ένα μόνο κόμμα, πολύ λιγότερο στη βάση μιας απλής διεκδίκησης της «εθνικής κυριαρχίας». Οι τάσεις προς σκλήρυνση και προς κλείσιμο, που από πολλές μεριές καταγγέλλονται όσον αφορά είτε τον ΣΥΡΙΖΑ είτε το Ποδέμος, είναι ίσως κατανοητές αν λάβουμε υπόψη τις επείγουσες ανάγκες των εκλογικών προθεσμιών. Εάν παγιωθούν, ωστόσο, θα ήταν καταστροφικές. Αυτό που χρειάζεται, αντιθέτως, είναι μία πειραματική προσέγγιση ανοίγματος απέναντι στην οικοδόμηση και την παγίωση ενός νέου ιστού αντιεξουσιών, νέων θεσμών, ώριμων πειραμάτων κοινωνικής αυτο-οργάνωσης. Και ταυτόχρονα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η μάχη παίζεται εξ ολοκλήρου σε ευρωπαϊκό επίπεδο: ακόμη και μια υποθετική κυβερνητική δράση κατά της λιτότητας σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να θέτει ως στόχο τη διάρρηξη των ισορροπιών που έχουν εδραιωθεί μέσα από τη διαχείριση της κρίσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών οργάνων, τη διάνοιξη νέων χώρων (για παράδειγμα ξεκινώντας από μια αδιάλλακτη διαπραγμάτευση για το θέμα του χρέους) για την εισβολή ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και με βάση αυτή τη διπλή ικανότητα ανοίγματος προς κοινωνικά κινήματα ικανά να παράγουν τις δικές τους μορφές θεσμοθέτησης, αφενός, και προς την ευρωπαϊκή διάσταση αφετέρου, είναι που θα αξιολογηθεί κατά τους προσεχείς μήνες η δράση δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποδέμος. Άλλωστε, ισορροπώντας σε αυτή τη διπλή κορυφογραμμή μπορούν τα ίδια τα κινήματα να συνεισφέρουν σημαντικά στον καθορισμό ενός προγράμματος και την έναρξη μιας συντακτικής διαδικασίας. Πρόκειται προφανώς για θέματα που τίθενται με επείγοντα τρόπο και στην Ιταλία, με βάση, μεταξύ άλλων, την πείρα και τη διαδρομή της «κοινωνικής απεργίας»: θα επανέλθουμε σύντομα στο ζήτημα αυτό. Σε ένα συντακτικό πρόγραμμα, μπορούμε να κατακτήσουμε νέο πολιτικό έδαφος πηγαίνοντας πέρα από εκκλήσεις προς αγανάκτηση και έκφραση θυμού, οι οποίες, αν και κατανοητές, ενδέχεται να αντανακλούν επί της ουσίας μια πολιτική ανημπόρια.

Το 2015 θα είναι μια καλή χρονιά στην Ευρώπη, αν μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πιο προωθημένους όρους για να αντιμετωπίσουμε σε μια συντακτικού τύπου οπτική παλιά προβλήματα (όπως η σχέση μεταξύ κομμάτων , συνδικάτων και κινημάτων, ο διεθνισμός, η ίδια η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης) που επανεμφανίζονται σήμερα με ριζικά νέες μορφές. Μια πολιτική των αγώνων μπορεί να αναγνωρίζει τα ανεπίλυτα προβλήματα, και δεν ξαναασχολείται μ’ αυτά παρά μόνο για να ανανεώσει την υφή τους: αυτό δεν συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη;


Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

Πρώτη δημοσίευση: euronomade

Πηγή: Nomadic universality  

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Deleuze/Guattari - Παγκόσμια Ιστορία των Κρατικών Μορφών (A Thousand Plateaus + λίγος εγελιανισμός)



του Ονειρμάρξ


Στο πλαίσιο της μελέτης του θέματος ''Κράτος και Εξουσία'' εδώ και κάποιο καιρό, γύρισα στο έργο των Deleuze-Guattari. Kαι ειδικά στο Α Thousand Plateaus http://www.mas.caad.arch.ethz.ch/mas1011//wp-content/uploads/2010/09/Deleuze-and-Guattari-A-Thousand-Plateaus.pdf

