Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ


των Άκη Γαβριηλίδη – Σοφίας Λαλοπούλου


Σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε εξηγήσει γιατί είναι απρόσφορο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πολιτική, και ακόμα περισσότερο την πολιτική των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, με βάση ένα μοντέλο αντλημένο από τη νομική τεχνική –ή την τεχνική σκέτα. Ένα μοντέλο κατά το οποίο ένα μέρος υπόσχεται κάτι, ένα άλλο δέχεται την πρόταση και τότε συνάπτεται συμβόλαιο μεταξύ των μερών· εν συνεχεία το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να εφαρμόσει τα υπεσχημένα, και από την πιστότητα της εφαρμογής θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία του.

Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, με θετικό τρόπο, ποια εικόνα θα ήταν προσφορότερη.

ΑΞΙΩΜΑ 1:

Η πολιτική δεν συνίσταται σε δηλώσεις βουλήσεων, αλλά σε συναντήσεις δυνάμεων. Τις δυνάμεις όμως αυτές δεν πρέπει να τις φανταστούμε σαν δύο (τακτικούς) στρατούς, οι οποίοι είναι ήδη συγκροτημένοι στα στρατόπεδά τους και μετά συναντιούνται σε μια καθοριστική μάχη στην οποία κερδίζει όποιος ήταν πιο δυνατός. Η πολιτική, αντίθετα με έναν διαδεδομένο μύθο, δεν είναι η συνέχεια του (διακρατικού) πολέμου. Είναι η διακοπή του.

Γι’ αυτό και

ΠΟΡΙΣΜΑ 1:

στην πολιτική (όπως εξάλλου και στον «κανονικό» πόλεμο –σύμφωνα τουλάχιστο με τον Σουν Τζου) η καλύτερη στρατηγική δεν είναι αυτή που καταστρέφει τις δυνάμεις του αντιπάλου, αλλά αυτή που τις χρησιμοποιεί προς όφελός της.

Οι δυνάμεις λοιπόν που βρίσκονται στο πεδίο της πολιτικής διαρκώς προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις αντίπαλες δυνάμεις, να τις βάλουν να δουλέψουν γι’ αυτές.

Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι

ΠΟΡΙΣΜΑ 2:

οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι «πιστή έκφραση» κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις.

Γι’ αυτό και



ΠΟΡΙΣΜΑ 3:

η πολιτική δράση δεν είναι απλώς δράση, αλλά είναι δράση επί άλλων δράσεων[1].


Ένα ζωντανό πολιτικό εργαστήριο

Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο παράδειγμα για όλα αυτά από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια.

Καταρχάς, αυτό ισχύει για την εσωτερική πτυχή, δηλαδή για τη σχέση του πλήθους με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους λόγους για τους οποίους πολλοί ψηφοφόροι οδηγήθηκαν να υπερψηφίσουν το κόμμα αυτό ενώ ποτέ πριν δεν το είχαν κάνει. Όπως είχαμε ήδη γράψει κατ’ επανάληψη σε ανύποπτο χρόνο, ήδη από την περίοδο που βρισκόταν στην πρώτη του άνοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε όχι (μόνο) εξαιτίας κάποιων ιδιοτήτων που (οι ψηφοφόροι πείστηκαν ότι) διέθετε, αλλά κυρίως –ή εξίσου- λόγω των πραγμάτων που στερούνταν∙ λόγω μίας έλλειψης. Σε αντίθεση με τις θεωρίες περί «λαϊκισμού», ακόμη κι εκείνες που δίνουν θετικό νόημα στον όρο, το κόμμα αυτό υπερψηφίστηκε όχι επειδή αναδείχθηκε σε «ηγεμόνα» εγκαθιδρύοντας ισοδυναμίες και προσδίδοντας σταθερό νόημα σε ρευστά και ασύνδετα σημαίνοντα, αλλά καθόσον επέτρεπε στην ίδια τη ρευστότητα να συνεχίσει να υπάρχει. Και, έτσι, επέτρεπε στο πλήθος να το «σφετεριστεί», να το μολύνει αυτό με τη ρευστότητά του και να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του κόμματος για να εισβάλει στο εθνικό και στο διεθνές επίπεδο της εκπροσώπησης.

Γι’ αυτό –για να έρθουμε στο σήμερα- αστοχούν τελείως όσες τοποθετήσεις ακολουθούν ανάλογη γραμμή σκέψης με αρνητικό πρόσημο αυτή τη φορά, και παραπονούνται ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε «ανάθεση» εκ μέρους των μαζών και των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία υποτίθεται ότι «παραιτήθηκαν», αποσύρθηκαν από «τους δρόμους» όπου θα έπρεπε να βρίσκονται και ανέμεναν παθητικά τη σωτηρία τους από «κινήσεις κορυφής».

Ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα τέτοιας ανάλυσης, από πολλά δυνατά:



Η ανάγνωση αυτή βασίζεται σε μία μερική και επιφανειακή θεώρηση της δραστηριότητας των μαζών κατά την οποία οι τελευταίες είναι ενεργές μόνο όταν απεργούν, διαδηλώνουν, καταλαμβάνουν κτίρια κ.ο.κ., ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση είναι παθητικές (και τότε πρέπει να τις «φέρουμε στο φιλότιμο» για να ξαναενεργοποιηθούν και να «σηκωθούν από τον καναπέ»). Όπως είδαμε (υποσημ. 1), όλες οι δυνάμεις «ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως». Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν ασφαλώς μία έκφραση της δύναμης του πλήθους, αλλά όχι τη μόνη.

Εν προκειμένω, ισχυρίζομαι ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάθε άλλο παρά «ανάθεση». Ήταν μάλλον έκ-θεση.

Με αυτήν, οι άνθρωποι όντως δεν «πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους». Ούτε όμως και την παρέδωσαν σε κάποιον άλλο. Απλώς την άφησαν. Την άφησαν εκτεθειμένη –στον κίνδυνο. Την ρίσκαραν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιλογή ρίσκου. Με τουλάχιστον δύο έννοιες: οι άνθρωποι που τον ψήφισαν ρίσκαραν οι ίδιοι, αλλά επίσης προκάλεσαν έναν κίνδυνο για άλλους –για την ευρωζώνη, για τους δανειστές.

Η εκλογική συμπεριφορά λοιπόν του πλήθους δεν ήταν ένδειξη παθητικότητας, παραίτησης και αδυναμίας. Ακριβώς το αντίθετο: ήταν χρησιμοποίηση της δύναμης (και ταυτόχρονα αδυναμίας/ κενότητας του σημαίνοντος) του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εντυπωθεί επάνω του η σημασία του πλήθους· δηλαδή η απροσδιοριστία, η αταξία, η διαφυγή από τα rating, από τους «κανόνες» (Σόιμπλε). Ήταν μία έκφανση της τέχνης τού να μην κυβερνάσαι.

Κατά δεύτερο λόγο, η ανάγνωση της πολιτικής ως πεδίου αμοιβαίας επένδυσης μεταξύ δυνάμεων ισχύει επίσης για την εξωτερική πτυχή. Πράγματι, το όνομα της δύναμης είναι η πληθυντικότητα· οι δυνάμεις που συναντήθηκαν δεν ήταν δύο, οι «εργαζόμενοι» και ο «σωτήρας», αλλά τουλάχιστον τρεις. Γι’ αυτό, θα πρέπει να βγούμε από τον ασφυκτικό δυισμό των «συμβαλλομένων μερών» και να λάβουμε υπόψη μας αυτή την τριγωνοποίηση.

Αντίστοιχα, λοιπόν, η δύναμη αυτή του πλήθους, όπως εκφράστηκε (και) με την ψήφο, υπήρξε με τη σειρά της αντικείμενο ιδιοποίησης («σφετερισμού») από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Υπήρξε ένα καύσιμο που το πλήθος (στην Ελλάδα και, σε έναν μικρότερο βαθμό, στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο) έδωσε στον Τσίπρα ώστε να το χρησιμοποιήσει στη συνάντησή του με τη δύναμη των «εταίρων»/ δανειστών. Όπως και έκανε.

Με αυτή την ανάγνωση, η ψηφοφορία στις δύο εκλογές του 2012, ακόμα και στο δημοψήφισμα του 15, δεν ήταν όρκος ή συμβόλαιο στο οποίο να τίθεται ζήτημα «πιστότητας». Ήταν ένας λόγος που παρήγαγε ο ίδιος κάτι νέο, και όχι που προσπαθούσε να αναπαράγει πιστά ήδη υπαρκτά πράγματα –ή που αξίωνε αυτός πιστότητα. Το πλήθος, ψηφίζοντας, έδωσε στον Τσίπρα ένα καινούριο χαρτί προς χρήση στο «πόκερ των διαπραγματεύσεων», κατά το γνωστό κλισέ, ένα νέο ποσό δύναμης για να το προσθέσει και αυτό μαζί με τα άλλα στη συνολική ροή, στη ζυγαριά. Και ο Τσίπρας το πόνταρε και αυτό, αυξάνοντας το ύψος του στοιχήματος.

Το ποντάρισμα αυτό είχε τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Φυσικά. Το να συμπεράνουμε όμως απ’ αυτό ότι ο Τσίπρας «πρόδωσε το 62%», δεν έχει μεγαλύτερο νόημα απ’ ό,τι να πούμε το ακριβώς αντίστροφο: ότι «το 62% πρόδωσε τον Τσίπρα». Μάλιστα, το δεύτερο ίσως να είχε περισσότερο νόημα, όχι με την ηθικολογική έννοια της αθέτησης αλλά με την έννοια που έχει ο όρος στην έκφραση «με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου». Το πρόσθετο αυτό καύσιμο, μέχρι εκεί πήγαινε. Μετά η προωθητική του δύναμη εξαντλήθηκε∙ έμεινε (μείναμε) από δυνάμεις, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το δρόμο, το δρόμο της κεντρικής πολιτικής σκηνής –εθνικής και διεθνούς.


«Προδοσία» … και μετά;

Σήμερα βέβαια είναι πολύ διαδεδομένη μία φιλολογία περί «προδοσίας». Εάν κανείς ασχοληθεί λίγο με αυτή, θα δει ότι τα περισσότερα σχετικά κείμενα τα καταφέρνουν μεν πολύ καλά στη συναισθηματική εκτόνωση: διαθέτουν εν αφθονία αίσθηση ηθικής ανωτερότητας και πληγωμένων συναισθημάτων (οργής, αγανάκτησης, μνησικακίας)· πλην όμως, ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς, δεν φαίνεται να έχουν να προσφέρουν κάποια θετική λαβή για να σκεφτούμε και να δράσουμε πολιτικά.

Το πιο ακραίο ίσως τέτοιο παράδειγμα ήταν ένα κείμενο που ανήρτησε στον «επίσημο» (κατά τον αυτοχαρακτηρισμό του) ιστότοπό του ο παλαίμαχος σοσιαλιστής θεωρητικός Τζέιμς Πέτρας, με τον σχοινοτενή τίτλο Greece and the European Union: First as Tragedy, Second as Farce, Thirdly as Vassal State. Το σημείωμα περνά γενεές δεκατέσσερις τον Τσίπρα και επ’ ευκαιρία όποιον άλλο πετύχει στο δρόμο του, στολίζοντάς τους με χαρακτηρισμούς στα όρια του σεξισμού και της λεκτικής κακοποίησης∙ σχεδόν βλέπει κανείς πάνω στην οθόνη τούς αφρούς που έβγαζε ο Πέτρας από το στόμα του όταν το έγραφε. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, –ή ίσως όχι και τόσο ωραία-, αλλά το πρόβλημα είναι ότι ο συντάκτης, ξοδεύοντας όλο το χώρο και την ενέργειά του για να αποδώσει στους demagogic leaders του ΣΥΡΙΖΑ gross servility, hysteria and infantile egotism, megalomania, και –αναπόφευκτα- profound misconception of the class nature of the dominant forces, όπως και –no wonder- συνεργασία με το «εβραϊκό κράτος» η οποία τους εξασφάλισε τη συμπάθεια των «αριστερών σιωνιστών», τελικά ξεχνάει να μας πει, τι τέλος πάντων θα έπρεπε να κάνει αυτός ώστε να μην χαρακτηριστεί a virtuoso in deceiving and betraying the Greek people, supreme representation of Adorno’s authoritarian personality η οποία ακολουθεί την ‘Caudillo Principle’ (!); Η κατηφής διαπίστωση ότι Έλληνας πρωθυπουργός «παρανόησε την πραγματικότητα» καθόσον αυτός και οι «σύντροφοί» του (η λέξη σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο) «απέρριψαν τις αναλύσεις για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό», δεν αποτελεί πολιτική κριτική αλλά ηθικολογική. Αν υποθέσουμε ότι στη θέση του Τσίπρα βρισκόταν κάποιος άλλος, της αρεσκείας τού Πέτρας, ο οποίος να κατανοεί βαθιά τις αναλύσεις (του) για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό[2], τι άραγε θα είχε κάνει που δεν το έκανε εκείνος; Θα είχε φωνάξει πιο πολύ στην Μέρκελ; Θα είχε χτυπήσει πιο δυνατά το χέρι του στο τραπέζι; Θα είχε απειλήσει τους δανειστές;

Με τι ακριβώς;

Ίσως θα πει κανείς, έπρεπε να μην υπογράψει και να φύγει.

Μα αυτό ακριβώς έπραττε επί έξι μήνες. Στο σημείο που είχανε φτάσει τα πράγματα, ήταν σαφές ότι, εάν έφευγε και τώρα, την επόμενη φορά που θα ξαναεπέστρεφε οι όροι θα ήταν ακόμα πιο δυσμενείς και ασφυκτικοί.

Τα ίδια –και ακόμα χειρότερα- θα συνέβαιναν εάν δεν επέστρεφε καθόλου.

