Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Κράτος και κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη κριτική σκέψη

Αναδημοσίευση από τις Αναγνώσεις της "Αυγής"

Να κάψουμε τις «εκκλησίες της αριστεράς»;

του Αλέξανδρου Κιουπκιολή
 
 
Οι Michael Hardt και Antonio Negri κλείνουν τη Διακήρυξή τους (2012) για τη δημοκρατική πολιτική της εποχής μας με την έκκληση-πυροτέχνημα «να αδειάσουμε κι άλλο τις εκκλησίες της αριστεράς, να σφαλίσουμε τις πόρτες τους, και να τους βάλουμε φωτιά!».[1] Οι «εκκλησίες» στις οποίες αναφέρονται είναι τα κόμματα, οι σαφείς ιδεολογικές γραμμές, τα πολιτικά προγράμματα και οι συγκεντρωτικές ηγεσίες. Υποστηρίζουν ότι τα δημοκρατικά κινήματα της Αραβικής Άνοιξης, των Αγανακτισμένων και του Occupy στη Βόρεια Αμερική αποκήρυσσαν αυτούς ακριβώς τους δομικούς άξονες της επαναστατικής ή μεταρρυθμιστικής πολιτικής του παρελθόντος, και από εδώ ακριβώς πήγαζε η δύναμή τους. Σήμερα θα πρέπει όχι απλώς να συνεχίσουμε αλλά να βαθύνουμε αυτή τη ρήξη.

Σε μια χώρα όπου σημαντικές, αν όχι πλειοψηφικές, μερίδες της αριστεράς και των ψηφοφόρων ευρύτερα μοιάζουν να έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για άμεση αλλαγή στη συγκρότηση ενός μεγάλου δημοκρατικού αριστερού κόμματος που θα μπορέσει να αναλάβει σύντομα τα ηνία της κυβέρνησης για να ανασχέσει την κοινωνική καταστροφή, η πρόταση αυτή και η λογική της προέκταση -ότι δεν θα πρέπει να επιδιωχθεί η κατάληψη της κρατικής εξουσίας- είναι πιθανόν να ακούγεται από παράδοξη ως εξωφρενική, άκρως ανεύθυνη ή και καταστροφική. Και όμως, οι Hardt και Negri έχουν δίκιο! Με κάποιες, ωστόσο, αναγκαίες διευκρινίσεις και αναθεωρήσεις, τις οποίες υπονοούν στην πραγματικότητα και οι ίδιοι στο τελευταίο αυτό μανιφέστο τους, το οποίο ευαγγελίζεται μια ισχυρή, άμεση δημοκρατία του πλήθους.
 
Στον ορίζοντα που άνοιξαν οι δημοκρατικές κινήσεις και εξεγέρσεις του 2011 παγκόσμια, η αναγέννηση της δημοκρατίας, η οποία σήμερα έχει εκφυλιστεί σε μια αυταρχική ολιγαρχία του πλούτου, θα επέλθει μέσα από τη σύσταση πλατιά συμμετοχικών θεσμών που θα ξαναδίνουν τη δημοκρατική διακυβέρνηση στο σύνολο των πολιτών, στη βάση μιας πραγματικής πολιτικής ισότητας. Η εξισωτική αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας έρχεται επί της αρχής σε αντίθεση με την ύπαρξη του κράτους ως φορέα εξαναγκαστικής εξουσίας, ο οποίος στην καθημερινή του λειτουργία έχει σχετικά αυτονομηθεί από το πλήθος των πολιτών, από τη βούληση και τη διαβούλευσή τους. Το κράτος υπ’αυτή την έννοια δεν μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ούτε ως μέσο για την κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση. Αυτό ακριβώς είναι το δίδαγμα τόσο της λενινιστικής όσο και της σοσιαλδημοκρατικής αποτυχίας στην εγκαθίδρυση μιας χειραφετημένης κοινωνίας που θα διαχειρίζεται από κοινού τις υποθέσεις της, κάνοντας πράξη την ίση πολιτική ελευθερία. Πολύ απλά, συλλογική αυτοδιεύθυνση από όλους/ες για όλους/ες σημαίνει πρωτοβουλία και αυτενέργεια όλων των πολιτών. Η κρατική εξουσία ως ποιμαντική καθοδήγηση και άνωθεν εξαναγκασμός αναιρούν αυτή τη συνθήκη και εμποδίζουν εξαρχής την ανάπτυξή της, το προοδευτικό ξεδίπλωμα δηλαδή μιας πολιτικής διαδικασίας με την οποία όλα τα μέλη μιας κοινωνίας θα πάρουν μαζί τα πράγματα στα χέρια τους και θα συναποφασίζουν ενεργά για τα κοινά. Οι πολίτες που εξουσιάζονται δεν είναι αυτεξούσιοι ούτε μαθαίνουν στην πράξη πώς να γίνουν. Απεναντίας, μαθαίνουν μόνον πώς να είναι και να παραμένουν υπήκοοι, οπαδοί και πελάτες.
 
Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό ο ιστορικός αναρχισμός είχε αντιταχθεί από την αρχή στη μαρξική στρατηγική της «δικτατορίας του προλεταριάτου» που θα επιστράτευε σε πρώτο στάδιο τους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς. Αλλά αυτή η ιστορική εναλλακτική, που προτείνει την καταστροφή αντί της κατάληψης του κράτους ως πρώτο βήμα για την κοινωνική ισοελευθερία, μοιάζει σήμερα πιο άκαιρη από ποτέ. Τα περισσότερα σύγχρονα κράτη διαθέτουν τέτοια πολεμική τεχνολογία και τέτοια δύναμη πυρός που η «καταστροφή» τους από εξεγερμένες μάζες ηχεί ως αστείο, αν όχι ως προδιαγεγραμμένο μακελειό. Επιπλέον, τα σύγχρονα κράτη έχουν υφάνει τόσο στενές και εκτεταμένες σχέσεις αλληλεξάρτησης με το σύνολο της κοινωνικής ζωής που η άμεση διάλυσή τους δεν φαίνεται απλώς αδύνατη αλλά και ανεπιθύμητη, γιατί θα συνεπαγόταν τον εκμηδενισμό θεμελιωδών προϋποθέσεων του βίου αν δεν δημιουργηθούν πρώτα εναλλακτικές υποδομές για να αντικαταστήσουν τις κρατικές. Δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο βασίζονται στην κρατική διοίκηση, τη νομοθεσία και το κράτος πρόνοιας για την καθημερινή οικονομική τους επιβίωση -μέσω των μισθών, των συντάξεων και όλων των πολύπλοκων διασυνδέσεων της αγοράς με το κράτος-, αλλά και για την υγεία, την παιδεία, τις μεταφορές και τη στέγασή τους, όπως και για μια ελάχιστη, έστω, νομοθετική προστασία από την εκμεταλλευτική ασυδοσία του αγοραίου καπιταλισμού ή από το ποινικό έγκλημα.
 
Στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, η ολοκλήρωση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο έχει συμπληρωθεί από την ολοκλήρωση της ενσωμάτωσης και υπαγωγής της κοινωνίας στο κράτος ως μηχανισμό διοίκησης, ελέγχου και κοινωνικής πρόνοιας. Η «απλή» και άμεση εξάρθρωσή του θα συνεπέφερε την απλή και άμεση εξάρθρωση του σύγχρονου κοινωνικού ιστού. Και, εξίσου σημαντικό, δεν θα κατέστρεφε ριζικά το κράτος. Γιατί αυτό δεν είναι απλώς μια εξωτερική θεσμική παρουσία, αλλά ένας τύπος σχέσεων –αντιπροσώπευσης, ανάθεσης, κάθετης ιεραρχίας και γραμμής εντολών, υποταγής- ο οποίος είναι ενσωματωμένος και βαθιά ριζωμένος στο habitus των σύγχρονων μορφών υποκειμενικότητας. Η μορφή-κράτος θα επεβίωνε της κατάλυσης του κράτους-εξωτερικού θεσμού όσο δεν θα καταλύονταν οι υποκειμενικές έξεις που παράγουν και αναπαράγουν τις αντίστοιχες κοινωνικές συνάφειες στην καθημερινότητα.
 
Το διπλό αυτό αδιέξοδο –το σύγχρονο κράτος δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ως μοχλός κοινωνικής χειραφέτησης αλλά ούτε και απλώς να γκρεμισθεί από τη μια μέρα στην άλλη- υπαγόρευσε εύλογα τον σημερινό μικρο-ουτοπικό εναλλακτισμό μιας αρχόμενης νέας οικοδόμησης στις «ρωγμές» του κράτους και του καπιταλισμού.[2] Η ιδέα είναι να ξεκινήσουμε σταδιακά να διαπλάθουμε τις διαφορετικές σχέσεις, τις υποκειμενικότητες και τις υποδομές μιας αυτόνομης εξισωτικής κοινωνίας στα διάκενα που αφήνουν ανοικτά τα κατεστημένα πλέγματα εξουσίας τα οποία δεν μπορούμε άμεσα και εύκολα να διαλύσουμε, αλλά δεν θέλουμε επίσης να τα ελέγξουμε και να τα χρησιμοποιήσουμε. Με την εξάπλωση, την επέκταση και τη δικτύωσή τους, οι ποικίλες νησίδες ενός άλλου κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις νέες εκείνες παραγωγικές, προνοιακές, εκπαιδευτικές κ.α. υποδομές που θα είναι ικανές να αντικαταστήσουν τις κυρίαρχες κρατικές.
 
Πράγματι, αυτή η άμεση μικρο-κοινωνική ανακατασκευή είναι από τους πιο δόκιμους τρόπους για να πειραματιστούμε με το καινούριο και να διαμορφώσουμε τους νέους ανθρώπους μιας άλλης κοινωνίας, μέσα από μια αυτομάθηση της ελευθερίας που μπορεί να λύσει το «ρουσσωικό παράδοξο» -τη δημιουργία κοινωνιών ισότητας και ελευθερίας από ανελεύθερους και υποταγμένους (ή εξουσιαστές) ανθρώπους. Παραμένει, ωστόσο, ένα απαράκαμπτο πρόβλημα: τι κάνουμε στο μεταξύ με τα υπαρκτά κράτη; Ορισμένες συναφείς σύγχρονες προσεγγίσεις προτείνουν να τους στρέψουμε τα νώτα μας, να τα αγνοήσουμε και να ασχοληθούμε με το μείζον, την κατασκευή αυτόνομων κοινωνικών σχέσεων.[3] Ωστόσο, πλείστες όσες ομάδες πολιτών, από τους αντιρρησίες συνείδησης, τους μετανάστες και τους ασχολούμενους με το κτίσιμο δομών αλληλέγγυας οικονομίας ως τη μάζα των φορολογουμένων και των χρηστών των υπηρεσιών υγείας και παιδείας, γνωρίζουν στο πετσί τους μια προφανή αλήθεια. Όσο και αν θέλουμε εμείς να αδιαφορήσουμε για το κράτος, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό θα αδιαφορήσει για εμάς και θα μας αφήσει στην ησυχία μας, ελεύθερους να οικοδομήσουμε τους εναλλακτικούς μας μικρόκοσμους, ιδίως όταν αυτοί γίνονται πραγματικά ανταγωνιστικοί και επικίνδυνοι.
 
Καταλήγουμε στο εξής τρίπτυχο (φαινομενικό) cul-de-sac: δεν μπορούμε να επιστρατεύσουμε το κράτος για την προαγωγή της κοινωνικής αυτονομίας, αλλά δεν μπορούμε επίσης ούτε να το διαλύσουμε εδώ και τώρα ούτε να το αγνοήσουμε. Διαφαίνεται, ωστόσο, μια πρακτική διέξοδος που διερευνάται ήδη με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία σε χώρες της Λατινικής Αμερικής: η σύζευξη της ανάπτυξης αυτοδύναμων κινημάτων που προωθούν την κοινωνική αυτοοργάνωση με τη μερική και υπό όρους συνεργασία με «προοδευτικές» κυβερνήσεις, οι οποίες δεν αντιστρατεύονται τουλάχιστον, αν δεν ενισχύουν, τους κινηματικούς στόχους. Αυτή τη «λύση» εισηγούνται, στην πραγματικότητα, και οι Hardt και Negri στη Διακήρυξή τους, και την επεξεργάζονται θεωρητικά αντλώντας από τις πρόσφατες εμπειρίες τέτοιων υβριδισμών σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Βολιβία και η Βενεζουέλα.[4] Κινήματα όπως το ΜST (Kίνημα των Ακτημόνων) στη Βραζιλία προσέφεραν τη στήριξή τους σε κεντροαριστερά κόμματα και κυβερνήσεις (του Εργατικού Κόμματος του Λούλα και της Ρούσεφ, σήμερα) γιατί θεωρούν ότι παρακωλύουν λιγότερο το έργο της κοινωνικής αλλαγής στο οποίο έχουν επιδοθεί και το οποίο συνεχίζουν ανεξάρτητα, χωρίς να αφομοιώνονται και χωρίς να υποτάσσονται οργανωτικά και ιδεολογικά σε κανένα πολιτικό κόμμα ή κράτος.
 
Σε αυτού του τύπου τη «διαζευκτική σύζευξη» αυτόνομων κοινωνικών κινητοποιήσεων και κυβερνητικών/κομματικών πολιτικών, οι πρώτες δεν περιμένουν από τις κυβερνήσεις την πραγματική κοινωνική αλλαγή, την οποία θεωρούν δική τους υπόθεση, ούτε επιδιώκουν την «κατάληψη» της κρατικής εξουσίας. Το μόνο που επιζητούν είναι να εξασφαλίζουν ένα λιγότερο εχθρικό, αν όχι ευνοϊκό, πλαίσιο κρατικής πολιτικής για τις δικές τους αυτόβουλες δράσεις του κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι μπορούν να αφοσιωθούν στα μακρόχρονα και κοπιώδη πειράματα της εξισωτικής χειραφέτησης που πρέπει να είναι έργο της ίδιας της κοινωνίας, περιορίζοντας παράλληλα τους κινδύνους της κρατικής καταστολής, της καπιταλιστικής λαίλαπας ή της κατάρρευσης των προνοιακών υποδομών πριν τη διαμόρφωση νέων. Σε αυτή τη «θεσμικότητα του κοινού», όπως την ονομάζουν οι Hardt και Negri,[5] τα κινήματα δεν διαφυλάσσουν απλώς τη διακριτότητα και την αυτοδυναμία τους στα πλαίσια μιας εξ αποστάσεως και εργαλειακής υποστήριξης κυβερνήσεων φιλικότερων προς τα σχέδιά τους. Η συνεργασία συνδυάζεται με την άσκηση πιέσεων, με αντιστάσεις και ανταγωνισμό, όταν οι κυβερνητικές επιλογές στρέφονται εναντίον βασικών κοινωνικών αναγκών ή των στόχων της εξισωτικής αυτοθέσμισης, όταν οι κυβερνήσεις και τα κόμματα επιχειρούν να αποκαταστήσουν τον παραδοσιακό εξουσιαστικό τους ρόλο ή εξυπηρετούν και πάλι συμφέροντα της ολιγαρχίας.
 
