Τι αντιπροσωπεύουν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας

του Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι*

του Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι*
Ο Αλέξης Τσίπρας αντιπροσωπεύει την αντίσταση της ελληνικής
κοινωνίας ενάντια στη χρηματοπιστωτική επίθεση, κι αυτή
είναι για μένα μια επαρκής αιτιολογία για να δηλώσω τη
στήριξή μου στο ψηφοδέλτιο που παρουσιάζεται με το όνομά του
στις ευρωεκλογές, και για να πάω να το ψηφίσω.
Όμως, ποιο σκοπό θέτει αυτό το ψηφοδέλτιο; Αν στις εκλογές επιτύχουμε μόνο το να εκφραστεί η γεροντική και υστερο- αριστερίστικη μειοψηφία (στην οποία ανήκω) υπέρ του μοναδικού νέου ευρωπαίου πολιτικού που δεν είναι ηθικά διεφθαρμένος και διανοητικά κομφορμιστής, δεν θα είναι ένα σπουδαίο αποτέλεσμα.
Γι’ αυτό, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να δημιουργήσουμε τις πολιτιστικές και πολιτικές συνθήκες για την επιτυχία αυτού του ψηφοδελτίου, πρέπει να σκεφτούμε ποια είναι τα σενάρια που μια προεκλογική εκστρατεία για τον Τσίπρα μπορεί να ανοίξει, ποια αποτελέσματα πολιτιστικής και κοινωνικής ανασύνθεσης μπορούμε να επιτύχουμε.
Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Είναι πλέον κοινό αίσθημα το άδειασμα των δημοκρατικών θεσμών απέναντι στους αυτοματισμούς του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από τη σύστασή της μια χρηματοπιστωτική απολυταρχία, από τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υφαρπάζει αποφάσεις του Κοινοβουλίου. Επομένως, γιατί να κινητοποιηθούμε, γιατί να ψηφίσουμε;
Η ευρωπαϊκή κοινωνία έχει κατάθλιψη, είναι κατακερματισμένη, λυσσαλέα επιθετική. Η προεκλογική εκστρατεία για τον Τσίπρα πρέπει να ενσταλάξει τη δυνατότητα μιας ενωτικής διαδικασίας αλληλεγγύης και εξέγερσης, μη αποδοχής και ανεξαρτησίας της καθημερινής ζωής από τη χρηματοπιστωτική δικτατορία.
Διαφορετικά, δεν θα χρησιμέψει σε τίποτα..
Η διαδικασία αποσύνθεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλέον πολύ προχωρημένη για να μπορούμε να τη σταματήσουμε. Οι ταυτοτικοί εγωισμοί που είναι σε έξαρση εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής βίας, θα παράγουν τα καταστροφικά τους αποτελέσματα. Ας μην έχουμε αυταπάτες.
Το ψηφοδέλτιο Τσίπρα μπορεί να είναι η αρχή μιας διαδικασίας ανασύστασης της Ένωσης πέρα από τη σημερινή καταστροφή, μπορεί να ενεργοποιήσει εκ νέου μια διαδικασία κοινωνικής αλληλεγγύης και να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια πολιτιστική ανασύνθεση, που να υπερβαίνει την τρέχουσα κρίση, για έναν στρατηγικό επανακαθορισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρόβλημα δεν είναι το ευρώ
Όλο και συχνότερα, στην Ιταλία και αλλού, υψώνονται φωνές υπέρ της εξόδου από το ευρώ. Είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη, ακόμη και αν γεννιέται από ευνόητες αιτίες: η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ανέστειλε τη δημοκρατία, για να επιβάλλει μέτρα που η πλειονότητα απορρίπτει, και φτώχυνε τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Από τότε που υπάρχει το ευρώ, το ημερομίσθιο έπεσε στο ήμισυ, η δημόσια δαπάνη μειώθηκε με δραστικό τρόπο, η ανεργία αυξήθηκε σε πρωτόφαντα επίπεδα, ενώ το ωράριο εργασίας δεν έχει πια όρια. Από την άλλη, αυτή δεν είναι παρά μόνο η αρχή, διότι τα αποτελέσματα του δημοσιονομικού συμφώνου και η αδυσώπητη αποφασιστικότητα για την επιβολή της λιτότητας θα ωθήσουν στην εξαθλίωση ένα αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού, με τις ήδη ορατές πολιτικές συνέπειες: διάλυση της δημοκρατίας, αποσύνθεση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αύξηση της ταυτοτικής, εθνικιστικής, ρατσιστικής επιθετικότητας.