Αξίζει να διαβαστεί το κεφάλαιο 7000 B.C: Aparratus of Capture, από σελ. 424 και επ (βλ. τον παραπάνω σύνδεσμο).Οι D+G μιλάνε για μια παγκόσμια ιστορία των μορφών του Κράτους, ενώ θεωρούν ότι το Κράτος μπορεί να αναλυθεί ως προς την ''εσωτερική ουσία'' του. Eκθειάζουν τον Hegel (σελ 460) για το ότι συνέλαβε ότι κάθε εμπειρικό Κράτος εμπεριέχει τις ουσιώδεις στιγμές του Κράτους ως μορφής. Το Κράτος ως ΠρωτόΚρατος, Urstaat, υπήρξε σαν ένα ιδεατό όριο, όπως λένε οι D+G, ως ιδεατό όριο που ενεργούσε πριν υπάρξει. Στις ακρατικές κοινωνίες, οι νομάδες διέθεταν μηχανισμούς με τους οποίους απέτρεπαν την ανάδυση μιας κεντρικής εξουσίας-δύναμης, ενός Κράτους (η περίφημη θέση του P. Clastres). 

Σχεδιάγραμμα-σύνοψη του κεφαλαίου, από τον John Protevi εδώ; http://www.protevi.com/john/DG/PDF/ATP13.pdf (εξαιρετικά βοηθητικό). Βλ. ειδικά IV. Proposition XIII: The State and its forms (448-460) Internal principle of evolution of the State και το και το E. Universal history of forms of the State.

Στη σελ 459 (βλ. το πρώτο λίνκ) οι D+G δίνουν μια συνοπτική ταξινόμηση των κρατικών μορφών (ιστορικοί τύποι), αφού έχουν πρώτα αναλύσει τις εσωτερικές στιγμές του Κράτους (λογικές στιγμές της Ιδέας του).

Θα προσπαθήσω να τα συνοψίσω όλα αυτά με πολύ σχηματικό τρόπο, προτείνοντας απλά ένα χάρτη ανάγνωσης και παραβλέποντας αναγκαστικά πολλά, ειδικά σημεία της επιχειρηματολογίας τους-και παραπέμπω στο ίδιο το κείμενο για τα υπόλοιπα. Βασιζόμενοι στις μελέτες του Dumezil για τις ινδοευρωπαικές κοινωνίες, διατυπώνουν τη θέση ότι σε κάθε Κράτος, ή καλύτερα, στην Ιδέα του Κράτους περιλαμβάνονται δύο στιγμές της πολιτικής κυριαρχίας, ο μαγικός δεσμός της αυτοθεμελίωσης΄-υπερκωδίκωσης (αυτοκρατορικός πόλος, απόλυτη εξουσία) και η διαχείριση των ροών που ξεφεύγουν από τον πρώτο πόλο, μέσω συμβολαίων και συμφωνιών, σαν τεχνική διακυβέρνησής τους. Ανάμεσα στους δύο πόλους (που αντιστοιχούν, στον Agamben, στη συνάρθρωση θεολογικού-κυβερνητικού πόλου, γενικής-ειδικής πρόνοιας), παρεμβάλλεται η εξωτερικότητα του νομαδισμού (που οργανώνεται ως πολεμική μηχανή) σε σχέση με την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση, η τάση απεδαφικοποίησης και αποκωδίκωσης ροών ( χρήματος, εμπορίου, ιδιοκτησίας, πληθυσμών κ.α). Ακριβώς επειδή πάντα κάτι ξεφεύγει από την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση, σε μια νομαδική κίνηση φυγής (φυγή των τεχνιτών, των μεταλλουργών, των εμπόρων κ.α από την αυτοκρατορική αιχμαλώτιση), ακριβώς για αυτό πλάι στον αυτοκρατορικό πόλο στέκεται ο πόλος της διακυβέρνησης των ροών αυτών με πιο κοσμικό και εξειδικευμένο στη συγκυρία τρόπο (ο κοσμικός αντιπρόσωπος του Θεού-ιερέας, ο νομικός και δικαστής, ο οργανωτής-κυβερνήτης).