Πρόκειται για ένα πρότυπο κοινωνικής διακυβέρνησης που διέπεται από έναν πραγματικό πλουραλισμό κέντρων εξουσίας και συναπόφασης, ο οποίος επιμερίζει την κυριαρχία και αδυνατίζει την κρατική εξουσία (στην κατεύθυνση της σταδιακής εξάλειψής της). Η κινηματική αυτονομία συνυφαίνεται με μια εργαλειακή, σχεδόν κυνική συνεργασία με κόμματα και κρατικές διοικήσεις, η οποία αρνείται να αναθέσει στο κράτος τις διαδικασίες του κοινωνικού μετασχηματισμού, και διαπνέεται από σχετική δυσπιστία και κριτική εγρήγορση που γεννά αντιστάσεις και ανταγωνισμούς όταν απαιτείται. Μια τέτοια σχέση κράτους και κοινωνικής αλλαγής δεν υπόσχεται κανένα μαγικό κλειδί για την επίλυση των διλημμάτων που επισημάναμε, αλλά προσφέρει ίσως μια κάποια, πραγματιστική λύση όσο υπάρχουν ισχυρά κράτη, όσο οι κοινωνίες είναι βαθιά ενσωματωμένες σε αυτά και όσο τα κράτη επιδίδονται, όπως σήμερα, στην καταστροφή και την καθυπόταξη του συλλογικού βίου.
Ο Αλέξανδρος Κιουπκιουλής διδάσκει Πολιτική θεωρία στο ΑΠΘ


[1] Michael Hardt και Antonio Negri (2012), Declaration, Νέα Υόρκη, σ. 107, Ελληνική μετάφραση: Michael Hardt και Antonio Negri (2012), Να πάρουμε τη σκυτάλη. Διακήρυξη, Αθήνα, Εκδόσεις Βιβλιόραμα , σελ. 142
[2] Πιο γνωστός εκφραστής αυτής της θέσης σήμερα είναι μάλλον ο John Holloway με τα έργα του Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία (2006), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα και  Ρωγμές στον καπιταλισμό (2011), μτφρ. Α. Χόλογουεη, Αθήνα, Εκδόσεις Σαββάλα. Βλ. επίσης Richard J.F Day (2008), Το τέλος της ηγεμονίας, μτφρ.Π. Καλαμαράς, Αθήνα, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα.
[3] Βλ. χαρακτηριστικά τα παραπάνω έργα του Holloway.
[4] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, ε.α., σσ.80-84.
[5] Βλ. Hardt και Negri, Declaration, ε.α., σσ.82.

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Ο κομμουνισμός ως τάση, κίνημα και νέα κοινωνία


Άλλο ένα κείμενο του φίλου και σύντροφου Δημήτρη Αργυρού, που συνδυάζει Λένιν και Νέγκρι. -Weltschmerz K.


Αλήθεια πως μπορούμε να δούμε και να συναντήσουμε το κομμουνισμό;  Και δεν μιλάω για τον κομμουνισμό ως μια άπιαστη ουτοπία ή για την δυστοπία του σοβιετικού μπλοκ. Ιδιαιτέρα η τελευταία είχε τόση σχέση με τον κομμουνισμό όσο σχέση έχει με τα ιδεώδη του χριστιανισμού η εκκλησία,  σε όλες τις εκδοχές.

Μιλάω για τον κομμουνισμό ως τάση ανατροπής και χειραφέτησης στο σήμερα. Τον κομμουνισμό ως ένα πραγματικό κίνημα που αίρει την καπιταλιστική πραγματικότητα. Και ως μια νέα -εντελώς καινούργια- μετακαπιταλιστική κοινωνική και οικονομική διάρθρωση της παγκόσμιας κοινωνίας, για ένα εντελώς νέο τρόπο παραγωγής, σκέψης, ζωής και ύπαρξης.

Για αυτό το λόγο προσεγγίζω τον κομμουνισμό ως τρεις οντολογικές κατηγορίες που συναρθρώνονται χρονικά τόσο ως αυτόνομα πεδία αλλά και σε διαλεκτική αλληλοδιαπλοκή μεταξύ τους.

Καταρχήν ο κομμουνισμός ως τάση. Μια τάση που απορρέει από την σημερινή καπιταλιστική ανάπτυξη. Είναι απόρροια της ανάπτυξης και της κρίσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Που από την μια εκφράζεται με ένα διαλεκτικά και οντολογικά αρνητικό τρόπο. Μιλάμε για τις στιγμές και τα πεδία της «ανάλωσης» του εμπορευματικού-θεαματικού κόσμου που παραμένει, παρά την κρίση, η βάση του σύγχρονου καπιταλισμού. Τέτοιες στιγμές ήταν ο «Δεκέμβρης του 2008».

Παράλληλα τον κομμουνισμό ως τάση μπορούμε να τον συναντήσουμε με ένα θετικό τρόπο. Μέσα από την οικοδόμηση -με  μερικό και αντιφατικό τρόπο- δομών της κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών.

Χρησιμοποιώντας με ένα απελευθερωτικό-επαναστατικό τρόπο τα σύγχρονα μέσα παραγωγής και της νέας τεχνολογίας. Στην προοπτική της χειραφέτησης της γενικής διάνοιας από τους χρόνους της καπιταλιστικής αξιοποίησης.

Αυτή η θετική οπτική του κομμουνισμού ως τάση στην ολότητα του συσχετίζεται με τις εξελίξεις στο τομέα των νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής, της ρομποτικής, του ελεύθερου λογισμικού, που οικοδομούν ένα νέο κόσμο στα σπλάχνα του παλαιού.

Σίγουρα υπάρχει ένα ανοικτό θεωρητικό θέμα αν αυτός ο κομμουνισμός μπορεί να χωρέσει στα θεωρητικά πλαίσια ενός ορθόδοξου Μαρξισμού. Μόνο που αυτό ελάχιστα επηρεάζει τις βιοπολιτικές ροές αυτού γνωσιοκρατικού κομμουνισμού.  Εξίσου ανοικτό παραμένει το ζήτημα αν αυτός ο κομμουνισμός της άυλης παραγωγής μπορεί να εξαπλωθεί στο κόσμο της υλικής παραγωγής.
Προσωπική άποψη είναι πως σε μικροκλίμακα μπορεί. Το ζήτημα της άυλης αφθονίας και της υλικής  σπανιότητας υφίσταται σε ένα βαθμό. Μόνο που αυτό ισχύει στο βαθμό που αφθονία και σπανιότητα τους ορίζουμε με βάση τις αξίες και τα ιδανικά του καταναλωτικού μας καπιταλισμού και όχι  με τις αξίες και τα ιδανικά μιας αφθονίας που δίνει σημασία στις ανθρώπινες σχέσεις, στην συμμετοχή και στην ικανοποίηση των βασικών μας αναγκών και όχι στην κατοχή πληθώρας εμπορευμάτων, συχνά άχρηστων και περιττών.

Για αυτό το λόγο στην συνεταιριστική-αλληλέγγυα οικονομία μπορούμε να συναντήσουμε μορφές, πλευρές και εικόνες του κομμουνισμού ως τάση. Δίχως όμως να κάνουμε το λάθος να ταυτίζουμε τον κομμουνισμό ως τάση με τις δομές της αλληλέγγυας και αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας.
Όμως η  παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας από μια αριστερή διακυβέρνηση με βάση το συνεταιριστικό, αυτοδιαχειριζόμενο και αλληλέγγυο τομέα, κάτω από εργατικό – κοινωνικό έλεγχο θα δυναμώσει απίστευτα την θετική πλευρά του κομμουνισμού ως τάση. Ιδιαίτερα αν αυτή η αριστερή διακυβέρνηση προκύψει μέσα από μια γενικευμένη λαϊκή-εργατική  εξέγερση που θα «αναλώσει»  σε ένα γενικευμένο βαθμό τον εμπορευματικό μας κόσμο.

Ο στόχος της αριστεράς και δη της επαναστατικής αριστεράς είναι να δυναμώσει με όλους τους τρόπους τις δομές του κομμουνισμού ως τάση. Γιατί κατά αυτόν τον τρόπο θα ενισχύσει το δεύτερο πρόσωπο του κομμουνισμού, τον κομμουνισμό ως κίνημα.
Ο κομμουνισμός ως κίνημα θα στηρίζεται σε μαζικές ανοικτές διαδικασίες με τα ίδια τα μαχόμενα υποκείμενα να αναλαμβάνουν την εξουσία και την ευθύνη.  Μόνο κατά αυτό τον τρόπο μπορεί να γίνει πράξη η απελευθέρωση της εργατικής τάξης [που] είναι έργο αυτής της ίδιας της τάξης. Μόνο κατά αυτό τον τρόπο δεν πέφτουμε ή αναπαράγουμε τον υποκαταστισμό.

Τούτο δεν μηδενίζει τον ρόλο των συνειδητών επαναστατικών δυνάμεων, το ρόλο της επαναστατικής πρωτοπορίας. Απεναντίας συναρθρώνει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο μαζικό κίνημα, την επαναστατική κομμουνιστική του πτέρυγα, το αντικαπιταλιστικό κίνημα των αριστερών οργανώσεων και κομμάτων και του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος. Σχέση διαλεκτική πολυεπίπεδη και πολύμορφη. Σχέση όχι εύκολη μα αναγκαία για να περιγράψεις  και να εκφράσεις τις μορφές και της εικόνες μιας μαχόμενης ενεργούς καθολικότητας.

Για αυτό το λόγο και η εικόνα του κόμματος, του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος δεν μπορεί να ταυτιστεί με την εικόνα του κόμματος νέου τύπου, του κόμματος των συνωμοτών  επαγγελματιών επαναστατών.

Ένα σύγχρονο επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να είναι η μικρογραφία του κόσμου που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Θα είναι το κόμμα των κομμουνιστών, θα είναι το κόμμα της κομμούνας. Αυτών που ψυχί και σώματι, οντολογικά, βιώνουν και ζουν τον κομμουνισμό. Ως τάση, ως κίνημα και ως τρόπο ζωής.  Δύσκολο; ναι πολύ δύσκολο, μα και για αυτο το λόγο θα είναι ένα κόμμα ελαχίστων ανθρώπων, ένα κόμμα «αριστοκρατών» της  επανάστασης και του κομμουνισμού.
Που όμως με την ζωή και την δράση τους θα επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία και την ανάπτυξη αυτού του πολυμόρφου επαναστατικού κομμουνιστικού υποκειμένου. Που το ξαναλέμε θα συναρθρώνεται σε ένα μαχόμενο μαζικό κίνημα, την επαναστατική του τάση, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και το κόμμα-κομμούνα.

Με στόχο την επαναστατική καταστροφή του κράτους και της κοινωνίας του καπιταλισμού και του εμπορεύματος. Και την οικοδόμηση μιας επαναστατικής μεταβατικής κοινωνίας και κράτους. Στην οποία οι αντικειμενικές κομμουνιστικές τάσεις, καθώς και οι δομές μιας κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών, απελευθερώνονται περαιτέρω από τα καπιταλιστικά-εμπορευματικά κατάλοιπα. Τσακίζοντας και τις όποιες  εξουσιαστικές καπιταλιστικές και πατριαρχικές τάσεις. Αυτό δεν συνεπάγεται πως και με κοινοβουλευτικό δρόμο δεν μπορεί να υπάρξει μια αριστερή διακυβέρνηση. Γρήγορα όμως ή θα έρθει σε σύγκρουση με τις δομές και τις μορφές του καπιταλιστικού τρόπου ή θα ενσωματωθεί σε αυτές ή θα ανατραπεί.

Η συντριβή του καπιταλιστικού κράτους δεν οδηγεί άμεσα και αυτόματα στην υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της κεφαλαιακής σχέσης. Σίγουρα αυτή η διαδικασία ανοίγει την μεταβατική φάση που μας  οδηγεί στο κομμουνισμό ως νέα κοινωνία.
Ο κομμουνισμός μια νέα κοινωνική οργάνωση προϋποθέτει μια παγκόσμια αταξική κοινωνία που δεν θα υπάρχουν προλετάριοι, γιατί όσο υπάρχουν προλετάριοι, θα υπάρχει και κεφάλαιο. Θα είναι η κοινωνία των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών και των ολοκληρωμένων ατομικών προσωπικοτήτων.

Αυτό σίγουρα δεν μπορεί να οικοδομηθεί ύστερα από την επανάσταση και την συντριβή της κρατικής καπιταλιστικής μηχανής. Η κρατικοποίηση, ακόμη και η συνεταιριστικοποίηση μαζί με την εργατική εξουσία θα δυναμώσουν και θα ενισχύσουν τον κομμουνισμό ως τάση και ως κίνημα-διαδικασία, μόνο που αυτό δεν συνιστά μετάβαση στον κομμουνισμό.

Για αυτό το λόγο  θα ήταν λάθος αυτή η μεταβατική αντικαπιταλιστική κοινωνία να την ταυτίσουμε με το πρώτη φάση του κομμουνισμού, που έχει ονομαστεί σοσιαλισμός. Σίγουρα όπως είπαμε οι κομμουνιστικές τάσεις και δυνατότητες θα πρέπει να έχουν ισχυροποιηθεί, μα ακόμη δεν είναι κυρίαρχες, ιδιαίτερα αν αυτή η μεταβατική κοινωνία δεν έχει αποκτήσει ένα παγκόσμιο και ακρατικό χαρακτήρα.

Και σαφέστατα παράλληλα με τις δομές των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών θα συνυπάρχουν εργαζόμενοι που θα πουλούν την εργατική τους δύναμη στο κράτος, στους συνεταιρισμούς και γιατί όχι σε κάποιες ελεγχόμενες μορφές μικρής και μεσαίας ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό της παγκοσμιοποίησης της επαναστατικής  διαδικασίας, της συνειδητοποίησης της εργαζόμενης πλειοψηφίας και της δυναμικής που θα έχουν αποκτήσει οι δομές της κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών. Που θα πρέπει να τείνουν στην προοπτική της γενικευμένης κοινωνικής- και όχι απλώς εργατικής- αυτοδιαχείρισης.