Όμως, μόνο μια πολύ μυωπική οπτική μπορεί να μας οδηγήσει να σκεφτούμε ότι η αιτία της καταστροφής είναι η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, και ότι συνεπώς η λύση θα ήταν η έξοδος από το ευρώ, με την επιστροφή των εθνικών νομισμάτων. Η γέννηση του ευρώ και η στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν είναι δυνατό να εξηγηθούν παρά μόνο στο πλαίσιο της αλλαγής του παγκόσμιου καπιταλισμού. Γι’ αυτό χρειάζεται να ανατρέξουμε στις επιλογές που έγιναν λίγο πριν από την έλευση του ευρώ, και σε ένα επίπεδο που δεν είναι μόνο νομισματικό. Πρέπει να ανατρέξουμε στη ριζικά νέα κατάσταση που εμφανίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’70 εξαιτίας δύο συγκλινόντων παραγόντων: το μεγάλο κύμα του εργατικού αγώνα, που είχε προκαλέσει μια διανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζομένων, και την τεράστια τεχνολογική επανάσταση που παρήγαν οι ψηφιακές τεχνολογίες.
Χρειάζεται να ανατρέξουμε σ’ εκείνη τη σύνδεση, χρειάζεται να αναστοχαστούμε την εναλλακτική λύση που εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε, και χρειάζεται να ανασυνθέσουμε τα επόμενα βήματα που έκαναν δυνατή την καπιταλιστική αντεπίθεση, της οποίας τα αποτελέσματα βλέπουμε σήμερα.
Η χρηματοπιστωτική απολυταρχία
Από τη δεκαετία του ’80 δημιουργήθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο οι συνθήκες της σημερινής απολυταρχίας του κεφαλαίου: διάλυση των ρυθμίσεων προστασίας των εργαζομένων και της επικράτειας, ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, παγκοσμιοποίηση της αγοράς εργασίας και επισφάλεια.
Όταν η διαδικασία παγκοσμιοποίησης ενέταξε τεράστιους τομείς νέας εργατικής δύναμης στον κύκλο βιομηχανικής παραγωγής, ενώ κατέρρεε ο ολοκληρωτικός σοσιαλισμός, οι εργαζόμενοι των αναδυόμενων οικονομιών μπορούσαν να δουν στο ευρωπαϊκό μοντέλο ένα παράδειγμα αναδιανομής του πλούτου και συγκράτησης της εκμετάλλευσης.
Η ευρωπαϊκή αριστερά σ’ αυτό το σημείο βρέθηκε μπροστά σε μια εναλλακτική λύση: να αναλάβει το ρόλο του παραδείγματος για τους εργαζομένους των χωρών νέας εκβιομηχάνισης, θέτοντας το ζήτημα της μείωσης του χρόνου εργασίας ως ενοποιητικό ζήτημα σε παγκόσμια κλίμακα, ή να ενταχθεί στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο και να τεθεί στην υπηρεσία των νομισματικών πολιτικών χρηματιστικοποίησης. Η ευρωπαϊκή αριστερά ανέχτηκε το μάντρα της ανταγωνιστικότητας με υποτελή τρόπο και οδηγήθηκε έτσι από μόνη της σε μια μη αντιστρεπτή διάλυση.
