Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Jacques Ranciere, 11 Θέσεις για την Πολιτική (και μια κριτική τους από τον Ονειρμάρξ)


Η μετάφραση έγινε από το blog thrymmata.blogspot.com, και κυκλοφορεί ελεύθερα σε pdf στο διαδίκτυο. Αποτελεί μετάφραση της τοποθέτησης του Ranciere στο Συνέδριο για την Ιδέα του Κομμουνισμού στο Birbeck-Λονδίνο (14 Μαρτίου 2009) και είχε τον τίτλο "Κομμουνιστές χωρίς Κομμουνισμό;"



1. Η πολιτική δεν είναι άσκηση εξουσίας. Η πολιτική πρέπει να ορίζεται από μόνη της, ως ένας ιδιαίτερος τρόπος δράσης, που πραγματοποιείται από ένα ιδιαίτερο τύπο υποκειμένου και παράγεται από ένα ιδιαίτερο τύπο ορθολογικότητας. Είναι η πολιτική σχέση, που καθιστά δυνατή τη σύλληψη της έννοιας του πολιτικού υποκειμένου, όχι το αντίστροφο. 

2. Η χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της πολιτικής είναι η ύπαρξη ενός υποκειμένου, που ορίζεται απ'τη συμμετοχή του σ'αντιθέσεις. Η πολιτική είναι ένας παράδοξος τύπος δράσης. 

3. Η πολιτική αποτελεί μια συγκεκριμένη ρήξη με τη λογική της αρχής. Διότι δεν προϋποθέτει απλώς τη ρήξη με την ''κανονική'' κατανομή των τοποθετήσεων μεταξύ κάποιου, που ασκεί την εξουσία, και κάποιου, που την υφίσταται, αλλά επίσης και τη ρήξη με την ιδέα των διαθέσεων, που καθιστούν τους ανθρώπους ''κατάλληλους'' για αυτές τις τοποθετήσεις.

4. Η δημοκρατία δεν είναι πολιτικό καθεστώς. Στο βαθμό που αποτελεί μια ρήξη με τη λογική της αρχής, δηλαδή, με την οπτική του κανόνα των προδιαθέσεων, το καθεστώς της πολιτικής είναι μια μορφή σχέσης, που ορίζει ένα συγκεκριμένο υποκείμενο.

5. Ο λαός, ως υποκείμενο της δημοκρατίας και, άρα, γενεσιουργό υποκείμενο της πολιτικής, δεν είναι συλλογή μελών κοινότητας ή εργαζόμενη τάξη πληθυσμού. Είναι το συμπληρωματικό τμήμα σε σχέση μ'οποιαδήποτε αρίθμηση των τμημάτων του πληθυσμού εκείνο που καθιστά δυνατή την ταύτιση με το σύνολο της κοινότητας αυτών που δεν μπορούν να αριθμηθούν.

6. Η ουσία της πολιτικής είναι η δράση των συμπληρωματικών υποκειμένων, τα οποία εγγράφονται ως το περίσσευμα σχετικά μ'οποιαδήποτε αρίθμηση των μελών της κοινωνίας.

7. Αν η πολιτική είναι το περίγραμμα της χαμένης διαφοράς μέσα στην κατανομή των κοινωνικών τμημάτων και μερισμάτων, τότε έπεται ότι η ύπαρξή της δεν είναι καθ'οιονδήποτε τρόπο απαραίτητη, αλλά λαμβάνει χώρα σαν ένα πάντα προσωρινό ατύχημα στην ιστορία των μορφών εξουσίας. Απ'αυτό, έπεται επίσης ότι η πολιτική αντιδικία είναι το ουσιαστικό αντικείμενο της ύπαρξης της πολιτικής.

8. Ιδιαίτερα, η πολιτική αντιτίθεται στην ''πολιτική τάξη'' (police). Η πολιτική τάξη είναι ένας διαμερισμός του αντιληπτού, σύμφωνα με την αρχή ότι και το κενό και το συμπλήρωμα είναι απόντα.

9. Το ουσιαστικό έργο της πολιτικής είναι η διαμόρφωση του ίδιου του δικού της χώρου. Είναι η εξαγωγή απ'τον κόσμο των υποκειμένων κι η θεώρηση των λειτουργιών τους. Η ουσία της πολιτικής είναι η φανέρωση της διχογνωμίας, η παρουσίαση δύο κόσμων σ'έναν.

10. Στο βαθμό που ένα χαρακτηριστικό της πολιτικής φιλοσοφίας είναι η εμπέδωση της πολιτικής δράσης πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ύπαρξης, εκείνο που χαρακτηρίζει την πολιτική φιλοσοφία είναι η εξάλειψη της αντιδικίας, πάνω στην οποία δομείται η πολιτική. Είναι μέσα ακριβώς απ'την περιγραφή του κόσμου της πολιτικής, που η φιλοσοφία υλοποιεί αυτήν την εξάλειψη. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητά της διαιωνίζεται μέχρι τις μη φιλοσοφικές ή αντιφιλοσοφικές περιγραφές αυτού του κόσμου.

11. Το ''τέλος της πολιτικής'' κι η ''επιστροφή στην πολιτική'' είναι δύο συμπληρωματικοί τρόποι για την ακύρωση της πολιτικής εντός της σχέσης μεταξύ του κράτους και του κοινωνικού και του κράτους των κρατικών μηχανισμών. Η ομοφωνία είναι το κοινό όνομα αυτής της ακύρωσης.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

  Οι θέσεις του Ranciere συμπυκνώνουν κάποια συμπεράσματα της σχετικά πρόσφατης πολιτικής θεωρίας ριζοσπαστικής κατεύθυνσης (A.Badiou κ.α). Θα πιάσουμε το νήμα από τη θέση 8, για να δούμε από πιο κοντά τη συλλογιστική του.

   Η Τάξη ως τάξη πραγμάτων ταξινομεί, αριθμεί, σταθμίζει, υπολογίζει πληθυσμούς μετατρέποντάς τους σε πράγματα ώστε να είναι διαχειρίσιμοι, έτσι ώστε η Τάξη αυτή να λειτουργεί. Η Τάξη όμως αποκρύπτει τα δύο ακρότατα όρια κάθε ταξινόμησης, το κενό που είναι εγγεγραμμένο εντός της, και το περίσσευμα που συνεπάγεται το-να-ταξινομείς. Από τη μία πλευρά, η ταξι-νόμηση δεν είναι ποτέ πλήρης, η πραγμοποίηση και ο υπολογισμός ποτέ απολύτως ολοκληρωμένος. Αν μετατρέψουμε την αδυναμία αυτή να συμβολοποιηθεί πλήρως το Πραγματικό του Κόσμου σε σημείο-στοιχείο, έχουμε το κενό ως εγγενές σε κάθε Τάξη. Από την άλλη μεριά, από τη στιγμή που η ταξι-νόμηση είναι μια διαδικασία δόμησης του Πραγματικού, του βιόκοσμου, και από τη στιγμή που το Πραγματικό δεν είναι ήδη-δομημένο και ταξι-νομημένο, αυτό σημαίνει πως ασκείται βία στον Κόσμο με τρόπο που δεν δικαιολογείται με βάση τα επιχειρήματα και τις λειτουργίες της ίδιας της Τάξης, αφού η βία ταξινόμησης υπερβαίνει την Τάξη, αποτελώντας τον όρο δυνατότητάς της (υπερβατολογικό). Πιο απλά, η δομή διαφέρει από τη δόμηση που τη συγκροτεί, η τάξη από την ταξινόμηση. Η παραγωγή δομής και τάξης δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί με βάση το αποτέλεσμά της, είναι το έκνομο και η βία του που πλεονάζουν μέσα στο νόμιμο.

Από τις άλλες θέσεις του Ranciere, μου φαίνεται σημαντική η θέση περί χειραφετητικής διχογνωμίας και συντηρητικής ομοφωνίας, μαζί με την επισήμανση πως η πολιτική (η χειραφετητική πολιτική) χωρίζει το Ένα του Κόσμου στα Δύο. Το ''κενό'' είναι ο τόπος της δυνατότητας μιας πολιτικής παρέμβασης ενάντια στην και έξω από την Πολιτική Τάξη Πραγμάτων, μιας πολιτικής παρέμβασης που ενέχει ρίσκο, περνά μέσα από αμφιταλαντεύσεις, συμπυκνώνει όλο τον κοινωνικό ανταγωνισμό και προσπαθεί να τον επιλύσει. Για τον Ranciere, υποκείμενο αυτής της διαδικασίας είναι ο Λαός και πρόταγμα η αληθινή δημοκρατία που δεν μπορεί να πραγματωθεί σε κανένα κρατικό καθεστώς.

  Το πρόβλημά μου με τη θέση του Ranciere είναι και πρόβλημά μου με όλους όσους ανήκουν ή θυμίζουν το κίνημα της ''radical democracy'', όπου όχημα της χειραφέτησης θεωρείται η πραγματοποίηση της α-δυνατης άμεσης, ριζικής δημοκρατίας. Το πρόβλημά μου λοιπόν είναι ότι η Τάξη πραγμάτων γενικά, ταυτίζεται με την Πολιτική Τάξη, μέσα από μια υπερβολική διαστολή της έννοιας του πολιτικού και του Κράτους. Τί γίνεται όμως με άλλους ''μερισμούς του αισθητού'' (εξαιρετική διατύπωση), όπως πχ η χρηματική ή μη οικονομία; Η τάση της radical democracy στοχοποιεί μονόπλευρα το Κράτος, θεωρώντας κάθε μορφή τάξης πραγμάτων μονόπλευρα πολιτική και κρατική. Το αποτέλεσμα είναι ένας αντι-κρατικιστικός λόγος κατά της ολιγαρχίας και υπέρ της δημοκρατίας, ο οποίος αφήνει μάλλον στο απυρόβλητο την οικονομία.  Θα εξηγήσουμε το γιατί.

Είναι αναγκαίο, για να μελετάμε σοβαρά την κοινωνική Τάξη πραγμάτων, να τη χωρίσουμε σε αισθητά-γνωστικά πεδία, όπως το πολιτικό, το οικονομικό, το εκπαιδευτικό, το νομικό κλπ σύστημα. Θα πει κανείς, ''μα όλα αυτά δεν είναι χωρισμένα, είναι ενωμένα''. Όμως, αν είναι ενωμένα, είναι χωρισμένα. Το θέμα είναι πως στη πραγματική ζωή διακρίνουμε οικονομία από πολιτική, τέχνη από εκπαίδευση κλπ, έστω με μια ''σχετική αυτονομία''. Όταν βρισκόμαστε όμως π.χ σε ένα εργοστάσιο, συνυπάρχουν πολλές οι διαστάσεις στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων (οι νομικές σχέσεις τους, οι διοικητικές, κ.ο.κ), όμως η ''οικονομική'' βαραίνει περισσότερο. Το ίδιο συμβαίνει όταν αναφερόμαστε πχ στο κοινοβούλιο, όπου βαραίνει η διάσταση που αποκαλούμε ''πολιτική''. Η σκέψη παραλύει, αν μιλάμε γενικά για ''Τάξη Πραγμάτων'' και ''Κράτος'', χωρίς να αναλύουμε σε επιμέρους αποχρώσεις-πτυχές. Έτσι ζητάμε ''αντίσταση'' σε αυτή τη ''κρατική'' τάξη, έχοντας καταστήσει το πρόβλημα αποκλειστικά πολιτικό, και, από ''ριζοσπαστική σκοπιά'', πρόβλημα έλλειψης ''άμεσης δημοκρατίας''. Παραβλέπουμε με αυτό το τρόπο ένα σωρό διαστάσεις, ένα σωρό προβλήματα, όπως τα λεγόμενα ''οικονομικά προβλήματα'' και ευρύτερα τα προβλήματα επιβίωσης.

Έχουμε εδώ ένα τυπικό δείγμα της ''νέας αριστεράς'', της ψυχανάλυσης κ.ο.κ που παραβλέπει το βιολογικό και ζωώδες στον άνθρωπο (ό,τι πρέπει να φάει κ.ο.κ) φωτίζοντας μόνο τη γλώσσα του, την επιθυμία του, τις ιδέες του. Ο άνθρωπος είναι ''ζώο πολιτικό'', αλλά αυτό που η ''νέα αριστερά'' κρατά είναι μόνο το ''πολιτικόν'', με ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από το ζώο τη ''γλώσσα'' και την ''πολιτική''. Έτσι ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι και ζώο. Στην ''προιστορία της ανθρωπότητας'', για τους Μάρξ-Ένγκελς, ο άνθρωπος μένει εγκλωβισμένος κυρίαρχα στη ζωώδη του διάσταση, αφού ακόμα παλεύει για την αυτοσυντήρησή του (αντί η ανθρωπότητα να εξασφαλίσει, αξιοποιώντας τις παραγωγικές δυνάμεις, σε όλους και άνευ όρων τα προς το ζην, χωρίς την ανάγκη να πουλήσει κανείς τον εαυτό του ή/και την εργασιακή του δύναμη).

Ακόμα και η ''δημοκρατία'', όταν χρησιμοποιείται με ριζοσπαστικούς σκοπούς, θα πρέπει να παίρνει διάφορα επίθετα. Έστω ότι κρατάμε αυτή τη πρόταξη της ''άμεσης δημοκρατίας'', τότε και πάλι θα έπρεπε να επισημάνουμε ότι πολιτική δημοκρατία χωρίς οικονομική δημοκρατία δεν υφίσταται. Άρα γιατί να προβάλλουμε περισσότερο τον πολιτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας έναντι του οικονομικού; Και γιατί το κάνει όλη αυτή η ''νέα αριστερά'';

Τα ενδεχόμενα είναι τα εξής: είτε έχει ξεπουληθεί ακριβώς με τα οικονομικά μέσα τα οποία υποβαθμίζει, είτε κωλώνει να θίξει το πρόβλημα στη ρίζα του, και για αυτό δεν είναι ριζοσπαστική. Κωλώνει να στοχοποιήσει τον θηριώδη αντίπαλο που λέγεται κεφαλαιοκράτης, πολυεθνική, μονοπώλιο. Προτιμά να κλαψουρίζει για τα ''ανθρώπινα δικαιώματα'' που καταπατώνται και άλλα τέτοια, ενώ οι επιχειρήσεις συνεχίζουν την πλανητική επέλασή τους. 

Στοχαστές σαν τον Ranciere, που ίσως ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που απλά αδιαφορούν για το ''βιολογικό'' και ''ζωώδες'' έχοντας λύσει το προσωπικό τους πρόβλημα επιβίωσης, υποβαθμίζουν το ''πρόβλημα της αυτοσυντήρησης'', ακριβώς γιατί στη ζωή τους δεν έχει και τόση σημασία (βέβαια, αφήνουμε τα δύο ενδεχόμενα που περιγράψαμε ακόμη ανοιχτά). Επιμένουν στη ριζική διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα, μόνο που για τον μαρξισμό, όπως είπαμε, αυτή η ριζική διαφορά είναι δυνητική και πραγματοποιείται τελικά μόνο ως διαφορά προϊστορίας-(πραγματικής) ιστορίας της ανθρωπότητας (κομμουνισμός), μόνο αν ξεπεραστεί ο ζωώδης ανταγωνισμός της ταξικής κοινωνίας. 