Έτσι λοιπόν, στη λογική ανάλυση του Κράτους, έχουμε 1) Μαγική αυτοθεμελίωση του Κράτους-μαγικός-μυθικός δεσμός αιχμαλώτισης (πρώτος πόλος του Κράτους) 2) γραμμές αποκωδίκωσης/απεδαφικοποίησης/φυγής, ως όροι δυνατότητας μιας πολεμικής μηχανής, σχέση του Κράτους με την εξωτερικότητά του 3) κρατική επανακωδίκωση/επανεδαφικοποίηση, με διαχείριση-διακυβέρνηση των ροών αυτών (δεύτερος πόλος του Κράτους).

Οι στιγμές αυτές, 1,2,3, που εμφανίζονται σε μύθους, στην εθνολογία και αλλού, και έχουν τα ιστορικά τους ''παραδείγματα'', σε μια ''παγκόσμια ιστορία των κρατικών μορφών'' (sic!). Πάντα συνυπάρχουν σε κάθε κράτος, αλλά διαφέρει η συγκεκριμένη συνάρθρωσή τους. Κάθε ιστορικά συγκεκριμένο Κράτος, ταξινομείται σε τύπους ανάλογα με το ποιός πόλος και ποιός συνδυασμός υπερέχει στην ειδική συνάρθρωσή του.

Η λογική ανάλυση συμπληρώνεται με μια ιστορική, θα λέγαμε, αφήγηση, της οποίας τα επίπεδα, κάτι σαν ιστορικές εποχές του Κράτους, αντιστοιχούν στις λογικές στιγμές της Ιδέας του Κράτους, από τη σκοπιά μιας παγκόσμιας ιστορίας. Από τη σκοπιά, δηλαδή του παγκόσμιου νεωτερικού-κεφαλαιοκρατικού συστήματος που τελικά επικράτησε έναντι των προγενέστερων μορφών κοινωνικής ζωής. Έτσι, η λογική ανασυγκρότηση μεροληπτεί, κρατά από την ιστορική διαδικασία ό,τι απέβη ουσιώδες για το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα της αγοράς και των εθνών-κρατών, για αυτό μιλάμε για ''σκοπιά παγκόσμιας ιστορίας''.


Έτσι έχουμε το αρχαίο αυτοκρατορικό κράτος (1), εξελιγμένες κρατικές μορφές (πόλεις, νεότερες αυτοκρατορίες, φεουδαρχικά συστήματα), όπου οι γραμμές φυγής, ροές απεδαφικοποίησης και αποκωδίκωσης από την αυτοκρατορική υπερκωδίκωση (ζώνες εδαφικού ελέγχου και ροές πληθυσμών, χρήματος, εμπορίου/αγαθών, τεχνικών/καινοτομιών κ.α) έχουν ως αποτέλεσμα τη διάκριση δημοσίου-ιδιωτικού και μορφές υποκειμενοποίησης (προσωπικοί δεσμοί εξουσίας έναντι αυτοκρατορικών, συμβόλαια μεταξύ εμπόρων, τεχνιτών κλπ) (2), και έθνος-κράτος εντός της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής αξιωματικής της Αγοράς, ως μοντέλο πραγμάτωσής της (3).Το (3) είναι επιστροφή του (1) με τη μεσολάβηση του (2). Το (2) υπάρχει σε διάκριση με το (1) προυποθέτοντάς το. Το (2) προετοιμάζει τις προυποθέσεις του (3). Το (3), είναι κάτι σαν ανώτερη συνάρθρωση των προηγούμενων δύο. Η παγκόσμια αγορά είναι μια ''Μεγάπολη'', ένα σύστημα όχι πόλεων αλλά νεωτερικών κρατών, που εσωτερικά έχουν ανασυστήσει τον αυτοκρατορικό πόλο με την απόλυτη κυριαρχία επί του εδάφους και το μύθο της (αυτο)θεμελίωσης σε μια αρχέγονη στιγμή (βλ. θεωρίες κοινωνικού συμβολαίου), αλλά στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν ένα δίκτυο ροών, όπως άλλοτε τα συστήματα πόλεων και τα εμπορικά δίκτυα, που υπάγεται στην ''αξιωματική'' της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας-έτσι γεννιέται ένας νέος, ανώτερος τύπος αιχμαλώτισης). Oι D+G λένε, οι νομάδες απωθούσαν με ειδικούς μηχανισμούς την ανάδυση Κράτους, τα αρχαία αυτοκρατορικά Κράτη απωθούσαν την ανάδυση των πιο κοσμικών, εξελιγμένων μορφών Κράτους προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν τις γραμμές φυγής και να αποτρέψουν μορφές υποκειμενοποίησης (που σημαίνουν ταυτόχρονα απεξάρτηση από τη Μεγαμηχανή του αρχαίου Αυτοκρατορικού Κράτους), οι εξελιγμένες μορφές Κράτους (στις πιο διαφορετικές εκδοχές) προσπαθούσαν με τη σειρά τους να απωθήσουν την ανάδυση του Κεφαλαίου-που απαιτεί τη συνάρθρωση αποκωδικωμένων και απεδαφικοποιημένων ροών χρηματικού πλούτου (συνήθως εμπορικού και τοκογλυφικού), με αποκωδικωμένες/απεδαφικοποιημένες ροές εργασιακών δυνάμεων, σε μια βίαιη, κρατικά επιβαλλόμενη ''πρωταρχική συσσώρευση'', όπως το θέτει ο Μάρξ.