Το να ονομάσεις αυτή την μεταβατική αντικαπιταλιστική κοινωνία «δικτατορία του προλεταριάτου», μάλλον είναι λειψό. Καθώς δεν περικλείει τις πολύμορφές και πολυεπιπεδες απελευθερωτικές διαδικασίες που θα πρέπει να τείνουν στην αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και στην μετατροπή του σε ελεύθερο συνεταιρισμένο παραγωγό.

Οι μορφές δε της γενικευμένης κομμουνιστικής αυτοδιαχείρισης δεν μπορούν παρά να χρησιμοποιούν δομές άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας των άμεσων παραγωγών. Δομές και διαδικασίες που θα συνδυάζουν το δημοκρατικά οργανωμένο πλάνο, την τοπικοποίηση και την αποκέντρωση και την παγκοσμιοποίηση.

Η νέα τεχνολογία, η σημερινή ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας, πόσο μάλλον μια αυριανή εκτόξευση της ανάπτυξης τους, βοηθά σε ένα οριζόντιο επίπεδο να λειτουργήσει η άμεση δημοκρατία, Ακόμη και σήμερα μέσω Skype δυο χώροι δουλειάς, πχ δυο εργοστάσια, μπορούν την ίδια ώρα να κάνουν γενική συνέλευση και να αποφασίσουν απεργία. Η ένας πολιτικός φορέας να πραγματοποιήσει ένα συνέδριο δίχως αντιπροσώπους, σε πλήρη ολομέλεια των μελών.

Στην λογική της δημοκρατικά συγκροτημένης αυτοδιοίκησης των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών και των εργαζόμενων στους τόπους εργασίας και διαμονής. Δηλαδή όλα θα περνάνε από τα κάτω προς τα πάνω, από το τοπικό στο περιφερειακό και μετα στο παγκόσμιο. Και αυτή η διαδικασία με την βοήθεια και της νέας τεχνολογίας μπορεί να γίνει πολύ εύκολη και απλή στην λειτουργία της, εξασφαλίζοντας την άμεση  συμμετοχή των πάντων και όχι την δια αντιπροσώπων εξουσιοδότηση.

Επίσης είναι λογικό μια τέτοια μεταβατική κοινωνική διάρθρωση να έχει τον κίνδυνο να πισωγυρίσει στην καπιταλιστική κοινωνία. Απόρροια των αδυναμιών των δομών της κοινωνίας των συνεταιρισμένων παραγωγών να επικαθορίσουν τις εξελίξεις και την δυναμική της κομμουνιστικοποίησης.

Αυτό θα εξαρτηθεί από τρεις αλληλο-διαπλεκόμενους  παράγοντες. 1) Από το πόσο θα αλληλο-συσχετιστούν οι δομές της κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών με την γενική διάνοια, τις νέες τεχνολογίες και τα αναπτυγμένα μέσα παραγωγής. 2) Από το πόσο συνειδητά η παραγωγή είναι έργο και προϊόν των εργαζόμενων και άρα οι τελευταίοι μέσα από την διαδικασία της γενικευμένης κοινωνικής αυτοδιαχείρισης νιώθουν πως αυτοί έχουν την πραγματική και ουσιαστική εξουσία 3) Από το πόσο γενικευμένη και παγκοσμιοποιημένη θα είναι η κομμουνιστικοποίηση.
Σίγουρα βρισκόμαστε πολύ μακριά από το στάδιο της ανάπτυξης ενός δυνατού κομμουνιστικού κινήματος. Χρέος μας είναι να δυναμώσουμε και να οικοδομήσουμε αυτές τις μορφές αγώνα που θα ενισχύσει το κομουνισμό ως τάση. Και αυτό θα συμβεί αν δουλέψουμε πάνω στην προοπτική οικοδόμησης αυτού του πολυμόρφου επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος- αντικαπιταλιστικού μετώπου και ενός νικηφόρου   μαζικού κινήματος των εργαζόμενων και των συμμάχων τους.
Μεταβατική φάση σε αυτή την διαδικασία είναι οι συγκρότηση ενός μαζικού, δυνατού και δημοκρατικά συγκροτημένου ενιαίου εργατικού μετώπου, μιας ισχυρής ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την μετεξέλιξη του ΝΑΡ σε κομμουνιστική οργάνωση.

Όπως και να το κάνουμε σύντροφοι και φίλοι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας… και νομίζω πως έχουμε αργήσει….

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Ο Πουλαντζάς και ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός»


Αναδημοσιεύουμε από το Lenin Reloaded ένα καταστατικό κείμενο για την ταυτότητα και τη στρατηγική της ανανεωτικής-ευρωκομμουνιστικής αριστεράς, με την υποσημείωση ότι δε χρειάζεται να διαβαστεί, εφόσον ο συγγραφέας αντέγραψε σε σύγχρονο μαρξίζον ιδίωμα τον Κάουτσκυ:


Νίκος Πουλαντζάς, “Προς ένα δημοκρατικό σοσιαλισμό”, από: Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αρχ. έκδοση 1978, Μτφρ.: Γιάννης Κρητικός

...Σοσιαλισμός και δημοκρατία, δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό; το ζήτημα τούτο ανακύπτει σήμερα από δύο ιστορικές εμπειρίες, που λειτουργούν κάπως σαν στηθαία, σαν δύο παραδείγματα προς αποφυγήν: το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα, που το βλέπουμε σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες, και το παράδειγμα των ανατολικών χωρών του λεγόμενου υπαρκτού "σοσιαλισμού". Παρ' όλα όσα διαφοροποιούν τα δύο τούτα ιστορικά παραδείγματα, παρ' όλα όσα αντιθέτουν μεταξύ τους σοσιαλδημοκρατία και σταλινισμό ως θεωρητικο-πολιτικά ρεύματα, αυτά παρουσιάζουν ωστόσο μια ομοιότητα ουσίας: τον κρατισμό και την βαθιά δυσπιστία προς τις πρωτοβουλίες των λαϊκών μαζών, κοντολογίς την καχυποψία προς τα δημοκρατικά αιτήματα.

[...] Φύτρα του σταλινισμού υπήρχαν οπωσδήποτε στον Λένιν και όχι μόνον εξαιτίας των ιδιομορφιών της ιστορικής κατάστασης που ειχε ν' αντιμετωπίσει ο Λένιν (η Ρωσία και το τσαρικό Κράτος): το σφάλμα της 3ης Διεθνούς δεν ήταν απλώς ότι θέλησε να καθολικεύσει --παρεκτρέποντάς το-- ένα μοντέλο μετάβασης στον σοσιαλισμό που, στην αρχική του καθαρότητα, έπρεπε να ταιριάζει στη συγκεκριμένη κατάσταση της τσαρικής Ρωσίας. Τέλος, τα φύτρα αυτά δεν μπορούν να βρεθούν στον ίδιο τον Μαρξ: έχω εξηγήσει τους λόγους στην εισαγωγή. Ο Λένιν, πρώτος, είχε να λύσει το πρόβλημα της μετάβασης στον σοσιαλισμό και του μαρασμού του Κράτους, πρόβλημα για το οποίο ο Μαρξ είχε αφήσει μόνο μερικές πολύ αόριστες υποδείξεις, όλες εξάλλου προς την κατεύθυνση μιας στενής συσχέτισης σοσιαλισμού και δημοκρατίας.

[...] Ποιο είναι το λενινιστικό νόημα αυτού του αφανισμού του αστικού Κράτους; Οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και οι πολιτικές ελευθερίες θεωρήθηκαν από τον Λένιν (αλλά ποτέ από τον Μαρξ) σκέτο προϊόν της αστικής τάξης: αντιπροσωπευτική δημοκρατία=αστική δημοκρατία=δικτατορία της αστικής τάξης. Πρέπει επομένως να ξεριζωθούν ολότελα και ν' αντικατασταθούν μόνο με την άμεση δημοκρατία στη βάση, με ρητή και ανακλήσιμη εντολή, κοντολογίς με την πραγματική προλεταριακή δημοκρατία (τα Σοβιέτ).

[...]

Το θέλουμε ή όχι, η κεντρική γραμμή του Λένιν ήταν αρχικά, απέναντι στο σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, στον κοινοβουλευτισμό του και στην τρομάρα που ένιωθε για το καθεστώς τον συμβουλίων, η γραμμή μιας ριζικής υποκατάστασης της λεγόμενης τυπικής δημοκρατίας με τη λεγόμενη πραγματική δημοκρατία, της αντιπροσπευτικής δημοκρατίας με μόνη την άμεση δημοκρατία, τη λεγόμενη δημοκρατία των συμβουλίων (την εποχή εκείνη δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτοδιαχείριση). Πράγμα που με κάνει να θέσω το αληθινό ερώτημα: μήπως ήταν μάλλον αυτή η ίδια η κατάσταση αυτή η ίδια η γραμμή (της ριζικής υποκατάστασης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με μόνη την άμεση δημοκρατία στη βάση) που στάθηκε ο κύριος παράγοντας των όσων συνέβηκαν στην Σοβιετική Ένωση, όταν ακόμα ζούσε ο Λένιν, και που δημιούργησε τον συγκεντρωτικό και κρατιστή Λένιν του οποίου γνωρίζουμε τους επιγόνους;

Λέω ότι θέτω το ερώτημα: είχε ήδη τεθεί από την εποχή εκείνη και είχε λάβει μιαν απάντηση, που τώρα φαίνεται σαν ένα δραματικό προμήνυμα. Την έδωσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, για την οποία ο Λένιν έλεγε πως ήταν αητός της επανάστασης. Του αητού είχε και τη ματιά. Η πρώτη σωστή και θεμελιακή κριτική στη μπολσεβίκικη επανάσταση και στον Λένιν είναι η κριτική της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Είναι αποφασιστική διότι δεν έρχεται από τη μεριά της σοσιαλδημοκρατίας (που δεν ήθελε ούτε να ακούσει για άμεση δημοκρατία και για καθεστώς συμβουλίων), αλλά ακριβώς από τη μαχήτρια την πεισμένη για τη δημοκρατία των συμβουλίων για την οποία έδωσε τη ζωή της, αφού εκτελέστηκε κατά τη συντριβή των εργατικών συμβουλίων στη Γερμανία από τη σοσιαλδημοκρατία. Εκείνο λοιπόν για το οποίο η Ρόζα ψέγει τον Λένιν δεν είναι ότι αμέλησε ή περιφρόνησε την άμεση δημοκρατία στη βάση, αλλά ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή στηρίχτηκε αποκλειστικά πάνω στην τελευταία (αποκλειστικά, διότι για τη Ρόζα η δημοκρατία των συμβουλίων παραμένει πάντα απαραίτητη) καταλύοντας απλούστατα την αντιπροσωπευτική δημοκρατία --συγκεκριμένα κατά την αποπομπή της Συντακτικής συνέλευσης, που είχε εκλεγεί υπό μπολσεβίκικη κυβέρνηση--, προς όφελος μόνο των Σοβιέτ. Θα χρειαστεί να ξαναδιαβάσουμε τη Ρωσική επανάσταση, της οποίας παραθέτω μόνο ένα απόσπασμα: "Ο Λένιν και ο Τρότσκυ, αρνούμενοι τα αντιπροσωπευτικά σώματα που βγήκαν από τις γενικές λαϊκές εκλογές, εγκατέστησαν τα Σοβιέτ ως τη μοναδική γνήσια αντιπροσώπευση των εργαζόμενων μαζών. Αλλά με την κατάπνιξη της πολιτικής ζωής σ' όλη τη χώρα, η ζωή των ίδιων των Σοβιέτ δεν θα μπορέσει να ξεφύγει μια εκτεταμένη παράλυση. Σίχως γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία Τύπου και συγκεντρώσεων, δίχως ελεύθερη διαπάλη των διάφορων απόψεων, η ζωή σβήνει σε κάθε πολιτικό θεσμό και θριαμβεύει μόνη η γραφειοκρατία."

[...] το βασικό ζήτημα είναι αυτό που έθεσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: πέρα από τις τοποθετήσεις του Λένιν σε μια σειρά άλλα προβλήματα, πέρα ακόμα κι από τις ιστορικές ιδιομορφίες της Ρωσίας, εκείνο που ακολούθησε, όταν ακόμα ζούσε ο Λένιν, αλλά κυρίως κατοπινά (μονοκομματισμός, γραφειοκρατικοποίηση του κομματος, μπέρδεμα κόμματος και Κράτους, κρατισμός, τέλος κι αυτών των Σοβιέτ, κτλ.), ήταν ήδη εγγεγραμμένο μέσα σ' αυτή την κατάσταση που επέκρινε η Ρ. Λούξεμπουργκ.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, ας δούμε για τώρα το επαναστατικό "μοντέλο" που κληροδότησε η 3η Διεθνής, πάνω στο οποίο ο σταλινισμός άσκησε, στο μεταξύ, τη δική του επίδραση. Ίδια τοποθέτηση έναντι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με την προσθήκη τώρα και του κρατισμού και της περιφρόνησης της άμεσης δημοκρατίας στη βάση, κοντολογίς με τη διαστρέβλωση του νοήματος όλης της προβληματικής πέρα για πέρα από την εργαλειακή αντίληψη για το Κράτος.

Το καπιταλιστικό Κράτος εξακολουθεί να θεωρείται ένα απλό αντικείμενο ή εργαλείο, που το χειρίζεται κατά βούληση η αστική τάξη της οποίας είναι απόρροια: υποτίθεται ότι δεν τη διαπερνούν εσωτερικές αντιφάσεις. Οι αγώνες των λαϊκών μαζών, όχι μόνο δεν μπορούν να είναι, στην αντίθεσή τους προς την αστική τάξη, ένας από τους παράγοντες συγκρότησης αυτού του κράτους (στην περίπτωση αυτή, των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας), αλλά ούτε μπορούν να διαπερνούν το Κράτος που νοείται ως αρραγές μονολιθικό συγκρότημα. Οι ταξικές αντιφάσεις βρίσκονται τάχα ανάμεσα στο Κράτος και τις έξω από το Κράτος λαϊκές μάζες. Κι αυτό ως το σημείο μιας κρίσης της διπλής εξουσίας, ως τη στιμή που το Κράτος αυτό εξαρθρώνεται ουσιαστικά λόγω της κεντρικοποίησης σε εθνικό επίπεδο παράλληλων εξουσιών, που γίνονται η πραγματική εξουσία (τα Σοβιέτ).

[...]

