Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Ο Μπαλιμπάρ και η «ισοελευθερία»


Αναδημοσιεύω από τα ενθέματα της "Αυγής" και το Red NoteBook τη συνέντευξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ και τη διευκρινιστική παρέμβαση του Δ. Βεργέτη, μαζί με το σχόλιο που άφησε ένας χρήστης. - W. K.
  
                                                                                                      
   
 
Έχετε γράψει πολλές φορές (λ.χ. στην πρόσφατη απάντησή σας στον Χάμπερμας) ότι βιώνουμε μια κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και έχετε υποστηρίξει ότι χρειαζόμαστε μια αναγέννηση της έννοιας της δημοκρατίας, την οικοδόμηση αντι-εξουσιών.

Κατά βάθος, δεν μου αρέσει που κάνω κριτική στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κι αυτό γιατί θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι υποστηρίζω πως είναι κακό πράγμα καθεαυτή, ή ότι δεν είναι μια πραγματική δημοκρατία, και ότι προτείνω ένα διαφορετικό είδος δημοκρατίας. Δεν είναι αυτή ακριβώς η θέση μου σε θεωρητικό επίπεδο. Πιστεύω, όμως, και δεν είναι μόνο δική μου ορολογία αλλά και άλλων θεωρητικών, πως σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης των κοινωνιών μας.

Πιστεύω πως η δημοκρατία είναι μια εύθραυστη κατασκευή. Είναι πάντα ένα αποτέλεσμα που εξαρτάται από τον συσχετισμό δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, η παρούσα διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης δεν είναι, επ’ ουδενί, κάτι εντελώς καινούργιο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην Ευρώπη και αλλού στον κόσμο υπάρχει ένα δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο, που σήμερα εξουδετερώνεται ή ακυρώνεται.

Η κρίση  του κοινοβουλευτισμού είναι μια βασική όψη της διαδικασίας αυτής, αποτέλεσμα της οποίας είναι η απονομιμοποίηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· ακόμα και η αλλαγή μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και γενικά η συμμετοχή στις εκλογές φαλκιδεύονται από εξουσίες ισχυρότερες από τη λαϊκή βούληση.

Μιλώντας σε πιο αφαιρετικό επίπεδο, η εναλλακτική σε αυτό είναι να μεταβούμε από την έννοια της ανάθεσης εξουσίας σε μια δημοκρατία συνώνυμη του δραστικότερου ελέγχου των κυβερνήσεων και των αντιπροσώπων από τους πολίτες. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι ποτέ αυτάρκης, δεν αρκεί ποτέ από μόνη της. Υπάρχει ένας αφηρημένος ορισμός της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κατά τον οποίον τα πάντα έγκεινται σε δίκαιους κανόνες, στις εκλογές και στο δίκαιο. Αυτό είναι το παραδοσιακό επιχείρημα διανοουμένων όπως ο Χάμπερμας. Στην πραγματικότητα, όμως, όποτε λειτούργησε η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε ευρεία έκταση (διότι υπήρξαν  τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι ένα αφηρημένο ιδεώδες), αυτό συνέβη διότι λειτούργησαν και άλλοι κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Στηριζόμενος σε μια παράδοση που δεν είναι φιλελεύθερη, ούτε όμως και μαρξιστική ή επαναστατική με τη στενή έννοια, πιστεύω ότι η λειτουργία της δημοκρατίας προϋποθέτει συγκρούσεις, αντιθέσεις και αντιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν το θεσμικό πλαίσιο· μορφές συλλογικής οργάνωσης στο πλαίσιο της κοινωνίας των  πολιτών, που δεν απορρέουν από το πεδίο του κράτους. Αυτό βέβαια ενέχει κινδύνους, δεν πιστεύω όμως ότι, είτε στον Βορρά είτε στον Νότο, ζούμε σε αρμονικές κοινωνίες.


Αυτή η ακύρωση της δημοκρατικής διαδικασίας, όπως και η κρίση του κοινοβουλευτισμού, σκιαγραφούνται με εύγλωττο τρόπο στο παράδειγμα της Ελλάδας. 

Ασφαλώς. Ιστορικά, βιώνουμε μια διαλεκτική διεργασία  μεταξύ εκδημοκρατισμού και αυταρχικοποίησης. Αυτή η διαδικασία χρειάζεται μια επανεκκίνηση, καθώς μορφές καταπίεσης του παρελθόντος, τις οποίες και η Ελλάδα έχει ζήσει σε μεγάλο βαθμό, στις μέρες μας εξακολουθούν να είναι παρούσες. Η Ελλάδα έχει εμπειρία δικτατορικών και αυταρχικών καθεστώτων, και μολονότι η κατάσταση σήμερα δεν είναι η ίδια, είναι σαφές ότι εκτυλίσσεται μια διαδικασία αποδημοκρατικοποίησης. Με αυτή την έννοια, χρειάζεται να επινοήσουμε τρόπους εκδημοκρατισμού της δημοκρατίας που δεν θα προκύψουν εκ του μηδενός, αλλά από την εμπειρία και τις επινοήσεις των ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται να ενισχύσουμε τα κινήματα, να συζητήσουμε μαζί τους και να μάθουμε από αυτά.


Έχετε υποστηρίξει πως η αντιπροσώπευση καθαυτή δεν είναι απαραίτητα κάτι συντηρητικό και η συμμετοχή (με την έννοια της άμεσης δημοκρατίας, αν θέλετε), κάτι προοδευτικό.

Οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν μια τάση και ικανότητα να κατασκευάζουν μοντέλα, κάτι που βέβαια είναι χρήσιμο. Εγώ προσπαθώ να σκεφτώ με κάπως διαφορετικό τρόπο: να δω τις διαφορετικές πτυχές, όψεις και διαστάσεις της δημοκρατικής διαδικασίας. Έτσι, επιχειρώ να λάβω υπόψη μου τρεις  σημαντικές παραμέτρους:  την αντιπροσώπευση, τη σύγκρουση και την αυτο-κυβέρνηση (self-government). Και πιστεύω ότι και οι τρεις αυτές έννοιες μπορεί να είναι διφορούμενες.

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, τη συμμετοχή με την ευρύτερη έννοια, ενσωματωμένη σε μια συγκεκριμένη ιδανική έννοια του πολίτη. Η έννοια αυτή αντιπροσωπεύει την ιδέα ότι ο ρόλος του κράτους δεν περιορίζεται στο να κυβερνά αλλά ελέγχεται και από τους πολίτες, την ίδια την κοινωνία. Για τον λόγο αυτό, η συμμετοχή θα πρέπει πάντα, ως ένα βαθμό, να περιλαμβάνει και στοιχεία αντιπροσώπευσης, σύγκρουσης –ελεγχόμενης σύγκρουσης αν θέλετε– και αυτο-κυβέρνησης.

Ασφαλώς, η πολιτική φιλοσοφία και οι ιδεολογίες της χειραφέτησης έχουν πάντα την τάση να απομονώνουν την κάθε πτυχή και λίγο-πολύ να τις μετατρέπουν σε μια ιδεολογία καθαυτή, επιστρέφοντας για παράδειγμα στην άμεση δημοκρατία, στο ρουσωικό όνειρο, που είναι το εξιδανικευμένο μοντέλο της αρχαίας δημοκρατίας. Από την άλλη, έχεις τους φιλελεύθερους διανοητές που θα πουν πως αυτό είναι παράλογο, στο μέτρο που δεν μπορεί να υπάρξει πλέον κοινωνία χωρίς κράτος, διότι υπάρχει πια απόσταση μεταξύ των αστικών δομών και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και το ζήτημα της οικονομίας, οπότε η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Όλοι αυτοί όμως είναι μη διαλεκτικοί τρόποι για να συζητήσουμε αυτά τα ζητήματα.


Αναφερθήκατε στην έννοια του πολίτη. Σε μια πρόσφατη εκδήλωση στο Columbia (29.11.2012) συζητήσατε με τη Genevieve Fraisse για την ιδιότητα του πολίτη, την παγκοσμιοποίηση και τα δικαιώματα, ενώ στο τελευταίο σας βιβλίο (Citoyen-sujet et autres essays, PUF 2012) κάνετε λόγο για  τον πολίτη-υποκείμενο. Πώς πιστεύετε ότι πρέπει να ορίσουμε την έννοια και την ιδιότητα του πολίτη σήμερα;

Η Fraisse, με την οποία γνωριζόμαστε χρόνια, μια από τις σημαντικότερες θεωρητικούς του φεμινισμού παγκοσμίως, χρησιμοποιεί πολύ την έννοια του πολίτη. Κι αυτό προκύπτει από δύο σκέψεις τις οποίες μοιραζόμαστε: Καταρχάς δεν πιστεύουμε ότι τα χειραφετητικά ιδεώδη των αστικών επαναστάσεων, όπως εκφράζονται στις αμερικανικές, γαλλικές, κολομβιανές ή αϊτινές λ.χ. διακηρύξεις  των δικαιωμάτων, αποτελούν μονάχα αφηρημένες διατυπώσεις, με έναν οικουμενιστικό προσανατολισμό αν θέλετε. Έχουν ένα βασικό χειραφετητικό περιεχόμενο, το οποίο προσπαθώ να κωδικοποιήσω μέσω της έννοιας «equalibrity» (ισεολευθερία) που ήταν το σύνθημα των αγγλικών επαναστάσεων του 17ου αιώνα και επανέρχεται, κατά τη γνώμη μου, στις κλασικές διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει δεν υπάρχει ποτέ σύγκρουση ή ένταση ανάμεσα στις διεκδικήσεις της ισότητας και της ελευθερίας· ασφαλώς και υπάρχει, ωστόσο η κεντρική ιδέα είναι ότι, τελικά, η έννοια του πολίτη στηρίζεται στη συμπληρωματικότητα, στο γεγονός ότι δεν μπορείς να επιλέξεις το ένα αντί του άλλου. Είναι ένα  αποφασιστικό σημείο, στο βαθμό που μια συγκεκριμένη παράδοση ή ένα φιλελεύθερο δόγμα θα έλεγε λ.χ. πως ασφαλώς η ισότητα είναι σημαντική, αλλά, αν χρειαστεί, πρέπει να θυσιαστεί ως έναν βαθμό  χάριν της υπεράσπισης της ελευθερίας. Από την άλλη, πολλοί σοσιαλιστές θα έλεγαν πως θα πρέπει να θυσιαστούν κάποιες ελευθερίες, είτε προσωπικές είτε συλλογικές ώστε να ξεπεραστούν οι ανισότητες. Θεωρώ πως αυτή η συζήτηση είναι ο πυρήνας της οικουμενιστικής έννοιας του πολίτη. Αυτό δεν σημαίνει πως θεωρώ την αστική οπτική για την ιδιότητα του πολίτη την καλύτερη δυνατή.  Κι εδώ μπαίνει στο παιχνίδι το ζήτημα του υποκειμένου.

Μια διατύπωση της Fraisse που χρησιμοποιώ συχνά και προσπαθώ να υιοθετήσω και σε άλλα πλαίσια είναι η αντίφαση της «δημοκρατίας του αποκλεισμού» (exclusive democracy). Οι δημοκρατίες μας, αν και βασίζονται στις οικουμενικές αξίες –και ασφαλώς έχουν εξελιχθεί από τις αρχαίες δημοκρατίες όπου υπήρχαν οι ελεύθεροι άνδρες, οι σκλάβοι και οι γυναίκες κάπου ανάμεσα–, στην πραγματικότητα είναι δημοκρατίες αποκλεισμών: υπάρχουν πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Είναι πολύ σημαντικό αφενός να απαριθμήσουμε τις κατηγορίες που υφίστανται διακρίσεις  και, λιγότερο ή περισσότερο, αποκλείονται στην πράξη από την ιδιότητα του πολίτη, αφετέρου δε να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό και να βρούμε τρόπους να καταπολεμήσουμε αυτές τις διακρίσεις. Η απόδοση της ιδιότητα του πολίτη, λοιπόν, είναι μια μορφή πρόκρισης και συγχρόνως αποκλεισμός. Έτσι, παραδοσιακά δίπολα όπως αρσενικό εναντίον θηλυκού, εγχώριο εναντίον ξένου, κανονικό εναντίον  παθολογικού,  μόρφωση εναντίον της άγνοιας, αποκτούν νόημα και χρησιμοποιούνται ώστε να δημιουργήσουν διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, και ως εκ τούτου, διαφορετικές κατηγορίες πολιτών.


Γιατί επιμένετε λοιπόν  στην ιδιότητα του πολίτη;

Αρχικά ήμουν ορθόδοξος μαρξιστής,  ξέρετε. Αντιμετώπιζα όλα τα πολιτικά ζητήματα υπό το πρίσμα  των ταξικών ανισοτήτων και της πάλης των τάξεων. Στη συνέχεια, όμως, προέκυψαν οι μειονότητες, πολιτισμικά ζητήματα, το φύλο… Άνδρες όπως εγώ συνειδητοποίησαν κάποια στιγμή πως το φύλο είναι εξίσου σημαντικό με την τάξη, ως μορφή κυριαρχίας και εξουσίας. Και κατά μία έννοια, επιστρέφουμε στην έννοια του ρομαντικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, τον οποίο ο Μαρξ είχε υποτιμήσει: η χειραφέτηση των γυναικών είναι εξίσου σημαντική με τη χειραφέτηση των εργατών. Το ζήτημα των μεταναστών, επίσης,  έχει βέβαια μια εμφανώς ταξική διάσταση, αλλά δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτήν: έχει επίσης, ένα πολιτισμικό, εθνικό, φυλετικό μέρος.

Η έννοια του πολίτη, λοιπόν, ήρθε σαν κοινός παρονομαστής σε όλους αυτούς τους προβληματισμούς, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με τα γραπτά του Κλωντ Λεφόρ και το ζήτημα της δημοκρατίας στο ανατολικό μπλοκ, που εξελισσόταν σε φλέγον, όπως και το μεταναστευτικό. Δεν ισχυρίζομαι πως αυτή ήταν και είναι η λύση, και δεν πρέπει να επαναλαμβάνουμε ως θέσφατα τις ίδιες προτροπές σχετικά με τους θεσμούς και την έννοια του πολίτη. Οι προτροπές αυτές περισσότερο θέτουν τα ερωτήματα παρά απαντούν: Ποιες είναι οι εσωτερικές αντιφάσεις του θεσμού του πολίτη και γιατί είναι σημαντικό να φανταστούμε ένα μέλλον για τον θεσμό αυτό;  Έχει να κάνει με το ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής, αν θέλετε, που δεν είναι μόνο εθνικό, δεν αφορά τους αστικούς θεσμούς ή τα κράτη του Βορρά: η διεθνιστική σύλληψη της έννοιας του πολίτη  είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί ιδιαίτερα.

Πάντα ωστόσο υπάρχει η αντίστροφη πλευρά· δεν μπορεί κανείς να σκεφτεί την έννοια του πολίτη χωρίς παράλληλα να ασχοληθεί με το υποκείμενο, στις διαφορετικές σημασίες του όρου: Υπαγωγή (subjection) και υποκειμενικοποίηση (subjectivation) ορίζουν μια διαρκή ένταση εντός της έννοιας του πολίτη. Ο Μαρξ είχε δίκιο σε αυτό: δεν μπορείς να κάνεις πολιτική με τόσο αφηρημένες έννοιες, και το υποκείμενο είναι μια αφηρημένη έννοια. Επιστρέφουμε στα ίδια ζητήματα με διαφορετική γλώσσα, τα ζητήματα της υπαγωγής και της υποκειμενικοποίησης, της καταπίεσης, αν θέλετε, της αλλοτρίωσης, της κυριαρχίας και της χειραφέτησης.


Συνήθως σκέφτεστε την έννοια του πολίτη σε σχέση με την Ευρώπη, έχετε όμως υποστηρίξει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον βιώσιμη αν συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Στην διάλεξή σας στο Πάντειο, μάλιστα,  κάνατε μια «προβοκατόρικη»  σύγκριση με τη Σοβιετική Ένωση  την εποχή της περεστρόικα. Η Ευρώπη, όμως, ως έννοια δεν περιορίζεται στην Ε.Ε. και τους μηχανισμούς της. Ποιο πιστεύετε  λοιπόν ότι είναι το διακύβευμα: η «σωτηρία» της Ε.Ε. ή η προσπάθεια να φανταστούμε μια ευρωπαϊκή ενοποίηση απ’ την αρχή, με διαφορετικούς όρους;

Παρόλο που συχνά χρησιμοποιώ ριζοσπαστικές ιδέες, δεν είμαι υπέρμαχος καταστροφολογικών σεναρίων ή σκηνών «Αποκάλυψης», ώστε στο καθαρό πλέον έδαφος να χτιστεί μια νέα κοινωνία από την αρχή, με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Πρόκειται για μια πολύ επικίνδυνη λογική. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρχαν και υπάρχουν κάποιες αφηρημένες «δικτατορικές» δομές που δεν συνομιλούν με τον τρόπο που λειτουργούν οι κοινωνίες. Η πολιτική της Ένωσης, επίσης, είναι ξεκάθαρα αρνητική σε μεγάλο βαθμό, διαχρονικά. Δεν πιστεύω όμως ότι η πλήρης καταστροφή των δομών θα οδηγήσει σε μια ιδανική κατάσταση. Μια τέτοια εξέλιξη θα αφήσει πίσω της ακόμη πιο σκληρές δομές ανισότητας και οικονομικής κρίσης.

Στην πραγματικότητα, μιλάω για μια επανίδρυση, στο μέτρο που η υπάρχουσα δομή δεν είναι πια βιώσιμη. Αν δεν ανασχεδιαστεί και αναμορφωθεί, με ριζοσπαστικό τρόπο, φτάνει αναπόφευκτα σε αδιέξοδο. Η διαπάλη, σε ιδεολογικό και πνευματικό επίπεδο, αλλά και στους δρόμους, ανάμεσα σε διαφορετικές λογικές μετασχηματισμού της Ευρώπης, υφίσταται ήδη. Και, βέβαια, υπάρχει πάντα το σενάριο αποπομπής κάποιων κρατών από την Ένωση, σενάριο που έπαιξε για την Ελλάδα και άλλες χώρες της περιφέρειας — αν και σήμερα κάθε «υπεύθυνη» αρχή, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέχρι τις κυβερνήσεις των ισχυρότερων κρατών, μοιάζει να έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτό θα ήταν καταστροφικό  και για τους ίδιους. Δεν έχουν καταφέρει να βρουν τρόπους να επανεντάξουν τα κράτη, τις οικονομίες και τις κοινωνίες που έχουν περιθωριοποιηθεί στο κύριο ρεύμα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Κι αυτό είναι μια πολύ βασική πλευρά του προβλήματος.

Έχω μιλήσει για δύο αντιδιαλεκτικά μοντέλα, μια μεταρρύθμιση από τα πάνω και μια από τα κάτω, ή, αν θέλετε, μια επανάσταση απ’ τα κάτω και μια απ’ τα πάνω. Και οι δύο έχουν προβλήματα. Υπάρχουν προφανείς αντιφάσεις στο σενάριο μιας επανάστασης απ’ τα πάνω, κάτι που φάνηκε καθαρά όταν οι κυβέρνησεις Παπανδρέου και Μπερλουσκόνι κατέρρευσαν. Αν η μόνη εξουσία που μπορεί να αναδυθεί είναι η η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να δεχτεί ούτε η γερμανική κυβέρνηση ούτε άλλες εξουσίες, οπότε ο κύριος Ντράγκι δεν θα έχει την ευκαιρία να γίνει ο πεφωτισμένος δικτάτωρ της Ευρώπης. Από την άλλη, ως προς αυτό που αποκαλώ επανάσταση απ’ τα κάτω και αποτελεί την προοδευτική εναλλακτική, παραμένει να αποδειχτεί αν θα καταφέρουν οι προοδευτικές και λαϊκές δυνάμεις στην Ευρώπη να συγκλίνουν και να διαμορφώσουν ένα κοινό πρόγραμμα. Το ελπίζω –κι αυτή θα μπορούσε να είναι μια καλή ευχή για την καινούργια χρονιά–, αλλά δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.


Πιστεύετε ότι ζούμε ή οδεύουμε προς μια (όχι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική) ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρώπη; Πολλοί χαρακτηρίζουν αυτήν την ηγεμονία ως «απρόθυμη».   

Δεν είναι, ασφαλώς, δική μου αυτή η έκφραση, δεν την εφηύρα ούτε την εγκρίνω. Είναι μια συζήτηση που γίνεται τον τελευταίο χρόνο μεταξύ των θεωρητικών της πολιτικής επιστήμης. Είναι πολύ σημαντική. Στο τελευταίο φύλλο της MondeDiplomatique υπάρχει μια σφοδρή επίθεση του Πέρρυ Άντερσον εναντίον του Χάμπερμας, σε πολύ διαφορετικό ύφος από τη δική μου διαφωνία με τον τελευταίο. Ο Άντερσον μάλιστα προσπαθεί να ταυτίσει την άποψη του Χάμπερμας με εκείνη των θεωρητικών που μιλούν γι’ αυτήν την «απρόθυμη ηγεμονία» και υποστηρίζουν πως η Γερμανία δεν πρέπει να παραμείνει απρόθυμη ηγεμών, αλλά συνειδητή πια και πρόθυμη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η άποψη αυτή δεν προέρχεται από ακραία συντηρητικούς ανθρώπους, αλλά από φιλελεύθερους.

Θεωρώ ότι ο Χάμπερμας έχει διαχωρίσει τη θέση του από αυτήν τη ρητορική και είναι σημαντικό. Όπως επίσης και ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, τις τελευταίες παρεμβάσεις του οποίου βρίσκω εξαιρετικές. Ο Σμιτ προειδοποιεί τη γερμανική κοινή γνώμη σχετικά με τις συνέπειες του συνειδητού ή μη εθνικισμού, υπενθυμίζοντας το γεγονός ότι η ενοποίηση της Γερμανίας έγινε πραγματικότητα επειδή αυτή επιδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξηγεί, επίσης, ότι η Γερμανία απολαμβάνει τα μεγαλύτερα προνόμια από την παρούσα πολιτική και οικονομική δομή της Ένωσης. Αυτός δεν είναι ο λόγος περί «απρόθυμης ηγεμονίας».

Από την άλλη πλευρά, αν διαβάσετε τα κείμενα θα εκπλαγείτε πραγματικά: πρόκειται για κάποιους φιλελεύθερους Γερμανούς, Βρετανούς ή Αμερικανούς που μιλάνε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά υπάρχουν σημαντικά διακυβέυματα. Για παράδειγμα, λένε πως για να λειτουργήσει μια ομοσπονδία χρειάζεται μια ηγεμονική δύναμη εντός της, και τα παραδείγματα που χρησιμοποιούν θα ήταν αστεία αν δεν ήταν επικίνδυνα. Για παράδειγμα, μιλούν για τη Δηλιακή Συμμαχία και την ηγεμονία της Αθήνας σε αυτήν. Ακόμα κι αν οι ιστορικές συνθήκες δεν ήταν τόσο διαφορετικές, θυμηθείτε τι είδους ηγεμόνας ήταν η Αθήνα, σε ποιο βαθμό έφτανε η καταπίεση απέναντι σε κάθε άλλο μέλος της συμμαχίας. Άλλο παράδειγμα που χρησιμοποιούν είναι η Πρωσία εντός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Τα παραδείγματα αυτά αποκαλύπτουν μια πολύ ανησυχητική αυταρχική στροφή ενός μέρους της φιλελεύθερης ακαδημαϊκής πολιτικής θεωρίας. Ο Χάμπερμας δεν κινείται σε αυτήν τη λογική.

Γιατί όμως θέτουν αυτά τα ζητήματα τελικά; Οι επίσημες ή τεχνοκρατικές, αν θέλετε, αιτιολογήσεις συνδέονται με την πορεία της οικονομικής κρίσης, το γιατί η Ευρώπη δεν είναι ικανή να πάρει ή να επιβάλει τα μέτρα εκείνα που επέλυαν αποτελεσματικά την κρίση. Δεν βλέπουν τις ευθύνες στο επίπεδο του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά σε αυτό της έλλειψης πολιτικής και ενότητας της Ένωσης. Είναι μια επιλογή. Κατά την άποψή τους, θα πρέπει να υπάρχει μια ευφυής και φωτισμένη δύναμη που να μπορεί να κρίνει ποιο είναι το κοινό συμφέρον και να το επιβάλλει στους υπόλοιπους. Οι θεωρίες αυτές αποτελούν βέβαια και μια κριτική σε έναν λόγο του παρελθόντος –κριτική με την οποία δεν διαφωνώ πλήρως– σχετικά με τα ηγεμονικά ζεύγη. Η ορολογία του ζεύγους είναι πολύ ενδιαφέρουσα: ο Γερμανός σύζυγος και η Γαλλίδα σύζυγος ή το αντίστροφο· είναι ένας τρόπος να συνειδητοποιήσουμε πως αυτές οι λογικές έχουν αποτύχει.

Γα να έρθω στο άλλο σας ερώτημα, που είναι το πώς η Γερμανία εξελίχθηκε στην υπερδύναμη της Ευρώπης∙ όχι ίσως στην απόλυτη, ακόμα, υπερδύναμη αλλά υπάρχει αναμφίβολα μια διαφορά από τις υπόλοιπες. Λοιπόν, οι συζητήσεις εντός της Γερμανίας είναι πολλές φορές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Ο Χέλμουτ Σμιτ ισχυρίζεται πως αυτό δεν οφείλεται μόνο στην οικονομική ισχύ της χώρας, αλλά και στο γεγονός ότι η Γερμανία για πολλά χρόνια γλίτωνε τα έξοδα των στρατιωτικών εξοπλισμών, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη Γαλλία.


Ας έρθουμε στη Γαλλία. Ποια είναι η γνώμη σας για τους πρώτους έξι μήνες της προεδρίας Ολάντ;

Προεκλογικά ο Ολάντ έθεσε το ζήτημα της φορολογίας, διασώζοντας αυτό που θα λέγαμε την «ταξική διάσταση» της εκλογικής μάχης. Κατά τα άλλα, οι Σοσιαλιστές ήταν, όπως πάντα, πολύ προσεκτικοί. Δείτε για παράδειγμα το θέμα της ακροδεξιάς: ο Μελανσόν έκανε μια σαφώς αντιρατσιστική καμπάνια, ανάγοντας την αντιπαράθεση με την Λεπέν σε κεντρικό ζήτημα και υπερασπιζόμενος τους μετανάστες. Ήταν κάτι που εκτίμησα πολύ: για τους Σοσιαλιστές, αντίθετα, η Λεπέν ήταν σα να μην υπάρχει, μολονότι όπως είδατε εκτινάχτηκε σε ένα ποσοστό κοντά στο 20%. Είναι σαφές ότι η προεδρία Ολάντ βρίσκεται σήμερα πολύ πίσω από τις προσδοκίες που δημιούργησε.


Και η γαλλική Αριστερά;

Φαίνεται ότι η συμμαχία του Μελανσόν με το γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα έχει προβλήματα. Όπως σας είπα, μου έκανε καλή εντύπωση η προεκλογική καμπάνια του Μετώπου της Αριστεράς. Σε αντίθεση με το κλίμα της καμπάνιας ενάντια στο Ευρωσύνταγμα,  το 2005, όπου και φαινόταν να εκδηλώνεται μια ορισμένη σύγκλιση του εθνικισμού της Δεξιάς και της Αριστεράς, το στίγμα της Αριστεράς κατά την προεκλογική περίοδο ήταν σαφώς διακριτό και διεθνιστικό.

Από πολλές απόψεις, ωστόσο, μοιάζει να μην έχουν πρόγραμμα. Κατά τη γνώμη μου, μέχρι στιγμής έχουν αποτύχει να θέσουν το ζήτημα της Ευρώπης στο επίκεντρο της ατζέντας τους. Δεν λέω ότι αυτό θα ήταν από μόνο του αρκετό για να λυθεί το πρόβλημα. Σκεφτείτε όμως πόσο σημαντικό θα ήταν σήμερα για την Ευρώπη να έχουμε πραγματικά ευρωπαϊκά κόμματα –όχι δηλαδή συμμαχίες εθνικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Με αυτήν την έννοια, είμαστε πιο πίσω από εκεί που βρισκόταν η Σοσιαλδημοκρατία πριν αρχίσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι Πράσινοι είναι μάλλον το μόνο κόμμα που τα έχει καταφέρει καλύτερα στο σημείο αυτό. Η Αριστερά θα μπορούσε να συλλάβει τη μορφή-κόμμα με μια πιο ευρεία έννοια. Θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει στη συγκρότηση ενός δικτύου οργανώσεων, πολιτικών και κοινωνικών, το οποίο να συντονίζεται στο πλαίσιο μιας καμπάνιας, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Διαδικτύου. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο – είναι όμως αναγκαίο.

Τη συνέντευξη πήραν ο Μάνος Αυγερίδης και ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος


β) Ισοελευθερία

Με αφορμή τη συνέντυξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ στα Ενθέματα της Αυγής και το Red Notebook
 
Του Δημήτρη Βεργέτη και της Βίκης Σκούμπη
Στη συνέντευξη του Ετιέν Μπαλιμπάρ που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής και το Red Notebookjτην 1/1/13 ο γάλλος φιλόσοφος υπενθυμίζει έναν ιδιότυπο όρο που κατέχει κομβική θέση στις επεξεργασίες του. Πρόκειται για την έννοια που έχει διατυπώσει στα γαλλικά με ένα σημαίνον ιδίας κοπής, égaliberté, και που ο ίδιος αποδίδει στα αγγλικά «equaliberty».  Προκύπτει από την συναίρεση της ισότητας (égalité) και της ελευθερίας (liberté). Ο δαίμων της γλώσσας την υποκατέστησε στην συνέντευξη με την λέξη equalibrity που αποδόθηκε σε παρένθεση ως ‘εξισορρόπηση’. Είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστεί ότι πρόκειται για τον όρο equaliberty για να γίνει κατανοητή και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο Μπαλιμπάρ στην σχετική παράγραφο όπου πραγματεύεται  τη σχέση ανάμεσα «στις διεκδικήσεις της ισότητας και της ελευθερίας» εστιάζοντας στην ιδιότητα του πολίτη.

Η άκρως ενδιαφέρουσα συμβολή του Μπαλιμπάρ συνίσταται εδώ στο ότι εντοπίζει μέσα στις διατυπώσεις που συγκροτούν την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  και του Πολίτη την ταύτιση της ελευθερίας με την ισότητα –ταύτιση μάλιστα στην οποία προσδίδει καθολική εμβέλεια. Η αρχαιοελληνική πόλις περιχαράκωνε την ισότητα μέσα στα όρια μιας ελευθερίας θεσμικά προσδιορισμένης σε συνάρτηση  με την κοινωνική θέση του ατόμου (κύριος-δούλος, άνδρας-γυναίκα, κλπ). Οι δύο  όροι δεν ήσαν ισοδύναμοι αλλά ιεραρχικά διαφοροποιημένοι. Αντίθετα η «Διακήρυξη δηλώνει ότι η ισότητα είναι ταυτόσημη με την ελευθερία, ίση προς την ελευθερία και αντιστρόφως. Τούτο ακριβώς προτείνω να αποκαλέσουμε με έναν όρο ηθελημένα μπαρόκ,  πρόταση της égaliberté». Αυτή την ταύτιση προάγει ο Μπαλιμπάρ σε έρεισμα  μιας ριζοσπαστικής θέσης που αίρει την σχάση ανάμεσα σε άνθρωπο και πολίτη, την οποία οι κλασσικές αναγνώσεις θεωρούσαν συστατική της Διακήρυξης και της διάκρισης ανάμεσα σε δικαιώματα του ανθρώπου και δικαιώματα του πολίτη, με ανυπολόγιστες πολιτικές σσυνέπειες- οι ‘παράνομοι’ μετανάστες το γνωρίζουν από πρώτο χέρι. Υπό το πρίσμα αυτής της άρσης, η έννοια του πολίτη δεν προσδιορίζεται από την σχέση του ανήκειν (appartenance): «δεν πρόκειται για την έννοια ‘ενός πολίτη που ανήκει’  σε ένα κράτος, σε μια πολιτεία, σε μια κοινότητα αλλά από μια άποψη για την έννοια ενός πολίτη θεωρούμενο κατ’ απόλυτο τρόπο» (βλ. Conférences du Perroquet, No 22 και  La proposition de l’égaliberté, PUF).  Αυτή λοιπόν η θεώρηση της égaliberté αποτελεί το έδαφος επαναθεμελίωσης της ιδιότητας του πολίτη (citoyenneté) ως «δικαίωμα στα δικαιώματα» στην προβληματική του Μπαλιμπάρ.


Ο Δημήτρις Βεργέτης είναι ψυχαναλυτής. Η Βίκη Σκούμπη είναι αρχισυντάκτρια του περιοδικού αληthεια
 
 
* Περισσότερα για το ζήτημα στα ελληνικά

1. Μπαλιμπάρ, Θέσεις, τ. 42, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=402&Itemid=29
Μετάφραση προ εικοσαετίας του αρχικού κειμένου.

2. Δημούλης, Η πολιτική της ισοελευθερίας. Δελτίο Θυέλλης, τ. 13, 41-50.

3. Σταύρου, Το πεδίο της ισοελευθερίας, η οικονομία και το πολιτικό υποκείμενο, 2012, http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8167

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

O παγκόσμιος καπιταλισμός και η Αριστερά


Αναδημοσίευση από Ενθέματα της "Αυγής" και Red NoteBook

Το δικό μου, σύντομο σχόλιο: μάλλον έπρεπε να είχα πάει στη ΔΗΜΑΡ. Εδώ ο άλλος λέει ότι "βρισκόμαστε ξανά στο 1917" με το οππορτουνιστικό μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ στο ρόλο των μπολσ... Ούτε να το πω δε μπορώ. Καλή χρονιά να 'χουμε - Weltschmerz K.



 Συνέντευξη του Λίο Πάνιτς
μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

Η συνέντευξη, της οποίας δημοσιεύουμε αποσπάσματα δόθηκε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου του Leo Panitch και του Sam Gindin, The Making of Global Capitalism (Verso, 2012) και δημοσιεύθηκε στο new left project (http: //www.newleftproject.org/). Ο Πάνιτς, καθηγητής συγκριτικής πολιτικής οικονομίας στο York University, επί σειρά ετών εκδότης του The Socialist Register, είναι μια από τις κορυφαίες μορφές στον χώρο της αριστερής οικονομικής θεωρίας.

Με ποια έννοια ο καπιταλισμός είναι ένα «παγκόσμιο» σύστημα;

Ο κόσμος μας εξακολουθεί να απαρτίζεται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από έθνη-κράτη με διακριτές οικονομίες, ταξικές και κοινωνικές δομές. Τούτου δοθέντος, πολλές από αυτές τις οικονομίες ενσωματώνονται στα δίκτυα παραγωγής των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες παράγουν, δρουν οικονομικά αναθέτοντας σε τρίτους ή υπογράφουν συμβάσεις σε πολλές διαφορετικές χώρες. Πολλά κράτη πλέον εξαρτώνται, για πολύ μεγάλο μέρος του ΑΕΠ τους, από τις εξαγωγές και το εμπόριο, δραστηριότητες οι οποίες, με τη σειρά τους, συνδέονται άρρηκτα με το διεθνές τραπεζικό σύστημα (μέσω των εμπορικών πιστώσεων, των παραγώγων της αγοράς συναλλάγματος κ.ο.κ.). Οι επενδύσεις και οι εμπορικές τράπεζες είναι σήμερα εντελώς διεθνοποιημένες. Αυτό που προέβλεπε ο Μαρξ το 1850, ότι ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα με τάσεις παγκοσμιοποίησης, σήμερα, κατά το μάλλον ή ήττον, σήμερα πραγματικότητα.

Τι ρόλο παίζουν τα κράτη στην ύπαρξη αυτής της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης;

Το βιβλίο μας ξεκινάει με δύο παραθέματα. Το πρώτο είναι του διεθνολόγου David Held, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 έκανε λόγο για μια ολοένα και πιο διεθνική παγκόσμια οικονομία, η οποία θα παρακάμπτει ακόμη και τα ισχυρότερα κράτη. Το δεύτερο είναι του Eric Hobsbawm, από τη θαυμάσια Εποχή των Άκρων, όπου γράφει ότι οι πολυεθνικές θα προτιμούσαν έναν κόσμο «όπου θα υπήρχαν κράτη-νάνοι ή και δεν θα υπήρχαν καθόλου κράτη». Το βιβλίο μας συνιστά μια απόπειρα διόρθωσης αυτών των τεράστιων παρανοήσεων.

Οι πολυεθνικές χρειάζονται τα κράτη. Καθώς αναπτύσσουν τη δράση τους ανά τον κόσμο, λειτουργούν σε ολοένα και περισσότερα κράτη. Κάθε άλλο παρά επιθυμούν τα κράτη αυτά να είναι νάνοι· τους χρειάζονται κράτη ικανά να προστατεύσουν την ιδιοκτησία, να διασφαλίζουν τις συμβάσεις και τις συναλλαγές μέσω κατάλληλων και αποτελεσματικών νομικών συστημάτων, να κατασκευάζουν υποδομές και να τους εξασφαλίζουν ένα σταθερό εργατικό δυναμικό.

Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε την αλληλεπίδραση διεθνών οικονομικών και εθνικών πολιτικών δυνάμεων; Οι διεθνείς οικονομικές δυνάμεις μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα ως διακρατικές πιέσεις, που παίρνουν οικονομική μορφή; Θα πρέπει να δούμε κυρίως πώς οι διεθνείς οικονομικές πιέσεις αυξάνουν ή υπονομεύουν την εξουσία συγκεκριμένων εγχώριων δυνάμεων;

Πιστεύω ότι η διχοτομία είναι λανθασμένη. Καταρχάς, όταν πολυεθνικές ή διεθνείς τράπεζες δρουν μέσα σε ένα δεδομένο έθνος –γιατί αυτός, τα έθνη-κράτη, είναι ο χώρος που δρουν– αποτελούν ταξικές δυνάμεις στο εσωτερικό αυτών των κοινωνιών. Αυτό αμέσως τροποποιεί το ερώτημα περί της σχέσης «εσωτερικού» και «εξωτερικού». Δεύτερον, όταν κράτη του Τρίτου Κόσμου άρχισαν να εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές τη δεκαετία του 1980 και του 1990, πολλοί το ερμήνευσαν ως μια εξέλιξη που επιβλήθηκε από το ΔΝΤ. Όμως, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν και εγχώριες αστικές δυνάμεις, στο εσωτερικό κάθε κράτους, οι οποίες πιέζουν για αυτού του είδους τις μεταρρυθμίσεις. Η αναγκαστική προσφυγή στο ΔΝΤ επέτρεψε στις κυβερνήσεις να πουν στην κοινωνία: «Κοιτάξτε, δεν θέλαμε να το κάνουμε αυτό, αλλά μας υποχρέωσε το ΔΝΤ». Ωστόσο, αυτό που έκανε στην πραγματικότητα το ΔΝΤ ήταν να ενισχύσει τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, στο εσωτερικό αυτών των κρατών, που ήδη πίεζαν για την κατάργηση των ελέγχων των κεφαλαίων, επιδίωκαν να δρουν ως υπεργολάβοι των πολυεθνικών κ.ο.κ. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι οι εγχώριες και οι διεθνείς πιέσεις συμπορεύονται.

Αυτό λειτουργεί επίσης στο επίπεδο των διεθνών φόρουμ, όπου συναντιούνται τα κράτη. Στο ΔΝΤ, στους G7, στους G20, οι αρχηγοί των κρατών, οι αξιωματούχοι των υπουργείων Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν μια κοινή γλώσσα, να σκέφτονται με κοινούς όρους, να αναπτύσσουν κοινές πολιτικές, να καλλιεργούν μια αίσθηση φιλίας και υποχρέωσης ο ένας στον άλλο. Αυτό αποτελεί έναν παράγοντα εναρμόνισης της πολιτικής. Και πάλι, όμως, δεν πρέπει να το δούμε σαν μια διαδικασία που αρχίζει στο «εξωτερικό» και στη συνέχεια επιβάλλεται στο «εσωτερικό», αλλά ως προϊόν μιας διαλεκτικής μεταξύ του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού»

Ποιες είναι οι επιπτώσεις του ότι δεν μπορούμε να έχουμε δημοκρατικές σοσιαλιστικές αλλαγές σε ένα μόνο κράτος, χωρίς αλλαγές στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, για τη στρατηγική της Αριστεράς;

Καταρχάς, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας. Είναι εντελώς αδύνατο να προχωρήσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, εάν ο συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων που συγκρούονται σε κάθε κοινωνία δεν εκφραστεί και σε έναν μετασχηματισμό –από την άποψη της οργάνωσης, αλλά και της πολιτικής– του κράτους σε αυτές τις κοινωνίες.

Αντιστοίχως, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προχωρήσουμε πέρα ​​από μια πολιτική της διαμαρτυρίας. Αν και εξαιρετικά αναζωογονητικές και δημιουργικές, οι διαδηλώσεις πρέπει να τροφοδοτήσουν τη δημιουργία μιας πολιτικής οργάνωσης, η οποία να έχει ως στόχο όχι μόνο να στέκεται έξω από το κράτος και να του πετάει ντομάτες ή να συγκρούεται με την αστυνομία, αλλά να οικοδομήσει τους τύπους οργάνωσης που μπορούν να μπουν μέσα στο κράτος και να το αλλάξουν.

Πόσο θα καταφέρουμε να προχωρήσουμε αν δεν έχουμε πολιτικά οχήματα τα οποία μπορούν να μπουν στο κράτος, επιδιώκοντας να εφαρμόσουν το πρόγραμμα αυτό; Γι’ αυτό και πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πώς να οικοδομήσουμε μια νέα πολιτική οργάνωση. Καταλαβαίνω βέβαια την ανησυχία της νεότερης γενιάς, να μην επαναλάβουμε τα παλιά κομμουνιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτό εξαρτάται από το πόσο θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τη δημιουργικότητα των διαδηλώσεων, χρησιμοποιώντας την για να οικοδομήσουμε οργανώσεις που θα είναι ικανές να υπερβούν αυτά τα –εν πολλοίς αντιδημοκρατικά– μοντέλα.


 Ο ΣΥΡΙΖΑ και η αλλαγή στην Ελλάδα

Οι συγκρούσεις στο εσωτερικό κάθε έθνους-κράτους, και όχι μεταξύ των κρατών, δημιουργούν τα πραγματικά ρήγματα σήμερα. Για να δώσω δύο πρόχειρα παραδείγματα. Πρώτον, πρέπει να δούμε τι σημαίνουν τα διαδοχικά κύματα απεργιών στην Κίνα για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα έχει ενσωματωθεί στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Δεύτερον, πρέπει να δούμε, ποιες είναι οι δυνάμεις, μέσα στην Ελλάδα, που έχουν κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ το πιο ελπιδοφόρο αντι-νεοφιλελεύθερο κόμμα στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Αυτό σημαίνει, για να μείνουμε στο ελληνικό παράδειγμα, ότι ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το ποιες θα είναι οι επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ, αυτές θα μπορέσουν να προχωρήσουν μόνο αν έχουμε αντίστοιχες αλλαγές στον συσχετισμό των δυνάμεων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα τη Βόρεια Ευρώπη και, κυρίως, τη Γερμανία. Βρισκόμαστε ξανά στο 1917: η αλλαγή συμβαίνει στον πιο αδύναμο κρίκο. Το αν όμως  θα  μπορέσουν, στην Ελλάδα, οι δυνάμεις της ριζικής αλλαγής να φέρουν σε πέρας την αλλαγή αυτή με δημοκρατικό τρόπο και να πετύχουν τους στόχους τους εξαρτάται από τις αλλαγές στο εσωτερικό άλλων εθνών-κρατών, και κυρίως των ισχυρότερων.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ: 1, 2, 3 και 4 (ακατάσχετη φλυαρία περί επιφανειακών θεμάτων)


----------------------------------- I --------------------------------------

«Για το γιόκα μου θλίβομαι, πατερούλη, ένα τρίχρονο ήταν, παρά τρεις μήνες θα ήταν τριών χρονών. Για το γιόκα μου βασανίζομαι, πάτερ, για το γιόκα μου. Ήταν ο τελευταίος που μας είχε μείνει, τέσσερεις είχαμε με τον Νικίτουσκα, αλλά δεν μας μένουν τα παιδιά, δεν μας μένουν, οσιώτατε, δεν μας μένουν. Τους τρεις πρώτους τους έθαψα, δεν θλίφτηκα τόσο, ενώ αυτόν τον τελευταίο τον κήδεψα και δεν μπορώ να τον ξεχάσω. Σαν να στέκεται εδώ μπροστά μου, δεν φεύγει. Μου μάρανε την ψυχή. Κοιτάζω τα ρουχαλάκια του, το πουκαμισάκι ή τα παπουτσάκια του και θρηνώ. Απλώνω ό, τι άφησε πίσω του, κάθε πραγματάκι, το κοιτάζω και θρηνώ».


Όταν δεν έχεις τίποτε να πεις είναι καλύτερα, ίσως, να σωπαίνεις. Για όποιον τουλάχιστον θεωρεί ότι οι απέραντες κενολογίες στερούνται νοήματος. Μια φορά λοιπόν θα μιλήσω -επί προσωπικού, όπως λένε- και θα επιστρέψω στη σιωπή. Του εξαιρετικά συμπαθούς -καίτοι σοσιαλιστή- Ονειρμού του χρωστoύσα ένα κείμενο, για το οποίο κατάλαβα ότι πιθανότατα δε θα ολοκληρωνόταν μέχρι να ζήσουνε (τα 'γγόνια μας) τη λαϊκή εξουσία. Έπειτα από περιπλάνηση σε διάφορους τίτλους, σκόπευα να το ονομάσω "Από τον Στάλιν στον Γκορμπατσώφ: Χωρίς Επιστροφή" - αλλά πήγε στράφι, όπως είπαμε. Παραήμουν κουρασμένος για να το φέρω εις πέρας, να πούμε, πέρα από κάποιες καταγεγραμμένες σκόρπιες σκέψεις. Δεν απαντάς με συνθήματα -που άλλη δουλειά δεν κάνουν απ' το να μακιγιάρουν την άγνοια και να επιδεικνύουν τις όποιες λογοτεχνικές αρετές- σε κάποιον που έχει καταπιεί όλη τη μαρξιστική βιβλιογραφία. Δεν αρμόζει στην περίσταση μια τέτοια απόκριση. Τελικά ο όποιος προβληματισμός ενσωματώθηκε σε αυτό το κείμενο, το οποίο ξεκίνησα να γράφω αρχές Οκτώβρη (η ιστορία βέβαια ξεκίνησε ήδη από τον Ιούλη με το κείμενο της Παρτάλιοφ) με στόχο να δημοσιευθεί ως το τέλος του μήνα, και έπειτα την ημέρα της συμπλήρωσης δύο χρόνων του ιστολογίου (γύρω στα μέσα Νοέμβρη), και τέλος την συμβολικά φορτισμένη μέρα της 6ης Δεκεμβρίου, αλλά όπως τα κατάφερα δηλώνω ικανοποιημένος που ήρθε στην επιφάνεια οριακά εκτός της επόμενης προθεσμίας, αυτής των χριστουγέννων, μιας επίσης πολύ σημαντικής στιγμής για την υπόθεση του σοσιαλισμού, κατά την οποία οι μάγοι έσπασαν τον νόμο της αξίας με τα δώρα τους στο βρέφος.

Είναι αλήθεια πως ο απολογισμός του -με αφορμή τα δυο χρόνια του ιστολογίου του- μου κίνησε το ενδιαφέρον, ίσως λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ δυο αποκλινουσών γραμμών. Συμπληρώθηκαν μόλις δυο χρόνια και από τη λειτουργία αυτού εδώ του μπλογκ. Ας θέσουμε λοιπόν το ερώτημα: Τι διαφοροποιεί μια ζωή από μιαν άλλη; [Όχι προς απάντηση]. Λοιπόν, η διαδρομή μου έχει ως εξής: από τη στιγμή που έπεσα πάνω στον Μαρξ, αισθάνθηκα την έλξη του. Ήμουν παντελώς αδιάφορος για την πολιτική, και άρα αρκετά τυχερός διότι τον αντιμετώπισα ως έναν [αστό] φιλόσοφο μεταξύ άλλων (μαζί με τον Νίτσε συντροφεύουν ως σήμερα την όποια σκέψη μου) - η σημασία ετούτης της ευτυχούς συγκυρίας έγινε κατανοητή σε μένα με τον καιρό, δεδομένου ότι δε συνάντησα κανέναν άλλο που να ασχολήθηκε με τον μαρξισμό εξαιτίας ευρύτερων ενδιαφερόντων: σκοπός όλων είναι να δικαιολογηθεί μια προηγηθείσα πρακτικο-πολιτική στράτευση.

Δεν υπήρξα ποτέ λενινιστής, μολονότι για ένα μικρό διάστημα έβλεπα με κριτική συμπάθεια τους μπολσεβίκους και τους πολιτικούς επιγόνους τους, ειδικά τους τροτσκιστές (για ευνόητους λόγους: δεν άσκησαν εξουσία, ο ηγέτης τους σκοτώθηκε από αμερικανούς πράκτορες). Θεωρούσα τον εαυτό μου τότε αριστερό ευρωκομμουνιστή, εμπίπτοντα στην παράδοση του "δημοκρατικού σοσιαλισμού". Συμπαθούσα τον ΣΥΝ, και όταν πέρασα στη σχολή, έπειτα από κανα τρίμηνο γράφτηκα στη νεολαία. Τη θυμάμαι ακόμη εκείνη τη βραδιά: σε τσιπουροκρασσάδικο, δέκα σύντροφοι να είναι καθισμένοι, κι εγώ να μιλώ λίγο, προβαίνοντας σε σκωπτικές παρατηρήσεις του στυλ: "μα εσείς να πούμε ψηφίσατε το Μάαστριχτ!" ή, "είστε τα δεκανίκια να πούμε του ΠΑΣΟΚ". Εν τέλει ο τότε γραμματέας είχε φρίξει, ρώταγε που τον βρήκαν αυτόν κλπ. Να σημειώσω μόνο πως υπήρξα διπλά τυχερός, διότι η συμμετοχή μου στη συγκεκριμένη οργάνωση παρέμεινε τυπική και υπερβολικά χαλαρή, ακόμη και για τα δεδομένα της. Ικανοποίησα την ανάγκη αίσθησης του ανήκειν σε μια συλλογικότητα αποφεύγοντας το χαμαλίκι (λούφα από αφισοκολλήσεις και λοιπές επαναληπτικές εργασίες). Στην ουσία η συμμετοχή μου περιορίστηκε στα εξής: ορισμένες φορές το χρόνο, εμφανίζομαι στις συγκεντρώσεις (πολιτικές κινήσεις τις λένε, νομίζω), ακούω σιωπηλός τους άλλους να μιλούν ακατάπαυστα (συνήθως τα τρία-τέσσερα ίδια άτομα, αλλά λίγοι είμαστε ούτως ή άλλως) λέγοντας ενδιαφέροντα πράγματα. Εγώ δεν επιθυμώ να παρέμβω, κι όταν ακόμη θέλω να πω κάτι, περιμένω υπομονετικά να μιλήσουν οι υπόλοιποι, και στο μεταξύ βαριέμαι ή κουράζομαι ή κάποιος άλλος με έχει καλύψει. Συχνά με παρακαλούν να τοποθετηθώ, ιδίως για θεωρητικά ζητήματα, οπότε προβαίνω σε αστεία εις βάρος του Κομμουνιστικού Κόμματος ή, εναλλακτικά, εις βάρος του ΣΥΝ (διότι πάνω απ' όλα είμαστε δημοκράτες κι αυτοκριτικοί). Έπειτα εξαφανίζομαι για κανα τρίμηνο, και εμφανίζομαι απροσδόκητα κάποια άλλη στιγμή. Αυτό που μου άρεσε να κάνω είναι να υποστηρίζω την άποψη που κάθε φορά είναι σε δυσμένεια - κάποτε για παράδειγμα, στη διάρκεια του '11, είχα επιχειρηματολογήσει υπέρ της επιλογής εξόδου από το ευρώ υπό αριστερή κυβέρνηση, επειδή κανείς άλλος δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει.

Όταν λοιπόν πέρασα στη σχολή, επειδή δεν υπήρχε σχήμα, σύχναζα στα τραπεζάκια των Κνιτών και των Εαακιτών, και προσπαθούσα να χτίσω γέφυρες διαλόγου μεταξύ τους. Μου φαινόταν παράλογο οι αριστεροί να είναι χωρισμένοι για ζητήματα που μου έμοιαζαν -τότε- τόσο σημαντικά όσο οι αψιμαχίες για το φύλο των αγγέλων. Φυσικά συμπαθούσα περισσότερο τους οππορτούνες των ΕΑΑΚ. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια και κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι. Η θέση μου εξελίχθηκε, αλλά δεν άλλαξε στις βασικές της γραμμές. Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου σύγχρονο του αριστερού ευρωκομμουνισμού, δηλαδή σύγχρονο της προβληματικής του '68. Ο αντικομμουνισμός μου εντάθηκε, καθώς συνειδητοποίησα εδώ και καιρό ότι ο σοσιαλισμός και η δημοκρατία είναι έννοιες αντίθετες, ή το ένα θα έχεις ή το άλλο. Ο σοσιαλισμός μου έμοιαζε όλο και περισσότερο η "αριστερή" εκδοχή του φασισμού, έτυχε άλλωστε κομμουνιστές φίλοι μου να έχουν παράξενες θέσεις για ταινίες (το Νησί των καταραμένων του Σκορσέζε, ένας Κνίτης φίλος μου το κατηγόρησε για αντισοβιετική προπαγάνδα επειδή... κάνει μια αναφορά σε σοβιετικά γκουλάγκ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας!), το παλαιστινιακό ("μακάρι να τους γ..ουν τους κ..εβραίους", "ένα καλό πήγε να κάνει ο Χίτλερ", "κ...λαός") και την ελευθερία σεξουαλικού προσανατολισμού ("τα πουστιλίκια προβάλλονται από την τηλεόραση και το σύστημα, είναι προϊόν της εκφυλισμένης αστικής τάξης") - καθόλου παράξενο δε μου φαίνεται που διάφορα μεταμοντέρνα υβρίδια έχουν ξεπηδήσει διεθνώς με τις πλέον "απίθανες" δοσολογίες Μουσσολίνι/Λένιν/Στράσσερ/Στάλιν (εθνικομπολσεβίκοι, στρασσερικοί κλπ). Κάπως έτσι κατέληξα να δηλώνω άθεος: όταν εννιά στους δέκα που πιστεύουν στην ανάσταση του Χριστού είναι σκοταδιστές, φανατικοί, ομοφοβικοί κι επιθυμούν την εξάλειψη του κράτους του Ισραήλ από το χάρτη, λες "δε γ....ται, καλύτερα, δεν αξίζει ν΄ ασχοληθεί κανείς". Ομοίως, όταν εννιά στους δέκα από τους αυτοαποκαλούμενους μαρξιστές που τυχαίνει να γνωρίσεις είναι σκοταδιστές, φανατικοί, ομοφοβικοί και... επιθυμούν τον αφανισμό του Κράτους του Ισραήλ, πας πάσο. Κάπως έτσι εγκατέλειψα κάθε αναφορά στο σοσιαλισμό και τον "κομμουνισμό". Συμφώνησα με τους μαρξιστές φίλους μου ότι σοσιαλιστής είναι όποιος επιθυμεί την κρατικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής (και είναι ενταγμένος στο Κόμμα, διότι αν δεν είναι, μάλλον δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά). Σοσιαλιστής είναι σε τελική ανάλυση αυτός που είναι στο Κομμουνιστικό Κόμμα, και κανείς άλλος: αυτή είναι η ταυτολογία στην οποία κατέληξα (δε σταμάτησα βέβαια, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν, και πάντοτε χάριν αστεϊσμού, να επικαλούμαι έναν ορισμένο "κομμουνισμό" για λογαριασμό μου).

Προσπαθώντας τώρα να γονιμοποιήσουμε στην εποχή μας και για την εποχή μας την προβληματική του αριστερού ευρωκομμουνισμού, οφείλουμε να έχουμε υπόψιν ότι: α) Αμφότερα τα δυο ιστορικά ρεύματα της αριστεράς τον εικοστό αιώνα, η σοσιαλδημοκρατία και ο Κομμουνισμός, εμφάνισαν τα εξής συμπτώματα: κρατισμός και λογική της ανάθεσης. Ο κρατισμός, δηλαδή η πρόσδεση στους μηχανισμούς της κεντρικής εξουσίας, ήταν ίσως αναγκαστική επιλογή, καθότι το έθνος-κράτος παρείχε τα αποτελεσματικότερα εργαλεία ανάσχεσης των συνεπειών της ελεύθερης αγοράς (κάποιου είδους κεντρικός σχεδιασμός). Η λογική της ανάθεσης αναφέρεται στην ενστικτώδη καχυποψία των αριστερών απέναντι στην είσοδο των μαζών στην πολιτική (των ίδιων εκείνων μαζών εν ονόματι των οποίων μιλούν, και τις οποίες λιβανίζουν όσο μένουν σιωπηλές). Οι σοσιαλδημοκράτες ανέθεταν τη δράση εργολαβικά στη φωτισμένη ηγεσία του κοινοβουλευτικού κόμματος που εκπροσωπούσε τους μισθωτούς ("Ο Αντρέας θα μας σώσει", "Ο Αλέξης μπορεί" κλπ) Στους Κομμουνιστές έχουμε κάτι αντίστοιχο. Αρχικά η διαπίστωση: οι εργάτες στην πλειοψηφία τους δεν επιθυμούν την επανάσταση, προτιμούν μεταρρυθμίσεις που θα τους επιτρέψουν να πάνε να τα φάνε στα κωλάδικα. Έπειτα το συμπέρασμα: ο καπιταλισμός εξαχρειώνει τον εργάτη, άρα αυτό που απαιτείται είναι η εισαγωγή της ταξικής συνείδησης από έναν εξωτερικό προς την εργατική τάξη παράγοντα, που είναι η πολιτική πρωτοπορία των επαγγελματιών επαναστατών, μια συνωμοτική ομάδα που δρα με μυστικοπάθεια, αυστηρή οργάνωση, στρατιωτική πειθαρχία και δογματισμό, εφόσον εμφορείται μεταξύ άλλων από την ακλόνητη πεποίθηση ότι οι νόμοι της ιστορίας είναι με το μέρος της. Αμφότερα τα δυο ιστορικά ρεύματα της αριστεράς, απέτυχαν: η σοσιαλδημοκρατία έδωσε κατά τη γνώμη μου τους περισσότερους καρπούς, ειδικά στη Σουηδία των ετών 1960-1980. Όμως οι κατακτήσεις της αποδείχτηκαν παροδικές, και επιπλέον το έθνος-κράτος δεν είναι πλέον το καθοριστικό πλαίσιο αναφοράς. Από αυτή την αποτυχία ορισμένα συμπεράσματα βγαίνουν: η δράση της σύγχρονης αριστεράς οφείλει να είναι α) διεθνιστική στη σκόπευση της, β) σε όσο μεγαλύτερη απόσταση γίνεται από το κράτος, και γ) συμμετοχική, με ολοένα διευρυνόμενους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς που θα επιτρέπουν την εμπλοκή ευρύτερων στρωμάτων στη διαμόρφωση των αποφάσεων και τον έλεγχο της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Έχοντας πάντοτε κατά νου την -καταστατική για τη συγκρότηση της νέας αριστεράς- κριτική των 68άρηδων, μπορούν να προστεθούν κάποια ακόμη: δ) ριζικός πλουραλισμός απόψεων εντός μιας πολιτικής οργάνωσης της αριστεράς, κατοχύρωση ελεύθερων συζητήσεων, συγκροτημένα ρεύματα ιδεών κλπ, ε) διαρκής αναζήτηση νέων οργανωτικών μορφών, ενίσχυση του πειραματισμού, στ) συμπερίληψη των νέων κινημάτων (οικολογικό, φεμινιστικό, μειονοτήτων κάθε είδους) όχι ως απλών συμπληρωμάτων, δευτερευόντων προς τους ταξικούς αγώνες, αλλά ως αναπόσπαστων για τον ορίζοντα της άλλης κοινωνίας που υποτίθεται ότι οραματίζονται οι σοσιαλιστές, και σύναψη στενών σχέσεων μαζί τους. Και ασφαλώς δυο ακόμη παρατηρήσεις: α) η κριτική στη Σοβιετική Ένωση και οι αποστάσεις από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε αυτήν και τα όμορα κράτη είναι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση κι απόπειρα επανεκκίνησης (επαναθεμελίωσης, λέει ένας φίλος μου στο ΝΑΡ) του "κομμουνιστικού" προτάγματος. Και τέλος, β) το ίδιο το ευρωκομμουνιστικό πείραμα ως προσπάθεια υπέρβασης του διπόλου επανάσταση ή μεταρρύθμιση (δίπολο του 1912 παρεμπιπτόντως, όχι του 2012), Κομμουνισμός ή σοσιαλδημοκρατία, απέτυχε παταγωδώς, τείνοντας στην πράξη προς τον έναν ή τον άλλον πόλο της αντίθεσης, και επωμιζόμενο τις αντιφάσεις του. Το κείμενο με το οποίο συμφωνώ ως προς την αντίληψη του ανανεωτικού εγχειρήματος είναι το "Ανανέωση τέλος;" του Ευκλείδη Τσακαλώτου από τα ενθέματα της Αυγής, όταν αποχώρησε η ανανεωτική πτέρυγα. Η γενική διακήρυξη που με καλύπτει είναι αυτή του Εντγκάρ Μορέν ("Η δική μου Αριστερά"), σύμφωνα με την οποία εντός μιας σύγχρονης αριστεράς είναι αδιαχώριστες η σοσιαλδημοκρατική-σοσιαλιστική, η "κομμουνιστική", η οικολογική και η αναρχική-ελευθεριακή συνιστώσα (την οποία σκόπιμα ως τώρα άφησα απ' έξω, αν και αποτελεί την ψυχή της αριστεράς, της εκφυλισμένης έστω, που είναι και αυτή που με ενδιαφέρει).


------------------------------------ II -------------------------------------
Μικροαστική ή Εργατική Αριστερά;

Ας θυμόμαστε: Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Η στυγνή απόφαση προηγείται της δικαιολόγησης της, την οποία συγκροτεί. Η σφαγή του Κατύν θεμελιώνει τον φασισμό των εκτελεσθέντων, όχι το αντίστροφο.


Το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό δεν είναι μόνον ότι απετέλεσε την εκκοσμικευμένη εκδοχή του χριστιανισμού, αλλά ότι απέτυχε να γονιμοποιήσει ακριβώς ό, τι ήταν θερμό σε αυτόν - εν ολίγοις, κατέληξε αντενεργός. Ιδού σε ποια πρόταση συνοψίζεται ο πρακτικός λενινισμός: το Άγιο Πνεύμα είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αιρετικοί είναι αυτοί που την κρίσιμη ώρα των αποφάσεων, τυχαίνει να βρίσκονται στη λάθος μεριά του τείχους (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Τύριον Λάννιστερ [Game of Thrones] για τους αγρίους βόρεια των Εφτά Ρηγάτων), δηλαδή στην εκάστοτε μειοψηφούσα τάση.

Ορόσημο στην τωρινή συγκυρία είναι η στάση απέναντι στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, το φάσμα της οποίας για έναν οποιονδήποτε δημοκράτη οφείλει νομίζω να κυμαίνεται από την κριτική συμπάθεια έως την κριτική απόρριψη. Μένω έκπληκτος (όχι κυριολεκτικά) με την καταφανή δυσαρέσκεια των εκπροσώπων της εργατικής τάξης έναντι ενός καταρχήν θετικού συμβάντος, όπως είναι η εκλογική εκτίναξη ενός λιγότερο έστω αυταρχικού-συστημικού πολιτικού σχηματισμού. Όταν ακούω ουρλιαχτά απέναντι στο "νέο ΠΑΣΟΚ" και διαβάζω φιλιππικούς εναντίον της πολιτικής του ανεντιμότητας, δε μπορώ να μην υποψιαστώ ότι κάτι άλλο υπάρχει από πίσω, ανεξαρτήτως της βασιμότητας των κατηγοριών. Αυτό το σημείο απαιτεί προσοχή: όπως ιδιαίτερες ας πούμε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε λαμπρά αποτελέσματα στην Τέχνη, κατά τη διαδικασία της πρόσληψης-απεικόνισης-κατασκευής μιας πραγματικότητας, έτσι και υπό μια πολιτικά παρανοϊκή οπτική είναι δυνατόν οι αφανείς κινήσεις, οι δομικές τάσεις και οι μορφικές αποκρυσταλλώσεις του πραγματικού να φανούν με ιδιαίτερη σαφήνεια. Αλλά αυτό δε δικαιώνει την πολιτική παράνοια. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορεί να έχει δίκιο για τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε όποιος έχει μια γενική γνώση της ιστορίας των εργατικών κινημάτων, της αριστεράς και του μαρξισμού (ή απλά οξυμένο πολιτικό ένστικτο) είναι σε θέση να παράσχει αρκετούς λόγους για τους οποίους αυτό το κόμμα θα αποτύχει. Εγώ σίγουρα μοιράζομαι τέτοιους προβληματισμούς, και υποθέτω πολλοί ακόμη εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη κι έτσι, όμως, η φανατική στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη πολύ πριν την ανάδειξη του σε κυβερνητικό πόλο του πολιτικού συστήματος (στη λογική ενός χρόνιου μετώπου εναντίον του οππορτουνισμού, που αποτελεί τον κεντρικό εχθρό στο πολιτικό πεδίο) είναι ενδεικτική της σταλινικής παράνοιας. Απέναντι στον προβληματισμό για τον ΣΥΡΙΖΑ, εγώ έχω να παρατηρήσω τα εξής: είναι καλό από μεθοδολογικής πλευράς, και σίγουρα έντιμο, να κρίνεις κάποιον επί τη βάσει των δικών του ρητά δηλωμένων σκοπεύσεων και ερμηνευτικών/αξιακών/ιδεολογικών σχημάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα, και ούτε φιλοδοξεί να γίνει τέτοιο, κι όμως οι περισσότερες εξ ευωνύμων κριτικές ανάγονται στην υπόρρητη παραδοχή ότι είναι ή θα όφειλε να είναι τέτοιο! Το να κατηγορείς κάποιον επειδή δε συμφωνεί μαζί σου, ως εάν να μοιράζεστε τις ίδιες στρατηγικές βλέψεις και κοσμοθεωρητικές παραδοχές, τη στιγμή που είναι σαφές ότι αυτό δε συμβαίνει (όπως διατυμπανίζουν άλλωστε τόσα άρθρα πολεμικής στον Ριζοσπάστη που επιμένουν -ορθώς- στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι άλλο από το Κομμουνιστικό Κόμμα, με τις μεταξύ τους διαφορές να είναι βαθιές και πολυεπίπεδες) είναι σύμπτωμα ακριβώς αυτού που -ελλείψει καλύτερου όρου και χωρίς καμία διάθεση ψυχολογισμού- αποκαλώ "πολιτική παράνοια" (στην περίπτωση μας, ειδικά σταλινικού τύπου), όπως επίσης η ροπή προς μια ορισμένη συνωμοσιολογία και μανία καταδίωξης. Όπως έγραφα σε ένα σχόλιο στο Lenin Reloaded στις 27 Απριλίου: «Κάνοντας λόγο για "πολιτική παράνοια" εννοώ μια νοοτροπία που εξαπλώνεται σε οιονεί-συνωμοσιολογικές θεωρήσεις και μανίες καταδίωξης του τύπου: α) μια ελίτ αποφασίζει κι ελέγχει μυστικά τις εξελίξεις στον κόσμο, κρατώντας τους υπόλοιπους στην άγνοια, ή β) το σύστημα μας φοβάται τόσο πολύ που δημιουργεί αναχώματα, όλοι εκτός από μας αποτελούν τέτοια, όλοι δρουν εναντίον μας, δυνητικά λοιπόν είναι επικίνδυνοι». Τι περιμένω και τι ελπίζω εγώ από μιαν "αριστερή κυβέρνηση"; Να επιχειρηθεί στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής μια υπεράσπιση των δικαιωμάτων του "κόσμου της εργασίας" (και της τεμπελιάς), όσο αυτό είναι δυνατόν, μια υπεράσπιση και ει δυνατόν διεύρυνση δημοκρατικών θεσμών και ελευθεριών, και μια ανεκτική αν όχι ενθαρρυντική στάση απέναντι σε πρωτοβουλίες εναλλακτικής οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης (στο μικρο-επίπεδο), σε κοινωνικά δίκτυα που διάσπαρτα και κόντρα στη ζοφερότητα των καιρών δημιουργούνται (ό, τι ονομάζεται "κοινωνική-αλληλέγγυα οικονομία", που είναι ανέφικτη στην εποχή της προκεχωρημένης μονοπωλιακής συσσώρευσης). Τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω. Τα υπόλοιπα δεν είναι στο χέρι της, και ούτε θα μπορούσαν να είναι. Οι αντικειμενικοί και ιδεολογικοπολιτικοί συσχετιμοί, στο εσωτερικό και το εξωτερικό, θα καθορίσουν εάν μπορούν να λάβουν χώρα διεθνώς περαιτέρω προωθητικές εξελίξεις που θα φέρουν εγγύτερα ευρύτερους μετασχηματισμούς.

Εντός του μαρξισμού εμφανίζονταν σε διαφορετικές δοσολογίες δύο δυναμικές τάσεις, μια πραγματιστική-επιστημονική και μια ας πούμε ρομαντική-ουτοπική. Στην πρώτη, η έμφαση πέφτει στην ανάγκη απαλλοτρίωσης της ατομικής ιδοκτησίας και την ταξική πάλη. Η κρατική ("κοινωνική") ιδιοκτησία είναι ο σκοπός, η ταξική πάλη ο κινητήριος μοχλός και μέσον προς επίτευξη του. Η οικονομική και τεχνολογική εξέλιξη, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, έφτασαν την εποχή του καπιταλισμού με τη βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής σε ένα πρωτοφανές επίπεδο, και αυτό που μένει είναι η οικειοποίηση τους εν ονόματι της εργατικής τάξης. Πρόκειται για διαλεκτική αντιστροφή του καπιταλιστικού συστήματος ελεύθερου ανταγωνισμού (ο οποίος τείνει στα μονοπώλια), βιομηχανικής μαζικής παραγωγής και ατομικής ιδοκτησίας των μέσων, που χάρη στην πανουργία του Λόγου μετασχηματίζεται από την εγγενή κίνηση της Ιστορίας σε (και αντικαθίσταται από) ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα (σοσιαλισμός) κρατικών μονοπωλίων. Ένα τέτοιο σύστημα είναι οριακά διακρίσιμο από ένα αντίστοιχα (φιλολαϊκό) γενικευμένο κρατικοκαπιταλιστικό. Από την άλλη πλευρά, την ρομαντική, είναι η ίδια η βιομηχανική οργάνωση μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, φορτισμένη με καπιταλιστικό πρόσημο, και άρα η απαλλοτρίωση της αλλάζει τον αφέντη, αλλά διατηρεί τη σχέση. Η έμφαση μετατίθεται έτσι στις ιεραρχικές σχέσεις εντός της παραγωγικής διαδικασίας, αντί της ύπαρξης διευθυντών προτάσσεται η συμμετοχή, η συνεργασία, η αλληλοβοήθεια, και βέβαια η αυτοδιαχείριση, αυτο-οργάνωση και αυτοδιεύθυνση των εργατών. Σε σύγχρονες διατυπώσεις, το ζητούμενο δεν είναι πλέον η χειραφέτηση της εργασίας αλλά από την εργασία, δηλαδή η έξοδος από την ίδια τη σχέση μίσθωσης που προϋποθέτει η κοινωνία της ανταλλακτικής αξίας. Η όξυνση της παραδοσιακής ταξικής πάλης, της υπεράσπισης των μισθών και της διεκδίκησης περισσότερων υλικών απολαβών για τους εργαζόμενους είναι ένα αμυντικό μέσον, όχι αυτοσκοπός, γιατί η ίδια η εργατική τάξη είναι μέρος της σχέσης, αποτελεί ανεξαρτήτως της θέλησης της συγκροτητικό πυλώνα του συστήματος. Βλέπουμε λοιπόν ότι σε κάθε ανάλυση υπάρχει ένα μόνιμο υπόλειμμα λόγω της ανεξάλειπτης πολυπλοκότητας του πραγματικού. Στην κεϋνσιανή ρύθμιση του καπιταλιστικού συστήματος, οι Κομμουνιστές αντιπαραθέτουν τον εμφανώς καπιταλιστικό του χαρακτήρα. Δεν καταργήθηκε η ατομική ιδιοκτησία, παρά την κρατικοποίηση κάποιων επιχειρήσεων και την αναδιανομή του πλούτου μέσω της φορολογίας, η παρέμβαση περιορίσθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα της διανομής (του ήδη παραχθέντος πλούτου), αφήνοντας άθικτη εκείνη της παραγωγής. Ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός μοιάζει υπερβολικά πολύ με τον οποιονδήποτε άλλον, οι σοσιαλδημοκράτες έχουν δια παντός συμβιβαστεί. Έπειτα έρχονται άλλοι, στα αριστερά των Κομμουνιστών και λένε ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στις σοβιετικές χώρες δεν άλλαξε τελικά τόσα πολλά, ο γραφειοκρατικός σοσιαλισμός θυμίζει σε υπερβολικά πολλά τον μεταπολεμικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό, εάν υποθέσουμε κιόλας πως είναι σοσιαλισμός. (Ας κρατήσουμε κι ένα ερώτημα από αυτή τη διατύπωση: εάν η μετάβαση στις καλές εποχές του κοινωνικού κράτους είναι όντως αδύνατη, γιατί δεν ισχύει το ίδιο και με τα σοβιετικά καθεστώτα; Επειδή, αντίθετα από τη σοσιαλδημοκρατία, αυτά αποτελούν ένα ριζικό εκτός του καπιταλιστικού συστήματος και άρα η α-δυνατότητα τους δεν επηρεάζεται από τους δομικούς μετασχηματισμούς του τελευταίου;)

Το ζήτημα δεν είναι τόσο να λάβουμε υπόψη την ιστορική διαλεκτική μεταξύ των δύο αριστερών (της αριστεράς της εργασιολατρείας και της τεμπελιάς, της οικονομίστικης και της πολιτιστικής/εναλλακτικής, της εργατικής τάξης και της αταξίας) επιχειρώντας να διαλέξουμε ανάμεσα τους, ακόμη κι αν δεν είμαστε πλέον σε θέση να το κάνουμε, όπως έλεγε και μια ανάρτηση στο RD, η οποία χάρη σε μιαν ευχάριστη σύμπτωση έφερε ως τίτλο το όνομα της αγαπημένης μου μπάντας. Σε συνθήκες μεγέθυνσης αναπτύσσεται η δεύτερη σαν καρκίνωμα, ενώ σε κρισιακές, υπάρχει μια τάση πόλωσης και επιστροφής στην πρώτη. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι αυτό, να αποκλείσουμε δυνατότητες, αλλά να τις πολλαπλασιάσουμε. Ένας ακόμη λόγος που απορρίπτω τον σοσιαλισμό είναι γιατί απορρίπτει βίαια όλες τις άλλες εναλλακτικές: ενώ εντός αστικής να πούμε δημοκρατίας υπάρχει χώρος για δημοκρατικές διεκδικήσεις και σύσταση "αντισυστημικών" πολιτικών οργανώσεων κάθε είδους (αναρχικές, λενινιστικές, ναζιστικές) στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν φοβούμαι τέτοια περιθώρια. Και αυτό διότι είναι ολοκληρωτικό καθεστώς, κληρονόμος των καλύτερων -αλλά κυρίως όπως ανέφερα των χειρότερων- παραδόσεων της ιουδαιοχριστιανικής εσχατολογίας. Ας δούμε επί παραδείγματι το παρακάτω απόσπασμα: "Οι κομμουνιστές δεν μπορούν ποτέ να "εξαπατήσουν" κάποιον να τους στηρίξει. Πρώτον, επειδή μιλούν ρητά για τους σκοπούς τους και για το τι είναι και τι πρεσβεύουν. Δεύτερον, και για αυτό ακριβώς τον λόγο κάνουν το πρώτο, επειδή ο κομμουνισμός δεν είναι εύκολο πράμα. Απαιτεί θυσίες και δυσκολίες. Και επειδή τις απαιτεί, δεν επιζητά και δεν χρειάζεται ευκαιριακούς υποστηρικτές και συμμάχους. Αναζητά να πείσει τους ανθρώπους ολοκληρωτικά, γιατί έχει ανάγκη από στήριξη που απαιτεί μεγάλες δυσκολίες. Δεν αναζητά απλά μια ψήφο, δεν είναι αυτός ο απώτατος στόχος του". Θα μπορούσε να έχει ειπωθεί από τον Γιάννη τον Χρυσόστομο, αλλά το έχει γράψει ο Αντώνης του LR. Και φυσικά έχει δυο τουλάχιστον αναγνώσεις: από τη μία, οι κομμουνιστές είναι πολύ ιδιαίτερη φάρα ανθρώπων, με αυτοπειθαρχία, εγκράτεια, υπομονή. Από την άλλη, ο στυγνός ολοκληρωτισμός: δε δεχόμαστε να κυβερνήσουμε εάν δεν έρθει πρώτα όχι μονάχα σε ιδέες και τρόπο σκέψης, αλλά και σε τρόπο ζωής, η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας με το μέρος μας! Πόσο δύσκολο, πράγματι, να το λες αυτό, εν αντιθέσει με το ΣΥΡΙΖΑ που σπεύδει να εγκαταλείψει τις όποιες αρχές του για να μετάσχει στη νομή της αστικής εξουσίας! Πόσο θάρρος, ψυχικό σθένος και δημοκρατικό ήθος απαιτεί η δήλωση: δεν ενδιαφέρομαι για εξουσίες, αν πρώτα σχεδόν όλοι δεν ενστερνιστούν ολοκληρωτικά τις απόψεις μου, και εάν δεν μου παραχωρηθεί η κρατική εξουσία άνευ όρων! Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι είναι αδύνατο να εξέλθουμε βολονταριστικά από αυτή την αμφισημία (ηρωϊκή αυτοθυσία, διακονία και αυταρχικός πατερναλισμός είναι εφεξής αδιαχώριστοι), καθώς και ότι προτιμώ μια κοινωνία όπου υπάρχουν φασίστες, νεοφιλελεύθεροι, οικολόγοι, Πειρατές και οππορτουνιστές, παρά μιαν άλλη όπου όλοι ετούτοι θα... "μετανοήσουν" ή δε θα υπάρχουν! Εγώ απ' όλα αυτά συμπεραίνω ότι ο ριζικός πλουραλισμός είναι αδιαπραγμάτευτος, και η επιλογή του διαρκούς πληθωρισμού των νοημάτων εκ των πραγμάτων στρατηγική για την υπόθεση της αριστεράς. Υπάρχει για όσους θέλουν ο κανόνας του Μάο ("ας ανθίσουν εκατό λουλούδια"), που στην περίπτωση μου δεν είναι παρά ο κανόνας του Κάφκα: «Ο σοσιαλισμός θα έλθει από τη στιγμή που ο πλέον άτακτος ατομισμός θα είναι εφικτός μέσα στο Κόμμα – εκεί που δεν θα βρεθεί κανείς για να ακυρώσει αυτήν τη δυνατότητα και κανείς για να ανεχθεί αυτήν την ακύρωση, δηλαδή όταν θα ανοίξουν οι τάφοι... Ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει παρά όταν δεν θα είναι πια αναγκαίος, δεν θα έρθει παρά μία μέρα μετά τον ερχομό του, δεν θα έρθει την τελευταία αλλά την εντελώς τελευταία ημέρα»...

Και φυσικά ως κομβικό ζήτημα ανακύπτει πάντοτε η στάση απέναντι στην ΕΣΣΔ. Διότι, θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Ονειρμό, εάν θεωρεί κανείς ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση εκεί υπήρξε, μέσα από λάθη και αντιφάσεις, μια σε γενικές γραμμές θετική εξέλιξη για την υπόθεση μας (;), τότε η λύση για τη Γραικία είναι σαφής: ολική διαγραφή του χρέους, άμεση στάση πληρωμών, έξοδος από την ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, κρατικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, αυστηροί έλεγχοι στις ροές κεφαλαίων, προσπάθειες ανεύρεσης και σύναψης συμμαχιών με όμορα "αντι-ιμπεριαλιστικά" καθεστώτα, ενδεχομένως κήρυξη των περισσότερων κομμάτων εκτός νόμου, αυταρχική διαχείριση των αντιφρονούντων κάθε ιδεολογικής απόχρωσης (που άλλωστε θα χρηματοδοτούνται αποδεδειγμένα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ!), μαζικοί εκτοπισμοί, αυτο-εξορίες, αν το πράγμα στραβώσει ίσως και μερικές εκκαθαρίσεις αντεπαναστατών για παραδειγματισμό. Πιθανώς θα λάβει χώρα διπλωματική ή/και οικονομική απομόνωση της νέας Λαϊκής Δημοκρατίας, αλλά το τίμημα φαντάζει μικρό στα μάτια ενός απελπισμένου, εάν σκεφτούμε ότι ένα κομμάτι ψωμί, ένα μεροκάματο και δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας θα υπάρχουν για όλους (πλην Λακεδαιμονίων, βεβαίως). Αυτό είναι περίπου ένα ρεαλιστικά αισιόδοξο σενάριο, εάν παραβλέψουμε ότι οι δυνάμεις που μπορεί να απελευθερωθούν από ενδεχόμενη αποχώρηση δεν είναι αρκετά πιο ζοφερές (εθνικισμός, "αυγά του φιδιού" αρκετά πλέον για να φτιάξουν ομελέττα). Εάν, από την άλλη, θεωρεί κανείς ότι ο σοσιαλισμός όπως τον γνωρίσαμε, παρά τα όποια επιτεύγματα του, κατέληξε σαφώς σε τραγική αποτυχία, κερδίζοντας επάξια μια θέση στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, [τότε] ο τσελεμεντές του σοσιαλιστή του εικοστού αιώνα έχει αίφνης καταστεί άχρηστος, και προχωρά κανείς με αβεβαιότητα σε κάτι άλλο με όσους έχουν ένα μίνιμουν κοινών σκοπεύσεων και ευαισθησιών με τον ίδιο. Η εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πρέπει να μελετηθεί ενδελεχώς από τους αριστερούς, ιδίως από όσους είχαν την τύχη να γεννηθούν μετά το σωτήριον έτος 1989 - διότι ναι, ζούμε σε δύσκολους αλλά θαυμαστούς καιρούς σε σχέση με όλες τις διαδοχικές γενιές σοσιαλιστών που προγήθηκαν: αυτή είναι η γνώμη μου. Ό, τι είναι διατηρητέο από τη δομή των σοβιετικών κρατών, ας μείνει. Προπαντός, να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη. Ας γίνουν άλλα, ευκολότερα στο να διορθωθούν από τον διαρκή συλλογικό πειραματισμό, αλλά έλεος: όχι τα ίδια, όχι άλλες κρατικίστικες, πατερναλιστικές, μυστικοπαθείς, παρανοϊκές σοσιαλιστικές οργανώσεις που φαντασιώνονται ηρωϊκές επελάσεις, στρατιωτικές συγκρούσεις με τον "εχθρό", κατάληψη της κεντρικής εξουσίας στη διάρκεια της Μεγάλης Νύχτας (κατά την οποία υπενθυμίζω ότι όλες οι γελάδες φαίνονται μαύρες, και οι φασίστες δεν ξεχωρίζουν από τους αναρχικούς) - υπάρχουν να πούμε αρκετές από δαύτες. Όπως έγινε αντιληπτό, από τα δύο όρια στα οποία εκτείνεται το φάσμα των δυνατών τοποθετήσεων για το σοσιαλισμό του εικοστού αιώνα, όσον αφορά πάντα κάποιον που ενδιαφέρεται για την υπόθεση της "κοινωνικής απελευθέρωσης", ο Ονειρμός κλίνει προς τη μία μεριά, εγώ προς την αντίθετη. Συμφωνούμε ωστόσο σε ένα πράγμα, κόντρα σε μέρος της "αντισταλινικής" αριστεράς, αυτών των συμπαθητικών ρομαντικών που εύκολα θαρρούν ότι ξεμπερδεύουν με το μουστάκι του Βυζαριόνοβιτς: αυτό που έλαβε χώρα στη Σοβιετική Ένωση ήταν πράγματι σοσιαλισμός, ο Σοσιαλισμός par excellance, ο μόνος που μπορούσε να δώσει η εποχή. Από εκεί και πέρα, ή υπερασπίζεται κανείς αυτό το πρόταγμα με κάποιες έστω βελτιώσεις, ή το εγκαταλείπει εντελώς, προσπαθώντας να διαβεί ένα δρόμο που ακόμη δεν υπάρχει και είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει ποτέ, με ορίζοντα μια διαφορετική διευθέτηση των κοινωνικών πραγμάτων, με το βέλτιστο συνδυασμό δημοκρατίας, συμμετοχής, αυτοδιαχείρισης, ελευθερίας, ισότητας, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Αυτές οι λέξεις (κούφιες, όπως ξέρει κάθε σοσιαλιστής, "ιδεολογικές") είναι πάνω-κάτω ό, τι έχουμε στο στόμα μας, μόνο μ' αυτές μπορούμε να μιλήσουμε από εδώ και στο εξής και να δικαιολογήσουμε τον αθεράπευτα μικροαστικό ρεφορμισμό μας.

Ένα από τα προβλήματα του μαρξισμού είναι η αντίληψη της τάξης και, συγκεκριμένα, η συγκόλληση μιας κοινωνιολογικής θεώρησης, μιας εμπειρικής και μιας αντίληψης κληρονομημένης από μιαν ορισμένη φιλοσοφία της ιστορίας. Ως αναλυτικό εργαλείο μιας κριτικής κοινωνικής θεωρίας, η έννοια της εργατικής τάξης εκφράζει τη μισθωτή εργασία στην καθαρή της μορφή, δηλαδή τον ένα δομικό πόλο εντός [ενός οποιουδήποτε] καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχει ένα δυναμικό μαγνητικό πεδίο, που διαπερνάται ολόκληρο από αντιθέσεις και πολύπλοκες μεταβολές, όπου απέραντες και σύνθετες διαβαθμίσεις οργανώνονται γύρω από δυο δυναμικές τά(κ)σεις. Ως έννοια συναγόμενη επαγωγικά από μια μεγάλη αλληλουχία καθημερινών παραστάσεων, η εργατική τάξη δηλώνει το βιομηχανικό προλεταριάτο της εποχής του Μαρξ, δηλαδή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Ως έννοια παραδομένη από τη φιλοσοφία της ιστορίας, πάλι, εκπληρώνει μιαν εσχατολογική λειτουργία ευθέως προερχόμενη από τις υποσχέσεις των Ιουδαίων προφητών για ψωμί και δικαιοσύνη. Σε αυτό το κοσμοϊστορικό δράμα η εργατική τάξη θάβει την αστική, όπως εκείνη στις ένδοξες ημέρες της έθαψε τη φεουδαρχία, και λυτρώνει τον εαυτό της λυτρώνοντας συνάμα την ανθρωπότητα, διότι έχει γίνει η ίδια προνομιακός εκφραστής μιας "στιγμής" της ανθρωπότητας, στο τελικό στάδιο κατά το οποίο αυτή μεταβαίνει, από τις ατελείωτες περιπλανήσεις στην Κοιλάδα των δακρύων, στο βασίλειο της ελευθερίας. Στους αγώνες της εργατικής τάξης, με αυτήν την έννοια, δικαιώνονται οι σφαγμένοι όλης της ιστορίας, οι σκλάβοι και οι δουλοπάροικοι και οι επαναστάτες και οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα, γιατί οι ανυπολόγιστες θυσίες αποκτούν νόημα, και οι αδικίες αποκαθίστανται αναδρομικά. Το μέλλον δικαιώνει το παρελθόν.

Στα καλύτερα της, αυτή η τάση εκφράζεται με τον "ουτοπισμό" -τον οποίο ενστερνίζομαι- της κατάργησης του υπάρχοντος καταμερισμού εργασίας, του περάσματος από το βασίλειο της αναγκαιότητας σε εκείνο της ελευθερίας, όπου οι ταξικές διαφοροποιήσεις θα έχουν εκλείψει και θα μπορούμε επιτέλους να απολαμβάνουμε συζητήσεις για τα πραγματικά σοβαρά ζητήματα, για τη λογοτεχνία και το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική, τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική κλπ. Στα χειρότερα της, στην ανάγκη να τελειώνουμε "μια για πάντα" με το παιχνίδι, δηλαδή με την πολιτική, τη φιλοσοφία κλπ. Το νόημα αυτής της φράσης νομίζω πως είναι το εξής: η προλεταριακή δημοκρατία είναι ανώτερη πολιτειακή μορφή από την αστική-κοινοβουλευτική, εφόσον γεννάται και αρμόζει ως υπερδομή σ' ένα ανώτερο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα από το καπιταλιστικό, άρα δε χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τις προγενέστερες μορφές, εφόσον τις έχει εξαρχής εγκολπώσει σε μια νέα, ανώτερη σύνθεση. Μέσω αυτού του εγελιανισμού δευτέρας διαλογής, η "ελευθερία της έκφρασης" γίνεται ορατή και στους τυφλούς ακόμη ως "αστική", τα ατομικά δικαιώματα ως δικαιώματα του αστού κοκ. Παρατηρούμε ότι σήμερα απολαμβάνουν αρκετές ελευθερίες οι αντίπαλοι του καπιταλιστικού συστήματος - αν μη τι άλλο έχουμε νόμιμο Κομμουνιστικό Κόμμα που κατεβαίνει στις εκλογές, έχοντας δική του εφημερίδα -μέχρι πρότινος και τηλεόραση-, καθώς και μια ολόκληρη γκάμα εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων για όποιον θεωρεί ότι δεν καλύπτεται από αυτό. Ας θέσουμε το αφελές ερώτημα: οι "ιδεολογικοί" εχθροί του σοσιαλισμού, θα χαίρουν παρόμοιων ανέσεων; Αυτό μας επαναφέρει στον προβληματισμό της τάξης. Εάν σε τελική ανάλυση ο Αλέξης Τσίπρας είναι καπιταλιστής, ως έμμεσα τουλάχιστον εξαρτώμενος για την υλική αναπαραγωγή του κόμματος στο οποίο προεδρεύει, από την ιμπεριαλιστική λυκοσυμμαχία, δε θα πρέπει να τύχει ανάλογης αντιμετώπισης; Δε θα πρέπει να απαγορευτεί το δικαίωμα ψήφου ή δημόσιας τοποθέτησης σε όλα τα στελέχη του ΣΥΝ πχ, ακριβώς επειδή θα προωθούν τα συμφέροντα της ΕΕ ανεξαρτήτως προθέσεων, δεδομένου ότι η ΕΕ χρηματοδοτεί το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς; Οι κρυφοπασόκοι αντικομμουνιστές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Κι αν χρήζουν ανάγκη συνετισμού αυτοί, που έχουν να πούμε μιαν άλφα "μαρξιστική" παιδεία, τότε ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει με τους υπόλοιπους. Δε θα πρέπει να ληφθούν προστατευτικά για το λαό μέτρα, ώστε να αποτρεπεί το ενδεχόμενο παλινδρόμησης υπό την κυριαρχία πχ μιας νοσταλγίας για κατανάλωση; Δε θα πρέπει να πούμε τα πλέον πρωτοπόρα και φωτισμένα τμήματα της εργατιάς, που έχουν συσπειρωθεί στο Κόμμα, να εξηγήσουν στους ανυπόμονους συντρόφους τους την κατάσταση και να τους πείσουν για την ανάγκη της υπομονής, μιας υπομονής με ημερομηνία λήξεως, δεδομένου του σταδιακού μαρασμού του κράτους, η πορεία προς τον οποίο θα έχει ήδη ξεκινήσει να διανύεται; Λοιπόν, είναι με αυτή την αυταρχική, πατερναλιστική νοοτροπία που δε μπορώ να συμβιβαστώ και να με συμπαθάτε για την καχυποψία μου. Δε μπιστεύω ότι η διχτατορία του προλεταριάτου, εάν υποθέσουμε ότι εφαρμοζόταν, θα τελείωνε ποτέ, εξαιρουμένης βέβαια της κατάρρευσης ή της βίαιης ανατροπής της. Στην περίπτωση αυτή, το μέσον είναι το μήνυμα, ο προπομπός του σοσιαλισμού είναι ο Κομμουνισμός ο ίδιος - κι όποιος το κατάλαβε, εγκαταλείπει το καράβι και γίνεται αποστάτης.

Εκφράζω, λοιπόν, την μικροαστική* παρασιτική τάξη των τεμπέληδων που τρέφονται από το ταξικό κράτος, και προσπαθούν να απομακρύνουν τη σκέψη τους από την ευγενική προστασία του, εμφορούμενοι από ένα ορισμένο (αλλά όχι ασίγαστο, ώστε να ρισκάρει τα προνόμια τους!) πάθος για "ισοελευθερία". Εκφράζω τους οκνηρούς, τους παρίες, τους περιθωριακούς, τους δονκιχώτες της σκέψης, που επιλύουν φαντασιακά τις συγκρούσεις, διεκδικώντας το δικαίωμα να μην εξεγερθούν όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, τους εκκολαπτόμενους διανοουμένους που αποδίδουν στο συνάφι τους το ρόλο που η Ιστορία επιφυλάσσει στην εργατική τάξη. Θα έλεγα ότι μιλώ εξ ονόματος του πλήθους, αν η σχέση μου με την τεχνολογία δεν ήταν λίγο χειρότερη εκείνης των πρώιμων φαινομενολόγων, ώστε δε μου επιτρέπει να συμβάλλω στην επανοικειοποίηση των ψηφιακών κοινών. Όχι επειδή δε θέλω, να πούμε, αλλά επειδή δεν μπορώ.

Ας θυμηθούμε πάντως ότι η φεουδαρχία δεν ανατράπηκε από δουλοπάροικους αλλά από αστούς. Αλλά όχι! Το τροπάρι αμετάλλαχτο: Ο καπιταλισμός είναι διαφορετικός, ιδιόμορφος, δε θα αυτομετασχηματιστεί σε κάτι έτερον, μόνον εκ των έξω μπορεί να ανατραπεί: οι εργάτες "πρέπει" να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Ο Λένιν μάλλον κατάλαβε ότι οι εργάτες προτιμούν κατά κανόνα καλύτερους μισθούς, μεταρρυθμίσεις και κωλάδικα από τη ρήξη με το σύστημα (κι εγώ 'δω που τα λέμε, εάν ήμουν αναγκασμένος να διαλέξω, στα κωλάδικα θα πήγαινα). Ας έχουμε εμπιστοσύνη στην ιστορία, μπορεί να φέρουν το σοσιαλισμό τα νέα μικροαστικά στρώματα και το κογκνιταριάτο! Ω, ναι, ναι! Ο Μικροαστός είναι για τον Προλετάριο όχι μονάχα η καταδίκη, αλλά κι ο έσχατος προορισμός.

* για περισσότερες διευκρινίσεις στην έννοια του μικροαστού παραπέμπω στο αντι-μικροαστολογικό μανιφέστο στο Τάξ(ε)ις και Ηθική, το οποίο ενσωματώθηκε ως παρέκβαση στο κείμενο για τους Αγανακτισμένους.


-------------------------------- III -------------------------------------
Περί της φιλοσοφίας και της ασυμβατότητας της με τον σοσιαλισμό

«“Μανούλα μην κλαις, καλή μου” της έλεγε εκείνος- “θα ζήσω πολύ ακόμα, θα γλεντήσω πολύ ακόμα μαζί σας, κι η ζωή, η ζωή είναι χαρούμενη, εύθυμη!” - “Αχ, αγαπημένε μου, ποια είναι η χαρά για σένα, αφού τη νύχτα καίγεσαι στον πυρετό και βήχεις, και το στήθος σου πάει να σπάσει”. -“Μαμά” - της απαντάει- “μην κλαις, η ζωή είναι παράδεισος κι είμαστε όλοι μας στον παράδεισο, αλλά δεν θέλουμε να το ξέρουμε αυτό, κι αν θέλαμε να το μάθουμε, όλος ο κόσμος θα γινόταν παράδεισος, αύριο κιόλας” [...] Στους υπηρέτες που έμπαιναν έλεγε συνεχώς; “Καλοί μου, ακριβοί μου, γιατί με υπηρετείτε, το αξίζω άραγε αυτό, να με υπηρετείτε; Αν με ευσπλαγχνιζόταν ο Θεός και μ' άφηνε να ζήσω, θα σας υπηρετούσα εγώ, διότι οι πάντες οφείλουν να υπηρετούν τους πάντες”. Η μητερούλα τον άκουγε και κούναγε το κεφάλι της: “Ακριβέ μου, λόγω της αρρώστιας μιλάς έτσι”. -“Μαμά, χαρά μου”, λέει, “δεν γίνεται να μην υπάρχουν αφέντες και δούλοι, αλλά, ας γίνω κι εγώ υπηρέτης των υπηρετών μου, έτσι ακριβώς όπως κι αυτοί δικοί μου. Και θα σου πω ακόμα, μητερούλα, ότι ο καθένας από μας είναι ένοχος απέναντι σε όλους και για όλα, κι εγώ περισσότερο από όλους” [...] -“Δεν είναι του κόσμου ετούτου ο γιος σας” -είπε ο γιατρός στη μητερούλα, την ώρα που εκείνη τον ξεπροβόδιζε ως την έξοδο- “λόγω της αρρώστιας αρχίζει να τα χάνει”».


Τι είναι φιλοσοφία: Έστω ότι η σκέψη συνάπτει, συμμαζεύει και διακρίνει εντός της χαοτικής ποικιλομορφίας του πραγματικού. Συνδέσεις -> διαρκής ενίσχυση της ικανότητας επιτέλεσης -ή, σε μια λιγότερο υποκειμενιστική διατύπωση, δεξίωσης- συνδέσεων. αύξηση εύρους, έκτασης, βάθους (ποιοτικά χαρακτηριστικά) και αριθμού (ποσοτικά) των δυνητικών συνδέσεων εντός ενός εμμενούς πεδίου, ούτως ώστε το κύκλωμα να διατηρείται "κλειστό", δηλαδή η όσο γίνεται ελεύθερη κυκλοφορία του ρεύματος να συνεχίζεται απρόσκοπτα και το έδαφος για αλληλεπιδράσεις να παραμένει ανοιχτό. Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης του χάους και ταυτόχρονα επωμισμού του. Λένε πως ο Μαρξ γράφει κάπου πως η πραγμάτωση της φιλοσοφίας θα επέλθει με την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου, και αντίστροφα. Ποιάς πανουργίας παιχνίδι είναι, που τείνω στο ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της πορείας της σκέψης μοιάζει ολοένα και περισσότερο να συναρτάται της ενδεχόμενης εξαφάνισης των σοσιαλιστικών ιδεών;

[Στο σημείο αυτό εμφανίζεται, μπροστά στο παράθυρο, το φάντασμα ενός Γερμανοεβραίου γενειοφόρου σταλινικού του 19ου αιώνα. "Τι... Τί θέλετε;" ψελλίζω. Ήρθε για να με βασανίσει; Το φάντασμα έρχεται με αργά, αποφασιστικά βήματα πίσω μου και ακουμπά το χέρι του στον ώμο μου. Η αμηχανία πλανάται στην ατμόσφαιρα σαν σκιά. "Αφήστε με, σας παρακαλώ", διαμαρτύρομαι ευγενικά. Για λίγο, καμιά αντίδραση. Έπειτα, η μορφή μουρμουρίζει κάτι σε ξένη γλώσσα, μου φαίνεται πως ακούω τη λέξη "δικτατορία" και, ίσως, τη λέξη "προτσές". Σφίγγει τα ατσάλινα δάχτυλα του στον ώμο μου. "Άσε με, ρε" φωνάζω επιχειρώντας μιαν απότομη συστροφή. Σιωπή.]


Ιντερλούδιο: Περί της αστικής στρατηγικής του "να πούμε"

«“Αφανάσι”, λέω, “χτες σε χτύπησα δυο φορές στο πρόσωπο, συγχώρα με” - του λέω. Εκείνος αναπήδησε, σαν να φοβήθηκε, με κοιτάζει, και βλέπω ότι αυτό δεν αρκεί, δεν αρκεί, και τότε, έτσι όπως ήμουνα, με τις επωμίδες μου, μπαμ, πέφτω στα πόδια του, με το μέτωπο να ακουμπάει το δάπεδο: “Συγχώρα με!” - λέω».

Θα μπορούσαν ίσως να δημιουργηθούν απορίες στον αναγνώστη από τα πολλά "να πούμε" που χρησιμοποιούμε στο λόγο μας, που είναι ζωντανός σαν ψάρι. Δεν είναι βέβαια σαφές το εύλογο των αποριών αυτών. Θα κάνω ωστόσο μια προσπάθεια να ξηγηθώ. Το "να πούμε" μπορεί δικαιολογηθεί με διάφορους τρόπους:

α) μέσω αυτού κοροϊδεύω τις λαϊκές εκφορές λόγου, αφού εκθέτω στον αναγνώστη πόσο γελοία ακούγεται η γλώσσα των αμόρφωτων εργατών και αγροτών, τουλάχιστον όπως εγώ τους φαντάζομαι να μιλούν. Για παράδειγμα γελούσα εις βάρος ενός εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ (μαοϊκών καταβολών) σε μια εκπομπή μεταξύ των δυο εκλογικών αναμετρήσεων, όταν είχε πει αντί οποιουδήποτε επιχειρήματος ότι "εδώ παίρνουνε του παιδιού το γάλα" (!)

β) αποδίδω φόρο τιμής στο Ρούσση (καμία σχέση μ' επαναστατικό "πόλεμο θέσεων"!) συγγραφέα Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, του οποίου οι ήρωες συχνά δε μπορούν να αρθρώσουν πρόταση αν δεν έχει μέσα δεκαπέντε "να πούμε". Εύκαιρο παράδειγμα ο λαϊκός γλεντζές Μίτια-Μίτενκα (Μήτσος-Μητσάρας) Καραμάζοφ. Έτσι κι εγώ, στο μυθιστόρημα που προσπαθώ να γράψω έχω βάλει αγράμματους χαρακτήρες που επαναλαμβάνουν δυο τρεις φορές αυτό που θέλουν να πουν, μπερδεύουν τα λόγια τους και δυσπιστούν απέναντι στις πολλές φιλοσοφίες - καταλαβαίνουν μόνο τις γνήσιες αλήθειες της πρακτικής σοφίας, δηλαδή αυτές που τους υπαγορεύει η κοινωνική τους καταγωγή.

γ) παράλληλα αυτοσαρκάζομαι, δεδομένου ότι με την εισαγωγή και μόνο αυτών των λαϊκότροπων εκφράσεων -το "να πούμε" αποτελεί ένα ενδεικτικό τμήμα- υπονομεύω την περισσότερο επίσημη πρόζα μου, εισάγοντας μια μη αποφασίσιμη διάσταση: τελικά τι είναι περισσότερο αληθές, ο Weltschmerz K. "χρησιμοποιεί" λαϊκές εκφράσεις για να κοροϊδέψει τις εξαχρειωμένες μάζες, ή τη διοικητική γραφειοκρατία του άψογου φορμαλισμού; Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει. Μου αρέσει να οξύνω τις αντιθέσεις εισάγοντας βίαια τέτοιες "χαμερπείς" εκφράσεις στην κανονική ροή του αστικού καθωσπρεπισμού, όπως για παράδειγμα στο κάτωθι απόσπασμα, όπου ένας χαρακτήρας εξομολογείται: "Καθώς απευθυνόταν σε μας, στεντόρειος ήταν του Κομισάριου η φωνή, επιβλητική, διαπεραστική: όπως εξηγούσε εις ακροατήριον φιλομαθές κι εργατικό τη νομοτέλεια του ιστορικού προτσές, μου ξέφυγε να πούμε ένα κλανίδι".

δ) μάλιστα η στάση αυτή έχει αγγίξει εσχάτως και τον προφορικό μου λόγο, δεδομένου ότι αυτός μοιάζει υπερβολικά με επίσημο έγγραφο. Οι φίλοι μου, χαμηλού επιπέδου στην πλειοψηφία τους από πλευράς γενικής κουλτούρας και γλωσσικής διαπαιδαγώγησης, με κοροϊδεύουν συχνά επειδή ο προφορικός λόγος μου παραείναι να πούμε επίσημος. Οπότε άρχισα να χρησιμοποιώ όλο και λαϊκότερες (και πιο ταιριαστές στους πατεράδες μας) εκφράσεις και λέξεις που μου αρέσουν: "κωλάδικα" (φοβερή λέξη!), "βγάλαμε τη βέμπελη" αντί για "έχει ζέστη", "γινήκανε" αντί για "έγιναν", "οβριός" αντί για "Εβραίος/Ισραηλίτης", "κουμουνιστής" αντί για "κομμουνιστής", "γεια σου, λεβέντη" ή "λεβεντιά μου" αντί για "τι γίνεται, ρε;" ή έστω "που 'σαι αγορίνα μου;" και πλήθος άλλων εκφράσεων. Για να χτυπήσω μάλιστα τον ευρωκεντρισμό μου χρησιμοποιώ πολλές τούρκικες καταλήξεις, ώστε να θυμίσω την ανατολίτικη καταγωγή των γραικών (λέω πχ πουστάκογλου αντί για ομοφυλόφιλος/γκέι) αλλά εις μάτην - και αυτή η στάση προξένησε τα πειράγματα των άξεστων, που θεώρησαν το γνήσιο, ρετρό, λαϊκότροπο ύφος μου επιτηδευμένο. Τελικά ο Βέλτζερ Χ. χρησιμοποιεί αυτού του είδους τις διατυπώσεις για να απομακρυνθεί από το λαό "πλησιάζοντας" τον ή το αντίστροφο; Δεν το ξέρω, αλήθεια δε το γνωρίζω. Να τι δηλώνω σταράτα και παντελονάτα (πεντακαθαρίδης να πούμε, παστρικές δουλειές): ο σοσιαλισμός είναι οβραίικη επινόηση, κάποια στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου θα 'ρθει η ώρα να διαλέξει κι εγώ διάλεξα και διαλέγω κάθε μέρα τη λεύτερη 'κονομία που τη δημιουργήσανε να πούμε οι αρχαίοι έλληνες (το 'πε η Αικατερίνη Μουτσάτσος στο "δεν είμαι γραική, είμαι σεληνίδα" βιντεάκι της κι εγώ τη μπιστεύω γιατί δε μπορώ ν' αρνηθώ τίποτα σε μιαν όμορφη κοπέλα, γι'αυτό δε τη μπέφτω να πούμε σε κνίτισσες, με το πιώμα μπορεί να κρυφτεί η σταλινική ασκήμια τους και να βρεθώ γραμμένος πουθενά - απελθέτω Φάδερ απ' εμού το ποτήρι τούτο).


--------------------------------------- IV ---------------------------------
Οι καμπάνες χτυπούν

«Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό, μα το καθεστώς που δημιούργησε αυτός, το καθεστώς του Κομμουνισμού δεν παραδέχομαι... Γιατί δεν υπέφερα εγώ για να χαρίσω με τα βάσανα μου και τους κόπους μου σε κάποιους άλλους την τελική χειραφέτηση, σε κάποιο επέκεινα της Ιστορίας. Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πως αυτός που το πρωί ήταν σκουπιδιάρης και χειρώνακτας εργάτης θα γράφει κριτική θεάτρου το απόγευμα, και πως ο ψαράς θα είναι σε θέση να σχολιάζει τον Ιονέσκο και τη γλυπτική του Γιόζεφ Μπόις στον ελεύθερο του χρόνο. Θέλω να τον δω τον θρίαμβο των καταπιεσμένων, αυτόν που τόσο αναγγέλλεται, και σας λέω ότι δε βλέπω τίποτε, παρά υποσχέσεις εκδίκησης. Αλλά η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, όπως η γλαύκα της Αθηνάς που ίπταται λένε το σούρουπο και φτάνει πάντοτε πολύ αργά. Και τί να την κάνω την εκδίκηση τους, τί να το κάνω, αν οι εκμεταλλευτές πάνε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Ποιό είναι το νόημα τώρα που σκάφτηκαν οι λάκκοι; Τι μπορεί να διορθώσουν στην περίπτωση αυτή τα στρατόπεδα, όταν το παιδί έχει ήδη βασανιστεί; Και τι χειραφέτηση θα 'ναι αυτή, όταν θα υπάρχουνε στρατόπεδα και ψυχιατρεία;... Λοιπόν, σας λέω πως δεν τη θέλω τη χειραφέτηση, όχι γι' άλλο λόγο, παρά από αγάπη για την ανθρωπότητα... Σαν πολύ την εκτιμήσανε τη χειραφέτηση, εδώ που τα λέμε, δεν είναι για την τσέπη μας, δεν μπορούμε να πληρώσουμε τόσα για το εισιτήριο της. Γι' αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο... Αυτό είναι όλο. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό, μονάχα το εισιτήριο σας επιστρέφω μ' όλον τον απαιτούμενο σεβασμό».


Τρία από τα πλέον ενδιαφέροντα ιστολόγια που γνώρισα, με τη σειρά που τα συνάντησα, είναι: το Radical Desire, το Left Liberal Synthesis και το Τάξ(ε)ις και Ηθική. Έπεσα πάνω στο πρώτο αρχές Νοεμβρίου του 2010, αν δεν κάνω λάθος, ελάχιστες ημέρες πριν τη δημιουργία του μικροαστικού ιστολογίου που διαβάζετε, και πριν τον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών. Όταν διάβασα κάποια ανάρτηση για πρώτη φορά, ψάχνοντας κάτι για τον "ξεμωραμένο γέρο" Αλαίν Μπαντιού -για τον οποίο ετοιμάζω εδώ και μήνες ένα εισαγωγικό κείμενο-, αισθάνθηκα κάτι αντίστοιχο με την πρώτη φορά που διάβασα Κάφκα, ή άκουσα Joy Division, ανεφώνησα δηλαδή: "Αυτό είναι!", ή: "Αυτό έψαχνα!", και: "Αυτό θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κι εγώ!" Το RD είναι ανοιχτό λειτουργώντας ως διαδικτυακό αρχείο, και ως δείκτης παραπομπής στην άτυπη (α)συνέχεια του, το Lenin Reloaded. Πριν περίπου ένα χρόνο, ακολουθώντας έναν θερμό πολιτικά Ιούνη, και έχοντας υποστεί κάποιες ρωγμές στο πέρασμα του χρόνου, υποκαταστάθηκε (στα μάτια ενός μικροαστού, πάντα) από το LR που στοχεύει κυρίως στην Kομμουνιστική διαπαιδαγώγηση εργατών. Το ιστολόγιο του LLS ενίσχυσε την πεποίθηση μου ότι στον πλουραλισμό κρύβεται το "μυστικό", αν και μυστικό δεν υπάρχει. Ακόμη και στις αντιρρήσεις, όπως την αμηχανία μπροστά στην ιδιοποίηση του Χάγεκ, ο LLS μου υπενθύμισε ότι λαμβάνουν χώρα ενδιαφέρουσες διεργασίες, οι οποίες δεν παύουν ποτέ, ακόμη και κατά την πλέον σιωπηρή νύχτα. Βρίσκονται πάντοτε εν εξελίξει, στο περιθώριο, ή στο μεσοδιάστημα, σε κάθε περίπτωση μακριά από τις γραφειοκρατίες. Είναι ένα συντροφικό ιστολόγιο. Τελευταίο γνώρισα το μπλογκ του Ονειρμού, το οποίο δεν υπάρχει πια. Νομίζω πως άρχισα να το διαβάζω λίγο πριν το καλοκαίρι -μολονότι ήξερα τον διαχειριστή ως σχολιαστή στο LR, από τους καλύτερα καταρτισμένους κι ενδιαφέροντες, μαζί πχ με τον Σμιρνόφ-, κι εν πάση περιπτώσει συστηματικά από τον Αύγουστο κι έπειτα, επειδή αυτός ο Ονειρμός μου έγινε να πούμε τσιμπούρι κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή έγινε ο μοναδικός που άφηνε σχόλια (!) σε αυτό εδώ το ιστολόγιο το μικροαστικό (ελπίζω να μην ήταν και ο μοναδικός που διάβαζε τα κείμενα). Κάπως έτσι κάθησα και διάβασα αρκετά προγενέστερα κείμενα του, σχεδιάζοντας την -άδοξη- απάντηση μου και αποθηκεύοντας αρκετά εν όψει του χειμώνα - και φχαριστώ τον Χριστό γι' αυτή μου την έμπνευση, να πούμε, γιατί στη διάρκεια των εβδομάδων που δούλευα αυτή την ανάρτηση (!) αποφάσισε να το καταργήσει (ο Ονειρμός, όχι ο Χριστός). Οι καμπάνες χτυπούν, το Τάξ(ε)ις και Ηθική δεν υπάρχει πια.

Από τα τρία αυτά ιστολόγια κράτησα κάτι. Η περίπτωση του RD είναι ασφαλώς ο οδοδείκτης, που είναι αδιαχώριστος από τον ιδεατό προορισμό. Στην περίπτωση του εγχειρήματος της υπερφιλελεύθερης αριστεράς, είναι η ενίσχυση της ελπίδας ότι Χριστός, Μαρξ, Νίτσε, Κάφκα και Νέγκρι δείχνουν το μονοπάτι, ότι ο ελευθεριακός κομμουνισμός μπορεί να μας προκύψει κατά τύχη, και οι νεκροί να δικαιωθούν. Στην τρίτη και τελευταία περίπτωση, δε θα ήθελα να αναφέρω ποιο νομίζω πως είναι το μάθημα που άντλησα. Αναρωτιέμαι μονάχα εάν είχε ο διαχειριστής του ιδέα του πόσο σημαντική (σλουρπ!*) ήταν η δουλειά του για κάποιους, του πόσο σημαντική (σλουρπ!!) θα μπορούσε να γίνει για κάποιους άλλους στο μέλλον. Στο κείμενο για τους Αγανακτισμένους που αναδημοσίευσα -κάτι σαν μακροσκελές ρέκβιεμ του Τάξ(ε)ις και Ηθική, όπου συγκεφαλαιώνεται η εξέλιξη που είχε ήδη διαγραφεί στις τελευταίες παρεμβάσεις του, η εξαιρετικά φιλόδοξη και ταπεινή συνάμα απόπειρα σύνθεσης μαρξισμού, Ντελέζ και θεωρίας συστημάτων-, γίνεται φανερό ότι αυτός που έχουμε μπροστά μας είναι από μεγάλη πάστα (σλουρπ!!! Αυτό που λέμε στοχαστής μεγάλου διαμετρήματος, αντίστοιχου των πυραυλικών συστημάτων του Ισρ... της Βόρειας Κορέας).

Τρία ιστολόγια. Ένα έμεινε ανοιχτό ως αρχείο, ένα διαλύθηκε. Να ανησυχεί άραγε ο LLS;

* σλουρπ = ήχος γλειψίματος.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Η απελευθερωτική δύναμη της ομότιμης παραγωγής


Του Δημήτρη Αργυρού



Ένα ακόμη ενδιαφέρον κείμενο από τον φίλο και σύντροφο Δ. Αργυρό. Και το σχόλιο που του άφησα από κάτω: "Σύντροφε, είναι λυπηρό το ότι δεν έχεις καταλάβει τη νομοτελειακή πορεία του ιστορικού προτσές προς τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό, ρίχνοντας νερό στον μύλο του σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Σου συστήνω ανάγνωση των Θέσεων του Κόμματος για να απαλλαγείς από τις οπορτουνίστικες ροπές, που καταλήγουν στο ότι οι Πειρατές είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα της εποχής μας."
-Weltschmerz K.




Ομότιμος(ισόβαθμος ή ισότιμος , με ίση τιμή) πολίτης είναι ο πολίτης που συνεισφέρει, αγωνίζεται για ένα ομότιμο κίνημα, για μια ενεργή πλυθηντικότητα που δημιουργεί την κοινότητα των κοινών. Για την κοινωνία των ελεύθερων συνεταιρισμένων ομότιμων παραγωγών ,όχι ακόμη στο κόσμο της υλικής παραγωγής, μα στο κόσμο της πληροφορίας. Που βέβαια δεν είναι άμεσα υλική παραγωγή, μα απόρροια υλικών παραγωγικών διαδικασιών, ιδιαίτερα στο πεδίο του κοινωνικού διαδικτύου. Και απ αυτή την οπτική η πληροφορία είναι υλη, όπως υλη είναι και η ενέργεια και όχι απλώς η μάζα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις βορειοδυτικές εκδόσεις το ομότιμο μανιφέστο από τον οικονομολόγο Βασίλη Κωστάκη. Το μανιφέστο- σύμφωνα και με την ομότιμη φιλοσοφία- μπορούμε να το βρούμε και να το κατεβάσουμε δωρεάν από το διαδίκτυο.( http://issuu.com/voreiodytikes/docs/omotimomanifesto).

Το ομότιμο μανιφέστο έχει ως υπότιτλο: Δημιουργώντας τον κόσμο που θέλουμε, μέσα στον κόσμο που θέλουμε να ξεπεράσουμε. Ένας υπότιτλος που μας οδηγεί στις απαρχές της μαρξικής σκέψης που υποστήριζε πως η νέα κομμουνιστική κοινωνία δημιουργείτε στα σπλάχνα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είτε διαμέσου των νέων παραγωγικών δυνάμεων της βιομηχανίας, είτε το σημαντικότερο διαμέσου της νέας τεχνολογίας των υπολογιστών της ρομποτικής, της νανοτεχνολογίας και τελευταία, τελευταία της τρισδιάστατης εκτύπωσης.( http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B7_%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7), (http://www.tovima.gr/science/article/?aid=355993).

Παραγωγικές εξελίξεις που δίνουν αέρα στις εξέλιξη του σύγχρονου κόσμου, αυξάνοντας τις παραγωγικές ικανότητες, μετατρέποντας την επιστήμη σε άμεση παραγωγική δύναμη και το πεδίο της γενικής διάνοιας σε άμεσο πεδίο επαναστατικών απελευθερωτικών αλλαγών και διαδικασιών.

Στην πραγματικότητα οδηγούμαστε σε ένα κόσμο όπου το υλικό κόστος παραγωγής πολλές φορές τείνει στο μηδέν, με αποτέλεσμα- όπως λέει και το ομότιμο μανιφέστο- «ο σχεδιασμός, ο προγραμματισμός, οι λέξεις, ο κώδικας των αγαθών καθορίζει αποφασιστικά το τελικό κόστος και συνεπώς την αγοραστική τους αξία». Μιλάμε δηλαδή για μια καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία που ο νόμος της αξίας έχει πληγεί ανεπανόρθωτα και η πρόσοδος ή το πατεντάρισμα της πληροφορίας, της ιδέας, του λογισμικού παίζει καθοριστικής σημασίας στην παραγωγή και στην εκμετάλλευση των αξίων χρήσης. Για αυτό το λόγο και ο αγώνας από την πλευρά των κυριάρχων καπιταλιστικών τάξεων να παντετάρουν τα πάντα και να ιδιωτικοποιήσουν την γενική διάνοια.

Στο πεδίο λοιπόν της πληροφορίας και του λογισμικού διεξάγεται ένας σύγχρονος ταξικός αγώνας ενάντια στο πατεντάρισμα και στο έλεγχο της πληροφορίας. Ένας ταξικός αγώνας που αντίθετα από τους αγώνες του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, δεν στοχεύει στην καλύτερη πώληση ή στην καλύτερη διαχείριση της παραγωγικής ευφυΐας του πλήθους, μα στην ομότιμη απελευθέρωση της πληροφορίας, που είναι μια ελεύθερη συλλογική διαδικασία.

Σε αυτόν τον πόλεμο από την μια πλευρά έχουμε τους ιδιοκτήτες πλατφορμών που στηρίζονται σε 2 τύπους ανταλλακτικής εμπορευματικής οικονομίας: την οικονομία της συσσώρευσης και στην οικονομία της εργολαβίας του πλήθους. Στην πρώτη οι δικτυοκράτες-όπως το facebook, you tube- εμπορεύονται την επισκεψιμότητα και την δημοφιλία των μέσων ή πουλάνε ειδικές υπηρεσίες στους χρήστες ή στις επιχειρήσεις. Βέβαια η χρησιμοποίηση της έννοιας οικονομίας της συσσώρευσης από το ομότιμο μανιφέστο, νομίζω- μπορεί να κάνω και λάθος- πως δεν είναι και η πλέον εύστοχη, σε αυτή την περίπτωση. Νομίζω πως δεν συσσωρεύεται κάτι, κέρδος έτσι κι αλλιώς συσσωρεύεται και στις δυο περιπτώσεις. Μια νέου τύπου φεουδαρχική πρόσοδος επί της χρησιμοποίησης του τόπου και του πεδίου γίνεται.

Απεναντίας συσσώρευση υπάρχει στην οικονομία της εργολαβίας του πλήθους όπου οι χρήστες, το πλήθος- παράγει αξία, μια ανταλλακτική αξία- και αγοράζεται από τις επιχειρήσεις, κάτι παρόμοιο δηλαδή με την μισθωτή σχέση. Και αυτό που συσσωρεύεται δεν είναι άλλο από υπεραξία, που μετατρέπεται σε νεκρή εργασία, δηλαδή κεφάλαιο.

Από την άλλη πλευρά του δικτυακού οδοφράγματος έχουμε τις ομότιμες πλατφόρμες. Μιλάμε για τα εκατοντάδες εγχειρήματα ελεύθερου λογισμικού/λογισμικού ανοικτού κώδικα(ΕΛ/ΛΑΚ),την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Wikipedia, το Mozilla firefox, τις πλατφόρμες διάθεσης πολιτιστικών προϊόντων, τα νομικά εργαλεία κατοχύρωσης και διάθεσης πνευματικών δημιουργημάτων(creative commons) ή τις άδειες γενικής χρήσης( general puplic licens), τις κολεκτίβες που διαμοιράζεται υποτίτλους έργων, τις κολεκτίβες των hackerspace, και τα ιστιολόγια ενημέρωσης. Ενώ ας μην ξεχνάμε τον αγώνα χωρών της Αφρικής για να σπάσει η πατέντα των πανάκριβων φαρμάκων του aids.

Πρόκειται για ένα συνειδητό κόσμο ελεύθερης συλλογικής και ατομικής δημιουργικότητας, με τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες που υπερβαίνουν τα κλειστά συστήματα δικτυοκρατών. Και κυρίως παράγουν ένα κόσμο πλεονάσματος ελευθερίας και απίστευτου πλούτου, πλούτου μη-υλικού, πλούτου συναισθηματικού.

Πρόκειται για μια συμμετοχική διαδικασία αυτοκυβέρνησης και αυτοοργάνωσης, με βάση την δικτυακή δομή από τα κάτω προς τα πάνω, που δημιουργεί προϋποθέσεις ισορροπίας του ατομικού και του συλλογικού. Δίνοντας ένα άλλο νόημα στην ιδέα και στην προοπτική της κοινοκτημοσύνης, δηλαδή στην ιδέα και στην προοπτική του κομμουνισμού, για να μη φοβόμαστε τις λέξεις.

Και ναι αυτή η προοπτική έρχεται να δώσει άλλο νόημα στην δημοκρατία, μια άμεση δημοκρατία και να αντικαταστήσει την ελεύθερη αγορά, σε αντίθεση με ότι λέει στην σελίδα 28 το ομότιμο μανιφέστο, «η ομότιμη διακυβέρνηση δεν ήρθε να αντικαταστήσει την ελεύθερη αγορά ή την δημοκρατία». Άλλωστε όπως λέει στην σελίδα 31 το μανιφέστο: «Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την αντικαπιταλιστική ρητορική, χάριν μιας μετακαπιταλιστικής δημιουργικής συνεργίας». Και σε αυτή την συνεργία δεν χωράει η ελεύθερη αγορά, αλλά η ελεύθερη συνεργασία των συνεταιρισμένων παραγωγών.

Φυσικά το ζητούμενο ο κομμουνισμός της ομότιμης παραγωγής στο πεδίο της πληροφορίας να εξαπλωθεί στο πεδίο της συνολικής υλικής παραγωγής. κάτι που φαντάζει ουτοπία, ιδιαίτερα σήμερα. Ή μήπως δεν είναι έτσι και μια τέτοια οικονομική και κοινωνική μεταβολή είναι η απάντηση στα αδιέξοδα της κρίσης.

Και σε αυτό το σημείο το μανιφέστο-παρόλο που κάνει κάποιες αναφορές ούτε μπορεί, ούτε δίνει απαντήσεις. Επηρεασμένο από απόψεις σαν αυτές του Νέγκρι δεν απαντάει στα πολιτικά προκείμενα που ανοίγονται. Βέβαια θα το αδικούσαμε αν το εντάσσαμε σε αυτό το ρεύμα που οι παραδοσιακοί κομμουνιστές το ονομάζουν ουτοπικό σοσιαλισμό. Αντίθετα τα επιστημονικά δεδομένα του μανιφέστου από πολλές πλευρές είναι πιο ισχυρά από τα ιδεολογήματα του σοβιετικού μαρξισμού.

Το ότι αναδεικνύει το φρέσκο αέρα της ουτοπίας- ως αυτού που δεν υπάρχει ακόμη, όπως θα έλεγε και ο Ε. Μπόχ, η όπως το ορίζει ο Ε. Γκαλεάνο, ως μια διαδικασία που ξεμακραίνει, όσο πάμε να την πιάσουμε- είναι στα θετικά του κειμένου.

Αυτό όμως που μπορούμε με σχετική βεβαιότητα- αβεβαιότητα είναι πως: Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, της επιστήμης, της γενικής διάνοιας, η ρομποτική, η τρισδιάστατη εκτύπωση, τα αυτόνομα συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε μικρή κλίμακα με ανανεώσιμες πηγές, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο που μπορεί να πατήσει μια τέτοια γενικευμένη απελευθερωτική διαδικασία

Το θέμα είναι αν υπάρξει πολιτική βούληση για μια τέτοια εξέλιξη και ποιες είναι οι δυνάμεις που θα το παλέψουν και θα το κάνουν πράξη. Να πεδίο δόξης λαμπρό για την αριστερά και για τα κοινωνικά κινήματα. Που από τα σήμερα πρέπει με όλα τα μέσα να ενισχύσει αυτή την προοπτική, μιλώντας μέσα από τη ποίηση του μέλλοντος. Απελευθερώνοντας τις ομότιμες δυνάμεις της κοινωνίας των κοινών όταν και όπου κατακτήσουν την εξουσία.

Δημήτρης Αργυρός

http://snuproject.wordpress.com/2011/11/09/p2p-and-utopia-via-p2p-foundation/

http://www.creativecommons.gr/

http://www.kostakis.org/

http://www.creativecommons.gr/?p=971

http://voreiodytikes.blogspot.gr/2012/11/blog-post_3876.html