του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
Η συζήτηση που κάνουμε σήμερα δεν είναι υπόθεση “ειδικών”, είναι όμως μια δύσκολη και απαιτητική συζήτηση. Δεν είναι ακαδημαϊκή, υποχρεωτικά όμως αναμετριέται με την ιστορία και τη θεωρία. Στην περίπτωση δε της Αριστεράς, της ιστορίας και της θεωρίας της, το πράγμα γίνεται πιο περίπλοκο, καθώς στη λογική της η ιστορία είναι ιστορία ταξικών συγκρούσεων, αλλά την ίδια στιγμή, όψεις αυτής της ιστορίας προκαλούν με τη σειρά τους νέες συγκρούσεις, τάσεις και ρεύματα στο εσωτερικό της Αριστεράς, όπως εξάλλου και της θεωρίας της, αρχής γενομένης από τον Μαρξ. Από την ιστορία και τη θεωρία, ως γνωστόν, δεν έχουμε να περιμένουμε συνταγές. Ενώ όμως οι συνταγές αυτές δεν υπάρχουν, έχουμε –μπορούμε και πρέπει να έχουμε– μέθοδο: χωρίς μέθοδο, δεν υπάρχει στρατηγική, και χωρίς στρατηγική δεν νοείται αυτόνομη πολιτική της Αριστεράς –αυτόνομη ως προς το κράτος, το κεφάλαιο, τα αστικά κόμματα, και πιο γενικά, ως προς το πρόγραμμα της καπιταλιστικής διεθνοποίησης. Μαρξ Από τον Μαρξ μέχρι σήμερα, λοιπόν, η απουσία συνταγής είναι τόσο προφανής, όσο προφανής είναι όμως και η ύπαρξη μεθόδου. Η πρώτη “στιγμή” αυτής της μεθόδου είναι η ρήξη με την αντίληψη που μέχρι την εποχή του Μαρξ διάβαζε την ιστορία ως ιστορία εθνών. “Οι κομμουνιστές”, γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς, “διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σ΄ όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του”. “Ανάμεσα στους Πολωνούς”, γράφουν κάπου αλλού, “οι κομμουνιστές υποστηρίζουν το κόμμα που θεωρεί την αγροτική επανάσταση σαν προϋπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης, δηλαδή το κόμμα που το 1846 προκάλεσε την εξέγερση της Κρακοβίας” [1]. Ακριβώς επειδή στη θεωρία τους δεν υπάρχει συνταγή, υπάρχει όμως το θεμέλιο για μια στρατηγική, το 1848 οι Μαρξ και Ένγκελς υποστηρίζουν την επανάσταση της φιλελεύθερης γερμανικης αστικής τάξης, την οποία “πριονίζουν” τα εθνικά κινήματα των σλαβικών λαών. Στην περίπτωση πάλι της Ιρλανδίας οι ίδιοι δίνουν προτεραιότητα στην ενότητα της εργατικής τάξης εναντίον των βρετανών καπιταλιστών, επισημαίνοντας την ίδια στιγμή ότι η εκμετάλλευση των εθνικών διαφορών ενισχύει τους αντιπάλους των εργατών [2]. Η μέθοδος είναι, νομίζω, προφανής: η Αριστερά στέκεται απέναντι σε κάθε εθνική διαφορά με κριτήριο το τι εξυπηρετεί τις δικές της, αυτόνομες επιδιώξεις. Ακόμα κι εκεί που οι διατυπώσεις μοιάζουν επηρεασμένες από τον Χέγκελ, και είναι επιεικώς προβληματικές (σε σημεία του Μανιφέστου, για παράδειγμα, όπου σημειώνεται ότι “η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη”), ή εκεί που η διάγνωση μιας τάσης γίνεται πεποίθηση πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού θα εξαφανίσει τα ενδιάμεσα στρώματα, και μαζί τους την εθνική βάση των κοινωνικών συγκρούσεων, η μέθοδος παραμένει σαφής: στα “εθνικά” τοποθετούμαστε με βάση το κριτήριο τι ευνοεί τον αγώνα των κομμουνιστών. Λένιν-Λούξεμπουργκ Το ίδιο ισχύει και για τις κατοπινές διαμάχες μεταξύ των μαρξιστών. Η Λούξεμπουργκ συμμερίζεται την αισιοδοξία του Μαρξ για την προοδευτική εξάλειψη των εθνικών διαφορών, και με βάση αυτή την πεποίθηση ασκεί κριτική στον Λένιν για την υποστήριξη της εθνικής αυτοδιάθεσης, ακόμα και ως το σημείο αποχωρισμού από το κράτος, των εθνών που αποτελούσαν τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Στη Γερμανία της Βαϊμάρης, η Ρόζα είναι το συνώνυμο της εθνικής προδοσίας, γιατί θεωρεί τις ταξικές διαφορές ισχυρότερες από την εθνική ενότητα (και το πληρώνει με τη ζωή της) και γιατί θέλει, όπως σωστά την κατηγορούν, να μεταφέρει την επανάσταση του Λένιν στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο Λένιν, από την άλλη, πιστεύει ότι η δημιουργία εθνικών κρατών σημαίνει τη νίκη του καπιταλισμού επί της φεουδαρχίας – συνθήκη που φέρνει πιο κοντά την κομμουνιστική επανάσταση. Παρά τις σαφείς διαφορές, το κριτήριο είναι και εδώ η πολιτική: τι συμφέρει τον αγώνα της Αριστεράς. Στάλιν και Τρότσκι Τα πράγματα είναι ουσιωδώς διαφορετικά στην περίπτωση του Στάλιν, καθώς εδώ η ιστορία ως ιστορία εθνών και σύγκρουση πολιτισμών επιστρέφει από το παράθυρο. “Το εθνικό ζήτημα στον Καύκασο”, γράφει στα 1913 στο Ο μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, “μπορεί να λυθεί μόνο με την έννοια του τραβήγματος των καθυστερημένων εθνών και εθνοτήτων στο γενικό κανάλι της ανώτερης κουλτούρας” [3]. Από το τέλος του 1924, ο ίδιος διακρίνει ανάμεσα «στη δυνατότητα οικοδόμησης μιας πλήρους σοσιαλιστικής κοινωνίας σε μια μόνη χώρα», που την περιγράφει ως «αναμφισβήτητη αλήθεια»- και «στην πλήρη εξασφάλιση από μια παλινόρθωση της παλιάς τάξης πραγμάτων», η οποία, όπως λέει ο Στάλιν, απαιτεί τη νίκη της επανάστασης σε μερικές αναπτυγμένες χώρες ή, με άλλα λόγια, τη νίκη της επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα. Γράφει σχετικά με αυτό ο Κλαουντίν: Ο από μηχανής θεός της θεωρίας του Στάλιν για τον εθνικό σοσιαλισμό είναι ο περίφημος «νόμος της άνισης ανάπτυξης του καπιταλισμού». Η χρησιμοποιούμενη λογική είναι απλή. Η επανάσταση, με δεδομένη την άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού, θα πραγματοποιηθεί άνισα, πρώτα σε μία χώρα, μετά σε μία άλλη ή σε μερικές άλλες, κλπ. Σε κάθε περίπτωση, η «ρήξη» της «ιμπεριαλιστικής αλυσίδας» θα συμβεί εκεί όπου είναι ο ασθενέστερος κρίκος. [Όμως] Η άνιση ανάπτυξη, για κακή τύχη της λογικής του Στάλιν, είναι επίσης μία από τις πηγές των γενικών κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος, των παγκοσμίων πολέμων κλπ. Οι κρίσεις αυτές τείνουν, σε ορισμένη έκταση και σε ορισμένες περιόδους, να «εξισώνουν» και να συνδέουν στενότερα τα επαναστατικά κινήματα διάφορων χωρών (όπως συνέβη στους δύο παγκόσμιους πολέμους και στο αποκορύφωμα της κρίσης του αποικιακού συστήματος). Γι΄ αυτό, δε μπορεί κανείς να αποκλείσει, παρατηρώντας μόνο εμπειρικά ότι η ανάπτυξη είναι άνιση, τη δυνατότητα μίας κατάστασης στην οποία η σοσιαλιστική επανάσταση, όπως δεχόταν ο Μαρξ, θα πάρει τη μορφή της αλυσιδωτής αντίδρασης, σε μια σειρά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών” [4] Οι απόψεις του Στάλιν διαμορφώνονται, ως γνωστόν, σε αντιπαράθεση με τον Τρότσκι. Ο Στάλιν φτιάχνει μια καρικατούρα του Τρότσκι, αποδίδοντάς του την άποψη ότι η επανάσταση στις αναπτυγμένες χώρες πρέπει ν’ αρχίσει «ταυτόχρονα». Η θέση του Τρότσκι, όμως, δεν είναι αυτή. Αυτό που υποστηρίζει είναι ότι “η σοσιαλιστική επανάσταση ξεκινάει στον εθνικό στίβο, ξεδιπλώνεται στο διεθνή στίβο και περατώνεται στον παγκόσμιο. Έτσι, η σοσιαλιστική επανάσταση γίνεται διαρκής”. Αν υπάρχει ένα πρόβλημα στη θέση του Τρότσκι, σημειώνει ο Κλαουντίν, είναι ότι ο ίδιος αποδίδει την ήττα της επαναστατικής υπόθεσης μονοσήμαντα στην προδοσία της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς. Και κάπως έτσι δυσκολεύεται να δει τα πισωγυρίσματα στη διαδικασία της διαρκούς επανάστασης: τις ήττες που διαδέχτηκαν την πρώτη κρίση του καπιταλισμού, την αφοσίωση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στη σοσιαλδημοκρατία και τις ενδείξεις που έδωσε ο καπιταλισμός για την ικανότητά του να συνέρχεται. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η ικανότητα του καπιταλισμού “να συνέρχεται”, αποκτάται πάνω στα ερείπια – και, στην περίπτωσή μας, συναρτήθηκε με δύο παγκόσμιους πολέμους. Η τραγωδία της Β΄ Διεθνούς, η εποποιϊα και οι (κατα)χρήσεις της Αντίστασης Στον έναν από αυτούς, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης, για λόγους «δίκαιου πατριωτισμού», για λόγους δηλαδή αμυντικούς, ψήφισαν στα εθνικά κοινοβούλια τις πολεμικές πιστώσεις και την είσοδο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών: για λόγους «δίκαιου πατριωτισμού», ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς μπήκε σε έναν πόλεμο, που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο σφαγείο όλων των εποχών μέχρι τότε. Τα πράγματα υπήρξαν διαφορετικά, ευτυχώς, στην περίπτωση του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταπολεμική ευρωπαϊκή Αριστερά αύξησε την επιρροή της σε πρωτόγνωρα επίπεδα χάρη στον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε στα χρόνια της Αντίστασης στο φασισμό και το ναζισμό – μια αντίσταση που σαν κύριο σύμβολό της εθνικές σημαίες, όχι κόκκινες, ακόμα κι εκεί που πρωταγωνιστούσαν κομμουνιστές. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία και για το ότι επί δεκαετίες μέχρι και σήμερα, οι πιο διαφορετικές εκδοχές της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη έκαναν το λάθος να πιστεύουν ότι όπως τότε, έτσι πάντα: ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται κι ότι η επιρροή, πολλώ δε μάλλον η νίκη τους, εξαρτώται από τη δυνατότητά τους να εκπροσωπούν με συνέπεια, όχι ένα τμήμα της κοινωνίας – γιατί κόμμα σημαίνει τμήμα–, αλλά γενικώς και αορίστως την πατρίδα, τον λαό και το εθνικό αίσθημα. Αυτή είναι η περίπτωση ενός σημαντικού μέρους και της ελληνικής Αριστεράς. Από τη μια το γεγονός ότι ο ελληνικός εθνικισμός του 19ου αιώνα υπήρξε “δευτερογενής”, δεν έφτιαξε δηλαδή εθνικό κράτος σε προϋπάρχουσες δομές, αλλά υπήρξε “αντιστασιακός”, αξιώνοντας με επιτυχία τη διάλυση δομών που προϋπήρχαν (βλ. Οθωμανική Αυτοκρατορία) [5], και από την άλλη και η εποποιϊα του ΕΑΜ, οδήγησαν τμήματα της Αριστεράς να θεωρούν ότι το ΕΑΜ είναι διαχρονικά η απάντηση, όποτε κι αν τίθεται η ερώτηση για το πώς μπορεί η Αριστερά να γίνει ηγεμονική - και το κοινωνικό να υπερισχύει του εθνικού. Κάπως έτσι, ο λόγος του Άρη Βελουχιώτη στη Λαμία, με το ερώτημα “ποιος είναι πατριώτης, αυτοί ή εμείς;” μοιάζει να είναι πιο κοντά στην αλήθεια του ΕΑΜ, απ΄ο,τι για παράδειγμα η στιγμή που ο Βελουχιώτης σκοτώνει τον Ψαρρό. Με την ίδια λογική, μοιάζει να είναι πιο κοντά στην εκάστοτε πραγματκότητα η ανάλυση του Γληνού, ότι ο αγώνας πρέπει να είναι “παλλαϊκός, ν΄ αγκαλιάσει όλα τα στρώματα του λαού, και τον εργάτη, και τον αστό" – μολονότι εισηγείται πολιτικό πρόγραμμα σε συνθήκες ξένης Κατοχής. Και βεβαίως μοιάζει να μη σημαίνει τίποτα το γεγονός ότι το “παλλαϊκό”, κατά τα άλλα, ΕΑΜ πολεμήθηκε λυσσαλέα από τους αντιπάλους του, έλληνες και ξένους, και μάλιστα πριν την Απελευθέρωση, ακριβώς ως αυτό που πάνω απ΄ όλα ήταν: ως κίνδυνος για τη σταθερότητα του κοινωνικού καθεστώτος. Κυπριακό Για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους, η συντετριμμένη στον εμφύλιο Αριστερά δεν μπόρεσε μετά τον πόλεμονα διεκδικήσει αυτόν τον τίτλο τιμής. Αντίθετα, πίστεψε ότι ο μόνος δρόμος για την επανανομιμοποίησή της ήταν ο δρόμος του εθνικού αγώνα. Μετά λοιπόν την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, ο δρόμος αυτός πέρναγε πια από το Κυπριακό. «Η εκστρατεία αυτή (σ.