Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκέιμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκέιμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012
Νιλ Γκέιμαν, Σπουδή σε σμαραγδί II
ΙΙ. Το δωμάτιο
Victor's “Vitae”! Ένα ηλεκτρικό υγρό! Οι μηροί και οι κάτω περιοχές σας δεν έχουν ζωή; Αναπολείτε τις μέρες της νεότητας σας με φθόνο; Έχουν οι ηδονές της σάρκας τώρα θαφτεί και ξεχαστεί; Το Victor's “Vitae” θα φέρει ζωή εκεί όπου η ζωή έχει από καιρό χαθεί: ακόμη και το γηραιότερο άτι μπορεί να γίνει ένας περήφανος επιβήτορας ξανά! Φέρνοντας Ζωή στους Νεκρούς: από μια παλιά οικογενειακή συνταγή και τις κορυφές της σύγχρονης επιστήμης. Για να παραλάβετε υπογεγραμμένες μαρτυρίες της αποτελεσματικότητας του Victor's “Vitae” γράψτε στην Εταιρεία Β. Φον Φ., 1b Τσηπ Στρητ, Λονδίνο.
Ήταν ένα φτηνό δωμάτιο στο Σόρντιτς. Υπήρχε ένας αστυνομικός στη μπροστινή πόρτα. O Λεστράντ τον χαιρέτησε με το όνομα του, και έκανε να μας βάλει μέσα, και ήμουν έτοιμος να μπω, αλλά ο φίλος μου έκατσε σταυροπόδι πάνω στο κατώφλι, και τράβηξε ένα μεγεθυντικό φακό από την τσέπη του παλτού του. Εξέτασε τη λάσπη πάνω στον παπουτσοξύστη [μεταλλική πλάκα που υπήρχε σε σπίτια πριν το στρώσιμο των δρόμων, σ.τ.μ.] από κατειργασμένο σίδηρο, και την κέντριζε με το δείχτη του. Μόνο όταν ικανοποιείτο θα μας άφηνε να πάμε μέσα. Ανεβήκαμε πάνω. Το δωμάτιο στο οποίο είχε διαπραχθεί το έγκλημα ήταν πρόδηλο: φυλασσόταν από δύο μεγαλόσωμους χωροφύλακες.
Ο Λεστράντ ένεψε στους άντρες, και εκείνοι παραμέρισαν. Μπήκαμε μέσα.
Δεν είμαι, όπως είπα, ένας κατ' επάγγελμα συγγραφέας, και διστάζω να περιγράψω εκείνο το μέρος, γνωρίζοντας ότι οι λέξεις μου δεν θα σταθούν αντάξιες. Αλλά πάλι, έχω αρχίσει την αφήγηση αυτή, και φοβάμαι ότι πρέπει να συνεχίσω. Ένας φόνος είχε διαπραχθεί σε εκείνο το μικρό δωμάτιο. Το σώμα, ό, τι είχε απομείνει από αυτό, ήταν ακόμα εκεί, στο πάτωμα. Το είδα, αλλά, στην αρχή, με κάποιον τρόπο, δεν το είδα. Εκείνο που είδα αντ' αυτού ήταν εκείνο που ανέβλυζε και διαχεόταν από το λαρύγγι και το στέρνο του θύματος: στο χρώμα εκτεινόταν από το πράσινο της χολής στο πράσινο της χλόης. Είχε εμποτιστεί στο ξεφτισμένο χαλί και είχε ραντίσει την ταπετσαρία. Το φαντάστηκα μια στιγμή ως το έργο ενός διαβολικού καλλιτέχνη, ο οποίος είχε αποφασίσει να δημιουργήσει μια σπουδή σε σμαραγδί.
Έπειτα απ' όσο μου φάνηκε σαν εκατό χρόνια κοίταξα το πτώμα κάτω, ανοιγμένο σαν κουνέλι στην πλάκα χασάπη, και προσπάθησα να βγάλω νόημα απ' ό, τι είδα, μετακίνησα το καπέλο μου, και ο φίλος μου έκανε το ίδιο.
Γονάτισε και επιθεώρησε το πτώμα, ελέγχοντας τα κοψίματα και τις εκδορές. Έπειτα έβγαλε το μεγεθυντικό φακό του, και περπάτησε μέχρι τον τοίχο, εξετάζοντας τις μάζες ξεραμένου πύον.