Ποια μορφή παίρνει, μέσα σε τούτο το γενικό πλαίσιο, το πρόβλημα του μετασχηματισμού του κρατικού μηχανισμού σε μία μετάβαση στον σοσιαλισμό; Πρέπει να καταληφθεί πρώτα η κρατική εξουσία και, αφού πραγματοποιηθεί η άλωση του φρουρίου, να σαρωθεί μεμιάς ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός και να υποκατασταθεί με τη δεύτερη εξουσία (τα Σοβιέτ) που θα συγκροτηθεί σε Κράτος νέου τύπου. [...] Τα Σοβιέτ, που πρόκειται να υποκαταστήσουμ μονομιάς το αστικό Κράτος, δεν είναι πια η άμεση δημοκρατία στη βάση που αντικαθιστά την αστική δημοκρατία. Δεν είναι τόσο το αντι-Κράτος αλλά το παρακράτος που αντιγράφει το εργαλειακό μοντέλο του υφιστάμενου Κράτους, ένα προλεταριακό Κράτος, καθόσον θα ελέγχεται καταλαμβάνεται εκ των άνω από το "ενιαίο" επαναστατικό κόμμα, κόμμα που λειτουργεί κι αυτο κατά το πρότυπο του Κράτους. Η δυσπιστία για τις δυνατότητες παρέμβασης των λαϊκών μαζών μέσα στο αστικό Κράτος έχει γίνει δυσπιστία για το λαϊκό κίνημα γενικά. Αυτό λέγεται ενδυνάμωση του κράτους-Σοβιέτ για να γίνει ευκολότερος ο μαρασμός του κάποια μέρα....Έτσι γεννήθηκε ο σταλινικός κρατισμός.

Σταλινικός κρατισμός του οποίου μπορούμε να δούμε τώρα τη στενή ομοιότητα με τον κρατισμό της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας. Κι αυτή επίσης χαρακτηρίζεται από τη βαθύτερη δυσπιστία για την άμεση δημοκρατία στη βάση και για τις λαϊκές πρωτοβουλίες. Γι αυτήν επίσης, η σχέση των λαϊκών μαζών με το Κράτος είναι μια σχέση εξωτερικότητας, όπου το Κράτος έχει εξουσία και αποτελεί μια οντότητα. Πρόκειται για το Κράτος-Υποκείμενο, κάτοχο μιας ενδογενούς ορθολογικότητας, που την ενσαρκώνουν οι πολιτικές ελίτ και μόνοι οι μηχανισμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το Κράτος αυτό κυριεύεται εμ την αντικατάσταση των κορυφών από μια φωτισμένη αριστερή ελίτ και με ορισμένες διορθώσεις στη λειτουργία των θεσμών. Εξυπονοείται ότι το κράτος αυτό θα φέρει έτσι στις μάζες τον σοσιαλισμό από τα πάνω: έχουμε εδώ τον τεχνο-γραφειοκρατικό κρατισμό των εμπειρογνωμόνων.

Σταλινική κρατολατρία, σοσιαλδημοκρατική κρατολατρία: μία από τις παραδόσεις του λαϊκού κινήματος, όπως σωστά έχει ειπωθεί. Το να πιστέυει όμως κανείς ότι γλυτώνει απ' αυτήν με την άλλη παράδοση, της άμεσης δημοκρατίας στη βάση ή του αυτοδιαχειριστικού κινήματος και μόνο, είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο για να είναι αληθινό: δεν πρέπει να εξχνάμε την περίπτωση του Λένιν και τα φύτρα του κρατισμού που περιείχε το πρώτο πείραμα των συμβουλίων. Το δίλημμα από το οποίο πρέπει να βγούμε είναι στο βάθος το ακόλουθο: είτε να διατηρήσουμε το υφιστάμενο Κράτος, να αρκεστούμε μόνο στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία επιφέροντας τις δευτερεύουσες αλλαγές, πράγμα που καταλήγει στον σοσιαλδημοκρατικό κρατισμό και στον λεγόμενο φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό· είτε να αρκεστούμε μόνο στην άμεση δημοκρατία πστη βάση ή στο αυτοδιαχειριστικό κίνημα, πράγμα που οδηγεί απαπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, σ έναν κρατιστικό δεσποτισμό ή σε μια δικτατορία των εμπειρογνωμόνων. Πώς να συλλάβουμε έναν ριζικό μετασχηματισμό του Κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχεριστικών εστιών, αυτό είναι το βασικό πρόβλημα ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού.

Πρόβλημα που η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου όχι μόνο δεν έθεσε, αλλά τελικά το κουκούλωσε.

Θα πω τούτο μόνο: η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν για τον Μαρξ μια στρατηγική έννοια με πρακτικό περιεχόμενο που λειτουργούσε το πολύ σαν πίνακας-οδηγός. Αναφερόταν στην ταξική φύση του Κράτους, στην ανάγκη του μετασχηματισμού του για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό και στη διαδικασία του μαρασμού του Κράτους. Αν και όλα τούτα στα οποία αναφερόταν παραμένουν πραγματικά, ωστόσο η έννοια αυτή είχε, κατοπινά, μια συγκεκριμένη λειτουργία: να κουκουλώσει το θεμελιακό πρόβλημα, το πρόβλημα ακριβώς της σπονδύλωσης μιας μετασχηματισμένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με την άμεση δημοκρατία στη βάση. Να ποιοι είναι οι αληθινοί λόγοι που, κατά τη γνώμη μου, δικαιώνουν την εγκατάλειψή της και όχι επειδή η έννοια αυτή κατέληξε να ταυτιστεί μόνο με τον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Ακόμα κι όταν πήρε διαφορετικά νοήματα, εξακολούθησε να διατηρεί την πιο πάνω ιστορική λειτουργία της: αυτό έγινε με τον Λένιν στις αρχές της Οκτωβριανής επανάστασης, αυτό έγινε, πιο κοντά σε μας, και με τον Γκράμσι. Ασφαλώς, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει τη σημαντική θεωρητικο-πολιτική συνεισφορά του Γκράμσι και είναι γνωστή η απόσταση που πήρε από το σταλινικό πείραμα. Παραμένει γεγονός ωστόσο ότι ούτε αυτός (κι ας τον τραβάνε σήμερα πότε αριστερά και πότε δεξιά) μπόρεσε να θέσει το πρόβλημα σ' όλη του την έκταση. Οι περίφημες αναλύσεις του για τις διαφορές ανάμεσα στον πόλεμο κινήσεων (τον πόλεμο των μπολσεβίκων στη Ρωσία) και στον πόλεμο θέσεων νοούνται βασικά ως εφαρμογή της λενινιστικής στρατηγικής-μοντέλου σε "διαφορετικές συγκεκριμένες καταστάσεις", τις καταστάσεις της Δύσης. Πράγμα που, παρά τις αξιοσημείωτες ενοράσεις του τον οδηγεί σε ολόκληρη σειρά αδιέξοδα στα οποία δεν υπάρχει λόγος να σταθούμε εδώ.

Να ποιο είναι επομένως το πρόβλημα ουσίας ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού: δεν αφορά μόνο τις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες, με την έννοια ότι πρόκειται εδώ για ένα στρατηγικό μοντέλο προσαρμοσμένο μόνο στην κατάσταση αυτών των χωρών. [...] το πρόβλημα αυτό αφορά κάθε μετάβαση στο σοσιαλισμό, έστω κι αυτή παρουσιάζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο στις διάφορες χώρες. Είναι τώρα γνωστό ότι δεν μπορεί να υπάρχει, ανάλογα με τις διάφορες χώρες, πότε ένας δημοκρατικός σοσιαλισμός, πότε ένας άλλος. Το ότι οι συγκεκριμένες καταστάσεις είναι διαφορετικές, το ότι οι στρατηγικές οφείλουν να προσαρμόζονται στις ιδιομορφίες των διαφόρων χωρών δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει σοσιαλισμός παρά μόνο δημοκρατικός.

Όσο για αυτόν τον σοσιαλισμό, όσο για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη παρουσιάζει ολοφάνερες ιδιομορφίες: αυτές αφορούν ταυτόχρονα τις νέες κοινωνικές σχέσεις, την κρατική μορφή που επιβάλλεται, τη μοναδικότητα της κρίσης του Κράτους. Αυτές οι ιδιομορφίες αποτελούν, για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, ισάριθμες ευκαιρίες και δυνατότητες, ίσως για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, μίας επιτυχίας του πειράματος ενός δημοκρατικού σοσιαλισμού, μιας επιτυχημένης συνάρθρωσης ανάμεσα σε μια μετασχηματισμένη αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την άμεση δημοκρατία στη βάση. Πράγμα που συνεπάγεται μια νέα στρατηγική, τόσο για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τις λαϊκές μάζες και τις οργανώσεις όσο και για τις μεταβολές του Κράτους: είναι αυτό που ονομάζεται δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό.

Το Κράτος είναι σήμερα λιγότερο από ποτέ ένας φιλντισένιος πύργος αποκομμένος από τις λαϊκές μάζες. Οι αγώνες των τελευταίων διαπερνούν συνεχώς το Κράτος, ακόμα κι όταν πρόκειται για μηχανισμούς όπου οι μάζες δεν είναι παρούσες οι ίδιες. Η κατάσταση διπλής εξουσίας, κατάσταση μετωπικού αγώνα συγκεντρωμένου σε μία συγκεκριμένη στιγμή, δεν είναι η μόνη που επιτρέπει μια δράση λαϊκών μαζών μέσα στο Κράτος. Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό είναι μια μακρά πορεία, όπου ο αγώνας των λαϊκών μαζών δεν αποβλέπει στην δημιουργία μιας πραγματικής εξουσίας, παράλληλης και εξωτερικής προς το Κράτος, αλλά εφαρμόζεται στις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους. Η κατάληψη της εξουσίας προϋποθέτει ασφαλώς πάντα μία κρίση του Κράτους (αυτού που υπάρχει σήμερα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες), αλλά η κρίση αυτή, που οξύνει ακριβώς τις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους, δεν ανάγεται σε μια κρίση κατάρρευσης του κράτους. Κατάληψη ή κατάκτηση της κρατικής εξουσίας δεν μπορεί να σημαίνει ένα απλό πάρσιμο των εξαρτημάτων της κρατικής μηχανής, με σκοπό την υποκατάστασή της υπέρ της δεύτερης εξουσίας. Η εξουσία δεν είναι μια ουσία ποσοποιήσιμη που την κατέχει το Κράτος και που θα πρέπει να του την αφαιρέσουμε. Η εξουσία συνίσταται σε μια σειρά σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, κατεξοχήν συγκεντρωμένες στο Κράτος που αποτελεί την συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των τάξεων. Το Κράτος δεν είναι ούτε ένα πράγμα-εργαλείο που μπορεί κανείς να βάλει χέρι πάνω του, ούτε ένα φρούριο όπου εισδύει κανεις με δούρειους ίπους, ούτε ένα χρηματοκιβώτιο που το ανοίγει κανείς με διάρρηξη: είναι το κέντρο άσκησης της πολιτικής εξουσίας.

Πάρσιμο της κρατικής εξουσίας σημαίνει ανάπτυξη ενός μαζικού αγώνα, τέτοιου που να αλλάζει τον συσχετισμό δυνάμεων μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς, μέσα στο ίδιο δηλαδή το στρατηγικό πεδίο των πολιτικών αγώνων. Ενώ για τη στρατηγική του τύπου διπλής εξουσίας η αποφασιστική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων δεν συντελείται μέσα στο Κράτος αλλά ανάμεσα στο Κράτος και τη δεύτερη εξουσία, το αντι-Κράτος που υποτίθεται ότι βρίσκεται ριζικά εκτός Κράτους, ανάμεσα στο Κράτος και τις μάζες που υποτίθεται πως είναι εξωτερικές προς το Κράτος.

Αυτή η μακρόχρονη πορεία για την κατάληψη της εξουσίας σ' ένα δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό συνίσταται βασικά στην ανάπτυξη, ενίσχυση, συντονισμό και καθοδήγηση των σκόρπιων κέντρων αντίστασης που διαθέτουν πάντα οι μάζες μέσα στα κρατικά δίκτυα, με τη δημιουργία και ανάπτυξη και νέων, έτσι που τούτα τα κέντρα να γίνουν, πάνω στο στρατηγικό κέντρο που είναι το Κράτος, τα ουσιαστικά κέντρα της πραγματικής εξουσίας.

Δεν πρόκειται επομένως για μιαν απλή διάζευξη ανάμεσα στον μετωπικό πόλεμο κινήσεων και στον πόλεμο θέσεων, αφού ο τελευταίος, κατά τον Γκράμσι, συνίσταται πάντα σε μια περικύκλωση του Κράτους-φρουρίου.

Προβάλλει το ερώτημα: μήπως αποδεχόμαστε έτσι τον παραδοσιακό ρεφορμισμό; Για ν' απαντήσουμε πρέπει να δούμε πώς έχει τεθεί το ζήτημα του ρεφορμισμού από την 3η Διεθνή. Γι' αυτήν, ρεφορμιστική είναι κάθε στρατηγική που ξεχωρίζει από εκείνην της διπλής εξουσίας. Η μόνη ριζική ρήξη ως προς την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, η μόνη χαρακτηριστική ρήξη που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τον ρεφορμισμό είναι η ρήξη ανάμεσα στο Κράτος (απλό εργαλείο της αστικής τάξης έξω από τις μάζες) και στο υποτιθέμενο απόλυτο εξωτερικό του, τη δεύτερη εξουσία (τις μάζες/ Σοβιέτ). Πράγμα που --μικρή παρένθεση-- δεν εμπόδισε, το αντίθετο μάλιστα, έναν ιδιαίτερο ρεφορμισμό της 3ης Διεθνούς, που οφειλόταν ακριβώς στην εργαλειακή αντίληψη του Κράτους. [...] στην περίπτωση ενός δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, το κριτήριο του ρεφορμισμού δεν είναι τόσο αποφασιστικό όσο στη στρατηγική της διπλής εξουσίας, και οι κίνδυνοι σοσιαλδημοκρατικοποίησης -περιττό να το αρνηθούμε-- είναι μεγαλύτεροι. Οπωσδήποτε, αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων [...] σημαίνει κατηγορηματικά μια πορεία ουσιαστικών ρήξεων που το κορυφαίο σημείο τους --και θα υπάρξει αναγκαστικά ένα τέτοιο σημείο-- βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών πάνω στο στρατηγικό έδαφος του Κράτους.