σ.: για την Ένωση με την Κύπρο) προσέδιδε μια αύρα κύρους και περιστασιακή νομιμοποίηση σε τμήματα της κοινωνίας που διαφορετικά θα αποκλείονταν από την κεντρική πολιτική σκηνή. Αυτό συνέβη στην περίπτωση των φοιτητικών οργανώσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων που λειτουργούσαν εκτός του πλαισίου της ΓΣΕΕ και των οργανώσεων που συνδέονταν της Αριστεράς» [6]. Το αίτημα για «Ένωση», δηλαδή, δεν αντανακλούσε μόνο τη διαδικασία αναδιοργάνωσης της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής κυρίαρχης ιδεολογίας, που αναζητούσε ένα θετικό πρόταγμα ως συμπλήρωμα στον αντικομμουνισμό της· το ίδιο αίτημα, για την ακρίβεια το «λέφτερη Κύπρος στη λέφτερη Ελλάδα» που προέτασσε το ΚΚΕ, συμπύκνωνε επίσης μια (ανταγωνιστική) στρατηγική: α) για την απόσεισης τη ρετσινιάς του «εθνοπροδότη», που ακολουθούσε το ΚΚΕ απ’το Μεσοπόλεμο και τα χρόνια του Μακεδονικού, β) την άρση της απομόνωσης στη μετεμφυλιακή περίοδο και γ) την ανάδειξη του Κυπριακού ως παράδειγμα αντιιμπεριαλιστικού αγώνα προς γενίκευση, δηλαδή προς «εισαγωγή» στην Ελλάδα. Θεωρητικές βάσεις και πολιτικά αδιέξοδα του πατριωτικού αντιιμπεριαλισμού/αριστερού εθνικισμού Η εμμονή στον εθνικό αγώνα δεν είχε μόνο πολιτικά αίτια, αλλά και θεωρητικά. Τόσο στην κομμουνιστική Αριστερά όσο και στο ΠΑΣΟΚ κυριάρχησαν, μέχρι και την δεκαετία του ’80, ορισμένες παραλλαγές της θεωρίας της εξάρτησης. Στην μεν κομμουνιστική Αριστερά, κυριάρχησε για δεκαετίες η άποψη της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (1934) –επικαιροποιημένη κατά διαστήματα βάσει της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού–, για έναν ελληνικό καπιταλισμό, όπου δεν επικρατούσαν πλήρως, ή πάντως όχι με ώριμο τρόπο, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και εξουσίας, πράγμα που συνδεόταν άρρηκτα με φεουδαλικά κατάλοιπα και την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. H θέση αυτή, που αποδομήθηκε από τους Μάξιμο και Πουλιόπουλο, οδηγούσε σε ένα στάδιο αστικοδημοκρατικής και ανεξαρτησιακής ολοκλήρωσης ή σε ένα διακριτό αντιμονοπωλιακό/αντιιμπεριαλιστικό στάδιο, όπως ίσχυσε μετά τον πόλεμο. Αργότερα, στο ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1970, η θεωρία «μητρόπολης-περιφέρειας» ενέτασσε την Ελλάδα στην «περιφέρεια» του διεθνούς καπιταλισμού μαζί με την Ασία, την Αφρική και την τότε Λατινική Αμερική (Σαμίρ Αμίν, Α.Γκ. Φρανκ, Καρντόζο, Κόρντομπα κ.π..α). Οι θέσεις αυτές θεωρούσαν ότι τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ασκούν απόλυτη οικονομική και πολιτική κυριαρχία στην ελληνική αστική τάξη («ξενοκρατία»), η οποία είναι μεταπρατική, ότι αποσπούσε υπερκέρδη μη επανεπενδυόμενα κλπ. Στη λογική αυτή, οι θέσεις υποβάθμιζαν (και υποβαθμίζουν) τις εσωτερικές ταξικές συγκρούσεις, και αντί γι΄ αυτές υποδεικνύουν ως βασική διαιρετική τομή την σύγκρουση του ιμπεριαλισμού με το υπανάπτυκτο έθνος, απολυτοποιώντας έτσι τις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις [7]. Είναι με την έννοια αυτή που μιλάμε για πατριωτικό αντιιμπεριαλισμό ή αριστερό εθνικισμό. Το αδιέξοδο αυτών των θέσεων φάνηκε ήδη από τη δεκαετία του ΄90, στα χρόνια της εξόρμησης του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια, υπό τον ιδεολογικό μανδύα της σκοπιανοφαγίας. Ο εθνικισμός αυτός είχε δύο βασικές εκδοχές: την εθνική υπεροψία της ισχυρής Ελλάδας, που διεκδικούσε οφέλη εν μέσω διάλυσης των Βαλκανίων, και συμμετρικά, την εθνική μειονεξία της “Ψωροκώσταινας”, που υπονομεύουν “ως χώρα” οι ιμπεριαλιστές. Ακόμα περισσότερο, όμως, σήμερα οι θέσεις αυτές έχουν λογικές συνεπαγωγές που δεν τιμούν τους υπερασπιστές τους. Αν η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα, κι αν γι΄ αυτό είναι υπανάπτυκτη, αυτό σημαίνει ότι οι έλληνες εργαζόμενοι δεν παράγουν τίποτα – άρα λογικά είναι τεμπέληδες, όπως το θέλει ο αστικός μύθος. Αν η Ελλάδα δεν παράγει όντως τίποτα, αντίθετα, είναι εξαρτημένη, αυτό σημαίνει ότι την τρέφουν οι ιμπεριαλιστές σύμμαχοί της – άρα τα δάνεια είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να μας συμβεί. Στην πραγματικότητα, είτε μιλάμε για τη βιομηχανία (χημικά προϊόντα, μέταλλο, κοκ) είτε για το εφοπλιστικό και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ο ελληνικός καπιταλισμός έχει να επιδείξει εξαιρετικές επιδόσεις, ακόμα και μέσα στην κρίση [8]. Καπιταλιστική διεθνοποίηση, κρίση και Αριστερά Θεωρώ ότι θα ήταν λάθος για την Αριστερά να υποτιμήσει τον χαρακτήρα της επίδρασης που έχει η εκ γενετής προσχώρηση στην κυρίως φαντασιακή (και όχι φανταστική) κοινότητα που συνιστά το έθνος. Θα ήταν λάθος όμως και να προσχωρήσει, για λόγους παράδοσης, εκλογικής αποτελεσματικότητας ή “κυβερνησιμότητας” στη λογική του εθνικού μέσου όρου, σε όσα πεδία τίθεται σήμερα το ερώτημα περί έθνους, από το μεταναστευτικό και την ιθαγένεια ως το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και την ΑΟΖ. Σε όλα αυτά, την ελληνική σημαία μπορούν να τη σηκώσουν όλοι. Τη δική μας σημαία μπορούμε να τη σηκώσουμε μόνο εμείς. Ας το επισημάνουμε: εν μέσω καπιταλιστικής διεθνοποίησης (΄παγκοσμιοποίηση΄), ούτε το ελληνικό, ούτε κανένα έθνος δεν μπορεί να αποτελεί ασφαλές καταφύγιο. Σε αντίθεση όμως με αστικούς ή αριστερούς μύθους, η διαδικασία της καπιταλιστικής διεθνοποίησης που βρίσκεται σε εξέλιξη, ούτε μια ενιαία παγκόσμια αγορά διαμόρφωσε, ούτα τα έθνη ισοπέδωσε, ούτε πολυ περισσότερο εξαφάνισε τα εθνικά κράτη και τους εθνικισμούς. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία αυτή μετέβαλε δραστικά το περιεχόμενο της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, λοιπόν, είναι η πλήρης ευθυγράμμιση των κρατών με το χρηματιστικό κεφάλαιο και η αυταρχική θωράκιση απέναντι στις νέες επικίνδυνες τάξεις, με έμφαση στους ξένους φτωχούς. Στη συνθήκη αυτή, η εκχωρούμενη εθνική κυριαρχία, η άνευ προηγουμένου δηλαδή υπονόμευση της λαϊκής κυριαρχίας από κυβερνήσεις και υπερεθνικούς οργανισμούς της καπιταλιστικής διεθνοποίησης (ΕΕ, ΔΝΤ), δεν είναι παρά όρος αναδιοργάνωσης και διασφάλισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εξ ορισμού στον καπιταλισμό, η κυριαρχία αυτή οργανώνεται σε εθνικό και ολοκληρώνεται σε υπερεθνικό επίπεδο - άρα εκεί πρέπει και να αμφισβητηθεί. Με δεδομένα τα παραπάνω, η μνημονιακή διαχείριση της κρίσης δεν αποτελεί προδοσία, αλλά τεκμήριο μεροληψίας και (ταξικής) συνέπειας σε ό,τι αφορά τους αντιπάλους μας – και ζήτημα δημοκρατίας και μεροληψίας σε ό,τι αφορά εμάς. Δουλειά μας λοιπόν εδώ, δεν είναι να οργανώσουμε την επιστροφή στο έθνος, ως εάν να επρόκειτο για την Κιβωτό εν μέσω κατακλυσμού. Δουλειά της Αριστεράς είναι να αναλάβει τα ιδιαίτερα καθήκοντα που της επιφύλασσε ο Λένιν – να οργανώσει και να κερδίσει δηλαδή τις μάχες απέναντι στο “δικό μας” κράτος και το “δικό μας” κεφάλαιο, δείχνοντας την ίδια στιγμή ότι για τα βασικά προβλήματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, ο καπιταλισμός δεν έχει πια απαντήσεις. Ο αγώνας αυτός θα είναι προφανώς δύσκολος. Αν μη τι άλλο όμως, ξέρουμε από πού να αρχίσουμε: ο αγώνας αυτός ξεκινάει τώρα και εδώ – σε αντίθεση με μια ορισμένη αντίληψη στην Αριστερά, που εξαντλεί τον επαναστατισμό της αποδίδοντας όλο το κακό μας ριζικό στους άθλιους Μέρκελ και Σόιμπλε. Όπως όμως σωστά το έθεταν σε πρόσφατο άρθρο στην Εποχή οι Αθανασίου και Καραγιαννίδης, η “εκσφενδόνιση του πολιτικού/ταξικού αντιπάλου στη μακρινή Γερμανία ουσιαστικά απονεκρώνει, κάνει μάταιη την πολιτική αντιπαράθεση, μιας και οι εγχώριοι εκπρόσωποι του καπιταλισμού μετατρέπονται σε απλά πιόνια μιας εξωχώριας εξουσίας. Πώς να αντιπαρατεθεί κανείς με κάποιον που δεν είναι καν κάτοικος αυτής της χώρας; Που ποτέ δεν πρόκειται να ψηφίσεις υπέρ ή κατά του; Τι ελπίδες και τι αυτοπεποίθηση μπορεί να έχει ένα κίνημα όταν του περιγράφουμε μπροστά του έναν αντίπαλο απρόσιτο και ανυπέρβλητο;” [10]. Εισήγηση στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ Χαλανδρίου με τίτλο “Πατριωτισμός και διεθνισμός στη στρατηγική της Αριστεράς”, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με ομιλητές τους Λουκά Αξελό και Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο. _______________ Σημειώσεις [1] Καρλ Μαρξ, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης), Θεμέλιο [2] Μικαέλ Λεβί, Το εθνικό ζήτημα από τον Μαρξ μέχρι σήμερα (μτφρ.: Μαριάννα Τζιαντζή), Στάχυ. Στη διαμάχη μεταξύ των μαρξιστών για το αν στο έργο των Μαρξ και Ένγκελς υπάρχει θεωρία για το έθνος, ο Λεβί βρίσκεται στη μεριά αυτών που απαντούν αρνητικά. [3] Παρατίθεται στο: Αντώνης Λιάκος, Πώς σκέφτηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο, Πόλις [4] Φερνάντο Κλαουντίν, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Από την Κομιντέρν στην Κομινφόρμ (μτφρ.: Δήμος Βέργης), Γράμματα. Το σχετικό απόσπασμα περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο Το Διαρκές 1917, RedNotebook-ΚΨΜ [5] Για τη διάκριση πρωτογενών (αγγλικός, γαλλικός) και δευτερογενών εθνικισμών (εθνικισμοί χωρίς ΄κρατικό΄ πλεονέκτημα, όπως αυτοί των χριστιανικών εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο εβραϊκός, ο ιταλικός και ο γερμανικός), βλ. Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία, Κατάρτι [6] Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Εν ονόματι του έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, Επίκεντρο [7] Δημήτρης Μπελαντής, “Ιμπεριαλισμός, κυριαρχία, εξάρτηση, ταξική πάλη”, Βελτιώνονται οι φράχτες, βελτιώνονται κι οι άλτες, RedNotebook [8] Χρήστος Λάσκος-Ευκλείδης Τσακαλώτος, 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ [9] Νίκος Γιαννόπουλος, “Παγκοσμιοποίηση: μύθοι και πραγματικότητα”, Δελτίο Θυέλλης τχ. 17, Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα [10] Κώστας Αθανασίου-Χρήστος Καραγιαννίδης, “Ποιος είναι, τελικά, ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας;”, Εποχή 15.9.2013
Πηγή Red NoteBook
|
Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014
Πατριωτισμός και Διεθνισμός στη στρατηγική της Αριστεράς: Πέρα από τον αστικό κοσμοπολιτισμό και τον πατριωτικό αντιιμπεριαλισμό
Περί του κινδύνου απόδοσης συμπαγών εξεγερσιακών ταυτοτήτων: Η περίπτωση της Ουκρανίας και της Βοσνίας
του Πάνου Κομπατσιάρη
Τον τελευταίο καιρό συνέβησαν δύο «εξεγέρσεις» επί Ευρωπαϊκού
εδάφους: η πρώτη είναι αυτή στην Ουκρανία και η δεύτερη αυτή στη Βοσνία.