“Το έχουμε ήδη κάνει αυτό”, είπε ο Επιθεωρητής Λεστράντ.
“Αλήθεια;” είπε ο φίλος μου. “Τότε τι συμπέρασμα βγάλατε απ' αυτό; Πιστεύω πως είναι μια λέξη”.
Ο Λεστράντ βάδισε ως το μέρος που στεκόταν ο φίλος μου , και κοίταξε. Υπήρχε μια λέξη, γραμμένη με κεφαλαία, με πράσινο αίμα, πάνω στην ξεθωριασμένη κίτρινη εφημερίδα, λίγο πάνω από το κεφάλι του Λεστράντ. “Rache;” είπε ο Λεστράντ, συλλαβίζοντας τη. “Προφανώς πρόκειτο να γράψει Rachel, αλλά τον διέκοψαν. Άρα – πρέπει να ψάξουμε για μια γυναίκα...”
Ο φίλος μου δεν είπε τίποτε. Επέστρεψε στο πτώμα, και σήκωσε τα χέρια του, το ένα μετά το άλλο. Τα ακροδάχτυλα ήταν καθαρά από πύον. “Νομίζω έχουμε αποδείξει ότι η λέξη δε γράφτηκε από την αυτού Βασιλική Υψηλότητα -”.
“Τι στο διάβολο σε κάνει να λες–”
“Αγαπητέ μου Λεστράντ. Σε παρακαλώ δώσε μου λίγα έυσημα που έχω μυαλό. Το πτώμα προφανώς δεν είναι εκείνο ενός άντρα – το χρώμα του αίματος του, ο αριθμός των άκρων, τα μάτια, η θέση του προσώπου, όλα αυτά τα πράγματα προδίδουν το βασιλικό αίμα. Ενώ δε μπορώ να πω ποιας βασιλικής γραμμής, θα διακινδύνευα την υπόθεση ότι είναι διάδοχος, ίσως... όχι, δεύτερος στο θρόνο... σε ένα από τα γερμανικά πριγκηπάτα”.
“Αυτό είναι εκπληκτικό”. Ο Λεστράντ δίστασε, έπειτα είπε “Αυτός είναι ο Πρίγκηψ Φραντς Ντράγκο της Βοημίας, ήταν εδώ στην Αλβιώνα ως καλεσμένος της Αυτής Μεγαλειότητος Βικτόριας. Ήταν εδώ για διακοπές και για μια αλλαγή αέρα...”
“Για τα θέατρα, τις πόρνες και τα τραπέζια χαρτοπαιγνίων, εννοείς”.
“Αφού το λες εσύ”. Ο Λεστράντ έμοιαζε ενοχλημένος. “Όπως και να 'χει, μας έδωσες ένα καλό ίχνος μ' αυτή τη Rachel. Μολονότι, δεν αμφιβάλλω ότι θα την είχαμε βρει από μόνοι μας”.
“Αναμφιβόλως”, είπε ο φίλος μου.
Επιθεώρησε περαιτέρω το δωμάτιο, σχολιάζοντας δηκτικά πολλές φορές ότι οι αστυνομικοί, με τις μπότες τους είχαν θολώσει τα αποτυπώματα, και μετακινήσει πράγματα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε όποιον επιχειρούσε να ανασυγκροτήσει τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας.
Ακόμα, έδειχνε να ενδιαφέρεται για μια μικρή κηλίδα λάσπης που βρήκε πίσω από την πόρτα.
Δίπλα από το τζάκι βρήκε κάτι που φαινόταν να είναι στάχτη ή βρωμιά.
“Το είδες αυτό;” ρώτησε τον Λεστράντ.
“Η αστυνομία της αυτής μεγαλειότητος”, απάντησε ο Λεστράντ, “τείνει να μην ενθουσιάζεται από λίγη στάχτη σε τζάκι. Είναι το μέρος όπου στάχτη αναμένεται να βρεθεί”. Και κάγχασε μ' αυτό.
Ο φίλος μου πήρε μια πρέζα της στάχτης και την έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλα του, έπειτα μύρισε τα κατάλοιπα. Τελικά, μάζεψε ό, τι είχε μείνει από το υλικό και το έβαλε σε ένα γυάλινο φιαλίδιο, το οποίο έκλεισε και τοποθέτησε σε μια εσωτερική τσέπη του παλτού του.