Έπειτα από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και στη συνέχεια με τη δημιουργία του ευρώ η παγκόσμια χρηματιστική τάξη έφερε εις πέρας την καταστροφή τού ευρωπαϊκού μοντέλου και έθεσε τις προϋποθέσεις για την ανάφλεξη του πολιτικού σχεδίου της ένωσης. Ο παγκόσμιος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός χρησιμοποίησε τη νομισματική αρχιτεκτονική για να υποτάξει τις κοινωνικές δυναμικές και η κρίση που ακολούθησε το 2008 επιτάχυνε αυτή την υποταγή, κάνοντας το χρέος μοχλό για την επίθεση. Μα η νομισματική λογική αφήνει να διαφανεί μια βαθύτερη διαδικασία: η αποεδαφοποίηση του κεφαλαίου, που κατέστη δυνατή από τις διαδικτυακές τεχνολογίες, τροποποίησε τη φύση του καπιταλισμού. Η βιομηχανική αστική τάξη του παρελθόντος είχε συμφέροντα σε μεγάλο βαθμό εδαφοποιημένα: τα κέρδη εξαρτώντο από τη συνολική κοινωνική ανάπτυξη. Ο καπιταλιστής χρειαζόταν μια κοινότητα καταναλωτών και ο πλουτισμός των τάξης των ιδιοκτητών δεν μπορούσε να μη λάβει υπόψη του την ευημερία της κοινωνίας. Η πρόοδος της οικονομίας του κέρδους ήταν παράλληλη με την πρόοδο της συνολικής κοινωνίας. Αυτό δεν είναι πια αλήθεια.
Η μηχανή του χρηματοπιστωτικού αποεδαφοποιημένου καπιταλισμού, δεν ανταποκρίνεται πλέον στην παλιά λογική προόδου του βιομηχανικού καπιταλισμού διότι η αύξηση των χρηματοπιστωτικών κερδών δεν εξαρτάται από τον συνολικό πλουτισμό της κοινωνίας, αλλά από τη συστηματική καταλήστευση των κοινωνικών πόρων: ιδιωτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας, χρηματοπιστωτική οικειοποίηση των κοινών πόρων. Το τραπεζικό σύστημα παράγει χρέος, το μεταβιβάζει στην κοινωνία και η πολιτική μηχανή αναλαμβάνει να μεταβιβάσει πλούτο από την κοινωνία προς το τραπεζικό σύστημα, που έχει μεταβληθεί δολίως σε επωφελούμενο από την καταλήστευση.
Αν η βιομηχανική συσσώρευση εξαρτιόταν από την αφαίρεση υπεραξίας από τη δουλειά του εργάτη, η σύγχρονη χρηματοπιστωτική συσσώρευση μοιάζει να εξαρτάται περισσότερο από μια υποαξία, από τη συστηματική καταλήστευση όσων παράγει η κοινωνία, χωρίς καμία αύξηση του κοινού αγαθού.
Ο πλουτισμός της χρηματοπιστωτικής τάξης (που συνεχίζεται ακάθεκτος μέχρι και στα πιο μαύρα χρόνια ύφεσης και κρίσης) δεν μπορεί να συμβεί παρά με αντίτιμο μια φτωχοποίηση της κοινωνίας.
Η υπέρβαση της κρίσης του 1929 ή του στασιμοπληθωρισμού της δεκαετίας του ’70 συνεπαγόταν μια εκ νέου ενεργοποίηση της ανάπτυξης και μια διανομή (έστω και άνιση και άδικη) της παραγόμενης αξίας. Οι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην οικονομική ανάκαμψη: η απασχόληση αυξανόταν, τα ημερομίσθια μεγάλωναν, το ποσοστό εισοδήματος που προοριζόταν για την εργασία παρέμενε σταθερό, ή αυξανόταν, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’60.