Όταν πρωτοξεκίνησαν αυτές οι εξεγέρσεις, παρατηρήθηκε αρχικά μεταξύ
εγχώριων και ευρωπαίων αριστερών και αναρχικών συνομιλητών ένας μάλλον
ενθουσιασμός, πλαισιωμένος από έναν λόγο που θεωρεί κάθε «αντίσταση
ενάντια στην εξουσία» καλή. Παρόλα αυτά, στη συνέχεια και καθώς
διάφορες, συχνά αντικρουόμενες, πληροφορίες γίνονταν γνωστές για τις
περιπτώσεις αυτές, φάνηκε να υπάρχει προβληματισμός ως προς το πώς θα
ταυτοποιηθεί και θα καταταγεί πολιτικά η κάθε μία. Εν τέλει η απόφανση
υπήρξε η πλέον λίγο-πολύ ακόλουθη γνωστή: η πρώτη είναι επανάσταση
εθνικιστών-Ναζιστών και η δεύτερη της εργατικής τάξης. Αυτή η αφήγηση
χτίστηκε κατά βάση μέσα από διάφορα σποραδικά αναγνώσματα και εικόνες
στο διαδίκτυο που ερμηνεύτηκαν καταλλήλως ώστε να στριμωχτούν στο
παραπάνω πλαίσιο ανάγνωσης. Εν συνεχεία, οι υποστηρικτές αυτής άποψης
πατώντας στο παράδειγμα της Ουκρανίας προειδοποίησαν: «κάθε εξέγερση δεν
είναι καλή» ή καλύτερα «κάποιες εξεγέρσεις δεν είναι προς το συμφέρον
της εργατικής τάξης». Αφού, λοιπόν, πρώτα δόθηκαν αυτές οι συμπαγείς
ταυτότητες σε αυτά τα κινήματα, εν ολίγοις το ένα ήταν ο «ήρωας» και το
άλλο ο «κακός», ύστερα ήρθε και το δεύτερο πόρισμα: η Ευρωπαϊκή ένωση
υποστηρίζει τους Ουκρανούς εθνικιστές επειδή είναι καπιταλιστική, ενώ
απειλεί να στείλει στρατεύματα στη Βοσνία επειδή η εξέγερση έχει ταξικό
πρόσημο. Η ετυμηγορία αυτή έρχεται δηλαδή σε δεύτερο πλάνο να
επιβεβαιώσει τον ακόλουθο γενικά αποδεκτό κανόνα μεταξύ αυτών των
συνομιλητών: η καπιταλιστική ΕΕ υποστηρίζει εθνικιστικά κινήματα γιατί
δεν την απειλούν ενώ τσακίζει τα ταξικά γιατί την απειλούν.
Η παραπάνω δήλωση μπορεί φυσικά να έχει και μια ισχυρή δόση αλήθειας.
Χωρίς να θέλω να την αμφισβητήσω ριζικά ή να αντιπαρατεθώ στη βάση του
τι «πραγματικά είναι» αυτές οι εξεγέρσεις, σε αυτό το σημείωμα θα
προσπαθήσω να μιλήσω για τον κίνδυνο αντιμετώπισης διαφόρων κοινωνικών
κινημάτων ως «συγκροτημένων» ταυτοτήτων που μπορεί να είναι μόνο ή
«αυτό» ή μόνο το «άλλο». Στο παραπάνω παράδειγμα απόδοσης συμπαγών
ταυτοτήτων, όπως είδαμε και παραπάνω, υπάρχει καταρχήν η αποκήρυξη της
συνήθους ταύτισης με καθετί το εξεγερσιακό και, μαζί της, η επιβεβαίωση
της κριτικής μας ικανότητας, της ικανότητάς μας να ξεχωρίζουμε τι είναι
«καλό» και τι «κακό». Σε δεύτερο πλάνο, όμως, υπάρχει και η επιβεβαίωση
μια άλλης συνήθους ταύτισης, που κατά τα φαινόμενα λειτουργεί ως
εξισορροπητική της «παρεκκλίνουσας» πρώτης. Η ταύτιση με την άποψη πως η
πολιτική εξουσία λειτουργεί με έναν και μοναδικό τρόπο, έχει μία
λογική, σύμφωνα με την οποία πάντα θα προσπαθεί να καταστέλλει «εμάς»
και να υποστηρίζει τον «εχθρό» μας. Έτσι, με έναν φαινομενικά
αυτό-αναφορικό τρόπο, διάφορες διαδικασίες και γεγονότα που βρίσκονται
εν εξελίξει, τοποθετούνται σε ήδη παγιωμένα συστήματα ερμηνείας. Όταν
μάλιστα αυτά τα συστήματα αντιλαμβάνονται την «πολιτική εξουσία» και τη
σχέση της με τα κοινωνικά κινήματα ως κάτι προβλέψιμο, και για το οποίο
ήδη μπορούμε να αποφανθούμε με σιγουριά σχετικά με τη λειτουργία του,
υπάρχει ένας πολλαπλός κίνδυνος: πρώτον, ο εμφανής κίνδυνος
«φετιχοποίησης» διαφόρων καταστάσεων και ακόμη δαιμονοποίησης «εθνοτικών
ομάδων», όπως επανειλημμένα έγινε και στην περίπτωση της Ουκρανίας, με
βάση του αν οι εξεγέρσεις «τους» πληρούν ορισμένα επαναστατικά
κριτήρια. Δεύτερον, σε συνάρτηση με το παραπάνω, η από-ιστορικοποίηση
διαθέσεων, κλίσεων, ροπών, συμβολικών εκφράσεων και υποδηλώσεων. Τρίτον,
η παράβλεψη της «κίνησης» του κινήματος, δηλαδή των πολιτικών και
κοινωνικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα καθώς αυτό συμβαίνει. Τέταρτον,
η αδυναμία κατανόησης της περιπλοκότητας, των πολιτικών μεσολαβήσεων
και διαβουλεύσεων, που λαμβάνουν χώρα εντός και γύρω της πολιτικής
εξουσίας, βλ. εδώ «καπιταλιστική Ε.Ε.», καθώς και τη διασύνδεσή και
αλληλεξάρτησης της με άλλα συστήματα εξουσίας π.χ. της επίσης
«καπιταλιστικής Ρωσίας».
Ειδικά όσον αφορά στο τελευταίο σκέλος της παρατήρησής μας, φαίνεται
πως μια γρήγορη ταυτοποίηση αποτυγχάνει να κατανοήσει κάτι ιδιαιτέρως
σημαντικό σχετικά με όποιες σύγχρονες πολιτικές αναλύσεις. Γιατί δεν
είναι ιδιαίτερα παραγωγικό να δει κανείς την πολιτική εξουσία σήμερα
με όρους ψυχροπολεμικούς, όπου όλες οι αποφάσεις και διαδικασίες που
συμβαίνουν οφείλουν να στριμωχτούν σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο σύμφωνα με
το οποίο θα πρέπει σώνει και καλά να εξυπηρετούν μία εκ των δύο
αντιμαχόμενων λογικών. Η πολιτική εξουσία σήμερα και ο τρόπος άσκησής
της είναι αρκετά πιο ρευστός απ’ ότι στο παρελθόν και ο χαρακτήρας της
είναι πάνω απ’ όλα διαχειριστικός . Αυτό που έχει ονομαστεί ως
«νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική»,[i]
δηλαδή οι κυρίαρχες διαδικασίες και λογικές πολιτικής διακυβέρνησης
εντός του παρόντος οικονομικο-πολιτικού παραδείγματος, δε χαρακτηρίζεται
τόσο πολύ από την προσκόλληση σε ιδεολογικές συνάφειες, αλλά
περισσότερο από μία λογική διαχείρισης της εκάστοτε κατάστασης που θα
προκύψει προς ίδιον όφελος. Με άλλα λόγια, η λογική της διαχείρισης έχει
περισσότερο τακτικό αντί για ιδεολογικό χαρακτήρα, έχει δηλαδή
περισσότερο να κάνει με την επιθυμία έλεγχου διαδικασιών και της
«μεταστροφής» γεγονότων προς ίδιον όφελος και λιγότερο με την επιβολή
ενός συγκεκριμένου μοντέλου, το οποίο είναι προαποφασισμένο και
αναπτύσσεται στη βάση ενός «συγκροτημένου» ιδεολογικού πλαισίου. Με αυτό
το σκεπτικό δε θα πρέπει να εκπλαγούμε αν η Ε.Ε. τακτικά στηρίξει, για
τους δικούς της λόγους και για λόγους επιβίωσης, επαναστάσεις τις οποίες
αποκαλούμε σήμερα
«ταξικές» ή αν, αντίθετα, συνηγορήσει στην καταστολή ναζιστικών
κομμάτων και οργανώσεων- πράγμα που άλλωστε έγινε και με την Χ.Α.
Η προσπάθεια αποφυγής του διαρκούς άγχους ταυτοποίησης ενός
οποιουδήποτε συμβάντος σύμφωνα με τι μπορεί να είναι «καλό» και τι
«κακό» για τα επαναστατικά κριτήρια που θέτουμε, είναι επομένως χρήσιμη
ώστε να μη τσουβαλιάζονται οι εξαιρετικά περίπλοκες διαδικασίες που
λαμβάνουν χώρα στην Ουκρανία ή στη Βοσνία ως «ναζιστική» ή «ταξική»
επανάσταση αντίστοιχα. Αυτό το άγχος άλλωστε, όπως υποστηρίζεται και
παραπάνω, μπορεί να οδηγεί από τη μία σε φαινόμενα «πολιτισμικού
ρατσισμού» ή/ και φετιχοποίηση «εθνών» και από την άλλη σε ερμηνευτικά
σχήματα αποπροσανατολιστικά σε σχέση με τις υπάρχουσες κατανομές
εξουσίας.
[i] Βλ. για παράδειγμα Rose, Nikolas Powers of Freedom: Reframing Political Thought New York: Cambridge University Press, 1999
Πηγή Nomadic universality
Πηγή Nomadic universality
Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014
Η κοινή ευρωπαϊκή αντίσταση στη χρηματοπιστωτική απολυταρχία
Τι αντιπροσωπεύουν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας

του Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι*

του Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι*
Ο Αλέξης Τσίπρας αντιπροσωπεύει την αντίσταση της ελληνικής
κοινωνίας ενάντια στη χρηματοπιστωτική επίθεση, κι αυτή
είναι για μένα μια επαρκής αιτιολογία για να δηλώσω τη
στήριξή μου στο ψηφοδέλτιο που παρουσιάζεται με το όνομά του
στις ευρωεκλογές, και για να πάω να το ψηφίσω.
Όμως, ποιο σκοπό θέτει αυτό το ψηφοδέλτιο; Αν στις εκλογές επιτύχουμε μόνο το να εκφραστεί η γεροντική και υστερο- αριστερίστικη μειοψηφία (στην οποία ανήκω) υπέρ του μοναδικού νέου ευρωπαίου πολιτικού που δεν είναι ηθικά διεφθαρμένος και διανοητικά κομφορμιστής, δεν θα είναι ένα σπουδαίο αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να δημιουργήσουμε τις πολιτιστικές και πολιτικές συνθήκες για την επιτυχία αυτού του ψηφοδελτίου, πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι τα σενάρια που μια προεκλογική εκστρατεία για τον Τσίπρα μπορεί να ανοίξει, ποια αποτελέσματα πολιτιστικής και κοινωνικής ανασύνθεσης μπορούμε να επιτύχουμε.
Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Είναι πλέον κοινό αίσθημα το άδειασμα των δημοκρατικών θεσμών απέναντι στους αυτοματισμούς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από τη σύστασή της μια χρηματοπιστωτική απολυταρχία, από τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υφαρπάζει αποφάσεις του Κοινοβουλίου. Επομένως, γιατί να κινητοποιηθούμε, γιατί να ψηφίσουμε;
Η ευρωπαϊκή κοινωνία έχει κατάθλιψη, είναι κατακερματισμένη, λυσσαλέα επιθετική. Η προεκλογική εκστρατεία για τον Τσίπρα πρέπει να ενσταλάξει τη δυνατότητα μιας ενωτικής διαδικασίας αλληλεγγύης και εξέγερσης, μη αποδοχής και ανεξαρτησίας της καθημερινής ζωής από τη χρηματοπιστωτική δικτατορία.
Διαφορετικά, δεν θα χρησιμέψει σε τίποτα..
Η διαδικασία αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλέον πολύ προχωρημένη για να μπορούμε να τη σταματήσουμε. Οι ταυτοτικοί εγωισμοί που είναι σε έξαρση εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής βίας, θα παράγουν τα καταστροφικά τους αποτελέσματα. Ας μην έχουμε αυταπάτες.
Το ψηφοδέλτιο Τσίπρα μπορεί να είναι η αρχή μιας διαδικασίας ανασύστασης της Ένωσης πέρα από τη σημερινή καταστροφή, μπορεί να ενεργοποιήσει εκ νέου μια διαδικασία κοινωνικής αλληλεγγύης και να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια πολιτιστική ανασύνθεση, που να υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, για έναν στρατηγικό επανακαθορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρόβλημα δεν είναι το ευρώ
Όλο και συχνότερα, στην Ιταλία και αλλού, υψώνονται φωνές υπέρ της εξόδου από το ευρώ. Είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη, ακόμη και αν γεννιέται από ευνόητες αιτίες: η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ανέστειλε τη δημοκρατία, για να επιβάλλει μέτρα που η πλειονότητα απορρίπτει, και φτώχυνε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Από τότε που υπάρχει το ευρώ, το ημερομίσθιο έπεσε στο ήμισυ, η δημόσια δαπάνη μειώθηκε με δραστικό τρόπο, η ανεργία αυξήθηκε σε πρωτόφαντα επίπεδα, ενώ το ωράριο εργασίας δεν έχει πια όρια. Από την άλλη, αυτή δεν είναι παρά μόνο η αρχή, διότι τα αποτελέσματα του δημοσιονομικού συμφώνου και η αδυσώπητη αποφασιστικότητα για την επιβολή της λιτότητας θα ωθήσουν στην εξαθλίωση ένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού, με τις ήδη ορατές πολιτικές συνέπειες: διάλυση της δημοκρατίας, αποσύνθεση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αύξηση της ταυτοτικής, εθνικιστικής, ρατσιστικής επιθετικότητας.
Όμως, μόνο μια πολύ μυωπική οπτική μπορεί να μας οδηγήσει να σκεφτούμε ότι η αιτία της καταστροφής είναι η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, και ότι συνεπώς η λύση θα ήταν η έξοδος από το ευρώ, με την επιστροφή των εθνικών νομισμάτων. Η γέννηση του ευρώ και η στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν είναι δυνατό να εξηγηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο της αλλαγής του παγκόσμιου καπιταλισμού. Γι’ αυτό χρειάζεται να ανατρέξουμε στις επιλογές που έγιναν λίγο πριν από την έλευση του ευρώ, και σε ένα επίπεδο που δεν είναι μόνο νομισματικό. Πρέπει να ανατρέξουμε στη ριζικά νέα κατάσταση που εμφανίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 εξαιτίας δύο συγκλινόντων παραγόντων: το μεγάλο κύμα του εργατικού αγώνα, που είχε προκαλέσει μια διανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων, και την τεράστια τεχνολογική επανάσταση που παρήγαν οι ψηφιακές τεχνολογίες.