Σηκώθηκε. “Και το σώμα;”
Ο Λεστράντ είπε, “το παλάτι θα στείλει τους δικούς του ανθρώπους”. Ο φίλος μου ένεψε σε μένα, και προχωρήσαμε μαζί ως την πόρτα. Ο φίλος μου αναστέναξε. “Επιθεωρητά. Η αναζήτηση σας για την Κυρία Rachel μπορεί να αποδειχθεί άκαρπη. Μεταξύ άλλων, Rache είναι μια γερμανική λέξη. Σημαίνει εκδίκηση. Έλεγξε το λεξικό σου. Υπάρχουν άλλα νοήματα”.
Φτάσαμε στο τέρμα της σκάλας και βγήκαμε έξω στο δρόμο. “Δεν έχεις ξαναδεί γαλαζοαίματους πριν απ' αυτό το πρωί, έτσι δεν είναι;” ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι μου. “Λοιπόν, το θέαμα μπορεί να είναι εκνευριστικό, αν είσαι απροετοίμαστος. Γιατί καλέ μου σύντροφε – εσύ τρέμεις!”
“Συγχώρησε με, θα είμαι καλά σε λίγες στιγμές”.
“Θα σου έκανε καλό να περπατήσεις;” ρώτησε, και εγώ συναίνεσα, σίγουρος ότι αν δεν περπατούσα τότε θα άρχιζα να ουρλιάζω.
“Δυτικά, τότε”, είπε ο φίλος μου, δείχνοντας προς τον σκοτεινό πύργο του Παλατιού. Και αρχίσαμε να περπατάμε.
“Λοιπόν”, είπε ο φίλος μου, μετά από λίγη ώρα. “Δεν είχες ποτέ καμία προσωπική συνάντηση με καμία από τις εστεμμένες κεφαλές της Ευρώπης;”
“Όχι”, είπα.
“Πιστεύω ότι μπορώ με βεβαιότητα να δηλώσω ότι θα έχεις”, μου είπε. “Και όχι με πτώμα αυτή τη φορά. Πολύ σύντομα”.
“Αγαπητέ μου σύντροφε, τι σε κάνει να πιστεύεις -;”
Σε απάντηση έδειξε μια άμαξα, βαμμένη μαύρη, που είχε σταματήσει πενήντα γιάρδες μπροστά μας. Ένας άντρας με ημίψηλο καπέλο και βαρύ πανωφόρι στεκόταν δίπλα στην πόρτα, κρατώντας την ανοιχτή, περιμένοντας, σιωπηλά. Ένα οικόσημα γνωστό σε κάθε παιδί στην Αλβιώνα ήταν ζωγραφισμένο με χρυσό πάνω στην πόρτα της άμαξας.
“Υπάρχουν προσκλήσεις που δεν αρνείται κανείς”, είπε ο φίλος μου. Έδωσε το δικό του καπέλο στον υπηρέτη, και πιστεύω ότι χαμογελούσε καθώς ανέβαινε στον σαν κουτί χώρο, και αναπαύτηκε πίσω στα μαλακά δερμάτινα μαξιλάρια.
Όταν επιχείρησα να του μιλήσω στη διάρκεια του ταξιδιού προς το Παλάτι, έβαλε το δάχτυλο του πάνω στα χείλη του. Έπειτα έκλεισε τα μάτια του και βυθίστηκε σε σκέψη. Εγώ, από μέρους μου, προσπάθησα να θυμηθώ τι ήξερα από γερμανικά βασιλικά πρόσωπα, αλλά, πέραν του συζύγου της Βασίλισσας, του Πρίγκηπος Αλβέρτου, που είναι Γερμανός, ήξερα αρκετά λίγα.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη, έβγαλα μια χούφτα νομίσματα – καφέ και ασημί, μαύρα και στο πράσινο του χαλκού. Κοίταξα την προσωπογραφία της Βασίλισσας μας που είχε επισφραγισθεί στο καθένα απ' αυτά, και ένιωσα μαζί πατριωτική περηφάνια και έντονη αναμονή. Είπα στον εαυτό μου ότι υπήρξα κάποτε στρατιωτικός, και άγνωστος στο φόβο, και μπορούσα να θυμηθώ μια εποχή που αυτό ήταν η καθαρή αλήθεια. Προς στιγμήν θυμήθηκα μια εποχή κατά την οποία ήμουν καλός στο σημάδι -ακόμη, ήθελα να πιστεύω, κάποιου είδους άσσος-σκοπευτής- αλλά το δεξί μου χέρι έτρεμε σαν να ήταν παράλυτο από φόβο, και τα νομίσματα κουδούνιζαν και τσούγκριζαν, και αισθάνθηκα μόνο λύπη.
Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012
Νιλ Γκέιμαν, Σπουδή σε πράσινο (σμαραγδί)
Ι. Ο καινούριος φίλος
Είναι το αχανές, πιστεύω. Η απεραντοσύνη των πραγμάτων από κάτω. Η σκοτεινότητα των ονείρων.
Αλλά ονειροπολώ. Συγχωρήστε με. Δεν είμαι λόγιος άνθρωπος.
Χρειαζόμουν σπίτι να μείνω. Έτσι τον γνώρισα. Ήθελα κάποιον να μοιραστεί το κόστος των δωματίων μαζί μου. Συστηθήκαμε μέσω ενός κοινού γνωστού, στα χημικά εργαστήρια του Σαιντ Μπαρτ. “Ήσασταν στο Αφγανιστάν, βλέπω”, αυτό ήταν που μου είπε, και το στόμα μου έμεινε ανοιχτό και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.
“Εκπληκτικό”, είπα.
“Όχι ιδιαίτερα”, είπε ο άγνωστος με το λευκό παλτό εργαστηρίου, ο οποίος έμελλε να γίνει φίλος μου. “Από τον τρόπο που κρατάτε το χέρι σας, βλέπω ότι έχετε τραυματιστεί, και με συγκεκριμένο τρόπο. Έχετε ένα βαθύ μαύρισμα. Έχετε επίσης στρατιωτική περιβολή, και υπάρχουν λίγα μέρη στην Αυτοκρατορία όπου ένας στρατιωτικός μπορεί να μαυρίσει και συνάμα, δεδομένης της φύσης του τραυματισμού στον ώμο σας και των παραδόσεων των αφγανών σπηλαιανθρώπων, να βασανιστεί”.
Τιθέμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, φυσικά, ήταν παράλογα απλό. Αλλά πάλι, πάντα ήταν. Είχα σκουρύνει στο καφέ του καρυδιού. Και είχα πράγματι, όπως είχε παρατηρήσει, βασανιστεί.
Οι θεοί και οι άνθρωποι του Αφγανιστάν ήταν άγριοι, απρόθυμοι να κυβερνώνται από το Γουάιτχωλ ή από το Βερολίνο ή ακόμα από τη Μόσχα, και απροετοίμαστοι να δουν τη λογική. Είχα σταλθεί σε εκείνους τους λόφους, υπαγόμενος στο τάδε Σύνταγμα. Όσο η μάχη παρέμενε στους λόφους και τα βουνά, μαχόμασταν επί ίσοις όροις. Όταν οι αψιμαχίες κατέβηκαν στις σπηλιές και το σκοτάδι τότε βρεθήκαμε, σαν να λέμε, έξω απ' τα νερά μας.
Δε θα ξεχάσω την καθρεφτισμένη επιφάνεια της υπόγειας λίμνης, ούτε το πράγμα που αναδύθηκε από τη λίμνη, τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν, και τους τραγουδιστούς ψιθύρους που το συνόδευαν καθώς σηκωνόταν, περιβάλλοντας το σαν το βούισμα μεγαλύτερων από κόσμους μυγών.
Το ότι επιβίωσα ήταν θαύμα, αλλά επιβίωσα, και επέστρεψα στην Αγγλία με τα νεύρα κουρελιασμένα. Το μέρος όπου το σαν βδέλλας στόμα με είχε αγγίξει είχε σημαδευτεί για πάντα, άσπρο σαν του βατράχου, στο δέρμα του τώρα μαραμένου ώμου μου. Είχα υπάρξει κάποτε ικανός σκοπευτής. Τώρα δεν είχα τίποτα, εκτός από ένα φόβο για τον κόσμο-κάτω-από-τον-κόσμο συγγενή προς τον πανικό, πράγμα που σήμαινε ότι θα πλήρωνα ευχαρίστως έξι πέννες από τη στρατιωτική μου σύνταξη για ένα κάρο, παρά μια πέννα για να ταξιδέψω υπόγεια.