Αυτός ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι επομένως απλός κοινοβουλευτικός ή εκλογικός δρόμος. Το να κερδηθεί η εκλογική πλειοψηφία (στη Βουλή ή για τη θέση του Προέδρου) δεν μπορεί να αποτελεί παρά μια φάση, όσο κι αν αυτή είναι σπουδαία: δεν είναι άλλωστε κατανάγκη το κορυφαίο σημείο των ρήξεων μέσα στο Κράτος. Η αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο Κράτος αφορά το σύνολο των μηχανισμών και των οργάνων του: δεν αφορά μόνο το Κοινοβούλιο ή, όπως επαναλαμβάνεται σήμερα κατά κόρον, τους κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς, που υποτίθεται ότι κατέχουν τώρα τον καθοριστικό ρόλο στο "σύγχρονο" Κράτος. Η διαδικασία αυτή απλώνεται επίσης, και κατά πρώτο λόγο, στους κρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, εκείνους που κατέχουν το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας: τον στρατό και την αστυνομία κυρίως. [...] Eίναι φανερό ότι η εσωτερική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στους κατασταλτικούς μηχανισμούς θέτει προβλήματα ιδιαίτερα και, κατά συνέπεια, επίφοβα:  αλλά --η περίπτωση της Πορτογαλίας το έδειξε περίτρανα-- οι ίδιοι αυτοί μηχανισμοί διαπερνούνται από τους αγώνες των λαϊκών μαζών.

Κάτι περισσότερο, η εναλλακτική λύση όσον αφορά τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό είναι οπωσδήποτε ο αγώνας των λαϊκών μαζών που αποβλέπει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μέσα στο Κράτος, αντί της μετωπικής στρατηγικής τύπου διπλής εξουσίας. [...] Κάτι ακόμα: οι λαϊκοί αγώνες οφείλουν πάντα να εκδηλώνονται και με την ανάπτυξη κινημάτων και την εξάπλωση οργάνων άμεσης δημοκρατίας στη βάση και αυτοδιαχειριστικών εστιών.

Πράγμα που συνδέεται με το ζήτημα των μετασχηματισμών του Κράτους αλλά και --ας μην το ξεχνάμε-- με το θεμελιακό ζήτημα της κρατικής εξουσίας και, γενικότερα, της εξουσίας. Το ζήτημα: ποιος είναι στην εξουσία και για να κάνει τι, δεν μπορεί να μείνει ξένο προς τους αγώνες για την αυτοδιαχείριση ή την άμεση δημοκρατία. Ωστόσο, αυτοί οι αγώνες και αυτά τα κινήματα δεν μπορούν --προκειμένου να συμβάλουν στην αλλαγή των σχέσεων εξουσίας-- να τείνουν προς μια συγκέντρωση σε μια δεύτερη εξουσία, χώρο που υποτίθεται ότι βρίσκεται απόλυτα έξω από το Κράτος, αλλά στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων πάνω στο ίδιο το έδαφος του Κράτους. Αυτοί οι αγώνες κι αυτά τα κινήματα, εφόσον είναι πολιτικού χαρακτήρα, έστω κι αν τοποθετούνται έξω από τον φυσικό χώρο του Κράτους, δεν είναι εκτός Κράτους: οπωσδήποτε είναι πάντα τοποθετημένοι μέσα στο στρατηγικό του πεδίο. Εδώ επομένως βρίσκεται η πραγματική εναλλακτική λύση και όχι εκείνη, η απλή ενός "εσωτερικού αγώνα" έναντι ενός "εξωτερικού αγώνα". Σ' έναν δημοκρατικό δρόμος προς τον σοσιαλισμό, οι δύο αυτές μορφές αγώνα πρέπει να συνδυάζονται.

Η "ενσωμάτωση" ή όχι στους κρατικούς μηχανισμούς, η υπηρέτηση ή όχι των συμφερόντων της εξουσίας, δεν ανάγεται στην εκλογή ανάμεσ σ' έναν αγώνα εξωτερικό και σ' έναν αγώνα εσωτερικό. Η ενσωμάτωση αυτή δεν είναι εξάλλου η αναγκαία συνέπεια μιας στρατηγικής που αποβλέπει σε αλλαγές στον χώρο του Κράτους, λες και μπορούσε ποτέ ένας πολιτικός αγώνας να τοποθετηθεί απόλυτα έξω από το Κράτος.

Αυτή η στρατηγική για το πάρσιμο της εξουσίας παραπέμπει κατευθείαν στο ζήτημα των μετασχηματισμών του Κράτους σ' έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό. Μόνο μια συνάρθρωση των δύο τρόπων ενέργειας, δηλαδή του μετασχηματισμού της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και της ανάπτυξης των μορφών άμεσης δημοκρατίας ή του κινήματος για την αυτοδιαχείριση, μπορεί να αποτρέψει τον αυταρχικό κρατισμό. Αυτή όμως η συνάρθρωση θέτει νέα προβλήματα.

[...] ριζικός μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού σ' έναν δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνεται πια λόγος για εκείνο που ονομάστηκε από παλιά σπάσιμο ή καταστροφή αυτού του μηχανισμού. Ο όρος σπάσιμο, που υπήρξε κι αυτός ένας όρος ενδεικτικός στον Μαρξ, κατέληξε ωστόσο να δηλώσει ιστορικά κάτι το πολύ συγκεκριμένο: το ξερίζωμα ακριβώς κάθε μορφής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των λεγομένων τυπικών ελευθεριών, αποκλειστικά υπέρ της άμεσης δημοκρατίας στη βάση και των λεγόμενων πραγματικών ελευθεριών. Πρέπει να πάρουμε θέση πάνω σε τούτο το ζήτημα: αν ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό και ο δημοκρατικός σοσιαλισμός σημαίνουν επίσηε πλουραλισμό πολιτικό (κομμάτων) και ιδεολογικό, αναγνώριση του ρόλου της καθολικής ψηφοφορίας, επέκταση και βάθεμα όλων των πολιτικών ελευθεριών, μαζί και για τους αντιπάλους, κτλ, τότε δεν μπορούμε πια να χρησιμοποιούμε τον όρο σπάσιμο ή καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, εκτός κι αν παίζουμε με τις λέξεις. Πρόκειται ασφαλώς, μέσα απ' όλους αυτούς τους μετασχηματισμούς, για μια ορισμένη νομιμότητα και συνέχεια των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας: συνέχεια με την έννοια όχι μιας θλιβερής επιβίωσης που υφιστάμεθα εφόσον αδυνατούμε να κάνουμε αλλιώς, αλλά ενός αναγκαίου όρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού.

[...] Ένας μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού που κατευθύνεται προς τον μαρασμό του Κράτους δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια όλο και μεγαλύτερη παρέμβαση των λαϊκών μαζών στο Κράτος, διαμέσου βέβαια των συνδικαλιστικών και πολιτικών τους αντιπροσωπειών, αλλά και με την ανάπτυξη των δικών τους πρωτοβουλιών μέσα στο ίδιο το Κράτος. Πορεία κι εδώ κατά στάδια, αλλά που δεν μπορεί να περιορίζεται σ' έναν απλό εκδημοκρατισμό του Κράτους. Οπωσδήποτε, αυτή είναι η κατεύθυνση που πρέπει ν' ακολουθήσουν οι αναγκαίες μεταβολές του Κράτους, είτε πρόκειται για το κοινοβούλιο, είτε για τις ελευθερίες, για τον ρόλο των κομμάτων, τον εκδημοκρατισμό των ίδιων των συνδικαλιστικών και πολιτικών μηχανισμών της Αριστεράς ή για την αποκέντρωση.

Όλα τούτα πρέπει να συνοδεύονται από την ανάπτυξη νέων μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών δικτύων και εστιών. Ένας μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού και μια ανάπτυξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν μπορούν μόνοι τους να ξεφύγουν από τον κρατισμό. [...] στην πραγματικότητα, δεν μπαίνει ζήτημα να κάνουμε τη "σύνθεση" των δύο παραδόσεων του λαϊκού κινήματος, της κρατικιστικής και της αυτοδιαχειριστικής, που θα πρέπει τάχα να τις συγκολλήσουμε. Μπαίνει ζήτημα να τοποθετηθούμε σε μια σφαιρική προοπτική μαρασμού του Κράτους, προοπτική που περιλαμβάνει δύο συναρθρωμένες διαδικασίες: τον μετασχηματισμό του Κράτους και την ανάπτυξη της άμεσης δημοκρατίας στη βάση. Η αποσύνδεση αυτών των δύο πορειών είναι εκείνη που προκάλεσε μια διάσπαση υπό τη μορφή των δύο παραδόσεων, διάσπαση που τ' αποτελέσματά της μας είναι γνωστά.

Ο δρόμος αυτός, ο μόνος που μπορεί να οδηγήσει στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, έχει την ανάποδή του: δύο κίνδυνοι τον παραμονεύουν.

Πρώτα πρώτα, ένας παλιός κίνδυνος, πολύ γνωστός, αλλά που εδώ παρουσιάζεται έντονος: η αντίδραση του αντιπάλου, στην προκειμένη περίπτωση της αστικής τάξης. [...] εφόσον δεν έχουμε να κάνουμε με μια καταστροφή του κρατικού μηχανισμου και την υποκατάστασή του από τη δεύτερη εξουσία, αλλά με τον μετασχηματισμό του στη διάρκεια μιας μακρόχρονης πορείας, αυτό -έστω και μόνο η ανάπτυξη και η επέκταση των ελευθεριών και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας- προσφέρει μεγαλύτερες δυνατότητες στον αντίπαλο, είτε για να μποϋκοτάρει ένα πείραμα δημοκρατικού σοσιαλισμού, είτε για να επέμβει βίαια και να βάλει τέρμα σ' αυτό. Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν θα είναι ασφαλώς ένα ειρηνικό πέρασμα.

Ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί ν' αντιμετωπιστεί παρά μόνο με την υποστήριξη ενός πλατιού λαϊκού κινήματος. Ας το πούμε ξεκάθαρα: οπωσδήποτε, κι αντίθετα προς την "αβανγκαρντίστικη" στρατηγική της διπλής εξουσίας, η πραγμάτωση αυτού του δρόμου και των στόχων που συνεπάγεται, η συνάρθρωση των δύο πορειών που αποβλέπει στην αποτροπή του κρατισμού και του σοσιαλδημοκρατικού αδιεξόδου, προϋποθέτουν την αποφασιστική και συνεχή υποστήριξη ενός μαζικού κινήματος βασισμένου σε πλατιές λαϊκές συμμαχίες. [...] Αυτό το πλατύ λαϊκό κίνημα αποτελεί ένα εχέγγυο έναντι της αντίδρασης του αντιπάλου, έστω κι αν δεν είναι αρκετό και πρέπει να συνδυάζεται πάντα με ριζικούς μετασχηματισμούς του Κράτους. Αυτό είναι το διπλό δίδαγμα που μπορούμε ν' αντλήσουμε από τη Χιλή [...] Για να μπορέσει η Αριστερά να ξεσηκώσει τούτο το πλατύ κίνημα οφείλει να πάρει τα κατάλληλα μέτρα και κυρίως να επωμιστεί τα νέα λαϊκά αιτήματα στα μέτωπα εκείνα που ονομάστηκαν κάποτε, εντελώς λαθεμένα, "δευτερεύοντα μέτωπα" (αγώνες των γυναικών, αγώνες για το "περιβάλλον", κλπ).

Το δεύτερο ζήτημα αφορά τις μορφές συνάρθρωσης των δύο διαδικασιών, της διαδικασίας των μετασχηματισμών του Κράτους και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, και της διαδικασίας της άμεσης δημοκρατίας και του αυτοδιαχειριστικού κινήματος. Πρόβλημα νέο από τη στιγμή που δεν μπαίνει ζήτημα κατάργησης της μιας προς όφελος της άλλης, είτε με σκέτη αποβολή της μιας από τις δύο είτε με ενσωμάτωση της μιας στην άλλη [...] Μία κατάσταση διπλής εξουσίας, ακόμη και μεταξύ δύο αριστερών εξουσιών, δεν μοιάζει καθόλου με ένα παιχνίδι εξουσιών και αντεξουσιών που εξισορροπούνται αμοιβαία για το καλό του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας. Η κατάσταση αυτή οδηγεί γρήγορα σε μια αντοιχτή αντίθεση ανάμεσα στους δύο, με κίνδυνο εξοβελισμού του ενός για χάρη του άλλου. Στη μία περίπτωση έχουμε τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση (περίπτωση της Πορτογαλίας), στην άλλη (εξοβελισμός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας) δεν θα έχουμε τον μαρασμό του Κράτους και τον θρίαμβο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά, αργά ή γρήγορα, μια αυταρχική δικτατορία νέου τύπου. Και στις δύο περιπτώσεις, το κράτος θα είναι εκείνο που θα βγει τελικά κερδισμένο.

[...] η ιστορία δεν μας έχει δώσει ως τώρα επιτυχημένο πείραμα δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό: απεναντίας μας έδωσε αρνητικά παραδείγματα προς αποφυγήν και σφάλματα για μελέτη, πράγμα όχι αμελητέο. Ασφαλώς, μπορεί κανείς ν' αντιτείνει, στο όνομα φυσικά του ρεαλισμού (του ρεαλισμού της δικτατορίας του προλεταριάτου ή του ρεαλισμού των άλλων, των υγιώς σκεπτόμενων νεοφιλελεύθερων) πως αν αυτός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ακόμη πουθενά είναι διότι είναι ανέφικτος. Ίσως: δεν έχουμε πια τη χιλιαστική πίστη, τη βασισμένη σε μερικούς σιδερένιους νόμους μιας αναπόφευκτης δημοκρατικής και σοσιαλιστικής επανάστασης. Ένα όμως είναι βέβαιο: ο σοσιαλισμός θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. Επιπλέον, η αισιοδοξία μας για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό δεν θα πρέπει να μας κάνει να τον θεωρούμε σαν μια "βασιλική ατραπό", ευκολοδιάβατη και δίχως κινδύνους. Κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά κάπως μετατοπισμένοι: τελικά, οι κίνδυνοι είναι να πάρουμε το δρόμο που οδηγεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στις σφαγές και να είμαστε εμείς τα διαλεχτά τους θύματα.

Σ' αυτό θα απαντήσω ότι, κίνδυνος για κίνδυνος, είναι πάντως προτιμότερος παρά να σφάζουμε τους άλλους για να καταλήξουμε κι οι ίδιοι κάτω από το λεπίδι κάποιας Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας ή κάποιου Δικτάτορα του προλεταριάτου.