Χρειάζεται να ανατρέξουμε σ’ εκείνη τη σύνδεση, χρειάζεται να αναστοχαστούμε την εναλλακτική λύση που εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε, και χρειάζεται να ανασυνθέσουμε τα επόμενα βήματα που έκαναν δυνατή την καπιταλιστική αντεπίθεση, της οποίας τα αποτελέσματα βλέπουμε σήμερα.
Η χρηματοπιστωτική απολυταρχία
Από τη δεκαετία του ’80 δημιουργήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο οι συνθήκες της σημερινής απολυταρχίας του κεφαλαίου: διάλυση των ρυθμίσεων προστασίας των εργαζομένων και της επικράτειας, ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, παγκοσμιοποίηση της αγοράς εργασίας και επισφάλεια.
Όταν η διαδικασία παγκοσμιοποίησης ενέταξε τεράστιους τομείς νέας εργατικής δύναμης στον κύκλο βιομηχανικής παραγωγής, ενώ κατέρρεε ο ολοκληρωτικός σοσιαλισμός, οι εργαζόμενοι των αναδυόμενων οικονομιών μπορούσαν να δουν στο ευρωπαϊκό μοντέλο ένα παράδειγμα αναδιανομής του πλούτου και συγκράτησης της εκμετάλλευσης.
Η ευρωπαϊκή αριστερά σ’ αυτό το σημείο βρέθηκε μπροστά σε μια εναλλακτική λύση: να αναλάβει το ρόλο του παραδείγματος για τους εργαζομένους των χωρών νέας εκβιομηχάνισης, θέτοντας το ζήτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας ως ενοποιητικό ζήτημα σε παγκόσμια κλίμακα, ή να ενταχθεί στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο και να τεθεί στην υπηρεσία των νομισματικών πολιτικών χρηματιστικοποίησης. Η ευρωπαϊκή αριστερά ανέχτηκε το μάντρα της ανταγωνιστικότητας με υποτελή τρόπο και οδηγήθηκε έτσι από μόνη της σε μια μη αντιστρεπτή διάλυση.
Έπειτα από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και στη συνέχεια με τη δημιουργία του ευρώ η παγκόσμια χρηματιστική τάξη έφερε εις πέρας την καταστροφή τού ευρωπαϊκού μοντέλου και έθεσε τις προϋποθέσεις για την ανάφλεξη του πολιτικού σχεδίου της ένωσης. Ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός χρησιμοποίησε τη νομισματική αρχιτεκτονική για να υποτάξει τις κοινωνικές δυναμικές και η κρίση που ακολούθησε το 2008 επιτάχυνε αυτή την υποταγή, κάνοντας το χρέος μοχλό για την επίθεση. Μα η νομισματική λογική αφήνει να διαφανεί μια βαθύτερη διαδικασία: η αποεδαφοποίηση του κεφαλαίου, που κατέστη δυνατή από τις διαδικτυακές τεχνολογίες, τροποποίησε τη φύση του καπιταλισμού. Η βιομηχανική αστική τάξη του παρελθόντος είχε συμφέροντα σε μεγάλο βαθμό εδαφοποιημένα: τα κέρδη εξαρτώντο από τη συνολική κοινωνική ανάπτυξη. Ο καπιταλιστής χρειαζόταν μια κοινότητα καταναλωτών και ο πλουτισμός των τάξης των ιδιοκτητών δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη του την ευημερία της κοινωνίας. Η πρόοδος της οικονομίας του κέρδους ήταν παράλληλη με την πρόοδο της συνολικής κοινωνίας. Αυτό δεν είναι πια αλήθεια.
Η μηχανή του χρηματοπιστωτικού αποεδαφοποιημένου καπιταλισμού, δεν ανταποκρίνεται πλέον στην παλιά λογική προόδου του βιομηχανικού καπιταλισμού διότι η αύξηση των χρηματοπιστωτικών κερδών δεν εξαρτάται από τον συνολικό πλουτισμό της κοινωνίας, αλλά από τη συστηματική καταλήστευση των κοινωνικών πόρων: ιδιωτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας, χρηματοπιστωτική οικειοποίηση των κοινών πόρων. Το τραπεζικό σύστημα παράγει χρέος, το μεταβιβάζει στην κοινωνία και η πολιτική μηχανή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει πλούτο από την κοινωνία προς το τραπεζικό σύστημα, που έχει μεταβληθεί δολίως σε επωφελούμενο από την καταλήστευση.
Αν η βιομηχανική συσσώρευση εξαρτιόταν από την αφαίρεση υπεραξίας από τη δουλειά του εργάτη, η σύγχρονη χρηματοπιστωτική συσσώρευση μοιάζει να εξαρτάται περισσότερο από μια υποαξία, από τη συστηματική καταλήστευση όσων παράγει η κοινωνία, χωρίς καμία αύξηση του κοινού αγαθού.
Ο πλουτισμός της χρηματοπιστωτικής τάξης (που συνεχίζεται ακάθεκτος μέχρι και στα πιο μαύρα χρόνια ύφεσης και κρίσης) δεν μπορεί να συμβεί παρά με αντίτιμο μια φτωχοποίηση της κοινωνίας.
Η υπέρβαση της κρίσης του 1929 ή του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του ’70 συνεπαγόταν μια εκ νέου ενεργοποίηση της ανάπτυξης και μια διανομή (έστω και άνιση και άδικη) της παραγόμενης αξίας. Οι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην οικονομική ανάκαμψη: η απασχόληση αυξανόταν, τα ημερομίσθια μεγάλωναν, το ποσοστό εισοδήματος που προοριζόταν για την εργασία παρέμενε σταθερό, ή αυξανόταν, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’60.
Τώρα δεν είναι πια έτσι. Η διατύπωση jobless recovery είναι ένα υποκριτικό μασκάρεμα της πραγματικότητας: η έξοδος από την ύφεση και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν συνεπάγονται σε καμία περίπτωση αύξηση της απασχόλησης, και ακόμη λιγότερο μια μισθολογική πρόοδο. Αντίθετα, η ανάκαμψη βασίζεται ακριβώς πάνω στην αύξηση του χρόνου εργασίας και στη μείωση της απασχόλησης. Περισσότεροι άνεργοι, περισσότερη εξαθλίωση, περισσότερη εκμετάλλευση, άρα περισσότερα κέρδη.
Ο διαχωρισμός μεταξύ του προορισμού της χρηματοπιστωτικής μηχανής και του προορισμού της κοινωνίας είναι ολοκληρωτικός, διότι ο μόνος τρόπος πλουτισμού της χρηματοπιστωτικής μηχανής συνίσταται στη φτωχοποίηση της κοινωνίας.
Το ευρώ υπήρξε το εργαλείο της επιβολής αυτού τα ληστρικού μοντέλου. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι να βγούμε από το ευρώ, αλλά να βγούμε από τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Το να βγούμε από το ευρώ θα σήμαινε να επιταχύνουμε το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου, χωρίς να θέτουμε το ζήτημα των αληθινών αιτίων της φτωχοποίησης της κοινωνίας.
Όμως, ποιος έχει τη δύναμη να σταματήσει ή να ανατρέψει τη ληστρική χρηματοπιστωτική δυναμική; Ένα κίνημα αλληλεγγύης των ευρωπαίων εργαζομένων θα μπορούσε να το κάνει, μα η επισφάλεια καταστρέφει κάθε ιστό αλληλεγγύης, και στο πολιτικό επίπεδο θρυμματίζεται η συναίνεση της οποίας έχαιρε η Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Ο πολιτικός θρυμματισμός της Ευρώπης είναι στον ορίζοντα, όπως δείχνει η αύξηση των εθνικιστικών δυνάμεων σε πολλές χώρες της ηπείρου. Αν το Εθνικό Μέτωπο αποκτήσει την πλειοψηφία στις προσεχείς γαλλικές εκλογές, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει πια.
Ας ξεκινήσουμε από τον Τσίπρα
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γεννιέται η πρόταση του ψηφοδελτίου Τσίπρα. Αυτό το ψηφοδέλτιο μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη μακρόχρονη ανασύσταση της κοινωνικής αλληλεγγύης και για να ξαναρχίσει ο διάλογος για τον προοδευτικό χαρακτήρα της τεχνολογίας, για τη συμμαχία μεταξύ γνωστικής εργασίας και κοινωνίας, για το εισόδημα πολίτη και για τη μείωση του χρόνου κοινωνικής εργασίας.
Μια εξαιρετική επιβεβαίωση του ψηφοδελτίου Τσίπρα στις εκλογές του Μαΐου είναι η προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της συλλογικής ευφυΐας, για την επανασύνδεση της ευφυΐας και της αλληλεγγύης, για να διαλυθεί η ομίχλη της κατάθλιψης, μέσα στην οποία μοιάζει να περιπλανιέται ο συλλογικός νους.
* Ο Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι, ένας από τους πιο γνωστούς ακτιβιστές της δεκαετίας του ’70, είναι μια ιστορική μορφή της ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας και των Κοινωνικών Κέντρων με πλούσια κινηματική δραστηριότητα και συγγραφικό έργο.
Πηγή Εποχή
Δικό μας σχόλιο: τουλάχιστον με τον ΣΥΡΙΖΑ μετα-αλτουσσεριανοί και μετα-αυτόνομοι ντελεζομαρξιστές συγκλίνουν. Ζήτω το παγκόσμιο κογκνιταριάτο! - Κ.
Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014
Συνέντευξη Δραγασάκη: Η ελληνική κοινωνία, ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ και το διακύβευμα της κυβερνησιμότητας
Συνέντευξη του Γ. Δραγασάκη που δημοσιέυθηκε στον ιστότοπο της Fondation Gabriel Péri: “Η ελληνική κοινωνία, ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ και το διακύβευμα της κυβερνησιμότητας”
Η συνέντευξη* με τον Γιάννη Δραγασάκη λήφθηκε και αποδόθηκε από τον Μιχάλη Βακαλούλη στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2013.
Ο Μιχάλης Βακαλούλης είναι καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο Paris
8 και επιστημονικός σύμβουλος πολλών κοινωνικών και πολιτικών
οργανισμών. Παρακολούθησε τις εργασίες του Ιδρυτικού συνεδρίου του
ΣΥΡΙΖΑ ως απεσταλμένος της Fondation Gabriel Péri στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής μελέτης για την εναλλακτική κυβερνησιμότητα της Αριστεράς.
* * *
— Το ιδρυτικό συνέδριο του
ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα συνέδριο ενοποίησης των συνιστωσών που τον αποτελούν σε
ένα πλουραλιστικό και πολυτασικό κόμμα με ελευθερία έκφρασης αλλά και
ικανότητα λήψης και υλοποίησης συλλογικών αποφάσεων. Τι αλλάζει επί της
ουσίας και ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της αλλαγής στα πλαίσια αυτού που
αποκαλείτε «βίαιη ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ» μεσούσης της κρίσης;
Γιάννης Δραγασάκης: Για
να κατανοηθεί η σημασία του συνεδρίου, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο
ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ως τώρα ένα ενιαίο κόμμα. Αποτελούσε περισσότερο μια
ομπρέλα που στέγαζε διάφορες αυτόνομες οργανώσεις οι οποίες
λειτουργούσαν με τις εσωτερικές τους δομές, τα δικά τους καταστατικά και
τη δική τους στρατηγική σε πολλά θέματα. Υπήρχε βέβαια από πριν η
συνείδηση του ενιαίου, η συνείδηση της κοινής μοίρας. Μια από τις
αφετηριακές ιδέες που μας οδήγησαν στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η
παραδοχή ότι έχουμε μια αριστερά που είναι άθροισμα υπολειμμάτων του
παρελθόντος, χωρίς καμιά από αυτές τις πολιτικές κληρονομιές να έχει
δικαιωθεί ιστορικά. Άρα καλούμαστε να δημιουργήσουμε μια αριστερά που θα
διεκδικήσει τη δικαίωσή της στο μέλλον. Αυτή είναι η κοινή μας
αφετηρία. Είχαμε θέσει από την αρχή
σαν στόχο όχι απλά τη συγκέντρωση δυνάμεων αλλά και το μετασχηματισμό
τους. Μιλούσαμε για επαναθεμελίωση της αριστεράς. Συμμετείχα στην ίδρυση
του ΣΥΡΙΖΑ από την αρχή. Και πρέπει να πω ότι αυτές τις αφετηριακές
ιδέες εξακολουθώ να τις θεωρώ επίκαιρες και σημαντικές.
Στην παρούσα φάση, κάτω από την
πίεση της κοινωνίας που επιλέγει τον ΣΥΡΙΖΑ για να παίξει έναν ευρύτερο
ρόλο, καλούμαστε να επιταχύνουμε τις διαδικασίες. Συνεπώς, δημιουργούμε
κόμμα με ενιαίες δομές, με κοινό καταστατικό, με κοινό πρόγραμμα και
σχέδιο δράσης. Ταυτόχρονα, θέλουμε το κόμμα αυτό να είναι ανοιχτό,
δημοκρατικό, να ενθαρρύνει τον προβληματισμό και όχι μόνο να τον
ανέχεται. Και αυτό όχι κατά παραχώρηση αλλά από ζωτική ανάγκη.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο του
συνεδρίου είναι ότι σηματοδοτεί τη δυνατότητα που έχουμε ως αριστερά
στην Ελλάδα να μετασχηματιστούμε από συμπληρωματική σε πρωταγωνιστική
δύναμη. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, αφού μετά τον εμφύλιο πόλεμο στη
δεκαετία του 1940 η αριστερά υπήρξε στην Ελλάδα είτε ως συμπληρωματική
είτε ως περιθωριακή δύναμη.
— Αναφέρεστε στην υφέρπουσα
ψυχολογία της ήττας που εμπόδιζε την αριστερά να παίξει έναν ηγεμονικό
ρόλο στα πολιτικά δρώμενα του τόπου;
Γιάννης Δραγασάκης: Αυτό
που υπήρχε στο παρελθόν δεν ήταν μόνο το σύνδρομο της ήττας, διότι η
αριστερά είχε ηττηθεί στρατιωτικά αλλά όχι ηθικά. Ήταν το ευρύτερο
παγκόσμιο πλαίσιο που δεν επέτρεπε στην αριστερά, ακόμα και όταν είχε
μεγάλα ποσοστά, να ηγηθεί ενός σχεδίου για την ανατροπή του καπιταλισμού
στην Ελλάδα ή την εφαρμογή
μιας άλλης πολιτικής. Συνεπώς, το να γίνουμε ενιαίο κόμμα το θεωρώ
αυτονόητο, θα ήταν πραγματικά παράδοξο αν αποφασίζαμε κάτι διαφορετικό.