Στο 1 της ιστορικολογικής ανάλυσης αντιστοιχεί, όπως είπαμε, το αρχαίο αυτοκρατορικό Κράτος (που εντοπίζεται κυρίως στην ''Ανατολή), στο 2 περισσότερο το σύστημα των πόλεων-κρατών της Μεσογείου (όπου του κέντρο της εξουσίας είναι περισσότερο οριζόντια μετατοπιζόμενο, σε ένα δίκτυο διασταυρώσεων αγαθών και ιδεών, και λιγότερο κάθετο, σε σχέση με την αρχαία Αυτοκρατορία), στο 3 το νεωτερικό έθνος-κράτος εντός της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής αγοράς. Βέβαια, από τη πρώτη στιγμή έχουμε σύστημα πόλεων-κρατών στη Μεσοποταμία (εκτός από Αυτοκρατορίες όπως η Κίνα και η Αίγυπτος, αργότερα στην Ινδία κ.α στον ευρύτερο χώρο), και εξελιγμένες αυτοκρατορίες μαζί με τις πόλεις-κράτη (πχ Ρώμη, Βυζάντιο). Οι D+G τονίζουν το ταυτόχρονο όλων των τάσεων, από τους νομάδες μέχρι την τάση συσσώρευσης κεφαλαίου, αλλά και τη δυνατότητα να δούμε όλες αυτές τις στιγμές από τη σκοπιά μιας ''παγκόσμιας ιστορίας'' (την ίδια στιγμή, έχουν τονίσει ότι η ''Ιστορία'' μετατρέπει τη συγχρονική συνύπαρξη σε διαχρονική αφήγηση διαδοχικών στιγμών). Οι πόλεις-κράτη της Μεσογείου, και οι εξελιγμένες Αυτοκρατορίες, όπως η Ρώμη και το Βυζάντιο, ανήκουν στο ίδιο είδος (προ-νεωτερικών αλλά και ''πρωτονεωτερικών'') κρατικών μορφών, παρά τις μεγάλες διαφορές βαθμού σε διάφορα επίπεδα, γιατί έχουν αναπτύξει μορφές υποκειμενοποίησης, νομικές και συμβολαιακές, ευρύτερα συμβολικές μορφές και αντίστοιχες πρακτικές σχέσεις υποκειμένου-αντικειμένου (όπως π.χ ιδιοκτήτη-ιδιοκτησίας), απαντώντας σε ροές απελευθερωμένων δούλων, βιοτεχνών-τεχνιτών, εμπόρων, χρήματος και περιουσιών, μέσα σε εκτεταμένα δίκτυα συναλλαγών. Αντίθετα, οι αρχαίες Αυτοκρατορίες βασίζονται σε μια κοινή, αυτοκρατορική ιδιοκτησία, με τα μέλη τους να αποτελούν περισσότερο εξάρτημα μιας ''μεγαμηχανής'' που συγκεντρώνει αγροτικό πλεόνασμα, με τους μεταλλουργούς τους βιοτέχνες και τους εμπόρους να βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας, περιοριζόμενοι από τις αυτοκρατορικές επιταγές (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ασφυξία του εξωτερικού εμπορίου μέσα στον γραφειοκρατικό μηχανισμό της Κίνας, σε σχέση με τον μεσαιωνικό ευρωπαικό χώρο). Το καθοριστικό εδώ είναι πως, μολονότι η αυτοκρατορική κρατική μορφή τείνει στον 1ο πόλο της λογικής ανάλυσης του Κράτους και η μορφή της πόλης-κράτους στον 2ο, αυτοκρατορίες και πόλεις-κράτη υπάρχουν από την αρχή της ιστορίας των Κρατών ταυτόχρονα, άρα το κριτήριο της σχέσης αντικειμενικού-υποκειμενικού και της διάκρισης δημοσίου-ιδιωτικού είναι πιο σημαντικό από το κριτήριο της διάκρισης αυτοκρατορία-πόλη/κράτος, για την ταξινόμηση των κρατικών τύπων.