Κίνδυνοι του δημοκρατικού σοσιαλισμού που δεν μπορούσαμε σίγουρα ν' αποφύγουμε παρά μόνο μ' έναν τρόπο: να κάτσουμε φρόνιμα και να βαδίσουμε χωρίς λοξοδρομήματα υπό την προστασία και την επιτήρηση της προχωρημένης φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...

Τέλος.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Ο Μπαλιμπάρ και η «ισοελευθερία»


Αναδημοσιεύω από τα ενθέματα της "Αυγής" και το Red NoteBook τη συνέντευξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ και τη διευκρινιστική παρέμβαση του Δ. Βεργέτη, μαζί με το σχόλιο που άφησε ένας χρήστης. - W. K.
  
                                                                                                      
   
 
Έχετε γράψει πολλές φορές (λ.χ. στην πρόσφατη απάντησή σας στον Χάμπερμας) ότι βιώνουμε μια κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και έχετε υποστηρίξει ότι χρειαζόμαστε μια αναγέννηση της έννοιας της δημοκρατίας, την οικοδόμηση αντι-εξουσιών.

Κατά βάθος, δεν μου αρέσει που κάνω κριτική στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κι αυτό γιατί θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υποστηρίζω πως είναι κακό πράγμα καθεαυτή, ή ότι δεν είναι μια πραγματική δημοκρατία, και ότι προτείνω ένα διαφορετικό είδος δημοκρατίας. Δεν είναι αυτή ακριβώς η θέση μου σε θεωρητικό επίπεδο. Πιστεύω, όμως, και δεν είναι μόνο δική μου ορολογία αλλά και άλλων θεωρητικών, πως σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης των κοινωνιών μας.

Πιστεύω πως η δημοκρατία είναι μια εύθραυστη κατασκευή. Είναι πάντα ένα αποτέλεσμα που εξαρτάται από τον συσχετισμό δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, η παρούσα διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης δεν είναι, επ’ ουδενί, κάτι εντελώς καινούργιο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην Ευρώπη και αλλού στον κόσμο υπάρχει ένα δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, που σήμερα εξουδετερώνεται ή ακυρώνεται.

Η κρίση  του κοινοβουλευτισμού είναι μια βασική όψη της διαδικασίας αυτής, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απονομιμοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· ακόμα και η αλλαγή μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και γενικά η συμμετοχή στις εκλογές φαλκιδεύονται από εξουσίες ισχυρότερες από τη λαϊκή βούληση.

Μιλώντας σε πιο αφαιρετικό επίπεδο, η εναλλακτική σε αυτό είναι να μεταβούμε από την έννοια της ανάθεσης εξουσίας σε μια δημοκρατία συνώνυμη του δραστικότερου ελέγχου των κυβερνήσεων και των αντιπροσώπων από τους πολίτες. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι ποτέ αυτάρκης, δεν αρκεί ποτέ από μόνη της. Υπάρχει ένας αφηρημένος ορισμός της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κατά τον οποίον τα πάντα έγκεινται σε δίκαιους κανόνες, στις εκλογές και στο δίκαιο. Αυτό είναι το παραδοσιακό επιχείρημα διανοουμένων όπως ο Χάμπερμας. Στην πραγματικότητα, όμως, όποτε λειτούργησε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε ευρεία έκταση (διότι υπήρξαν  τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι ένα αφηρημένο ιδεώδες), αυτό συνέβη διότι λειτούργησαν και άλλοι κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Στηριζόμενος σε μια παράδοση που δεν είναι φιλελεύθερη, ούτε όμως και μαρξιστική ή επαναστατική με τη στενή έννοια, πιστεύω ότι η λειτουργία της δημοκρατίας προϋποθέτει συγκρούσεις, αντιθέσεις και αντιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν το θεσμικό πλαίσιο· μορφές συλλογικής οργάνωσης στο πλαίσιο της κοινωνίας των  πολιτών, που δεν απορρέουν από το πεδίο του κράτους. Αυτό βέβαια ενέχει κινδύνους, δεν πιστεύω όμως ότι, είτε στον Βορρά είτε στον Νότο, ζούμε σε αρμονικές κοινωνίες.


Αυτή η ακύρωση της δημοκρατικής διαδικασίας, όπως και η κρίση του κοινοβουλευτισμού, σκιαγραφούνται με εύγλωττο τρόπο στο παράδειγμα της Ελλάδας. 

Ασφαλώς. Ιστορικά, βιώνουμε μια διαλεκτική διεργασία  μεταξύ εκδημοκρατισμού και αυταρχικοποίησης. Αυτή η διαδικασία χρειάζεται μια επανεκκίνηση, καθώς μορφές καταπίεσης του παρελθόντος, τις οποίες και η Ελλάδα έχει ζήσει σε μεγάλο βαθμό, στις μέρες μας εξακολουθούν να είναι παρούσες. Η Ελλάδα έχει εμπειρία δικτατορικών και αυταρχικών καθεστώτων, και μολονότι η κατάσταση σήμερα δεν είναι η ίδια, είναι σαφές ότι εκτυλίσσεται μια διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης. Με αυτή την έννοια, χρειάζεται να επινοήσουμε τρόπους εκδημοκρατισμού της δημοκρατίας που δεν θα προκύψουν εκ του μηδενός, αλλά από την εμπειρία και τις επινοήσεις των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται να ενισχύσουμε τα κινήματα, να συζητήσουμε μαζί τους και να μάθουμε από αυτά.


Έχετε υποστηρίξει πως η αντιπροσώπευση καθαυτή δεν είναι απαραίτητα κάτι συντηρητικό και η συμμετοχή (με την έννοια της άμεσης δημοκρατίας, αν θέλετε), κάτι προοδευτικό.

Οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν μια τάση και ικανότητα να κατασκευάζουν μοντέλα, κάτι που βέβαια είναι χρήσιμο. Εγώ προσπαθώ να σκεφτώ με κάπως διαφορετικό τρόπο: να δω τις διαφορετικές πτυχές, όψεις και διαστάσεις της δημοκρατικής διαδικασίας. Έτσι, επιχειρώ να λάβω υπόψη μου τρεις  σημαντικές παραμέτρους:  την αντιπροσώπευση, τη σύγκρουση και την αυτο-κυβέρνηση (self-government). Και πιστεύω ότι και οι τρεις αυτές έννοιες μπορεί να είναι διφορούμενες.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τη συμμετοχή με την ευρύτερη έννοια, ενσωματωμένη σε μια συγκεκριμένη ιδανική έννοια του πολίτη. Η έννοια αυτή αντιπροσωπεύει την ιδέα ότι ο ρόλος του κράτους δεν περιορίζεται στο να κυβερνά αλλά ελέγχεται και από τους πολίτες, την ίδια την κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή θα πρέπει πάντα, ως ένα βαθμό, να περιλαμβάνει και στοιχεία αντιπροσώπευσης, σύγκρουσης –ελεγχόμενης σύγκρουσης αν θέλετε– και αυτο-κυβέρνησης.

Ασφαλώς, η πολιτική φιλοσοφία και οι ιδεολογίες της χειραφέτησης έχουν πάντα την τάση να απομονώνουν την κάθε πτυχή και λίγο-πολύ να τις μετατρέπουν σε μια ιδεολογία καθαυτή, επιστρέφοντας για παράδειγμα στην άμεση δημοκρατία, στο ρουσωικό όνειρο, που είναι το εξιδανικευμένο μοντέλο της αρχαίας δημοκρατίας. Από την άλλη, έχεις τους φιλελεύθερους διανοητές που θα πουν πως αυτό είναι παράλογο, στο μέτρο που δεν μπορεί να υπάρξει πλέον κοινωνία χωρίς κράτος, διότι υπάρχει πια απόσταση μεταξύ των αστικών δομών και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και το ζήτημα της οικονομίας, οπότε η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Όλοι αυτοί όμως είναι μη διαλεκτικοί τρόποι για να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα.


Αναφερθήκατε στην έννοια του πολίτη. Σε μια πρόσφατη εκδήλωση στο Columbia (29.11.2012) συζητήσατε με τη Genevieve Fraisse για την ιδιότητα του πολίτη, την παγκοσμιοποίηση και τα δικαιώματα, ενώ στο τελευταίο σας βιβλίο (Citoyen-sujet et autres essays, PUF 2012) κάνετε λόγο για  τον πολίτη-υποκείμενο. Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να ορίσουμε την έννοια και την ιδιότητα του πολίτη σήμερα;

Η Fraisse, με την οποία γνωριζόμαστε χρόνια, μια από τις σημαντικότερες θεωρητικούς του φεμινισμού παγκοσμίως, χρησιμοποιεί πολύ την έννοια του πολίτη. Κι αυτό προκύπτει από δύο σκέψεις τις οποίες μοιραζόμαστε: Καταρχάς δεν πιστεύουμε ότι τα χειραφετητικά ιδεώδη των αστικών επαναστάσεων, όπως εκφράζονται στις αμερικανικές, γαλλικές, κολομβιανές ή αϊτινές λ.χ. διακηρύξεις  των δικαιωμάτων, αποτελούν μονάχα αφηρημένες διατυπώσεις, με έναν οικουμενιστικό προσανατολισμό αν θέλετε. Έχουν ένα βασικό χειραφετητικό περιεχόμενο, το οποίο προσπαθώ να κωδικοποιήσω μέσω της έννοιας «equalibrity» (ισεολευθερία) που ήταν το σύνθημα των αγγλικών επαναστάσεων του 17ου αιώνα και επανέρχεται, κατά τη γνώμη μου, στις κλασικές διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει δεν υπάρχει ποτέ σύγκρουση ή ένταση ανάμεσα στις διεκδικήσεις της ισότητας και της ελευθερίας· ασφαλώς και υπάρχει, ωστόσο η κεντρική ιδέα είναι ότι, τελικά, η έννοια του πολίτη στηρίζεται στη συμπληρωματικότητα, στο γεγονός ότι δεν μπορείς να επιλέξεις το ένα αντί του άλλου. Είναι ένα  αποφασιστικό σημείο, στο βαθμό που μια συγκεκριμένη παράδοση ή ένα φιλελεύθερο δόγμα θα έλεγε λ.χ. πως ασφαλώς η ισότητα είναι σημαντική, αλλά, αν χρειαστεί, πρέπει να θυσιαστεί ως έναν βαθμό  χάριν της υπεράσπισης της ελευθερίας. Από την άλλη, πολλοί σοσιαλιστές θα έλεγαν πως θα πρέπει να θυσιαστούν κάποιες ελευθερίες, είτε προσωπικές είτε συλλογικές ώστε να ξεπεραστούν οι ανισότητες. Θεωρώ πως αυτή η συζήτηση είναι ο πυρήνας της οικουμενιστικής έννοιας του πολίτη. Αυτό δεν σημαίνει πως θεωρώ την αστική οπτική για την ιδιότητα του πολίτη την καλύτερη δυνατή.  Κι εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το ζήτημα του υποκειμένου.

Μια διατύπωση της Fraisse που χρησιμοποιώ συχνά και προσπαθώ να υιοθετήσω και σε άλλα πλαίσια είναι η αντίφαση της «δημοκρατίας του αποκλεισμού» (exclusive democracy). Οι δημοκρατίες μας, αν και βασίζονται στις οικουμενικές αξίες –και ασφαλώς έχουν εξελιχθεί από τις αρχαίες δημοκρατίες όπου υπήρχαν οι ελεύθεροι άνδρες, οι σκλάβοι και οι γυναίκες κάπου ανάμεσα–, στην πραγματικότητα είναι δημοκρατίες αποκλεισμών: υπάρχουν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Είναι πολύ σημαντικό αφενός να απαριθμήσουμε τις κατηγορίες που υφίστανται διακρίσεις  και, λιγότερο ή περισσότερο, αποκλείονται στην πράξη από την ιδιότητα του πολίτη, αφετέρου δε να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό και να βρούμε τρόπους να καταπολεμήσουμε αυτές τις διακρίσεις. Η απόδοση της ιδιότητα του πολίτη, λοιπόν, είναι μια μορφή πρόκρισης και συγχρόνως αποκλεισμός. Έτσι, παραδοσιακά δίπολα όπως αρσενικό εναντίον θηλυκού, εγχώριο εναντίον ξένου, κανονικό εναντίον  παθολογικού,  μόρφωση εναντίον της άγνοιας, αποκτούν νόημα και χρησιμοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, και ως εκ τούτου, διαφορετικές κατηγορίες πολιτών.


Γιατί επιμένετε λοιπόν  στην ιδιότητα του πολίτη;

Αρχικά ήμουν ορθόδοξος μαρξιστής,  ξέρετε. Αντιμετώπιζα όλα τα πολιτικά ζητήματα υπό το πρίσμα  των ταξικών ανισοτήτων και της πάλης των τάξεων. Στη συνέχεια, όμως, προέκυψαν οι μειονότητες, πολιτισμικά ζητήματα, το φύλο… Άνδρες όπως εγώ συνειδητοποίησαν κάποια στιγμή πως το φύλο είναι εξίσου σημαντικό με την τάξη, ως μορφή κυριαρχίας και εξουσίας. Και κατά μία έννοια, επιστρέφουμε στην έννοια του ρομαντικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, τον οποίο ο Μαρξ είχε υποτιμήσει: η χειραφέτηση των γυναικών είναι εξίσου σημαντική με τη χειραφέτηση των εργατών. Το ζήτημα των μεταναστών, επίσης,  έχει βέβαια μια εμφανώς ταξική διάσταση, αλλά δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτήν: έχει επίσης, ένα πολιτισμικό, εθνικό, φυλετικό μέρος.

Η έννοια του πολίτη, λοιπόν, ήρθε σαν κοινός παρονομαστής σε όλους αυτούς τους προβληματισμούς, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με τα γραπτά του Κλωντ Λεφόρ και το ζήτημα της δημοκρατίας στο ανατολικό μπλοκ, που εξελισσόταν σε φλέγον, όπως και το μεταναστευτικό. Δεν ισχυρίζομαι πως αυτή ήταν και είναι η λύση, και δεν πρέπει να επαναλαμβάνουμε ως θέσφατα τις ίδιες προτροπές σχετικά με τους θεσμούς και την έννοια του πολίτη. Οι προτροπές αυτές περισσότερο θέτουν τα ερωτήματα παρά απαντούν: Ποιες είναι οι εσωτερικές αντιφάσεις του θεσμού του πολίτη και γιατί είναι σημαντικό να φανταστούμε ένα μέλλον για τον θεσμό αυτό;  Έχει να κάνει με το ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής, αν θέλετε, που δεν είναι μόνο εθνικό, δεν αφορά τους αστικούς θεσμούς ή τα κράτη του Βορρά: η διεθνιστική σύλληψη της έννοιας του πολίτη  είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί ιδιαίτερα.