Αυτό που δίνει ένα ιστορικό βάθος σε αυτό το συνέδριο, είναι η
δυνατότητα της αριστεράς να μετασχηματιστεί σε ηγεμονική δύναμη. Αρκεί
βεβαίως τη δυνατότητα αυτή να μπορέσουμε να την αξιοποιήσουμε.
— Σε τι διαφέρει αυτό το
ενιαίο κόμμα από τα παραδοσιακά κόμματα της αριστεράς που πολλές φορές
ήταν δογματικά και αρτηριοσκληρωτικά;
Γιάννης Δραγασάκης: Το
πρώτο στοιχείο είναι ότι ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το άθροισμα των
προσώπων που συμμετέχουν στις συνιστώσες. Τα μισά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ,
ανάμεσά τους και εγώ, δεν ανήκουν σε καμία συνιστώσα. Αυτοί οι άνθρωποι
ήταν άστεγοι και με άνισα κομματικά δικαιώματα στο βαθμό που μόνο η
ένταξη σε μια συνιστώσα έδινε λαβή για συμμετοχή σε ειδικές συνεδριάσεις
και παράλληλες διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Το δεύτερο στοιχείο που καθιστά πολύ
σημαντικό το ερώτημά σας, είναι εάν έχουμε κάποιο υπόδειγμα κόμματος να
αντιγράψουμε ή πρέπει να το δημιουργήσουμε. Έχουμε πολλές εμπειρίες
στην Ελλάδα, μερικές μάλιστα θετικές όπως το ΕΑΜ και η ΕΔΑ, αλλά είναι
αδύνατο να τις αντιγράψουμε στις σημερινές ιστορικές συνθήκες.
Χρειάζεται να αναδείξουμε ένα νέο υπόδειγμα κόμματος το οποίο θα
εμπνέεται από τις θετικές εμπειρίες της αριστεράς στην Ελλάδα αλλά και
διεθνώς. Πρέπει όμως να βρούμε το δικό μας δρόμο. Αυτή είναι η μεγάλη
πρόκληση που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Το ίδιο ισχύει και για την
έννοια της κυβέρνησης της αριστεράς. Έχοντας μια ευθύνη για το
κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, δυσκολεύομαι να βρω μια ανάλογη
ιστορική εμπειρία κυβερνησιμότητας που θα μπορούσαμε να αντιγράψουμε ή
τουλάχιστον να χρησιμοποιήσουμε ως σημείο αναφοράς. Η επινόηση λοιπόν
είναι εδώ αναγκαία.
— Ποια θα μπορούσαν να είναι
τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου πολιτικού σχηματισμού που
επαγγέλλεται ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά να προδιαγράψουμε από σήμερα το τελικό του σχήμα;
Γιάννης Δραγασάκης: Το
θέμα είναι ανοιχτό και ο καθένας τονίζει στοιχεία που θεωρεί ο ίδιος
σημαντικά. Προσπαθώ να απαντήσω αυτό το ερώτημα με βάση την εποχή μας,
δηλαδή με βάση το μορφωτικό επίπεδο των πολιτών, ιδιαίτερα των νέων
εργαζομένων, τις νέες τεχνολογίες, τις νέες δυνατότητες ενημέρωσης. Δεν
έχουμε να κάνουμε σήμερα
με μια αριστερή διανοητική ελίτ που βρίσκεται απέναντι σε έναν λαό
υποδεέστερο ή ακόμα και αναλφάβητο. Ίσως μπορούμε να δούμε τώρα με
μεγαλύτερο ρεαλισμό το συλλογικό διανοούμενο για τον οποίο μιλούσε ο
Γκράμσι, τουλάχιστο σαν εφικτό στόχο, γιατί απέχουμε πολύ από το να τον
έχουμε κατακτήσει.
Θέλουμε συνεπώς ένα κόμμα ανοιχτό
στις νέες ιδέες, που θα ενθαρρύνει την έρευνα και τον προβληματισμό, και
ταυτόχρονα, θα φροντίζει και θα διασφαλίζει την ενιαία έκφραση και
δράση προς τα έξω. Δεύτερον, ένα κόμμα δημοκρατικής αντιπαράθεσης ιδεών
αλλά όχι με κλειστά συστήματα μικρο-εξουσιών. Τρίτον, ένα κόμμα που θα
οικοδομεί τις σχέσεις του με την κοινωνία όχι με λογικές ιμάντα
μεταβίβασης όπως γινόταν παλιότερα, αλλά με τη λογική μιας πυκνής και
πολυμέτωπης δικτύωσης με φορείς, πρωτοβουλίες και δράσεις κοινωνικές. Το
να σμιλέψουμε δεσμούς σε μια κατακερματισμένη κοινωνία αποτελεί ένα
εγχείρημα πολύ πιο σύνθετο από την προηγούμενη φάση όπου ο κοινωνικός
ιστός ήταν πιο συμπαγής. Αυτή η δικτύωση μας φέρνει επιτακτικά σε επαφή
όχι μόνο με συγκροτημένα κινήματα αλλά και με άμορφες καταστάσεις, ακόμα
και με υπόγεια ρεύματα. Σ’ αυτή την κατεύθυνση χρειαζόμαστε ένα κόμμα
με επιτελική συγκρότηση που να μπορεί να σκέφτεται, να σχεδιάζει, να
καταρτίζει όχι μόνο σχέδια προς υλοποίηση αλλά και σχέδια διαχείρισης
κινδύνων και κρίσεων.
Το τελευταίο στοιχείο που
επαγγέλλεται ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ αφορά στην αναγκαιότητα συνδυασμένης
πολιτικής παρέμβασης σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Βεβαίως, η αριστερά πάντα μιλούσε για διεθνισμό. Κατά παράδοξο όμως
τρόπο, ο διεθνισμός παλιάς κοπής ήταν κυρίως μια εξωτερική σχέση που δεν
συνδεόταν με τα εσωτερικά διακυβεύματα. Στη σημερινή κατάσταση το νέο
κόμμα χρειάζεται να παρεμβαίνει σε όλους τους χώρους όπου δρα ο
αντίπαλος, αποφεύγοντας τον κίνδυνο του κινηματισμού που υποτιμά το
πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, και του οικονομισμού που παραβλέπει
την ανάγκη της στρατηγικής και του σχεδίου μετάβασης.
— Τα κοινωνικά κινήματα στην
Δυτική Ευρώπη είναι κατά κανόνα αυτονομημένα από τους πολιτικούς
σχηματισμούς. Το βλέπουμε για παράδειγμα στη Γαλλία όπου η οργανική
σχέση ανάμεσα στο κομμουνιστικό κόμμα και τη Γενική Συνομοσπονδία
Εργασίας (CGT) έχει τελειώσει από την αρχή
της δεκαετίας του 1990. Στην Ελλάδα όμως, ακόμα και τα κοινωνικά φόρουμ
διεξήχθησαν υπό την αιγίδα των πολιτικών κομμάτων. Το ίδιο το
συνδικαλιστικό κίνημα έχει έντονα τη σφραγίδα των πολιτικών παρατάξεων
σε όλους τους χώρους, από τους καθηγητές μέχρι τους δημοσιογράφους. Με
άλλα λόγια, η κομματική απεξάρτηση δεν έχει επέλθει ακόμα στην Ελλάδα.
Ποια θα είναι η γραμμή πλεύσης του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ ούτως ώστε και να
κατοχυρωθεί η αυτονομία των κοινωνικών κινημάτων, κάτι που αποτελεί
εχέγγυο για να αποκτήσουν μια κοινωνική νομιμοποίηση, και να
τροφοδοτούνται οι συλλογικές κινητοποιήσεις με προοδευτικό πολιτικό
περιεχόμενο;
Γιάννης Δραγασάκης: Ακόμα
και εκεί που το κοινωνικό κίνημα έχει μια άμεση σχέση με το κόμμα μας,
είναι δεδομένη η πρόθεσή μας να σεβαστούμε την αυτονομία του κινηματικού
χώρου. Σίγουρα έχουμε απορρίψει τη λογική του κομματικού ελέγχου των
κινημάτων. Θα αναφέρω για παράδειγμα τη συμμετοχή μας στις δομές
αλληλεγγύης που έχουν αναδυθεί σαν ένα κοινωνικό ανάχωμα στην
ανθρωπιστική κρίση. Το ερώτημα που μας απασχόλησε ήταν αν θα έπρεπε να
δημιουργήσουμε κομματικές δομές αλληλεγγύης ή αντίθετα να στηρίξουμε
πρωτοβουλίες πολιτών, συνεισφέροντας και ένα μέρος της βουλευτικής μας
αποζημίωσης. Η επιλογή μας ήταν να ενισχύσουμε κοινωνικές πρωτοβουλίες
και όχι να οικειοποιηθούμε κομματικά τις τεράστιες ανάγκες κοινωνικής
αλληλεγγύης.
Για να ξαναγυρίσω στον πυρήνα του
ερωτήματος, με αυτά τα δεδομένα ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε και το
τηρούμε αυστηρά, αλλά το ζητούμενο είναι τι ακριβώς θα κάνουμε. Εξ’ ου
και το ενδιαφέρον μας να διερευνήσουμε από κοντά τη διεθνή εμπειρία,
όπως είχαμε την ευκαιρία να το κάνουμε με την αποστολή αντιπροσωπείας
του ΣΥΡΙΖΑ στη Βραζιλία και την Αργεντινή. Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι μια
κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί να κυβερνήσει χωρίς τα κινήματα.
Είναι λοιπόν ζωτική αναγκαιότητα η λειτουργία του κόμματος να ενθαρρύνει
το διάλογο, τον προβληματισμό, την αναζήτηση. Ταυτόχρονα, θέλουμε να
αποφύγουμε την αρνητική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ στις σχέσεις
κόμματος-κράτους. Εν κατακλείδι, το τρίπτυχο κινήματα-κόμμα-κυβέρνηση
της αριστεράς είναι ένα ανοιχτό πεδίο στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να
δώσει μια πρωτότυπη και πειστική απάντηση.
— Πέρα από το συνδικαλιστικό
κίνημα που χαρακτηρίζεται από μια θεσμική μορφή εκπροσώπησης, ποια
είναι η σχέση που το νέο πολιτικό σχήμα θέλει να οικοδομήσει με άτυπες
μορφές συλλογικής αυτο-οργάνωσης, όπως τα δίκτυα αλληλεγγύης που
αναφέρατε προηγούμενα, αλλά και οι νεολαιίστικες κινητοποιήσεις ενάντια
στο ρατσισμό ή οι τοπικές πρωτοβουλίες για τον πολιτισμό, το περιβάλλον
και την ποιότητα ζωής;
Γιάννης Δραγασάκης: Όπως
αντιλαμβάνεστε, η ορμητική ανάπτυξη του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει επιτρέψει να
διαμορφώσουμε σε όλα τα θέματα μια συλλογική αντίληψη. Καταρχήν, το
πρόβλημα είναι υπαρκτό ακόμα και στο συνδικαλιστικό κίνημα. Για να το
θέσουμε γενικότερα, υπάρχει πρόβλημα κοινωνικών υποκειμένων, ιδίως σε
μια περίοδο κοινωνικής μετάβασης. Ποιος θα είναι ο συνομιλητής μιας
κυβέρνησης που θα θέλει να υλοποιήσει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και
με ποιον τρόπο θα οικοδομηθεί μια τέτοια σχέση;
Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι
μεγάλα τμήματα, κυρίως του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, στερούνται
συνδικαλιστικής έκφρασης. Αυτό οφείλεται και στη μικρομεσαία δομή της
οικονομίας αλλά και στο ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση έχει διαλύσει κάθε
έννοια συλλογικής σύμβασης. Βεβαίως το πρόβλημα δεν είναι καινούριο,
πάντα μας απασχολούσε το θέμα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των
εργαζομένων σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
— Πρόκειται εξάλλου για ένα δομικό πρόβλημα του ευρωπαϊκού συνδικαλισμού.
Γιάννης Δραγασάκης: Ακριβώς.
Το δεύτερο πρόβλημα που αφορά τον συγκροτημένο συνδικαλιστικά φορέα,
είναι η ποιότητα των συνδικάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ιδίως σε
μεγάλες δημόσιες υπηρεσίες στην Ελλάδα είχαμε συνδικάτα ενσωματωμένα ή
σε μια ιδιόμορφη σχέση με τη διοίκηση. Υπάρχει συνεπώς το ερώτημα κατά
πόσο αυτοί οι μηχανισμοί αντιπροσώπευσης αποτελούν νομιμοποιημένους και
φερέγγυους εκφραστές των εργαζομένων. Αν θέλουμε για παράδειγμα να
συνομιλήσουμε για τη στρατηγική μιας μεγάλης δημόσιας επιχείρησης,
έχουμε αξιόπιστους συνομιλητές ή απλώς μόνο μια γραφειοκρατία; Προφανώς
υπάρχουν και θετικά αλλά και αρνητικά παραδείγματα.
Σε ό,τι αφορά την ευρύτερη κοινωνία,
ο ΣΥΡΙΖΑ διατυπώνει στο πρόγραμμά του ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης με
πλουραλιστικές μορφές ιδιοκτησίας. Απορρίπτουμε ταυτόχρονα το μοντέλο
της ολοκληρωτικής κρατικοποίησης και το μοντέλο των ιδιωτικοποιήσεων.
Σχηματικά, πρώτον, θέλουμε να
ενισχύσουμε το δημόσιο τομέα, κατά κύριο λόγο εκεί που υπάρχουν δημόσια
αγαθά και υπηρεσίες, καθώς και στρατηγικά διακυβεύματα για την εθνική
οικονομία, και να τον θέσουμε με όρους διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου
στην υπηρεσία της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Δεύτερον, θέλουμε έναν καινοτόμο ιδιωτικό τομέα που να λειτουργεί σε ένα πλέγμα οικονομικών και οικολογικών δεσμεύσεων.