Έστω κι έτσι, οι ομίχλες και τα σκοτάδια του Λονδίνου με ανακούφισαν, με δέχτηκαν. Είχα χάσει την πρώτη κατοικία μου γιατί ούρλιαζα τα βράδια. Είχα βρεθεί στο Αφγανιστάν· δεν ήμουν πια εκεί.
“Ουρλιάζω τη νύχτα”, του είπα.
“Μου έχουν πει ότι ροχαλίζω”, είπε. “Επίσης έχω ασυνήθιστο ωράριο και συχνά χρησιμοποιώ την κορνίζα τζακιού για εξάσκηση στόχου. Θα χρειάζομαι το καθιστικό για να συναντώ πελάτες. Είμαι εγωιστής, μονήρης και βαριέμαι εύκολα. Θα είναι πρόβλημα αυτό;”
Χαμογέλασα, και κούνησα το κεφάλι μου, και έτεινα το χέρι μου. Δώσαμε χειραψία.
Τα δωμάτια που είχε βρει για μας, στη Μπέικερ Στρητ, ήταν παραπάνω από επαρκή για δυο εργένηδες. Είχα κατά νου όλα όσα ο φίλος μου είχε πει περί της επιθυμίας του για ησυχία, και παραιτήθηκα απ' το να τον ρωτήσω τι ήταν εκείνο που έκανε για να βγάζει τα προς το ζην. Έστω κι έτσι, έμεναν πολλά που διέγειραν την περιέργεια μου. Επισκέπτες θα κατέφταναν όλη την ώρα, και όταν το έκαναν εγώ θα αποχωριζόμουν το καθιστικό και θα επέστρεφα στην κρεββατοκάμαρα μου, αναρωτιόμενος τι κοινό μπορούσαν να έχουν με τον φίλο μου: η ωχρή γυναίκα με ένα μάτι στο λευκό του οστού, ο μικροκαμωμένος άντρας που έδειχνε σαν πλανώδιος πωλητής, ο εύσωμος δανδής στη βελούδινη ζακέτα του, και οι υπόλοιποι. Κάποιοι ήταν συχνοί επισκέπτες, πολλοί άλλοι ήρθαν μόνο μια φορά, του μίλησαν, και έφυγαν, δείχνοντας προβληματισμένοι ή δείχνοντας ικανοποιημένοι.
Ήταν ένα μυστήριο για μένα.
Απολαμβάναμε ένα από τα εξαιρετικά γεύματα της σπιτονοικοκυράς μας ένα πρωινό, όταν ο φίλος μου χτύπησε το κουδούνι για να καλέσει την καλή κυρία. “Θα μας συνοδεύσει ένας κύριος, σε περίπου τέσσερα λεπτά”, είπε. “Θα χρειαστούμε μια θέση ακόμη στο τραπέζι”.
“Πολύ καλά”, είπε εκείνη, “θα βάλω μερικά λουκάνικα ακόμη στην ψησταριά”.
Ο φίλος μου επέστρεψε στην ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας του. Περίμενα για μιαν εξήγηση με αυξανόμενη ανυπομονησία. Τελικά, δε μπορούσα να αντέξω άλλο. “Δεν καταλαβαίνω. Πως θα μπορούσες να ξέρεις ότι σε τέσσερα λεπτά θα δεχόμασταν έναν επισκέπτη; Δεν υπήρξε τηλεγράφημα, ούτε μήνυμα οποιουδήποτε είδους”.
Χαμογέλασε, ελαφρώς. “Δεν άκουσες το ποδοβολητό μιας άμαξας πριν μερικά λεπτά; Ελάττωσε ταχύτητα καθώς μας προσπερνούσε – προφανώς καθώς ο οδηγός αναγνώρισε την πόρτα μας, μετά επιτάχυνε και προχώρησε, μέχρι τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ. Υπάρχει ένας συνωστισμός από άμαξες και αγοραία κάρα που αφήνουν επιβάτες στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην έκθεση κέρινων ομοιομάτων, και είναι σε εκείνο το συνωστισμό που οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να αφιππεύσει δίχως να γίνει αντιληπτός θα πάει. Ο περίπατος από εκεί μέχρι εδώ είναι μέχρι τέσσερα λεπτά”.
Κοίταξε το ρολόι τσέπης του και καθώς το έκανε άκουσα θόρυβο στις σκάλες.