Πάντα ωστόσο υπάρχει η αντίστροφη πλευρά· δεν μπορεί κανείς να σκεφτεί την έννοια του πολίτη χωρίς παράλληλα να ασχοληθεί με το υποκείμενο, στις διαφορετικές σημασίες του όρου: Υπαγωγή (subjection) και υποκειμενικοποίηση (subjectivation) ορίζουν μια διαρκή ένταση εντός της έννοιας του πολίτη. Ο Μαρξ είχε δίκιο σε αυτό: δεν μπορείς να κάνεις πολιτική με τόσο αφηρημένες έννοιες, και το υποκείμενο είναι μια αφηρημένη έννοια. Επιστρέφουμε στα ίδια ζητήματα με διαφορετική γλώσσα, τα ζητήματα της υπαγωγής και της υποκειμενικοποίησης, της καταπίεσης, αν θέλετε, της αλλοτρίωσης, της κυριαρχίας και της χειραφέτησης.


Συνήθως σκέφτεστε την έννοια του πολίτη σε σχέση με την Ευρώπη, έχετε όμως υποστηρίξει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον βιώσιμη αν συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Στην διάλεξή σας στο Πάντειο, μάλιστα,  κάνατε μια «προβοκατόρικη»  σύγκριση με τη Σοβιετική Ένωση  την εποχή της περεστρόικα. Η Ευρώπη, όμως, ως έννοια δεν περιορίζεται στην Ε.Ε. και τους μηχανισμούς της. Ποιο πιστεύετε  λοιπόν ότι είναι το διακύβευμα: η «σωτηρία» της Ε.Ε. ή η προσπάθεια να φανταστούμε μια ευρωπαϊκή ενοποίηση απ’ την αρχή, με διαφορετικούς όρους;

Παρόλο που συχνά χρησιμοποιώ ριζοσπαστικές ιδέες, δεν είμαι υπέρμαχος καταστροφολογικών σεναρίων ή σκηνών «Αποκάλυψης», ώστε στο καθαρό πλέον έδαφος να χτιστεί μια νέα κοινωνία από την αρχή, με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη λογική. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρχαν και υπάρχουν κάποιες αφηρημένες «δικτατορικές» δομές που δεν συνομιλούν με τον τρόπο που λειτουργούν οι κοινωνίες. Η πολιτική της Ένωσης, επίσης, είναι ξεκάθαρα αρνητική σε μεγάλο βαθμό, διαχρονικά. Δεν πιστεύω όμως ότι η πλήρης καταστροφή των δομών θα οδηγήσει σε μια ιδανική κατάσταση. Μια τέτοια εξέλιξη θα αφήσει πίσω της ακόμη πιο σκληρές δομές ανισότητας και οικονομικής κρίσης.

Στην πραγματικότητα, μιλάω για μια επανίδρυση, στο μέτρο που η υπάρχουσα δομή δεν είναι πια βιώσιμη. Αν δεν ανασχεδιαστεί και αναμορφωθεί, με ριζοσπαστικό τρόπο, φτάνει αναπόφευκτα σε αδιέξοδο. Η διαπάλη, σε ιδεολογικό και πνευματικό επίπεδο, αλλά και στους δρόμους, ανάμεσα σε διαφορετικές λογικές μετασχηματισμού της Ευρώπης, υφίσταται ήδη. Και, βέβαια, υπάρχει πάντα το σενάριο αποπομπής κάποιων κρατών από την Ένωση, σενάριο που έπαιξε για την Ελλάδα και άλλες χώρες της περιφέρειας — αν και σήμερα κάθε «υπεύθυνη» αρχή, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις κυβερνήσεις των ισχυρότερων κρατών, μοιάζει να έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό θα ήταν καταστροφικό  και για τους ίδιους. Δεν έχουν καταφέρει να βρουν τρόπους να επανεντάξουν τα κράτη, τις οικονομίες και τις κοινωνίες που έχουν περιθωριοποιηθεί στο κύριο ρεύμα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Κι αυτό είναι μια πολύ βασική πλευρά του προβλήματος.

Έχω μιλήσει για δύο αντιδιαλεκτικά μοντέλα, μια μεταρρύθμιση από τα πάνω και μια από τα κάτω, ή, αν θέλετε, μια επανάσταση απ’ τα κάτω και μια απ’ τα πάνω. Και οι δύο έχουν προβλήματα. Υπάρχουν προφανείς αντιφάσεις στο σενάριο μιας επανάστασης απ’ τα πάνω, κάτι που φάνηκε καθαρά όταν οι κυβέρνησεις Παπανδρέου και Μπερλουσκόνι κατέρρευσαν. Αν η μόνη εξουσία που μπορεί να αναδυθεί είναι η η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να δεχτεί ούτε η γερμανική κυβέρνηση ούτε άλλες εξουσίες, οπότε ο κύριος Ντράγκι δεν θα έχει την ευκαιρία να γίνει ο πεφωτισμένος δικτάτωρ της Ευρώπης. Από την άλλη, ως προς αυτό που αποκαλώ επανάσταση απ’ τα κάτω και αποτελεί την προοδευτική εναλλακτική, παραμένει να αποδειχτεί αν θα καταφέρουν οι προοδευτικές και λαϊκές δυνάμεις στην Ευρώπη να συγκλίνουν και να διαμορφώσουν ένα κοινό πρόγραμμα. Το ελπίζω –κι αυτή θα μπορούσε να είναι μια καλή ευχή για την καινούργια χρονιά–, αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.


Πιστεύετε ότι ζούμε ή οδεύουμε προς μια (όχι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική) ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη; Πολλοί χαρακτηρίζουν αυτήν την ηγεμονία ως «απρόθυμη».   

Δεν είναι, ασφαλώς, δική μου αυτή η έκφραση, δεν την εφηύρα ούτε την εγκρίνω. Είναι μια συζήτηση που γίνεται τον τελευταίο χρόνο μεταξύ των θεωρητικών της πολιτικής επιστήμης. Είναι πολύ σημαντική. Στο τελευταίο φύλλο της MondeDiplomatique υπάρχει μια σφοδρή επίθεση του Πέρρυ Άντερσον εναντίον του Χάμπερμας, σε πολύ διαφορετικό ύφος από τη δική μου διαφωνία με τον τελευταίο. Ο Άντερσον μάλιστα προσπαθεί να ταυτίσει την άποψη του Χάμπερμας με εκείνη των θεωρητικών που μιλούν γι’ αυτήν την «απρόθυμη ηγεμονία» και υποστηρίζουν πως η Γερμανία δεν πρέπει να παραμείνει απρόθυμη ηγεμών, αλλά συνειδητή πια και πρόθυμη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η άποψη αυτή δεν προέρχεται από ακραία συντηρητικούς ανθρώπους, αλλά από φιλελεύθερους.

Θεωρώ ότι ο Χάμπερμας έχει διαχωρίσει τη θέση του από αυτήν τη ρητορική και είναι σημαντικό. Όπως επίσης και ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, τις τελευταίες παρεμβάσεις του οποίου βρίσκω εξαιρετικές. Ο Σμιτ προειδοποιεί τη γερμανική κοινή γνώμη σχετικά με τις συνέπειες του συνειδητού ή μη εθνικισμού, υπενθυμίζοντας το γεγονός ότι η ενοποίηση της Γερμανίας έγινε πραγματικότητα επειδή αυτή επιδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξηγεί, επίσης, ότι η Γερμανία απολαμβάνει τα μεγαλύτερα προνόμια από την παρούσα πολιτική και οικονομική δομή της Ένωσης. Αυτός δεν είναι ο λόγος περί «απρόθυμης ηγεμονίας».

Από την άλλη πλευρά, αν διαβάσετε τα κείμενα θα εκπλαγείτε πραγματικά: πρόκειται για κάποιους φιλελεύθερους Γερμανούς, Βρετανούς ή Αμερικανούς που μιλάνε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά υπάρχουν σημαντικά διακυβέυματα. Για παράδειγμα, λένε πως για να λειτουργήσει μια ομοσπονδία χρειάζεται μια ηγεμονική δύναμη εντός της, και τα παραδείγματα που χρησιμοποιούν θα ήταν αστεία αν δεν ήταν επικίνδυνα. Για παράδειγμα, μιλούν για τη Δηλιακή Συμμαχία και την ηγεμονία της Αθήνας σε αυτήν. Ακόμα κι αν οι ιστορικές συνθήκες δεν ήταν τόσο διαφορετικές, θυμηθείτε τι είδους ηγεμόνας ήταν η Αθήνα, σε ποιο βαθμό έφτανε η καταπίεση απέναντι σε κάθε άλλο μέλος της συμμαχίας. Άλλο παράδειγμα που χρησιμοποιούν είναι η Πρωσία εντός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Τα παραδείγματα αυτά αποκαλύπτουν μια πολύ ανησυχητική αυταρχική στροφή ενός μέρους της φιλελεύθερης ακαδημαϊκής πολιτικής θεωρίας. Ο Χάμπερμας δεν κινείται σε αυτήν τη λογική.

Γιατί όμως θέτουν αυτά τα ζητήματα τελικά; Οι επίσημες ή τεχνοκρατικές, αν θέλετε, αιτιολογήσεις συνδέονται με την πορεία της οικονομικής κρίσης, το γιατί η Ευρώπη δεν είναι ικανή να πάρει ή να επιβάλει τα μέτρα εκείνα που επέλυαν αποτελεσματικά την κρίση. Δεν βλέπουν τις ευθύνες στο επίπεδο του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά σε αυτό της έλλειψης πολιτικής και ενότητας της Ένωσης. Είναι μια επιλογή. Κατά την άποψή τους, θα πρέπει να υπάρχει μια ευφυής και φωτισμένη δύναμη που να μπορεί να κρίνει ποιο είναι το κοινό συμφέρον και να το επιβάλλει στους υπόλοιπους. Οι θεωρίες αυτές αποτελούν βέβαια και μια κριτική σε έναν λόγο του παρελθόντος –κριτική με την οποία δεν διαφωνώ πλήρως– σχετικά με τα ηγεμονικά ζεύγη. Η ορολογία του ζεύγους είναι πολύ ενδιαφέρουσα: ο Γερμανός σύζυγος και η Γαλλίδα σύζυγος ή το αντίστροφο· είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουμε πως αυτές οι λογικές έχουν αποτύχει.

Γα να έρθω στο άλλο σας ερώτημα, που είναι το πώς η Γερμανία εξελίχθηκε στην υπερδύναμη της Ευρώπης∙ όχι ίσως στην απόλυτη, ακόμα, υπερδύναμη αλλά υπάρχει αναμφίβολα μια διαφορά από τις υπόλοιπες. Λοιπόν, οι συζητήσεις εντός της Γερμανίας είναι πολλές φορές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Ο Χέλμουτ Σμιτ ισχυρίζεται πως αυτό δεν οφείλεται μόνο στην οικονομική ισχύ της χώρας, αλλά και στο γεγονός ότι η Γερμανία για πολλά χρόνια γλίτωνε τα έξοδα των στρατιωτικών εξοπλισμών, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη Γαλλία.


Ας έρθουμε στη Γαλλία. Ποια είναι η γνώμη σας για τους πρώτους έξι μήνες της προεδρίας Ολάντ;

Προεκλογικά ο Ολάντ έθεσε το ζήτημα της φορολογίας, διασώζοντας αυτό που θα λέγαμε την «ταξική διάσταση» της εκλογικής μάχης. Κατά τα άλλα, οι Σοσιαλιστές ήταν, όπως πάντα, πολύ προσεκτικοί. Δείτε για παράδειγμα το θέμα της ακροδεξιάς: ο Μελανσόν έκανε μια σαφώς αντιρατσιστική καμπάνια, ανάγοντας την αντιπαράθεση με την Λεπέν σε κεντρικό ζήτημα και υπερασπιζόμενος τους μετανάστες. Ήταν κάτι που εκτίμησα πολύ: για τους Σοσιαλιστές, αντίθετα, η Λεπέν ήταν σα να μην υπάρχει, μολονότι όπως είδατε εκτινάχτηκε σε ένα ποσοστό κοντά στο 20%. Είναι σαφές ότι η προεδρία Ολάντ βρίσκεται σήμερα πολύ πίσω από τις προσδοκίες που δημιούργησε.


Και η γαλλική Αριστερά;

Φαίνεται ότι η συμμαχία του Μελανσόν με το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα έχει προβλήματα. Όπως σας είπα, μου έκανε καλή εντύπωση η προεκλογική καμπάνια του Μετώπου της Αριστεράς. Σε αντίθεση με το κλίμα της καμπάνιας ενάντια στο Ευρωσύνταγμα,  το 2005, όπου και φαινόταν να εκδηλώνεται μια ορισμένη σύγκλιση του εθνικισμού της Δεξιάς και της Αριστεράς, το στίγμα της Αριστεράς κατά την προεκλογική περίοδο ήταν σαφώς διακριτό και διεθνιστικό.

Από πολλές απόψεις, ωστόσο, μοιάζει να μην έχουν πρόγραμμα. Κατά τη γνώμη μου, μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει να θέσουν το ζήτημα της Ευρώπης στο επίκεντρο της ατζέντας τους. Δεν λέω ότι αυτό θα ήταν από μόνο του αρκετό για να λυθεί το πρόβλημα. Σκεφτείτε όμως πόσο σημαντικό θα ήταν σήμερα για την Ευρώπη να έχουμε πραγματικά ευρωπαϊκά κόμματα –όχι δηλαδή συμμαχίες εθνικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Με αυτήν την έννοια, είμαστε πιο πίσω από εκεί που βρισκόταν η Σοσιαλδημοκρατία πριν αρχίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Πράσινοι είναι μάλλον το μόνο κόμμα που τα έχει καταφέρει καλύτερα στο σημείο αυτό. Η Αριστερά θα μπορούσε να συλλάβει τη μορφή-κόμμα με μια πιο ευρεία έννοια. Θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει στη συγκρότηση ενός δικτύου οργανώσεων, πολιτικών και κοινωνικών, το οποίο να συντονίζεται στο πλαίσιο μιας καμπάνιας, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Διαδικτύου. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο – είναι όμως αναγκαίο.