Τρίτον, αναδεικνύουμε την κοινωνική
και αλληλέγγυα δραστηριότητα σε παραγωγική δομή της οικονομίας που δεν
εξαντλείται στην κινηματική ή διεκδικητική της διάσταση. Για την έξοδο
από την κρίση χρειάζεται η συνδρομή και ο συντονισμός των τριών αυτών
τομέων της οικονομίας. Χρειαζόμαστε κράτος και αγορές υπό την ηγεμονία
της λογικής των αναγκών που αποτελεί τον πυρήνα του νέου υποδείγματος
ανάπτυξης που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Το σχέδιο ανάπτυξης και
ανασυγκρότησης της χώρας συνδέεται άμεσα με τη δημοκρατία. Από την άποψη
αυτή, επείγει να επεξεργαστούμε πληρέστερα τις συλλογικές και
διαβουλευτικές μορφές με τις οποίες η κοινωνία κάνει τις επιλογές της
και κτίζει συναινέσεις. Θα αναφέρω μόνο την περίπτωση των μεταλλείων
χρυσού στη Χαλκιδική. Πρόκειται για μια επένδυση η οποία, με τον τρόπο
που έγινε, έχει διαλύσει όχι μόνο το περιβάλλον αλλά και την τοπική
κοινωνία.
Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις
αναπτύσσονται κινήματα σε αντίρροπη κατεύθυνση. Στο Τυμπάκι Ηρακλείου
για παράδειγμα, έχουμε αιτήματα και αποφάσεις δημοτικών κινήσεων που
τάσσονται υπέρ της κατασκευής ενός λιμανιού για κοντέινερ και φορτηγά
πλοία, όπως έχουμε και ένα κίνημα που αντιτίθεται τουλάχιστον στην
παρούσα δομή και μορφή του έργου. Άρα εδώ έχουμε το πρόβλημα της
δημοκρατίας ως συστατικό της συγκρότησης αλλά και των σχέσεων των
κινημάτων και των κινήσεων πολιτών μεταξύ τους και με την κοινωνία.
Συγκεκριμένα, με ποιον τρόπο θα συνομιλήσουν καταρχήν τα κινήματα μεταξύ
τους; Πώς θα συνομιλήσουν με τους τοπικούς θεσμούς ούτως ώστε να
μπορέσει να διαμορφωθεί μια συναινετική λύση και να μην υπάρξει ένας
διακανονισμός του ζητήματος με διοικητικά μέσα;
— Η κοινή γνώμη έχει
εξοικειωθεί με την ιδέα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έρθει σύντομα στην
κυβερνητική εξουσία στα πλαίσια της κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού και
της απονομιμοποίησης των πολιτικών του μνημονίου. Αντίθετα, εκείνο που
κυριαρχεί ακόμα και στις δημοσκοπήσεις είναι ο σκεπτικισμός ως προς τη
φερεγγυότητα της εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να
κάνει όλα όσα επαγγέλλεται; Και κατά δεύτερο λόγο, ακόμα και αν
πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις του, θα είμαστε άραγε σε καλύτερη μοίρα
από τη σημερινή κατάσταση; Υπάρχει αναμφισβήτητα μια μεγάλη απόσταση, αν
όχι ένα χάσμα, ανάμεσα στη θέληση να αλλάξουν τα πράγματα και στη
δυσπιστία απέναντι στο γεγονός ότι μπορούν πραγματικά να αλλάξουν μετά
από τα δεινά που υπέστη η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Τελικά,
είναι όντως πειστική η πρόταση κυβερνησιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ;
Γιάννης Δραγασάκης: Αξίζει
να συζητήσουμε τις αιτίες που δημιουργούν αυτή την κατάσταση. Η
δυσπιστία δεν αφορά αποκλειστικά τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά έχει να κάνει με την
κρίση και τις ανατροπές που φέρνει στις συλλογικές αντιλήψεις ως προς
την ερμηνεία και το μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων. Για
παράδειγμα, κάποια τμήματα της κοινωνίας θεωρούσαν και ίσως εξακολουθούν
ακόμα να θεωρούν ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με μικροαλλαγές
και βελτιώσεις. Όταν το 2008 υποστηρίξαμε ότι η έξοδος από την κρίση
προϋποθέτει να αλλάξουμε την κοινωνία, η θέση μας ακουγόταν σαν
γενικότητα. Σήμερα όμως η πολιτική μας προβληματική συνειδητοποιείται ευρύτερα.
Από τη μεριά μας, οφείλουμε να
παρουσιάσουμε στον ελληνικό λαό ένα επεξεργασμένο σχέδιο που να απαντάει
στα πραγματικά προβλήματα. Προσπαθούμε να αρθρώσουμε αυτό το σχέδιο σε
τρεις διαστάσεις του χρόνου που αντανακλούν τρεις πυλώνες αναγκών. Η
πρώτη χρονική διάσταση είναι άμεση. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει
κυριολεκτικά καταβαραθρωθεί και ζει προβλήματα πολεμικών περιόδων.
Υποφέρει σκληρά από την πείνα, την ανέχεια, την τεράστια ανασφάλεια.
Χρειάζεται λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα σοκ κοινωνικής ανακούφισης των
λαϊκών στρωμάτων με μέτρα άμεσης απόδοσης.
Αν όμως μείνουμε μόνο σ’ αυτή τη
διάσταση της εξαθλίωσης παραβλέπουμε το γεγονός ότι η κοινωνία είχε
προβλήματα και πριν το μνημόνιο. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε
ότι η σημερινή κρίση έφερε στην επιφάνεια μια σειρά προβλημάτων που
ανάγονται στον τρόπο συγκρότησης του κράτους και γενικότερα του
ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Η δεύτερη χρονική διάσταση είναι
μεσοπρόθεσμη. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα κύμα ριζικών
μεταρρυθμίσεων που αναδιανέμουν πόρους, εξουσίες και δικαιώματα στην
κοινωνία, απελευθερώνουν και ενεργοποιούν αδρανείς δυνάμεις και
διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για μια βιώσιμη ανάπτυξη. Είναι
χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα δεν διαθέτουμε ένα δίκαιο και
αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα και εξακολουθούμε να συζητάμε για
κτηματολόγιο ή για χωροταξικό σχεδιασμό. Τέτοιου είδους αλλαγές έχουν
ήδη γίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπό την αιγίδα των
αστικοδημοκρατικών δυνάμεων. Στην Ελλάδα, όμως, αλλαγές, ιδίως αυτές που
αναδιανέμουν πόρους και ισχύ υπέρ των αδυνάτων, δεν μπορούν να
υλοποιηθούν από έναν ύστερο αστικό εκσυγχρονισμό, αλλά πρέπει να
ενταχθούν σε ένα σχέδιο που θα έχει ως κατεύθυνση και ορίζοντα μια
μετα-νεοφιλελεύθερη κοινωνία, και θα έλεγα μάλιστα, μια
μετα-καπιταλιστική κοινωνία.
Το τρίτο μέρος του προγράμματος
είναι ακριβώς η θεμελίωση ενός νέου υποδείγματος. Πρέπει να δούμε πώς θα
αναθεμελιώσουμε το κοινωνικό κράτος, τι είδους ανάπτυξη επιθυμούμε και
με τι παραγωγική ειδίκευση της χώρας, πώς θα την επιτύχουμε και ποιους
θα υπηρετεί, ποιος θα είναι ο νέος
ενεργειακός χάρτης, κλπ. Στόχος μας είναι να ανοίξουμε το δρόμο για μια
νέα κοινωνία με βάση αξίες, δημοκρατικές πολιτικές επιλογές, ανάπτυξη
και απασχόληση.
Η πρόκληση που έχουμε να αδράξουμε είναι ότι καλούμαστε σε πολλές περιπτώσεις από σήμερα
να αναζητήσουμε και να εφαρμόσουμε νέες πολιτικές με βάση τις
κοινωνικές ανάγκες και όχι το κριτήριο της μεγιστοποίησης του κέρδους.
Όταν η ανεργία φτάνει το 30%, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει λύση αν
μείνουμε αποκλειστικά στην επιχείρηση που επιδιώκει το καπιταλιστικό
κέρδος. Θα χρειαστεί συνεπώς να προσφύγουμε σε παραγωγικές δομές που θα
μπορούν να ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες χωρίς να έχουν υποχρεωτικά σαν
βασικό κριτήριο λειτουργίας τους την κερδοφορία.
— Υπό αυτή την έννοια, το πολιτικό σας πρόγραμμα στοχεύει πιο πέρα από την επαναθεμελίωση του κεϋνσιανού αναχώματος;
Γιάννης Δραγασάκης: Όχι,
δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το κεϋνσιανό ανάχωμα είναι επαρκές για
να απαντήσει στα σημερινά προβλήματα. Υπάρχουν πολλές εμπειρίες που
μπορούν να αξιοποιηθούν. Όμως χρειαζόμαστε ένα νέο υπόδειγμα. Η βασική
δυσκολία όμως είναι ότι οι αλλαγές υποδειγμάτων, ακόμα και αν γίνονται
σε εθνικά πλαίσια, δεν μπορούν να επιβιώσουν αν δεν ενταχθούν σε μια
ευρύτερη διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική. Χρειάζεται επίσης να
συνειδητοποιήσουμε ότι τα τρία σκέλη του προγράμματος, σε σύνδεση
με την ευρωπαϊκή διάσταση του κοινωνικού μετασχηματισμού, δεν αποτελούν
τρεις διαδοχικές περιόδους. Στην πραγματικότητα, οι διεργασίες και οι
διαδικασίες της αλλαγής αρχίζουν ταυτόχρονα αλλά έχουν διαφορετικό
χρονικό ορίζοντα ως προς τα αποτελέσματα και τις απαιτήσεις τους.
— Ποιες είναι οι δυνατότητες
υλοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος δεδομένου ότι η Ευρώπη
ηγεμονεύεται από συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις που
αντιτίθενται απόλυτα σε κάθε εγχείρημα προοδευτικής αλλαγής;
Γιάννης Δραγασάκης: Στα
πλαίσια όμως του σημερινού συσχετισμού, είμαστε υποχρεωμένοι να
διαμορφώσουμε αυτό που οι τεχνοκράτες αποκαλούν «βασικό σενάριο» που
έχει σαν στόχο τη νικηφόρα έκβαση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Έχουμε
τονίσει ότι η επιλογή μας δεν είναι να φύγουμε από το ευρώ. Μπορεί όμως
να υπάρχουν εξελίξεις που υπερβαίνουν τις δικές μας επιλογές. Ο
καθορισμός του μέλλοντος δεν είναι μονοδιάστατος, είμαστε ουσιαστικά
αντιμέτωποι με μια έκρηξη των ενδεχόμενων. Μια πρόσθετη δυσκολία που
έχουμε είναι να βοηθήσουμε τον κόσμο να ξεχωρίσει τι είναι επιλογή
στόχων του ΣΥΡΙΖΑ και τι είναι ενδεχόμενο να συμβεί και για το οποίο
πρέπει να είμαστε έτοιμοι.
Κινούμαστε συνεπώς μέσα σ’ αυτό το
πλαίσιο και προσπαθούμε να εντοπίσουμε περιορισμούς αλλά και
δυνατότητες. Στην Ελλάδα έχουμε μια τάση να οδηγούμε τη συζήτηση στα
άκρα, στη λογική ότι όλα μπορούν να γίνουν ή τίποτα απολύτως δεν είναι
εφικτό. Από μεθοδολογική άποψη, μπορούμε να διακρίνουμε τρία πρότυπα
θεώρησης της δυναμικής των πολιτικών ευκαιριών. Τη συναίνεση, όπου όμως
με την άνιση δύναμη οδηγούμαστε σε υποταγή, και είναι αυτό που ζούμε σήμερα
στην Ελλάδα. Την τυφλή ρήξη παραβλέποντας παράγοντες που παραπέμπουν σε
ευρωπαϊκούς και διεθνείς συσχετισμούς και που μπορεί να οδηγήσει σε μια
στρατηγική ήττα της αριστεράς. Τη σχεδιασμένη διεκδίκηση βάσει στόχων,
που ορίζει τη δική μας κατευθυντήρια γραμμή πλεύσης.
— Τελικά, τι μπορούν να
κάνουν οι προοδευτικές δυνάμεις στον ευρωπαϊκό χώρο για να βοηθήσουν με
τον τρόπο τους την επιτυχία του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ στο επόμενο
διάστημα;
Γιάννης Δραγασάκης: Δεν
θα ήθελα να δώσω οδηγίες. Θα έλεγα όμως ότι το πρώτο που θα μπορούσαν
να κάνουν είναι να συμβάλουν ούτως ώστε να υπάρξουν προοδευτικές αλλαγές
στις χώρες τους. Κάθε προοδευτική αλλαγή στην Ευρώπη άλλα και διεθνώς
δημιουργεί προϋποθέσεις για ευρύτερες κινητοποιήσεις και διεκδικήσεις.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το είδος της βοήθειας που θα χρειαστούμε
θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περίπτωση
μιας πολιτικής αλλαγής στην Ελλάδα οι δυνατότητες είναι σε ευθεία
συνάρτηση με τους συσχετισμούς δύναμης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αλλαγές στο εσωτερικό μιας χώρας ή ομάδα χωρών επηρεάζουν τους
συσχετισμούς στην ευρωπαϊκή κλίμακα καθώς και το αντίστροφο.
Η στατική εικόνα πράγματι δεν
εμπνέει μεγάλη αισιοδοξία. Όμως τα εκρηκτικά προβλήματα που δημιουργεί η
κρίση, ιδιαίτερα στους λαούς του Νότου, με την πολιτική έννοια του
όρου, αλλά και του Βορά, καθιστούν τους σημερινούς συσχετισμούς
εύθραυστους, όπως δείχνει και η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Η
ηγεμονική δύναμη του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος έχει κλονισθεί. Και η
προοπτική μιας γερμανικής Ευρώπης προκαλεί ανησυχία ακόμη και σε τμήματα
της γερμανικής κοινωνίας.
Γενικότερα, μια πολιτική αλλαγή στην
Ελλάδα στην προοπτική ενός νέου, μετα-νεοφιλελεύθερου υποδείγματος
ανοίγει ένα ευρύ πεδίο αλληλοβοήθειας, από τη μετάδοση εμπειριών και
γνώσεων μέχρι την οικοδόμηση δικτύων συνεργασίας σε πολλά επίπεδα. Αυτή
τη στιγμή έχουμε σημαντικά ερωτήματα στην κατεύθυνση σχεδιασμού μιας
εναλλακτικής πολιτικής μέσα σε ένα πλέγμα θεσμών που ακόμα και η
λειτουργία τους είναι αδιαφανής, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
ή το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η ευόδωση της στρατηγικής μας απαιτεί να λάβουμε
υπόψη μας όλα αυτά τα δεδομένα και να υψώσουμε τον πήχη της αναμέτρησης
όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε θεωρητικό και ιδεολογικό-γνωστικό
επίπεδο.