“Πέρασε μέσα, Λεστράντ”, φώναξε. “Η πόρτα είναι ανοιχτή και τα λουκάνικα σου βγαίνουν μόλις από την ψησταριά”.
Ένας άντρας που εξέλαβα για τον Λεστράντ άνοιξε την πόρτα, έπειτα την έκλεισε προσεκτικά πίσω του. “Δε θα έπρεπε”, είπε, “Αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα την ευκαιρία να φάω τίποτα αυτό το πρωί. Και σίγουρα θα μπορούσα να βολέψω αρκετά από αυτά τα λουκάνικα”. Ήταν ο μικροκαμωμένος άντρας που είχα παρατηρήσει σε αρκετές περιστάσεις προηγουμένως, του οποίου η συμπεριφορά ήταν εκείνη ενός περιπλανώμενου πωλητή λαστιχένιων καινοτομιών ή κατοχυρωμένων γιατροσοφιών.
Ο φίλος μου περίμενε μέχρι να φύγει η σπιτονοικοκυρά από το δωμάτιο, μέχρι να πει, “Προφανώς, το εκλαμβάνω ως ζήτημα εθνικής σημασίας”.
“Μα τα άστρα μου”, είπε ο Λεστράντ και χλώμιασε. “Σίγουρα ο κόσμος δεν μπορεί να αναφέρεται ήδη σ' αυτό. Πες μου ότι δεν το κάνει”. Άρχισε να γεμίζει το πιάτο του μέχρι πάνω με λουκάνικα, φιλέτα καπνιστής ρέγγας, κίτζερι και τοστ, αλλά τα χέρια του έτρεμαν, λίγο.
“Όχι φυσικά”, είπε ο φίλος μου. “Ξέρω το τρίξιμο των τροχών της αμάξης σου, όμως, μετά απ' όλον αυτόν τον καιρό: ένα δονούμενο σολ δίεση πάνω από ένα ψηλό ντο. Και αν ο Επιθεωρητής Λεστράντ της Σκότλαντ Γιαρντ δε μπορεί να ιδωθεί δημόσια να εισέρχεται στο χώρο του μοναδικού συμβουλευτικού ντετέκτιβ του Λονδίνου, αλλά έρχεται έτσι κι αλλιώς, και δίχως να έχει πάρει το πρωινό του γεύμα, τότε ξέρω ότι αυτή δεν είναι μια υπόθεση ρουτίνας. Άρα, εμπλέκει εκείνους που βρίσκονται πάνω από μας και είναι ζήτημα εθνικής σημασίας”.
Ο Λεστράντ επάλειψε κρόκο αυγού στο σαγόνι του με την πετσέτα του. Τον κοίταξα. Δεν έμοιαζε με την ιδέα που είχα για έναν επιθεωρητή της αστυνομίας, αλλά πάλι, ο φίλος μου λίγο έμοιαζε με την ιδέα που είχα για ένα συμβουλευτικό ντετέκτιβ – οτιδήποτε κι αν μπορούσε να είναι αυτό.
“Ίσως θα έπρεπε να συζητήσουμε το θέμα κατ' ιδίαν”, είπε ο Λεστράντ, ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος μου.
Ο φίλος μου άρχισε να χαμογελά, χαιρέκακα, και το κεφάλι του κινήθηκε πάνω στους ώμους του όπως έκανε όταν απολάμβανε κάποιο προσωπικό αστείο. “Ανοησίες”, είπε. “Δυο μυαλά είναι καλύτερα από ένα. Και ό, τι λέγεται στον ένα από μας λέγεται και στους δύο”.
“Αν ενοχλώ -” είπα, τραχιά, αλλά μου έκανε κίνηση να σωπάσω.
Ο Λεστράντ ύψωσε τους ώμους. “Το ίδιο είναι για μένα”, είπε, μετά από μια στιγμή. “Αν λύσετε την υπόθεση τότε έχω τη δουλειά μου. Αν δεν το κάνετε, τότε δεν έχω δουλειά. Χρησιμοποιήστε τις μεθόδους σας, αυτό είναι που λέω. Δε μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα”.