Το κείμενο αυτό, λοιπόν, και άλλα ανάλογα, επιτελούν απλώς μία «εξέγερση ενάντια στην πραγματικότητα»∙ δεν έχουν μεγαλύτερη χρησιμότητα απ’ ό,τι η απόφαση του Ξέρξη να μαστιγώσει τη θάλασσα επειδή ήταν ταραγμένη. Δεν είναι τυχαίο που, σε ένα άλλο, πιο πρόσφατο σημείωμά του, ο Πέτρας γνωματεύει στην τελευταία του πρόταση ότι ο ελληνικός λαός «έχει τρελαθεί» (!). Η ανερυθρίαστα αφελής διατύπωση «The victims have gone mad!…» συμπυκνώνει ολοκάθαρα την αριστοκρατική περιφρόνηση και υποτίμηση των μαζών, οι οποίες μπορούν να εισέλθουν στο πεδίο αυτής της σκηνοθεσίας μόνο υπό δύο ιδιότητες: α) του θύματος (και μάλιστα του θύματος «ομαδικού βιασμού», λέει σε άλλο σημείο ο Πέτρας), β) του ανοήτου που «δεν καταλαβαίνει» όσα κατάλαβε ο ευφυής διανοούμενος και παρασύρεται από παντοδύναμους και σατανικούς δημαγωγούς, που κλέβουν τη δόξα του διανοουμένου και προκαλούν το φθόνο του. Η μάζα είναι πάντα εξ ορισμού αδύναμη και παραπονεμένη, και το κράτος πάντα εξ ορισμού παντοδύναμο∙ δεν υπάρχει κανένας χώρος για να θεματοποιήσουμε τη δραστικότητα της πρώτης στο δεύτερο.


Η εμπειρία του αδύνατου

Δεν έχουν όμως όλες οι απορριπτικές γνώμες αυτό το χάλι. Υπάρχουν και κάποιες που αρθρώνουν επιχειρήματα και σου αφήνουν και χώρο να συζητήσεις, όχι μόνο να αποδείξεις ότι δεν είσαι τρελός.

Μία απ’ αυτές είναι ένα σημείωμα που ανάρτησε ο Γιάννης Αλμπάνης με τίτλο Η αδύνατη διαπραγμάτευση (παρεμπιπτόντως, εξαιρετικός τίτλος –θα εξηγήσουμε παρακάτω γιατί), στο οποίο δηλώνει εξαρχής ότι προτίθεται να «αποτιμήσει την κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτοντας τη μνημονιακή στροφή του» και, στην προσπάθεια αυτή, θέλει να εξετάσει αν «η συνθηκολόγηση με τους δανειστές αποτέλεσε αποτέλεσμα της αθέτησης από τον Αλέξη Τσίπρα του προγράμματος του κόμματος ή αν (…) το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο».

Με μία αναλυτική επιχειρηματολογία που δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε εδώ, ο συντάκτης καταλήγει ότι

η κεντρική ιδέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί η παραμονή στην ευρωζώνη με τον τερματισμό της λιτότητας [η έμφαση στο πρωτότυπο], θεμελιωνόταν σε τρεις βασικές παραδοχές που διαψεύστηκαν [η έμφαση δική μας] κατά την πορεία και, κυρίως, στην κατάληξη της διαπραγμάτευσης.

Η παράγραφος αυτή θέτει με απερίφραστο τρόπο αυτό που αποτελεί ένα πραγματικά κρίσιμο, πολιτικά και θεωρητικά, ερώτημα: τι γίνεται όταν ένας πολιτικός στόχος «αποδεικνύεται αδύνατος»;

Η απάντηση του Αλμπάνη είναι σαφής: πρέπει να τον εγκαταλείψουμε, και μάλιστα να κάνουμε την αυτοκριτική μας εάν τον ακολουθήσαμε στο παρελθόν.

Πρόκειται για μία κρίση πολιτική, αν όχι και ηθική, η οποία ως τέτοια είναι αστάθμητη και ενδεχομενική.

Η απάντηση που δίνουμε εμείς είναι ελαφρώς διαφορετική. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προβολή και η δημόσια διατύπωση ενός πολιτικού στόχου, ακόμη και αν αυτός ήταν ή «αποδείχθηκε» –με όποια αποδεικτική διαδικασία- αδύνατος καθαυτός, έχει νόημα και επιφέρει αποτελέσματα. Η «διάψευση» των «παραδοχών» αυτών, στις οποίες βασιζόταν η ιδέα ότι είναι δυνατό να επιτευχθούν δύο στόχοι ταυτόχρονα, δεν κλείνει απαραίτητα τη συζήτηση για την αποτίμηση μιας πολιτικής πρακτικής που τους επιδίωξε, ούτε ανοίγει απαραίτητα μία άλλη σχετικά με τις «ευθύνες» για τη μη επίτευξή τους.

Βέβαια, με την έντονη σημασία του όρου, η ευθύνη είναι πάντα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, εμπειρία του αδύνατου.

Εδώ θα πρότεινα να διαβάσουμε, συναφώς, ένα χωρίο του Ντερριντά:

Η ευθύνη φαίνεται να συνίσταται σήμερα στο να μην εγκαταλείψουμε καμία από τις δύο αυτές αντιφατικές επιταγές. Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουμε να επινοήσουμε πολιτικο-θεσμικές χειρονομίες, λόγους, πρακτικές που εγγράφουν τη συμμαχία των δύο αυτών επιταγών, των δύο αυτών υποσχέσεων, των δύο αυτών συμβολαίων (…). Είναι δύσκολο. Είναι μάλιστα αδύνατο να συλλάβουμε μία ευθύνη που να συνιστά απόκριση για δύο αντιφατικούς νόμους ή σε δύο αντιφατικά κελεύσματα. Ασφαλώς. Αλλά δεν υπάρχει ούτε και ευθύνη που να μην είναι η εμπειρία τού αδύνατου.

Οι γραμμές αυτές γράφτηκαν υπό άλλες περιστάσεις, αλλά μοιάζουν σαν να μιλάνε για την απορία στην οποία βρισκόμαστε κι εμείς σήμερα[3].

Όπως έλεγε και ο Φουκώ, σε σχέση μάλιστα με ένα πρόβλημα ιδιαίτερα επίκαιρο και σήμερα, αυτό της «παράνομης μετανάστευσης», στα ανεπίλυτα προβλήματα είναι που πρέπει κυρίως να επιμείνουμε. Στην πολιτική δράση, και σκέψη, μερικά προβλήματα –για να μην πούμε όλα- δεν επιδέχονται κάποια τελειωτική «λύση». Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παραιτηθούμε απ’ αυτά∙ με το να τα θέτουμε, ενίοτε μετασχηματίζουμε κοινωνικές και διανοητικές σχέσεις, παράγουμε αποτελέσματα αλλού, σε μία άλλη σκηνή.

Η εξάμηνη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» είναι το καλύτερο τέτοιο παράδειγμα που μπορούμε να σκεφτούμε.

Αυτό εξάλλου φαίνεται να το δέχεται ο ίδιος ο Αλμπάνης, ο οποίος, όπως είδαμε, στον τίτλο χαρακτηρίζει τη διαπραγμάτευση «αδύνατη». Αλλά αυτό (εξ όσων μπορούμε να αντιληφθούμε) δεν τον οδηγεί, ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο, να υποστηρίξει ότι διαπραγμάτευση δεν έπρεπε να είχε γίνει, ούτε ότι δεν πρέπει να γίνει ξανά στο μέλλον.

Η ελληνική κυβέρνηση ασφαλώς πήγε να διαπραγματευθεί έχοντας να κινηθεί ανάμεσα σε δύο «αντιφατικά κελεύσματα», τα οποία της άφηναν ελάχιστο χώρο –οριακά, όντως κανένα χώρο. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε αυτή τη στενότητα, την απορία, ως πόρο. Προσπάθησε να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, στρέφοντας διαρκώς το ένα από τα σκέλη αυτής της αδυνατότητας εναντίον του άλλου και τα δυο μαζί εναντίον των εταίρων, βάζοντας την ισχύ τους να δουλέψει –όσο ήταν δυνατό- για λογαριασμό της. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να κρατήσει επί έξι μήνες ανοιχτό ένα θέμα που όλοι ως τότε θεωρούσαν κλειστό, τελειωμένο, να κάνει όλους τους θεσμικούς και παραθεσμικούς παράγοντες της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών να σπαζοκεφαλιάζουν γι’ αυτό και να καλούν συσκέψεις επί συσκέψεων, εκ του σύνεγγυς και εξ αποστάσεως. Μετέφερε λοιπόν την πίεση από τα δύο «αντιφατικά κελεύσματα» και σε αυτούς∙ το ανεπίλυτο αυτό πρόβλημα, επί έξι μήνες, ήταν πλέον (και) των παραγόντων αυτών, όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης.

Το άνοιγμα αυτό φυσικά, όπως ξέρουμε, ξαναέκλεισε συντριπτικά με το έτσι θέλω μετά την επιβολή της νέας (κατ’ ευφημισμό) συμφωνίας –μέχρι να ξανανοίξει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διότι φυσικά δεν επιλύθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά ήταν για το τίποτα, ούτε ότι επρόκειτο για μια «άσκοπη κωλυσιεργία». Το ότι παρέμεινε το θέμα ανοιχτό για όλο αυτό το διάστημα, αυτό ήταν ένα αποτέλεσμα∙ ήταν κάτι, παρά τίποτα. Δεν ήταν ούτε ένα μέσο για να έρθει ένας άλλος καιρός, πιο ευνοϊκός ώστε να επιτευχθεί κάποιος «κύριος στόχος». Ήταν πρώτα απ’ όλα η ίδια στόχος, ή ίσως μέσο δίχως στόχο (Αγκάμπεν). Η αναστολή, η διατήρηση της εκκρεμότητας, είχε μία αξία καθεαυτή: είχε μία αξία προσωρινής έστω απενεργοποίησης (désoeuvrement –και πάλι Αγκάμπεν) του εκβιασμού, η οποία δεν κρίνεται, και δεν ακυρώνεται, από την (θεωρούμενη ως) τελική έκβαση της «μάχης».


Από πού ξαναρχίζουμε;

Με αυτό λοιπόν που λέει ο Αλμπάνης, επικαλούμενος τον Ντελέζ και τον Μπενσαΐντ, ότι «δεν ξαναρχίζουμε ποτέ από την αρχή αλλά από τη μέση», θα συμφωνούσαμε, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους. Αν είμαστε στο «κάτι» και όχι στο «μηδέν», είναι γιατί, ακόμη και αν «αποδείχθηκε» ότι «δεν είναι δυνατό να συμβιβαστεί η άρση της λιτότητας με την ευρωζώνη», αυτό δεν αναιρεί τα υλικά αποτελέσματα που όντως επήλθαν με την δημόσια διακήρυξη της ελληνικής κυβέρνησης ότι επιδιώκει και τους δύο αυτούς στόχους. Αυτά δεν μπορούν να ξεγίνουν.

Το λεξιλόγιο που μιλάει για «παραδοχές» και «διάψευσή» τους προέρχεται από το επιστημονικό παράδειγμα· κρίνει τις αποφάνσεις με όρους αλήθειας, με βάση το αν αυτές «αντιστοιχούν στην πραγματικότητα». Ωστόσο, το αν ο στόχος Α μπορεί να συνδυαστεί με το στόχο Β δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που αφορά ένα αδρανές αντικείμενο∙ είναι επίδικο πολιτικό διακύβευμα. Και η δημόσια διακήρυξη της επιδίωξής τους είναι η ίδια μέρος της διακύβευσης και την επηρεάζει. Η «ορθότητα» ή το «σφάλμα» μιας πολιτικής απόφανσης είναι ένα ενδεχομενικό αποτέλεσμα σχέσεων μεταξύ δυνάμεων –στις οποίες περιλαμβάνεται η ίδια η απόφανση.

Η χρήση τού επίσης επιστημονικής καταγωγής όρου «αποδείχθηκε αδύνατο» υπάρχει ο κίνδυνος να νοηθεί κατά τρόπο στατικό-μοιρολατρικό∙ σαν να ήταν εξαρχής αδύνατο και απλώς να έμενε να το διαπιστώσει κάποιος. Η αδυνατότητα όμως αυτή δεν διαπιστώθηκε απλώς, αλλά παρήχθη μέσα από τη διαπραγμάτευση. Αν πούμε «το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο επειδή βασίστηκε στην παραδοχή ότι αυτή η επιδίωξη ήταν δυνατή», παραβλέπουμε τον ρητορικό χαρακτήρα των πολιτικών αποφάνσεων, τις αντιμετωπίζουμε ως αποκλειστικά περιγραφικές και όχι ως επιτελεστικές. Ή, με άλλη διατύπωση, ακολουθούμε μία τεχνική-γραμμική αντίληψη των πολιτικών αποφάνσεων και της επιτυχίας τους: τις βλέπουμε κάπως σαν ένα άλμα επί κοντώ, όπου ένας αθλητής έχει έναν μονοσήμαντο και ξεκάθαρο στόχο –να περάσει πάνω από έναν πήχυ που στέκεται ακίνητος απέναντί του. Εάν είναι καλά προπονημένος, συγκεντρωμένος στο στόχο κ.λπ., τον περνάει, και αυτό μπορούν να το μετρήσουν οι κριτές με τη μεζούρα τους και να τον ανταμείψουν. Εάν όχι, τον ρίχνει και τότε ηττάται. Εδώ όμως δεν επρόκειτο γι’ αυτό, αλλά μάλλον για μια προσπάθεια σε κινούμενο πήχυ. Η προσπάθεια (ή, για όποιον το προτιμά έτσι, η «υπόσχεση») του Τσίπρα δεν αφορούσε ένα στατικό αντικείμενο, αλλά άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, και μάλιστα τους αντιπάλους/ συναθλητές του. Το αντικείμενό της ήταν μία άλλη δύναμη (ή μάλλον, πολλές δυνάμεις)· οι δυνάμεις αυτές ανέβαζαν κάθε φορά το ύψος ενόσω ο αθλητής επιχειρούσε. Και μάλιστα σε συνάρτηση με τις κινήσεις του αθλητή. Άρα, το κριτήριο για το αν τα λόγια του πολιτικού αληθεύουν ή/ και αν τα έργα του επιτυγχάνουν, είναι διαρκώς μετακινούμενο, και η μετακίνηση αυτή είναι αποτέλεσμα (και) της δικής του δράσης –που είναι δράση επί δράσεων.

Κατά τα ανωτέρω, η οργίλη καταγγελία περί αθέτησης της υπόσχεσης είναι ανυπόστατη ακόμα και με τη νομική λογική. Οι προβλέψεις του δικαίου είναι δυνατό να αφορούν μόνο πράγματα που είναι αντικειμενικώς δυνατό να πραγματοποιηθούν, και που εξαρτώνται μόνο από τη βούληση του υποχρέου, όχι και άλλων. Ή, όπως έλεγε και ο Σπινόζα, εάν πω ότι αυτό το τραπέζι έχω νόμιμο δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω, με αυτό δεν εννοώ ότι μπορώ να το κάνω να τρώει χορτάρι. Και εν προκειμένω, αυτό το οποίο αναμενόταν από τον Τσίπρα να πετύχει επί ποινή εσχάτης προδοσίας, ήταν μία συμφωνία. Όμως συμ-φωνία, ακριβώς, σημαίνει ότι δύο (ή περισσότεροι) μιλάνε μαζί, λένε το ίδιο. Νομικά, (αλλά και πολιτικά), δεν μπορείς να ζητήσεις το λόγο από κάποιον για κάτι που (δεν) είπε ένας άλλος. Με βάση το ενοχικό δίκαιο, δεν μπορεί κανείς να εναγάγει τον Α επειδή ο Β δεν συνήψε σύμβαση μαζί του.

Για να μη μιλάμε αφηρημένα: όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, ο Τσίπρας δήλωσε ότι «σκοπός του είναι να επιτύχει μία αμοιβαία επωφελή συμφωνία που να τερματίζει τη λιτότητα». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι «από μέσα του» το πίστευε, και ότι η πίστη αυτή ήταν αφελής, υπερτιμούσε το Α, υποτιμούσε το Β, «αποδείκνυε την ολοκληρωτική αποτυχία των ιδεών και της στρατηγικής της ριζοσπαστικής πτέρυγας της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς» κ.λπ. κ.λπ., τι θα άλλαζε αυτό επί του πρακτέου; Θα ήταν άραγε προτιμότερο να είχε κάνει μία δήλωση περισσότερο σύμφωνη με την «επιστημονική αλήθεια» του ιμπεριαλισμού και των ταξικών σχέσεων, όπως π.χ. «Δεν επιδιώκω καμία συμφωνία διότι αυτό είναι αδύνατο»; Τότε, όμως, η διαπραγμάτευση θα είχε κλείσει πριν καν ανοίξει, και άρα θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη η προηγούμενη κατάσταση. Διότι όσα λέει ένας πρωθυπουργός, δεν τα ακούνε μόνο οι εντός της χώρας «αντισυμβαλλόμενοί» του. Τα ακούει όλος ο κόσμος, μεταξύ δε αυτών και όσοι αποτελούν τον «τρίτο όρο» της τριγωνοποίησης, εκείνοι με τους οποίους ετίθετο ζήτημα να επιτευχθεί συμφωνία. Και, ακούγοντάς τα, αναπροσαρμόζουν την τακτική τους (σύμφωνα με το Πόρισμα 3). Θα του απαντούσαν λοιπόν, ευλόγως, «αφού θεωρείς αδύνατη τη συμφωνία, γιατί έρχεσαι εδώ; Τι θέλεις από μας;».

Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για το πλήθος στην Ελλάδα. Και αυτό κοιτούσε, και άκουγε, και αναπροσάρμοζε τη στάση του. Τα παράπονα, του Πέτρας και άλλων, ότι «ο Τσίπρας πρόδωσε το ΟΧΙ του ελληνικού λαού», αντιμετωπίζουν εξίσου στατικά τον «ελληνικό λαό», με τον αναπόφευκτο ανθρωπομορφισμό που ο ίδιος ο όρος «λαός» επιβάλλει, και τον εμφανίζουν σαν ένα ενιαίο υποκείμενο, πάντα ίδιο με τον εαυτό του, το οποίο στεκόταν πάντα στη γωνιά του και κρατούσε στο χέρι ένα 62%, περιμένοντας τη στιγμή που θα ερωτηθεί ώστε να το εκφράσει. Ωστόσο, αυτό το 62% προέκυψε ακριβώς επειδή διακηρύχθηκε η επιθυμία συνδυασμού των αδύνατων στόχων και έγιναν διαπραγματεύσεις με βάση αυτήν. Εάν δεν είχε ακολουθηθεί αυτή η πορεία, κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι θα ήταν το ίδιο και όχι μικρότερο ή μεγαλύτερο –ή ότι θα είχε γίνει καν δημοψήφισμα. Το πλήθος λοιπόν δεν είναι μόνο παθητικός δέκτης∙ μετασχηματίζεται αλλά μετασχηματίζει και αυτό (δηλαδή εμείς), ενεργεί (-ούμε) και πάσχει (-ουμε) εξ αποστάσεως. Δεν είναι μόνο αντικείμενο χειραγώγησης, αλλά «χειραγωγεί» και αυτό. Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντυπώσαμε πάνω του (δηλαδή πάνω στην ισχύ του) την ισχύ μας. Και η (επ)ενέργεια αυτή δεν ήταν εμπορική συναλλαγή. Δεν την κάναμε για να λάβουμε κάποια ανταπόδοση στη συνέχεια. Η «αμοιβή» μας ήταν η ίδια η πράξη: με αυτό τον τρόπο εκφράσαμε –και αυξήσαμε- τη δύναμή μας. Είναι οξύμωρο να κλαίγονται και να καταγγέλλουν για λογαριασμό μας την «προδοσία» (=μη καταβολή του προβλεπόμενου στο συμβόλαιο ανταλλάγματος) όσοι μέχρι τώρα είχαν οικοδομήσει την υποκειμενικότητά τους καταδικάζοντας τις «πελατειακές σχέσεις» ή την «εμπορευματοποίηση».


Υπάρχει μία πολιτική βασισμένη στην αλήθεια;

Για να συνοψίσουμε: είδαμε ως τώρα ότι η κατηγορία για «αναντιστοιχία λόγων και έργων» παραβλέπει ότι τα λόγια είναι έργα. Οι πολιτικές αποφάνσεις, σε αντίθεση με τις επιστημονικές, δεν γίνονται για να περιγράψουν με ακρίβεια πώς είναι τα πράγματα, ούτε, πολύ λιγότερο, να προβλέψουν πώς θα είναι στο μέλλον. Ιδίως όταν αυτά τα πράγματα ολοφάνερα δεν εξαρτώνται από τη διακριτική ευχέρεια του ομιλούντος, ούτε από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. καιρικές συνθήκες, σεισμοί), αλλά προϋποθέτουν και τη συναίνεση άλλων.

Κατά τα ανωτέρω, αν οι πολιτικές αποφάνσεις γίνονται για να επενεργήσουν ώστε τα πράγματα να είναι έτσι και όχι αλλιώς, αυτό ισχύει επίσης –αν όχι ιδίως- για την ίδια τη διαπίστωση ότι η μία γλωσσική/ πολιτική πρακτική «απέτυχε», «πρόδωσε», «ήταν αναντίστοιχη», «βασίστηκε σε αυταπάτες» κ.λπ.: και αυτή προφανώς αποτελεί μέρος του ίδιου γλωσσικού/ πολιτικού παιχνιδιού. Δεν υπάρχει μία πολιτική μεταγλώσσα, ένα διαφορετικό επίπεδο στο οποίο να μπορούμε να μεταβούμε και να μιλήσουμε εκ των έξω για τις άλλες αποφάνσεις. Ή –πράγμα που είναι το ίδιο με άλλη διατύπωση- δεν υπάρχει ένα πεδίο «γυμνών γεγονότων» που να τελούν σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με τα λεγόμενα, ώστε να μπορούμε να μεταβούμε σε αυτό και να αποφανθούμε τελειωτικά και χωρίς υπόλοιπα αν μία γλωσσική πρακτική επέτυχε ή όχι όπως οι κριτές του στίβου μετρούν και τις επιδόσεις των αθλητών.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να εξετάσουμε, ποια είναι η επιτελεστικότητα αυτής της νέας γλωσσικής πρακτικής; Ποια άραγε πολιτική μπορεί να βασισθεί στη διόρθωση του σφάλματος και στην «εγκατάλειψη των αυταπατών»;

Αν ένα πολιτικό υποκείμενο –π.χ. ένα νέο κόμμα, ή η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της- υιοθετήσει τη διαπίστωση πως οι δύο στόχοι δεν μπορούν να συνδυαστούν, τότε λογικά δε βλέπουμε άλλο δυνατό συμπέρασμα από το ότι πρέπει να επιλέξει τον έναν. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει είτε

α) να ζητήσει την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη,

β) διαφορετικά, να συμφιλιωθεί με τη λιτότητα και να παραιτηθεί από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τη μετασχηματίσει ή θα την ανατρέψει.

Την πρώτη λύση, υπάρχουν στην Ελλάδα πολλές δυνάμεις που εδώ και χρόνια την προτείνουν. Χωρίς καμία επιτυχία και πειστικότητα μέχρι τώρα.

Τη δεύτερη, επίσης. Και πάντως σίγουρα δεν είναι αυτή που προτίθενται να προβάλλουν όσοι διαπιστώνουν τη «διάψευση των παραδοχών».

Στο κείμενο του Αλμπάνη τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάποια τρίτη λύση, πέρα από μία καταληκτική διακήρυξη-φυγή προς τα εμπρός κατά την οποία «όλα είναι ανοιχτά –ακόμα και όσα δεν τολμάμε να φανταστούμε». Δεν αποτελεί όμως σημαντική πρόοδο να απορρίπτουμε μία προσδοκία ως φαντασιακή και απραγματοποίητη, μόνο και μόνο για να την αντικαταστήσουμε με μια άλλη που δεδηλωμένα βρίσκεται πέραν και αυτής της φαντασίας και αφορά τα πάντα –δηλαδή τίποτε το συγκεκριμένο. Εάν ο συνδυασμός ευρωζώνης και μη λιτότητας είναι αδύνατος, τότε δεν είναι «όλα» ανοιχτά· κάτι είναι κλειστό. Και όχι απλώς κάτι, αλλά το μόνο συγκεκριμένο που είχαμε. Τα υπόλοιπα εξ αυτών των «όλων», που μένουν αν αφαιρέσουμε αυτό, ποια είναι; Άγνωστο.

Η «επιτυχία» λοιπόν της συγκεκριμένης γλωσσικής/ πολιτικής πρακτικής, ή πάντως το αποτέλεσμά της, θεωρούμε ότι ήταν η εξής: ότι κατέστησε σαφές, και επέτρεψε σε όλους να συνειδητοποιήσουν, ότι ο συνδυασμός των δύο στόχων είναι (ενδεχομενικά, ως πολιτική επιλογή κάποιων, και όχι «αντικειμενικά») αδύνατος. Διότι ανάγκασε τις ηγέτιδες δυνάμεις της λεγόμενης «Ενωμένης Ευρώπης» να το διακηρύξουν ρητά[4].

Τώρα, αν μεταξύ αυτών των «όλων» που το συνειδητοποίησαν αυτό, υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι ικανοποιημένοι, μπορούν να εργαστούν ώστε να γίνει δυνατός ο συνδυασμός, και να ανατραπεί η λιτότητα. Ή, ενδεχομένως, να ανατραπεί η ευρωζώνη. Ή και οι δύο.

Εάν, στο πεδίο δυνάμεων στο οποίο βρισκόμαστε, δεν υπάρχει πουθενά –ή δεν υπάρχει σε αρκετό βαθμό- η πολιτική επιθυμία για κάτι τέτοιο, τότε απλούστατα δεν θα επέλθει. Αλλά αν είναι έτσι, τι να κάνουμε; Παίξαμε και χάσαμε. Αυτό δεν συνιστά «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο το οποίο μια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει ώστε να το αλλάξει αυτό και δεν το έκανε.

Επίσης όμως, θεωρούμε ότι η δραστικότητα της εξάμηνης διαπραγμάτευσης, όπως και κάθε πολιτικής πρακτικής άξιας του ονόματός της, μπορεί να εκδηλώνεται, πλάγια, επικαθορισμένα, σε μία άλλη σκηνή. Ή σε περισσότερες. Ένα παράδειγμα δώσαμε ήδη πρόσφατα: είναι η άρση του κανονισμού «Δουβλίνο» εκ μέρους της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, στα περισσότερα κινηματικά σάιτ, οι αναφορές στο κίνημα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες κάνουν παραλληλισμούς με το ελληνικό δημοψήφισμα. Όπως εξάλλου και οι αναφορές στη χθεσινή εκλογή του Τζέρεμυ Κόρμπυν κάνουν παραλληλισμούς με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Περισσότερα για τις πιθανότητες να παρατείνουμε και να διαχύσουμε περαιτέρω αυτή τη δραστικότητα ίσως πούμε σε επόμενο σημείωμα.

------------------------------------------
[1] Πρβλ.: «Μέχρι τώρα παρουσιάσαμε τα πράγματα ως εάν οι διαφορετικές δυνάμεις να μάχονταν και να διαδέχονταν η μία την άλλη, σε σχέση με ένα σχεδόν αδρανές αντικείμενο. Όμως, το ίδιο το αντικείμενο είναι δύναμη, έκφραση μιας δύναμης. Γι’ αυτό, μάλιστα, υπάρχει περισσότερη ή λιγότερη συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου και της δύναμης που το σφετερίζεται. Δεν υπάρχει αντικείμενο (φαινόμενο) που να μην κατέχεται ήδη, αφού καθ’ εαυτό είναι όχι μία φαινομενικότητα, αλλά η εμφάνιση μιας δύναμης. Κάθε δύναμη βρίσκεται λοιπόν σε ουσιώδη σχέση με μία άλλη δύναμη. Το είναι της δύναμης είναι ο πληθυντικός. Θα ήταν κυριολεκτικά παράλογο να σκεφθούμε τη δύναμη στον ενικό. Μια δύναμη είναι κυριαρχία, καθώς επίσης και το αντικείμενο επί του οποίου ασκείται κυριαρχία. Μία πολλότητα δυνάμεων που ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως, ενώ η απόσταση είναι το διαφορικό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κάθε δύναμη και μέσω του οποίου η καθεμία αναφέρεται σε άλλες: αυτή είναι η αρχή της φιλοσοφίας της φύσης στον Νίτσε» (Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, Πλέθρον, Αθήνα 2002[1962], σ. 17-18).

[2] Υπόθεση ούτως ή άλλως παράλογη, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν αδύνατο να εκλεγεί πρωθυπουργός στην Ελλάδα –μάλλον και οπουδήποτε στον κόσμο.

[3] Είναι παρμένες από το: Jacques Derrida, L’autre cap (Ed. du Minuit, Paris 1991, σ. 45-46), το οποίο πάντως αφορούσε και αυτό την πορεία της Ευρώπης.

[4] Με κάπως πιο αυτοσχέδια διατύπωση, νομίζουμε ότι κάτι ανάλογο υποστήριξε ο Μακεδόνας ποιητής Μάρκος Μέσκος.



Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία

Φαινομενολογία του πνεύματος


Sinnliche Gewißheit (1):
            
            
                        Εν αρχή εστί το Πνεύμα

§1: Μια ερμηνευτική εισχώρηση στους «μυστικούς» θησαυρούς της Φαινομενολογίας του πνεύματος τίθεται πάντοτε ως φιλοσοφικό Postulat και ποτέ ως κάτι το δεδομένο ή αποπερατωμένο διαμιάς, καθώς καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει οριστικά το εν λόγω έργο. Και η επιχειρούμενη εδώ, σε συνέχειες, ερμηνεία κινείται σε έναν παρόμοιο ορίζοντα, με κύρια έγνοια: να "ξεκλειδώσει" το εγελιανό κείμενο με μια κατά το δυνατόν σύμμετρη προς το πνεύμα του έργου κατανόηση. Το αντικείμενο της συζήτησής μας, κατ’ αρχάς, είναι το πρώτο κεφάλαιο του έργου με τίτλο: Αισθητήρια  Βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Τι κατανοεί ο Χέγκελ υπ’ αυτή τη βεβαιότητα; Γενικώς την κατ’ αίσθηση Γνώση (sinnliches Wissen) σε διαλεκτική αντίθεση προς την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), με την οποία ολοκληρώνει το έργο. Αυτή η γλωσσική διατύπωση του Χέγκελ συγκροτεί ένα ρητό νοηματικό όλο μέσα στο γενικό σημασιακό όλο που υποδηλώνει ο τίτλος: Φαινομενολογία του πνεύματος. Το συγκεκριμένο τούτο σημασιακό όλο του τίτλου ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος το καθιστά αντικείμενο της έρευνάς του και το ονομάζει: το εμφανιζόμενο πνεύμα (der erscheinende Geist), δηλαδή το πνεύμα, έτσι όπως φαίνεται/εμφανίζεται, πριν την εννοιακή/κατανοητική του σύλληψη, στη διάρκεια της ανθρώπινης εμπειρίας.

§2: Βρισκόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια φαινομενολογική έρευνα, η οποία, όσο κι αν μοιάζει ως ένα κάποιο φαινόμενο ιστορικής έρευνας, απέχει πόρρω από το να είναι απλώς μια συμβατική ιστορική περιδιάβαση των πνευματικών επιτευγμάτων του εμπειρικού μας κόσμου, με τη μορφή αλληλοδιάδοχων –απλώς κατά χρονική προτεραιότητα– σχημάτων λόγου ή σκέψης, που εκφράζουν μια συμπτωματική ταυτότητα των εμπειρικών μας πεποιθήσεων με την ύπαρξη μια υπερ-εμπειρικής πνευματικής διάστασης ή πραγματικότητας. Ολόκληρο το οικοδόμημα αυτού του αριστουργήματος, που λέγεται Φαινομενολογία του πνεύματος, έχει ως ενεργοποιό ουσία του την έννοια του πνεύματος και θεμελιωδώς μόνο αυτή. Γι’ αυτό κάθε διολίσθηση σε παραφθαρμένες υποκαταστάσεις αυτής της έννοιας με την έννοια του νου, οδηγεί απευθείας σε μια κατ’ εξοχήν υποκειμενιστική υποβάθμιση του πνεύματος, η οποία με τη σειρά της αντικρίζει το τελευταίο ως μια σχέση φίλου και εχθρού, άρα ως εξουσιαστική επιβολή ενός μπλοκ δυνάμεων πάνω σε ένα άλλο, και όχι ως σχέση γνωριμίας –που είναι πραγματικά το πνεύμα– του φίλιου Εαυτού με τη διαφοροποιημένη του φιλότητα, που ο Χέγκελ ονομάζει: αντι-κείμενο (Gegenstand), ετερότητα του Εαυτού. Με μια αποφθεγματική πρόταση ο γερμανός φιλόσοφος απεικονίζει ως εξής αυτή την αληθινή πραγματικότητα του πνεύματος: «το οικείο εν γένει, επειδή ακριβώς είναι οικείο, δεν είναι εγνωσμένο» (Φαινομενολογία του πνεύματος Ι, § 31. Εκδ. Δωδώνη 1993).

§3: Όλη η Γνωσιακή κίνηση που διέπει τη Φαινομενολογία από την αρχή, δηλαδή από την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit), ως το τέλος, ως την απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen), εκδηλώνεται ως μεταστοχαστική κίνηση του ίδιου του πνεύματος από την κατάστασή του ως ιστορικο-λογικά οικείου, γνωστού, στην εννοιακή/κατανοητική του ανασυλλογή του Εαυτού [=του εαυτού του/μας] ως εγνωσμένου. Τούτο υποδηλώνει πως ο Χέγκελ διαχωρίζει με απόλυτα ευδιάκριτη γραμμή τη φιλοσοφική έννοια του πνεύματος από οιονδήποτε μυθολογικο-θρησκευτικής υφής εξεζητημένο πνευματισμό, που συναντάμε στις διάφορες θρησκευτικές ιστορίες του κόσμου, ή από έναν μεταφυσικό ψυχολογισμό ως συνέπεια της νοοκρατικής παρερμηνείας του πνεύματος. Όταν λοιπόν αυτός ο οξυδερκής φιλόσοφος συλλαμβάνει διαλεκτικά το Πνεύμα ως την αρχή, εννοεί πρωτίστως την κατά Λόγο προτεραιότητά του σε σχέση με κάθε χρονική προτεραιότητα ως αρχή/ξεκίνημα. Με άλλα λόγια: σε κάθε κατ’ αίσθηση γνωσιακό ξεκίνημα, που εμφανίζεται χρονικά πρώτο, όπως εδώ η αισθητήρια βεβαιότητα, Λογικά πρώτο δεν είναι αυτό που φαίνεται, αλλά το πνεύμα με τη μορφή της έμφρονης-έλλογης πραγματικότητας, που εν είδει αφανούς αρμονίας (Ηράκλειτος) κατευθύνει το φαίνεσθαι του κόσμου και της γνώσης του. Να γιατί η σαθρή πραγματικότητα, ας πούμε, που εξελίσσεται μπροστά μας, ως κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του σημερινού Ελλαδιστάν, με τις ευλογίες μάλιστα της –βρίθουσας κρετινισμό– καθεστωτικής «αριστεράς», καταλήγει, μετά από κάθε χρονικά πρώτο βηματισμό, να αυτό-αποκαλύπτεται Λογικά ως το πιο ενδεές, απρόσφορο Είναι, δηλαδή ως αυτό που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι.


Α. Συνείδηση


§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις


Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.

ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς  φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.

ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις.  Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.


§ 2

Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα ή Το Αυτό και το Νομίζειν


1. Κείμενο–μετάφραση:

§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.

§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.


2. Σχολιασμός – ερμηνεία:

Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι  αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.

ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.

ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.


Πηγή Hegel-Platon

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Υπάρχει «καλή δραχμή»; Μικρή συμβολή στη δημόσια συζήτηση για την Ελλάδα


του Μισέλ Ισόν*


Η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Τσίπρα μπροστά στα τελεσίγραφα της τρόικας είναι μια επώδυνη ήττα για όλους τους οπαδούς μιας πολιτικής εναλλακτικής στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα που επικρατεί στην Ευρώπη. Μπορούμε να θυμίσουμε σύντομα και όχι με ιεραρχική σειρά της αιτίες αυτής της ήττας: υποτίμηση της βιαιότητας των «θεσμών», αυτού του μίγματος οικονομικού φανατισμού και πολιτικής βούλησης, που αποβλέπει στην καταπολέμηση κάθε εναλλακτικής πολιτικής· απουσία προετοιμασίας των υλικών όρων μιας ρηκτικής διαδικασίας, η οποία κυρίως περνά από τη μονομερή παύση των πληρωμών των τοκοχρεολυσίων του δημόσιου χρέους· μη διαμόρφωση ευνοϊκού συσχετισμού δύναμης στο ιδεολογικό πεδίο μέσα στην ίδια τη χώρα, που είναι απαραίτητος για μια τέτοια ρήξη· ανικανότητα αξιοποίησης της δυναμικής του «όχι» στο δημοψήφισμα, που, με μια λογική εθνικής ενότητας, οδήγησε στην υιοθέτηση μέτρων τα οποία η κυβέρνηση είχε ζητήσει από τους πολίτες να απορρίψουν· απουσία πολιτικής ανταπόκρισης από την πλευρά άλλων κυβερνήσεων και υποτονική στήριξη από την πλευρά του κοινωνικού κινήματος.


ΤΙΝΑ και από τους οπαδούς της εξόδου;

Το συμπέρασμα που συχνά συνάγεται από αυτή τη διαπίστωση, είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί εντός της ευρωζώνης. Για τον Στάθη Κουβελάκη, «έχει γίνει φανερό ότι δεν είναι δυνατή η ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές λιτότητας παραμένοντας στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια αυταπάτη που κοστίζει πολύ ακριβά. Η ιδέα του “καλού ευρώ” και της “παρακίνησης της Ευρώπης”, η επίμονη άρνηση ενός σχεδίου Β και ο εγκλεισμός σε μια εξαντλητική διαδικασία διαπραγμάτευσης οδήγησαν στην πιο μεγάλη καταστροφή για την ευρωπαϊκή αριστερά που στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό από την εποχή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ.»

Ο Ζακ Σαπίρ καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε αλλαγή της ΕΕ εκ των έσω. Η “ριζοσπαστική αριστερά” οφείλει να θέσει ως πρώτο στόχο τη ρήξη, τουλάχιστο με τους θεσμούς που το περιεχόμενό τους είναι νεοαποικιακό, δηλαδή τους θεσμούς της ευρωζώνης, και οφείλει να σκεφτεί ποιες συμμαχίες μπορεί να συνάψει με βάση αυτό το στόχο. Η ώρα της επιλογής έχει φτάσει γι’ αυτήν: ή θα προχωρήσει στη ρήξη ή θα καταδικαστεί στην εξαφάνιση».

Είναι πιθανό να μην απομένει σήμερα άλλη επιλογή από την έξοδο από την ευρωζώνη. Αυτό μπορεί να το συζητήσουμε. Όμως αυτό δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να συναγάγουμε από εδώ ένα νέο στρατηγικό προσανατολισμό για την Ευρώπη στο σύνολό της. Αυτή η διλημματική τοποθέτηση του ζητήματος –ή κάποια μορφή συνθηκολόγησης ή έξοδος  από την ευρωζώνη– είναι μια αφυδατωμένη σύλληψη του προβλήματος, που εξαφανίζει όλα τα ενδιάμεσα στοιχεία οικοδόμησης του συσχετισμού δύναμης.


Μόνη εναλλακτική το Grexit;

Υπό το φως της ελληνικής εμπειρίας πολλοί σήμερα συντάσσονται με την έξοδο από την ευρωζώνη σαν τη μόνη εναλλακτική οδό. Αυτό όμως, για μια ακόμη φορά, καταλήγει στη σύγχυση δύο πεδίων δημόσιας συζήτησης: το ένα αφορά την Ελλάδα σήμερα, το άλλο είναι πιο γενικό και αφορά τη στρατηγική ρήξης στην Ευρώπη.

Θα ήθελα να θυμίσω μια κριτική που έχω δεχθεί στη θέση μου αυτή: «Ενδιαφέρουσα άποψη, αλλά γιατί πάντοτε τοποθετείστε κατά της εξόδου από την ευρωζώνη; Φαίνεται σαν να χρειάζεστε πάρα πολύ χρόνο, για να κατανοήσετε ότι το ευρώ και τα προγράμματα προσαρμογής που επιβάλλονται στην Ελλάδα πάνε μαζί. Η άποψή σας δεν έχει συνοχή». Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν «κατά της εξόδου από την ευρωζώνη». Παραθέτω προς απόδειξη ένα απόσπασμα άρθρου μου, που δημοσιεύτηκε ήδη το 2011: «Η έξοδος από την ευρωζώνη δεν είναι πια μέσα σ’ αυτό το σχήμα ένα προαπαιτούμενο. Αντίθετα, είναι ένα όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έσχατη καταφυγή. Η ρήξη θα έπρεπε μάλλον να γίνει σε δύο σημεία, που θα μπορούσαν να παράσχουν πραγματικά περιθώρια χειρισμού: εθνικοποίηση τραπεζών και ακύρωση του χρέους».


Κεντρικό ζήτημα το χρέος

Το ζήτημα – κλειδί για την Ελλάδα είναι ο μη διαχειρίσιμος χαρακτήρας του χρέους. Τα μέτρα που χρειάζονται πρώτα απ’ όλα για να αντιμετωπιστεί, είναι ένα μονομερές μορατόριουμ πληρωμών και κατόπιν μια ολική ή μερική διαγραφή του χρέους. Αλλά αυτά τα μέτρα δεν απαιτούν έξοδο από την ευρωζώνη. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πώς μπορεί να υπάρξει λογική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τύπους μέτρων.

Ας υποθέσουμε ότι η Ελλάδα βγαίνει από την ευρωζώνη. Πρώτη εκδοχή: εξακολουθεί να καταβάλλει τις δόσεις χρέους. Δεν είναι λογικό θα πει κάποιος, αλλά πολλοί συνήγοροι της εξόδου από την ευρωζώνη παραδόξως δεν αποκλείουν ρητά αυτή την εκδοχή. Αν το χρέος έπρεπε να αποπληρωθεί σε ευρώ, το πραγματικό βάρος του (σε δραχμές) θα μεγάλωνε εξαιτίας της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Αν αποπληρωνόταν σε δραχμές, αυτό θα σήμαινε μερική διαγραφή του, κατά 20%, εάν, για παράδειγμα, η δραχμή υποτιμηθεί κατά 20%. Όμως αυτή η εκδοχή νομικά αποκλείεται.

Οπωσδήποτε, οι πιστωτές δεν θα αποδέχονταν αυτή την εξέλιξη, χωρίς να αντιδράσουν επιβάλλοντας αντίποινα με τη μέθοδο των κερδοσκοπικών επιθέσεων κατά του νέου νομίσματος. Αυτή η ίδια παρατήρηση ισχύει και στη δεύτερη περίπτωση, όταν η έξοδος από την ευρωζώνη συνοδεύεται –λογικά– με διαγραφή του χρέους ολική ή μερική. Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Μηλιός, είναι εύκολο να φανταστείς «μια κατάσταση όπου η Ελλάδα, με το που θα βγει από την ευρωζώνη, δεν θα μπορεί να βρει τα αναγκαία αποθεματικά, ώστε να στηρίξει τη συναλλαγματική αξία του νέου νομίσματος και θα χρειαζόταν να δανειστεί από χώρες της ευρωζώνης ή εκτός αυτής. Όμως, κάθε δάνειο στη σημερινή φάση του καπιταλισμού οδηγεί σε πρόγραμμα λιτότητας. Πώς, λοιπόν, θα χρηματοδοτηθεί η χώρα, για να στηρίξει τη συναλλαγματική αξία του νέου νομίσματος;»


Το ζήτημα του εξωτερικού ισοζυγίου

Οι πιστωτές, συνεπώς, θα είναι πάντοτε παρόντες και το πέρασμα στη δραχμή θα τους έδινε ένα βαρύ όπλο. Το όπλο αυτό θα έχανε την αποτελεσματικότητά του μόνο αν οι εξωτερικές συναλλαγές της Ελλάδας είχαν ισοσκελισμένο ισοζύγιο. Εδώ έρχεται το δεύτερο επιχείρημα υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη: χάρη στην υποτίμηση του νέου νομίσματος οι εξαγωγές θα αυξάνονταν απότομα και το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών να ισορροπούσε.

Ωστόσο, σ’ αυτό το σενάριο ξεχνάμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: κάθε επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας θα μεταφραζόταν σε αύξηση των εισαγωγών κυρίως ειδών διατροφής, φαρμάκων και πετρελαίου (που οι τιμές του θα επιβαρύνονταν λόγω της υποτίμησης). Μπορεί και πρέπει προφανώς να υιοθετηθεί βιομηχανική και αγροτική πολιτική που ελαχιστοποιεί αυτή την εξάρτηση, αλλά τα αποτελέσματά της δεν θα είναι άμεσα ορατά.


Οι ταξικοί συσχετισμοί δεν αλλάζουν με το νόμισμα

Το άλλο πράγμα που ξεχνάμε είναι ότι προτεραιότητα των καπιταλιστών είναι η ανόρθωση των κερδών τους. Η πρόσφατη πείρα δείχνει ότι η πτώση των μισθών στην Ελλάδα δεν μεταφράστηκε σε πτώση των τιμών, αλλά σε διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους στα εξαγόμενα εμπορεύματα, σε τέτοιο σημείο που η Κομισιόν αναρωτήθηκε για το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό: μετατρέποντας το θέμα του νομίσματος στο άλφα και το ωμέγα του ελληνικού ζητήματος, ξεχνάμε ολοκληρωτικά τους ταξικούς συσχετισμούς εντός της ελληνικής κοινωνίας. Η έξοδος από την ευρωζώνη από μόνη της δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη δομή της ολιγαρχίας.

Ένα πλεονέκτημα της εξόδου θα ήταν η δυνατότητα χρηματοδότησης του δημοσιονομικού ελλείμματος από την κεντρική τράπεζα, δηλαδή ανεξάρτητα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση η έξοδος από την ευρωζώνη δεν αποτελεί προαπαιτούμενο όρο για την αναζήτηση άλλων τρόπων χρηματοδότησης. Η εθνικοποίηση των τραπεζών θα μπορούσε να είναι ένας άλλος πιθανός δίαυλος χρηματοδότησης, ή ακόμα η ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου επί της κεντρικής τράπεζας. Θα ήταν μια άλλη μορφή ρήξης, που δεν έχει να κάνει με την επίκληση ενός «καλού ευρώ».


Ο κίνδυνος μιας ακόμη ευκολίας

Οι οπαδοί της εξόδου από την ευρωζώνη κατάφεραν να περιορίσουν τη συζήτηση στα στενά πλαίσια αυτής της διλημματικής επιλογής: ένα ειδυλλιακό «καλό ευρώ» ή έξοδος από την ευρωζώνη; Ο απολογισμός από την ελληνική εμπειρία οδηγεί στον περιορισμό της συζήτησης για στρατηγικής σημασίας ζητήματα σ’ αυτό το διλημματικό ερώτημα. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά πρόκειται για μια ευκολία.

Στη δραματική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, δεν υπάρχει ήρεμη διέξοδος. Η έξοδος από την ευρωζώνη για την Ελλάδα σήμερα θα μπορούσε να έχει μικρότερο κόστος από την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, που είναι τρομερότερο από τα προηγούμενα. Δεν θα είναι, όμως, ανθόσπαρτος δρόμος, κι αυτό πρέπει να το πούμε εντίμως. Υπάρχει ο κίνδυνος να τη θεωρήσουμε σαν λύση για όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, είτε πρόκειται για τις παραγωγικές δομές είτε για την εξουσία της ολιγαρχίας.

Η έξοδος από την ευρωζώνη παρουσιάζεται πάντοτε σαν ένα είδος μαγικού ραβδιού, που επιτρέπει να αποφύγουμε την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, καθώς και τις εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Λες και η έξοδος αυτή θα ισοδυναμούσε με έξοδο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πλούσιοι της Ελλάδας δεν θα έπαυαν να φοροδιαφεύγουν επειδή θα έβγαινε η χώρα από το ευρώ. Ούτε οι έλληνες εφοπλιστές θα αποδέχονταν να χρηματοδοτήσουν με τους φόρους τους το συνταξιοδοτικό σύστημα.


Οι ταξικές σχέσεις δεν μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα

Αυτή η προσήλωση στο ζήτημα του νομίσματος είναι επικίνδυνη, στο βαθμό που θέτει σε δεύτερη μοίρα μια σειρά από ζητήματα που σχετίζονται με τις ταξικές σχέσεις, οι οποίες ισχύουν πάνω από σύνορα. Η Ελλάδα δεν είναι ένα «προλεταριακό κράτος» υπό το ζυγό του ευρώ, είναι ένας κοινωνικός σχηματισμός που δομείται γύρω από τις ταξικές σχέσεις. Το σύνολο των κεφαλαίων που διέφυγαν τα τελευταία δέκα χρόνια είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με το σύνολο του ελληνικού χρέους. Αυτό δεν έχει να κάνει με το ευρώ και την επιστροφή στη δραχμή. Τίποτε δεν θα άλλαζε με τη μια ή την άλλη επιλογή. Αντίθετα, θα επέτρεπε στα διαφυγόντα κεφάλαια να επιστρέψουν κατά ένα μέρος, για να πραγματώσουν την υπεραξία που θα αποκτούσαν σε περίπτωση υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Οι οπαδοί της εξόδου από την ευρωζώνη θα ανταπαντούσαν ότι θα είχαμε άλλα πλεονεκτήματα, όπως η δυνατότητα μιας φορολογικής μεταρρύθμισης. Όμως αυτά τα στοιχεία τού προγράμματος πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και είναι εξάλλου δύσκολο να αποδειχθεί ότι η έξοδος από την ευρωζώνη θα διευκόλυνε την εφαρμογή τους. Αντί να προσάπτουμε στον Τσίπρα ότι δεν προετοίμασε ένα σχέδιο Β, όπως η έξοδος από την ευρωζώνη, θα έπρεπε να τον κατηγορούμε γιατί δεν επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων από την πρώτη μέρα, πράγμα που απέκλεισε για να διαβεβαιώσει τους θεσμούς για την καλή θέλησή του.


Η πραγματικότητα και η αξιωματική λογική

Η επιχειρηματολογία υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη στηρίζεται τελικά σε ένα αξίωμα που διατυπώθηκε κατά βάση από τον Ζακ Σαπίρ πρόσφατα: «Τα ζητήματα του νομίσματος και της παύσης πληρωμών είναι στενά συνδεδεμένα». Ο Σαπίρ συντάσσει τον κατάλογο των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη: 1ο το ζήτημα των αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας, 2ο το ζήτημα της ρευστότητας, 3ο το ζήτημα του χρέους, 4ο το ζήτημα των εμπορικών τραπεζών. Υπογραμμίζει δε ότι είναι «πολύ σημαντικό η ελληνική κυβέρνηση να αναγγείλει την παύση πληρωμών την ίδια στιγμή που θα πάψει το ευρώ να είναι το νόμιμο νόμισμα στο ελληνικό έδαφος».

Αυτή η ταυτόχρονη απόφαση εγκατάλειψης του ευρώ και παύσης πληρωμών είναι αμφισβητήσιμη. Ο συλλογισμός λογικά θα έπρεπε να έχει διαφορετική ακολουθία: πρώτα η στάση πληρωμών, γιατί είναι αναγκαίος όρος για τον αναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας, κατόπιν τα συνοδευτικά μέτρα αυτής της πράξης, δηλαδή η εθνικοποίηση των τραπεζών, ο έλεγχος της κεντρικής τράπεζας, ο έλεγχος κεφαλαίων, η πιθανή έκδοση παράλληλου νομίσματος. Είναι ένα πρόγραμμα με συνοχή, που συνεπάγεται θεμελιώδεις ρήξεις με τους ευρωπαϊκούς κανόνες του παιχνιδιού, αλλά δεν προϋποθέτει έξοδο από την ευρωζώνη.


Η αναγκαιότητα της εξόδου οφείλει να αποδειχθεί

Η έξοδος από την ευρωζώνη δεν συνιστά από μόνη της πρόγραμμα. Δεν είναι παρά ένα εργαλείο που ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί. Η αναγκαιότητά του πρέπει να αποδειχθεί, δεν αρκεί η γοητεία του. Η φετιχοποίηση του νομίσματος προκαλεί αστάθεια στη διαδικασία συγκρότησης ενός τέτοιου προγράμματος, διαμορφώνει αυταπάτες περί «καλής δραχμής», που αξίζουν όσο και οι φαντασιώσεις περί «καλού ευρώ» και υποβιβάζει τα κοινωνικά προβλήματα σε μια εθνικο-νομισματική λογική.

Ο Γιάννης Μηλιός, πρώην υπεύθυνος του ΣΥΡΙΖΑ για τα οικονομικά ζητήματα, το εξηγεί πολύ καλά: «Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να πάψει το κοινωνικό κίνημα που αντιτίθεται στο νεοφιλελευθερισμό και τον καπιταλισμό, επειδή η Ελλάδα έχει το ευρώ για νόμισμα. Όμως, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από αυτό το κίνημα και όχι το αντίθετο. Είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη είναι δευτερεύον. Από μια άποψη, που δεν είναι θεωρητική αλλά πολιτική (γιατί σχετίζεται με τη μεταβολή του συσχετισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων), θεωρώ το ευρώ ως ψευδοπρόβλημα. Δεν μετέχω στις συζητήσεις περί νομίσματος, γιατί παραμερίζουν το κύριο ζήτημα, το οποίο είναι η ανατροπή τής μακροπρόθεσμης στρατηγικής των ελλήνων και ευρωπαίων καπιταλιστών που ευνοεί τη λιτότητα».


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο alencontre.org στις 27 Ιουλίου 2015.


Πηγή Εποχή


Υπάρχει «καλό ευρώ»;



του Ηλία Ιωακείμογλου


Εάν υπάρχει «καλή δραχμή», αναρωτιέται ο Μισέλ Iσόν, γνωστός Γάλλος οικονομολόγος της 4ης Διεθνούς, σε άρθρο του θέλοντας να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που υποτίθεται ότι διεξάγεται στην Ελλάδα γύρω από το δίλημμα ευρώ έναντι δραχμής. Το άρθρο του αναλώνεται σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι δεν υπάρχει «καλή δραχμή», αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που θα υπάρξουν στη διάρκεια μιας ενδεχόμενης μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα. Καμία έκπληξη λοιπόν που δημοσιεύθηκε στην «Εποχή», σε μια εφημερίδα που έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο του μεταλλαγμένου, μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Με δε­δο­μέ­νη τώρα την απή­χη­ση που είχε το άρθρο του Μισέλ Ισόν ακόμη και σε κύ­κλους που στέ­κο­νται κρι­τι­κά ένα­ντι του μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (μετά και από την ανα­δη­μο­σί­ευ­ση του άρ­θρου στο rednotebook), αξί­ζει να συ­νε­χί­σου­με τη δου­λειά που ξε­κί­νη­σε ο Γάλ­λος οι­κο­νο­μο­λό­γος από εκεί που την άφησε, θέ­το­ντας δη­λα­δή εμείς το ερώ­τη­μα εάν υπάρ­χει «καλό ευρώ». Γιατί όποιος ρω­τά­ει μόνο εάν υπάρ­χει «καλή δραχ­μή», αφή­νει τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη.


Με το ευρώ, εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση για πάντα

Το ευρώ, λοι­πόν, είναι εκ φύσεως «κακό», διότι επιβάλλει σε κάθε οι­κο­νο­μία της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης να αντι­με­τω­πίζει τις μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές της ανι­σορ­ρο­πίες με τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης, δη­λα­δή με τρόπο που στρέφεται ευθέως κατά των ερ­γα­ζόμενων τάξεων και των συν­δι­κα­λι­στι­κών τους ορ­γα­νώσεων. Το ευρώ επιβάλλει τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης ανεξάρτητα από τους θε­σμούς που ορί­ζουν τον τρόπο λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­ζώ­νης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας και των άλλων βαθ­μί­δων της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης. Είναι η θε­σμο­θε­τη­μένη μορφή της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης - και όλοι μας πλέον γνω­ρί­ζου­με τι ση­μαί­νει εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση. Επο­μέ­νως, δεν είναι μια πο­λι­τι­κή (και μόνο κα­τα­χρη­στι­κά την απο­κα­λού­με έτσι), διότι στην έν­νοια της πο­λι­τι­κής εμπε­ριέ­χε­ται η έν­νοια της επι­λο­γής. Στην πε­ρί­πτω­ση, όμως, της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, από τη στιγ­μή που υιο­θε­τείς το ευρώ, δεν υπάρ­χει επι­λο­γή, πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία προ­σαρ­μο­γής που ακο­λου­θεί ανα­γκα­στι­κά κάθε χώρα της Ευ­ρω­ζώ­νης όταν πρέ­πει να μειω­θούν οι τιμές της ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών της, για λει­τουρ­γία χτι­σμέ­νη μέσα στην δομή του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, ανα­γκα­στι­κή και υπο­χρε­ω­τι­κή - και αυτό που της προσ­δί­δει αυτόν τον ανα­γκα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα είναι η υιο­θέ­τη­ση του ευρώ ως εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Δεν χρειά­ζε­ται, δη­λα­δή, να υπάρ­ξει πο­λι­τι­κή από­φα­ση, επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση και εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα της δια­δι­κα­σί­ας ώστε να εκ­κι­νή­σει η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση - θα ξε­κι­νή­σει μόνη της, έχει αυ­τό­μα­το πι­λό­το που εγκα­τα­στά­θη­κε εδώ με την υιο­θέ­τη­ση του ευρώ. Ούτε μπο­ρεί κά­ποιος να απαλ­λα­γεί από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή απαλ­λά­χθη­κε από τα μνη­μό­νια (που βε­βαί­ως ενι­σχύ­ουν και διευ­ρύ­νουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά της). Η Ισπα­νία και η Ιτα­λία δεν υπά­χθη­καν σε μνη­μό­νιο, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης ξε­κί­νη­σε εκεί και ανα­πτύ­χθη­κε πλή­ρως. Ούτε απαλ­λάσ­σε­ται μια χώρα από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή μεί­ω­σε το εξω­τε­ρι­κό χρέος της.

Για να γίνει κα­τα­νοη­τό, όμως, για ποιο λόγο ισχύ­ουν αυτά, πρέ­πει να κά­νου­με έναν μικρό απο­λο­γι­σμό των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων.


Μι­κρός απο­λο­γι­σμός των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων

Ας ξε­κι­νή­σου­με με την αφή­γη­ση της δια­δι­κα­σί­ας της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης από τους ίδιους τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους στην ιδε­α­τή, στην κα­θα­ρή μορφή της, στην «αγνό­τη­τα» που εμ­φα­νί­ζει στο εσω­τε­ρι­κό της δικής τους θε­ω­ρί­ας. και ας δούμε μετά τι πραγ­μα­τι­κά έχει απο­δώ­σει αυτή η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση.

Το κα­θε­στω­τι­κό δι­ή­γη­μα της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πάει ως εξής:

Μέρος πρώτο: Στην οι­κο­νο­μία επι­βάλ­λε­ται ένα αρ­νη­τι­κό σοκ, μια μεγάλη εκού­σια ή ακού­σια μείωση της ζήτησης, που οδη­γεί αμέ­σως σε μείωση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης, και συ­να­κό­λου­θα σε άνοδο της ανερ­γίας - η οι­κο­νο­μία λοι­πόν εισέρχε­ται σε περίοδο ύφεσης. Καθώς δεν υπάρχει εθνι­κό νόμισμα να υπο­τι­μη­θεί για να μειώ­σει τις εγ­χώ­ριες τιμές και να αυξήσει έτσι την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τη μειω­μέ­νη ζήτηση,[1] ανοίγεται ανα­γκα­στι­κά ο δρόμος σε έναν άλλον τρόπο προ­σαρ­μο­γής της οι­κο­νο­μίας, αυτόν που ονο­μά­ζε­ται «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» (και πε­ρι­γρά­φε­ται αμέ­σως πα­ρα­κά­τω ως δεύ­τε­ρο και τρίτο μέρος της κα­θε­στω­τι­κής αφή­γη­σης).

Μέρος δεύ­τε­ρο: Στο νέο, μειω­μένο επίπεδο πα­ρα­γω­γής και αυ­ξη­μένης ανερ­γίας, τα συν­δι­κάτα και οι ερ­γα­ζόμενοι θα απολέσουν ένα μέρος από τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή τους δύναμη, με αποτέλεσμα οι μι­σθοί τους να μειω­θούν. Θα πρέ­πει δε να κα­τα­νο­ή­σουν ότι επι­βάλ­λε­ται να απο­δε­χθούν τις τόσο γνω­στές σε εμάς διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας για να βοη­θή­σουν τη χώρα - και όταν δεν το κα­τα­νο­ούν, οι δυ­σμε­νείς αλ­λα­γές θα πρέ­πει να τους επι­βλη­θούν από την πο­λι­τι­κή ηγε­σία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο όνομα του γε­νι­κού συμ­φέ­ρο­ντος (όπως το κα­τα­νο­εί η κυ­ρί­αρ­χη τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών και των οι­κο­νο­μο­λό­γων που τους υπη­ρε­τούν).

Μέρος τρίτο: Η μείωση του κόστους ερ­γα­σίας που θα προ­κύ­ψει έτσι, υπο­τί­θε­ται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των εγ­χω­ρί­ων τιμών, επομένως και σε βελτίωση της αντα­γω­νι­στι­κότητας τιμής. Εάν π.χ. το κό­στος ερ­γα­σί­ας ανά μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντος μειω­θεί κατά 20%, πε­ρί­που όσο και στην Ελ­λά­δα, οι τιμές θα μπο­ρού­σαν να μειω­θούν έως και 20% χωρίς να θι­γούν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων. Ιδού, λοι­πόν, που υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση (μεί­ω­ση των εγ­χω­ρί­ων τιμών) χωρίς εθνι­κό νό­μι­σμα, χωρίς νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση.

Αυτά δι­η­γεί­ται η κα­θε­στω­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτά που αφη­γεί­ται στο πρώτο και το δεύ­τε­ρο μέρος της, δη­λα­δή η ύφεση, η άνο­δος της ανερ­γί­ας, η μεί­ω­ση των μι­σθών και η κα­τα­στρο­φή των θε­σμών της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας που προ­στα­τεύ­ουν τους ερ­γα­ζό­με­νους, βε­βαί­ως και έχουν επα­λη­θευ­θεί πλή­ρως - όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Το τρίτο μέρος της θε­ω­ρί­ας τους, όμως, ότι θα μειω­θούν οι τιμές, και χάρη σε αυτό θα αυ­ξη­θούν η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, οι εξα­γω­γές, το ΑΕΠ και η απα­σχό­λη­ση, δεν το εί­δα­με,[2] ούτε στην Ελ­λά­δα και την Πορ­το­γα­λία που ήταν σε μνη­μό­νιο,[3] ούτε στην Ισπα­νία και την Ιτα­λία που δεν ήταν σε μνη­μό­νιο, είτε σε άλλες χώρες που είχαν πιο σύ­ντο­μα είτε λι­γό­τε­ρο σφο­δρά επει­σό­δια εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης (π.χ. Γαλ­λία, Γερ­μα­νία στα χρό­νια της agenda 2010).[4] Το μέσο πε­ρι­θώ­ριο κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων είτε έμει­νε άθι­κτο είτε αυ­ξή­θη­κε (με­ρι­κές φορές θε­α­μα­τι­κά) με αντί­στοι­χη μείωση του μέσου μι­σθού συ­νο­δευό­με­νη από ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών των εξα­γω­γών (που είναι και το τε­λι­κό ζη­τού­με­νο μιας υπο­τί­μη­σης). Πα­ντού η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης απο­δυ­νά­μω­σε τα ερ­γα­τι­κά σω­μα­τεία και τους θε­σμούς που απο­κρυ­στάλ­λω­ναν τις πα­λιές κα­τα­κτή­σεις τους, πα­ντού ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων με­τα­τρά­πη­κε δρα­μα­τι­κά υπέρ του κε­φα­λαί­ου χάρη στη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης και στο όνομα του ευρώ.[5] Πα­ντού οι ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών δεν οφεί­λο­νταν σε κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία, σε ελ­λι­πή εφαρ­μο­γή των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής ή σε κά­ποια αμέ­λεια των κυ­βερ­νή­σε­ων, αλλά οφεί­λο­νταν σε δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής,[6] χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αμε­τά­βλη­τα, που ισχύ­ουν δη­λα­δή για όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού σε όλες τις επο­χές και συ­γκυ­ρί­ες.

Στην πα­ρα­πά­νω πε­ρι­γρα­φή της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, είτε όπως αυτή εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θε­στω­τι­κή αφή­γη­σή της, είτε όπως υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κά, δεν πα­ρεμ­βάλλε­ται που­θε­νά ο χα­ρα­κτήρας της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας, ούτε κάποιου άλλου θε­σμού της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης, δεν γί­νε­ται καμιά ανα­φο­ρά σε άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ευ­ρω­ζώ­νης: Απλά και μόνον η ύπαρξη κοι­νού νομίσμα­τος, του ευρώ, απο­τε­λεί την ανα­γκαία και ικανή συνθήκη της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης. Το ευρώ είναι η ικανή και ανα­γκαία συν­θή­κη για την ύπαρ­ξη ενός πα­νί­σχυ­ρου μη­χα­νι­σμού εκτό­νω­σης της πίεσης του διε­θνούς αντα­γω­νι­σμού πάνω στην αγορά ερ­γα­σίας, είναι η μη­χα­νή που με­τα­τρέπει συ­νε­χώς το συ­σχε­τι­σμό δυνάμεων σε βάρος των ορ­γα­νω­μένων δυνάμεων των ερ­γα­ζο­μένων. Το ευρώ μόνο του, χωρίς να χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν άλλο θεσμό ή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ευ­ρω­ζώ­νης, υπο­χρε­ώ­νει κάθε ερ­γα­τι­κή τάξη να πε­ρά­σει μέσα από τις μυ­λό­πε­τρες της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης. Η εσω­τε­ρι­κή υποτίμηση υπάρ­χει επει­δή είναι εν­σω­μα­τω­μένη στην ύπαρξη του ευρώ.[7] Δεν υπάρ­χει, ούτε μπο­ρεί να υπάρ­ξει «καλό ευρώ».

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Για τον τρόπο που λει­τουρ­γεί η οι­κο­νο­μία όταν υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, βλ. στο άρθρο “Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις” στο http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis

[2]  Artus P. “What is to be done in the euro zone since internal devaluations do not work?”, 7 Μαρ­τί­ου 2013, Natixis, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=68885

[3] Οι εξε­λί­ξεις στην Ιρ­λαν­δία δεν είχαν τον ίδιο έντο­νο χα­ρα­κτή­ρα καθώς η χώρα αυτή δια­τη­ρεί προ­νο­μια­κές εμπο­ρι­κές και πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις με τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε μετά την οξεία φάση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης (2008-2009) και προ­κά­λε­σε με­γέ­θυν­ση των ιρ­λαν­δι­κών εξα­γω­γών. Η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης δεν μεί­ω­σε τις τιμές των εξα­γω­γών πα­ρό­τι μεί­ω­σε τις εγ­χώ­ριες τιμές για εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

[4] Χρειά­στη­κε μια κρίση βα­θύ­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας από την με­γά­λη κρίση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 στις ΗΠΑ για να μειω­θούν οι εγ­χώ­ριες τιμές στην Ελ­λά­δα κατά 4% (με­τα­ξύ πρώ­του τρι­μή­νου 2010 και πρώ­του τρι­μή­νου 2015). Βλ. ανα­λυ­τι­κά στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και την απα­σχό­λη­ση. Για την Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία βλ. στο Gonzalez & Gutierrez (2014) “Internal devaluation in the European periphery: the story of a failure”, UCLM, http://​dialnet.​unirioja.​es/​servlet/​articulo?​codigo=4830673&​orden=1&​info=...​. Για άλλες χώρες βλ. στο Artus P., “Prices are sticky in virtually all countries, which means nominal adjustments and"internal devaluations" are doomed to fail”, 7 Νο­εμ­βρί­ου  2012, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=66833

[5] Φυ­σι­κά και ο συ­νο­λι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων δεν με­τα­τρά­πη­κε απο­κλει­στι­κά χάρη σε αυτά, φυ­σι­κά και υπήρ­ξαν και άλλες πα­ράλ­λη­λες επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πα­ντού ήταν η κύρια συ­νι­στώ­σα της επί­θε­σης.

[6] Στη διάρ­κεια των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­τε­λεί­ται μια «φυ­σι­κή επι­λο­γή» των αν­θε­κτι­κό­τε­ρων κε­φα­λαί­ων και μια κα­τα­στρο­φή των λι­γό­τε­ρο απο­δο­τι­κών κε­φα­λαί­ων. Η συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται εξαι­ρε­τι­κά, αλλά όχι τόσο για κάθε επι­χεί­ρη­ση ξε­χω­ρι­στά, αφού οι ισχυ­ρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που επι­ζούν ιδιο­ποιού­νται την ζή­τη­ση των αντα­γω­νι­στών τους που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση. Κάθε ξε­χω­ρι­στή επι­χεί­ρη­ση που επέ­ζη­σε, μπο­ρεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους αντα­γω­νι­στές της, να υπε­ρα­σπί­ζε­ται αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά το ύψος των τιμών της. Μια ανά­λο­γη δια­δι­κα­σία κα­τα­στρο­φής δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται στην αγορά ερ­γα­σί­ας, όπου οι άνερ­γοι δεν εξα­φα­νί­ζο­νται όπως εξα­φα­νί­ζε­ται το απα­ξιω­μέ­νο κε­φά­λαιο των επι­χει­ρή­σε­ων που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση, αλλά πα­ρα­μέ­νουν στην αγορά ερ­γα­σί­ας για πολύ καιρό και ασκούν πτω­τι­κή πίεση επί των μι­σθών. Αυτά δεν απο­τε­λούν κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία της μιας ή της άλλης χώρας, αλλά δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής.

[7] Ας προ­σθέ­σου­με σε αυτά και ότι καθώς οι τιμές δεν μειώ­νο­νται ου­σια­στι­κά με την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση, αυτή δεν υπο­κα­θι­στά τη βα­σι­κή λει­τουρ­γία της υπο­τί­μη­σης ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος η οποία κα­θι­στά αμέ­σως φθη­νό­τε­ρα τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα. Με το ευρώ, τα ελ­λείμ­μα­τα στο εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο αγα­θών και υπη­ρε­σιών δεν κλεί­νουν μέσω αλ­λα­γών στις τιμές αλλά με μεί­ω­ση της ζή­τη­σης, δη­λα­δή με ύφεση (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της Ελ­λά­δας, της Ισπα­νί­ας και της Πορ­το­γα­λί­ας στη διάρ­κεια της τρέ­χου­σας κρί­σης). Έτσι, σε κα­θε­στώς ευρώ, η ύφεση και η βρα­δεία ανά­πτυ­ξη είναι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να υπάρ­χει ισο­σκε­λι­σμέ­νο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών. Αυτό μπο­ρεί να ανα­τρα­πεί με με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα (βελ­τί­ω­ση ποιό­τη­τας, πα­ρα­γω­γή νέων προ­ϊ­ό­ντων κ.λπ.). Οι αλ­λα­γές αυτές όμως πραγ­μα­το­ποιού­νται σε ορί­ζο­ντα δε­κα­ε­τί­ας και ευ­νο­ού­νται από συν­θή­κες τα­χεί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου - κάτι που δεν ευ­νο­εί η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης.


Πηγή Rproject

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Για την ανασύνθεση της μαρξιστικής Αριστεράς


του Γιάννη Μηλιού


1. Το «Όχι» ως στιγμή ανοικτής ταξικής σύγκρουσης

Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η συνεχής αναδιάταξη ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δρώντων πολιτικών υποκειμένων (κομμάτων, κρατικών μηχανισμών, κινημάτων κ.λπ.). Πρόκειται για έναν συσχετισμό δύναμης που σε τελευταία ανάλυση αντανακλά τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα που διαπερνούν την (ελληνική) κοινωνία. 

Σπανίως τα ταξικά συμφέροντα (και ιδίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των δύο κύριων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της άρχουσας καπιταλιστικής και της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) εμφανίζονται με καθαρή μορφή, ως σύγκρουση δύο καθαρών πολιτικών θέσεων, ως πολιτική σύγκρουση ανάμεσα σε «δύο Ελλάδες», σύγκρουση του «έθνους των πληβείων» με το «έθνος των πατρικίων». Διότι το θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού κράτους, φιλτράροντας και «κοινοβουλευτικοποιώντας» τα ταξικά συμφέροντα και αιτήματα των υποτελών τάξεων, κατά κανόνα τα μετασχηματίζει σε εκδοχές του κοινού-«εθνικού» συμφέροντος, δηλαδή τα υπάγει στη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κεφαλαίου για συσσώρευση («οικονομική ανάπτυξη») και κοινωνική ειρήνη υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου («οικονομική και κοινωνική σταθερότητα»).

Μία από τις σπάνιες φορές που η ταξική σύγκρουση πήρε τη μορφή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Το «έθνος των πληβείων» με το 61,3% υπέρ του «Όχι» υπερίσχυσε έναντι του «έθνους των πατρικίων», που απαιτούσε τη συνέχιση των μνημονίων, δηλαδή των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών που αναδιανέμουν ισχύ, πλούτο και εισόδημα υπέρ της άρχουσας κεφαλαιοκρατικής τάξης. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη αυτών που σχεδίασαν το δημοψήφισμα.

Η αστραπιαία μετατροπή του «Όχι» του δημοψηφίσματος σε «Ναι» στο εσωτερικό του κράτους και των μηχανισμών του (Κυβέρνηση, Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κοινοβούλιο), αποτέλεσε την πλέον καθαρή εκδήλωση της μετεξέλιξης του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα-διαχειριστή του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή σε κόμμα που (σταδιακά) αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκπροσώπηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επομένως σε φορέα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής στρατηγικής.


2. Η νεοφιλελεύθερη μετεξέλιξη του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ

Μετά τις ευρωεκλογές του 2014, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε πρώτο κόμμα (και ήταν πλέον προφανές ότι θα αναλάμβανε τον καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας όποτε κι αν λάμβαναν χώρα εθνικές εκλογές), άρχισε μια γρήγορη διολίσθηση της πολιτικής του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ προς μια λογική «ιστορικού συμβιβασμού», δηλαδή την αντίληψη πως η Ελλάδα μετά την κρίση του 2008 μπορεί να κυβερνηθεί με βάση τις κοινωνικές ισορροπίες της περιόδου πριν από την κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα στον κομματικό λόγο απέκτησε η ρητορεία περί «παραγωγικής ανασυγκρότησης» (συνώνυμο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον δεν περιγράφονταν μορφές και δομές «κοινωνικής οικονομίας», δηλαδή οικονομικών σχέσεων που περιορίζουν την επιχειρηματική οικονομία και την αγορά). Η επαγγελία του «να πληρώσουν οι πλούσιοι», δηλαδή της αναδιανομής ισχύος και εισοδήματος υπέρ των λαϊκών τάξεων, περιθωριοποιήθηκε, η «κυβέρνηση της Αριστεράς» έδινε σταδιακά τη θέση της στην «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας». 

Το κρίσιμο ζήτημα της πρώτης περιόδου μετά τις ευρωεκλογές, που σηματοδοτούσε τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον «ιστορικό συμβιβασμό», δηλαδή επιτάχυνε τη συστημική μετάλλαξη της πολιτικής του, ήταν η προσέγγιση με τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς και ιδιαίτερα με τη «μνημονιακή» ΔΗΜΑΡ. Μια συμμαχία με τη ΔΗΜΑΡ θα λειτουργούσε ως άλλοθι για την απεμπόληση του ριζοσπαστικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα μιας «συμφωνίας εθνικού χαρακτήρα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό» (Δ. Βίτσας, γραμματέας ΣΥΡΙΖΑ, 3/10/2014, Χαιρετισμός στο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ). 

Καίτοι η προσέγγιση με τη ΔΗΜΑΡ δεν προχώρησε, λόγω αφενός της εκλογικής εξαφάνισης του κόμματος αυτού στις ευρωεκλογές και αφετέρου, ιδίως, λόγω των αντιστάσεων εκ μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας των στελεχών και μελών του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» παρέμεινε και εκφράστηκε ποικιλοτρόπως, μεταξύ άλλων με τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν για να στελεχώσουν κρίσιμες υπουργικές και άλλες θέσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 

Εντούτοις, και αυτό είναι το σημαντικό, η επιλογή των προσώπων δεν έπαιξε τον κύριο ρόλο, καθώς δεν ήταν η αιτία αλλά το αποτέλεσμα και το σύμπτωμα της μεταστροφής προς τον συστημικό «ρεαλισμό». Η παραγκώνιση των ομάδων εργασίας του κόμματος και της δουλειάς τους, η αγνόηση των επεξεργασιών και προτάσεων του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής κ.λπ., δεν συνιστούν παρά υλοποίηση της στρατηγικής του «ιστορικού συμβιβασμού» προς την οποία είχε προσανατολιστεί το επιτελείο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, και προπάντων ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ως επικεφαλής τότε του «κυβερνητικού προγράμματος» του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ καιρό πριν από την 25η Ιανουαρίου.

Έτσι φτάσαμε γρήγορα, μετά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης, στη Συμφωνία της 20/2 και από εκεί στη Συμφωνία της 13/7 και την τελεσίδικη αποδοχή του νεοφιλελεύθερου πλαισίου διακυβέρνησης. 

Εμβληματική στιγμή σ’ αυτή την πορεία ήταν η εξύμνηση των επιτευγμάτων (για το κεφάλαιο) της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση. Στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων (Απρίλιος 2015) που συντονίστηκε από το «Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων» του υπουργείου Οικονομικών σε συνεργασία με τα βασικά «παραγωγικά» υπουργεία διαπιστώνεται: 

«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας». Μάλιστα αυτό χαρακτηρίζεται ως «πρόοδος» που «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Επιπλέον εξαίρονται οι «διαρθρωτικές αλλαγές [...] όπως η συγκράτηση του κόστους της συνταξιοδοτικής ασφάλισης και ο εξορθολογισμός του συστήματος υγείας, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος».

Η ιδεολογική και πολιτική προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου είχε προαναγγελθεί. Μόνο όσοι δεν την έβλεπαν εξεπλάγησαν με τη συμφωνία της 13/7/15.


3. Οι εκλογές στις 20/9 ως αφετηρία αριστερής ανασύνθεσης

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που επέμειναν στην υπεράσπιση του ταξικού «Όχι» της 5/7 και δεν αποδέχθηκαν την υπερψήφιση του 3ου μνημονίου δημιούργησαν την αναγκαία συνθήκη για την ανασύνθεση της αριστερής στρατηγικής που θα εκφράσει τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας απέναντι σε αυτά του κεφαλαίου. Οι επερχόμενες εκλογές, που προκλήθηκαν από τη στάση τους αυτή, αποτελούν την αφετηριακή στιγμή της ενδεχόμενης αυτής αναγκαίας διαδικασίας, που, εφόσον υπάρξει, αναγκαστικά θα έχει μακρά διάρκεια. 

Υπογραμμίζω τη φράση εφόσον υπάρξει, διότι ακόμα λείπει η ικανή συνθήκη της διαδικασίας: Η ιδεολογικοπολιτική οικοδόμηση μιας μαρξιστικής Αριστεράς που θα ανιχνεύει την ασυμφιλίωτη αντίθεση των συμφερόντων της εργασίας έναντι αυτών του κεφαλαίου και θα αγωνίζεται για να συνδεθεί μαζί τους, να γειωθεί σ’ αυτά και να τα φέρει στο πολιτικό προσκήνιο. 

Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι να γίνει αντιληπτό πως το αντίδοτο στη μνημονιακή μετάλλαξη του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η δραχμική μετάλλαξη του προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού με βάση το οποίο οικοδομήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η υποκατάσταση των ταξικών αγώνων με έναν νέο κυβερνητισμό, της «νομισματικής πολιτικής» αυτήν τη φορά.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Τεχνικές μεταμόρφωσης (Hypothesis)




Τα σταθερά χαρακτηριστικά της συγκυρίας είναι δεδομένα από καιρό. Η δυναμική έκφραση των αντίρροπων συμφερόντων , ο συγχρονισμός των πολιτικών επίδικων , η αρχιτεκτονική των πολιτικών κομμάτων φανέρωναν από καιρό ενός τύπου συμβιβασμό (πηγή, πηγή, πηγή). Εκείνο που ήταν τόσο αναπάντεχο ήταν ότι η μερίδα του αριστερόφωνου αστικού κομφορμισμού ήταν σε τόση απόσταση από την μικρή και ασθμαίνουσα επιχειρηματικότητα έτσι ώστε ανερυθρίαστα , κυνικά τόλμησε να ρισκάρει την οριακή σταθερότητα και τελικά να οδηγήσει στα capital control. Πίσω από την υπερβολική ηθικολογία, τον αμετροεπή εκτραχηλισμένο λόγο για τα «λαϊκά συμφέροντα» αναδύθηκε μια στεγνή τεχνική βούληση για «ξεκαθάρισμα» των μικρών δομών της αυτό-απασχόλησης. Ταυτόχρονα  ως κακέκτυπο εκφράσεων  του πολιτικού Ισλάμ (πηγή)  ο συριζαικός κομφορμισμός περιστέλλει όλη την πολιτική θεματολογία σε μια σειρά προταγμάτων για τις προθέσεις, τον κόπο και το ήθος των πολιτικών στελεχών. Η φρικώδης μελωδία για τους φτωχούς εργατικούς ηθικούς συνταγματάρχες ακούγεται ως κακόφωνη διασκευή από τους πιο αναπάντεχους μουσικούς παραγωγούς.

Ενώ λοιπόν η διαδρομή δεν είναι αναπάντεχη, επιχειρείται μια ελεγχόμενη αλλαγή, μια συνειδητή μετατροπή έτσι ώστε να εμπεδωθούν καλύτερα οι σταθερές του εγχειρήματος των μνημονίων. Φαίνεται πως  οι ενδογενείς δυνάμεις για να κατασταλεί ο παραλυτικός κατακερματισμός είναι ιστορικά καχεκτικές ,έτσι η «εκ των άνω» επιβολή μέσω των μνημονιακών  «προαπαιτούμενων» έγινε ιστορικά αναπόδραστη. Ο οκταετής , τουλάχιστον, μνημονιακός κύκλος εκφράζει την αποτυχία μιας αυτόνομης εσωτερικής προσπάθειας αλλά και την ισχυρή βούληση για την συνέχεια της προσπάθειας μέσω ενός πολιτικού τεχνάσματος: της αποδοχής της «ιδιοκτησίας» ενός αυταρχικού   εκσυγχρονισμού μέσω μιας αρχικά πολωτικής ( 10-14) και αργότερα παρηγορητικής έκφρασης (15-18) .Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση για να τεκμηριώσουμε πως ο συριζαικός κομφορμισμός  μέσω του «κλαυθμού του εκβιασμού»  προσφέρει την μέγιστη ηθική νομιμοποίηση στον αυταρχικό εκσυγχρονισμό επομένως ουδείς στις Βρυξέλες και το Βερολίνο διανοείται να τον αμφισβητήσει πλέον.

Το στρατηγικό δίλημμα των μνημονίων παραμένει : έξοδος μέσω της εφαρμογής τους (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) ή μέσω της ανεπιτυχούς  ως τώρα προσπάθειας να εκβιαστεί ο τερματισμός τους ως πολιτική απόφαση ( Σαμαράς μετά τις Ευρωεκλογές, Τσίπρας μέχρι τα Capital Control). Φαίνεται πως υπόρρητα προκρίνεται η πρώτη εκδοχή παρότι στην κοινωνία μια βουλησιαρχική στάση για την υπεροχή της «πολιτικής» λύσης είναι εδραία. Η πόλωση μεταξύ της μιας πολιτικής επιλογής για την «έξοδο μέσω εφαρμογής» και μιας λαϊκής  διάθεσης για την έξοδο «μέσω αγώνων» δημιουργεί ένα κενό. Αυτό το κενό μπορεί να καλυφθεί από ένα νέο «αντισυστημικο» ρεύμα που διαμορφώνεται τώρα. Ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις ο αριστερός πόλος της «πολιτικής  εξόδου»  ( Λαε, ΚΚε, Ανταρσυα) εκφράζεται με συνέπεια και πολιτική ηθική.

Για την τριετή παράταση του αυταρχικού εκσυγχρονισμού οι ευθύνες των κυνικών ηθικολόγων του Μαξίμου είναι μεγαλύτερες από τις ανεπάρκειες της Σαμαρικής διαχείρισης. Και η καλύτερη τιμωρία θα είναι η υποχρεωτική τους συνύπαρξη στην κυβέρνηση με το κουτσαβακικό δεξιό μόρφωμα. 

Για μια τέτοια  εξέλιξη θα χρειαστούν μερικές ιδέες μεταμόρφωσης.

Πολλές φορές  κατά την «άγρια» φάση της αντιμνημονιακής περιόδου η Αργεντινή εμφανίστηκε ως ιστορικό αντίστοιχο της κρίσης μας. Η χαρακτηριστική εικόνα του ελικοπτέρου που διασώζει τον De la Rua από την κορυφή ενός κρατικού κτιρίου συμβόλισε την απαίτηση για μια ανατροπή της κυβέρνησης της χρεωκοπίας. Κι’ όμως από την αντιστοίχηση με τη θυελλώδη αλλαγή στην Αργεντινή, έχει διαφύγει μια πιο εντυπωσιακή απόδραση. Ο υπουργός Οικονομίας  Domingo Cavallo είχε γίνει από καιρό αντικείμενο δυσαρέσκειας και οι διαδηλωτές τον αποδοκίμαζαν συγκεντρωμένοι στο Υπουργείο φορώντας καρναβαλικές μάσκες με το πρόσωπο του. Όταν ο Cavallo ευρίσκεται απομονωμένος στο Υπουργείο και κινδυνεύει από λιντσάρισμα, τότε βρίσκει την απόλυτη λύση: φορά την καρναβαλική μάσκα που τον διακωμωδεί και δραπετεύει μέσα στο πλήθος. Ο Cavallo γίνεται μια καρικατούρα του εαυτού του και αυτός ο καρναβαλικός εαυτός του τον διασώζει. Ο εκκεντρικός Zizek έχει δώσει μια εξωφρενική εξήγηση: στην Αργεντινή  η Λακανική ψυχαναλυτική σχολή είναι παραδοσιακά ισχυρή  και επομένως ο Cavallo γνωρίζει ότι «το πρόσωπο είναι τελικά η καλύτερη του μάσκα» (1). Ο μασκοφόρος  Cavallo  δεν είναι ένας ψεύτικος ως «απάτη» αλλά απολύτως είναι  τόσο Cavallo όσο όλες οι εκδοχές του Cavallo.

Στο κλασσικό γιγαντιαίο μυθιστόρημα του Robert Musil «Ο ‘Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες» ο υπερσυναισθηματικός ήρωας Urlich εμφανίζεται να μεταμορφώνεται  προσωρινά αλλά επώδυνα. Ο Urlich είναι αντιφασίστας και φανατικός καπνιστής. Όταν ξαφνικά βρίσκεται χωρίς τσιγάρα ορμάει έξω από το σπίτι του , χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι  γίνεται μια τεράστια φασιστική διαδήλωση. Μέσα στον κόσμο ο Urlich δυσκολεύεται να φτάσει στο καπνοπωλείο και ως μοναδική λύση έχει να αρχίσει να συμμετέχει στα συνθήματα της διαδήλωσης και ως μέρος της να την διασχίσει κάθετα. O Musil περιγράφει  αριστοτεχνικά   πως ο Ulrich σχεδόν έχει παρασυρθεί ασυνείδητα στην φασιστική ροή και χρειάζεται τελικά ένα ξύπνημα για να ξεφύγει.  

Η καρναβαλική μάσκα αλλά και η αδρανής συνύπαρξη με τον φασισμό είναι τεχνικές μεταμόρφωσης που κάπως λειτουργούν. Οι δικοί μας κυνικοί ηθικολόγοι  επιλέγουν και τις δύο: άλλοτε παρηγορητικές  τηλεπερσόνες φορούν τη μάσκα της συμπόνιας  για τους πολλούς, άλλοτε ομολογούν πως αναμειχθήκαν με τον όχλο των αντιπάλων προσωρινά μέχρι το επόμενο καπνοπωλείο. Ο Carvallo κατέληξε στη φυλακή και ο Ούλριχ έμεινε ένας αιώνιος ημιτελής.


(1 )   S.Zizek .The Parallax View p.27


Πηγή Hypothesis

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Το βέλος του χρόνου


του Χρήστου Λάσκου


ILYA PRIGOGINE, Είναι το μέλλον δεδομένο; Εκδόσεις Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σελίδες 104.

Τα πάντα ρει και ουδέν μένει
-Ηράκλειτος


Ο μικρός τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα εκδόθηκε μετά την αναγόρευση του Ίλια Πριγκότζιν σε επίτιμο διδάκτορα του ΕΜΠ, στις 26 Μαΐου 2000, και απαρτίζεται από επτά ενότητες με κεντρική ανάμεσά τους την διάλεξη του ίδιου του Πριγκότζιν επ’ ευκαιρία της αναγόρευσής του. Οι άλλες έξι είναι ο πρόλογος από τον τότε Πρύτανη Θεμιστοκλή Ξανθόπουλο, μια τρόπον τινά εισαγωγή και ένας σύντομος επίλογος του στενού συνεργάτη του Πριγκότζιν Ιωάννη Αντωνίου, καθώς και τρεις συνεντεύξεις του τιμώμενου, που αναδεικνύουν ποικίλες πλευρές της ερευνητικής του εργασίας.

Ο Ίλια Πριγκότζιν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Χημείας του έτους 1977 για την θεωρία του σχετικά με τις δομές έκλυσης και την Φυσική μακράν της ισορροπίας, ανήκει στα λίγα πρόσωπα του 20ού αιώνα, που επέδρασαν καθοριστικά στις επιστημονικές εξελίξεις. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τη Θεωρία του χάους και της πολυπλοκότητας, ενώ η έρευνά του αξονίζεται γύρω από το πρόβλημα του χρόνου, ο οποίος, κατά την άποψή του, δεν προσεγγίζεται καθόλου ικανοποιητικά από την παρούσα φυσική επιστήμη.

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την κλασική Φυσική, που έχει ως πυρήνα της τη νευτώνεια δυναμική, είναι το γεγονός πως οι νόμοι της είναι χρονικά «συμμετρικοί». Πάει να πει, δηλαδή, πως δεν είναι δυνατή η αυστηρή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.

Ας δούμε, όμως, ένα παράδειγμα, για να αντιληφθούμε περί τίνος πρόκειται. Υποθέστε, λοιπόν, πως βιντεοσκοπούμε την κίνηση δύο σφαιρών του μπιλιάρδου, οι οποίες κατευθύνονται η μία προς την άλλη, συγκρούονται και συνεχίζουν τηρώντας τους γνωστούς νόμους διατήρησης ενέργειας και ορμής. Στη συνέχεια παρακολουθούμε το βίντεο της κίνησης. Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε πως αν θέσουμε το βίντεο σε αντίστροφη κίνηση είναι αδύνατο να διακρίνουμε αν αυτή ή η αρχική είναι η «κανονική» κίνηση των σφαιρών. Που σημαίνει, δηλαδή, πως το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως περιγράφεται ακριβέστατα από τους νόμους της Φυσικής είναι απολύτως αντιστρεπτό, με αποτέλεσμα ο χρόνος να μην αποτελεί παρά μια παραμετρική συνιστώσα, που λειτουργεί περισσότερο ως «φόντο» των γεγονότων παρά ως παράγοντας καθορισμού τους. Με άλλα λόγια, η Φυσική  φαίνεται να περιγράφει έναν κόσμο χωρίς αλλαγή, χωρίς ουσιώδεις μετασχηματισμούς, όπου ό,τι εμφανίζεται ως μεταβολή είναι, στην πραγματικότητα, η αιώνια επανάληψη του ίδιου. Στο πλαίσιο αυτό, φυσικά, η εξέλιξη δεν είναι παρά ψευδαίσθηση, μια πλάνη των αισθήσεων κατά πώς εδώ και 2500 χρόνια ήδη το είχε θέσει ο Παρμενίδης από την Ελέα.
  
Ο Πριγκότζιν τοποθετείται στα σχετικά ζητήματα με τον εξής τρόπο στη σύνοψη, που προηγείται της διάλεξής του: «Η Φύση κατά την κλασική θεώρηση είναι ένα είδος μηχανικού αυτομάτου. Σήμερα ανακαλύπτουμε παντού αστάθειες, διακλαδώσεις, εξέλιξη. Αυτές οι διαπιστώσεις απαιτούν μια διαφορετική διατύπωση των νόμων της Φύσης που να συμπεριλαμβάνει την πιθανότητα και την άρση της χρονικής συμμετρίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή θεώρησης παίζει η φυσική μακράν της ισορροπίας και η θεωρία των δυναμικών συστημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο περιγραφής της φύσης, το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Τα γεγονότα και οι καινοτομίες συμπεριλαμβάνονται στην περιγραφή των φυσικών διεργασιών».

Έτσι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη Φύση, είμαστε υποχρεωμένοι να μεταβούμε από τις «βεβαιότητες» της κλασικής Φυσικής σε έναν πιθανοκρατικό κόσμο «δυνατοτήτων» και «διακλαδώσεων», μη αντιστρεπτών διαδικασιών μακριά από την ισορροπία, που ταιριάζει πολύ περισσότερο στο δημιουργό Σύμπαν (natura naturans και μαζί natura naturata, για να θυμηθούμε τον Σπινόζα), που παρατηρούμε γύρω μας. Σήμερα, άλλωστε, έχουμε ισχυρές θεωρίες, οι οποίες εμπεριέχουν τη «δυνατότητα», το αριστοτελικό δυνάμει, ως θεμελιακή έννοια για τη συγκρότησή τους: η Θεωρία των Χαοτικών Συστημάτων, αλλά ακόμη περισσότερο η ίδια η Κβαντομηχανική με την εξάρτησή της από την καταστατική της Φύσης «Αρχή της Αβεβαιότητας», είναι δύο μόνο παραδείγματα.

Αν θέλουμε να έχουμε μια σαφή εικόνα για το τι σημαίνει εμφάνιση δομών μακριά από την ισορροπία ή διακλάδωση, που σημαίνει πραγματικά «γεγονότα», η κοινωνία μας δίνει πολλές ευκαιρίες. Όπως σημειώνει σε πολλές ευκαιρίες ο Πριγκότζιν (ίσως, επειδή γεννήθηκε το 1917;), η Ρωσική Επανάσταση είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. ‘Ηταν πολύ πιθανό να συμβεί. Αλλά το ποια διαδρομή θα ακολουθούσε εξαρτιόταν από πολύ συγκεκριμένες, «ασήμαντες» εν πολλοίς, διακλαδώσεις –η βλακεία του Τσάρου, η έλλειψη δημοτικότητας της Τσαρίνας, η αποφασιστικότητα του Λένιν, η έλλειψη αποφασιστικότητας του Κερένσκι. Αυτές οι «μικροκαταστάσεις» έφεραν το γνωστό αποτέλεσμα, που κάθε άλλο παρά δεδομένο ήταν. Να τι σημαίνει πως το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Πράγμα που αφορά εξίσου τη βιολογική εξέλιξη, όπως και την κοσμολογική εξέλιξη των τελευταίων 13,7 δισεκατομμυρίων χρόνων μετά τη Μεγάλη Έκρηξη.

Η εργασία του Πριγκότζιν είναι μια διαρκής προσπάθεια να δειχτεί πως ο χρόνος έχει δημιουργικό ρόλο, αντίθετα όχι μόνο στην κοσμοθεωρία της δυναμικής, σύμφωνα με την οποία γεγονότα πραγματικά δεν υπάρχουν, στο μέτρο που όλα είναι προκαθορισμένα -απλώς υπάρχουν και θα υπάρχουν για πάντα. Ο χρόνος είναι δημιουργικός και αντίθετα με την κοσμοθεωρία της θερμοδυναμικής, κατά την οποία τα πάντα τελικά οδεύουν προς τον θάνατο, τον θερμικό θάνατο, πνιγμένα στη μέγιστη εντροπία.

Η δημιουργικότητα του χρόνου αναδεικνύεται σε όλες τις οργανωμένες δομές, όλα τα ποικίλα δείγματα πολυπλοκότητας, που εμφανίζονται μακράν της ισορροπίας, αντιστεκόμενα στην υποτιθέμενη συμπαντική ροπή προς την «ισόρροπη» αταξία. Τα γαλαξιακά σμήνη και υπερσμήνη, οι γαλαξίες, τα άστρα, η ζωή και η συνείδηση τι άλλο είναι από τέτοιες πολύπλοκες «δομές αντίστασης», που συνιστούν το κατεξοχήν ενδιαφέρον περιεχόμενο του κόσμου;

Μεγάλο ενδιαφέρον για την εκτίμηση του ίδιου του Πριγκότζιν σχετικά με τις προεκτάσεις τις επιστημονικής του έρευνας  έχει, νομίζω, η απάντηση που δίνει στον δημοσιογράφο Ιωάννη Ζήση (σ. 65-66), όταν αυτός τον ρωτάει: «Ενώ είστε προσεκτικός όταν συζητάτε τη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης ακολουθώντας με το ξυράφι του Occam την επιστημονική οδό, παράλληλα έχετε ασπασθεί τον Bergson, τη δημιουργό εξέλιξη και εν μέρει τον  Teilhard de Chardin. Πώς συνδυάζονται αυτά;».

Η απάντηση, λοιπόν, είναι: «Ο Bergson ήταν καινοτόμος για την εποχή του, γιατί έλεγε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τον εξωτερικό κόσμο παρατηρώντας τον εσωτερικό μας κόσμο. Ο εσωτερικός μας κόσμος ενέχει χρόνο. Ο Bergson αντιπαρέθεσε αυτά στη φυσική, που στην εποχή του ήταν η δυναμική, η οποία στερείτο χρονικής κατεύθυνσης. Η φυσική είχε διαμορφωθεί από τις κανονικότητες της ουράνιας σφαίρας, από τις κανονικότητες του Ήλιου κτλ. Αυτό δίνει μια θεώρηση του σύμπαντος που είναι περιοδική. Η εξελικτική θεώρηση, όμως, ειδικά του δικού μας εσωτερικού κόσμου, δεν είναι περιοδική. Η δημιουργία είναι ένα στοιχείο κλειδί. Γι’ αυτό ο Bergson ονόμασε το γνωστό βιβλίο του «Δημιουργό Εξέλιξη». Ο Bergson δεν ήταν τόσο αφελής όσο θέλουν να τον παρουσιάζουν σήμερα. Είχε την περίφημη συζήτηση με τον Einstein και όλοι νόμιζαν ότι ηττήθηκε. Όμως αυτό δεν είναι τόσο σαφές, γιατί παρ’ ότι η κριτική του Bergson στη σχετικότητα δεν ήταν ορθή, ο Einstein δεν κατανόησε επίσης τι εννοούσε ο Bergson με τη μονόφορη κατεύθυνση του χρόνου. Ο Einstein επέμενε σε ολόκληρη τη ζωή του ότι ο χρόνος ως εξέλιξη είναι μια πλάνη. Τότε όμως και η ζωή είναι μια πλάνη. Αυτή είναι πολύ παράξενη άποψη, γιατί πώς μπορεί μια ζωή που είναι πλάνη να διατείνεται ότι δημιουργεί τη θετική επιστήμη; Αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη της επιστήμης έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι η ζωή μας είναι μια πλάνη. Συνεπώς, πιστεύω πως ο Bergson ήταν σε κάποιο βαθμό ορθός. Ο Teilhard de Chardin, παρ’ ότι δεν ήταν επιστήμονας, ήταν ορθά τοποθετημένος πάνω στο ζήτημα της εξέλιξης. Επειδή ήταν πιστός, ένας καθολικός ιερέας, πίστευε σε έναν κόσμο που βελτιώνεται διαρκώς. Η σημαντική διαφορά μεταξύ Bergson, Teilhard de Chardin και της δικής μας σχολής είναι ότι σήμερα έχουμε συζητήσει το πρόβλημα με φυσική και μαθηματικά. Είναι το ίδιο πρόβλημα που υπήρχε από τον καιρό του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου. Είχε συζητηθεί από όλους τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Kant, τον Hegel, τον Heidegger. Όμως όλες οι συζητήσεις παρέμειναν στο φιλοσοφικό επίπεδο. [Εμείς το κάνουμε επιστήμη]».

Αυτό λέει, λοιπόν, τελικά ο Πριγκότζιν: η κατεύθυνση του χρόνου είναι η θεμελιωδέστερη ιδιότητα του Σύμπαντος, το θεμέλιο όλης της αναμφίβολης Δημιουργίας, που συντελείται αενάως.