—————————————————————————————————
*Η Συνέντευξη δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Fondation Gabriel Péri και σύντομα θα μεταφραστεί στα Γαλλικά à http://www.gabrielperi.fr/%CE%97-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
Παγκόσμιος καπιταλισμός, Ευρώπη και Αριστερά
του Χρήστου Λάσκου
1. Πού πάει το πράγμα; Είναι πιθανή μια συστημική κατάρρευση;
Όπως σημείωνε ο σπουδαίος συμβουλιακός κομμουνιστής Πάουλ Μάτικ, πριν
30 χρόνια, «στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό κάθε κρίση μπορεί να εξελιχτεί
σε τελική κρίση».
Πολλοί (από
τον συμβουλιακό Ρόμπερτ Κουρτς και τον αναρχικό γεωγράφο Ντέιβιντ
Γκράμπερ, μέχρι τον απολύτως μέινστριμ Ντέιβιντ Γκόρντον του Εθνικού
Γραφείου Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ, τον Μίνκι Λι που προφητεύει την
χαοτική, τύπου Μαντ Μαξ, μετεξέλιξη του καπιταλισμού και τον Ιμάνουελ
Βαλερστάιν, για τον οποίο το σύστημα τα επόμενα χρόνια θα αναφωνήσει
«Τετέλεσται»), αμφισβητούν τη δυνατότητα του καπιταλισμού να διατηρήσει,
έστω και μετριασμένη, την παραγωγική του δυναμική. Επιπλέον, έχει
αναδειχθεί η αδυναμία του να ικανοποιήσει βασικές ανθρώπινες ανάγκες
πολύ μεγάλου τμήματος του παγκόσμιου πληθυσμού, άρα και η μη
νομιμοποίησή του, μαζί με την καθολική ανορθολογικότητα, από τη σκοπιά
της σύνολης ανθρωπότητας.
Ξέρω ότι πολλοί σύντροφοι θεωρούν την αναφορά σε τέτοια «αποκαλυψιακά» ζητήματα εκκεντρικότητα.
Χωρίς να μπορώ να επεκταθώ, θα επισημάνω κάποιους οδοδείκτες που μας
προσανατολίζουν μέσα στο μακροϊστορικό πεδίο, ενώ, ταυτόχρονα, μας
προσγειώνουν στο σήμερα.
α) Το 2008
υπήρξε η μεγαλύτερη πτώση του παγκόσμιου ΑΕΠ (2,5%) μετά το 1929.
Έκτοτε, ο ρυθμός μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας υποχωρεί συνεχώς:
2010: 5.2%, 2011: 3.9%, 2012: 3.2%, 2013: 2.9%. Ειδικά για τις
ανεπτυγμένες οικονομίες: 2010: 3%, 2011: 1.7%, 2012 :1.5%, 2013 :1.2%.
β) Σε όλη τη
διάρκεια της νεοφιλελεύθερης περιόδου, ο ρυθμός συσσώρευσης δεν
ακολούθησε τον ρυθμό αύξησης του ποσοστού κέρδους. Η καθαρή επένδυση των
καπιταλιστών έμεινε πολύ πίσω, πράγμα συνδεδεμένο και με τη
χρηματιστικοποίηση.
γ) «Αν δεν
είχε μεσολαβήσει η πετυχημένη νεοφιλελεύθερη επίθεση τη δεκαετία του
’80, η πρόβλεψη του Χένρικ Γκρόσμαν θα είχε από καιρό επιβεβαιωθεί»: το
σύστημα θα έτεινε προς κατάρρευση (Ανουάρ Σέικ). Σήμερα, βρισκόμαστε μετά την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού.
2. Υπάρχει κεϋνσιανή λύση, τώρα που στόμωσε ο νεοφιλελευθερισμός;
Οι νεοκεϋνσιανοί ισχυρίζονται πως ναι, και μάλιστα τεχνικοοικονομικά
εύκολη. Αν δεν έλειπε η πολιτική βούληση, όλα θα ήταν απλά. Με επέκταση
της δημοσιονομικής ώθησης, παρεμβάσεις ανακούφισης των «υποθηκευμένων»,
πληθωρισμό 4%, ποσοτική χαλάρωση μέσω της αγοράς από την κεντρική τράπεζα «χαρτιών» από τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, υποτίμηση.
Είναι,
λοιπόν, οι οπαδοί της λιτότητας τρελοί; Ναι, απαντούν ο Κρούγκμαν και ο
Στίγκλιτς. Κάνουν λάθος. Πάσχοντας από έλλειψη ταξικού κριτηρίου, δεν
κατανοούν πως η λιτότητα είναι συνέπεια, και όχι αίτιο της κρίσης.
Θεωρούν, επομένως, πως το κρίσιμο είναι να πειστούν οι ελίτ να αλλάξουν
πολιτική!
Προφανώς,
είμαστε αναφανδόν με την αύξηση των μισθών, χωρίς, ταυτόχρονα, να
πιστεύουμε πως αυτό απαντά στο ερώτημα της υπέρβασης της καπιταλιστικής
κρίσης. Ο Ισόν το θέτει ξεκάθαρα. Όχι «wage led
recovery», αλλά «να πληρώσουν οι πλούσιοι». Λέμε λοιπόν ναι στη μεγάλη
δημόσια παρέμβαση, στην επέκταση της δημόσιας δαπάνης που θα κατευθυνθεί
σε άμεση αύξηση της δημόσιας απασχόλησης, προσφορά εκπαίδευσης, υγείας
και φροντίδας, μείωση της φτώχειας.
Μαζί με τα
προηγούμενα, η ιδέα του κοινωνικού ελέγχου διαμορφώνει μια
αντικαπιταλιστική στρατηγική οπτική. Ο έλεγχος αφορά τον περιορισμό των
δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας, θέτοντας ερωτήματα όπως: Τι γίνονται τα
κέρδη τους; Μερίσματα ή απασχόληση; Τι γίνονται οι φόροι μας; Bailouts ή
δημόσια αγαθά;
Εν τέλει, η
μεγαλύτερη διαφορά με τους κεϋνσιανούς είναι η στόχευση στην
κοινωνική-ταξική κινητοποίηση των μαζών, η επιλογή αυτού που βοηθάει
τους αγώνες και όχι την «ανάπτυξη», γενικώς.
3. Η ευρωζώνη έχει εκραγεί ως οικονομική οντότητα.
Ήδη πριν την κρίση, χωρίς συναλλαγματική πολιτική, προϋπολογισμό,
φορολογική εναρμόνιση η κατάσταση ήταν αλλοπρόσαλλη. Η κρίση την
αποτελείωσε, επιδρώντας με ακραία ασύμμετρο τρόπο στις διαφορετικές
περιοχές.
Το σχέδιο
του ενιαίου νομίσματος αποδείχτηκε μη συνεκτικό — όχι, όμως, ταξικά
αναποτελεσματικό. Η σύγκλιση δεν επήλθε, ο πληθωρισμός δεν συνέκλινε, οι
ανταγωνιστικότητες απέκλιναν. Διαμορφώθηκε, έτσι, μια χαώδης
μακροοικονομική συνθήκη στην Ε.Ε., στη βάση της οποίας βρίσκεται ο
διαφορετικός δομικός πληθωρισμός κατά χώρα.
Επιπλέον, «εσωτερικοί όροι», όπως η εισοδηματική ανισότητα εντός των εθνικών κρατών, παίζουν
καθοριστικό ρόλο. Πολλά προβλήματα της ελληνικής κρίσης οφείλονται στον
ελληνικό καπιταλισμό: είναι μια ουσιώδης παράμετρος, όχι «παρωνυχίδα»,
όπως επιμένουν εκσυγχρονιστές και νεοφιλελεύθεροι. Η πραγματική ελληνική
«ιδιαιτερότητα» συνίσταται στο ότι η ελληνική αστική τάξη –και δεν
εννοώ τις «100 οικογένειες»– υπήρξε διαχρονικά από τις πιο
εκμεταλλευτικές στην Ευρώπη, πράγμα που επέδρασε καθοριστικά στο χρέος
(λόγω εξαιρετικά μειωμένων εσόδων) και στο εξωτερικό ισοζύγιο (λόγω της
επίδρασης των πολυτελών εισαγωγών). Η εσωτερική ακραία ανισότητα
προηγήθηκε της εξωτερικής ανισορροπίας (κατά κανόνα έχουμε μεγαλύτερο
πληθωρισμό σε οικονομίες με μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες).
Η ευρωζώνη
βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: αποδόμηση ή ριζική επανίδρυση; Δίλημμα
πραγματικό, και όχι εικονικό παράγωγο των «οπαδών του καλού ευρώ»,
απέναντι στο οποίο η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να μην
τοποθετείται.
Επιπλέον,
για μια ταξική και όχι εθνική οπτική της κρίσης, ας κρατήσουμε πως οι
ευρωπαϊκές αστικές τάξεις έχουν ποικίλα και συχνά αντιτιθέμενα
συμφέροντα, αλλά απέναντι στις εργατικές τάξεις αποτελούν ενιαίο και
αρραγές μέτωπο. Η δημιουργία ενός αντίστοιχου εργατικού μετώπου σε
ευρωπαϊκό επίπεδο συνιστά sine qua non προϋπόθεση για οποιαδήποτε εργατική απάντηση.
Στο μέτρο
που η πρόταση της αποδέσμευσης ούτε καν αναρωτιέται γι’ αυτά, είναι
εξαιρετικά αδύναμη στο σημαντικότερο πεδίο: το πολιτικό. Γιατί το
κρίσιμο ζήτημα δεν έγκειται τόσο στο οικονομικό κόστος μιας εξόδου από
το ευρώ, όσο στην πολιτική αδυναμία της επιλογής της αποδέσμευσης —
εκτός αν θεωρεί κανείς πως οι ανταγωνιστικές υποτιμήσεις ευνοούν τη
διαμόρφωση του ενιαίου εργατικού μετώπου.
Για να
θυμηθώ ξανά τον Σέικ (και τον προβληματισμό του Μπαλιμπάρ), «το
διακύβευμα της εποχής είναι πώς θα έχουμε κοινωνική ανατροπή, ώστε να
αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κρίσης, χωρίς να οδηγηθούμε σε
πολέμους».
4. «Γιατί έχασε η Αριστερά τη δεκαετία του ’70»; Ένα ερώτημα συναφές με τα τωρινά μας πάθη:
Στο Χωρίς Επιστροφή
έχουμε τοποθετηθεί αναλυτικά. Συνοψίζω τις αιτίες της αποτυχίας, σε
ό,τι αφορά την Αριστερά, σε τέσσερις λέξεις: κυβερνητισμός, κρατισμός,
λαϊκομετωπισμός, εθνοκρατισμός.
Η εντύπωση
πως φτάνει η κατάκτηση της κυβέρνησης, ενώ το κίνημα «θα στηρίζει»,
υπήρξε καταδικαστική για τα εγχειρήματα της εποχής.
Επ’ ουδενί
είμαστε κρατιστές. Όχι το κράτος, αλλά η κοινωνία πρέπει να βρίσκεται
στο προσκήνιο. Οι πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και εναλλακτικής οικονομίας
και η έκρηξη δημοκρατίας των πλατειών δεν συνιστούν «υποστηρικτικά
δευτερεύοντα», αλλά ουσιώδεις μετασχηματιστικές πρακτικές. Ο στόχος δεν
περιορίζεται στο σταμάτημα της λιτότητας, αλλά στην κοινωνική ανατροπή.
Καμιά
κυβέρνηση της Αριστεράς, κανένα κρατικό παρεμβατικό σχέδιο δεν
τελεσφορεί χωρίς την από κάτω κίνηση· μόνο αυτή μπορεί να αλλάξει
δραστικά τα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα, στην κατεύθυνση μιας
«οικονομίας των αναγκών». Η πρόκληση στην καπιταλιστική ηγεμονία περνάει
μέσα από πρακτικές όπου μεγάλος αριθμός ανθρώπων αλλάζει από τώρα τα πράγματα.
Τέλος, δεν
διατυπώνουμε εθνικές στρατηγικές, οι οποίες αναγκαστικά αρθρώνονται με
έναν ανιστόρητο λαϊκομετωπισμό, που δεν διακρίνει παρά «μεγάλο κεφάλαιο»
και «λαό». Απαιτείται μια ταξική στρατηγική, που μας συνδέει με τους
γερμανούς εργάτες, και όχι με δικά μας αφεντικά.
5. Σήμερα, η ριζοσπαστική Αριστερά,
με όλες τις διαφορές, έχει σχεδόν ταυτόσημο πρόγραμμα, καθόλου
ριζοσπαστικότερο, με το γαλλικό Κοινό Πρόγραμμα, την βρετανική
Εναλλακτική Οικονομική Στρατηγική ή το σουηδικό σχέδιο Meidner του ’70.
Ένα πρόγραμμα με άξονες:
* ριζική αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου
*
αύξηση μισθών
* μείωση ωρών εργασίας
* αποεμπορευματοποίηση σημαντικών
τομέων της οικονομίας
* ενίσχυση βασικών υποδομών, καθολική παροχή
δημόσιων αγαθών
* διαγραφή ιδιωτικού και δημόσιου χρέους
*
κοινωνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων.
Κάτι σαφώς
λιγότερο, δηλαδή, από την Εναλλακτική Στρατηγική των βρετανών Εργατικών
του 1975.
Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει τη θετική διαφορά για το σημερινό πρόγραμμα; Η ταξική διάσταση και, μαζί, η διεθνιστική προοπτική.
Τα
εγχειρήματα του ’70 είχαν μια σύμφυτη εθνική διάσταση, που λειτουργούσε
υπονομευτικά εξαρχής. Η ταξική και η διεθνιστική προοπτική μπορεί να
είναι η μεγάλη μας διαφορά. Η βαθιά γνώση, δηλαδή, πως αυτό που θα
ξεκινήσει τοπικά δεν θα συνεχίσει –πολύ περισσότερο δεν θα ολοκληρωθεί–
τοπικά. Ή θα βρει στήριξη στην εργατική τάξη στην Ευρώπη και τον κόσμο ή
θα καταρρεύσει. Η μεγάλη διαφορά είναι η βαθιά γνώση πως τα συμφέροντα
και οι ανάγκες των εργαζομένων σε Βορρά και Νότο είναι κοινά. Όχι
γενικώς και θεωρητικώς, αλλά τώρα, στη συγκυρία.