Τη συνέντευξη πήραν ο Μάνος Αυγερίδης και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος


β) Ισοελευθερία

Με αφορμή τη συνέντυξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ στα Ενθέματα της Αυγής και το Red Notebook
 
Του Δημήτρη Βεργέτη και της Βίκης Σκούμπη
Στη συνέντευξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής και το Red Notebookjτην 1/1/13 ο γάλλος φιλόσοφος υπενθυμίζει έναν ιδιότυπο όρο που κατέχει κομβική θέση στις επεξεργασίες του. Πρόκειται για την έννοια που έχει διατυπώσει στα γαλλικά με ένα σημαίνον ιδίας κοπής, égaliberté, και που ο ίδιος αποδίδει στα αγγλικά «equaliberty».  Προκύπτει από την συναίρεση της ισότητας (égalité) και της ελευθερίας (liberté). Ο δαίμων της γλώσσας την υποκατέστησε στην συνέντευξη με την λέξη equalibrity που αποδόθηκε σε παρένθεση ως ‘εξισορρόπηση’. Είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ότι πρόκειται για τον όρο equaliberty για να γίνει κατανοητή και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο Μπαλιμπάρ στην σχετική παράγραφο όπου πραγματεύεται  τη σχέση ανάμεσα «στις διεκδικήσεις της ισότητας και της ελευθερίας» εστιάζοντας στην ιδιότητα του πολίτη.

Η άκρως ενδιαφέρουσα συμβολή του Μπαλιμπάρ συνίσταται εδώ στο ότι εντοπίζει μέσα στις διατυπώσεις που συγκροτούν την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  και του Πολίτη την ταύτιση της ελευθερίας με την ισότητα –ταύτιση μάλιστα στην οποία προσδίδει καθολική εμβέλεια. Η αρχαιοελληνική πόλις περιχαράκωνε την ισότητα μέσα στα όρια μιας ελευθερίας θεσμικά προσδιορισμένης σε συνάρτηση  με την κοινωνική θέση του ατόμου (κύριος-δούλος, άνδρας-γυναίκα, κλπ). Οι δύο  όροι δεν ήσαν ισοδύναμοι αλλά ιεραρχικά διαφοροποιημένοι. Αντίθετα η «Διακήρυξη δηλώνει ότι η ισότητα είναι ταυτόσημη με την ελευθερία, ίση προς την ελευθερία και αντιστρόφως. Τούτο ακριβώς προτείνω να αποκαλέσουμε με έναν όρο ηθελημένα μπαρόκ,  πρόταση της égaliberté». Αυτή την ταύτιση προάγει ο Μπαλιμπάρ σε έρεισμα  μιας ριζοσπαστικής θέσης που αίρει την σχάση ανάμεσα σε άνθρωπο και πολίτη, την οποία οι κλασσικές αναγνώσεις θεωρούσαν συστατική της Διακήρυξης και της διάκρισης ανάμεσα σε δικαιώματα του ανθρώπου και δικαιώματα του πολίτη, με ανυπολόγιστες πολιτικές σσυνέπειες- οι ‘παράνομοι’ μετανάστες το γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Υπό το πρίσμα αυτής της άρσης, η έννοια του πολίτη δεν προσδιορίζεται από την σχέση του ανήκειν (appartenance): «δεν πρόκειται για την έννοια ‘ενός πολίτη που ανήκει’  σε ένα κράτος, σε μια πολιτεία, σε μια κοινότητα αλλά από μια άποψη για την έννοια ενός πολίτη θεωρούμενο κατ’ απόλυτο τρόπο» (βλ. Conférences du Perroquet, No 22 και  La proposition de l’égaliberté, PUF).  Αυτή λοιπόν η θεώρηση της égaliberté αποτελεί το έδαφος επαναθεμελίωσης της ιδιότητας του πολίτη (citoyenneté) ως «δικαίωμα στα δικαιώματα» στην προβληματική του Μπαλιμπάρ.


Ο Δημήτρις Βεργέτης είναι ψυχαναλυτής. Η Βίκη Σκούμπη είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια
 
 
* Περισσότερα για το ζήτημα στα ελληνικά

1. Μπαλιμπάρ, Θέσεις, τ. 42, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=402&Itemid=29
Μετάφραση προ εικοσαετίας του αρχικού κειμένου.

2. Δημούλης, Η πολιτική της ισοελευθερίας. Δελτίο Θυέλλης, τ. 13, 41-50.

3. Σταύρου, Το πεδίο της ισοελευθερίας, η οικονομία και το πολιτικό υποκείμενο, 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8167

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

O παγκόσμιος καπιταλισμός και η Αριστερά


Αναδημοσίευση από Ενθέματα της "Αυγής" και Red NoteBook

Το δικό μου, σύντομο σχόλιο: μάλλον έπρεπε να είχα πάει στη ΔΗΜΑΡ. Εδώ ο άλλος λέει ότι "βρισκόμαστε ξανά στο 1917" με το οππορτουνιστικό μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ στο ρόλο των μπολσ... Ούτε να το πω δε μπορώ. Καλή χρονιά να 'χουμε - Weltschmerz K.



 Συνέντευξη του Λίο Πάνιτς
μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η συνέντευξη, της οποίας δημοσιεύουμε αποσπάσματα δόθηκε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του Leo Panitch και του Sam Gindin, The Making of Global Capitalism (Verso, 2012) και δημοσιεύθηκε στο new left project (http: //www.newleftproject.org/). Ο Πάνιτς, καθηγητής συγκριτικής πολιτικής οικονομίας στο York University, επί σειρά ετών εκδότης του The Socialist Register, είναι μια από τις κορυφαίες μορφές στον χώρο της αριστερής οικονομικής θεωρίας.

Με ποια έννοια ο καπιταλισμός είναι ένα «παγκόσμιο» σύστημα;

Ο κόσμος μας εξακολουθεί να απαρτίζεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από έθνη-κράτη με διακριτές οικονομίες, ταξικές και κοινωνικές δομές. Τούτου δοθέντος, πολλές από αυτές τις οικονομίες ενσωματώνονται στα δίκτυα παραγωγής των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες παράγουν, δρουν οικονομικά αναθέτοντας σε τρίτους ή υπογράφουν συμβάσεις σε πολλές διαφορετικές χώρες. Πολλά κράτη πλέον εξαρτώνται, για πολύ μεγάλο μέρος του ΑΕΠ τους, από τις εξαγωγές και το εμπόριο, δραστηριότητες οι οποίες, με τη σειρά τους, συνδέονται άρρηκτα με το διεθνές τραπεζικό σύστημα (μέσω των εμπορικών πιστώσεων, των παραγώγων της αγοράς συναλλάγματος κ.ο.κ.). Οι επενδύσεις και οι εμπορικές τράπεζες είναι σήμερα εντελώς διεθνοποιημένες. Αυτό που προέβλεπε ο Μαρξ το 1850, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με τάσεις παγκοσμιοποίησης, σήμερα, κατά το μάλλον ή ήττον, σήμερα πραγματικότητα.

Τι ρόλο παίζουν τα κράτη στην ύπαρξη αυτής της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης;

Το βιβλίο μας ξεκινάει με δύο παραθέματα. Το πρώτο είναι του διεθνολόγου David Held, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε λόγο για μια ολοένα και πιο διεθνική παγκόσμια οικονομία, η οποία θα παρακάμπτει ακόμη και τα ισχυρότερα κράτη. Το δεύτερο είναι του Eric Hobsbawm, από τη θαυμάσια Εποχή των Άκρων, όπου γράφει ότι οι πολυεθνικές θα προτιμούσαν έναν κόσμο «όπου θα υπήρχαν κράτη-νάνοι ή και δεν θα υπήρχαν καθόλου κράτη». Το βιβλίο μας συνιστά μια απόπειρα διόρθωσης αυτών των τεράστιων παρανοήσεων.

Οι πολυεθνικές χρειάζονται τα κράτη. Καθώς αναπτύσσουν τη δράση τους ανά τον κόσμο, λειτουργούν σε ολοένα και περισσότερα κράτη. Κάθε άλλο παρά επιθυμούν τα κράτη αυτά να είναι νάνοι· τους χρειάζονται κράτη ικανά να προστατεύσουν την ιδιοκτησία, να διασφαλίζουν τις συμβάσεις και τις συναλλαγές μέσω κατάλληλων και αποτελεσματικών νομικών συστημάτων, να κατασκευάζουν υποδομές και να τους εξασφαλίζουν ένα σταθερό εργατικό δυναμικό.

Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε την αλληλεπίδραση διεθνών οικονομικών και εθνικών πολιτικών δυνάμεων; Οι διεθνείς οικονομικές δυνάμεις μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα ως διακρατικές πιέσεις, που παίρνουν οικονομική μορφή; Θα πρέπει να δούμε κυρίως πώς οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις αυξάνουν ή υπονομεύουν την εξουσία συγκεκριμένων εγχώριων δυνάμεων;

Πιστεύω ότι η διχοτομία είναι λανθασμένη. Καταρχάς, όταν πολυεθνικές ή διεθνείς τράπεζες δρουν μέσα σε ένα δεδομένο έθνος –γιατί αυτός, τα έθνη-κράτη, είναι ο χώρος που δρουν– αποτελούν ταξικές δυνάμεις στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών. Αυτό αμέσως τροποποιεί το ερώτημα περί της σχέσης «εσωτερικού» και «εξωτερικού». Δεύτερον, όταν κράτη του Τρίτου Κόσμου άρχισαν να εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές τη δεκαετία του 1980 και του 1990, πολλοί το ερμήνευσαν ως μια εξέλιξη που επιβλήθηκε από το ΔΝΤ. Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν και εγχώριες αστικές δυνάμεις, στο εσωτερικό κάθε κράτους, οι οποίες πιέζουν για αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις. Η αναγκαστική προσφυγή στο ΔΝΤ επέτρεψε στις κυβερνήσεις να πουν στην κοινωνία: «Κοιτάξτε, δεν θέλαμε να το κάνουμε αυτό, αλλά μας υποχρέωσε το ΔΝΤ». Ωστόσο, αυτό που έκανε στην πραγματικότητα το ΔΝΤ ήταν να ενισχύσει τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, στο εσωτερικό αυτών των κρατών, που ήδη πίεζαν για την κατάργηση των ελέγχων των κεφαλαίων, επιδίωκαν να δρουν ως υπεργολάβοι των πολυεθνικών κ.ο.κ. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι οι εγχώριες και οι διεθνείς πιέσεις συμπορεύονται.

Αυτό λειτουργεί επίσης στο επίπεδο των διεθνών φόρουμ, όπου συναντιούνται τα κράτη. Στο ΔΝΤ, στους G7, στους G20, οι αρχηγοί των κρατών, οι αξιωματούχοι των υπουργείων Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν μια κοινή γλώσσα, να σκέφτονται με κοινούς όρους, να αναπτύσσουν κοινές πολιτικές, να καλλιεργούν μια αίσθηση φιλίας και υποχρέωσης ο ένας στον άλλο. Αυτό αποτελεί έναν παράγοντα εναρμόνισης της πολιτικής. Και πάλι, όμως, δεν πρέπει να το δούμε σαν μια διαδικασία που αρχίζει στο «εξωτερικό» και στη συνέχεια επιβάλλεται στο «εσωτερικό», αλλά ως προϊόν μιας διαλεκτικής μεταξύ του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού»

Ποιες είναι οι επιπτώσεις του ότι δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατικές σοσιαλιστικές αλλαγές σε ένα μόνο κράτος, χωρίς αλλαγές στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, για τη στρατηγική της Αριστεράς;

Καταρχάς, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας. Είναι εντελώς αδύνατο να προχωρήσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, εάν ο συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων που συγκρούονται σε κάθε κοινωνία δεν εκφραστεί και σε έναν μετασχηματισμό –από την άποψη της οργάνωσης, αλλά και της πολιτικής– του κράτους σε αυτές τις κοινωνίες.

Αντιστοίχως, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προχωρήσουμε πέρα ​​από μια πολιτική της διαμαρτυρίας. Αν και εξαιρετικά αναζωογονητικές και δημιουργικές, οι διαδηλώσεις πρέπει να τροφοδοτήσουν τη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία να έχει ως στόχο όχι μόνο να στέκεται έξω από το κράτος και να του πετάει ντομάτες ή να συγκρούεται με την αστυνομία, αλλά να οικοδομήσει τους τύπους οργάνωσης που μπορούν να μπουν μέσα στο κράτος και να το αλλάξουν.

Πόσο θα καταφέρουμε να προχωρήσουμε αν δεν έχουμε πολιτικά οχήματα τα οποία μπορούν να μπουν στο κράτος, επιδιώκοντας να εφαρμόσουν το πρόγραμμα αυτό; Γι’ αυτό και πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς να οικοδομήσουμε μια νέα πολιτική οργάνωση. Καταλαβαίνω βέβαια την ανησυχία της νεότερης γενιάς, να μην επαναλάβουμε τα παλιά κομμουνιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτό εξαρτάται από το πόσο θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τη δημιουργικότητα των διαδηλώσεων, χρησιμοποιώντας την για να οικοδομήσουμε οργανώσεις που θα είναι ικανές να υπερβούν αυτά τα –εν πολλοίς αντιδημοκρατικά– μοντέλα.


 Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αλλαγή στην Ελλάδα

Οι συγκρούσεις στο εσωτερικό κάθε έθνους-κράτους, και όχι μεταξύ των κρατών, δημιουργούν τα πραγματικά ρήγματα σήμερα. Για να δώσω δύο πρόχειρα παραδείγματα. Πρώτον, πρέπει να δούμε τι σημαίνουν τα διαδοχικά κύματα απεργιών στην Κίνα για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα έχει ενσωματωθεί στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Δεύτερον, πρέπει να δούμε, ποιες είναι οι δυνάμεις, μέσα στην Ελλάδα, που έχουν κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ το πιο ελπιδοφόρο αντι-νεοφιλελεύθερο κόμμα στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Αυτό σημαίνει, για να μείνουμε στο ελληνικό παράδειγμα, ότι ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το ποιες θα είναι οι επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ, αυτές θα μπορέσουν να προχωρήσουν μόνο αν έχουμε αντίστοιχες αλλαγές στον συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη Βόρεια Ευρώπη και, κυρίως, τη Γερμανία. Βρισκόμαστε ξανά στο 1917: η αλλαγή συμβαίνει στον πιο αδύναμο κρίκο. Το αν όμως  θα  μπορέσουν, στην Ελλάδα, οι δυνάμεις της ριζικής αλλαγής να φέρουν σε πέρας την αλλαγή αυτή με δημοκρατικό τρόπο και να πετύχουν τους στόχους τους εξαρτάται από τις αλλαγές στο εσωτερικό άλλων εθνών-κρατών, και κυρίως των ισχυρότερων.