Οπότε, απέναντι στον Laclau και τον Ranciere (αδικούμε ίσως τον Ranciere, αλλά τον κρίνουμε με βάση τις εμφάσεις τους), θα ρωτούσαμε τα εξής: τί γίνεται με το πρόβλημα της αυτοσυντήρησης, στην κοινωνική του διάσταση, το πρόβλημα της ''παραγωγής των προς το ζην''; Τί γίνεται με την κυριαρχία του χρήματος και της οικονομίας, έναντι των άλλων τύπων πρακτικής και επικοινωνίας;

Κάποιος θα αμφισβητήσει τον ''οικονομικό'' χαρακτήρα της ''οικονομίας''. Πράγματι, η ετυμολογία της ίδιας της λέξης μας δείχνει τις κοινωνικοπολιτικές και θεολογικές τις ρίζες (οίκος, θεία οικονομία κ.α). Όμως, μας φαίνεται εξαιρετικά... παράξενο που οι ''ολιγάρχες'' της γης ''τυχαίνει'' να θεωρούν ως κύριο μέσο συσσώρευσης ισχύος το χρήμα. Όποιος στους τραπεζίτες βλέπει απλά μια ''ολιγαρχία'' στην οποία πρέπει να αντιπαρατεθεί η ''άμεση δημοκρατία'', αποσιωπά το γιατί βρίσκονται οι τράπεζες, το χρηματικό κεφάλαιο στη θέση αυτή, και όχι πχ οι καλλιτέχνες ή οι πολιτικοί. Και γιατί η τάξη των κεφαλαιοκρατών συνολικά, είναι η τάξη που είναι ισχυρότερη από την τάξη των πολιτικών συνολικά. Όσο η καπιταλιστική παραγωγή αγαθών και η κατανάλωση των πολλών θα εξαρτώνται από την ιδιωτική ιδιοκτησία και τη συσσώρευση πλούτου άλλων, η ''οικονομία'' θα διατηρήσει τη πρωτοκαθεδρία της. Γιατί το πρόβλημα της αυτοσυντήρησης οδηγεί  σε τελική ανάλυση, στην υπακοή σε όσους κατέχουν τους όρους παραγωγής της ζωής.

Φυσικό και επόμενο είναι, όταν θεωρείς αντίπαλη την ''Πολιτική Τάξη Πραγμάτων'' και το (πολιτικό;;;) ''Κράτος'', το πρόταγμά σου να είναι η δημοκρατία με υποκείμενο το Λαό.

Τόσα χρόνια αγώνων και σκέψης, για να επιστρέψουμε στο Λαός-Δημοκρατία Ισότητα, ξανά χωρίς επίγνωση του τρόπου παραγωγής των όρων ζωής και της ίδιας της πολιτικής πρακτικής, επιστρέφοντας σε αιτήματα περιορισμένα στο ''πολιτικό'' πλαίσιο, σαν να μην μεσολάβησε καν η μαρξιστική κριτική της πολιτικής οικονομίας. 

Αυτοί είναι οι διανοούμενοι με τους οποίους ξεμείναμε σήμερα. Έξυπνοι, βαθείς γνώστες και πολιτισμένοι, αλλά καθόλου πολιτικά χρήσιμοι.

Δεν χρειάζεται να είσαι ''διανοούμενος'' για να προτάξεις ως κύριο στόχο τη ''Δημοκρατία'' του ''Λαού''. Αυτό το κάνουν ''στον αυτόματο'' κινήματα της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής εποχής όπως το Occupy Wall Street, οι Αγανακτισμένοι κ.α. Αν έχει κάποια σημασία το status όλων αυτών ως διανοούμενων, είναι, υποτίθεται, για να μας δώσουν καμιά παραπάνω πληροφορία, για το πώς και το αν είναι δυνατή η ανθρώπινη χειραφέτηση. Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το απλό σθένος μερικών από αυτούς να στηρίζουν τουλάχιστον κατ'όνομα τον κομμουνισμό ή/και τη προοπτική της χειραφέτησης της ανθρωπότητας.

Η αλήθεια είναι πως η διανόηση μετά το 1960 μας έχει δώσει κάποια σημαντικά πράγματα, έχει διευρύνει το πεδίο της προβληματικής της ανθρώπινης χειραφέτησης, όμως όλες αυτές οι συμβολές δεν έχουν καταστεί ακόμη επαναστατικά χρήσιμες. Ο μαρξισμός υπήρξε επαναστατικά χρήσιμος, και για αυτό έγινε κτήμα και ''υλική δύναμη των μαζών''.

Η κομμουνιστική επαναθεμελίωση θα ενώσει αυτά τα ρυάκια κριτικής αμφισβήτησης που στράφηκε στο άτομο, τη ψυχοσύνθεσή του και άλλες κινηματικές στοχεύσεις παραγνωρισμένες (περιβαλλοντική καταστροφή, έμφυλες και σεξουαλικές σχέσεις, σχέσεις εξουσίας σε επιμέρους κοινωνικούς χώρους-πανεπιστήμιο, οικογένεια και αλλού) σε ένα μεγάλο επαναστατικό ρεύματα της σύγχρονης εποχής, που θα παλέψει για μια κοινωνία δίχως τάξεις.

Σε αντίθεση με ό,τι είπαμε προηγούμενως, οι θέσεις του Ranciere και οι θέσεις άλλων στοχαστών ίσως έχουν μια πολιτική χρησιμότητα. Αντανακλούν το ''πνεύμα της εποχής'' του σύγχρονου καπιταλισμού, άρα βοηθούν στη διάγνωσή του και θέτουν τον πήχη που πρέπει να υπερβεί η σύγχρονη επαναστατική θεωρία.

Πράγματι, η άρνηση της πρόταξης της Δημοκρατίας και του Λαού, από κάποιο ''μίσος για τη δημοκρατία'' (Ranciere) που εκκινεί από το μίσος προς κάθε μορφή καταπιεστικής κρατικής οργάνωσης, ακόμα και της δημοκρατικής (αλλά και από το μίσος προς κάθε μορφή αυτονόμησης του πολιτικού από το οικονομικό) δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Η ''δημοκρατία'' και η ''ισότητα'' έχουν τα επιχειρήματά τους, που είναι ισχυρά. Θεωρούμε όμως πως δημοκρατία-ισότητα-λαός, πρέπει να μετατραπούν από σκοποί σε μέσα, και μάλιστα μερικά μέσα πραγμάτωσης αυτού που είναι κοινωνικά ανώτερο από τη ''δημοκρατία'', την ''ισότητα'', το ''λαό''. Αυτά τα τρία ονόματα είναι γενικές, τυπικές αφαιρέσεις, χαρακτηριστικό των οποίων είναι πως λείπει η κίνηση προς την αταξική κοινωνία. Και η δημο-κρατία, θα είναι πάντα πολίτευμα, κατάσταση θέσεων και τυπική λήψη αποφάσεων, σε αντίθεση με όσα λέει ο Ranciere. Όμως αυτός που θα βιαστεί να αρνηθεί τη σημασία αυτών των ονομάτων, θα αρνηθεί και τη Λαο-κρατία, όπως κατ'όνομα έστω εμφανίστηκε, αλλά εμφανίστηκε ιστορικά, και στο ΕΑΜ και αλλού.

Άρα μιλάμε για την αναγκαιότητα της υπέρβασης, αντί της άμεσης επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας, της ''άμεσης δημοκρατίας'' και της αυτονόμησης του κοινωνικοπολιτικού από το οικονομικό. Ο μαρξισμός είναι απαραίτητος όρος για αυτό, γιατί συνδυάζει την αντίληψη πως η ιστορία είναι μια ιστορία ταξικών αγώνων ισχύος με τη θέση πως η αληθινή ανθρωπότητα μπορεί να υπάρξει μόνο πέρα από τον στενό ορίζοντα της αφηρημένης πολιτικής ισότητας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Οι προοπτικές του γερμανικού καπιταλισμού


του Χρήστου Λάσκου


Πριν μερικές μέρες ο Adam Posen, πρόεδρος του Peterson Institute of International Studies, στους Financial Times («Λάθος το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας»· μεταφρασμένο στο: http://goo.gl/LNgR73) σημείωνε πως η Γερμανία αποτελεί ένα πλούσιο κράτος, που ακολουθεί μοντέλο αναπτυσσόμενης οικονομίας, και προέβλεπε πως η εξάρτηση του γερμανικού καπιταλισμού από τους χαμηλούς μισθούς θα αποδειχτεί συνταγή καταστροφικής αποτυχίας. Την ίδια εποχή ο πολύς Άσμουσεν, ο γερμανός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από τη δική του οπτική γωνία, διαπίστωνε ότι «τα επόμενα 5 με 10 χρόνια η Γερμανία θα ξαναγίνει ο ευρωπαίος ασθενής», όπως και στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας

Περίεργες προγνώσεις για όσους –και η ελληνική «κοινή γνώμη» ανήκει κατεξοχήν σε αυτούς– έχουν μια εικόνα της Γερμανίας ως πανίσχυρης, πλούσιας, υγιούς και, κυρίως, εξαιρετικά παραγωγικής οικονομίας. Ας δούμε, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα.

Οι γερμανικές επιτυχίες. Εκεί που οι επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας εμφανίζονται πραγματικά εντυπωσιακές είναι στους τομείς των εξαγωγών και της απασχόλησης. Πολλές φορές, μάλιστα, οι θετικές εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς παρουσιάζονται ως ισχυρά συνδεδεμένες μεταξύ τους: η εξαγωγική επιτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων εξηγεί και τα καλά νέα σε ό,τι αφορά την συνολική απασχόληση.

Πράγματι, με το εμπορικό πλεόνασμά της να αντιπροσωπεύει το 6% του ΑΕΠ, η Γερμανία είναι το ακραίο παράδειγμα εξαγωγικής οικονομίας στον κόσμο. Πάντοτε, βέβαια, οι εξαγωγές αποτελούσαν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της. Έτσι, στην προηγούμενη της ενοποίησης δεκαετία αντιστοιχούσαν στο 23-25% του ΑΕΠ, από το 1990 έως το 1999 συρρικνώθηκαν ελάχιστα, για να εκτιναχθούν τη δεκαετία του ευρώ στο ασύλληπτο ποσοστό του 38%, αφήνοντας πίσω την Κίνα και καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στον κόσμο. Επιπλέον, η μεγάλη αυτή έκρηξη των εξαγωγών φαίνεται να συμβαδίζει με μια εντυπωσιακή μείωση του ποσοστού ανεργίας: από 12% σχεδόν το 2005 κινήθηκε έκτοτε πτωτικά και, παρόλη την παγκόσμια οικονομική κρίση, έπεσε σε επίπεδα κάτω του 6%.

Οι σκοτεινές όψεις… Η ανεργία βρίσκεται σε πτώση, αλλά η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων φτωχών στην Ευρώπη. Σε σύνολο ενεργού πληθυσμού 42 εκατομμυρίων, τα 8 εκ. απασχολούνται ελαστικά λιγότερες από 20 ώρες την εβδομάδα σε minijobs και midijobs για 400-800 ευρώ τον μήνα. Αυτά αποτελούν συνέπειες της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ και, κυρίως, των δυσώνυμων «μεταρρυθμίσεων» Hartz στην αγορά εργασίας, που έκανε πραγματικά αγνώριστη την «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που αποτελούσε το ρηνανικό μοντέλο καπιταλισμού κόντρα στο υπερφιλελεύθερο αγγλοσαξωνικό. Η μείωση, συνεπώς, του ποσοστού ανεργίας βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στη μεγάλη συμπίεση των πραγματικών εισοδημάτων από εργασία. Έτσι, η πραγματική αμοιβή βρίσκεται σήμερα κάτω από το επίπεδο του 1990, ενώ το κατά κεφαλήν προϊόν αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου του ευρώ, από το 2001 κι έπειτα, κατά 30%. Το σύνολο αυτής της διαφοράς το εισέπραξε η γερμανική εργοδοσία.

Οι εξαγωγικές επιδόσεις του γερμανικού καπιταλισμού ορθώς συνδέονται με τα προηγούμενα. Αυτό σημαίνει πως η ανταγωνιστική θέση του εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συγκράτηση των εργατικών μισθών σε χαμηλά επίπεδα, και έτσι ο μόνος τρόπος για τη διατήρηση του μοντέλου είναι να το αποδέχεται (ή να εξαναγκάζεται να το κάνει) ο κόσμος της εργασίας. Τόσο οι εκβιασμοί για έξοδο του κεφαλαίου, αν δεν διατηρηθούν αυτά τα δεδομένα, όσο και ο φόβος που αντιπροσωπεύει ο «αποτυχημένος» Νότος της Ευρώπης φαίνεται πως είναι, προς το παρόν, αποτελεσματικοί.

…και τα ακόμη χειρότερα. Για να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί πρέπει να αξιοποιήσουμε τον δείκτη που κατέχει τον κεντρικό ρόλο στην κίνηση μιας καπιταλιστικής οικονομίας: το ποσοστό κέρδους. Φαίνεται, λοιπόν, βάσει των στοιχείων της AMECO, πως η καθαρή απόδοση του κεφαλαίου σχεδόν διπλασιάστηκε στη Γερμανία σε σχέση με το ιστορικό χαμηλό του 1982. Το μισό, επιπλέον, αυτής της αύξησης πραγματοποιήθηκε μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης, η οποία φαίνεται να ευνόησε τη γερμανική οικονομία, καθώς απορροφούσε πάνω από τα δύο τρίτα των γερμανικών εξαγωγών. Αυτό αναδεικνύεται ανάγλυφα και από τους συγκριτικούς δείκτες: στα χρόνια της Ευρωζώνης και μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το ποσοστό κέρδους μειώθηκε στη Γαλλία κατά 3,8%, στην Ισπανία κατά 4,2% και στην Ιταλία κατά 9,5%, ενώ στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 17,7%.

Το Διάγραμμα[1] καταδεικνύει με μαρξιστικούς όρους την ουσία του νέου «γερμανικού θαύματος». Η πολύ μεγάλη αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης διαχρονικά αποτελούσε τον αποκλειστικό σχεδόν παράγοντα της ανάκαμψης του ποσοστού κέρδους. Από το 1982 η παραγόμενη υπεραξία αυξήθηκε κατά 40%, την ίδια στιγμή που, όπως επισημαίνει ο Roberts, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μεγεθύνθηκε μόλις κατά 5%. Ενώ, δηλαδή, παρά τον διαδεδομένο μύθο, το σταθερό κεφάλαιο ελάχιστα αυξανόταν ενισχύοντας την καινοτομία και τις επενδύσεις σε νέα τεχνολογία, είχαμε μια εκτόξευση της υπεραξίας βασισμένη, μεταξύ άλλων, και στη χρήση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών (κυρίως Τούρκων) εργαζομένων, καθώς και στην εκμετάλλευση της εργασίας σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, με απευθείας εξαγωγή εγκαταστάσεων και κεφαλαίων εκεί.

Η πραγματική δε εκτίναξη του ποσοστού κέρδους επέρχεται την περίοδο του ευρώ, άμεσα συνδεδεμένη με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στους θεσμούς διαχείρισης της ανεργίας, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, θεμελίωσαν την πρόσφατη ισχύ του γερμανικού καπιταλισμού. Συνεπώς, η δυνατότητα υπεράντλησης υπεραξίας από την εργατική τάξη και, μαζί, η διατήρηση του κόστους του σταθερού κεφαλαίου αποτελεί ουσιαστικά την πρόσφατη ιστορία του γερμανικού καπιταλισμού.[2]

Παρά τα νομιζόμενα, λοιπόν, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν βασίζει την σημερινή ισχύ του σε πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Posen στο άρθρο που προαναφέρθηκε, «ιδανικά, μία πλούσια χώρα διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της μέσω έρευνας και ανάπτυξης και κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Αντιθέτως, οι συνολικές σταθερές επενδύσεις μειώνονται σταθερά στη Γερμανία, από 24% του ΑΕΠ το 1991, σε λιγότερο από 18%».[3] Οι γερμανικές επενδύσεις είναι σταθερά πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών του G7, όπως δείχνει η πρόσφατη Οικονομική Έκθεση για τη Γερμανία του ΟΟΣΑ.

Από την άλλη, η Γερμανία παρουσιάζει μεγάλη υστέρηση και σε ό,τι αφορά την επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όντας μία από τις δύο μόλις προηγμένες οικονομίες όπου το ποσοστό των νέων πτυχιούχων 25-34 ετών δεν αυξάνεται συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές (η άλλη είναι οι ΗΠΑ). Έτσι, το ποσοστό νέων εργαζομένων με ανώτατες σπουδές είναι κατά 10 έως 20% χαμηλότερο από ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες.

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, έχουν δραματικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα η ετήσια αύξησή της μεταξύ 2001-2010 να είναι μόλις 0,6%, έναντι 1,4% για τις ανεπτυγμένες χώρες. Την ίδια περίοδο –και πάλι παρά τα θρυλούμενα– η απασχόληση στη μεταποίηση συρρικνώνεται με παρόμοιο τρόπο, όπως και στις άλλες οικονομίες του ΟΟΣΑ, ενώ και οι όροι εμπορίου στη μεταποίηση δεν δείχνουν κάτι ιδιαίτερο.

Συμπερασματικά, τα νέα για τον γερμανικό καπιταλισμό δεν είναι τα καλύτερα — και χωρίς να προσθέσουμε τα πολύ δυσοίωνα από το δημογραφικό πρόβλημα. Ο εξαγωγικός του προσανατολισμός εύκολα θα μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα, όταν η Κίνα σταματήσει να εισάγει γερμανικές μηχανές, στο μέτρο που δεν μπορεί παρά να μειώσει την επένδυση ως ποσοστό του ΑΕΠ της και, ακόμη περισσότερο, όταν οι χώρες της Ευρώπης, που απορροφούν το 70% των γερμανικών εξαγωγών, θα τις μειώσουν κατά πολύ ακριβώς λόγω των υφεσιακών προγραμμάτων γερμανικής κοπής, που εφαρμόζουν μετά το 2008. Σε συνδυασμό με το μεγάλο ενεργειακό κόστος της γερμανικής παραγωγής (ηλεκτρικό ακριβότερο κατά το 1/3 σε σχέση π.χ. με τη Γαλλία και την Ιταλία, αέριο τέσσερις φορές ακριβότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ) καμιά θετική προσδοκία δεν διαμορφώνεται. Ο μόνος δρόμος, λοιπόν, παραμένει η επίταση της εκμετάλλευσης με όρους απόλυτης υπεραξίας. Και αυτό δύσκολα μπορεί να έχει διάρκεια.

* * *

Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη και, αν τα πράγματα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο, σύντομα θα αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη (ενώ σήμερα μοιράζεται αυτήν την θέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία). Οι επιλογές της καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το μέλλον όλων μας. Εάν το μέλλον της Ευρώπης είναι συναρτημένο με το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, οι προοπτικές είναι εξαιρετικά ζοφερές. Για την ευρωπαϊκή ήπειρο και, ιδίως, για τους ευρωπαίους εργαζομένους, στο μέτρο που η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης θα αποτελεί στο διηνεκές τον δρόμο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

-----------------
1.  M. Roberts, German capitalism–a success story?  στο thenextrecession.wordpress.com (22/9/13)

[2] Στο ίδιο.

[3] Για σύγκριση, την περίοδο 1995-2008 η αύξηση του παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα άγγιξε το 103%, ενώ στη Γερμανία μόλις το 19%. Βλ. Χρήστος Λάσκος, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2011.


Για τη Γερμανία και πάλι

Με αφορμή το προχθεσινό μου άρθρο στα «Ενθέματα» [1] κάποιοι με έψεξαν πως δίνω μια καταστροφολογική εικόνα της γερμανικής οικονομίας, λυγίζοντας υπερβολικά το ραβδί σε σχέση με το άλλο …άκρο, που ισχυρίζεται πως ο γερμανικός καπιταλισμός είναι ένα ισχυρότατο και αδιαμφισβήτητα ηγεμονικό ιμπεριαλιστικό θηρίο.

Νομίζω πως έχουν άδικο στο μέτρο που, εκτός του ότι το κείμενο παραθέτει αρκετά στοιχεία που στηρίζουν τους ισχυρισμούς του, επιπλέον, δεν διατυπώνει καταστροφολογικούς ισχυρισμούς. Θυμίζω την συμπερασματική του παράγραφο:

«Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη και, αν τα πράγματα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο, σύντομα θα αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη (ενώ, σήμερα ακόμη, μοιράζεται αυτήν την θέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία). Οι επιλογές της καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το μέλλον όλων μας. Και εάν το μέλλον της Ευρώπης είναι συναρτημένο με το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, τότε οι προοπτικές είναι εξαιρετικά ζοφερές. Για την ευρωπαϊκή ήπειρο και, ιδίως, για τους ευρωπαίους εργαζομένους, στο μέτρο που η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης και τίποτε άλλο θα αποτελεί στο διηνεκές το δρόμο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού».

Το συμπέρασμα, λοιπόν, δεν είναι πως ο γερμανικός καπιταλισμός βαίνει προς κατάρρευση, αλλά ότι το μέλλον του ευρωπαϊκού καπιταλισμού τοποθετείται πέραν των ορίων του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού, στην επικράτεια του Καρόλου Ντίκενς ή, ακριβέστερα, της πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Θέλω να πω, με ένα θανατηφόρο παιχνίδι της πονηριάς της Ιστορίας, η Κίνα γίνεται το μοντέλο για την Ευρώπη εκεί που λογικό θεωρούταν από τους παραδοσιακά καλόπιστους (;) αστούς λάτρεις της ευρωπαϊκής ιδέας να συμβαίνει το ανάποδο. Για να αποδειχτεί, έτσι, για άλλη μια φορά πως η εσωτερική λογική του καπιταλισμού ωθεί στην εξαθλίωση της πλειοψηφίας των ανθρώπων, όπως καλά το είχε δει ο Μαρξ και όχι ο Μπερνστάιν - και ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο τα πράγματα βελτιώθηκαν, ιδιαίτερα στον 20ό αιώνα, ήταν οι εργατικοί αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα σε άγρια κόντρα με την καπιταλιστική λογική.

Αυτό που έλεγα, λοιπόν, την Κυριακή είναι πως αν το γερμανικό μοντέλο δώσει τον τόνο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, τότε δεν θα είναι το γερμανικό, αλλά το κινεζικό μοντέλο που θα επικρατήσει.

Δοθείσης της ευκαιρίας, ας προσθέσω μερικά ακόμη στοιχεία για τον γερμανικό καπιταλισμό, που δεν χώρεσαν στο άρθρο της Κυριακής και ενισχύουν, νομίζω, το κεντρικό επιχείρημα.

Εκτός, λοιπόν, όλων των άλλων, η Γερμανία αντιμετωπίζει οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα όντας η χώρα με το μικρότερο δείκτη γεννήσεων –0.9 ανά γυναίκα– στην Ευρώπη. Πρόβλημα που, όχι πολύ αργά, θα αποκτήσει και δημοσιονομική διάσταση και θα δείξει πόσο η περίφημη προτεσταντική νοικοκυροσύνη είναι έπεα πτερόεντα.

Όπως, επίσης, πρόβλημα μεγάλο αντιμετωπίζει και ο τραπεζικός της τομέας και όχι μόνο οι Landensbanken [2]. Ακόμη και τα κολοσσιαία ιδρύματα της Deutsche Bank και της Commerzbank κρύβουν αναρίθμητους σκελετούς, στο μέτρο που είναι εξαιρετικά εκτεθειμένα στα τοξικά, τα οποία, όπως καλά θυμόμαστε, κόντεψαν να ανατινάξουν τον πλανήτη το 2008 – και θα το ξανακάνουν. Η κεφαλαιακή επάρκεια της πρώτης, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες [3], είναι πολύ κάτω από τις απαιτήσεις, τόσο που τα ελληνικά τραπεζικά ζόμπι να αποτελούν, συγκριτικά, πρότυπα υγείας και ευρωστίας.

Αυτός είναι, άλλωστε, ο κύριος λόγος που η γερμανική κυβέρνηση αρνείται, στην πραγματικότητα, την τραπεζική ένωση. Όπως γι’ αυτό κατά βάση ασκεί και τη συγκεκριμένη ευρύτερη πολιτική σε βάρος του ευρωπαϊκού Νότου στο μέτρο που αυτή προκαλεί μεταφορά αναγκαίων καταθέσεων προς τις τράπεζές της, προκειμένου να ενισχύσουν τα πήλινα πόδια τους. Πίσω, λοιπόν από τη γερμανοκατευθυνόμενη ευρωπαϊκή πολιτική δεν θα αντικρύσουμε τον αυστηρό προτεστάντη, αλλά τον τραπεζικό βρικόλακα.

Κι αυτά επίσης, όπως και όσα αναφέρθηκαν στο προηγούμενο άρθρο, δεν αποτελούν καλά νέα για το γερμανικό καπιταλισμό. Στην πραγματικότητα υπογραμμίζουν, νομίζω, πως η άγρια πολιτική σε βάρος των ευρωπαίων εργαζομένων δεν συνιστά ένδειξη ηγεμονικής παρουσίας, αλλά μιας άτεγκτης κυριαρχίας, η οποία, ως πραγματική δυναμική δεν είναι καθόλου αυτό που κατ’ αρχήν φαίνεται.
__________________

Σημειώσεις

[1] Οι προοπτικές του γερμανικού καπιταλισμού, Ενθέματα της Αυγής, 20.10.2013

[2] Βλ. Χ. Λάσκος –Ευ. Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2η έκδοση, 2012, σελ. 136

[3] Κάποιες κάνουν λόγο για ίδια κεφάλαια 50 δισεκατομμυρίων σε ισολογισμούς της τάξης των 2.5 τρισεκατομμυρίων!


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

«Μη συστημικός φασισμός», ή παίζοντας με τις λέξεις




του Φώτη Τερζάκη


Ποια θα μπορούσε να ήταν η αντίδραση του κινηματικού κόσμου αν το πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση, κάνοντας μιαν απότομη και απροσδόκητη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, δεν αποφάσιζε να πλήξει μετωπικά τον μέχρι προ ολίγου ανομολόγητο σύμμαχό της, τη Χρυσή Αυγή;  Ένα λυντσάρισμα του δολοφόνου τού Παύλου Φύσσα που πιθανώς θα πολλαπλασίαζε τον αριθμό των νεκρών; Δημιουργία αντίστοιχα οπλισμένων ομάδων περιφρούρησης, από Έλληνες και μετανάστες, που θα περιπολούσαν στις λαϊκές συνοικίες τσακίζοντας και ταπεινώνοντας όπου έβρισκαν ευκαιρία τις νεοναζιστικές συμμορίες; Εμπρησμοί και ανατινάξεις των γραφείων της Χρυσής Αυγής σε όλη τη χώρα ή μήπως σχεδιασμένη εκτέλεση, τύπου «17 Νοέμβρη», κάποιων ηγετικών στελεχών της; Βρισκόμαστε πράγματι στα πρόθυρα ενός χαμηλής εντάσεως εμφυλίου πολέμου, και η επίσημη δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν ένα βήμα που ––προσωρινά–– τον απέτρεψε. Από αυτή την άποψη ασφαλώς και υποδεχθήκαμε με ανακούφιση το γεγονός. Τα αίτια και ο τρόπος εφαρμογής της κυβερνητικής απόφασης δεν είναι βεβαίως καθόλου αδιάφορα, αλλά είναι κάτι που θα κριθεί εν συνεχεία. Η εγκληματική αποτελεσματικότητα της Χρυσής Αυγής δεν οφειλόταν ούτε στην κίβδηλη γενναιότητα των θρασύδειλων μπράβων της ούτε σε καμιά οργανωτική ανωτερότητα των ταγμάτων εφόδου της, και ακόμα λιγότερο βέβαια στην ηθική δύναμη της εκλογής τους, αλλά σε έναν και μόνο παράγοντα: τη βεβαιότητα του ακαταδίωκτου. Τη σιγουριά δηλαδή ότι δρουν στη σκιά ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού που επιβραβεύει σιωπηρώς τις πράξεις τους, ότι έχουν την αμέριστη συμμαχία των δυνάμεων καταστολής με τις οποίες αισθάνονταν ––και ήταν–– συγκοινωνούντα δοχεία, κοντολογίς, ότι ταυτίζονται με μιαν ανεξάντλητη πηγή ισχύος που συνιστά βασική δύναμη σαδομαζοχιστικής έλξης για το είδος των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων που επανδρώνουν τέτοια μορφώματα. Σε αντίθεση με ό,τι πολλοί διατείνονται, μια επίσημη δίωξη όχι μόνο δεν «τσιμεντώνει» το αίσθημα στράτευσης τέτοιων υποκειμένων, αλλά και τους ευνουχίζει αμετάκλητα στερώντας τους το μοναδικό σχεδόν έρεισμα ––φαντασιακής όσο και πραγματικής–– ισχύος. 

Είναι αβυθομέτρητη γελοιότητα βέβαια η προσπάθεια που έκαναν, και κάνουν, ολιγόνοες σχολιαστές και μανδαρίνοι των ΜΜΕ ––οι ίδιοι που μέχρι χθες αναδείκνυαν σε αστέρες τις απεχθείς προσωπικότητες των νεοναζί, ή τους έδιναν το αποτελεσματικότερο άλλοθι μέσ’ από την κατάπτυστη ρητορική των «δύο άκρων»–– να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως υπέρμαχο της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας. Η δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν η ίδια ένα όργιο συνταγματικών και δικονομικών παραβιάσεων, που η θρασύτητά του κάνει ακόμα πιο προφανή τη συγγένεια ανάμεσα στη φρενιτιώδη βία των νεοναζί και τη θεσμική βία τού οργανωμένου κράτους – αυτού του συγκεκριμένου κράτους, που έχει την ατυχία να κυβερνιέται από μιαν ανεκδιήγητη κλίκα αδίστακτων τυχοδιωκτών. Ενώ θα μπορούσε να έχει ζητηθεί κανονικά η άρση της ασυλίας βουλευτών από την ίδια τη Βουλή, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τεκμήρια εμπλοκής των κατηγορουμένων σε πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, προτιμήθηκε μια ωμή αστυνομική επιχείρηση που θυμίζει δικτατορικά καθεστώτα, δημιουργώντας ένα προηγούμενο το οποίο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή στο εξής να χρησιμοποιηθεί και εναντίον άλλων εκλεγμένων εκπροσώπων· πράγμα που γίνεται ακόμη πιο πιθανό από τα καταχρηστικά νομικά εργαλεία που επιστρατεύτηκαν ––όπως κατ’ εξοχήν ο νόμος περί συστάσεως συμμορίας–– τα οποία έχουν φτιαχτεί, και χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά μέχρι τώρα, για την καταστολή των διεκδικητικών λαϊκών κινητοποιήσεων και των πιο απείθαρχων κομματιών της αριστεράς. Τα δε νομικά εργαλεία που ετοιμάζονται προχωρούν ακόμη μακρύτερα σε αυτή την κατεύθυνση· η εξαγγελία του Ευάγγελου Βενιζέλου (στο Βήμα της 6/10) συνιστά την πιο κυνική παραδοχή ότι ο πραγματικός στόχος είναι η ελευθερία του λόγου: 

«Η Δημοκρατία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί τους αντιπάλους της, αυτούς που την υπονομεύουν. Αν όμως προκύψει απαλλαγή, η χρηματοδότηση θα καταβληθεί αναδρομικά. Επίσης είναι απόφασή μας να κατατεθεί το ταχύτερο δυνατόν το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που αφορά την προστασία της δημοκρατίας και της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης αλλά αφορά κυρίως εγκλήματα λόγου. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Το φρόνημα δεν ελέγχεται και δεν τιμωρείται, αλλά μορφές πολιτικού λόγου, μορφές πολιτικών συμβόλων που είναι αξιακά απαράδεκτες βεβαίως και μπορεί να ενεργοποιούν τον ποινικό νόμο. Για παράδειγμα, ο εγκωμιασμός του Ολοκαυτώματος ή η ρατσιστική προτροπή, η προτροπή στη βία είναι ποινικά αδικήματα. Είναι άλλο η ελευθερία του φρονήματος και άλλο ο ποινικά ανεξέλεγκτος λόγος» (υπογραμμίσεις δικές μου).

Ακόμα και η διακοπή της κοινοβουλευτικής χρηματοδότησης, με την γενικόλογο τρόπο που διατυπώνεται ––διακοπή χρηματοδότησης οιουδήποτε είναι κατηγορούμενος για οτιδήποτε είδους ποινικό αδίκημα–– είναι μια ύπουλη νομική παγίδα που καθιστά όμηρο της κυβερνητικής βούλησης, η οποία ελέγχει σκανδαλωδώς όπως έχει αποδειχθεί τη δικαστική εξουσία, τον οιονδήποτε αυτή κρίνει ανά πάσα στιγμή ως πολιτικό της αντίπαλο: η ολοκληρωτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, στην κατεύθυνση που έχει αναγγελθεί από τις αλλεπάλληλες αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, είναι γεγονός! 

Το αποκορύφωμα του παραλογισμού είναι το κατηγορητήριο της «εσχάτης προδοσίας» που ετοιμάζεται, όπως φαίνεται, να ασκηθεί εναντίον της κλίκας Μιχαλολιάκου. Δύο πράγματα εδώ μπορεί να συμβαίνουν, και είναι και τα δύο επιβαρυντικά σε βαθμό κακουργήματος για την κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία είναι στηρίξιμη, ότι υπάρχουν όντως κρυφά οπλοστάσια, οργανωμένα παραστρατιωτικά αποσπάσματα και επιτελικά σχέδια πραξικοπήματος – πράγμα που πρέπει βεβαίως να δειχθεί: είναι δυνατόν, σε αυτή την περίπτωση, να μην είχαν την παραμικρή γνώση οι μυστικές υπηρεσίες οι οποίες, όπως μας λένε, παρακολουθούσουν στενά επί χρόνια τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, και πείθεται κανείς ότι όλ’ αυτά τα τρομακτικά στοιχεία για την εγκληματική δράση της οργάνωσης, που πολλά ήταν ήδη κοινό μυστικό και δεν έχουν πάψει να καταγγέλλονται τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, ανέκυψαν μέσα σε ένα τριήμερο από την ημέρα της δίωξης και οι μόνοι που τα αγνοούσαν ήταν οι διωκτικές και δικαστικές αρχές; Αν είναι έτσι, το πρώτο που αποδεικνύεται είναι ότι η κυβέρνηση γνώριζε, και συγκάλυπτε εγκληματικά, την επικίνδυνη αντιδημοκρατική δράση της οργάνωσης ελπίζοντας να την χρησιμοποιήσει καιροσκοπικά, όπως και πιθανότατα έκανε σε αναρίθμητες περιπτώσεις· και αποδεικνύεται επίσης ότι μία από τις εγγυητικές αρχές της δημοκρατίας, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, έχει από καιρό αρθεί σε αυτή τη χώρα – πράγμα που επίσης το γνωρίζαμε, από τον μακάβριο χορό των λεγόμενων «αντιτρομοκρατικών» διώξεων, όπου επανειλημμένα βλέπαμε, όπως ξαναβλέπουμε σε τούτη την οπερετική δίωξη της Χρυσής Αυγής, μια αηδιαστικά υποτελή δικαστική εξουσία να κινείται ή να μαρμαρώνει κατά την εκάστοτε κυβερνητική εντολή. Αν πάλι η κατηγορία αποδειχθεί αστήρικτη, και κανένα τεκμήριο δεν μπορέσει να παρασχεθεί που να βεβαιώνει ένα τόσο βαρύτατο έγκλημα, τί άλλο αποδεικνύει η βιασύνη των κυβερνητικών κύκλων να το επικαλεστούν, παρά τη βούληση μιας διεφθαρμένης και τυχοδιωκτικής κυβερνητικής ελίτ να τσακίσει, με οιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, όσους για οιονδήποτε λόγο θεωρεί ως εμπόδιο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς; 

Γεννάται λοιπόν το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση αποφάσισε να διώξει τη Χρυσή Αυγή; Πολλοί απαντούν: επειδή δέχθηκε αφόρητες πιέσεις από το εξωτερικό – από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από φιλοϊσραηλινό λόμπι των ΗΠΑ. Αυτές οι πιέσεις είναι δεδομένες, εδώ και πολύ καιρό μάλιστα, και το ότι το όλο πράγμα σκηνοθετήθηκε τη στιγμή ακριβώς που ο Αντώνης Σαμαράς έφευγε για τις ΗΠΑ, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τραυλίσει από εκεί την αμήχανη και παιδαριώδη δήλωσή του, ξεπερνάει τα όρια της απλής αδεξιότητας στην οποία μας έχει συνηθίσει ένα πολιτικό προσωπικό που παίρνει ως δεδομένο πως απευθύνεται σε ένα κοινό με νοημοσύνη ανάλογη της δικής του. Δεδομένων αυτών των πιέσεων, γίνεται ακόμη πιο αξιοπερίεργη η απροθυμία της κυβέρνησης να εγκαταλείψει έναν πολύτιμο σύμμαχο όπως η Χρυσή Αυγή, όλο αυτό το μακρύ διάστημα που η τελευταία δολοφονούσε βάναυσα μετανάστες στους δρόμους, τρομοκρατούσε συνοικίες και εργατικά σωματεία, έστηνε δίκτυα συνεργασίας με την αστυνομία για ένα φάσμα σκοπών που κυμαίνονταν από τον εκβιασμό και την έξωση αλλοδαπών μέχρι την εκτροπή διαδηλώσεων και μαχητικών διαμαρτυριών… Αντ’ αυτού, όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση προτίμησε ένα είδος συνδιαλλαγής «κάτω από το τραπέζι» με τη νεοναζιστική οργάνωση, που θα μείωνε κάπως την εξωτερική της απείθαρχη εικόνα ενώ θα την έκανε περισσότερο συνεργάσιμη στην πολιτική ατζέντα που υπαγόρευε η ίδια. Η τρομακτικότερη προοπτική ήταν αυτή που ελάχιστα πριν από τα τελευταία καταλυτικά γεγονότα είχαν αρχίσει να διαρρέουν από διαύλους δημοσιότητας τα όργανα της διατεταγμένης δημοσιογραφίας: μια ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή – σενάριο που κυριολεκτικά παγώνει το αίμα… Η ψυχοπάθεια όμως της τελευταίας, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα βεβαιότητα ότι παίζει στον δικό της χώρο και δεν έχει να φοβηθεί κανέναν, την οδήγησε στη μοιραία υπέρβαση των ορίων που της είχαν χαραχθεί. Το πέρασμα από τις δολοφονίες μεταναστών σε δολοφονίες Ελλήνων έθετε σε δοκιμασία τα όρια ανοχής ακόμα και της πιο εξαχρειωμένης κοινής γνώμης· αλλά το κρίσιμο σφάλμα της Χρυσής Αυγής, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν ήταν τόσο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα όσο τα επεισόδια στις γιορτές τού Μελιγαλά, όπου τόλμησε να προπηλακίσει τους ίδιους τούς προστάτες της: μην ξεχνάμε ότι, ήδη την παραμονή τής στυγερής δολοφονίας, ο Μάκης Βορίδης, σάρξ εκ της σαρκός τής ελληνικής ακροδεξιάς, αποκάλεσε τη Χρυσή Αυγή «τρομοκρατική οργάνωση» και προανήγγειλε τη δίωξή της· η δολοφονία που ακολούθησε απλώς έλυσε και τύποις τα χέρια της κυβέρνησης απέναντι σε ένα ακροδεξιό και ρατσιστικό εκλογικό ακροατήριο που δεν έχει πάψει εποφθαλμιά (και το οποίο, άλλωστε, επί δεκαετίες εξέθρεψε και διαφύλαξε στους κόλπους της). Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, όπως λέμε: εξασφάλιση εχεγγύων νομιμότητας και επαίνων από τους έξωθεν προστάτες της, από τη μία πλευρά, και απαλλαγή από το αγκάθι ενός εκλογικού ανταγωνιστή που, αν δεν ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί, μπορούσε να οδηγήσει το θεσμικό κόμμα της Δεξιάς σε αληθινή πανωλεθρία, από την άλλη. 

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν χρειάζεται να συγχαρούμε την κυβέρνηση για την καταστολή της Χρυσής Αυγής, αλλά και πρέπει να συνεχίσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον της ίδιας αυτής κυβέρνησης που, δένοντας μια ολόκληρη χώρα στις επιταγές του διεθνούς κεφαλαίου, καταστέλλοντας με κάθε διαθέσιμη μορφή βίας, εκβιασμού, ψευδολογίας και εξαπάτησης οιοδήποτε ίχνος αντίστασης πάει να γεννηθεί, την οδήγησε σαν αμνό επί σφαγή σε ένα μνημειώδες αντίστοιχο της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που γεννάει με μαθηματική ακρίβεια συνθήκες Βαϊμάρης. Εν πάση περιπτώσει, αν κάποιος καταλαβαίνει αυτό το πολύπλοκο και τεταμένο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση (και δεν εννοώ με αυτό βέβαια μόνο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) και την ακροδεξιά τρομοκρατία, δεν μπορεί να γεννηθεί καν ερώτημα για τη φύση της Χρυσής Αυγής. Και μια τέτοια επίδειξη προσποιητής άγνοιας, προπαντός, δεν μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν αναλυτή σαν τον Τάκη Φωτόπουλο. Αναφέρομαι στη διαδικτυακή του ανάρτηση της 22ας Σεπτεμβρίου με τίτλο «Ο περισπασμός της Χρυσής Αυγής» (www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/). Με όλο τον σεβασμό για τις σημαντικές οικονομικές του αναλύσεις, και την παθιασμένη αντικαπιταλιστική του στράτευση με την επεξεργασία προγραμμάτων αυτού που αποκαλεί περιεκτική δημοκρατία, έχουμε εδώ μια εξαιρετικά παραπλανημένη, και παραπλανητική, πολιτική εκτίμηση που η αστοχία της ξεπερνάει κάθε προηγούμενο εκ μέρους αυτού του διανοητή. Πολλές φορές ο ξύλινος λόγος του Τάκη Φωτόπουλου έχει γίνει πηγή δυσφορίας σε ανθρώπους που έχουν κάθε λόγο να νιώθουν αλληλέγγυοι με τα πολιτικά του οράματα. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι αυτό που λέμε ξύλινος λόγος δεν είναι «απλώς» αισθητικό πρόβλημα· προδίδει κατά κανόνα αγκυλωμένη και στερεοτυπική σκέψη, σκέψη που λειτουργεί με την ακαμψία μηχανής βάσει μανιχαϊκών διπόλων, η οποία δεν μπορεί να διακρίνει νοηματικές αποχρώσεις και η οποία είναι εντελώς αδύνατον να αποστασιοποιηθεί από το μονολιθικό γράμμα των υιοθετημένων της διατυπώσεων. Δεν έχω άλλον τρόπο να εξηγήσω πώς ο συγκεκριμένος διανοητής καταλήγει σε μια εκτίμηση όπως ότι «η Χρυσή Αυγή δεν είναι συστημική οργάνωση» – πράγμα που δεόντως εκτίμησε η ίδια η «Χρυσή Αυγή» σε δική της ανάρτηση… Ας δούμε όμως το ίδιο το κείμενό του: 

Το γεγονός […] ότι η Χ.Α. είχε κάποιους προστάτες στο «σύστημα» κάθε άλλο παρά την κάνει, από μόνο του, «συστημική» οργάνωση, όπως κάποιοι αφελώς, και πολλοί άλλοι εκ του πονηρού, υποστηρίζουν. Είναι άλλωστε γνωστό ότι εδώ και καιρό έχει ξεσηκωθεί κατά της Χ.Α. όχι μόνο το ντόπιο κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένης της εκφυλισμένης «Αριστεράς» που υποστηρίζει τους μετανάστες, μαζί με τους Σύρους και Λίβυους «επαναστάτες» που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη σφαγή του συριακού και του λιβυκού λαού! Το ίδιο συμβαίνει με τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ (πολιτικά, οικονομικά, ΜΜΕ, ΜΚΟ, κλπ.) που ομόφωνα απαιτούν την απαγόρευση της Οργάνωσης – ανεξάρτητα βέβαια από το τί λέει το 15%-20% του ελληνικού λαού και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας (που προφανώς το γράφουν στα παλιότερα των παπουτσιών τους) δεν επιτρέπει παρόμοιο μέτρο.

Και δεν είναι συστημική οργάνωση όχι μόνο εξαιτίας της άγριας δίωξης που υφίσταται από τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, αλλά και με βάση τους προγραμματικούς στόχους της που είναι παρόμοιοι με τους στόχους κάθε ιστορικού εθνικοσοσιαλιστικού ή «φασιστικού» κόμματος: αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, «Ευρώπη των εθνών» αντί για τη σημερινή «Ευρώπη του κεφαλαίου», κλπ. Ομως όλ’ αυτά είναι ανάθεμα για την Υ/Ε που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση και, σε συνεργασία με την ντόπια ελίτ, έχει επιβάλει την οικονομική κατοχή στο λαό μας, που οδηγεί στην πλήρη οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων […] Όμως, όπως ανέφερα, ο φασιστικός χαρακτήρας μιας πολιτικής οντότητας δεν καθορίζεται μόνο από τη στάση της σε σχέση με τη βία αλλά, κυρίως, από τους προγραμματικούς στόχους της. 

Άλλο, βέβαια, ότι η Χ.Α. (όπως και άλλες παρόμοιες οργανώσεις) ζει σήμερα στη δεκαετία του 1930 των κρατών-εθνών, εφ' όσον βέβαια κανένας από τους προγραμματικούς στόχους της δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς και, ακόμη χειρότερα, χωρίς άμεση έξοδο από την Ε.Ε., που η Χ.Α. δεν τολμά να ζητήσει! Αλλά, αν η Χ.Α. με βάση το πρόγραμμά της δεν είναι συστημική οργάνωση (πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι αντισυστημική), τότε γιατί άραγε να έχει κάποιους προστάτες μέσα στο σύστημα; Εδώ ερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό της Χ.Α. 

Είναι γνωστό ότι η Υ/Ε σήμερα χρησιμοποιεί τις παντός τύπου διαιρέσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές κλπ.) σε κάθε χώρα για να αλώσει και ενσωματώσει τους λαούς στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής χούντας (π.χ. Μέση Ανατολή). Με δεδομένο ότι σύντομα θα καταλάβει και ο τελευταίος αφελής τί πραγματικά σημαίνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. (είτε σήμερα τα επιβάλλει η κοινοβουλευτική χούντα είτε αύριο μια κυβέρνηση της «Αριστεράς»), η κοινωνική έκρηξη είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάλλιστα πιθανό ότι η Χ.Α. θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τέλειο περισπασμό από τον πραγματικό φασιστικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε: την ολοκλήρωση της οικονομικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων στα χέρια της Υ/Ε και της ντόπιας ελίτ. Έναν περισπασμό που, στην ανάγκη, θα μπορούσαν να τον εξωθήσουν ακόμη και στα όρια του εμφυλίου πολέμου, όπου τα εξαθλιωμένα από την παγκοσμιοποίηση λαϊκά στρώματα (ανένταχτα ή της Αριστεράς) θα πολεμούσαν τα αντίστοιχα εξαθλιωμένα στρώματα κάτω από τη σημαία της Χ.Α. και παρόμοιων οργανώσεων...

Ο όρος «συστημικό», με τη σημασία που χρησιμοποιείται εδώ, είναι ένας νεολογισμός του Τάκη Φωτόπουλου (παρότι έχει περάσει σε ευρύτερη χρήση τα τελευταία χρόνια). Αν, εν πάση περιπτώσει, υπονοεί το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα κατά τη σημερινή του ολοκληρωτική μετάλλαξη όπου όλες οι φιλελεύθερες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική έχουν αρθεί, πρέπει ––αφήνοντας προς στιγμήν κατά μέρος κάθε συναισθηματική αντίδραση–– να δούμε ποιες ακριβώς από τις δράσεις της Χρυσής Αυγής δεν υπηρετούν τα συνασπισμένα βιομηχανικά, χρηματοπιστωτικά, εργολαβικά και κυβερνητικά συμφέροντα. Μήπως η τρομοκράτηση, οι κτηνώδεις ξυλοδαρμοί και οι απροκάλυπτες δολοφονίες μεταναστών· ο τραμπούκικος εκβιασμός εργοδοτών να απολύσουν αλλοδαπούς εργαζόμενους που απασχολούν· οι θρασύτατες εισβολές σε νοσοκομεία και βρεφονηπιακούς σταθμούς για να πετάξουν έξω έγχρωμα παιδιά και νοσηλευόμενους – και πολλές από αυτές τις «επιχειρήσεις» υπό την εποπτεία ανώτερων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (και όχι μόνο στην αστυνομική σφηκοφωλιά του Αγίου Παντελεήμονα); Είναι μόνο ένας παρωχημένος εθνικισμός εδώ, οσοδήποτε αποκρουστικός, ή η μεθοδευμένη στρατηγική του σύγχρονου παγκοσμιοποιούμενου κεφαλαίου να καρφώσει την εργατική δύναμη σε αμετακίνητα εδαφικά όρια, τσακίζοντας τις μεταναστευτικές ροές κατ’ αντίθεσιν προς το υπερεθνικά κινούμενο κεφάλαιο, που είναι βασικός όρος για την απομύζησή της; Και η ευκαιριακή εκμετάλλευσή αυτής της στρατηγικής από τους Έλληνες λούμπεν-εργοδότες, που το μόνιμο καθεστώς τρόμου και ημιπαρανομίας του μεταναστευτικού πληθυσμού είναι εκείνο που τους εξασφαλίζει εξευτελιστικά φτηνή ή και εντελώς απλήρωτη εργασία; Ας δούμε όμως μιαν άλλη πτυχή της δράσης της: είναι η επίθεση σε βουλευτές, μέλη και ακτιβιστές αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων· η βίαιη διάλυση ναυτεργατικών ή εργοστασιακών σωματείων και η αντικατάστασή τους με «εθελοντικά» μέλη της οργάνωσης ελεγχόμενα από τα επιτελικά της κέντρα· η ανακοπή δημόσιων κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων ή μαχητικών διαμαρτυριών, είτε υπό τη μορφή μετωπικής σύγκρουσης με τους διαδηλωτές σε αρραγή σχηματισμό με τις ένστολες δυνάμεις καταστολής είτε υπό τη μορφή εσκεμμένων προβοκατόρικων δράσεων μέσ’ από τους κόλπους τους ––για να μην αναφέρω καθόλου εδώ ζητήματα προστασίας σε νυχτερινά κέντρα, εμπλοκής σε λαθρεμπορία και πορνεία, ξεπλύματος μαύρου χρήματος, κλπ.–– με οιαδήποτε έννοια «μη συστημικές» δράσεις, τη στιγμή ακριβώς που το κύριο μέλημα του «συστήματος», αυτού ακριβώς του συστήματος που δεν έχει αντίρρηση να κάνει τη χώρα μια ζοφερή αποικία χρέους εφόσον αυτό υπόσχεται να διαιωνίσει τα κέρδη των παρασιτικών κεφαλαιοκρατικών της τάξεων, είναι να πλήξει εν τη γενέσει τους όλες τις μορφές αντίδρασης που πασχίζει να συγκροτήσει ένας ρημαγμένος λαός; ΄Η είναι εξωγενής παράγοντας στο «σύστημα» ένας αρχηγός που έχει υπάρξει, σε ό,τι αφορά το δημοσίως γνωστό μέρος της σταδιοδρομίας του, από καταδότης της ασφάλειας μέχρι μισθοδοτούμενος πράκτορας των κρατικών υπηρεσιών κατασκοπείας; Αν βέβαια κάποιος μου πει ότι τίποτε από αυτά δεν έχει συμβεί, δεν ήταν γνωστό ούτε στη δημόσια γνώμη ούτε στις εισαγγελικές και διωκτικές αρχές, τότε είμαι πρόθυμος να δεχτώ ως άκυρη όλη την επιχειρηματολογία μου. 

Ο Τάκης Φωτόπουλος διαπράττει δύο σοβαρά συλλογιστικά σφάλματα. Πρώτον, ταυτίζει αφελώς τους ουσιώδεις πολιτικούς σκοπούς της Χρυσής Αυγής με τους συνθηματολογικούς της πομφόλυγες. «Αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, “Ευρώπη των εθνών” αντί για τη σημερινή “Ευρώπη του κεφαλαίου”, κλπ.» μας φέρνουν σχεδόν μέχρι του σημείου να συμπαθήσουμε τη Χρυσή Αυγή, αν δεν είχαμε τόση εύγλωττη ιστορική πείρα. Όλες οι μορφές φασισμού, και η ειδεχθέστερη όλων, ο γερμανικός ναζισμός, προέβαλαν στο προσκήνιο ως μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού με συνθηματολογία ικανή να μιλήσει στις καρδιές των στερημένων μαζών· από τη στιγμή όμως που πήραν την επίζηλη εξουσία, έγιναν η πιο άκαμπτη δύναμη προάσπισης των πτοημένων από την οικονομική κρίση και τις εργατικές εξεγέρσεις κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, που τα διέσωσαν τη στιγμή του κλονισμού για να τα παραδώσουν εκ νέου στους ιστορικούς τους κατόχους. Ουσιώδης ιδεολογικός πυρήνας κάθε φασιστικού μορφώματος είναι η ταύτιση με την ισχύ, το μίσος για την αδυναμία και ό,τι την ενσαρκώνει, πράγμα που καθορίζει και τους αντικειμενικούς του πολιτικούς σκοπούς. Αυτό το αντιλαμβάνονται καλύτερα οι ίδιες οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ, που ξέρουν πόσο μπορούν να στηρίζονται, σε καιρούς κρίσης και πολιτικής αβεβαιότητας, στα ημιπαράφρονα τάγματα εφόδου, γελώντας ειρωνικά με τους «προγραμματικούς στόχους» τους. 

Δεύτερον: αφήνει την κρίση του να παγιδευτεί από την ταυτότητα των περιστασιακών αντιπάλων της Χρυσής Αυγής. «Τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ» μπορεί να κάλλιστα να έχουν δικούς τους λόγους να θέλουν την εκκαθάριση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης, όπως και το «ντόπιο κατεστημένο» εάν αυτή κριθεί ως εμπόδιο για συγκεκριμένους τακτικούς χειρισμούς του· αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όποιος είναι εχθρός της υπερεθνικής και σιωνιστικής ελίτ, και πολέμιος του ντόπιου κατεστημένου, είναι αυτόχρημα φίλος και σύμμαχος της Χρυσής Αυγής! Το αξίωμα «ο εχθρός τού εχθρού μου είναι φίλος μου» απηχεί μία βάναυσα εργαλειακή προσέγγιση στην πολιτική, που θα έπρεπε να είναι ανάθεμα για κάθε αξιακά προσανατολισμένο κίνημα χειραφέτησης. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου, στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής ––η Βρετανία, η Γαλλία, οι ανερχόμενες ΗΠΑ–– συνασπίστηκαν εναντίον του (πράγμα που όντως έκαναν ορισμένα ιθαγενή κινήματα σε αποικιοκρατούμενες χώρες)! Στην πραγματικότητα, από την καλώς εννοούμενη επαναστατική σκοπιά, που καθοδηγείται από ένα αταλάντευτο όραμα ισότητας και αυτοδιαχείρισης για όλη την ανθρωπότητα, η φιλελεύθερη θριαμβολογία της παγκοσμιοποιούμενης αγοράς και τα εθνοσωβινιστικά ξεσπάσματα μίσους πρέπει να δείχνονται ως τα πραγματικά «δύο άκρα» της κυρίαρχης ιδεολογίας τής ισχύος, που επικοινωνούν στην κοινή τους αρχή τής «επιβίωσης του ισχυροτέρου», με οιοδήποτε τίμημα. 

Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες, που παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα τής ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση. Είναι η πιο ανησυχητική ένδειξη μιας καλπάζουσας συλλογικής παθολογίας, εκείνης που κάνει τους ανθρώπους ανίκανους να υψώσουν οιουσδήποτε ορθολογικούς φραγμούς στην οικονομική εκμετάλλευση, στη σεξουαλική καταπίεση και αυτοκαταπίεση, στην πολιτική χειραγώγηση και σε κάθε μορφή ανισότητας και ανελευθερίας. Ο διαστροφικός ψυχολογικός του πυρήνας εκπροσωπείται παραδειγματικά στον μηχανισμό της λεγόμενης ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Και αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το κλειδί στο μυστήριο της ελληνικής παθητικότητας, ενόψει μιας προϊούσας κοινωνικής καταστροφής αδιανόητων διαστάσεων που, ορθολογικά κρίνοντας, θα δικαιολογούσε κοσμογονικές εξεγέρσεις συγκρίσιμες με τις πιο σημαδιακές τέτοιες του εικοστού αιώνα. Το εφιαλτικότερο στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, κατά την εκτίμησή μου, δεν είναι η ίδια η ύπαρξη μιας δολοφονικής ακροδεξιάς οργάνωσης – διότι η ελληνική ακροδεξιά, δυστυχώς, είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει πάψει να επιζεί και να τρέφεται από το βαθύ και ανεπεξέργαστο συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, και όλοι έχουμε γνωρίσει τις ανατριχιαστικές όψεις και το μέγεθος της κτηνωδίας της· είναι η απήχηση που έχει ο λόγος μιας τέτοιας οργάνωσης σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, πολλαπλώς στερημένα ή απειλούμενα που κανονικά δεν θα είχαν κανέναν συμφέρον από την ταύτιση μαζί της: στρώματα βεβαίως του χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, που ο διάχυτος και ανεπεξέργαστος ορθολογικά φόβος κινητοποιεί μέσα τους ένα αρχαϊκό ανακλαστικό μανιασμένης επίθεσης στον πρώτο αποδιοπομπαίο τράγο που θα τους υποδειχθεί. Και η ταύτιση με την ίδια τη δύναμη που τους απειλεί είναι ένα πανίσχυρο καταπραϋντικό στους σπασμούς της αγωνίας τους, το οποίο γνωρίζουν καλά να χειρίζονται οι θύτες τους. Η μοίρα της συγκεκριμένης Χρυσής Αυγής δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία· εκείνο που έχει σημασία είναι η σαδομαζοχιστική αγωγή που προσέφερε στις εξαθλιούμενες ελληνικές μάζες προς όφελος των κυρίων τους – η οποία θα συνεχίσει ασφαλώς να προσφέρεται από νέους διαύλους, συστημικούς και παρασυστημικούς. 

Πηγή poetry bar

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ανταγωνισμός και Αρνητική Κριτική: Μια συνέντευξη


Ο Βέρνερ Μπόνεφελντ διδάσκει Κριτικές Θεωρίες της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ. Σπούδασε στο Μαρβούργο, στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στο Εδιμβούργο. Έχει διδάξει στο Βερολίνο και το Εδιμβούργο, στα πανεπιστήμια της Πουέμπλα και του Μπουένος Άιρες. Ήταν συνεκδότης του σημαντικού περιοδικού Open Marxism. Είναι δεινός κηπουρός, ποδηλάτης και λατρεύει τον Captain Beefheart.



Viewpoint: Μεγάλο μέρος της εργασίας σας αφορά τη συνεισφορά της «Νέο μαρξιστικής φιλολογίας», της «νέας ανάγνωσης του Μαρξ» η οποία επιστρέψει στην ερμηνεία του Κεφαλαίου υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής πρόκλησης της Σχολής της Φρανκφούρτης, και την πολιτική πρόκληση των φοιτητικών κινημάτων στην δεκαετία του 1960 και του 1970. Μπορείτε να μας πείτε σχετικά με την πολιτική σημασία αυτής της παράδοσης; 

Werner Bonefeld: Για εμένα η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» ήταν θεμελιώδης ως μια προσπάθεια κριτικής αναπαράστασης της επαναστατικής σημασίας της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Τι πραγματικά σημαίνει «κριτική»; Κριτική ποιού και για ποιόν σκοπό; Η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» με έμαθε ότι αυτό σημαίνει μια κριτική των οικονομικών κριτικών, και ότι αυτή η κριτική συνεπάγεται μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης οικονομικών κατηγοριών ως τις αντικειμενικοποιημένες μορφές των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων.

Οι οικονομικές σχέσεις σχηματίζονται κοινωνικά, και η κριτική της πολιτικής οικονομίας ισοδυναμούσε κατά συνέπεια με μια καταστροφική κριτική των σχέσεων οικονομικής αντικειμενικότητας. Συνιστούν μια αντικειμενική αυταπάτη των κοινωνική σχέσεων. Εξουσιαζόμαστε από την κυκλοφορία νομισμάτων και ό,τι εκφράζει τον εαυτό της σε αυτήν την κυκλοφορία δεν είναι κάποια οικονομική αντικειμενικότητα. Αντίθετα, συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις επιβάλλονται οι ίδιες στην κυκλοφορία των νομισμάτων. Οι κοινωνικές σχέσεις εξαφανίζονται στην εμφάνισή τους, και αυτή η εμφάνιση είναι πραγματική – ως μια έκφραση των συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων. 


Ποια ήταν η δική σας προσωπική εμπειρία με τη νέα ανάγνωση του Μαρξ; 

Δίδασκα στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και στο πλαίσιο αυτό γνώρισα τον Hans-Georg Backhaus πολύ καλά. Όταν πήγα στη Φρανκφούρτη έμεινα μαζί του και κοιμήθηκα στον καναπέ του. Γνώρισα τον Helmut Reichelt το 1992 σε ένα συνέδριο που διοργανώθηκε από, μεταξύ άλλων, τον Jean Marie Vincent, τον Antonio Negri και εμένα. Ο Backhaus ήταν επίσης εκεί, όπως ήταν και ο Johannes Agnoli.


Είναι εντυπωσιακό όταν κοιτάμε τις βιβλιογραφίες σας ή τον πίνακα περιεχομένων των συλλογών του OpenMarxism που έχετε επιμεληθεί από κοινού να βρίσκουμε τον Backhaus και τον Reichelt δίπλα στον Negri, τον Sergio Bologna, και ούτω καθεξής. Μερικές φορές η ανάλυση της «μορφής της αξίας» παρουσιάζεται ως ασυμβίβαστα αντίθετη με τον εργατισμό, με έμφαση στην ταξική πάλη. Ποια είναι η αιτιολόγηση της αντιπαράθεσής τους στο έργο σας; 

Το κίνητρο για τα τεύχη του Open Marxism προήλθε από μια βαθιά δυσαρέσκεια για την επικρατούσα μαρξιστική ορθοδοξία. Ο τίτλος προέρχεται από τη θέση του Johannes Agnoli σε ένα βιβλίο το οποίο εξέδωσε μαζί με τον Mandel: Open Marxism: A Debate about Dogma, Orthodoxy and the Heresy of Reality. Η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» παρέχει μια κριτική της πολιτικής οικονομίας η οποία είναι εντελώς αντι-οντολογική, ενυπάρχουσα στο δικό της πλαίσιο και ανατρεπτική στην κριτική της πρόθεση.  Απορρίπτει την ορθόδοξη «οπτική γωνία της εργασίας» και αντ’ αυτού, αντιλαμβάνεται ότι τόσο ο εργάτης, όσο και ο καπιταλιστής είναι προσωποποιήσεις των καπιταλιστικών οικονομικών κατηγοριών. Η διορατικότητα του Adorno ότι η καπιταλιστική κοινωνία αναπαράγει τον εαυτό της όχι σε πείσμα, αλλά λόγω του ταξικού ανταγωνισμού, είναι θεμελιώδης, τόσο ως κριτική του σοσιαλισμο,ύ ως μια οικονομία της εργασίας, όσο και κριτικής του καπιταλισμού, ως μια ταξική κοινωνία. Και στις δυο περιπτώσεις η κριτική είναι εντελώς αρνητική. 

Ο Agnoli με εισήγαγε στην ιδέα της αρνητικής κριτικής, σε αντίθεση με μια καταφατική κριτική. Ο Horkheimer αποκάλεσε την πολιτική πρακτική αυτού του τελευταίου είδους κριτικής μια «κομφορμιστική εξέγερση», μια από αυτές οι οποίες αναζητούν να υπερνικήσουν την καπιταλιστική οικονομία της εργασίας μέσω μιας σοσιαλιστικής οικονομίας της εργασίας.  Ωστόσο, στο πλαίσιο της «νέας ανάγνωσης του Μαρξ», η πολιτική διάσταση, ας πούμε, της θέσης του Horkheimer, ήταν σε μεγάλο βαθμό απούσα. Η κριτική του επιδίωξε μια κριτική ανακατασκευή του Μαρξ χωρίς τη θεώρηση της αντίληψης του Adorno ότι η συνολική κίνηση της κοινωνίας είναι ανταγωνιστική από την αρχή (Αρνητική διαλεκτική). Με άλλα λόγια, η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» αποκρυπτογράφησε την αξιακή μορφή ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων, αλλά δεν κατάφερε να επερωτήσει σχετικά με τον χαρακτήρα αυτών των σχέσεων. Εδώ είναι που η παράδοση του ιταλικού εργατισμού βρίσκει τη θέση της. Στην πιο ακατέργαστη μορφή της, η αντίληψη του Tronti ότι, αντί της ανάλυσης του καπιταλισμού από τη σκοπιά του κεφαλαίου, χρειάζεται να αναλυθεί από τη σκοπιά του εργαζόμενου που παλεύει, εκμεταλλεύεται την παλαιο-ορθόδοξη ιδέα σύμφωνα με την οποία η επιστήμη του σοσιαλισμού είναι μια επιστήμη από τη σκοπιά της εργασίας. 

Αντλεί σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό, απορρίπτοντας την ιδέα ότι ο χρόνος του σοσιαλισμού είναι διαφορετικός από τον χρόνο του καπιταλισμού. Ο ένας είναι ο χρόνος της κοινωνίας της ελευθερίας και της ισότητας, ο άλλος είναι ο χρόνος του χρήματος. Στην καλύτερη περίπτωση, η αντίληψη υπογραμμίζει την ιδέα ότι η κατανόηση του καπιταλισμού σχετίζεται με τις συνθήκες και τους αγώνες της εργατικής τάξης, που είναι η τάξη που εργάζεται. Το να είσαι ένας παραγωγικός εργάτης δεν είναι μια προνομιακή θέση, λέει ο επιστημονικός σοσιαλισμός. Ο ανταγωνισμός συνεπάγεται αγώνα, και η κοινωνία αναπαράγει τον εαυτό της μέσω του αγώνα –για την πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης, ενάντια στη μείωση του χρόνου ζωής προς όφελος του χρόνου εργασίας υπεραξίας. Στα καλύτερά του, ο  εργατισμός είναι μια προσέγγιση αυτής της αντίληψης.   

Θα ήταν λάθος για τον εργατισμό να πει ότι ο αγώνας είναι από μόνος του καλός. Η πάλη ανήκει στον αντεστραμμένο κόσμο. Η λύση για την ταξική πάλη είναι η αταξική κοινωνία. Στη μιζέρια της εποχής μας, μπορούμε επομένως να βρούμε το θετικό μόνο στην άρνηση, και αυτή είναι η ιδέα πάνω στην οποία οι καλύτερες πτυχές του εργατισμού και οι καλύτερες της νέας ανάγνωσης του Μαρξ ενώνονται στην κριτική τους ιδέα. 


Υπάρχει μια πιθανή θεωρητική σύνδεση μεταξύ ανάλυσης των συνθηκών εργασίας και ανάλυσης της μορφής της αξίας; 

Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να συνδέονται. Η ανάλυση της μορφής της αξίας ασχολείται με την αρνητική αντικειμενικότητα της αφηρημένης ανταλλαγής, και η κριτική της εργασιακής διαδικασίας ασχολείται με την επιβάρυνση της εργασίας. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να υπάρξει μια αφηρημένη ανταλλαγή χωρίς την παραγωγή πλούτου, και  η ιδιαιτερότητα της αφηρημένης ανταλλαγής δεν βασίζεται στην ανταλλαγή. Βασίζεται στην πώληση και αγορά εργατικής δύναμης, δηλαδή στην ταξική σχέση ανάμεσα στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, τα οποία είναι τα μέσα κοινωνικής διαβίωσης, και τον ελεύθερο εργάτη. Στην πραγματικότητα, όπως υποστήριξε και ο Adorno, η αντικειμενική ψευδαίσθηση της αφηρημένης ανταλλαγής δεν στηρίζεται σε κοινωνικά έγκυρη αντικειμενικότητα του φετιχισμού του εμπορεύματος. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι βασίζεται στην ιδέα της υπεραξίας. Δηλαδή, η ισοδύναμη ανταλλαγή μεταξύ δυο άνισων αξιών προϋποθέτει την απόσπαση υπεραξίας, και μέσω αυτής την καπιταλιστική εργασιακή διαδικασία ως μια διαδικασία κατά την οποία ο αναγκαίος χρόνος εργασίας βρίσκεται προς όφελος του χρόνου υπερεργασίας. 


Αναφερθήκατε στον Johannes Agnoli, του οποίου το έργο σχετικά με τη μορφή του αστικού κράτους επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένου και του Negri). Πως η ανάλυσή του για το κράτος σχετίζεται με την κριτική της πολιτικής οικονομίας; 

Η πολιτική οικονομία δεν είναι οικονομικά. Για τον Adam Smith, η πολιτική οικονομία είναι ένας κλάδος της επιστήμης του πολιτικού και του νομοθέτη. Το αόρατο χέρι δεν έχει καμιά ανεξάρτητη πραγματικότητα. Ούτε έχει και οποιαδήποτε άλλη κατηγορία. Όπως και το αόρατο χέρι, η πολιτική οικονομία είναι μια πολιτική πρακτική. Η οικονομία είναι πολιτική οικονομία, δηλαδή η ίδια η κοινωνία αναδιπλασιάζει τον εαυτό της στην κοινωνία και το κράτος, και το κράτος είναι κατά συνέπεια η πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας. Ο σκοπός του δεν είναι διαπραγματεύσιμος. Είναι ένα καπιταλιστικό κράτος. Αυτό είναι σαφές από την αντίληψη του Μαρξ ότι το κράτος είναι η συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας. Οι αμφίπλευρες σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστή και πωλητή της εργατικής δύναμης ή καλύτερα: ο αγοραστής εργατικής δύναμης και ο παραγωγός υπεραξίας, συνεπάγεται το πολιτικό κράτος ως μια δύναμη αποπολιτικοποίησης. Επομένως, η ανάλυση του κράτους δεν σχετίζεται με την οικονομία, καθώς η οικονομία και το κράτος είναι δυο διακριτές μορφές οργάνωσης. Αντίθετα, ο σκοπός του κράτους είναι να επιτύχει την αξιοποίηση της αξίας, και το κράτος είναι η πολιτική μορφή για αυτόν τον σκοπό. 


Μερικά από τα πρόσφατα άρθρα σας έχουν ασχοληθεί με το θέμα της «πρωταρχικής συσσώρευσης», και της συνεχούς κοινωνικής συγκρότησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Φαίνεται ότι αυτή η δυναμική της κοινωνικής συγκρότησης παρέχει επίσης έναν τρόπο διασύνδεσης μεταξύ του «οικονομικού» και «πολιτικού» δίνοντας έμφαση στην μαρξιστική θεωρία. Ποια είναι για εσάς τα θεωρητικά επίδικα της πρωταρχικής συσσώρευσης; 

Συμφωνώ με τη «νέα ανάγνωση του Μαρξ» ότι η μαρξιστική οικονομία είναι κατά βάση ρικαρδιανή στο πεδίο εφαρμογής της και στην σύλληψή της. Έχω εργαστεί γύρω από την έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης από τη δεκαετία του 1980. Ουσιαστικά, οι καπιταλιστικές ταξικές σχέσεις περιλαμβάνουν ιστορικά πρότυπα κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, και δεν αποθηκεύουν τα πρότυπά τους κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντίθετα, η καπιταλιστική ανάπτυξη βασίζεται στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων, η οποία περιλαμβάνει τη διαιώνιση του διπλά ελεύθερου εργάτη –αυτή, όπως την αποκαλεί ο Μαρξ, την απαραίτητη προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η καπιταλιστική συσσώρευση βασίζεται στο γεγονός ότι μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων είναι αποκομμένη από τα μέσα παραγωγής. Τα μέσα παραγωγής είναι τα μέσα κοινωνικού μεταβολισμού με τη φύση. Από τη στιγμή που ο εργάτης είναι διαχωρισμένος από τα μέσα παραγωγής του, μετατρέπεται σε έναν προλετάριο ο οποίος είναι «ο δούλος των άλλων ατόμων οι οποίοι έχουν μετατρέψει τους εαυτούς τους σε ιδιοκτήτες των μέσων ανθρώπινης ύπαρξης» -έτσι υποστηρίζει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Το πρόβλημα του κομμουνισμού δεν είναι η ταξική πάλη – η οποία είναι καπιταλιστική πραγματικότητα. Το πρόβλημα του κομμουνισμού είναι να βρει τον τρόπο για τον τερματισμό της (προ)ιστορίας της ταξικής πάλης, προς όφελος όχι των απελευθερωμένων προλετάριων, οι οποίοι, επίσης, είναι μια καπιταλιστική πραγματικότητα, αλλά προς όφελος μιας αταξικής κοινωνίας. 

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η Χιλή της Unidad Popular και η σοσιαλιστική στρατηγική


του Χρήστου Λάσκου


«Μια μέρα θα γραφτεί η αληθινή ιστορία αυτών των ημερών –μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης … Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε –όλα τα είχαμε εκτός από τα όπλα»
Λουίς Σεπούλβεδα,  Η τρέλα του Πινοτσέτ




Το 1973 είναι χρονιά με πολύ μεγάλο βάρος στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. Στις 11 Σεπτεμβρίου πνίγεται στο αίμα το χιλιανό σοσιαλιστικό πείραμα και, λίγες μέρες μετά, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ δημοσιεύει στη Rinascita τις «Σκέψεις για την Ιταλία μετά τα γεγονότα της Χιλής», που θα σημάνουν μια στροφή ιστορικής σημασίας για την πορεία της μεγάλης ιταλικής αριστεράς.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Είναι δεδομένο –και παράδοξο μαζί- πως η χιλιανή εμπειρία έχει συζητηθεί στο πλαίσιο της διεθνούς αριστεράς πολύ λίγο σε σχέση με την σημασία της. Στην πραγματικότητα, αυτό που έμεινε πάνω απ’ όλα είναι μια συναισθηματικού, κατά βάση, τύπου σχέση με τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου: όπως το έθεσε ένας ανδαλουσιάνος αναρχικός, με αφορμή μια άλλη σφαγή στις αρχές του αιώνα, «ο αέρας μύριζε μαραμένα τριαντάφυλλα, γιατί έτσι μυρίζει το αίμα». Η οσμή γέμισε τον κόσμο όλο και δεν άφησε χώρο για μια συζήτηση που πολλά θα πρόσφερε στη στρατηγική μας τοποθέτηση. 

Γιατί η Χιλή της Unidad Popular και του Αλιέντε είναι μια πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη ιστορία. Ένας καλός τρόπος για να το αντιληφθούμε είναι να προστρέξουμε  στην άποψη, αλλά και τα αισθήματα των σφαγέων.  Όπως επισήμαινε ο Ρότζερ Μόρις, συνεργάτης του Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, καιρό μετά τα γεγονότα: «Νομίζω πως κανείς στην κυβέρνηση δεν κατανοούσε πόσο ακραία ιδεολογική ήταν η στάση του Κίσινγκερ έναντι της Χιλής… Ο Χένρυ έβλεπε τον Αλιέντε ως πολύ μεγαλύτερη απειλή από τον Κάστρο. Αν η Λατινική Αμερική επρόκειτο ποτέ να γίνει σοσιαλιστική δεν θα συνέβαινε με έναν Κάστρο. Ο Αλιέντε ήταν το ζωντανό παράδειγμα της δημοκρατικής κοινωνικής μεταρρύθμισης στη Λατινική Αμερική. Όλα τα κατακλυσμιαία γεγονότα γύριζαν γύρω μας, αλλά αυτόν τον τρόμαζε η Χιλή… Η Χιλή τον τρόμαζε»[1]. Η Χιλή, λοιπόν, απασχολούσε τον Χένρυ πολύ περισσότερο από ό,τι η Κούβα. Και, προφανώς, τον απασχολούσε και τον τρόμαζε εξαιτίας, κυρίως, του γεγονότος πως εδώ δεν μπορούσαν να επικαλεστούν το κύριο –και πολύ δραστικό λόγω της πραγματικότητας του ανύπαρκτου- αντικομμουνιστικό τους επιχείρημα περί του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων. Ήταν σε όλους φανερό πως η δημοκρατική –όπως κι αν ορίσεις τη λέξη- εξέλιξη της Χιλής δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Έπρεπε, άρα, να κατασταλεί, όπως και έγινε.

Στη Χιλή, λοιπόν, έχουμε μια εκδοχή αυτού που έμελλε να μείνει στη στρατηγική ορολογία ως δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό. Αυτό, ωστόσο, δεν υποσημειώνει κάποια αντίληψη σταδιακής και βαθμιαίας μετάβασης. Τουλάχιστον όχι αναγκαστικά. Πρώτα πρώτα, η εμπειρία της Χιλής είναι παράδειγμα εφαρμογής ενός πολύ ριζοσπαστικού προγράμματος με άμεσες επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Όπως σημειώνει ο Τζέιμς Πέτρας[2], «αν συγκρίνουμε τις μεταβολές πούγιναν στη Χιλή στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών με αυτές πούγιναν στην Κούβα και στην Κίνα, ο ρυθμός και ή έκτασή [τους] είναι πιθανώς της ίδιας σημασίας αν όχι μεγαλύτερος». 

Ενδεικτικά στοιχεία της δραστικής τομής που αποτέλεσε η Unidad Popular είναι, μεταξύ άλλων, μια εισοδηματική πολιτική, η οποία αύξησε τα εργατικά μεροκάματα κατά 100% στον πρώτο ήδη χρόνο, και μια πολιτική εθνικοποιήσεων -που περιέλαβε στο δημόσιο τομέα το 60% του εθνικού προϊόντος –όχι μόνο «στρατηγικών μονοπωλίων», αλλά και κλάδων βασικών καταναλωτικών αγαθών, όπως τροφίμων και ρούχων . Οι τράπεζες δεν εθνικοποιήθηκαν άμεσα, απέκτησε όμως το κράτος την πλειοψηφία στη μετοχική σύνθεση όλων σχεδόν των πιστωτικών ιδρυμάτων. Την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε μια αποφασιστική πολιτική διατίμησης με πολύ θετικά αποτελέσματα στα χαμηλά εισοδήματα[3]. 

Η ταξική μεροληψία της κυβέρνησης είχε εκδηλωθεί στην πράξη με απολύτως σαφή τρόπο, πράγμα που –στο μέσο μιας ευρύτατης κινητοποίησης στα εργοστάσια και στα χωράφια- αύξησε θεαματικά την υποστήριξη προς την κυβέρνηση Αλιέντε. Ειναι χαρακτηριστικό πώς, ενώ ο Αλιέντε εκλέχτηκε πρόεδρος το Σεπτέμβριο του ’70 με ποσοστό 36%, στις τοπικές εκλογές του Απριλίου του ’71, μόλις μισό χρόνο μετά, η Unidad Popular πήρε το 51% των ψήφων. Τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους και οι ρυθμοί διαμορφώνονταν, όπως σε όλες τις επαναστατικές καταστάσεις, ανεξάρτητα πολλές φορές από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών. Η ιστορία άρχισε να κινείται ιλιγγιωδώς. Οι προοπτικές του χιλιανού πειράματος δεν φαίνονταν κακές –κάθε άλλο. 

Τι έγινε, λοιπόν, και φθάσαμε στην τραγική 11η Σεπτεμβρίου; Τι έγινε και αυτό που τόσο είχε τρομάξει τον Κίσινγκερ κατέληξε, όπως κατέληξε; Προφανώς στο μικρό χώρο αυτού του κειμένου είναι αδύνατο να απαντηθεί αναλυτικά αυτό το ερώτημα. Τα κείμενα που παραθέτω στις σημειώσεις προσφέρουν καλό υλικό για μια τέτοια απάντηση. Εδώ θα κάνω μόνο μερικές νύξεις για όσα παρουσιάζουν ένα στρατηγικό ενδιαφέρον. 

Εκκινώντας από το ζήτημα του, τόσο καθοριστικού στα εγχειρήματα κοινωνικού μετασχηματισμού, πολιτικού χρόνου, διαπιστώνουμε πως η χιλιανή αριστερά γρήγορα απώλεσε την πρωτοβουλία στο πεδίο αυτό. Από το καλοκαίρι του ’72 και μετά, μάλιστα, στην πραγματικότητα είχε μπει σε μια διαδικασία να απαντάει σε όσα σχεδίαζαν και υλοποιούσαν οι αντίπαλοί της. Η απώλεια αυτή της πρωτοβουλίας σήμανε και απώλεια αποφασιστικότητας στο μέτρο που η Unidad Popular βρισκόταν πλέον σε άμυνα. Καθοριστική, όπως καταγράφεται σε πολλές αποτιμήσεις, ήταν η καθυστέρηση. Κι έτσι, η fortuna, για να θυμηθούμε το Μακιαβέλι, άρχισε να στρέφεται εναντίον της.  Το ’71 θα μπορούσε, βάσει της θεαματικής υποστήριξης που απολάμβανε η πολιτική της, να περάσει σε θεσμικές ρήξεις –στο πλαίσιο ακόμη και του υπάρχοντος συντάγματος- που θα την ισχυροποιούσαν εξαιρετικά έναντι των αντιπάλων της. 

Κι εδώ εμφανίζεται το δεύτερο ζήτημα. Η αριστερά είχε -και αργότερα- όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσει τους εργατικούς και κοινωνικούς θεσμούς, που αυθόρμητα προέκυπταν μέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που τη στήριζαν. Τα Cordones –είδος εργατικού συμβουλίου που αναπτύχθηκε εν πρώτοις ως προσπάθεια να απαντηθούν τα άμεσα βιοτικά προβλήματα που δημιουργούσε η αντίδραση των αφεντικών- δεν ιδώθηκαν ως αυτό που αντικειμενικά ήταν: θεσμοί μιας αμεσοδημοκρατικής εξουσίας, σαν αυτούς που ο Πουλαντζάς μερικά χρόνια αργότερα θα θεωρούσε βασική προϋπόθεση σε οποιαδήποτε πορεία προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό καθόλου ασύμβατοι με αυτούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που η Unidad Popular δεν είχε –και ορθά- καμία πρόθεση να καταργήσει λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα ιδιοφυή σχόλια της Λούξεμπουργκ σχετικά με τη Ρωσική Επανάσταση. Τα Cordones, όπως και τα Comandos Communales, είχαν αποδείξει πως μπορούσαν αποτελεσματικά να οργανώνουν τη ζωή, όποτε απαιτήθηκε κάτι τέτοιο –και ειδικά στη μεγάλη δοκιμασία του Οκτωβρίου του ’72 με το γενικό λοκάουτ, που ξεκίνησε από τους φορτηγατζήδες και επεκτάθηκε στο σύνολο της οικονομίας σε μια προσπάθεια της αστικής τάξης να κάνει τους «ξεβράκωτους» να πεινάσουν πραγματικά. Ο Αλιέντε άντεξε ακριβώς επειδή τα συμβούλια πήραν πάνω τους την υπόθεση τόσο της παραγωγής, όσο και της μεταφοράς και διανομής των βασικών αγαθών, αποδεικνύοντας εμπράκτως πως η κοινωνικοποίηση ήταν άμεσα εφικτή. Δεν τους έδωσε, όμως, το ρόλο που τους αντιστοιχούσε με τρόπο σταθερό. Ενδεικτική ήταν η πρόταση του ΚΚ να μπουν υπό την σκέπη των συνδικάτων! Σκεφτείτε το ενδεχόμενο το 1917 τα σοβιέτ να «οργανώνονταν» στα συνδικάτα –πολιτική ασυναρτησία πρώτου μεγέθους. 

Τα προηγούμενα, επιπλέον, είναι στενά δεμένα με το τρίτο στρατηγικό ζήτημα, τη λυδία λίθο της αριστερής πολιτικής, την τοποθέτηση απέναντι στις τάξεις. Η Unidad Popular είναι δεδομένο πως πολιτεύτηκε θεωρώντας πως είναι δυνατή μια στρατηγική συμμαχία των εργατών, των φτωχών αγροτών και των αποκλεισμένων με τις «μεσαίες τάξεις» των ιδιοκτητών. Ακόμη κι όταν φάνηκε καθαρά πως οι τελευταίες, προσανατολισμένες ορθά από το ταξικό τους αισθητήριο, έρχονταν σε τροχιά σύγκρουσης με την αριστερά, η τελευταία επιχείρησε να τους «κατευνάσει». Πολλές από τις πολιτικές ενέργειές της είχαν αυτό το στόχο. Η παρατεταμένη προσπάθεια για συμφωνία με τη Χριστιανοδημοκρατία, ενώ η τελευταία συνεννοούνταν με τις ΗΠΑ για την ανατροπή του Αλιέντε, η ασυλία που προσφέρθηκε στον «ουδέτερο» στρατό είναι αποτελέσματα αυτής της επιδίωξης για την «ανέφικτη» συμμαχία. Όταν ξέσπασε το μεγάλο λοκάουτ, έλαβε μέρος σε αυτό ακόμα και ο μικρότερος μαγαζάτορας. Κανείς νοικοκύρης δεν έλειψε από το προσκλητήριο των ιδιοκτητριών τάξεων. Το ίδιο συνέβη όμως και με τα «νέα μεσαία στρώματα». Οι γιατροί και οι οδοντίατροι απεργούσαν με διαλείμματα σχεδόν ολόκληρο τον τελευταίο χρόνο της κυβέρνησης Αλιέντε, όπως και το σύνολο σχεδόν των αυτοαπασχολούμενων και των δημοσίων υπαλλήλων.Ο ιατρικός σύλλογος του Σαντιάγκο διέγραψε από τις τάξεις του τον Αλιέντε την ίδια στιγμή που στα νοσοκομεία των φτωχών οι θάλαμοι πρώτων βοηθειών έμεναν χωρίς προσωπικό: «αφήστε τους εργάτες να πάνε στους σοασιαλιστές υπουργούς τους για να γιατρευτούν». Και η στάση αυτή διαμορφώνονταν σε μια περίοδο, όπου οι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού είχαν σαφώς ωφεληθεί εισοδηματικά. Ο φόβος και η απέχθεια του «αξιοπρεπούς κόσμου» για τους «κατώτερους», το βαθύ ταξικό του ένστικτο φάνηκαν ισχυρότερα από το όφελος που φρόντιζε να τους διασφαλίζει η κυβέρνηση.  Από την άποψη αυτή, η εμπειρία της Χιλής αποτελεί το πιο καθαρό επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε εκδοχής αντιμονοπωλιακών συμμαχιών και των αντίστοιχων στρατηγικών. 

Είναι σημαντικό να ειπωθεί εδώ πως τα θέματα αυτά ήταν αντικείμενο αντιπαράθεσης σε όλη τη διάρκεια της τριετίας με κορύφωση τη διαμάχη, που σχηματοποιήθηκε στο δίλημμα «consolidar o avanzar?» (σταθεροποίηση ή προχώρημα;) και διαμόρφωσε οριστικά μια δεξιά πτέρυγα με άξονα το ΚΚ και μια αριστερή γύρω από την αριστερά του ΣΚ, το MAPU και το –εξωκυβερνητικό, αλλά υποστηρικτικό-  MIR. Όπως το έθετε ο Kyle Steenland σε μια από τις σημαντικότερες αποτιμήσεις των πραγμάτων που έγινε μέχρι σήμερα, «το ΚΚ πιστεύει πως ο σοσιαλισμός θα είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον μετά που οι αντιμονοπωλιακές και αντιιμπεριαλιστικές στοχεύσεις θα έχουν επιτευχθεί. Αυτή η θεωρία των σταδίων, με το τελευταίο και πιο σημαντικό στάδιο αφημένο για το αόριστο μέλλον ξεχνάει πως οι επαναστάσεις που δεν εξελίσσονται γρήγορα συντρίβονται… [βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ]. Η τοποθέτηση αυτή του ΚΚ κατέστησε ανάπηρη την U.P. Μετά από τις αρχικές προόδους και παρόλα τα μεγάλα οικονομικά οφέλη, η U.P. σήμερα υπαναχωρεί. Το άλλο μεγάλο κόμμα, το Σοσιαλιστικό, είναι πολύ ετερογενές και αποδιαρθρωμένο για να ισοσταθμίσει το ισχυρό και πειθαρχημένο ΚΚ: σε κάθε κρίσιμη συγκυρία η γραμμή του ΚΚ θριάμβευσε απέναντι στη περισσότερο ριζοσπαστική γραμμή του ΣΚ»[4]. Αυτό καθόρισε και την κατάληξη των πραγμάτων, δίνοντας απαντήσεις αντίθετες από τις απαιτούμενες σε όλα τα στρατηγικά ζητήματα που τέθηκαν: στη χρήση του πολιτικού χρόνου, στις θεσμικές ρήξεις και, κυρίως, στις ταξικές συμμαχίες και συγκρούσεις. Η αντιμονοπωλιακή -σταδιακή αντίληψη για την επανάσταση ακύρωσε όλες τις σοσιαλιστικές της προοπτικές και, στην πράξη, οδήγησε στην καταστροφή τη στιγμή που το «προχώρημα» ήταν η μόνη πιθανότητα για να επέλθει «σταθεροποίηση». 

* * *

Και μετά απ’ όλα αυτά ο Μπερλινγκουέρ στη Ρινάσιτα να βγάζει το συμπέρασμα από αυτό το «γεγονός παγκόσμιας σημασίας». Και το συμπέρασμα να είναι το αίτημα του «ιστορικού συμβιβασμού», λόγω της ανάγκης ενός ιταλικού δρόμου «βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών», που «να μην πραγματοποιείται με τρόπο που να εξωθεί σε θέσεις εχθρότητας πλατιά στρώματα των ενδιάμεσων τάξεων…». Στην πραγματικότητα ο σοσιαλισμός είχε πάψει –οριστικά, όπως αποδείχτηκε τελικά- να είναι το θέμα. Και, ως προς αυτό, το χιλιάνικο, πολύ φιλοσοβιετικό, ΚΚ του ΚΚ του Κορβαλάν ελάχιστα διέφερε από το ιταλικό. Η στρατηγική ανάλυση, που μοιράζονταν και τα δυό, έκανε το σοσιαλισμό σχήμα λόγου, μιλώντας μόνο για τα «μονοπώλια». Και οι χιλιανοί «ιστορικό συμβιβασμό» επιδίωκαν, για να αποδειχτεί πόσο η «μετριοπάθεια» ήταν η ασφαλής μέθοδος με τους 30000 νεκρούς της πρώτης μέρας της σφαγής.

Διαβάζοντας σήμερα, τριανταπέντε χρόνια μετά, τα κείμενα των ιταλών αν κάτι εντυπωσιάζει είναι η απίστευτη ένδεια των επιχειρημάτων αυτού που ο Πουλαντζάς ονόμασε δεξιό ευρωκομμουνισμό. Σε αυτό, όμως, πρέπει να επανέλθουμε… 

---------------------------------------
[1] Nathaniel Davis, The last two years of Salvador Allende, I. Tauris, 1999, σελ. 7 

[2] H μετάβαση στο σοσιαλισμό στη Χιλή στο: Πωλ Σουήζυ –Χάρρυ Μάγκντοφ, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Χιλή, Καρανάση, 1983 

[3] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής που εφαρμόστηκε από την Unidad Popular γίνεται στο: Comite de Soutien a la Lutte Revolutionnaire du Peuple Chilien, Χιλή –Η ταξική αναμέτρηση 1970 -1973, Βέργος, 1974. Από άλλη οπτική βλ. Lois Hecht Oppenheim, Politics in Chile, Westview Press, 2007 

[4] Kyle Steenland, Two years of “Popular Unity” in Chile, New Left Review, I/78, 1973


 Πηγή: Alterthess, Red NoteBook (όπου υπάρχουν ενδιαφέροντα σχόλια)

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ερείπια του παλαιού, αναδύσεις του νέου


του Νίκου Ξυδάκη


Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2009, και πολύ περισσότερο από την αναγγελία εισόδου στο πρώτο μνημόνιο, ήταν σαφές ότι η πολιτική γεωγραφία, όπως λίγο πολύ παρέμενε σταθερή από τη δεκαετία ‘80, θα άλλαζε βαθιά και διαρκώς. Σε κανένα κράτος υπό τη δοκιμασία της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ το πολιτικό σύστημα δεν παρέμεινε αλώβητο· αντιθέτως, πρόσωπα και δυνάμεις που οδηγούν μια χώρα στην οδυνηρή επιτήρηση είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Αυτή η τεκτονική μετατόπιση συμβαίνει ήδη και στην Ελλάδα, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Το πολιτικό σκηνικό του φθινοπώρου 2009, μετά τις τελευταίες προμνημονιακές εκλογές, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά με το σημερινό. Εν τω μεταξύ, στη διαρρεύσασα τετραετία, έχουν συμβεί πρωτογενή γεγονότα: ο εκλεγμένος πρωθυπουργός του πρώτου μνημονίου απεπέμφθη και ο υπουργός του επί των Οικονομικών σύρεται κατηγορούμενος για κακούργημα. Ένας τραπεζίτης αναγορεύθηκε πρωθυπουργός και υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο. Το κεντροαριστερό κόμμα που σφράγισε τη μεταπολίτευση και έβαλε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης κατέρρευσε. Ένα ακροδεξιό κόμμα συνήργησε στο μνημόνιο και εξαερώθηκε. Ενα άλλο ακροδεξιό μόρφωμα, με νεοναζιστικούς χαρακτήρες και αντισυστημική ρητορική, εκτοξεύθηκε από το πουθενά και διεκδικεί την τρίτη θέση. Ο ηγέτης της μείζονος αντιπολίτευσης, που αντιτάχθηκε στο πρώτο μνημόνιο, υπέγραψε το δεύτερο και το τρίτο και εφάρμοσε πολιτική εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις διακηρύξεις του, όταν έγινε πρωθυπουργός. Τέλος, ένα μικρό αριστερό κόμμα, κινούμενο ιστορικά μεταξύ 3%-5,5%, απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα του 27% και του ουσιαστικού ρυθμιστή των εξελίξεων εφεξής.

Οι αλλαγές δεν σταματούν εδώ. Στο ρευστό παρόν, πέραν της υπό διαμόρφωσιν πολιτικής γεωγραφίας, διακρίνουμε ήδη μείζονες μετασχηματισμούς στο κοινωνικό ανάγλυφο, δηλαδή στην ταξική διάρθρωση, και στις συλλογικές αναπαραστάσεις, στις συμπεριφορές και στις ιδέες. Το υλικό, κοινωνικό και διανοητικό σοκ της χρεοκοπίας και της φτώχειας διαμορφώνει νέες συσσωματώσεις, νέα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα, με τέτοια σφοδρότητα και ταχύτητα που δεν είχαμε υποψιαστεί στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο που, στο πολιτικό επίπεδο, μπορούμε να μιλάμε για νέα δεξιά και νέα αριστερά, σε αντιπαραβολή με την έως πρόσφατα παλαιά δεξιά και αριστερά.

Θα αποτολμήσουμε να περιγράψουμε αδρά μερικά χαρακτηριστικά του αναδυόμενου τοπίου, σε σύγκριση με τους χαρακτήρες του παλαιού.

Η παλαιά δεξιά, επηρεασμένη βαθιά από τον καραμανλισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου («σοσιαλμανία» και ευρείες κρατικοποιήσεις), σταδιακά προσέγγισε και τον κεντρώο χώρο, όπως και τον φιλελεύθερο-νεοφιλελεύθερο. Η νεοφιλελεύθερη στροφή, υπό τον αστερισμό του θατσερισμού, επιχειρήθηκε από τον Κων. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό διάλειμμα του ‘90. Η κεντρώα στροφή της λαϊκής δεξιάς ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία τον Κώστα Καραμανλή. Ηδη όμως από τη δεκαετία ‘90, η νοοτροπία των στελεχών της δεξιάς επηρεάζεται από τον κυβερνητισμό και τη συμπαγή κομματική οργάνωση του αντιπάλου του, του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, και ιδίως μετά το 2007, η τυπική δεξιά παρουσιάζεται κουρασμένη, χωρίς νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, στηριζόμενη στην περιστασιακή, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ακτινοβολία του ηγέτη της παράταξης.

Η κρίση μεταμορφώνει δραστικά τη δεξιά. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η συνακόλουθη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων και των μικρομεσαίων, απομακρύνουν μεγάλα μέρη της εκλογικής πελατείας. Ταυτόχρονα, οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, εφαρμοζόμενες από την ξένη επιτροπεία, καθίστανται απεχθείς για τις μάζες. Τα πληγέντα στρώματα, που ακολουθούσαν τη δεξιά, είτε ως πελάτες είτε από οικογενειακή παράδοση, αποκολλώνται ψυχικά και σκορπίζουν. Παρά τη στροφή της πληγείσας ΝΔ προς τον σκληρό λόγο και την απορρόφηση ακροδεξιών από τον ΛΑΟΣ, ένα σημαντικό μέρος ψηφοφόρων καταφεύγει στον οιονεί αντισυστημικό, υπερεθνικιστικό, λαϊκιστικό και βάναυσο λόγο της Χρυσής Αυγής. Υπό αυτή την έννοια, η παλαιά ΝΔ και η νέα ΧΑ είναι όμορες και ανταγωνιστικές εντός του ευρύτερου δεξιού πλαισίου.

Αξιοσημείωτο: η νυν ΝΔ διατηρείται ενιαία μόνον λόγω της συγκολλώσας κυβερνητικής εξουσίας. Κατά τα άλλα, εφόσον η κατάσταση οξύνεται, θα αποκαλύπτονται οι τώρα λανθάνουσες φυγόκεντρες τάσεις: οι σαμαρικοί της σκληρής λαϊκής δεξιάς, οι καραμανλικοί κεντροδεξιοί, οι νεοφιλελεύθεροι, οι ακροδεξιοί.

Στα μήντια, συμβατικά και δικτυακά, η δεξιά εκφράζεται με ισχυρή φωνή κυρίως μέσω των νεοδεξιών, οι οποίοι προέρχονται από μη τυπικούς δεξιούς χώρους· κυρίως από την πρώην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, το ερειπιώδες ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους των μικροσκοπικών μορφωμάτων, αλλά και αρκετούς πρώην αριστερούς. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φωνής είναι η επιθετική ρητορική της καθολικής ευθύνης ή της συνευθύνης, και ένα κράμα ηθικολογίας και οικονομισμού.

Η αριστερά έχει υποστεί κι αυτή βαθιές μεταμορφώσεις. Η παλαιά ήταν κατά βάσιν ηττοπαθής, περιχαρακωμένη, αναχρονιστική, εκφραζόμενη ως τέτοια από το ΚΚΕ έως και σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, στην επικρατήσασα ελληνική εκδοχή της, ήταν μαζική, νικήτρια, συμπαγής, λαϊκιστική, πελατειακή και συντεχνιακή, εντέλει διεφθαρμένη. Τώρα πλέον δεν υπάρχει.

Ο τελευταίος, μικρότερος παίκτης της ευρύτερης παλαιάς αριστεράς, ο πρώην Συνασπισμός, είναι αυτός που άλλαξε πιο θεαματικά από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό. Ο μικρός ΣΥΝ καρδιοχτυπούσε να μπει στη Βουλή, ήταν μια περίπου λέσχη μοιρασμένη ανάμεσα στον δικαιωματισμό και έναν αντιπαγκοσμιοποιητικό κινηματισμό, ταλαντευόμενος επίσης ανάμεσα στον φετιχιστικό ευρωπαϊσμό και τον εγγενή συντηρητισμό της πρωην ΕΑΡ, αφενός, και τις παλαιοαριστερές καθηλώσεις των κουκουεδογενών, αφετέρου. Κοινωνικά και ανθρωπολογικά, η παλαιά αριστερά ήταν συμμαζεμένη και υστερόβουλη, λεηλατημένη πολιτικά αλλά και βολεμένη εντός του κοινωνικού συμβολαίου του ΠΑΣΟΚ. Η περιλάλητη πνευματική ηγεμονία της είναι μάλλον για γέλια.

Η νεά αριστερά όπως την ανέδειξε η τεκτονική κρίση έχει διαφοριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο. Είναι επιθετική και αυθάδης, με σχετική αυτοπεποίθηση, είναι ηγεμονική αλλά και σαστισμένη, υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης και με τη διεθνή κοινή γνώμη στραμμένη πάνω της. Η αναδυόμενη μαζική αριστερά φέρει την απόγνωση της κρίσης και της υλικής εξαθλίωσης, υποφέρει και αυτή από τη σύγχυση των καινοφανών προκλήσεων, δεν διαθέτει νέα διανοητικά εργαλεία, αλλά πολιτικά για πρώτη φορά καταφέρνει να είναι πιο ανοιχτά λαϊκή, συχνά και λαϊκιστική. Υπάρχουν κι εδώ πολύς οπορτουνισμός, υστεροβουλία, εξουσιομανία. Ελάχιστες νέες ιδέες. Τα πιο νεανικά της τμήματα είναι τα πιο μοντέρνα, ανοιχτά στη νέα γνώση, τα νέα μέσα και τον κοσμοπολιτισμό· αυτά συμπεριφέρονται πλουραλιστικά επιθετικά στα κοινωνικά δίκτυα, αποκόπτουν εαυτούς από τη σταλινική παράδοση και ταυτόχρονα βδελύσσονται την παλαιά σοσιαλδημοκρατία, ιδίως τον εκσυγχρονισμό που βούλιαξε στη διαφθορά και την χρεοκοπία.

Κι ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε.

Πηγή Βλέμμα

Σχόλιο W. Κ.: φχαριστώ από καρδιάς το συγγραφέα για τα καλά λόγια στο φινάλε!