Δεν κινούμαστε προς την εφαρμογή,
«συνεκτική και ολοκληρωμένη», ενός προγράμματος, μολονότι αυτό είναι
απολύτως αναγκαίο. Κινούμαστε προς μια μεγάλη πολιτική και κοινωνική
σύγκρουση, που μπορεί να γίνει θρυαλλίδα για μια μεγάλη ανατροπή στην
Ευρώπη και στον κόσμο. Αν δεν γίνει, θα σβήσει. Για να γίνει, πρώτη
προϋπόθεση είναι η ενεργός αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων —
άρα, από μέρους μας μια στρατηγική, αλλά και ρητορική, που θα
ενδυναμώνει τους όρους αυτής της αλληλεγγύης.
Χρειαζόμαστε μια απάντηση περισσότερο οικουμενική από την οικουμενικότητα του κεφαλαίου.
Το άρθρο
είναι συνεπτυγμένη μορφή της εισήγησης του Χρήστου Λάσκου στη Διεθνή
Αντικαπιταλιστική Συνάντηση της Αθήνας (άνοιξη του 2013).
Πηγή Ενθέματα
Δημοσιονομική πολιτική, παραγωγική ανασυγκρότηση και Αριστερά
του Ευκλείδη Τσακαλώτου
Στην
πρόσφατη συζήτηση εντός της Αριστεράς για τον ρόλο της δημοσιονομικής
πολιτικής πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πρωτεύοντα από τα δευτερεύοντα
ζητήματα. Πρέπει καταρχάς να διαχωρίσουμε τον ρόλο της δημοσιονομικής
πολιτικής στη διάρκεια μιας κρίσης, ή όταν υπάρχει στενότητα
χρηματοδοτικών πηγών, από την μία, και σε κανονικές συνθήκες από την
άλλη. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η Αριστερά εντάσσει αυτή τη
ζήτηση στο πιο σημαντικό ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της
οικονομίας. Θα υποστηρίξω εδώ ότι η προσέγγιση της Αριστεράς έχει
ορισμένα κοινά σημεία, τόσο με τις προσεγγίσεις των κεϋνσιανών όσο και
με εκείνες των οικονομικών της προσφοράς, αλλά εν τέλει τις υπερβαίνει
και τις δύο.
Ξεκινάω με
τις κεϋνσιανές προσεγγίσεις. Η Αριστερά συμφωνεί ότι πρέπει να υπάρχουν
ελλείμματα σε μια κρίση. Αν ο ιδιωτικός και ο τραπεζικός τομέας πρέπει
να απομοχλεύσουν (δηλαδή να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους), το να
προσπαθεί να κάνει το ίδιο και το κράτος –είτε με την αύξηση των φόρων
είτε με τη μείωση των δαπανών– είναι απλώς τρελό. Το αποτέλεσμα είναι
κανένας τομέας να μην μπορεί να στηρίξει τη ζήτηση στην οικονομία
συνολικά, κι έτσι όλοι οι τομείς αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να
αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους, αφού μειώνεται το εισόδημα. Αυτές τις
συνέπειες μπορεί να τις δει κανείς σε όλο τον Νότο μετά την επιβολή των
πολιτικών λιτότητας.
Ορισμένοι
κεϋνσιανοί υποστηρίζουν επίσης αυτό που έχει γίνει γνωστό ως «χρυσός
κανόνας». Ο στόχος εδώ είναι να υπάρχει ισοσκελισμένος προϋπολογισμός
στον οικονομικό κύκλο, με ελλείμματα στην ύφεση και πλεονάσματα στην
ανάκαμψη — ο Κέυνς έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν είναι καλό να υπάρχουν
ελλείμματα σε περιόδους ανάπτυξης. Αλλά ο «χρυσός κανόνας» υποστηρίζει
επίσης ότι αυτή η ισορροπία πρέπει να εξαιρεί τις επενδυτικές δαπάνες.
Από τη μια πλευρά, αυτό συμβαίνει διότι οι επενδύσεις τείνουν να είναι
αυτοχρηματοδοτούμενες: οι επενδύσεις τείνουν να αυξάνουν τη μακροχρόνια
ανάπτυξη, κι έτσι μια αύξηση του χρέους λόγω των ελλειμμάτων παραμένει
διαχειρίσιμο μέρος του (αυξανόμενου) ΑΕΠ. Από την άλλη, καθώς οι
ιδιωτικές επενδύσεις είναι ένα μέγεθος ευμετάβλητο και επηρεάζεται από
την ψυχολογία στην αγορά
(τα «ζωικά ένστικτα» του Κέυνς), είναι επιθυμητό να προστατεύονται οι
δημόσιες επενδύσεις. Ακριβώς το αντίθετο, με άλλα λόγια, από αυτό που
συμβαίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, όπου το Πρόγραμμα Δημοσίων
Επενδύσεων ήταν το πρώτο που μειωνόταν για να επιτευχθούν οι
δημοσιονομικοί στόχοι. Τέλος, κάποιοι κεϋνσιανοί πίστευαν ότι τα
κριτήρια του Μάαστριχτ ήταν ακατάλληλα για τις οικονομίες του Νότου, υπό
την έννοια ότι χρειάζονται περισσότερες δαπάνες όχι μόνο για επενδύσεις
αλλά και για υποδομές, εκπαίδευση, ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης
κλπ.
Φαίνεται
προφανές ότι η Αριστερά δείχνει πολύ μικρότερη συμπάθεια για τις πιο
νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις. Για τους αρχιτέκτονες της ευρωζώνης, η
μειωμένη αυτονομία για πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης θα πίεζε τους
πολιτικούς σε εθνικό επίπεδο να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
(απελευθέρωση των αγορών εργασίας και προϊόντων) για να μετριάσουν τις
επιπτώσεις των ασύμμετρων σοκ. Στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, η
συνολική ζήτηση σπάνια θεωρείται πρόβλημα καθώς, σε γενικές γραμμές,
σύμφωνα με τον νόμο του Say, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση. Περιττό να
ειπωθεί ότι υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις ότι οι μεγάλες κρίσεις
αυτοδιορθώνονται μέσω της λειτουργίας των «δυνάμεων της αγοράς»: η
έλλειψη ζήτησης μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα. Ωστόσο, μια δόση αλήθειας στην πιο νεοφιλελεύθερη προσέγγιση
είναι ότι η πλευρά της προσφοράς πράγματι έχει σημασία και ότι η
δημοσιονομική χαλαρότητα ή ανευθυνότητα μπορεί να κάνει δύσκολη την εφαρμογή
αλλαγών στο επίπεδο της παραγωγής. Η Αριστερά απλώς δεν πιστεύει τον
ισχυρισμό του Κέυνς ότι όταν φτάσουμε στην πλήρη απασχόληση «η κλασική
θεωρία ισχύει», με το οποίο εννοούσε ότι η αγορά μπορεί να λύσει όλα τα
προβλήματα από μόνη της.
Για να δούμε
τι διακυβεύεται, ας πάρουμε ένα παράδειγμα από τη σουηδική
σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’60. Το μοντέλο Rehn-Meidner (δύο
επιφανείς οικονομολόγοι των συνδικάτων) δεν ήταν κευνσιανής έμπνευσης:
βασιζόταν στην υπόθεση ότι μια πολύ χαλαρή δημοσιονομική πολιτική θα
αποτελούσε πρόβλημα για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Το μοντέλο
στηριζόταν σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος ήταν μια μισθολογική πολιτική
αλληλεγγύης που διαπραγματεύονταν ένα κεντρικό συνδικάτο για το σύνολο
των εργαζομένων. Το αλληλέγγυο στοιχείο ήταν ότι οι υψηλά αμειβόμενοι
εργαζόμενοι, στους δυναμικούς και πιο κερδοφόρους τομείς, έπαιρναν μια
αύξηση μικρότερη από εκείνη που θα μπορούσαν οι ίδιοι να
διαπραγματευτούν. Από την άλλη, οι χαμηλότερα αμειβόμενοι σε λιγότερο
δυναμικούς τομείς έπαιρναν μεγαλύτερη αύξηση από εκείνη που θα μπορούσαν
αν διαπραγματεύονταν αυτοί. Η στρατηγική αυτή είχε ως αποτέλεσμα οι
δυναμικοί τομείς να έχουν ακόμα υψηλότερα κέρδη, με επώδυνες συνέπειες
για τους υπόλοιπους τομείς που ήδη αντιμετώπιζαν προβλήματα. Αυτή
ακριβώς ήταν η λογική του εγχειρήματος: να πιέσει τους εργοδότες που δεν
μπορούσαν να επιτύχουν στη βάση της τεχνολογικής καινοτομίας παρά μόνο
στους χαμηλούς μισθούς. Έτσι, οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις ή
κλάδοι ήταν υποχρεωμένες να καινοτομήσουν, να βελτιώσουν την ποιότητά
τους ή να κλείσουν! Τι θα συνέβαινε όμως με τους εργαζόμενους των
επιχειρήσεων που δεν θα το κατάφερναν; Αυτοί επρόκειτο να καταρτιστούν
για να προσληφθούν έπειτα στις επιχειρήσεις και τους τομείς που
αναπτύσσονταν λόγω κερδών. Επομένως, ο δεύτερος πυλώνας του μοντέλου
ήταν οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης ώστε οι άνεργοι να
επανενταχθούν γρήγορα στους πιο επιτυχημένους κλάδους. Ο τρίτος πυλώνας
ήταν η σφιχτή δημοσιονομική πολιτική ώστε οι λιγότερο αποδοτικές
επιχειρήσεις να μην επιζούν μόνο λόγω πλεονάζουσας ζήτησης, τη στιγμή
που το ζητούμενο ήταν η παραγωγική ανασυγκρότηση.
Το μοντέλο
Rehn-Meidner χρήζει κριτικής και τελικά αντιμετώπισε προβλήματα. Βέβαια
οι σουηδοί νεοφιλελεύθεροι το μισούσαν: αντιπαθούσαν τη συλλογική
διαπραγμάτευση επί της αρχής και αντιπαθούσαν ακόμα περισσότερο την
αλληλέγγυα μισθολογική πολιτική – εξάλλου οι καπιταλιστές δε θέλουν τη
μείωση των μισθολογικών αποκλίσεων αλλά αντίθετα τη διεύρυνσή τους ώστε
οι εργαζόμενοι να έχουν κίνητρο να δουλεύουν περισσότερο για να έχουν
υψηλότερους μισθούς. Περιττό να αναφερθεί ότι ούτε η δική μας Αριστερά
θεωρεί το συγκεκριμένο μοντέλο ως πρότυπο, καθώς απέχει πολύ από την
άποψή μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση. Ωστόσο, το ενδιαφέρον εδώ
είναι ότι υπήρχε μια προοδευτική προσέγγιση που δεν βασιζόταν στη
διαχείριση της ενεργού ζήτησης και δεν ήθελε τη δημοσιονομική πολιτική
να λειτουργεί εναντίον των απαραίτητων αλλαγών στο επίπεδο της
παραγωγής.
Ας κωδικοποιήσουμε, με βάση τα παραπάνω, ποια πρέπει να είναι η στάση μας σε σχέση με τη δημοσιονομική πολιτική:
α) Η
Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει τα δημοσιονομικά πλεονάσματα ή
ακόμα και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Ιδιαίτερα σε περιόδους
ύφεσης, τα ελλείμματα μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Και ακόμα κι αν
μια ύφεση ξεκινήσει παράλληλα με την ύπαρξη σημαντικών δημοσιονομικών
ανισορροπιών, η περιστολή πρέπει να σχεδιαστεί πολύ προσεκτικά — η
θεραπεία-σοκ σπάνια λειτουργεί και πάντα οδηγεί σε τεράστιο κοινωνικό
κόστος.
β) Η
Αριστερά επί της αρχής δεν υποστηρίζει ούτε τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Τα ελλείμματα συχνά μπορεί να αποτελούν σημάδια για την ύπαρξη
οικονομικών και κοινωνικών ανισορροπιών σε άλλο επίπεδο, που πρέπει να
διορθωθούν. Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της προσέγγισης της Αριστεράς είναι
ότι όταν ξεκινά μια προσπάθεια για δημοσιονομική σταθερότητα, αυτή
πρέπει να γίνεται με έμμεσο τρόπο. Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική
κατάσταση θα βελτιωθεί και ως αποτέλεσμα της καλύτερης απόδοσης στην
πραγματική οικονομία. Αλλά ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον είναι
κάτι που θα μπορούσε χωρίς ντροπή να υιοθετήσει η Αριστερά, στον βαθμό
που έχουμε ξεκαθαρίσει ποιος είναι πράγματι ο ρόλος της μακροοικονομικής
πολιτικής και τι θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα με τη χρήση άλλων
μέσων.
γ) Η
Αριστερά χρειάζεται τη μακροοικονομική πολιτική της για να προστατεύει
και να ενισχύει την παραγωγική της πολιτική. Η Αριστερά κυρίως
ενδιαφέρεται να προκαλέσει ένα ρήγμα στα καταναλωτικά και παραγωγικά
πρότυπα της νεοφιλελεύθερης εποχής. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να
υπηρετεί αυτό τον σκοπό. Ο «χρυσός κανόνας», που προαναφέρθηκε, θα
μπορούσε να αποτελέσει μια αρχή, βοηθώντας σημαντικά όλες τις οικονομίες του Νότου να βγουν πιο γρήγορα από την κρίση.
Η
δημοσιονομική πολιτική βέβαια επίσης ασχολείται με τα ζητήματα
αναδιανομής, που εκφεύγουν του θέματος αυτού του άρθρου, αλλά κατέχουν
εξέχουσα σημασία για την Αριστερά. Εδώ προσπάθησα να ξεκαθαρίσω ορισμένα
βασικά ζητήματα σε σχέση με τις μακροοικονομικές πτυχές της
δημοσιονομικής πολιτικής. Και, βέβαια, η απόφαση για τη στάση μας επί
της αρχής δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να σκεφτούμε πολύ προσεκτικά για
το πώς διαπραγματευόμαστε εντός της ευρωζώνης με εκείνους που έχουν πολύ
διαφορετικές ιδέες και προτεραιότητες. Δεν βρισκόμαστε σε ιδανικές
συνθήκες της επιλογής μας — και η σπανιότητα της χρηματοδότησης
προσθέτει ένα ακόμα επίπεδο αβεβαιότητας στα παραπάνω, για το οποίο θα
μιλήσω σε επόμενο άρθρο. Σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μπορεί να είμαστε
υποχρεωμένοι να βάλουμε λίγο νερό στο κρασί μας, αλλά είναι πάντα
αναγκαίο να γνωρίζουμε τι περιέχει το κρασί μας: ποια είναι τα βασικά
και ποια τα δευτερεύοντα ζητήματα για εμάς.
Πηγή Ενθέματα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)