Πόση σχέση έχουν όλα αυτά, η Ιδέα του Κράτους-όριο και η ''εσωτερική ουσία του Κράτους'', η ''παγκόσμια ιστορία'' των μορφών του κ.ο.κ, με αυτό που συνήθως αποκαλούμε ''μεταμοντερνισμό''; Είναι αλήθεια ότι σε άλλα σημεία οι D+G φαίνεται να στρέφονται ενάντια σε μια ''Ιστορία'' και σε εξελικτικιστικές προσεγγίσεις. Όπως και με την Ιστορία, έτσι και στο θέμα της ''εξέλιξης'', ενώ φαίνεται να αρνούνται συνολικά την έννοια ως τέτοια, σε άλλα σημεία υπάρχει περισσότερο μια άλλη χρήση του όρου, παρά άρνησή του. Π.χ σελ 448, μιλώντας για το Κράτος: ''the principle of evolution is internal, whatever external factors that contribute it''.  Στη πραγματικότητα λοιπόν, ανανοηματοδοτούν αυτές τις έννοιες παρά τις απορρίπτουν, όπως προκύπτει από μια συνολική και συστηματική ανάγνωση του έργου τους. 

Νομίζω πως έχουμε εδώ ένα ξαναγράψιμο της Φιλοσοφίας της Ιστορίας του Ηegel, με πιο σύγχρονους θεωρητικούς όρους και με μεγαλύτερη επάρκεια ανθρωπολογικών δεδομένων. Ο μεσολαβητής είναι ο Μάρξ, στον οποίο ρητά βασίζονται οι D+G για τη δική τους (μεγάλη) αφήγηση. Από την ''υποστασιακή ενότητα'' των ''ανατολικών δεσποτειών'', στη διάκριση υποκειμενικού-αντικειμενικού πνεύματος και ιδιωτικού-δημοσίου στις ελληνικές πόλεις και τη Ρώμη, μέχρι το νεωτερικό έθνος-κράτος που διαμορφώθηκε κατά το Μεσαίωνα, τη Μεταρρύθμιση και την Αντιμεταρρύθμιση, το διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας και το χτίσιμο της γραφειοκρατικής, φορολογικής, στρατιωτικής υποδομής του σύγχρονου Κράτους, τις νεωτερικές επαναστάσεις στις επιστήμες και τις κοινωνικοταξικές και πολιτικές σχέσεις. Αυτός είναι ο Hegel. Ως προς το γενικό σκελετό, δεν διαφέρουν πολύ οι D+G. Για αυτό του αποδίδουν εύσημα, και σίγουρα δεν το συνηθίζουν απέναντι στο Γερμανό Φιλόσοφο, που η διαλεκτική του αποτελεί κύριο φιλοσοφικό αντίπαλο. Οι διαφορές, ωστόσο, δεν είναι ασήμαντες, ως προς τα επιχειρήματα, τα προσκομιζόμενα τεκμήρια και, κυρίως, την αντίληψη του έθνους-κράτους.

Για μια εικόνα της εγελιανής διάρθρωσης της Φιλοσοφίας της Ιστορίας, βλ.εδώ https://www.marxists.org/reference/archive/hegel/

Ενώ το ''ιστορικό'' σκέλος της ανάλυσης των D+G αντιστοιχεί στη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel, το ''λογικό'' σκέλος αντιστοιχεί περισσότερο στη Φιλοσοφία του Δικαίου. Το επισημαίνω λόγω της εσωτερικής σχέσης των δύο έργων του Hegel, και δομικών αναλογιών που δεν είναι η στιγμή να εκτεθούν, αφού αυτό προϋποθέτει μια συνολική τοποθέτηση για την περίπλοκη σχέση των Γάλλων με την εγελιανή διαλεκτική.

Οπότε θα κατευθύνουμε τις έρευνές μας στη σχέση αυτή του Hegel με τους D+G, και σε αυτό το επίπεδο (της μελέτης του Κράτους), που προϋποθέτει μια ευρύτερη, γενικά απωθημένη φιλοσοφική τους σχέση, σε επίπεδο εννοιών-κατηγοριών. Αξίζει, επιπλέον, μια συγκριτική αντιπαραβολή με τον Kojin Karatani και τη πρόσφατη ''Δομή της Παγκόσμιας Ιστορίας'' (βλ. μια αναφορά εδώ http://bestimmung.blogspot.gr/2014/09/ojin-karatani-marx-hegel.html).

Όσον αφορά τις ιστορικές μορφές ειδικά του έθνους-κράτους, αυτές εξαρτώνται, όπως λένε και οι D+G, κυρίως από τις δομές της παγκόσμιας αγοράς. Για τους D+G, το έθνος-κράτος είναι μοντέλο πραγμάτωσης μια κεφαλαιοκρατικής αξιωματικής ρύθμισης των ροών κεφαλαίου-εργασίας (και άλλων ροών, πχ πληθυσμού). Σε σχέση με την αξιωματική αυτή, το κάθε έθνος-κράτος είναι ισόμορφο, γιατί συμμετέχει στην παγκόσμια αγορά, ενώ οι διαφορές του ενός έθνους-κράτους σε σχέση με το άλλο μπορεί να είναι πολλές και σημαντικές. Στην αξιωματική προστίθενται και αφαιρούνται αξιώματα (πχ όσα περιλαμβάνονται στη συμφωνία του Bretton Woods, στη λεγόμενη ''Συναίνεση της Ουάσιγκτον'' κ.α), συχνά με το σκεπτικό της δοκιμής και του λάθους, αφού η αξιωματική συναντά ''τρύπες υπολογισιμότητας'' και ωθεί στον πειραματισμό συνδυασμών αξιωμάτων. Το ''Έθνος'' (με την αυστηρά νεωτερική έννοια), για τους D+G, είναι μια μορφή υποκειμενοποίησης που πραγματώνει σε ζωντανή μορφή πάθους και πρακτικής των ανθρώπων την αξιωματική του Κεφαλαίου.

Με όλα τα παραπάνω, συνειδητά παρέλειψα μεγάλα κομμάτια του εν λόγω κεφαλαίου του έργου των D-G, όμως την ανάλυσή τους για την ''αξία'' και τις μορφές αιχμαλώτισης με βάση μια τριαδική φόρμουλα που εισάγει ο Marx (γαιοπρόσοδος, κέρδος, τόκος-Γη, Εργασία/Κεφάλαιο, Τραπεζικό Σύστημα). Κλείνοντας, μια τελευταία παρατήρηση, με αφορμή όλα τα προηγούμενα: Για να φτάσουμε, τελικά, στο ζήτημα του κράτους, της κυβέρνησης και της εξουσίας ειδικά και συγκεκριμένα στο σήμερα, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να διέλθουμε τουλάχιστον από αυτά τα επίπεδα αφαίρεσης και ιστορικού υλικού.