Τώρα δεν είναι πια έτσι. Η διατύπωση jobless recovery είναι ένα υποκριτικό μασκάρεμα της πραγματικότητας: η έξοδος από την ύφεση και η αύξηση της παραγωγικότητας δεν συνεπάγονται σε καμία περίπτωση αύξηση της απασχόλησης, και ακόμη λιγότερο μια μισθολογική πρόοδο. Αντίθετα, η ανάκαμψη βασίζεται ακριβώς πάνω στην αύξηση του χρόνου εργασίας και στη μείωση της απασχόλησης. Περισσότεροι άνεργοι, περισσότερη εξαθλίωση, περισσότερη εκμετάλλευση, άρα περισσότερα κέρδη.
Ο διαχωρισμός μεταξύ του προορισμού της χρηματοπιστωτικής μηχανής και του προορισμού της κοινωνίας είναι ολοκληρωτικός, διότι ο μόνος τρόπος πλουτισμού της χρηματοπιστωτικής μηχανής συνίσταται στη φτωχοποίηση της κοινωνίας.
Το ευρώ υπήρξε το εργαλείο της επιβολής αυτού τα ληστρικού μοντέλου. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι να βγούμε από το ευρώ, αλλά να βγούμε από τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Το να βγούμε από το ευρώ θα σήμαινε να επιταχύνουμε το τέλος του ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου, χωρίς να θέτουμε το ζήτημα των αληθινών αιτίων της φτωχοποίησης της κοινωνίας.
Όμως, ποιος έχει τη δύναμη να σταματήσει ή να ανατρέψει τη ληστρική χρηματοπιστωτική δυναμική; Ένα κίνημα αλληλεγγύης των ευρωπαίων εργαζομένων θα μπορούσε να το κάνει, μα η επισφάλεια καταστρέφει κάθε ιστό αλληλεγγύης, και στο πολιτικό επίπεδο θρυμματίζεται η συναίνεση της οποίας έχαιρε η Ευρωπαϊκή Ένωση μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Ο πολιτικός θρυμματισμός της Ευρώπης είναι στον ορίζοντα, όπως δείχνει η αύξηση των εθνικιστικών δυνάμεων σε πολλές χώρες της ηπείρου. Αν το Εθνικό Μέτωπο αποκτήσει την πλειοψηφία στις προσεχείς γαλλικές εκλογές, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχει πια.
Ας ξεκινήσουμε από τον Τσίπρα
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γεννιέται η πρόταση του ψηφοδελτίου Τσίπρα. Αυτό το ψηφοδέλτιο μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη μακρόχρονη ανασύσταση της κοινωνικής αλληλεγγύης και για να ξαναρχίσει ο διάλογος για τον προοδευτικό χαρακτήρα της τεχνολογίας, για τη συμμαχία μεταξύ γνωστικής εργασίας και κοινωνίας, για το εισόδημα πολίτη και για τη μείωση του χρόνου κοινωνικής εργασίας.
Μια εξαιρετική επιβεβαίωση του ψηφοδελτίου Τσίπρα στις εκλογές του Μαΐου είναι η προϋπόθεση για την επανεκκίνηση της συλλογικής ευφυΐας, για την επανασύνδεση της ευφυΐας και της αλληλεγγύης, για να διαλυθεί η ομίχλη της κατάθλιψης, μέσα στην οποία μοιάζει να περιπλανιέται ο συλλογικός νους.
* Ο Φράνκο Μπίφο Μπεράρντι, ένας από τους πιο γνωστούς ακτιβιστές της δεκαετίας του ’70, είναι μια ιστορική μορφή της ιταλικής Εργατικής Αυτονομίας και των Κοινωνικών Κέντρων με πλούσια κινηματική δραστηριότητα και συγγραφικό έργο.
Πηγή Εποχή
Δικό μας σχόλιο: τουλάχιστον με τον ΣΥΡΙΖΑ μετα-αλτουσσεριανοί και μετα-αυτόνομοι ντελεζομαρξιστές συγκλίνουν. Ζήτω το παγκόσμιο κογκνιταριάτο! - Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου