Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Ilya Prigogine-Isabelle Stengers, Τάξη μέσα από το Χάος - Για τον Χέγκελ και τη Φιλοσοφία της Φύσης



Α] Προλεγόμενα

Στο τρίτο κεφάλαιο του ιστορικού τους βιβλίου Τάξη Μέσα από το Χάος, οι Prigogine-Stengers διατρέχουν μια γραμμή φιλοσοφικής σκέψης που ξεκινά από τον Diderot, περνά μέσα από τον Kant, προχωρά στον Hegel και τον Bergson, καταλήγει στον Whitehead. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω φιλοσόφων και των κοσμοθεωρήσεων που πρεσβεύουν, είναι μια μεταφυσική αντίδραση απέναντι στην προσκόλληση στο νευτώνειο σύστημα, που καθιερώνει ένα φυσικοεπιστημονικό πρότυπο βασισμένο στη λογική της μαθηματικής αφαιρετικοποίησης και ομογενοποίησης της Φύσης που αποξενώνει από τη αληθινή ζωή. Σε αντίθεση με τους Bergson-Whitehead (βλ. βασικά Δημιουργική Εξέλιξη, Διαδικασία και Πραγματικότητα αντίστοιχα), οι υπόλοιποι περιορίστηκαν από την επιστημονική γνώση της εποχής τους, που δεν τους παρείχε τα πιο δυναμικά και λεπτοφυή εννοιολογικά εργαλεία των επιστημών του 21ου αιώνα. Οι Prigogine-Stengers θεωρούν ότι συνεχίζουν αυτή τη μακρά παράδοση η οποία, έχοντας αξιώσεις μιας καθολικής φιλοσοφίας ή κοσμολογίας, δεν παραγνωρίζει τις ''συμβατικές'' επιστήμες της νεωτερικότητας, αλλά προσπαθεί να τις εντάξει ως ανηρημένες στιγμές στο εσωτερικό της. 
  
Υπάρχει κάτι σημαντικό που δεν αναφέρουν οι Prigogine-Stengers στο βιβλίο τους όταν σχολιάζουν τον Kant, αλλά σχετίζεται άμεσα με τα ενδιαφέροντά τους. Ένας πολύ σημαντικός κρίκος στην ανάπτυξη της μετανευτώνιας κοσμοθεώρησης είναι η αναφορά του Kant στο πρόβλημα του οργανισμού στην Κριτική της Κριτικής Δύναμης (για το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή κλικ εδώ). Η νευτώνεια φυσική ήρθε να ανατρέψει την αριστοτελική ερμηνεία της φύσης με όρους τελεολογικούς, αντικαθιστώντας την με μια μηχανική εξήγηση της φυσικής πραγματικότητας. Μολονότι ένθερμος υποστηρικτής του Νεύτωνα (άλλωστε η φιλοσοφία του είναι βασικά μια προσπάθεια να θεμελιωθεί φιλοσοφικά η δυνατότητα της επιστήμης χωρίς την απαξίωση της εμπειρίας, όπως μας καλεί να κάνουμε το φυσικοεπιστημονικό και πειραματικό πρότυπο των Νέων Χρόνων), ο Kant βλέπει στα έμβια όντα (φυτά και ζώα) την αρχή της μηχανικής εξήγησης των (φυσικών) φαινομένων να φτάνει σε ένα οριακό σημείο. Μπορούμε να πούμε ότι τα έμβια όντα αποτελούν, με τους όρους του Imre Lakatos, ένα αντιπαράδειγμα που ανασκευάζει το σύνολο της νευτώνειας μηχανικής λογικής. Ο Kant, αρνούμενος πως η μηχανική εξήγηση των έμβιων όντων εξαντλεί τη πραγματικότητά τους, αρνείται επίσης, από την άλλη μεριά, να καταφύγει σε ένα Θεό-δημιουργό που εμφύσησε τη σκοπιμότητα της ζωής στην ύλη, πλάθοντας τα έμβια όντα. Έτσι, η λύση του είναι μια φυσική τελεολογία, η οποία, κατά την εκτίμηση του γράφοντος, υπονομεύει εκ των έσω τη βασική διάκριση της καντιανής φιλοσοφίας ανάμεσα στα φαινόμενα, που υπόκεινται στους φυσικούς νόμους, και στα νοούμενα, που αποτελούν το πεδίο της ανθρώπινης ηθικής και της ελεύθερης πρακτικής. Αν σε ένα μέρος του φυσικού κόσμου, όπως τα έμβια όντα, αναγνωρίζονται όχι μόνο αιτίες και αποτελέσματα, αλλά και σκοποί, έχουμε ένα είδος ελευθεριότητας των έμβιων όντων που ανακύπτει μέσα στη φύση αλλά και υπερβαίνει την αναγκαιότητα των φυσικών νόμων. Ο Kant, έχοντας επίγνωση του προβλήματος, υποστηρίζει πως η σκοπιμότητα-τελολογία στα έμβια όντα οφείλεται στην κατασκευή της κριτικής μας δύναμης, που αποδίδει σκοπιμότητα στις φυσικές διαδικασίες για να τις κατανοήσει επιστημονικά (αυτός είναι ένας από τους λόγους της περί Θεού αυταπάτης-για τη θέση του Kant, βλ. ενδεικτικά το κείμενο εδώ).
   
Από εδώ θα πιάσουν λοιπόν το νήμα ο Schelling και ο Hegel, και θα δουν, στις φιλοσοφίες της Φύσης που αναπτύσσουν, μια μορφή πρώιμης Πνευματικότητας ή Υποκειμενικότητας να ενεργοποιείται στην οργανική ύλη, που βρισκόταν ήδη, σε λανθάνουσα μορφή, στην ανόργανη ύλη. Μάλιστα, ο Hegel αναπτύσσει σε μερικές πολύ σημαντικές σελίδες, στη διδασκαλία περί της Έννοιας (στο δεύτερο τμήμα-Αντικειμενικότητα), τις έννοιες του του μηχανισμού, του χημισμού και της τελολογίας. Όπως λέει ο Hegel, βασικά μηχανισμός και χημισμός αντιδιαστέλλονται με την τελολογία, και ειδικά με την εσωτερική-εμμενή τελολογία (έναντι της εξωτερικής τελολογίας του αντικειμένου, βλ. Σκοπός/Τέλος τεθειμένο στο αντικείμενο από το Θεό). Πρέπει να δούμε τις αναπτύξεις αυτές του Hegel σε σχέση με τον Kant για τις θέσεις του δεύτερου για τον οργανισμό. Για τον Hegel, η ''οργανική αρχή'', αν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, δεν αφορά μια ιδιαίτερη περίπτωση (τα έμβια) αποκομμένη από τη Λογική, αλλά αποτελεί αναγκαίο στάδιο ανάπτυξης της αυτεπίγνωσης της Ιδέας στην Επιστήμη της Λογικής, με "ενσαρκώσεις", ασφαλώς, στη Φιλοσοφία της Φύσης και τη Φιλοσοφία του Πνεύματος (βλ. εδώ την αριστοτελική αλλά και υπερβατολογική οργανισμική θεώρηση του νεωτερικού Κράτους από τον Hegel στη Φιλοσοφία του Δικαίου). Αν υιοθετήσουμε τη θέση του Gilles Deleuze στο μικρό βιβλίο του για τον Kant, η Κριτική της Κριτικής Δύναμης έρχεται να αποκαλύψει το μυστικό της Κριτικής του Καθαρού Λόγου
   
Οι Prigogine-Stengers θα υποστήριζαν, απέναντι στον Kant, πως η απόδοση σκοπιμότητας (τελολογικής μορφής) στις φυσικές διαδικασίες, δεν είναι απλώς μια αναγκαία προεκβολή του ανθρώπινου-υποκειμενικού στο υλικό-φυσικό, ώστε να είναι το δεύτερο κατανοήσιμο. Ίσως το να μιλάμε για ''σκοπιμότητα'' είναι πράγματι ένας ατυχής ανθρωπομορφισμός. Όμως ακόμα και οι φυσικές διαδικασίες έχουν κατευθυντικότητα, ενδεχομενικότητα και ιστορία (ως προς τις δύο τελευταίες διαστάσεις και όσον αφορά πάντα τη Φύση, ο Hegel προέβη σε μάλλον αλληλοσυγκρούμενες διαπιστώσεις). Υποστηρίζουν λοιπόν πως η Θεωρία του Χάους και ευρύτερα των (ανοιχτών) Συστημάτων, ανταποκρινόμενη μάλιστα ένα κοινωνικο-πολιτισμικό πνεύμα της εποχής (μιας εποχής, θα λέγαμε, ωρίμανσης της νεωτερικότητας-αστικότητας), έρχεται να συνδράμει στην ολοκλήρωση του έργου των στοχαστών που διέκριναν τα όρια της νευτώνειας κοσμοθεώρησης, και προσπάθησαν να τα υπερβούν. 


Β] 

Ilya Prigogine-Isabelle Stengers, Order out of Chaos (1984) - Τάξη μέσα από το Χάος, εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μαρία Λογιωτάτου, 1986. σελ 143 και επ.

* * *
  
Η καντιανή ανακωχή μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας ήταν εύθραυστη. Οι μετακαντιανοί φιλόσοφοι χάλασαν την ανακωχή προτιμώντας μια νέα φιλοσοφία της επιστήμης, που δέχεται εκ των προτέρων τη δυνατότητα για ένα νέο δρόμο προς τη γνώση διαφορετικό από την επιστήμη και στην ουσία εχθρικό προς αυτή. Η αφηρημένη έρευνα, απαλλαγμένη από τις δεσμεύσεις του πειραματικού διαλόγου, κυριάρχησε, με καταστρεπτικές συνέπειες για το διάλογο μεταξύ επιστημόνων και φιλοσόφων. Για τους περισσότερους επιστήμονες, η φιλοσοφία της φύσης έγινε συνώνυμο της αλαζονικής και παράλογης θεωρητικής μελέτης, που περιφρονούσε πλήρως τα πραγματικά στοιχεία τα οποία εξάλλου δεν έπαυαν να τη διαψεύδουν. Απ' την άλλη μεριά, για τους περισσότερους φιλοσόφους έγινε σύμβολο των κινδύνων που συνεπάγεται η ενασχόληση με τη φύση και ο ανταγωνισμός με την επιστήμη. Το ρήγμα ανάμεσα στην επιστήμη, στη φιλοσοφία και στις ανθρωπιστικές σπουδές έγινε έτσι μεγαλύτερο εξαιτίας της αμοιβαίας περιφρόνησης και του φόβου.
  
Σαν παράδειγμα αυτής της αφηρημένης θεωρητικής προσέγγισης της φύσης, ας πάρουμε πρώτα τον Χέγκελ. Η φιλοσοφία του Χέγκελ έχει κοσμικές διαστάσεις. Στο σύστημά του προσδιορίζονται τα επίπεδα αυξημένης πολυπλοκότητας και σκοπός της φύσης θεωρείται η τελική αυτοπραγμάτωση του πνευματικού της στοιχείου. Η ιστορία της φύσης φτάνει στην τελείωσή της με την εμφάνιση του ανθρώπου - δηλαδή με την έλευση του Πνεύματος που έχει επίγνωση του εαυτού του.
  
Η εγελιανή φιλοσοφία της φύσης ενσωματώνει συστηματικά όλα όσα απαρνιέται η νευτώνεια επιστήμη. Ιδιαίτερα βασίζεται στην ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην απλή συμπεριφορά που περιγράφει η μηχανική και στη συμπεριφορά πιο πολύπλοκων οντοτήτων, όπως τα έμβια όντα. Αρνείται τη δυνατότητα αναγωγής αυτών των επιπέδων, απορρίπτοντας την ιδέα ότι αυτές οι διαφορές είναι μόνο φαινομενικές και ότι η φύση στην ουσία είναι ομοιογενής και απλή. Υποστηρίζει την ύπαρξη μιας ιεραρχίας, της οποίας κάθε επίπεδο προϋποθέτει τα προηγούμενα.
  
Σε αντίθεση με τους νευτωνικούς συγγραφείς των ''romans de la matiere''*, οικουμενικών πανοραμάτων που εκτείνονται από τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις μέχρι τα ανθρώπινα πάθη, ο Χέγκελ ήξερε καλά πως αυτές οι διακρίσεις μεταξύ επιπέδων (που μπορούμε, ανεξάρτητα από τη δική του ερμηνεία, ν' αναγνωρίσουμε ότι ανταποκρίνονται στην ιδέα της αύξουσας πολυπλοκότητας στη φύση και σε μια έννοια του χρόνου που θα αποκτούσε σημασία ολοένα και πιο πλούσια σε κάθε νέο επίπεδο) έρχονταν σε αντίθεση με τη μαθηματική επιστήμη της φύσης στην εποχή του. Αποπειράθηκε λοιπόν να περιορίσει την εμβέλεια αυτής της επιστήμης, να δείξει πως μαθηματική περιγραφή επιδέχονται μόνο οι πιο τετριμμένες καταστάσεις. Η μηχανή αποδίδεται με μαθηματικούς όρους, επειδή δεν αναγνωρίζει στην ύλη παρά ιδιότητες αποκλειστικά χωρο-χρονικές. ''Ένα τούβλο δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο επειδή είναι τούβλο, αλλά παράγει αυτό το αποτέλεσμα μόνο εξαιτίας της κεκτημένης ταχύτητας. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος σκοτώθηκε από το χώρο και το χρόνο'' [10]. Ο άνθρωπος σκοτώθηκε από αυτό που αποκαλούμε κινητική ενέργεια (1/2 mv2), δηλαδή από ένα αφηρημένο μέγεθος που ορίζει τη μάζα και την ταχύτητα σαν αμοιβαία εναλλάξιμες: το ίδιο φονικό αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και αν ελαττωθεί η μια και αυξηθεί η άλλη.
  
Αυτό ακριβώς το εναλλάξιμο θέτει ο Χέγκελ σαν όρο για τη μαθηματική απόδοση, ο οποίος δεν εκπληρώνεται, όταν εγκαταλείπεται το μηχανικό επίπεδο περιγραφής, για ένα ''ανώτερο'' επίπεδο όπου εμπλέκεται ένα ευρύτερο φάσμα φυσικών ιδιοτήτων.
  
Από μια άποψη, το σύστημα του Χέγκελ παρέχει μια συνεπή φιλοσοφική απάντηση στο κρίσιμο πρόβλημα του χρόνου και της πολυπλοκότητας. Εντούτοις ενσάρκωνε για γενιές ολόκληρες επιστημόνων το κατ' εξοχήν αντικείμενο αποστροφής και χλευασμού. Μέσα σε μερικά χρόνια, οι ενδογενείς δυσχέρειες της εγελιανής φιλοσοφίας της φύσης επιδεινώθηκαν από το ξεπέρασμα του επιστημονικού υποβάθρου στο οποίο είχε στηριχτεί. Γιατί ο Χέγκελ είχε βέβαια στηρίξει την απόρριψη του νευτωνικού συστήματος πάνω στις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής του [11]. Και αυτές ακριβώς οι αντιλήψεις περιέπεσαν σε λήθη με εκπληκτική ταχύτητα. Είναι πράγματι δύσκολο να φανταστούμε λιγότερο κατάλληλη στιγμή από την αρχή του δεκάτου ένατου αιώνια για την αναζήτηση πειραματικού και θεωρητικού στηρίγματος για μια λύση διαφορετική από την κλασική επιστήμη. Εκείνη η εποχή χαρακτηριζόταν από αξιοσημείωτη διεύρυνση του πειραματικού ορίζοντα της επιστήμης και από αφθονία θεωριών που φαίνονταν να αντικρούουν τη νευτώνεια επιστήμη, απ' τις οποίες όμως οι περισσότερες έμελλαν να εγκαταλειφθούν λίγα μόλις χρόνια μετά την εμφάνισή τους. 

---------------------------------------
[10]. Philosophy Of Nature, παρ. 261.
[11]. Αυτό το συμπέρασμα του Knight στο ''The German Science in the Romantic Period'', The Emergence of Science in Western Europe (σημ. Ονειρμός: βλ. παραδειγματικά τη θεωρία των χρωμάτων του Goethe, που υπερασπίζεται ο Hegel έναντι της σχετικής νευτώνειας αντίληψης). 


Σχόλιο Ονειρμάρξ: 

Tα ίδια για τη βιολογία και τα μαθηματικά λέει και ο Engels στη Διαλεκτική της Φύσης, επισημαίνοντας πως ο διαφορικός λογισμός, σε αντίθεση πχ με τη γεωμετρία, ταιριάζει περισσότερο στην κίνηση της ζωής.

Σε σχέση με κουβέντες π έχουμε κάνει οι σύντροφοι και συν-bloggers παλιότερα. 

Ο Χέγκελ περιορίζεται από τις επιστήμες της εποχής. Για αυτό όταν περνά από τη Λογική στη διάγνωση πχ των νόμων της Φύσης, αναγκάζεται να προσφύγει πχ στη θεωρία των χρωμάτων του Γκέτε για να πιάσει αυτό που βλέπει ως δυνάμει Έννοια στη Φύση, το οποίο δεν μπορεί να το πιάσει ο Νεύτωνας παρά μόνο σπερματικά (βλ. Νόμος Βαρύτητας ως ''δύναμης από απόσταση'' που προβλημάτισε πολύ το Νεύτωνα). Με τον ίδιο τρόπο, ο Χέγκελ πρέπει να υπερβεί τα μαθηματικά της εποχής του για να συλλάβει πάλι αυτό π θεωρεί κίνηση της Έννοιας, ήδη από το επίπεδο της Φύσης. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στην ταύτιση των μαθηματικών με το ευκλείδειο (εφαρμοζόμενο και στη νευτώνεια φυσική) πρότυπο, με εξαίρεση τον διαφορικό λογισμό.

Υπάρχουν και άλλα, πιο ''δυναμικά'' μαθηματικά όπως η τοπολογία (με βάση όσα βλέπουμε και στους ''μεταμοντέρνους'') πουν δεν εμπίπτουν στη μομφή του Χέγκελ. Βλ. και συμβολική λογική+θερμοδυναμική+θεωρία της πληροφορίας.

Άρα, δείχνοντας τα παραπάνω δείχνουμε γιατί ο Χέγκελ δεν πέρασε επιτυχώς από τη Λογική στη Φύση. Το ίδιο μπορούμε να δείξουμε για το Πνεύμα με βάση τη πρόοδο της ψυχολογίας της εποχής, και της κοινωνικής επιστήμης.

Όμως και η ίδια η Λογική διατρέχεται από αυτές τις αδυναμίες. Για παράδειγμα, όλα τα περί μηχανισμού-τελολογίας και η σχέση τους με τη Φυσική της εποχής, αναπόφευκτα επιδρούν στη λογική εξέταση του Χέγκελ στην ''Έννοια'' της τριάδας μηχανισμός-χημισμός-τελολογία. Άλλωστε,όπως ο ίδιος ο Χέγκελ έχει γράψει, χωρά περαιτέρω επεξεργασία στο εννοιολογικό του σύστημα, αυτό που πίστευε πως πράγματι είχε βρει οριστικά είναι η μέθοδος, η ''ψυχή'' της κατανοητικής σκέψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget