Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012
Για ένα μαζικό, δημοκρατικό, αριστερό κόμμα
Αναδημοσίευση από Red Notebook
Της Ελένης Πορτάλιου
Το θέμα της ριζικής αναμόρφωσης του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να γεννηθεί ένα μαζικό, δημοκρατικό, αριστερό κόμμα, όπως το διατύπωσε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας σ. Αλέξης Τσίπρας, έχει ήδη τεθεί εκ των πραγμάτων, στη διάρκεια της πυκνής προεκλογικής περιόδου, όπου και αναδείχθηκαν όλες οι δομικές παθογένειες μαζί με τις ενδιάθετες δυνατότητες του ΣΥΡΙΖΑ.
Η συζήτηση για τους νέους θεσμούς δεν πρέπει να έχει εργαλειακό χαρακτήρα ή να τακτοποιεί παρελθούσες εκκρεμότητες και να ρυθμίζει νέες ισορροπίες. Η εμπιστοσύνη του λαού μάς υποχρεώνει να γίνουμε στοχαστικοί και δημιουργικοί, να επινοήσουμε, συνθέτοντας θεωρία και εμπειρία, μια σύγχρονη μορφή πολιτικού φορέα, ο οποίος θα αντλεί από το παρελθόν και θα παραπέμπει στο μέλλον της νέας κοινωνίας. “Βρισκόμαστε σήμερα”, λέει ο Σλαβόϊ Ζίζεκ, “στο διαμετρικά αντίθετο σημείο από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν η Αριστερά ήξερε «τι να κάνει» (να εγκαταστήσει τη δικτατορία του προλεταριάτου), αλλά έπρεπε να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα, δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, αλλά οφείλουμε να δράσουμε τώρα, γιατί οι επιπτώσεις της μη δράσης θα είναι ολέθριες. Θα αναγκαστούμε να δράσουμε «σαν να είμαστε ελεύθεροι»”.
Η συζήτηση για την κρίση των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων
Ο σκοπός της δικτατορίας του προλεταριάτου, μέσα σε συνθήκες ανελέητης καταστολής, δημιούργησε το προλεταριακό κόμμα της πρωτοπορίας των αποφασισμένων κομμουνιστών, τους οποίους συνείχε η σιδηρά πειθαρχία. Η συζήτηση για το κόμμα στις επαναστατικές δεκαετίες, από το 1960 μέχρι το 1980, γίνεται στο πλαίσιο της αναγνώρισης της κρίσης του μαρξισμού και των ιστορικών κομμουνιστικών κομμάτων της δύσης και στον ορίζοντα της ρήξης με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που ονομάστηκαν υπαρκτός σοσιαλισμός και κατέρρευσαν λίγο αργότερα. Ο χαρακτήρας του κόμματος αναζητήθηκε τότε στο πλαίσιο της πολιτικής θεωρίας και πράξης, στους ταξικούς λαϊκούς αγώνες και στη σχέση του κόμματος με το κράτος. Αυτή η σχέση αποτελεί και σήμερα, από πολλές πλευρές, σημείο κλειδί για τον χαρακτήρα του κόμματος. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε το κράτος ήταν (και είναι) καταλυτικός στη θεωρητική προσέγγιση και την υλική μορφή του επαναστατικού κόμματος.
Όπως επεσήμαινε ο Μπαλιμπάρ σε μια συζήτηση για το κόμμα “η εικόνα ενός πρωτόγονου εργατικού κινήματος που στρατοπεδεύει «εκτός των τειχών» είναι εσφαλμένη γιατί, εφόσον οι μάζες ποτέ δεν βρίσκονται «εκτός κράτους», ούτε το εργατικό επαναστατικό κίνημα βρίσκεται ποτέ «εκτός κράτους»”. Απέναντι στη προσέγγιση του κράτους ως οχυρού της κυρίαρχης τάξης και ως ενδογενούς οντότητας, που παραπέμπει στην εξωτερικότητα των κυριαρχούμενων τάξεων, ο Νίκος Πουλαντζάς διατυπώνει τη ριζοσπαστική θέση : το κράτος, όπως και το κεφάλαιο, πρέπει να θεωρείται ως σχέση, “ακριβέστερα ως η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων, έτσι όπως αυτός εκφράζεται, πάντοτε με ειδικό τρόπο, μέσα στο Κράτος”.
Οι κυρίαρχες τάξεις υπάρχουν στο κράτος διαμέσου μηχανισμών και υπό την ενότητα της ηγεμονικής μερίδας, ενώ οι κυριαρχούμενες με τη μορφή εστιών αντιπαράθεσης στην εξουσία των κυρίαρχων. Αυτή η παρουσία των λαϊκών τάξεων, απόρροια της άσκησης πολιτικής από τα αριστερά κόμματα και τα λαϊκά κινήματα αλλά και των αντιφάσεων που παράγει ο κοινωνικός ανταγωνισμός, ιδιαίτερα στους τομείς του κοινωνικού κράτους (το αριστερό κράτος που έλεγε ο Μπουρντιέ), δεν σημαίνει ότι οι λαϊκές τάξεις μπορούν να κατακτήσουν μέσα στο κράτος εξουσία χωρίς τον ριζικό μετασχηματισμό του. Άλλωστε, όπως το διατυπώνει ο Ρανσιέρ, “η δημοκρατία ουδέποτε ταυτίζεται με μια νομικοπολιτική αρχή. Τούτο δε σημαίνει ότι είναι αδιάφορη απέναντί της. Σημαίνει ότι η εξουσία του λαού βρίσκεται πάντα εντεύθεν και εκείθεν μορφών τέτοιου είδους”. Αν, λοιπόν, το κράτος δεν είναι μηχανή που καταστρέφεται αλλά σχέσεις που ανατρέπονται ή/και καταργούνται βαθμιαία, η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου στο σοσιαλισμό παραπέμπει στο σταδιακό μαρασμό του κράτους και στην ανατροπή των μηχανισμών του, ύστερα από μια ριζική τομή/ρήξη όταν αναλαμβάνει την κυβέρνηση και σταδιακά την εξουσία η αριστερά, ως αντίπαλη δύναμη στο αστικό μπλοκ εξουσίας.
Ήδη, από το τέλος της δεκαετίας του 1970, οι αστικές τάξεις της Ευρώπης, για ν’ αναφερθούμε μόνο σ’ αυτές, αποποιούνται σταδιακά τα κοινωνικά συμβόλαια και ο κεϋνσιανισμός χάνει την ισχύ του από τις παγκόσμιες και εθνικές ανακατατάξεις, μέσα από τις οποίες αναδύεται ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός ως απάντηση του κεφαλαίου στην κρίση του. Ο νεοφιλελευθερισμός μετασχηματίζει ριζικά τις πολιτικές λειτουργίες του κράτους και τον χαρακτήρα των δυτικών δημοκρατιών. Η νέα μορφή κράτους – η συναινετική, αυταρχική δημοκρατία – αφορά σε μια “γενικότερη μετάθεση των διαδικασιών νομιμοποίησης από τα πολιτικά κόμματα προς την κρατική διοίκηση, της οποίας ήταν προηγουμένως προνομιακοί συνομιλητές”. Τα αστικά κόμματα χάνουν την ιδεολογική τους λειτουργία, που μεταφέρεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την παραδοσιακή αντιπροσωπευτική τους λειτουργία απέναντι στις τάξεις και τις μερίδες τις οποίες εκφράζουν. Τα παραπάνω συνεπάγονται κρίση των αστικών κομμάτων, συρρίκνωση της όποιας συμμετοχικής διαδικασίας των μελών τους, ενδυνάμωση των αρχηγών, των κλειστών συγκεντρωτικών επιτελείων και των τεχνοκρατών.
Η κρίση αυτή επηρεάζει τα εργατικά, αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα, που κινούνται μ’ ένα τρόπο στο πεδίο του κράτους ή/και τείνουν να αντιγράφουν μορφές αστικών κομμάτων, συνήθως όταν μετέχουν ή διεκδικούν να μετάσχουν στην εξουσία. Η μετεξέλιξη των σοσιαλιστικών κομμάτων καταλήγει στη μετάθεση των διαχωριστικών γραμμών αριστεράς-δεξιάς και στην ανάληψη από τα κόμματα αυτά ενός συμπληρωματικού με τα δεξιά ρόλου στο κυρίαρχο αστικό πολιτικό σύστημα. Η κρίση των κομμουνιστικών κομμάτων είναι κυρίως ενδογενής και αφορά στη σχέση που οικοδομούν με την κοινωνία και στη μη έγκαιρη πρόσληψη και κατανόηση των μετασχηματισμών που χαρακτηρίζουν τις κυριαρχούμενες τάξεις μετά την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Η εργατική τάξη, ευρύτερα τα λαϊκά στρώματα, αποκτούν νέα χαρακτηριστικά τόσο γιατί η παραγωγή υπεραξίας δεν έχει πια ένα μοναδικό κέντρο, έναν τόπο – το εργοστάσιο, όσο και γιατί οι θεωρούμενες ως δευτερεύουσες αντιφάσεις του καπιταλισμού, όπως αυτή ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, αναδεικνύονται δυναμικά στο κοινωνικό και πολιτικό προσκήνιο και ωθούν στην εμφάνιση νέων κοινωνικών κινημάτων και νέων λαϊκών αντιστάσεων. Πάλι ο Νίκος Πουλαντζάς, τονίζοντας τη σημασία αυτών των κινημάτων, πολυταξικών από τη φύση τους, διείδε την υστέρηση των εργατικών κομμάτων “τα οποία οργανώθηκαν στην κοινωνία με κυρίαρχο άξονα τις αντιφάσεις μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό – δηλαδή στα εργοστάσια (διώνυμα κόμμα-συνδικάτα, κράτος - επιχειρήσεις)”. Η αναγνώριση της παρουσίας των νέων αντιφάσεων και των νέων χαρακτηριστικών της εργατικής τάξης γίνεται μεν στο τέλος της δεκαετίας του ’80 από τα κόμματα, αλλά ή συμβαδίζει με την αποκομμουνιστικοποίησή τους (ΙΚΚ, ΚΚΕεσωτ.), στο πλαίσιο όχι μιας επανεξέτασης των σχέσεών τους με την εργατική τάξη αλλά αποστασιοποίησης τους από αυτή, ή δεν συμβάλλει σε ριζικές αλλαγές στο εσωτερικό τους (ΓΚΚ).
Νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και η άνοδος των κοινωνικών κινημάτων
Εν τω μεταξύ, το κράτος της αυταρχικής συναινετικής δημοκρατίας συγκροτεί σταδιακά, μετά το 1980, τη συναίνεση και τη δημοκρατία στην αγορά, δηλαδή σ’ ένα πεδίο σχέσεων όπου η ελευθερία και η ατομικότητα του καταναλωτή ταυτίζονται ή υποκαθιστούν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του πολίτη της αστικής δημοκρατίας. Ο πολίτης μεταφέρει την πολιτική του υπόσταση σ’ ένα μη πολιτικό χώρο, απεξαρτάται από κάθε μορφή κοινωνικού και πολιτικού θεσμού, αναχρονιστικού ή νέου, ο οποίος παραπέμπει σε οργανωμένες μορφές κριτικής και αμφισβήτησης της αστικής κυριαρχίας. “Το «κοινωνιολογικό» πορτρέτο της πρόσχαρης μεταμοντέρνας δημοκρατίας σηματοδοτούσε την καταστροφή της πολιτικής που είχε πλέον υποδουλωθεί σε μια μορφή κοινωνίας, στο πηδάλιο της οποίας βρισκόταν μόνο ο νόμος της καταναλωτικής ατομικότητας” υπογραμμίζει ο Ρανσιέρ.
Είναι η περίοδος που η κρίση των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων της δύσης, τα οποία δεν μετεξελίχθηκαν σε λιγότερο ή περισσότερο συστημικά κόμματα, οξύνεται και διακυβεύεται η ύπαρξή τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η κρίση καθορίζεται από αντιφάσεις που ανακύπτουν ως υπαρξιακά ερωτήματα μετά την κατάρρευση των καθεστώτων σοβιετικού τύπου κι ενώ δεν είναι ακόμα σε θέση να περιλάβουν στην πολιτική και τη φυσιογνωμία τους τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Πίσω, όμως, από την καταναλωτική δημοκρατία και το πλαστικό χρήμα, το οποίο προσέδεσε στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ευρύτατα λαϊκά στρώματα, ανεβαίνουν στη σκηνή της ιστορίας οι νέοι κολασμένοι της γης, αυτοί και αυτές που πολλαπλασιάζουν τις στρατιές των ανέργων, των επισφαλώς εργαζομένων, των ανασφάλιστων, των αστέγων, των χωρίς χαρτιά, των “περιττών” ανθρώπων, όπως θα τους χαρακτηρίσει αργότερα ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και οι οποίοι αποτελούν τους παρίες των δυτικών κοινωνιών - αρχικά το 1/3 του πληθυσμού και σήμερα πολύ περισσότεροι. Όλοι αυτοί συναντούν μέσα από τα ριζοσπαστικά κινήματα που δημιουργούν, το διεθνές κίνημα των αγροτών, το οικολογικό κίνημα για τη σωτηρία του πλανήτη, τα κινήματα για τον έλεγχο των χρηματαγορών και τη διαγραφή του χρέους του Τρίτου Κόσμου και τα, κατ’ εξοχήν παγκόσμια, αντιπολεμικά και αντιρατσιστικά κινήματα.
Τα κινήματα αυτά ενεργοποίησαν τα αριστερά κόμματα ενώ το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, που αποτέλεσε το επιστέγασμα των νέων κινημάτων, τους έδωσε το φιλί της ζωής. Πρώτον, γιατί τα κόμματα έλαβαν μέρος με τα μέλη τους και συχνά πρωτοστάτησαν στην παγκόσμια αμφισβήτηση της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας (Κομμουνιστική Επανίδρυση, Λίγκα, ΓΚΚ, Ισπανική Αριστερά, οι μετέπειτα συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ) και, δεύτερον, γιατί κατανόησαν την ανάγκη ανατροπών στην πολιτική και τη φυσιογνωμία τους ώστε ν’ αντιστοιχηθούν στην κοινωνική πραγματικότητα που έκαναν ορατή τα κινήματα. Τα αριστερά κόμματα βίωναν, όμως, ακόμη τον απόηχο ενός παρελθόντος εσωτερικών διασπάσεων και ασαφούς ταυτότητας, δηλαδή αντιμετώπιζαν μια βαθιά κρίση την οποία, με τις ενέσεις κοινωνικού οξυγόνου, άρχισαν να υπερβαίνουν σταδιακά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη ενότητας της αριστεράς αλλά δεν θα είχε υπάρξει ποτέ χωρίς την ενωτική παρακαταθήκη του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Παρ’ όλ’ αυτά, ο υπέρτατος σκοπός των αγώνων ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό, τον ρατσισμό και τον πόλεμο και των εθνικών λαϊκών αγώνων, δεν στάθηκε ικανός να φέρει στο ύψος των περιστάσεων τον ΣΥΡΙΖΑ, που πέρασε από σαράντα κύματα εσωτερικών κλυδωνισμών μέχρι να βρει το δρόμο της αριστερής πολιτικής, η οποία ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας.
Τα συμπεράσματα που προκύπτουν για τα αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα στην Ευρώπη και για την υπέρβαση της κρίσης τους, είναι πολλά, το κύριο, όμως, αφορά στην ίδια την ύπαρξή τους. Υπάρχουν με τρόπους γόνιμους και παραγωγικούς μόνον όταν εργάζονται πάνω στις μεγάλες κοινωνικές αντιφάσεις και ταξικές συγκρούσεις.
Εδώ ξαναπιάνουμε το νήμα της ιστορικής (όχι συγκυριακής) ταυτότητας/φυσιογνωμίας των αριστερών κομμάτων σήμερα, έχοντας αναφερθεί ήδη σε μια πορεία κρίσης, αποσύνθεσης και ανάκαμψής τους με κινητήριο μοχλό την κοινωνική δυναμική.
Ιστορική εμπειρία και σύγχρονα χαρακτηριστικά ενός μαζικού, δημοκρατικού, αριστερού κόμματος
Τα αριστερά κόμματα πρέπει να αντιστοιχούν στις κοινωνικές ανάγκες και στα ιστορικά χαρακτηριστικά των κυριαρχούμενων τάξεων. Όπως το κράτος δεν διαθέτει μια υπεριστορική ουσία, έτσι και τα αριστερά κόμματα δεν είναι ούτε συγκυριακά μορφώματα ούτε υπεριστορικοί θεσμοί. Αν ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία ως στρατηγικός στόχος, παραπέμπει σ’ ένα αστερισμό κομμάτων και κινημάτων σε διαλεκτική ένταση μεταξύ τους, όπως θα έλεγε ο Νίκος Πουλαντζάς, ποια μπορεί να είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός αριστερού κόμματος σήμερα ; Η θεωρητική και πρακτική εμπειρία των αριστερών και κομμουνιστικών κομμάτων ιστορικά και τα σημαντικά νέα διακυβεύματα που αναδεικνύει η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, αποτελούν τα συμφραζόμενα των δυνατών απαντήσεων. Τα παρακάτω σημεία αφορούν θέματα που, κατά τη γνώμη μου, βρίσκονται στον πυρήνα μιας σύγχρονης προβληματικής για το κόμμα.
Σημείο 1. Το σύγχρονο αριστερό κόμμα επιδιώκει να είναι μαζικό. Τα ιστορικά επαναστατικά κόμματα υπήρξαν μαζικά, όμως με ρητό διαχωρισμό ανάμεσα σ’ ένα μέσα κι ένα έξω, σε μια πρωτοπορία που επεξεργάζεται εσωτερικά και εξάγει τη σοσιαλιστική θεωρία και τις αντίστοιχες πρακτικές στην εργατική τάξη. Σήμερα ξέρουμε ότι η ιδεολογία δεν αποτελεί μια ένθετη υπερδομή στην υλική βάση αλλά είναι παρούσα στις σχέσεις παραγωγής και τις κοινωνικές σχέσεις και ότι οι ιδέες, οι αντιλήψεις και οι αντιφάσεις τους κυκλοφορούν ελεύθερες παντού όπου ζουν και εργάζονται οι λαϊκές τάξεις.
Η πραγματικότητα αυτή δεν αποσυνδέει σε καμία περίπτωση την πολιτική από τα ιδεολογικά και θεωρητικά της συμφραζόμενα. Η άποψη για ένα κόμμα πολιτικής ενότητας, αποΐδεολογικοποιημένο, οδηγεί στην παράδοσή του στην αστική πολιτική. Όμως, το σύγχρονο μαζικό αριστερό κόμμα δεν βλέπει τις θεωρητικές και ιδεολογικές του συντεταγμένες με τρόπο δογματικό και στατικό, αλλά πλουραλιστικό και συμβιωτικό. Αντλεί, όχι μόνο από τον μαρξισμό αλλά και από όλα τα σύγχρονα προοδευτικά ρεύματα θεωρίας και πολιτικής σκέψης, είναι το ίδιο ένας τόπος παραγωγής θεωρίας και ιδεολογικός μηχανισμός στο βαθμό που συγκρούεται με τις κυρίαρχες ιδεολογίες.
Σημείο 2. Αν και ένα αριστερό κόμμα δεν βρίσκεται έξω από το κράτος καθώς ασκεί (ανταγωνιστική) πολιτική, δεν πρέπει να αντιγράφει την υλικότητα των μηχανισμών του. Τα αστικά κόμματα χαρακτηρίζονται από ιεραρχικές δομές, συγκεντρωτισμό, αρχηγισμό, ποπουλισμό, ελάχιστη και κυρίως τηλεοπτική επικοινωνία με την κοινωνική τους βάση, επίλυση των ενδοταξικών διαφορών στη διοίκηση και όχι στο κόμμα, αποπολιτικοποίηση των θεμάτων και τεχνοκρατική νομιμοποίηση των αποφάσεων.
Το αριστερό κόμμα πρέπει να δομείται στη βάση της ισότητας των μελών του και της δημοκρατίας. Ο Ρανσιέρ αναφέρεται στην ισότητα ως «μια προϋπόθεση προς επαλήθευση. Αυτή η επαλήθευση είναι η δυναμική της ισότητας. Όσοι ξεκινούν από την ανισότητα επαληθεύουν την ανισότητα». Η δημοκρατία, πάλι, δεν είναι μια τυπική δομή νομιμοποίησης ειλημμένων αποφάσεων από τα κεντρικά όργανα, στα οποία κατά παράδοση δίνεται η μάχη των συσχετισμών. Η δημοκρατία προϋποθέτει μια εσωτερική δημοκρατική ζωή, μια διαρκή συνομιλία, στην οποία κανείς δεν έχει το προβάδισμα της θέσης του αλλά μόνο των λόγων και των πράξεών του. Τα ενδιάμεσα επίπεδα δόμησης, από τις τοπικές συνελεύσεις μέχρι το κεντρικό πολιτικό όργανο του κόμματος, βοηθούν στον αφοπλισμό των εξουσιαστικών τάσεων. Η δημοκρατία έχει ανάγκη από οριζόντιες μορφές (για παράδειγμα οι θεματικές επιτροπές) με θεσμικό ή ad hock χαρακτήρα και χαλάρωση των ορίων ανάμεσα στην κοινωνία και το κόμμα (για παράδειγμα η συμμετοχή μη μελών στις τοπικές οργανώσεις).
Η δημοκρατία δεν αρνείται ρεύματα και τάσεις εντός του κόμματος. Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό θέμα θεωρητικής σύλληψης και πολιτικής αντίληψης. Συνήθως, κατ’ εικόνα και ομοίωση της στρατηγικής της εφόδου πόλεμος κινήσεων ή της περικύκλωσης πόλεμος θέσεων, ιδωμένων με μορφή καρικατούρας, οι τάσεις αποσκοπούν στην κατάκτηση του κόμματος, πράγμα που συνεπάγεται την προκαταβολική πειθαρχία έναντι της δημοκρατίας των μελών και της απεριόριστης δυνατότητάς τους να σκέφτονται και να πράττουν ελεύθερα.
Σημείο 3. Το σύγχρονο μαζικό δημοκρατικό αριστερό κόμμα δεν προσβλέπει στη στιγμή της εφόδου, σε ένα μετά στο οποίο το πριν δεν θα έχει βάλει τη σφραγίδα του. Απ’ αυτή την άποψη συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς του αποτελεί η αναγνώριση της ανάγκης δημιουργίας κοινωνικών θεσμών και παραδειγματικών έργων, ιδιαίτερα σήμερα που η μαχητική αντιπολίτευση δεν αρκεί ως απάντηση στην κρίση. Η θέση αυτή δεν σημαίνει ένα νέου τύπου πανπολιτικισμό. Όπως έλεγε ο Νίκος Πουλαντζάς, "αν υπάρχουν πάντα όρια στην πολιτικοποίηση του κοινωνικού, αυτό συμβαίνει ακριβώς στο μέτρο που οι ταξικοί αγώνες και τα κοινωνικά κινήματα υπερβαίνουν πάντοτε και μάλιστα με το παραπάνω το κράτος, στο μέτρο που δεν είναι τα πάντα πολιτικά και που η πολιτική δεν είναι η μόνη υπαρκτή διάσταση του κοινωνικού…Οι εξουσίες και οι αγώνες δεν ανάγονται άμεσα στο κράτος ούτε στην πολιτική … Πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν έχουν εκείνα ή τα άλλα αποτελέσματα ή ότι το κράτος δεν επιδρά επάνω τους».
Στη θέση αυτή, που διατυπώνεται στη δεκαετία του 1970, πρέπει να προσθέσουμε τη βιοπολιτική διάσταση της σημερινής εξουσίας, δηλαδή την καθ’ ολοκληρίαν κυριαρχία στις ζωές των ανθρώπων μέσω της επέκτασης της αγοράς σε τομείς που αφορούν την ανθρώπινη υπόσταση και τις διαπροσωπικές σχέσεις και της καταστολής, σωματικής και πνευματικής, της αυτονομίας του ατόμου. Όλ’ αυτά σημαίνουν ότι ένα σύγχρονο, δημοκρατικό, αριστερό κόμμα αναγνωρίζει την αξία χώρων ελευθερίας και κοινωνικής αυτοοργάνωσης και τα μέλη του στηρίζουν την ύπαρξή τους ή μετέχουν στη δημιουργία τους, χωρίς το κόμμα να τους υποτάσσει στην πολιτική του ή να παρεμβαίνει στη λειτουργία του. Με δεδομένη την ανθρωπιστική κρίση και τη μαζική φτώχεια, το κόμμα πρέπει να συμβάλλει, επίσης, στη δημιουργία μορφών κοινωνικής και συνεταιριστικής οικονομίας και μορφών αλληλεγγύης όχι μόνο ως άμεση απάντηση στην κρίση αλλά και ως προσέγγιση της κοινωνικής παραγωγής και ανταλλαγής στο πλαίσιο της στρατηγικής της σοσιαλιστικής αλλαγής.
Οι παραπάνω νέες διαστάσεις του σύγχρονου αριστερού κόμματος σημαίνουν ότι το κόμμα εγκαθίσταται προνομιακά στην κοινωνία και διαμορφώνει την πολιτική λύση με τη συνέργεια των λαϊκών τάξεων, του πλήθους που δημιουργείται από ένα σύνολο ομάδων και μοναδικοτήτων, οι οποίες χειραφετούνται με τη συνύπαρξή τους στους κοινούς αγώνες.
Απ’ αυτή την άποψη οι τοπικές οργανώσεις του κόμματος είναι τα πιο σημαντικά κύτταρα καθώς η τοπικότητα, όπως έδειξαν και οι πλατείες, αποτελεί το πεδίο συνάντησης και εξέγερσης της αποδιαρθρωμένης ως προς την παρουσία της στους χώρους παραγωγής κοινωνίας.
__________________
Οι αναφορές στον Ζίζεκ είναι από το «Κατανοώντας την κίνηση του πλήθους στις πλατείες», εκδ. του Πλήθους, Ιούνης 2011.
Οι αναφορές στον Μπαλιμπάρ είναι από τη «Συζήτηση για το κράτος», εκδ. Αγώνας, Αθήνα 1980.
Οι αναφορές στον Πουλαντζά είναι από τη «Συζήτηση για το κράτος», εκδ. Αγώνας, Αθήνα 1980
και από «Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός», εκδ. Θεμέλιο, 1978.
Οι αναφορές στον Ρανσιέρ είναι από «Το μίσος για τη δημοκρατία», εκδ. Πεδίο, 2009.
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012
Νιλ Γκέιμαν, Σπουδή σε σμαραγδί II
ΙΙ. Το δωμάτιο
Victor's “Vitae”! Ένα ηλεκτρικό υγρό! Οι μηροί και οι κάτω περιοχές σας δεν έχουν ζωή; Αναπολείτε τις μέρες της νεότητας σας με φθόνο; Έχουν οι ηδονές της σάρκας τώρα θαφτεί και ξεχαστεί; Το Victor's “Vitae” θα φέρει ζωή εκεί όπου η ζωή έχει από καιρό χαθεί: ακόμη και το γηραιότερο άτι μπορεί να γίνει ένας περήφανος επιβήτορας ξανά! Φέρνοντας Ζωή στους Νεκρούς: από μια παλιά οικογενειακή συνταγή και τις κορυφές της σύγχρονης επιστήμης. Για να παραλάβετε υπογεγραμμένες μαρτυρίες της αποτελεσματικότητας του Victor's “Vitae” γράψτε στην Εταιρεία Β. Φον Φ., 1b Τσηπ Στρητ, Λονδίνο.
Ήταν ένα φτηνό δωμάτιο στο Σόρντιτς. Υπήρχε ένας αστυνομικός στη μπροστινή πόρτα. O Λεστράντ τον χαιρέτησε με το όνομα του, και έκανε να μας βάλει μέσα, και ήμουν έτοιμος να μπω, αλλά ο φίλος μου έκατσε σταυροπόδι πάνω στο κατώφλι, και τράβηξε ένα μεγεθυντικό φακό από την τσέπη του παλτού του. Εξέτασε τη λάσπη πάνω στον παπουτσοξύστη [μεταλλική πλάκα που υπήρχε σε σπίτια πριν το στρώσιμο των δρόμων, σ.τ.μ.] από κατειργασμένο σίδηρο, και την κέντριζε με το δείχτη του. Μόνο όταν ικανοποιείτο θα μας άφηνε να πάμε μέσα. Ανεβήκαμε πάνω. Το δωμάτιο στο οποίο είχε διαπραχθεί το έγκλημα ήταν πρόδηλο: φυλασσόταν από δύο μεγαλόσωμους χωροφύλακες.
Ο Λεστράντ ένεψε στους άντρες, και εκείνοι παραμέρισαν. Μπήκαμε μέσα.
Δεν είμαι, όπως είπα, ένας κατ' επάγγελμα συγγραφέας, και διστάζω να περιγράψω εκείνο το μέρος, γνωρίζοντας ότι οι λέξεις μου δεν θα σταθούν αντάξιες. Αλλά πάλι, έχω αρχίσει την αφήγηση αυτή, και φοβάμαι ότι πρέπει να συνεχίσω. Ένας φόνος είχε διαπραχθεί σε εκείνο το μικρό δωμάτιο. Το σώμα, ό, τι είχε απομείνει από αυτό, ήταν ακόμα εκεί, στο πάτωμα. Το είδα, αλλά, στην αρχή, με κάποιον τρόπο, δεν το είδα. Εκείνο που είδα αντ' αυτού ήταν εκείνο που ανέβλυζε και διαχεόταν από το λαρύγγι και το στέρνο του θύματος: στο χρώμα εκτεινόταν από το πράσινο της χολής στο πράσινο της χλόης. Είχε εμποτιστεί στο ξεφτισμένο χαλί και είχε ραντίσει την ταπετσαρία. Το φαντάστηκα μια στιγμή ως το έργο ενός διαβολικού καλλιτέχνη, ο οποίος είχε αποφασίσει να δημιουργήσει μια σπουδή σε σμαραγδί.
Έπειτα απ' όσο μου φάνηκε σαν εκατό χρόνια κοίταξα το πτώμα κάτω, ανοιγμένο σαν κουνέλι στην πλάκα χασάπη, και προσπάθησα να βγάλω νόημα απ' ό, τι είδα, μετακίνησα το καπέλο μου, και ο φίλος μου έκανε το ίδιο.
Γονάτισε και επιθεώρησε το πτώμα, ελέγχοντας τα κοψίματα και τις εκδορές. Έπειτα έβγαλε το μεγεθυντικό φακό του, και περπάτησε μέχρι τον τοίχο, εξετάζοντας τις μάζες ξεραμένου πύον.
“Το έχουμε ήδη κάνει αυτό”, είπε ο Επιθεωρητής Λεστράντ.
“Αλήθεια;” είπε ο φίλος μου. “Τότε τι συμπέρασμα βγάλατε απ' αυτό; Πιστεύω πως είναι μια λέξη”.
Ο Λεστράντ βάδισε ως το μέρος που στεκόταν ο φίλος μου , και κοίταξε. Υπήρχε μια λέξη, γραμμένη με κεφαλαία, με πράσινο αίμα, πάνω στην ξεθωριασμένη κίτρινη εφημερίδα, λίγο πάνω από το κεφάλι του Λεστράντ. “Rache;” είπε ο Λεστράντ, συλλαβίζοντας τη. “Προφανώς πρόκειτο να γράψει Rachel, αλλά τον διέκοψαν. Άρα – πρέπει να ψάξουμε για μια γυναίκα...”
Ο φίλος μου δεν είπε τίποτε. Επέστρεψε στο πτώμα, και σήκωσε τα χέρια του, το ένα μετά το άλλο. Τα ακροδάχτυλα ήταν καθαρά από πύον. “Νομίζω έχουμε αποδείξει ότι η λέξη δε γράφτηκε από την αυτού Βασιλική Υψηλότητα -”.
“Τι στο διάβολο σε κάνει να λες–”
“Αγαπητέ μου Λεστράντ. Σε παρακαλώ δώσε μου λίγα έυσημα που έχω μυαλό. Το πτώμα προφανώς δεν είναι εκείνο ενός άντρα – το χρώμα του αίματος του, ο αριθμός των άκρων, τα μάτια, η θέση του προσώπου, όλα αυτά τα πράγματα προδίδουν το βασιλικό αίμα. Ενώ δε μπορώ να πω ποιας βασιλικής γραμμής, θα διακινδύνευα την υπόθεση ότι είναι διάδοχος, ίσως... όχι, δεύτερος στο θρόνο... σε ένα από τα γερμανικά πριγκηπάτα”.
“Αυτό είναι εκπληκτικό”. Ο Λεστράντ δίστασε, έπειτα είπε “Αυτός είναι ο Πρίγκηψ Φραντς Ντράγκο της Βοημίας, ήταν εδώ στην Αλβιώνα ως καλεσμένος της Αυτής Μεγαλειότητος Βικτόριας. Ήταν εδώ για διακοπές και για μια αλλαγή αέρα...”
“Για τα θέατρα, τις πόρνες και τα τραπέζια χαρτοπαιγνίων, εννοείς”.
“Αφού το λες εσύ”. Ο Λεστράντ έμοιαζε ενοχλημένος. “Όπως και να 'χει, μας έδωσες ένα καλό ίχνος μ' αυτή τη Rachel. Μολονότι, δεν αμφιβάλλω ότι θα την είχαμε βρει από μόνοι μας”.
“Αναμφιβόλως”, είπε ο φίλος μου.
Επιθεώρησε περαιτέρω το δωμάτιο, σχολιάζοντας δηκτικά πολλές φορές ότι οι αστυνομικοί, με τις μπότες τους είχαν θολώσει τα αποτυπώματα, και μετακινήσει πράγματα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε όποιον επιχειρούσε να ανασυγκροτήσει τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Ακόμα, έδειχνε να ενδιαφέρεται για μια μικρή κηλίδα λάσπης που βρήκε πίσω από την πόρτα.
Δίπλα από το τζάκι βρήκε κάτι που φαινόταν να είναι στάχτη ή βρωμιά.
“Το είδες αυτό;” ρώτησε τον Λεστράντ.
“Η αστυνομία της αυτής μεγαλειότητος”, απάντησε ο Λεστράντ, “τείνει να μην ενθουσιάζεται από λίγη στάχτη σε τζάκι. Είναι το μέρος όπου στάχτη αναμένεται να βρεθεί”. Και κάγχασε μ' αυτό.
Ο φίλος μου πήρε μια πρέζα της στάχτης και την έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλα του, έπειτα μύρισε τα κατάλοιπα. Τελικά, μάζεψε ό, τι είχε μείνει από το υλικό και το έβαλε σε ένα γυάλινο φιαλίδιο, το οποίο έκλεισε και τοποθέτησε σε μια εσωτερική τσέπη του παλτού του.
Σηκώθηκε. “Και το σώμα;”
Ο Λεστράντ είπε, “το παλάτι θα στείλει τους δικούς του ανθρώπους”. Ο φίλος μου ένεψε σε μένα, και προχωρήσαμε μαζί ως την πόρτα. Ο φίλος μου αναστέναξε. “Επιθεωρητά. Η αναζήτηση σας για την Κυρία Rachel μπορεί να αποδειχθεί άκαρπη. Μεταξύ άλλων, Rache είναι μια γερμανική λέξη. Σημαίνει εκδίκηση. Έλεγξε το λεξικό σου. Υπάρχουν άλλα νοήματα”.
Φτάσαμε στο τέρμα της σκάλας και βγήκαμε έξω στο δρόμο. “Δεν έχεις ξαναδεί γαλαζοαίματους πριν απ' αυτό το πρωί, έτσι δεν είναι;” ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου. “Λοιπόν, το θέαμα μπορεί να είναι εκνευριστικό, αν είσαι απροετοίμαστος. Γιατί καλέ μου σύντροφε – εσύ τρέμεις!”
“Συγχώρησε με, θα είμαι καλά σε λίγες στιγμές”.
“Θα σου έκανε καλό να περπατήσεις;” ρώτησε, και εγώ συναίνεσα, σίγουρος ότι αν δεν περπατούσα τότε θα άρχιζα να ουρλιάζω.
“Δυτικά, τότε”, είπε ο φίλος μου, δείχνοντας προς τον σκοτεινό πύργο του Παλατιού. Και αρχίσαμε να περπατάμε.
“Λοιπόν”, είπε ο φίλος μου, μετά από λίγη ώρα. “Δεν είχες ποτέ καμία προσωπική συνάντηση με καμία από τις εστεμμένες κεφαλές της Ευρώπης;”
“Όχι”, είπα.
“Πιστεύω ότι μπορώ με βεβαιότητα να δηλώσω ότι θα έχεις”, μου είπε. “Και όχι με πτώμα αυτή τη φορά. Πολύ σύντομα”.
“Αγαπητέ μου σύντροφε, τι σε κάνει να πιστεύεις -;”
Σε απάντηση έδειξε μια άμαξα, βαμμένη μαύρη, που είχε σταματήσει πενήντα γιάρδες μπροστά μας. Ένας άντρας με ημίψηλο καπέλο και βαρύ πανωφόρι στεκόταν δίπλα στην πόρτα, κρατώντας την ανοιχτή, περιμένοντας, σιωπηλά. Ένα οικόσημα γνωστό σε κάθε παιδί στην Αλβιώνα ήταν ζωγραφισμένο με χρυσό πάνω στην πόρτα της άμαξας.
“Υπάρχουν προσκλήσεις που δεν αρνείται κανείς”, είπε ο φίλος μου. Έδωσε το δικό του καπέλο στον υπηρέτη, και πιστεύω ότι χαμογελούσε καθώς ανέβαινε στον σαν κουτί χώρο, και αναπαύτηκε πίσω στα μαλακά δερμάτινα μαξιλάρια.
Όταν επιχείρησα να του μιλήσω στη διάρκεια του ταξιδιού προς το Παλάτι, έβαλε το δάχτυλο του πάνω στα χείλη του. Έπειτα έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε σε σκέψη. Εγώ, από μέρους μου, προσπάθησα να θυμηθώ τι ήξερα από γερμανικά βασιλικά πρόσωπα, αλλά, πέραν του συζύγου της Βασίλισσας, του Πρίγκηπος Αλβέρτου, που είναι Γερμανός, ήξερα αρκετά λίγα.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη, έβγαλα μια χούφτα νομίσματα – καφέ και ασημί, μαύρα και στο πράσινο του χαλκού. Κοίταξα την προσωπογραφία της Βασίλισσας μας που είχε επισφραγισθεί στο καθένα απ' αυτά, και ένιωσα μαζί πατριωτική περηφάνια και έντονη αναμονή. Είπα στον εαυτό μου ότι υπήρξα κάποτε στρατιωτικός, και άγνωστος στο φόβο, και μπορούσα να θυμηθώ μια εποχή που αυτό ήταν η καθαρή αλήθεια. Προς στιγμήν θυμήθηκα μια εποχή κατά την οποία ήμουν καλός στο σημάδι -ακόμη, ήθελα να πιστεύω, κάποιου είδους άσσος-σκοπευτής- αλλά το δεξί μου χέρι έτρεμε σαν να ήταν παράλυτο από φόβο, και τα νομίσματα κουδούνιζαν και τσούγκριζαν, και αισθάνθηκα μόνο λύπη.
Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012
Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Ο παραδειγματικός χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης
Αναδημοσίευση από Αυγή και you pay your crisis
Από την πρώτη κιόλας μέρα, ένα φάντασμα στοιχειώνει τους Έλληνες: το φάντασμα της ιστορικής τους μοναδικότητας. Η βαριά καταγωγική σφραγίδα τούς αντιδιέστειλε προς τη «βάρβαρη» μουσουλμανική Ανατολή και η ένδοξη ελληνική γλώσσα τούς ξεχώριζε από τους κατά τεκμήριον άξεστους σλαβόφωνους γείτονές της. Την ίδια στιγμή όμως, το υπανάπτυκτο και φτωχό λίκνο του πολιτισμού δεν μπορούσε παρά να παραμένει ριζικά «άλλο» σε σχέση με τον ανεπτυγμένο κόσμο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Οι συνέπειες υπήρξαν μακροπρόθεσμα καταλυτικές. Σε καμία άλλη χώρα τα πολιτιστικά και πολιτικά διλήμματα δεν υπήρξαν τόσο εγγενή και έμμονα. Ακόμα και σήμερα, το ερώτημα «πού ανήκουμε» εξακολουθεί να ταλανίζει το συλλογικό συνειδητό. Έχοντας υπάρξει ταυτόχρονα τα θύματα, οι αναγκαίοι συνεργοί και οι πρόθυμοι διαμεσολαβητές ενός επείσακτου, διαμεσολαβημένου και κακοχωνεμένου ελληνοκεντρικού οριενταλισμού, οι «ανάδελφοι» Έλληνες δεν έπαψαν σε καμιά στιγμή να κοιτάζονται στον παραμορφωτικό καθρέφτη της φυσιολογικής τους μοναδικότητας. Ίσως, άλλωστε, αυτή να είναι η κοινή μοίρα των λεγόμενων «περιούσιων» λαών. Ενδοσκοπώντας ακατάπαυστα και ψυχαναγκαστικά γύρω από τους ιδρυτικούς τους μύθους, τείνουν να παραβλέψουν ότι, όπως έλεγε ο Καρλ Μαρξ σε σχέση με τους Εβραίους, επιζούν και υπάρχουν όχι εις πείσμα, αλλά λόγω της Ιστορίας, προφανώς δε και της πανουργίας της.
Θα χρειαστούν πάνω από εκατό χρόνια και μια ανεπανόρθωτη καταστροφή για να μπορέσουν οι Έλληνες να αποδεχτούν ότι, από ορισμένες έστω απόψεις, είναι ένας λαός σαν όλους τους άλλους, να συνομιλήσουν με τους γείτονές τους σε συμβολικά ισότιμη βάση και να αρχίσουν να προβληματίζονται για τις ιδεολογικές προεκτάσεις της έμμονης ιδιαιτερότητάς τους. Όμως, η ιστορία είχε άλλη γνώμη. Ο ρους του Δεύτερου Πολέμου και του Εμφυλίου οδήγησαν τη χώρα σε μια νέα «ιδιαιτερότητα», αντικειμενική αυτή τη φορά. Ακόμα μια φορά, η μοίρα των λαών που μας περιέβαλλαν δεν εμφανίζονταν ευθέως συγκρίσιμη με εκείνη των Ελλήνων. Το γεγονός ότι η κατεστραμμένη Ελλάδα που αναδύθηκε από τα ερείπια ήταν η πιο φτωχή χώρα του ελεύθερου κόσμου και, ταυτόχρονα, η μόνη καπιταλιστική χώρα των Βαλκανίων, προδίκαζε και πάλι μια εντελώς ιδιαίτερη ιστορική εξέλιξη.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι της βαθμιαίας κοινωνικής «εξομάλυνσης» και «ανασυγκρότησης» ήταν ίσως προδιαγεγραμμένοι. Κατ’ ανάγκην αλλά και κατ’ επιταγήν, το κύριο μέλημα του εύθραυστου κοινωνικού καθεστώτος εντοπιζόταν στην διατήρηση της συμμετοχής του στον «ελεύθερο κόσμο». Για να εξαργυρώσει τη μη μετατροπή της σε «λαϊκή δημοκρατία», η Ελλάδα υποτάθηκε άνευ όρων στις πολιτικές και ιδεολογικές προτεραιότητες μιας «διαρκούς» ανώμαλης συγκυρίας που, με τη μία ή την άλλη μορφή, διήρκεσε όσο και ο Ψυχρός Πόλεμος. Η υπόθεση που θα επιχειρήσω να αναπτύξω είναι ότι οι αποκλίσεις και τα αδιέξοδα της σημερινής ελληνικής κοινωνίας συναρτώνται με τις υπόγειες και αργόσυρτες κοινωνικές διαδικασίες που εγκαινιάστηκαν στη μετεμφυλιακή περίοδο. Η «ιδιαίτερη» Ελλάδα θα αντιμετωπίσει μιαν «ιδιαίτερη» κρίση.
Είναι βέβαια σαφές ότι η κρίση αυτή ενέσκηψε στη βάση ευρύτερων συστημικών εξελίξεων, που ξεπερνάν κατά πολύ την ίδια τη χώρα. Θα επικεντρωθώ όμως αποκλειστικά σε μερικές από τις ενδογενείς κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες της κρίσης στην Ελλάδα. Μιας κρίσης που, όπως έλεγε ο Τολστόι για τη δυστυχία, δεν μπορεί παρά να πλήττει κάθε οικογένεια και κάθε κοινωνία με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε πως οι δομικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες μιας χώρας αναδεικνύονται πολύ πιο έντονα σε περιόδους όπου όλα τίθενται σε αμφισβήτηση.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μου επιτρέψετε να «κοινωνιολογήσω», επιμένοντας στην ιδιαίτερη σημασία της εξέλιξης του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας και της ιστορικής αποκρυστάλλωσης των ατομικών επιβιωτικών στρατηγικών. Πράγματι, οι τρόποι με τους οποίους οι κάτοικοι μιας χώρας ζουν, σκέφτονται και σχεδιάζουν την επιβίωσή τους και το μέλλον τους συνιστούν αναγκαίο στοιχείο της συγκεκριμένης ιστορικής τους εξέλιξης. Πολλές από τις «αποκλίσεις» σε σχέση με όσα συμβαίνουν «αλλού» γίνονται ορατές μόνον από τη στιγμή που οι τρόποι αυτοί δεν εμφανίζονται πια ως «αυτονόητοι».
Οι ιστορικές ρίζες της κρίσης
Είναι λοιπόν, πιστεύω, εντελώς αποκαλυπτικό ότι στην καπιταλιστική μεταπολεμική Ελλάδα, το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων στον ενεργό πληθυσμό ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά υψηλό σε σύγκριση με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Για παραπάνω από μισό αιώνα, οι Έλληνες φαίνεται να «αντιστέκονταν» σθεναρά τόσο στην εκβιομηχάνιση όσο και στη μισθωτοποίηση. Χαρακτηριστικά, ακόμα και το 2011, όπου η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στο μάτι του παγκόσμιου κυκλώνα, οι «ανεξάρτητοι» ανέρχονταν στο 27,4% των εργαζόμενων, ενώ το σύνολο των μισθωτών δεν ξεπερνούσαν τα 63,5%, την ίδια στιγμή που σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι μισθωτοί ξεπερνούν τα τέσσερα πέμπτα ή ακόμα και το 90%, με μόνη εξαίρεση την Ιταλία, όπου είναι τα τρία τέταρτα.
Όμως, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η εντελώς ιδιαίτερη εσωτερική σύνθεση και «ειδίκευση» της εξαρτημένης εργασίας. Έτσι, ανάμεσα στο σώμα των μισθωτών, ενώ οι απασχολούμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ξεπερνούν το 35% και οι μισοί περίπου δουλεύουν σε μικρομεσαίες, οικογενειακές κατά το πλείστον μονάδες, όσοι δουλεύουν σε στοιχειωδώς μεγάλες και παραγωγικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, που απασχολούν πάνω από πενήντα άτομα, δεν ξεπερνούν το 17%. Δεν είναι λοιπόν τόσο αυτή καθεαυτή η κρατική υπερδιόγκωση που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία --όπως κατά κόρον λέγεται-- αλλά ο συνδυασμός της με την ισχνότητα της ανάπτυξης του ιδιωτικού καπιταλιστικού τομέα. Ακόμα και σήμερα, μετά από πολλά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων όλες οι κυβερνήσεις επαγγέλονταν τον περιορισμό του κρατικού μηχανισμού, οι Έλληνες φαίνεται να επιζούν πρωτίστως είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι είτε ως αυτοαπασχολούμενοι είτε ως μισθωτοί σε μικρές μονάδες με περιορισμένη συγκέντρωση κεφαλαίου. Η εξέλιξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας στην Ελλάδα δεν «μοιάζει» λοιπόν με καμιά άλλη αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα. Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, όλα συμβαίνουν ως εάν στην καπιταλιστική Ελλάδα δεν μπόρεσαν να κυριαρχήσουν τυπικά καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις.
Και όμως, σε όλο αυτό το διάστημα, η Ελλάδα άλλαζε, και μάλιστα ραγδαία. Παρ’ όλη την παρεκκλίνουσα πορεία της, η χώρα φάνηκε να μπορεί να προοδεύει με θεαματικούς ρυθμούς. Χαρακτηριστικά, ανάμεσα στο 1955 και στο 1980, η κατά κεφαλήν ιδιωτική κατανάλωση αυξανόταν ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ, με τη μόνη εξαίρεση την Ιαπωνία. Μέσα σε λιγότερο από δύο γενιές, οι τέως «φτωχοί» και ξυπόλυτοι Έλληνες φάνηκαν να προσβαίνουν στον παράδεισο της μαζικής καταναλωτικής κοινωνίας, δίχως σημαντικές προσαρμογές στις δομές της απασχόλησης και στις μορφές της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που χαρακτηρίστηκε «διόγκωση δίχως ανάπτυξη».
Δεν είναι βέβαια δυνατόν να εγκύψω στις περίπλοκες ιστορικές παραμέτρους που οδήγησαν σε αυτή την εξέλιξη. Θα πρέπει όμως να θυμηθούμε ότι η μετεμφυλιακή κοινωνία δομήθηκε με κύριο μέλημα την πολιτική και κοινωνική της «σταθεροποίηση». Και, για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, έπρεπε να ανασυνταχτούν και να αποκατασταθούν οι εν πολλοίς κατεστραμμένες μεσαίες τάξεις. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι κρουνοί της αμερικανικής βοήθειας προσανατολίστηκαν είτε προς ένα διογκούμενο και ολοένα λιγότερο αποτελεσματικό δημόσιο τομέα που θα στελεχωθεί αποκλειστικά από «εθνικόφρονες», είτε προς την προνομιακή παροχή πιστώσεων προς «ημετέρους». Η «σπονδυλική στήλη» του αναγεννώμενου ελεύθερου έθνους, η νέα δηλαδή μεσαία τάξη, θα δομηθεί ως προϊόν εσκεμμένων και επιλεκτικών πολιτικών παρεμβάσεων. Υπό την προστασία των συμμάχων, το κράτος «έφτιαχνε» τις ιεραρχίες που φαινόταν να εγγυώνται την αναπαραγωγή του.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Μια άλλη εξέλιξη είναι εξίσου σημαντική. Σε μια περίοδο μαζικής ανεργίας, εξαθλίωσης και αστάθειας, ήδη στη δεκαετία του 1950, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξωθήθηκε να επιλέξει τη λύση της μετανάστευσης, κυρίως προς τη Γερμανία του «οικονομικού θαύματος». Μέσα σε είκοσι περίπου χρόνια, αποδήμησε κάτι ανάμεσα στο ένα τρίτο και στο ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού, ποσοστό τεράστιο σε σύγκριση με όλες τις άλλες «εστίες» μεταναστών. Όλες σχεδόν οι οικογένειες είχαν κάποιο ξενιτεμένο μέλος, το οποίο συνέβαλε στην επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω. Έτσι, οι ροές των μεταναστευτικών εμβασμάτων υπήρξαν αποφασιστικός παράγοντας, τόσο για τη συντήρηση της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας όσο και για την βαθμιαία εκτόνωση των συσσωρευμένων κοινωνικών πιέσεων. Απαλλασσόμενη προσωρινά από τον «επικίνδυνο» πλεονάζοντα πληθυσμό της, η Ελλάδα σταθεροποιούνταν με τον δικό της ιδιώνυμο τρόπο.
Με δεδομένο λοιπόν πως, στην πρώτη τουλάχιστον φάση, οι «σύμμαχοι» εναντιώνονταν ρητά σε οποιοδήποτε σχέδιο εντόπιας βιομηχανικής ανάπτυξης, η χώρα έμοιαζε να θεμελιώνει τις νέες ισορροπίες της μέσα από την άνθηση μιας ανεξάντλητης εξαγωγικής «βιομηχανίας παραγωγής εργατικών χεριών». Μιας βιομηχανίας η οποία, από κοινού με τις άλλες «εθνικές βιομηχανίες», του τουρισμού, της ναυτιλίας και της οικοδομής φαινόταν να λύνει το πρόβλημα της κοινωνικής ισορροπίας, επιτρέποντας την επιβίωση εκείνων που έμεναν πίσω, παρέχοντας λύσεις για την εξισορρόπηση του μόνιμα ελλειμματικού ισοζυγίου πληρωμών και «κλειδώνοντας» την εξέλιξη του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας. Μαζί με τον τουρισμό, η μετανάστευση παρείχε στην Ελλάδα ένα προσωρινά τελεσφόρο παραγωγικό υποκατάστατο.
Για μιαν ακόμα φορά λοιπόν, ο Θεός της Ελλάδας φαινόταν να διαψεύδει τις Κασσάνδρες. Οι Έλληνες, εις πείσμα των Γραφών, έμοιαζαν να προχωρούν προς την καπιταλιστική ευημερία δίχως να χρειασθεί να ανατραπούν οι εύθραυστες ακόμα κοινωνικές ισορροπίες και χωρίς να θυμιασθεί η παραδοσιακή κοινωνική συνοχή. Βαθμιαία, μαζί με το επίπεδο ζωής αυξανόταν και το προσδόκιμό της, ενώ, την ίδια στιγμή, η χώρα μπορούσε να επαίρεται για τα θεαματικά χαμηλά ποσοστά των αρνητικών προεκτάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των αυτοκτονιών, των ψυχικών διαταραχών, της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών ουσιών, του αλκοολισμού κλπ. Οι «περιούσιοι» Έλληνες πίστεψαν εν χορώ ότι το «δαιμόνιό» τους τούς επέτρεπε να απολαμβάνουν τα αυξανόμενα αγαθά του καπιταλιστικού κόσμου δίχως να υφίστανται καταλυτικές κοινωνικές παρενέργειες. Όλα λοιπόν φαίνονταν να εξελίσσονται ομαλά σε μια κοινωνία που έμοιαζε να μπορεί να ενσωματώσει αζημίως ακόμα και τις δυσλειτουργίες και αντιφάσεις της, εν τέλει ακόμα και τη χούντα. Από τη στιγμή λοιπόν που το ΠΑΣΟΚ αποδυνάμωσε τις εμφύλιες διαχωριστικές γραμμές, εγκαθίδρυσε ένα πρόπλασμα κοινωνικού κράτους και προέβη σε μια σχετική ανακατανομή εισοδημάτων, το νεοελληνικό θαύμα εμφανιζόταν παράδοξο και άτυπο μεν, αλλά κοινωνικά και οικονομικά πραγματοποιήσιμο.
Το τέλος του «νεοελληνικού θαύματος»
Τα θαύματα όμως έχουν ημερομηνία λήξεως. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, ήταν φανερό πως η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας οδηγούσε σε αδιέξοδα. Η σταθεροποίηση μιας κατά πλειοψηφία μικρομεσαίας, μικροϊδιοκτητικής, ιδιοκατοικούσας, αυτοαπασχολούμενης, κρατικοδίαιτης και χαρακτηριστικά αντιπαραγωγικής κοινωνίας είχε οδηγήσει στην αποκρυστάλλωση ολοένα και πιο αποκλινουσών συμπεριφορών. Η πλειοψηφία των Ελλήνων εθίσθηκε στην ιδέα ότι η προκοπή και η ασφάλειά τους εξαρτώνταν από την ατομική ευελιξία και επινοητικότητά τους, από τη δυνατότητά τους δηλαδή να κινούνται παράλληλα και ευκαιριακά σε πολλαπλά πεδία και εκ πρώτης όψεως ασύμβατους τομείς. Πολλοί μισθωτοί του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου τομέα εξακολουθούσαν να δουλεύουν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και πολλοί από εκείνους που δραστηριοποιούνταν στις πόλεις δεν εγκατέλειπαν τις μικρές αγροτικές τους εκμεταλλεύσεις. Προγραμματίζοντας μιαν ευέλικτη προσαρμογή των οικογενειακών παραγωγικών δυνάμεων, αποθεμάτων και προϋπολογισμών στις αενάως κινούμενες περιστάσεις και μεγιστοποιώντας όλες τις «ευκαιρίες», η αλληλέγγυα οικογένεια λειτουργούσε ως «οιονεί επιχείρηση», όπου η μόνιμη απασχόληση ενός μέλους της οικογένειας στο δημόσιο παρείχε γλίσχρο μισθό, αλλά μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Οι παρενέργειες είναι πασίδηλες. Η άνθηση της υπόγειας οικονομίας, που έχει υπολογισθεί στο εξωφρενικό 35-40% του ΑΕΠ, η διάχυτη πολυπασχόληση και η άνθηση των ευκαιριακών επιχειρηματικών δράσεων δεν είναι παρά συμπτώματα αυτής της εκ πρώτης ίσως όψεως ασταθούς, αλλά στην πραγματικότητα σταθερής κοινωνικής δομής. Και στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, η εμμονή στα πελατειακά πλέγματα που διαμεσολαβούν ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες, η πανταχού παρούσα διαφθορά, ο συνδυασμός κρατοφοβίας και κρατολατρίας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι η σχετική πρόοδος και ευημερία των επιμέρους ιδιωτών δεν συνοδεύθηκε από έναν ανάλογο εκσυγχρονισμό των κρατικών δόμων. Όλο και περισσότεροι Έλληνες κατέληξαν να λειτουργούν και να επιβιώνουν ως λαθρεπιβάτες της ίδιας τους της χώρας.
Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η συνολική παραγωγική ικανότητα της χώρας υποχωρούσε συνεχώς. Από την άποψη αυτή λοιπόν, το μακροϊστορικό τίμημα της σταθεροποίησης των πολυσθενών μικρομεσαίων στρωμάτων υπήρξε βαρύτατο. Από το 1990 και πέρα, ήταν σαφές ότι η θεαματική αποβιομηχάνιση, η βαθμιαία απο-γεωργοποίηση και η συνεχής πτώση της ανταγωνιστικότητας οδηγούσαν σε αύξουσες αντιφάσεις και σωρευόμενα αδιέξοδα. Η επικράτηση της ιδέας του «εκσυγχρονισμού» στο πολιτικό λεξιλόγιο όλων των παρατάξεων σηματοδοτούσε ότι τα αδιέξοδα ήσαν πλέον ορατά διά γυμνού οφθαλμού.
Τα προβλήματα εντάθηκαν με τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. Η είσοδος της Ελλάδας στην ευρωζώνη συνέπεσε χρονικά με την καθολική πια επικράτηση των νεοφιλελεύθερων απόψεων και την άμεση αποδυνάμωση των αλληλέγγυων αναδιανεμητικών πολιτικών, όπως τα ΜΟΠ. Στο εξής, το κοινοτικό οικονομικό πλεόνασμα όχι μόνον δεν ανακατανεμόταν προς τους αδύνατους, αλλά συγκεντρωνόταν με βάση ανεξέλεγκτες αγοραίες διαδικασίες. Στα νέα πλαίσια, οι λιγότερο ανταγωνιστικοί καλούνταν να πληρώσουν το τίμημα της ανεπάρκειάς τους, την ίδια στιγμή που η δημιουργία του κοινού νομίσματος περιόριζε το κόστος του εξωτερικού δανεισμού. Μοιραία λοιπόν ίσως, γιγαντώνονταν η παραγωγική και δημοσιονομική εξάρτηση των «μικρών χωρών» από τους δανειοδότες, και μαζί με αυτούς από τις ισχυρές εξαγωγικές χώρες. Η φιλόδοξη επιδίωξη μιας βαθμιαίας «σύγκλισης» των βιοτικών επιπέδων των λαών που σημάδευε την προηγούμενη περίοδο έδινε τη θέση της στην προϊούσα και δομική «απόκλιση» ανάμεσά τους. Έτσι, οποιοδήποτε πρόταγμα μιας κοινωνικής ενοποίησης που θα επιτυγχάνονταν μέσα από μια σύγκλιση των επιπέδων ζωής θα μετατεθεί στις ελληνικές (ή μάλλον στις γερμανικές) καλένδες. Ο κύκλος εξελίσσονταν ως φαύλος. Η προϊούσα μείωση της ανταγωνιστικότητας επιβάρυνε τα δημόσια οικονομικά και η δημοσιονομική επιβάρυνση στραγγάλιζε τα περιθώρια αυτόνομης ανάπτυξης.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική κοινωνία, οι συνέπειες υπήρξαν καταλυτικές, κυρίως μετά την έκρηξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οπότε και το κακό φαινόταν κυριολεκτικά να «τριτώνει». Στην έμμονα αντιπαραγωγική δομή της ελληνικής κοινωνίας προστέθηκαν η ριζική μεταβολή των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων, η ευρύτερη ανακοπή της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δύση και ο συνακόλουθος αναπροσανατολισμός των σπεκουλαδόρικων κεφαλαίων. Η αντιπαραγωγική και ελάχιστα ανταγωνιστική Ελλάδα υπήρξε η πρώτη που θα πληρώσει το τίμημα. Ποτέ άλλοτε και σε καμιά άλλη χώρα σε καιρό ειρήνης δεν παρατηρήθηκε τόσο ραγδαία κατάρρευση του επιπέδου ζωής, και μαζί της όλων των άμεσων προοπτικών ανάκαμψης. Η μη διαχειρισιμότητα του δημοσιονομικού ελλείμματος και η εμμονή του παραγωγικού ελλείμματος εμφανίζονταν μακροπροθέσμως καταλυτικές.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται, πιστεύω, η ιδιαίτερη δυσκολία της τρέχουσας συγκυρίας. Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, ακόμα και αν «πετύχαινε» η μνημονιακή δημοσιοσιονομική εξυγίανση, ακόμα και αν εξασφαλιζόταν το κούρεμα των δανειακών υποχρεώσεων, βιώσιμες λύσεις δεν μπορεί να εμφανισθούν στον ορίζοντα αν δεν υπάρξουν οι προϋποθέσεις για μια ανταγωνιστική αναπτυξιακή και παραγωγική «απογείωση». Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι δυνατόν να επισυμβεί παρά μόνον μακροπρόθεσμα. Με δεδομένη την αντιπαραγωγική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές που να οδηγούν σε άμεσες λύσεις. Πολλώ μάλλον που, σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, η μαζική μεταβολή των επιβιωτικών προτύπων και των εσωτερικευμένων στρατηγικών επιβίωσης δεν μπορεί παρά να προσκρούει σε ανυπέρβλητες αντιστάσεις.
Σε δημοκρατικές κοινωνίες, κανένας λαός δεν μπορεί να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα ότι το επίπεδο ζωής στο οποίο είχε εθισθεί είναι δυνατόν να «πρέπει» να περιορισθεί μέσα σε μια νύχτα κατά το ήμισυ, κατά 60% ή κατά όσον ήθελε προκύψει. Κανένας λαός δεν μπορεί να απαλλαγεί, από τη μια μέρα στην άλλη, από τις «επιβιωτικές συνήθειες» που του επέβαλαν οι ιστορικές περιστάσεις. Κανένας λαός δεν μπορεί να «φαντασθεί» ότι η σχετικά άνετη μέχρι πρόσφατα ζωή του θα μετατραπεί σε μια κόλαση φτώχειας, αγωνίας και αβεβαιότητας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αποστερηθεί από το όνειρο της επανόδου σε μιαν εξιδανικευμένη «χρυσή εποχή», ακόμα και αν η εποχή αυτή φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η Ελλάδα ως οικονομικό και, κυρίως, πολιτικό πειραματόζωο
Εδώ ακριβώς αποκτά τη σημασία του ο «παραδειγματικός» χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης. Στο μέτρο που τέτοια σχέδια φαίνεται να αντιστοιχούν στα οικουμενικά συμφέροντα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, τίθεται κατ’ ανάγκην επί τάπητος το ζήτημα της πολιτικής και ιδεολογικής αντοχής των λαών. Και αυτός ακριβώς είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο το «ελληνικό πρόβλημα» βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής. Περισσότερο από οικονομικό «πειραματόζωο», η Ελλάδα λειτουργεί ως πολιτικό πειραματόζωο.
Η αναγκαστική και βίαια αναπροσαρμογή των εργασιακών και επιβιωτικών προοπτικών όλο και περισσότερων ανθρώπων αγγίζει όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Από την άποψη αυτή, βρισκόμαστε ίσως σε σημείο καμπής. Μιας καμπής που θυμίζει την εποχή των βίαιων «περιφράξεων», που είχαν εκβιάσει τη μαζική εμφάνιση του ανέστιου βρετανικού προλεταριάτου. Με τη διαφορά ότι σήμερα διέξοδοι δεν υπάρχουν: η ανεργία καλπάζει, η παραγωγή και η παραγωγικότητα λιμνάζουν και οι μη απασχολήσιμες «άχρηστες» ψυχές πλεονάζουν στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου συστήματος από το οποίο κανείς δεν φαίνεται πια να μπορεί να απαγκιστρωθεί μονομερώς. Σε οικουμενική κλίμακα λοιπόν, το μείζον πολιτικό στοίχημα των επόμενων δεκαετιών είναι η εκλογικευμένη κατασκευή κοινωνιών που οφείλουν να είναι ολοένα πιο άδικες και ανισοποιητικές. Στο πλαίσιο αυτό, μετατοπίζονται αποφασιστικά οι κυρίαρχες μορφές νομιμοποίησης. Στις αναδυόμενες ατομικιστικές κοινωνίες, οι απόκληροι καλούνται να συναινέσουν στην αθλιότητα στο όνομα της ατομικής τους ανεπάρκειας και της ατομικής ευθύνης απέναντι στη μοίρα τους. Έτσι λοιπόν, η ελληνική κρίση οφείλει να ερμηνεύεται ως προέκταση της ανεπάρκειας και ανευθυνότητας των θυμάτων. Έτσι, οι σκοπιμότητες που υποκρύπτονται πίσω από τις συστηματικές προσπάθειες ηθικής μαστίγωσης και ενοχοποίησης του ελληνικού λαού είναι προφανείς. Από τις αθλιότητες του κίτρινου ευρωπαϊκού Τύπου που καταγγέλλει την εγγενή τεμπελιά και αναξιοπιστία όλων των Ελλήνων μέχρι το αλήστου μνήμης «Όλοι μαζί τα φάγαμε» ή την κατ’ επίφασιν τεχνοκρατικότερη --και εκ πρώτης και μόνον όψεως ουδέτερη-- διαπίστωση ότι «ζούσαμε υπεράνω των δυνάμεών μας», καλούμαστε να αποδεχθούμε, εν σώματι και εν χορώ, ότι θα πρέπει να «πληρώσουμε» για το εθνικό μας «λάθος». Στο μέτρο που, όπως λέγεται, «δεν υπάρχει άλλη λύση», πρέπει να υποκύψουμε στο υπερκείμενο σύστημα, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, αποδεχόμενοι δηλαδή πως η «Νέμεση» είναι το αναγκαίο και εύλογο αποτέλεσμα της συστημικής «Ύβρης». Έχοντας υπάρξει αμαρτωλοί, οφείλουμε να αποδεχτούμε την κόλαση, ή, έστω, το καθαρτήριο.
Το πραγματικό «αμάρτημα» των Ελλήνων
Όμως, στην πραγματικότητα, το «λάθος» των Ελλήνων δεν είναι ότι «απέκλιναν» και «αμάρτησαν», αλλά ότι οι συνθήκες δεν τους άφησαν να αγιάσουν. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως ο ασύδοτος ατομικιστικός νεοελληνικός καταναλωτισμός --κοινός τόπος για τους απανταχού αυτόκλητους ηθικοπλάστες-- δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αντανακλά ευθέως τα παγκοσμίως ισχύοντα πρότυπα συμπεριφοράς του μαζικού καταναλωτικού καπιταλισμού. Όπως και αλλού, έτσι και στην Ελλάδα, το δόγμα του laser faire συμπληρώνεται με την οικουμενική παραίνεση: Μεγιστοποιήστε, εκμεταλλευτείτε, απολαύστε, καταναλώστε και, αν χρειαστεί --ή ακόμα και αν δεν χρειάζεται--, δανεισθείτε. Σε πλήρη αντιδιαστολή με τις καλβινιστικές ρίζες που κάποτε εξιδανίκευαν την ατομική εργασιακή πειθαρχία και τη λιτότητα, στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα η υπερκατανάλωση και η ατομική υπεραπόλαυση εμφανίζονται πλέον σαν καθήκοντα. Η άνθηση της μικρομεσαίας νεοελληνικής κοινωνίας δεν είναι παρά απλό σύμπτωμα της προσαρμογής τής οικουμενικά κυρίαρχης ατομικής μεγιστοποίησης στις ιδιαίτερες ιστορικές περιστάσεις.
Στο επίπεδο των ατομικών συμπεριφορών και προτεραιοτήτων λοιπόν, οι Έλληνες όχι μόνο δεν απέκλιναν από τα ατομοκεντρικά ωφελιμιστικά ήθη, αλλά αντίθετα εμφανίστηκαν σαν οι καλύτεροι μαθητές. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, οι πρακτικές των ακόρεστων νομαδικών «αγορών» φαίνεται να έχουν απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα ηθικών ανασχέσεων και συλλογικών αξιακών μελημάτων. Είναι σαφές ότι η καπιταλιστική ασυδοσία των «αγορών» και η άνευ όρων και ορίων πλεονεξία συνιστούν πλέον τον ύπατο κανόνα. Χαρακτηριστικά όμως, αυτό συμβαίνει μόνον στις μεγάλες κλίμακες. Πράγματι, στους χώρους που ασκείται ευθέως η οικονομική και η πολιτική εξουσία, η απόλυτη «ορθολογική» ιδιοτέλεια είναι όχι μόνο ανεκτή, αλλά «αναγκαία» και ανενδοίαστη. Σε πλήρη όμως αντιδιαστολή, στις μικροκλίμακες όπου δρουν και επιβιώνουν οι μικρομεσαίοι και μαζί τους οι απόκληροι εργαζόμενοι υποτίθεται πως πρέπει να πρυτανεύει η εσωτερικευμένη και πειθαρχημένη «ανορθολογική» ανιδιοτέλεια. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, οι ισχύοντες κανονιστικοί κώδικες διαφοροποιούνται με σαφέστατα ταξικά κριτήρια. Στο όνομα του παραγωγικού ορθολογισμού, οι μεν άνεργοι και απόκληροι καλούνται να αποδεχθούν απλώς την εξαθλίωσή τους, ενώ οι πειθήνιοι και ευγνώμονες εργαζόμενοι καλούνται να είναι εργατικοί, συνεπείς, έντιμοι και υπεύθυνοι.
Αν λοιπόν υπάρχει μια πραγματική συλλογική «ευθύνη» των απόκληρων πλέον μικρομεσαίων Ελλήνων, έγκειται στο γεγονός ότι υπέκυψαν, και υποκύπτουν ίσως ακόμα, στις παραπλανητικές εξαγγελίες των συστημικών ηθικολόγων και ιδεολόγων. Μαζί με όλους τους άλλους, είχαν την αφέλεια να πιστέψουν πως το «δικαίωμα στην ιδιοτέλεια» και στην άνευ ορίων μεγιστοποίηση των ατομικών απολαύσεων δεν είναι ταξικό προνόμιο των ήδη κατεχόντων και ότι μπορεί να επεκτείνεται ακόμη και σε αυτούς. Αν λοιπόν «φταίνε» σε κάτι, αυτό είναι επειδή δεν αντέδρασαν εν σώματι και προφητικά στο κυρίαρχο σύστημα ιδεών, επειδή ενστερνίστηκαν τις χίμαιρες με τις οποίες τους είχαν θρέψει και αναθρέψει, επειδή υπέκυψαν αδιαμαρτύρητα στις σειρήνες της συστημικής προόδου, επειδή πίστεψαν πως η ατομική ευημερία και η συνεχής ανάπτυξη είναι ιστορικά κεκτημένα για όλους, επειδή δηλαδή θεώρησαν ότι ο ρους της Ιστορίας μπορεί να είναι ρόδινος για τους ανίσχυρους.
Όμως, φυσικά, τέτοιες εκ των υστέρων προγνώσεις ξεπερνούσαν τα όριά τους. Ακόμα μια φορά, αποδεικνύεται πως η Ιστορία εκδικείται πρωτίστως εκείνους που δεν έχουν ούτε την αντικειμενική δυνατότητα και βούληση να αντιδράσουν ούτε την εξουσία να εκμεταλλευθούν τις αντιφάσεις για λογαριασμό τους. Για να ξαναστηθεί λοιπόν η κοινωνία, και μαζί της η δημοκρατία στα ποδάρια της, θα πρέπει να απαλλαγούμε κατ’ απόλυτη προτεραιότητα από τις υποβολιμαίες ηθικολογίες που μας περιβάλλουν. Δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον από τη στιγμή που αμφισβητούνται όλα τα έσχατα θεμέλια του αποστασιοποιημένου «καλού» και που ο ορίζοντας του γίγνεσθαι περιλαμβάνει όλα τα νοητά ριζικά «άλλα».
Σάββατο 9 Ιουνίου 2012
Κυβέρνηση της αριστεράς;
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΙΟΥΠΚΙΟΛΗ
Αναδημοσίευση από: Αναγνώσεις της "Αυγής"
Είναι αυτονόητο ότι η αριστερά νοηματοδοτείται ποικιλότροπα, αλλά εδώ θα επικαλεσθούμε έναν εύλογο ορισμό της με ιστορικά διαπιστευτήρια. Στις νεωτερικές κοινωνίες και μετά, αριστερά είναι εκείνη η –πολυδιασπασμένη, συνήθως- πολιτική παράταξη που προσβλέπει σε μια ριζοσπαστική πραγμάτωση της ισότητας και της ελευθερίας των πολλών. Από μια τέτοια σκοπιά, η ιδέα μιας αριστερής κυβέρνησης στη σημερινή Ελλάδα είναι πιθανότατο στα αυτιά αρκετών να ηχεί ως κούφια, ανέφικτη, ιλαροτραγωδία. Κατ’ αρχάς για πρακτικούς λόγους της συγχρονίας, που άπτονται της ισορροπίας δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Γιατί μια κυβέρνηση με ρηξικέλευθες πολιτικές, που θα έβαλλε στην πράξη εναντίον των οικονομικών, πολιτικών και άλλων ολιγαρχιών, θα υπέσκαπτε τα προνόμιά τους και θα ανέτρεπε τις στρατηγικές της ληστρικής αναδιανομής του πλούτου προς τα πάνω, είναι μάλλον απίθανο να μπορέσει να σταθεί όρθια απέναντι στον νεοφιλελεύθερο εσμό των ισχυρότερων της ΕΕ, του παγκόσμιου στερεώματος και των ημεδαπών κέντρων εξουσίας που απεργάστηκαν αυτές τις στρατηγικές. Και αυτό εξαιτίας των συντριπτικών συσχετισμών ισχύος σε αυτά τα επίπεδα, αλλά και λόγω ελλιπούς κοινωνικής υποστήριξής της σε μια χώρα χωρίς μαζικά, δυναμικά και οργανωμένα κοινωνικά κινήματα, όπου η κυρίαρχη κουλτούρα εξακολουθεί να είναι ατομικιστική-καταναλωτική και η πλειοψηφία φαντασιώνεται την επάνοδο στις μέρες της αφθονίας. Μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να υπολογίζει σήμερα ούτε καν στην αγωνιστική στήριξη της σχετικής της εκλογικής πλειοψηφίας, η οποία δεν έχει στρατευθεί ιδεολογικο-πολιτικά στην αριστερά. Και θα έχει απέναντί της μια απόλυτη λαϊκή πλειοψηφία, που απορρίπτει την ιδεολογία και τους πολιτικούς προσανατολισμούς της.
Κατά δεύτερον, αν η αριστερά θέλει να είναι μια προωθημένη έκφραση των βλέψεων της κοινωνικής χειραφέτησης στη συγχρονία, η «αριστερή κυβέρνηση» μπορεί να θεωρηθεί σήμερα ως μια αντίφαση εν τοις όροις. Έχουμε μάθει πλέον ότι η προαγωγή της ισοελευθερίας των πολλών δεν γίνεται από κυβερνήσεις, ούτε επαναστατικές ούτε σοσιαλδημοκρατικές-μεταρρυθμιστικές. Οι επαναστατικές δικτατορίες δεν μπορούν να οδηγήσουν το πλήθος στον συλλογικό αυτοκαθορισμό του όταν το υποτάσσουν στο ακριβώς αντίθετό του, την ποιμαντική καθοδήγηση – ή και καταπίεση. Και ο μεταρρυθμιστικός κυβερνητισμός πέθανε μαζί με τους Νέους Εργατικούς και το Νέο Κέντρο του SPD, δεν περίμενε το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Ο κυβερνητικός σοσιαλρεφορμισμός αναπαράγει την ίδια σχέση του κράτους-κηδεμόνα των ετερόνομων πολιτών και δεν μπορεί να πετύχει καμιά ουσιαστική επέκταση της ισότητας εφόσον αποφεύγει τη ρήξη με ένα αγοραίο σύστημα εξουσίας που παράγει ακραίες ανισότητες.
Οι συλλογικές πρωτοβουλίες της ελευθερίας τα τελευταία χρόνια, από τα κινήματα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση ως τον Δεκέμβρη του ’08, τις αγανακτισμένες πλατείες και το Occupy Wall Street, αντιμάχονται τις ηγεσίες, τους αντιπροσώπους, τα κλειστά ιδεολογικά σχήματα και προγράμματα. Εννοούν στην πράξη την ίση ελευθερία των πολλών ως άμεση πολιτική σύμπραξη, συλλογική αυτοδιεύθυνση, σύνταξη αυτόνομων διαφορών στη βάση της πλήρους πολιτικής ισότητας. Αποκηρύσσουν την κρατική διακυβέρνηση ως πολιτική καθοδήγηση από τα πάνω, όπου οι μάζες ετεροκαθορίζονται στην άσκηση της πολιτικής και παραμένουν ουσιαστικά άνισες στην πολιτική δράση.
Αυτά τα δύο διαβήματα εκμηδενισμού της ίδιας της ιδέας μιας αριστερής κυβέρνησης στη σημερινή Ελλάδα έχουν μια κοινή κρυφή προκείμενη: την άρνηση της πολιτικής. Στο πρώτο, βρισκόμαστε σε ένα κλειστό και ακλόνητο σύστημα κυριαρχίας, που δεν επιτρέπει καμία ριζική πολιτική επέμβαση, αντίσταση και ανατροπή. Το δεύτερο προϋποθέτει μια καθαρή και αμόλυντη κοινωνική εμμένεια, η οποία δεν απαιτεί πολιτικές παρεμβάσεις από τα έξω ή προς τα έξω: οι δυνάμεις της κοινωνίας είναι ώριμες και έτοιμες –ή μπορούν αυτόνομα να ετοιμαστούν- για την αυτο-οργάνωσή τους εκ των ενόντων, χωρίς να επηρεάζονται από τις εξωτερικές οικονομικές συνθήκες, το πολιτικό καθεστώς και τους συσχετισμούς δυνάμεων, και χωρίς να χρειάζεται να δράσουν σε αυτό το πλαίσιο. Αν, όμως, ξαναβάλουμε την πολιτική στην εξίσωση, στις ρωγμές και τις ανισορροπίες του διεθνούς πλέγματος εξουσίας και στις χαίνουσες ελλείψεις μιας κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης που χρειάζεται εξωτερικά ερείσματα και δραστικές πρωτοβουλίες, τα πράγματα αλλάζουν. Η αριστερή κυβέρνηση αναδύεται ως μια ιστορική δυνατότητα με προοπτικές ελπίδας - αλλά και συγκεκριμένους όρους που αλλάζουν συθέμελα την αντίληψή μας για το τι μπορεί να σημαίνει τώρα μια τέτοια κυβέρνηση στην ημεδαπή.
Aν θα είναι πράγματι ταγμένη στην προώθηση της εξισωτικής αυτονομίας της κοινωνίας στο περιβάλλον της συγκυρίας, θα πρέπει να επιδοθεί σε μια πολιτική υψηλής έντασης, μια πολιτική που θα αναβιώνει ριζικές διαστάσεις αυτής της ιστορικής δραστηριότητας. Θα νιώθει, δηλαδή, και θα αδράχνει τον καιρό, τις ευκαιρίες που παρουσιάζει η σύγχρονη συνθήκη με τις μεταπτώσεις της, τις (αν)ισορροπίες δυνάμεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό, τα χάσματα των καθεστώτων κυριαρχίας. Λαμβάνοντας έτσι επίκαιρες πρωτοβουλίες, θα πράττει πολιτικά με την ισχυρή έννοια του όρου, θα επιχειρεί όχι να διαχειριστεί τις καταστάσεις με βάση τα καθιερωμένα πλαίσια δράσης, τις λογικές και τις στοχεύσεις τους, αλλά τροποποιώντας τις ίδιες τις συντεταγμένες, επανορίζοντας τα πλαίσια, διαμορφώνοντας νέους θεμελιώδεις όρους των κοινωνικών σχέσεων. Τέλος, θα είναι πολιτική με τη συστατική σημασία της λέξης, πράξη των πολιτών, κινητοποίηση της κοινωνίας που ορίζει τις υποθέσεις και τη μοίρα της.
Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, το αιτούμενο σήμερα στην Ελλάδα από την οπτική της αριστέρας δεν μπορεί να είναι απλώς μια άλλη κυβέρνηση σε ένα ναρκοθετημένο πεδίο που θα τις δέσει τα χέρια εξαρχής και μετά θα την οδηγήσει σύντομα στο θάνατο. Είναι μια άλλη ηγεμονία, η οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού σχηματισμού, με διαφορετικούς κυρίαρχους κοινωνικούς δεσμούς, νόμους και προσανατολισμούς στη βάση μιας εκ βάθρων αναδιάταξης των σχέσεων εξουσίας. Αλλά αν αυτή η ηγεμονία θέλει να είναι συγκεκριμένα αριστερή θα πρέπει να αναβαπτίσει ουσιωδώς το ιστορικό της νόημα στα νάματα των νέων κοινωνικών συλλήψεων της ελευθερίας εν δράσει. Θα πρέπει, υποστηρίζω, να επιχειρήσει το καινοφανές, να γίνει μια πραγματική ηγεμονία της αντιηγεμονίας. Σε αυτή, ο δεσπόζων πόλος του νέου κοινωνικού συνασπισμού δεν θα λειτουργεί ως αντιπρόσωπος-κυρίαρχος των πολλών, αλλά ως «αφανιζόμενος μεσολαβητής», ένας ισχυρός παράγοντας κοινωνικού συντονισμού και ενδυνάμωσης, που δεν αποβλέπει στην εδραίωση της δικής του κυριαρχικής θέσης αλλά επιζητεί από την αρχή τη διευκόλυνση και την ενδυνάμωση της κοινωνικής αυτο-οργάνωσης, ώστε να καθίσταται περιττός.
Το αίτημα για μια νέα ηγεμονία της αντι-ηγεμονίας δεν είναι ιδεαλιστικό. Είναι, αντίθετα, μια από τις λίγες ρεαλιστικές στρατηγικές για μια αριστερή κυβέρνηση εδώ και τώρα. Μια κυβέρνηση της αριστεράς στην Ελλάδα σήμερα θα πρέπει ασφαλώς να αξιοποιήσει τις αστάθειες, τις ρωγμές και τις αντιθέσεις του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας, στην ΕΕ, τις χρηματαγορές και το παγκόσμιο σύστημα για να ενισχύσει τη δική της θέση και να αναιρέσει τις πολιτικές της μνημονιακής καταστροφής. Διεθνείς συμμαχίες και κινήσεις αλληλεγγύης μπορούν να συνδράμουν σημαντικά σε αυτό το εγχείρημα αλλαγής των συσχετισμών. Αλλά καθοριστικός θα είναι ο ρόλος της δυναμικής συστράτευσης των πολλών στο εσωτερικό που θα προσφέρει μαζική αρωγή στην προσπάθεια της ανατροπής και θα φέρει τις αυριανές αντιδράσεις του νεοφιλελεύθερου κατεστημένου της ΕΕ και των αγορών αντιμέτωπες με μια ολόκληρη και αποφασισμένη κοινωνία, δυναμώνοντας παράλληλα και τις διεθνείς φωνές υποστήριξης.
Η διαρκής και συλλογική κινητοποίηση είναι εκ των ων ουκ άνευ για την ευτυχή κατάληξη ενός ριζοσπαστικού ηγεμονικού αγώνα και στο εσωτερικό, καθώς μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν έχει, και δεν πρέπει να έχει, ισχυρά ερείσματα στις τάξεις των κυρίαρχων, σήμερα, ελίτ. Βασική πηγή της κοινωνικής της εξουσίας στον πόλεμο θέσεων που θα ξεκινούσε θα είναι η γνήσια δημοκρατική δύναμη των πολλών. Αυτή θα μπορέσει να αντιπαλέψει φαινόμενα κοινωνικής εξάρθρωσης και έναν πόλεμο από τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, με μποϊκοτάζ στη διακίνηση βασικών αγαθών, στη λειτουργία των τραπεζών κλπ, στις εξαιρετικά δυσχερείς καταστάσεις που είναι πιθανό να προκύψουν από τη διακοπή χρηματοδότησης από την ΕΕ ή από την εφαρμογή επιθετικών πολιτικών ελέγχου και αναδιανομής του πλούτου. Η μαζική συμμετοχή σε διαδικασίες ουσιαστικής διαβούλευσης θα είναι αναγκαία και για τη συναινετική χάραξη και εφαρμογή κυβερνητικών πολιτικών που ενέχουν μεγάλο βαθμό κινδύνου και αβεβαιότητας και για τις οποίες δεν υπάρχει συγκροτημένη πλειοψηφική άποψη.
Τα πολιτικά διακυβεύματα που θα απαιτούν δύσκολες αποφάσεις από μια αριστερή διακυβέρνηση ενδέχεται να είναι πολλά και καυτά, σε συνθήκες κινούμενης άμμου, αρχής γενομένης με το ζήτημα της εξόδου από το ευρώ αν οι πιέσεις στην ΕΕ δεν αποδώσουν. Μια τέτοια απόφαση, που μπορεί να έχει τεράστιες επιπτώσεις στην καθημερινότητα της πλειοψηφίας, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί ερήμην της ή και εναντίον της από μια αριστερή ηγεσία. Σε αυτή την περίπτωση θα είχε και την κοινωνία και ισχυρά κερδοσκοπικά και άλλα συμφέροντα απέναντί της, και η πολιτική της θα ήταν καταδικασμένη εξαρχής, και στην πράξη και στην κοινωνική συνείδηση.
Μια νέα ηγεμονία, που εδραιώνει έναν νέο κοινωνικό σχηματισμό, κατακτάται με τη συγκρότηση μιας νέας κοινότητας ιδεών και συναισθημάτων. Σήμερα που το αξιακό σύστημα του παρελθόντος καταρρέει και η κοινωνία τα έχει χαμένα, χρειάζεται επιτακτικά η άρθρωση νέων αξιακών προσανατολισμών, νέων αφηγήσεων για το παρόν και το μέλλον μας. Και η διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού φαντασιακού, που θα δώσει ξανά νόημα και ελπίδα στις νεότερες γενιές, δεν μπορεί να γίνει από μια ελίτ φωτισμένων ταγών ή χειρούργων της κοινωνίας, ιδίως όταν επιδίωξη είναι η κοινωνική χειραφέτηση. Μια αριστερή κυβέρνηση θα πρέπει, λοιπόν, με τον λόγο και τα έργα της να πυροδοτήσει, να εμπνεύσει και να διευκολύνει μια τέτοια κοινωνική αναδημιουργία, όχι να την καθορίσει. Και θα πρέπει, ευρύτερα, να συνδράμει αποτελεσματικά τις πρωτοβουλίες αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, στις πόλεις και τους δήμους. Η παροχή πραγματικών πόρων και διευκολύνσεων στους θεσμούς της κοινωνικής αυτονομίας, λ.χ. στις διάφορες συνελεύσεις γειτονιάς που έχουν ήδη αναφανεί, και στα δίκτυα της κοινωνικής, αλληλέγγυας οικονομίας που σήμερα εξαπλώνονται, θα στείλει ένα ουσιαστικό μήνυμα στην κοινωνία για το άλλο ύφος και ήθος μιας αριστερής αντι-ηγεμονίας και θα ευνοήσει την επέκταση της κοινωνικής αυτο-οργάνωσης. Η συλλογική κινητοποίηση σε βάθος χρόνου, με την αποτελεσματική λειτουργία θεσμών αυτο-οργάνωσης και αντι-εξουσίας του πλήθους, δεν είναι απλώς προϋπόθεση για την ευόδωση κυβερνητικών πολιτικών. Είναι ο ίδιος ο στόχος και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, από τη σκοπιά μιας αριστεράς που προσβλέπει στην ενίσχυση της ισότητας και της ελευθερίας με σύγχρονους όρους.
Αυτές οι απαιτήσεις ηχούν ίσως υπερβολικές για οποιαδήποτε κυβέρνηση στην τρέχουσα συγκυρία. Αλλά λόγω ακριβώς της κατάστασης εξαίρεσης που βιώνουμε, αν δεν αγωνιστούμε για πολλά, μπορεί να μην περισώσουμε ούτε λίγα. Θα πρέπει, φυσικά, η ίδια η κοινωνική πλειοψηφία να θελήσει να πάρει τα πράγματα στα χέρια της. Αλλά μια κυβέρνηση που άμεσα και έμπρακτα θα εμφανιστεί υπηρέτης και αρωγός, όχι εξουσιαστής της, θα μπορέσει καλύτερα να κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, κεντρίζοντας και τονώνοντας τη συλλογική βούληση. Και τότε πολλά αδύνατα θα γίνουν δυνατά.
Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής διδάσκει Πολιτική θεωρία στο ΑΠΘ
Σάββατο 2 Ιουνίου 2012
Φώτης Τερζάκης: ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΡΗΤΟΡΕΙΑ ΤΩΝ «ΑΚΡΩΝ»
αναδημοσίευση από poetry bar
Ι.
Η έκπληξη που επεφύλασσαν οι πρόσφατες εκλογές στην Ελλάδα, με την καταβαράθρωση όλων των δυνάμεων που συνασπίστηκαν υπό την κυβέρνηση Παπαδήμου για να επιβάλουν τη βούληση του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου στην πολλαπλά τραυματισμένη ελληνική κοινωνία, ανακίνησε τρόμους μεν από την πλευρά εκείνων που είχαν εθιστεί στο αδιαμφισβήτητο μονοπώλιο της ισχύος, τρελές ελπίδες δε από την πλευρά εκείνων που είχαν πειστεί ότι είναι πολύ πιο ανίσχυροι απ’ όσο πραγματικά ήταν· και μέσα στην παραζάλη των έκτακτων συμβάντων δεν δόθηκε η σημασία που έπρεπε στο γεγονός ότι ο πραγματικός θριαμβευτής των εν λόγω εκλογών ήταν η εκλογική αποχή, που σημείωσε τα υψηλότερα ποσοστά στην ιστορία της (σχεδόν 37%!)…
Η εκλογική αποχή προκαλεί πάντα αμηχανία και υπάρχει μια σιωπηρή συστράτευση όλων των καθεστωτικών δυνάμεων, των κατευθυνόμενων ΜΜΕ περιλαμβανομένων, στον δημόσιο στιγματισμό της. Καταλαβαίνει κανείς τούς λόγους: δεν είναι μόνον ότι η κοινοβουλευτική παρωδία στις διοικούμενες κοινωνίες μας θεσμοποιεί και κατοχυρώνει ένα διπλό ψεύδος – ότι οι εκλεγμένοι «εκπρόσωποι» όντως εκπροσωπούν την εκλογική τους βάση, και ότι οι κρίσιμες κοινωνικές αποφάσεις όντως παίρνονται μέσα στο κοινοβούλιο· ούτε μόνον ότι η αυταπάτη τής «δημόσιας συμμετοχής» που εκπροσωπούν οι εκλογές είναι μια πολύτιμη βαλβίδα εκτόνωσης της δυσαρέσκειας και εκτροπής της από βίαιες εκρήξεις κοινωνικής ανταρσίας· είναι επίσης και προπαντός ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν καταλήξει να αντιπροσωπεύουν τυποποιημένα συστήματα αντιλήψεων και συμπεριφορών που καθιστούν το λαϊκό σώμα προβλέψιμο και, άρα, χειραγωγήσιμο. Το ποσοστό τού λαϊκού σώματος που αρνείται να ψηφίσει είναι το απειλητικό απροσδιόριστο, η εντροπική ζώνη όλων των γραφειοκρατικών σχεδιασμών, η άβυσσος στην οποία μπορεί να ελλοχεύουν κάθε είδους απρόβλεπτες δυνάμεις. Και όντως ελλοχεύουν. Αν υπάρχει ακόμα ένα ίχνος ελπίδας στη σημαδεμένη εκλογική τράπουλα, αν είναι ακόμα δυνατές εκλογικές ανατροπές όπως αυτή που πρόσφατα είδαμε ––και ακόμη περισσότερο όπως εκείνη που επίκειται στις δεύτερες εκλογές–– είναι χάρη στον ρόλο που έχει αυτός ο εξωγενής και απρόσκλητος ρυθμιστής των εκλογικών αναμετρήσεων, που δεν εκπροσωπείται από κανέναν κοινοβουλευτικό σχηματισμό και δεν καταγράφεται σε κανένα γκάλοπ.
Στις παρούσες συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε το επιλεγμένο όργανο ενός μεγάλου μέρους των «μη εκπροσωπουμένων» για να στείλουν ένα εύγλωττο απειλητικό μήνυμα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Σε μικρότερο βαθμό, το ίδιο έγιναν και ακροδεξιοί σχηματισμοί όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η «Χρυσή Αυγή». Σε αυτό οφείλεται η αντίστοιχη επιτυχία τους, και όχι βέβαια σε μια καθαρή και αδιατάρακτη σχέση εκπροσώπησης με τους ψηφοφόρους τους, που θα ήταν τραγικό σφάλμα να εκληφθεί ως δεδομένη. Η κίνηση της διογκούμενης μάζας των «μη εκπροσωπουμένων» προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά έχει φυσικά τεράστια σημασία και δεν είναι κάτι που μπορεί να παραβλεφθεί ανέμελα· ακόμη μεγαλύτερη όμως έχει να διαπιστωθεί το σημείο σύγκλισης όλων αυτών των ετερογενών κατά τα άλλα δυνάμεων των «άκρων» ––όπως λέει μια κολλώδης δημοσιογραφική γλώσσα–– οι οποίες, κανείς ας μην έχει αμφιβολία επ’ αυτού, διαθέτουν ένα πολύ μεγαλύτερο απόθεμα από εκείνο που ήδη έδειξαν μέσα στον όγκο ακριβώς των εκλογικά απεχόντων… Αυτό το σημείο σύγκλισης, λέω, είναι η εναντίωση στη δικτατορία των αγορών, επικεντρωμένη σ’ εκείνη την ειδική της όψη υπό την οποία τη βρίσκει αυτή τη στιγμή απέναντί της η ελληνική κοινωνία: τους συνασπισμούς τού ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και των αυταρχικών του πολιτικών διαμεσολαβητών. Το παραπλανητικό σύνθημα της «εθνικής ανεξαρτησίας» πρέπει να διαβάζεται σαν μια παραπλανημένη εναντίωση στο παγκοσμιοποιούμενο κεφάλαιο και στα θεσμικά όργανά του (ελληνικά επίσης κατά τον βαθμό που τους αντιστοιχεί).
Το βράδι των εκλογών ένας καλός δημοσιογράφος (ο Σταύρος Λυγερός) έλεγε ότι το παρόν διακύβευμα έχει δύο διακριτούς άξονες: τον παραδοσιακό Αριστερά-Δεξιά, και τον πρόσφατο Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο. Η εκτίμηση αυτή χρειάζεται κάποια τροποποίηση. Το δίλημμα Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν είναι αριστερό δίλημμα, και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πολύ επί τού ότι κάθε «αριστερά» άξια του ονόματος της (διότι υπάρχει κάποιο όριο στο ξεχείλωμα των λέξεων το οποίο δεν υπερβαίνεται ατιμωρητί: μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι) έχει εξ ορισμού, δηλαδή αυτοδικαίως, αντιμνημονιακό προσανατολισμό. Ο άξονας Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο διχάζει πραγματικά μόνο τη δεξιά, και αυτό είναι που δίνει στην ελληνική αριστερά σήμερα μια μοναδική στον κοινοβουλευτικό της βίο πολιτική ευκαιρία – εκείνη που της υπέκλεψαν μετά τις εκλογές τού 1958 οι καθεστωτικές δυνάμεις που άνοιξαν τον δρόμο στην απριλιανή δικτατορία, και πάλι μεταξύ 1977-81 ο Ανδρέας Παπανδρέου…
Το συμπέρασμα που αβίαστα βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι, αν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα στην Ελλάδα σήμερα για μια ευρεία και ριζοσπαστική συσπείρωση των κοινωνικά ανίσχυρων και των άγρια αδικημένων και περιφρονημένων στρωμάτων (περιλαμβανομένων των μεταναστών, που είναι οργανικό και αναπόσπαστο πλέον κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας), συσπείρωση η οποία στην προβλεπόμενη διεύρυνσή της θα είχε ελπίδες ν’ απορροφήσει το δεξιό «άκρο» κατευθύνοντάς το προς έναν όλο και πιο ορθολογικά επεξεργασμένο στόχο, θα εξαρτηθεί από την αταλάντευτη εμμονή στην άμεση τακτική επιδίωξη τής απόκρουσης των ευρωπαϊκών εκβιασμών και αναπομπής τού προβλήματος στους γεννήτορές του, τις εγκληματικές «αγορές», με στρατηγικό βάθος ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιοργάνωσης προσανατολισμένο όχι στην «αγορά» αλλά στους ίδιους τους παραγωγούς/καταναλωτές και ελεγχόμενο στο μέγιστο δυνατόν από τους ίδιους· πρόγραμμα του οποίου καθοδηγητική αξία οφείλει να είναι όχι ακριβώς η «ανάπτυξη» (διότι στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάμε για σκοινί!) αλλά η μεθοδευμένη αποανάπτυξη – που σημαίνει, συρρίκνωση στο μέτρο τού δυνατού τής σφαίρας τής κυκλοφορίας των κεφαλαίων και αύξηση του κοινωνικού πλούτου με απεξάρτηση όσο το δυνατόν περισσότερων κοινωνικών δραστηριοτήτων από την εμπορευματική αγορά. Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να μη συμφωνεί μαζί μου ότι αυτή είναι η μόνη νόμιμη ερμηνεία τού όρου «κομμουνισμός»· το βέβαιον είναι ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ ελπίζει να καταστεί συντονιστικός μεσολαβητής μιας τέτοιας συσπείρωσης, αυτός είναι ο μόνος δρόμος στον οποίον έχει πραγματική εντολή να πορευτεί – ανεξαρτήτως τού πόσο πολλοί ή λίγοι είμαστε έτοιμοι, και αν τελικά θα πειστούμε, να αναστείλουμε την εκ πεποιθήσεως εκλογική μας απεργία για τον στηρίξουμε.
ΙΙ.
Το άρθρο του Ανδρέα Πανταζόπουλου στη Νέα Εστία (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1012) με τίτλο «Ο εθνικολαϊκισμός ως ιδεολογία. Η διεθνής εμπειρία και η ελληνική περίπτωση» είναι η λόγια εκδοχή τής ευτελούς δημοσιογραφικής ρητορείας περί «κινδύνου των άκρων». Παρουσιάζεται σαν μια ψύχραιμη, «επιστημονική» κριτική μιας πολιτικής ιδεολογίας, αλλά δυσκολεύεται να κρύψει τον δικό του ιδεολογικό χαρακτήρα καθώς ολισθαίνει σε μια σειρά θεωρητικών ατοπημάτων που τον εκθέτουν και στο πιο ανυποψίαστο μάτι. «Σκοπός μας είναι», λέει προγραμματικά, «να δείξουμε τη συστατική σχέση τού λαϊκισμού με τον εθνικισμό, ότι δηλαδή είναι αδύνατον να κατανοήσουμε μια λαϊκιστική κινητοποίηση, λαϊκιστικό κίνημα, λαϊκιστικό κόμμα ή και “κοσμοαντίληψη” χωρίς τη συμφυή εθνικιστική της διάσταση» (σελ. 214)· και λίγες γραμμές πιο κάτω: «Ακόμα και […] όταν θεωρείται ότι έχουμε να κάνουμε με “αμιγώς” κοινωνιολαϊκιστικές κινητοποιήσεις ή “ιδεολογίες”, όταν δηλαδή ο υποδεικνυόμενος και καταγγελλόμενος από τους λαϊκιστές εχθρός είναι μόνο οι “αποπάνω” (οι “΄λίγοι”, η “πλουτοκρατία”, η “ελίτ”, οι “ισχυροί”, το “κατεστημένο”) ακόμα και τότε, ο εθνικισμός ή ο εθνοτισμός (οι οποίοι υποδεικνύουν ως εχθρό τον “απέναντι”, τον ξένο, με τον οποίον συνεργάζονται οι ντόπιες “ελίτ”) διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο ως προς τη δόμηση των αιτημάτων των κυριαρχουμένων». Από πού προκύπτει αυτό, αλήθεια; Γιατί κάθε αμιγώς ταξική σύγκρουση θα πρέπει να δεχθεί καταστατικά τη ρετσινιά τού εθνικισμού; Μήπως για να πούμε ότι, εξ αντιστρόφου, η μόνη αθώωση από το εθνικιστικό στίγμα θα ήταν η συναίνεση στον κοινωνικό δαρβινισμό τού φιλελευθερισμού τής αγοράς; Δεν εκπλήσσει λοιπόν ο τρόπος με τον οποίον βιάζει καταφανώς τα δεδομένα του ώστε να στηρίξει την ιδεολογική προπαραδοχή του: μιλώντας για τους ρώσους ναρόντνικους στη σελ. 216, ας πούμε, γράφει «με βάση αυτές τις αξίες θα προτείνουν να οργανωθεί η αντίσταση του ρωσικού λαού, ναρόντ, που είναι το ισοδύναμο του γερμανικού Volk, και που ταυτόχρονα σημαίνει “λαός” και “έθνος”». Μόνο που στα ρωσικά υπάρχει μια άλλη έννοια ειδικώς για το έθνος, νάτσιγια, που σημαίνει ακριβώς το έθνος-κράτος· η επιλογή τού όρου ναρόντ συνδηλώνει την αυτοδιοικούμενη και από παραγωγική άποψη σχετικώς αυτάρκη λαϊκή κοινότητα, υποδεικνύοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τις αντιπαρατιθέμενες διεκδικήσεις τού «εθνικού» ήταν ακριβώς η αντίσταση των λαϊκών κοινοτήτων στην «εκσυγχρονιστική» βία τού κράτους, η οποία σημαίνει πάντα υπαγωγή στην κεφαλαιοκρατική αγορά και τον γραφειοκρατικό/αστυνομικό έλεγχο – άλλωστε όλος ο ρωσικός αναρχισμός πήγασε από το λίκνο τού ναροντνικισμού: μήπως θα πρέπει να εκχωρήσουμε και αυτόν στις «εθνικιστικές ιδεολογίες»; Ομοίως, στη σελ. 220, η παράθεση ενός χωρίου τού Αϊζάια Μπέρλιν που αναφέρεται στον Χέρντερ ––«Η πίστη στην αξία τού ανήκειν σε κάποια ομάδα ή κουλτούρα που, για τον Χέρντερ τουλάχιστον, δεν είναι πολιτική και μάλιστα είναι αντιπολιτική, διαφορετική από τον εθνικισμό και αντιτιθέμενη σε αυτόν»–– ερμηνεύεται από τον συγγραφέα ως επίταση των χαρακτηριστικών εκείνων που ο Χέρντερ ρητά αρνείται! Κοκ.
Το κεντρικό πρόβλημα με το άρθρο τού Πανταζόπουλου είναι ότι ερμηνεύει διασταλτικά την έννοια του «λαϊκισμού» ώστε να συμπεριλάβει ουσιαστικά όλες τις συλλογικές επιδιώξεις που αντιτίθενται στη φιλελεύθερη συναίνεση και στον κοινοβουλευτικό συνταγματισμό. Και κάνοντας αυτό, συγχέει σκόπιμα τεραστίως αποκλίνουσες ως προς την πολιτική τους σημασία τάσεις και κινήματα: τον ρωσικό ναροντνικισμό του δέκατου ένατου αιώνα, τον Περονισμό στην Αργεντινή, την εμπειρία τής αλγερίνικης επανάστασης, το κίνημα του Πουζαντισμού στη Γαλλία τής δεκαετίας τού ’50, μέχρι τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι μ’ ένα τέτοιο άνοιγμα η ίδια η έννοια «σπάει» και χάνει την όποια ερμηνευτική της δύναμη. Για να το πω όσο πιο συνοπτικά μπορώ, ο όρος λαϊκισμός κατασκευάστηκε όντως αναφορικά με τον ρωσικό ναροντνικισμό για να περιγράψει ορισμένα στοιχεία τής ρητορικής του, τονίζοντας ειδικά την απόκλιση ανάμεσα στην προπαγανδιστική χρήση λαϊκών στερεοτύπων και την ταξική βάση (μικροαστική, εν προκειμένω) της πολιτικής που τα χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε έκτοτε ως ενδείκτης μιας χειραγωγικής πολιτικής έναντι των λαϊκών μαζών δήθεν στο όνομά τους – και αυτό αποκρυσταλλώνεται ακριβώς στην εννοιολογική διαφορά μεταξύ «λαϊκισμού» και «λαϊκότητας» (όπως, ας πούμε, μεταξύ «ισλαμισμού» και «ισλάμ»…). Με αυτή την έννοια κλασική ενσάρκωση, κατά κάποιον τρόπο ιδεότυπος, της λαϊκιστικής ιδεολογίας και πολιτικής είναι ο Περονισμός (και ό,τι τού μοιάζει: το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην Ελλάδα τής δεκαετίας τού ’80 πληροί οπωσδήποτε τα κριτήρια της έννοιας, όπως και πολλές ακροδεξιές ρητορικές στην Ευρώπη σήμερα, ή το ρεύμα τής «Νεορθοδοξίας» και πάλι στην Ελλάδα). Όταν όμως κάποιος επιχειρεί να συμπεριλάβει στην έννοιά του οιαδήποτε έκκληση για συσπείρωση των λαϊκών μαζών έναντι κάποιου υπαρκτού δυνάστη (όπως στην περίπτωση της αλγερίνικης επανάστασης μέσ’ από το συγκινητικό προσκλητήριο του Φραντζ Φανόν, και σε πολλά αντιαποικιακά και αντιιμπεριλιστικά κινήματα μέχρι της ημέρες μας σε ολόκληρο τον κόσμο), διαπράττοντας μάλιστα το ολέθριο ατόπημα να εξισώσει την «εκ των κάτω» ανατρεπτική και λυτρωτική βία με την κατασταλτική βία τής ακροδεξιάς, τότε όχι μόνο έχει διαρρήξει τα όρια ισχύος τής έννοιας, αλλά έχει προπαντός διασχίσει την κρίσιμη ––και πολύ λεπτή–– γραμμή που χωρίζει το κριτικό σκέπτεσθαι από την ιδεολογία.
Ποια ακριβώς ιδεολογία είναι αυτή; Στο τελευταίο κομμάτι τού άρθρου του, όπου ο Ανδρέας Πανταζόπουλος φτάνει στο «δια ταύτα», όπως λέμε, τη σημερινή Ελλάδα και τις αντιμνημονιακές διαμαρτυρίες, ακτινογραφείται άπλετα η πολιτική του δέσμευση. Οικοδομείται εξ ολοκλήρου σε μια θλιβερή επανάληψη της φιλελεύθερης ρητορείας περί «ταυτίσεως των άκρων», που το πρακτικό της νόημα είναι να διασύρει κάθε αριστερή ριζοσπαστική πολιτική ως ταυτόσημη με την ακροδεξιά. Δύσκολα μπορεί να προβάλει σοβαρή ένσταση, μας εξομολογείται, στην ακόλουθη επισήμανση κάποιου ολιγόνοος αρθρογράφου τής Καθημερινής: «Είναι αξιοσημείωτο ότι οι θέσεις τής Χρυσής Αυγής, του βαθέως ΠΑΣΟΚ, της λαϊκιστικής Δεξιάς, της εθνικιστικής Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στο Μνημόνιο ταυτίζονται απολύτως» (σελ. 237). Ε και; Αν η λαϊκιστική δεξιά σφετερίζεται και λεηλατεί για δικούς της λόγους τα λαϊκά αιτήματα, πρέπει η αριστερά να προσυπογράψει ομολογία πίστεως στον γραφειοκρατικό «εκσυγχρονισμό», στη θεολογία των αγορών και στη νομιμότητα των σύγχρονων κεφαλαιοκρατικών θεσμών;
Όσες εκκλήσεις για «θεσμική νομιμότητα», «λαϊκή κυριαρχία», «συνταγματικό πατριωτισμό» ––αναρίθμητα ηχηρά παρόμοια–– κι αν ακούγονται από φιλελεύθερα χείλη, είναι δύσκολο να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι μια κοινωνία τής αγοράς είναι κατ’ ανάγκη μια κοινωνία τής θεσμοποιημένης ανισότητας, ότι όλο το θεσμικό και δικαιικό πλέγμα των σύγχρονων κοινωνιών είναι ένας μηχανισμός σφαγιασμού των αδυνάτων στον στίβο τού ανταγωνισμού ιδιοτελών συμφερόντων, ένας μηχανισμός εξάρθρωσης κάθε υγιώς εννοούμενης ατομικότητας ως αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας, και βεβαίως ένας μηχανισμός λεηλασίας τού φυσικού περιβάλλοντος σε βαθμό προγραμματισμένης οικοκτονίας. Αν ζητούμενο όλης αυτής τής συζήτησης είναι σε ποιον θα χρεωθεί ως ανεπιθύμητος συγγενής η ακροδεξιά, η απάντησή μας δεν είναι δύσκολη: στον αστικό φιλελευθερισμό, φυσικα! Ας μου επιτραπεί εδώ να θυμίσω μια ρήση τού Μαξ Χορκχάιμερ (από το δοκίμιό του Οι Εβραίοι και η Ευρώπη, 1938) που έλεγε «Η “επιβίωση του ισχυροτέρου”, πριν γίνει ιαχή για την συντριβή των κατώτερων φυλών, υπήρξε ο θεμέλιος λίθος τής φιλελεύθερης λογικής τής αγοράς»· και, σε τελευταία ανάλυση, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για καπιταλισμό, δεν πρέπει επίσης να μιλάει για τον φασισμό». Αντί να διασπείρουν τον συσκοτισμό τού προφανούς και την εσκεμμένη νοητική σύγχυση, τα φερέφωνα του φιλελευθερισμού χρεώνονται την αναίρεσή της.
* Το άρθρο του Φώτη Τερζάκη είναι προδημοσίευση από το περιοδικό σημειωσεις, τ.75, που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Ιουνίου.
Τρίτη 29 Μαΐου 2012
«Ευρώ ή δραχμή;» «Ναι». Για μια πολιτική του διχασμένου υποκειμένου
του Άκη Γαβριηλίδη
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 6ης Μαΐου, υπήρξε ένας θρίαμβος της απεδαφικοποίησης και της εξόδου. Σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, σημειώθηκε ένα πραγματικό μεταναστευτικό ρεύμα ψηφοφόρων από τα δύο τέως μεγάλα κόμματα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Αμέσως μετά το πρώτο σοκ, οι δυνάμεις της σταθερότητας και της «ευθύνης» άρχισαν χωρίς καθυστέρηση την προσπάθεια να επανεδαφικοποιήσουν αυτή τη νομαδική τάση, να απλουστεύσουν την πολυπλοκότητά της και να τη μεταφράσουν σε οικεία γι’ αυτές ιδιώματα και διλήμματα.
Κεντρικό τμήμα της προσπάθειας αυτής είναι οι πιέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ να «ξεκαθαρίσει επιτέλους τι σκοπεύει να κάνει» μεταξύ άλλων και στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όπως και οι επικρίσεις προς την «πολυφωνία των συνιστωσών» εκ των οποίων άλλες είναι υπέρ της μιας και άλλες υπέρ της άλλης επιλογής. Μια άλλη πτυχή επίσης αυτής της επίθεσης είναι τα λεγόμενα «εθνικά θέματα».
Οι πιέσεις μέχρι στιγμής αποβαίνουν επιτυχείς. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εύλογα απροετοίμαστη για μια τέτοια δοκιμασία, φαίνεται νευρική ή, στην καλύτερη περίπτωση, αμήχανη· προσπαθεί με κάθε τρόπο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που της θέτουν οι αντίπαλοί της και να περάσει τις εξετάσεις, «μαζεύοντας» οποιαδήποτε άποψη η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί «ακραία» και να «φοβίσει τους απλούς ψηφοφόρους».
Η άποψή μου είναι ότι, ως προς ορισμένα τουλάχιστον ζητήματα, υπάρχει και άλλος δρόμος, και ο δρόμος αυτός πιθανόν να είναι πιο αποδοτικός ακόμη και με στενά εκλογικά κριτήρια.
Όταν οι ΠΑΣΟΚοι και οι Νεοδημοκράτες με ύφος ανακριτή ρωτάνε τους εκπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ αν ισχύουν παλαιότερες δηλώσεις τους ότι π.χ. «το ευρώ δεν είναι ταμπού για μας», αντί να το διαψεύσουν και να λένε ότι ποτέ δεν το είπαν, νομίζω ότι είναι από κάθε άποψη προτιμότερο να απαντούν: «ναι, το είπαμε και συνεχίζουμε να το λέμε».
Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στις οποίες μία queer στάση, μία στάση που αναλαμβάνει την ευθύνη του αναποφάσιστου και της αμφιταλάντευσής της, είναι πιο πειστική, πιο οικεία και πιο ελκυστική για τους πολίτες από μία ανδροπρεπή υπόδυση η οποία επιθυμεί να εμπνεύσει τη «σιγουριά» και τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης, εκεί όπου τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατό να υπάρξουν, και είναι ορατό σε όλους ότι δεν υπάρχουν.
Η αμφιταλάντευση γύρω από το θέμα αυτό είναι υπαρκτή ανάμεσα στις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, όπερ και το κυριότερο, είναι υπαρκτή μέσα στην ελληνική κοινωνία και συχνά μέσα στον καθένα από μας. Αυτό το δείχνουν ακόμα και οι δημοσκοπήσεις: ένα μειοψηφικό, αλλά υπαρκτό ποσοστό του κόσμου είναι υπέρ της εξόδου από το ευρώ, ενώ ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό είναι υπέρ της παραμονής σε αυτό αλλά όχι με κάθε θυσία. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δεν νομίζω ότι παθαίνει κάποια τρομερή ζημιά όποιος παραδεχτεί ότι δεν έχει τελειωτικά λυμένο αυτό το ζήτημα, το οποίο από τη φύση του δεν μπορεί να είναι λυμένο και δεν υπάρχει κανείς άλλος στην υφήλιο που να το έχει λυμένο.
Πέραν τούτου, το να αφήνει κάποιος ασάφεια σχετικά με το τι σκοπεύει να κάνει και με το αν «εγγυάται την παραμονή της χώρας στο ευρώ», είναι πολύ προτιμότερο και πολύ αποδοτικότερο, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, από την σαφήνεια του «ναι στο ευρώ με κάθε θυσία». Εσωτερικά, διότι τη βεβαιότητα αυτή την προσέφεραν και την προσφέρουν τα δύο τέως μεγάλα κόμματα, με αποτέλεσμα να καταποντιστούν και να είναι, ακριβώς, τέως μεγάλα. Εξωτερικά, διότι αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που έχει προκαλέσει πανικό και αλλεπάλληλα σενάρια και συσκέψεις μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων των «αγορών» και της νεοφιλελεύθερης κυβερνοοτροπίας. Όταν οι απέναντι ξέρουν ότι πάνω απ’ όλα δεν θέλουμε με τίποτα να χάσουμε τη θέση στην ευρωζώνη, τότε τους είναι πιο εύκολο να μας εκβιάσουν και να μας εκφοβίσουν· όταν βρίσκεσαι σε μια διαδικασία παζαρέματος, (και είναι δεδομένο ότι εκεί βρισκόμαστε σε αυτή τη συγκυρία), ο έμπορας δεν έχει κανένα λόγο να ρίξει την τιμή όταν έχει καταλάβει ότι έχεις απόλυτη ανάγκη το κιλίμι του ή το υποβρύχιό του. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερο «επιθετικό πλουραλισμό» έχει μία ομάδα, τόσο δυσκολότερο γίνεται το καθήκον για την άμυνα του αντιπάλου. Είναι δε ενδεικτικό ότι αυτή η άμυνα του αντιπάλου «ανοίγει» επίσης, στον ακριβώς αντίστοιχο βαθμό, και αρχίζει να χαρακτηρίζεται από την ίδια αμφιταλάντευση και αντιφατικότητα: τη μια μέρα η Λαγκάρντ γαυγίζει «μην περιμένετε οίκτο», και την επομένη –ή/ και την προηγουμένη- ο Μπαρόζο διαβεβαιώνει ότι «η θέση της Ελλάδας είναι στο ευρώ». Χωρίς βεβαίως να βγει κανείς Χρυσοχοΐδης και κανείς Χατζηδάκης να τους εγκαλέσει με αυστηρό ύφος να «ξεκαθαρίσουν επιτέλους τι σκοπεύουν να κάνουν άμα πάρουν την εξουσία» –αφού ήδη την έχουν εξάλλου.
Νομίζω λοιπόν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει λίγα ακόμα περιθώρια για «ανευθυνότητα» και για «έλλειψη σχεδίου για το μέλλον», και μάλιστα κάτι τέτοιο μπορεί να (τον) ωφελήσει. Ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα στα οποία η όποια μελλοντική δράση θα είναι δράση επί δράσεων και όχι επί πραγμάτων· επί δράσεων οι οποίες δεν είναι ακόμη γνωστές, διότι και αυτές καθορίζονται σχεσιακά και απρόβλεπτα. Οπότε, ακόμη και αν πει κάποιος «στο μέλλον θα κάνω οπωσδήποτε το Α», μέχρι να έρθει αυτό το μέλλον μπορεί να έχουν μεσολαβήσει τόσα και τέτοια πράγματα που αυτό το Α να λειτουργεί ως πλην Α.
Ούτως ή άλλως, καλό είναι να θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, ότι το σημείο μετά το οποίο τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ πήραν την ανιούσα, ήταν η δήλωση του Τσίπρα ότι θα δεχτεί τις τυχόν ψήφους του Καμένου σε περίπτωση που πάρει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Πράγμα που δείχνει ότι αυτό που του έδωσε ώθηση ήταν το άνοιγμα και όχι το κλείσιμο, η ανάμιξη και όχι η καθαρότητα.
αναδημοσίευση από nomadic universality
Κυριακή 6 Μαΐου 2012
Καλωσήρθατε στη δεκαετία του '80!
ΕΚΛΟΓΕΣ 2012
EXIT POLLS
Νέα Δημοκρατία 17-20
ΣΥΡΙΖΑ 15.5-18.5
ΠΑΣΟΚ 14-17
Ανεξάρτητοι Έλληνες 10-12
ΚΚΕ 7.5-9.5
1977: Ο Αλέξης Τσίπρας ως άλλος Ανδρέας οδηγεί το κίνημα στην Αλλαγή. Ο ταξικός λόγος υποχωρεί προς όφελος του "λαού", των "μη προνομιούχων", ή του "πλήθους". Μια ιδέα αποκτά δυναμική και αυτονομείται. Το ρεύμα αλλάζει. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως τραγωδία ή ως φάρσα. Η ανανεωτική-ριζοσπαστική αριστερά σε ιστορικά υψηλά. Νέες περιπέτειες, αγωνίες, κίνδυνοι και ευθύνες. Αναταραχή, μια υπέροχη κατάσταση. Δε με λυπεί αυτή η εξέλιξη. Όχι.
Ο Ian Curtis είναι ζωντανός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