“Αν υπάρχει ένα πράγμα που η σπουδή της ιστορίας μας έχει διδάξει, είναι ότι τα πράγματα μπορούν πάντα να πάνε χειρότερα”, είπε ο φίλος μου. “Πότε πάμε στο Σόρντιτς;”
Ο Λεστράντ άφησε το πηρούνι του να πέσει. “Αυτό παραείναι κακό!” αναφώνησε. “Ορίστε, μου κάνεις πλάκα, ενώ γνωρίζεις τα πάντα για το θέμα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι -”
“Κανείς δε μου είπε το παραμικρό για το θέμα. Όταν ένας επιθεωρητής της αστυνομίας περπατά στο δωμάτιο μου με φρέσκιες πιτσιλιές λάσπης εκείνης της ιδιόμορφης μουσταρδί απόχρωσης πάνω στις μπότες και τα πόδια του παντελονιού του, μπορώ σίγουρα να συγχωρεθώ για την υπόθεση ότι περπάτησε πρόσφατα πέραν των ανασκαφών [ορυχείων] στο Χομπς Λέιν, στο Σόρντιτς, το οποίο είναι το μοναδικό μέρος στο Λονδίνο που φαίνεται να βρίσκεται η συγκεκριμένη μουσταρδί λάσπη”.
Ο επιθεωρητής Λεστράντ έδειχνε αμήχανος. “Τώρα που το θέτεις μ' αυτό τον τρόπο”, είπε, “Δείχνει τόσο προφανές”.
Ο φίλος μου έσπρωξε το πιάτο του μακριά απ' αυτόν. “Φυσικά και δείχνει”, είπε, ελαφρώς απότομα.
Πήγαμε στο Ηστ Εντ με άμαξα. Ο επιθεωρητής Λεστράντ είχε περπατήσει ως τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ για να βρει την άμαξα του, και μας άφησε μόνους.
“Ώστε είσαι αλήθεια ένας συμβουλευτικός ντετέκτιβ;” είπα.
“Ο μοναδικός στο Λονδίνο, ή ενδεχομένως, στον κόσμο”, είπε ο φίλος μου. “Δεν αναλαμβάνω υποθέσεις. Τουναντίον, συμβουλεύω. Άλλοι μου φέρνουν τα άλυτα προβλήματα τους, τα περιγράφουν, και, κάποιες φορές, τα λύνω”.
“Τότε εκείνοι οι άνθρωποι που έρχονται σε σένα...”
“Είναι, κυρίως, αστυφύλακες, ή είναι ντετέκτιβς οι ίδιοι, ναι”.
Ήταν ένα έξοχο πρωινό, αλλά τώρα εμείς τρανταζόμασταν γύρω από τις παρυφές της κορακοφωλιάς του Σαιντ Τζάιλς, εκείνης της φωλιάς κλεφτών και μαχαιροβγαλτών που επικάθεται στο Λονδίνο σαν καρκίνωμα στο πρόσωπο μιας όμορφης πωλήτριας λουλουδιών, και το μοναδικό φως για να εισέλθει στην άμαξα ήταν αμυδρό και θαμπό.
“Είσαι σίγουρος ότι με θες μαζί σου;”
Σε απάντηση ο φίλος μου με κοίταξε επίμονα χωρίς να βλεφαρίσει. “Έχω ένα προαίσθημα”, μου είπε. “Έχω ένα προαίσθημα ότι ήταν γραφτό να είμαστε μαζί. Ότι έχουμε δώσει την καλή μάχη, δίπλα-δίπλα, στο παρελθόν ή το μέλλον, δεν ξέρω. Είμαι ορθολογιστής, αλλά έχω μάθει την αξία ενός καλού συντρόφου, και από τη στιγμή που σε είδα πρώτη φορά, ήξερα ότι σε εμπιστευόμουν όσο και τον εαυτό μου. Ναι. Σε θέλω μαζί μου”.
Κοκκίνισα, ή είπα κάτι ασήμαντο. Για πρώτη φορά από τον καιρό του Αφγανιστάν, ένιωθα ότι είχα αξία στον κόσμο.
----------------------
* Neil Gaiman, A Study in Emerald (2003)
Πρόκειται για μια ιστορία που φέρνει κοντά τον Σέρλοκ Χολμς -και τον Γουότσον- στο σύμπαν του Λάβκραφτ. Νομίζω ότι δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2003 και δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Τιμήθηκε με βραβείο Hugo καλύτερης σύντομης ιστορίας την επόμενη χρονιά και Locus τη μεθεπόμενη. Αυτό είναι το πρώτο μέρος. Πρόχειρη μετάφραση: W. K.
Είναι το αχανές, πιστεύω. Η απεραντοσύνη των πραγμάτων από κάτω. Η σκοτεινότητα των ονείρων.
Αλλά ονειροπολώ. Συγχωρήστε με. Δεν είμαι λόγιος άνθρωπος.
Χρειαζόμουν σπίτι να μείνω. Έτσι τον γνώρισα. Ήθελα κάποιον να μοιραστεί το κόστος των δωματίων μαζί μου. Συστηθήκαμε μέσω ενός κοινού γνωστού, στα χημικά εργαστήρια του Σαιντ Μπαρτ. “Ήσασταν στο Αφγανιστάν, βλέπω”, αυτό ήταν που μου είπε, και το στόμα μου έμεινε ανοιχτό και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.
“Εκπληκτικό”, είπα.
“Όχι ιδιαίτερα”, είπε ο άγνωστος με το λευκό παλτό εργαστηρίου, ο οποίος έμελλε να γίνει φίλος μου. “Από τον τρόπο που κρατάτε το χέρι σας, βλέπω ότι έχετε τραυματιστεί, και με συγκεκριμένο τρόπο. Έχετε ένα βαθύ μαύρισμα. Έχετε επίσης στρατιωτική περιβολή, και υπάρχουν λίγα μέρη στην Αυτοκρατορία όπου ένας στρατιωτικός μπορεί να μαυρίσει και συνάμα, δεδομένης της φύσης του τραυματισμού στον ώμο σας και των παραδόσεων των αφγανών σπηλαιανθρώπων, να βασανιστεί”.
Τιθέμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, φυσικά, ήταν παράλογα απλό. Αλλά πάλι, πάντα ήταν. Είχα σκουρύνει στο καφέ του καρυδιού. Και είχα πράγματι, όπως είχε παρατηρήσει, βασανιστεί.
Οι θεοί και οι άνθρωποι του Αφγανιστάν ήταν άγριοι, απρόθυμοι να κυβερνώνται από το Γουάιτχωλ ή από το Βερολίνο ή ακόμα από τη Μόσχα, και απροετοίμαστοι να δουν τη λογική. Είχα σταλθεί σε εκείνους τους λόφους, υπαγόμενος στο τάδε Σύνταγμα. Όσο η μάχη παρέμενε στους λόφους και τα βουνά, μαχόμασταν επί ίσοις όροις. Όταν οι αψιμαχίες κατέβηκαν στις σπηλιές και το σκοτάδι τότε βρεθήκαμε, σαν να λέμε, έξω απ' τα νερά μας.
Δε θα ξεχάσω την καθρεφτισμένη επιφάνεια της υπόγειας λίμνης, ούτε το πράγμα που αναδύθηκε από τη λίμνη, τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν, και τους τραγουδιστούς ψιθύρους που το συνόδευαν καθώς σηκωνόταν, περιβάλλοντας το σαν το βούισμα μεγαλύτερων από κόσμους μυγών.
Το ότι επιβίωσα ήταν θαύμα, αλλά επιβίωσα, και επέστρεψα στην Αγγλία με τα νεύρα κουρελιασμένα. Το μέρος όπου το σαν βδέλλας στόμα με είχε αγγίξει είχε σημαδευτεί για πάντα, άσπρο σαν του βατράχου, στο δέρμα του τώρα μαραμένου ώμου μου. Είχα υπάρξει κάποτε ικανός σκοπευτής. Τώρα δεν είχα τίποτα, εκτός από ένα φόβο για τον κόσμο-κάτω-από-τον-κόσμο συγγενή προς τον πανικό, πράγμα που σήμαινε ότι θα πλήρωνα ευχαρίστως έξι πέννες από τη στρατιωτική μου σύνταξη για ένα κάρο, παρά μια πέννα για να ταξιδέψω υπόγεια.
Έστω κι έτσι, οι ομίχλες και τα σκοτάδια του Λονδίνου με ανακούφισαν, με δέχτηκαν. Είχα χάσει την πρώτη κατοικία μου γιατί ούρλιαζα τα βράδια. Είχα βρεθεί στο Αφγανιστάν· δεν ήμουν πια εκεί.
“Ουρλιάζω τη νύχτα”, του είπα.
“Μου έχουν πει ότι ροχαλίζω”, είπε. “Επίσης έχω ασυνήθιστο ωράριο και συχνά χρησιμοποιώ την κορνίζα τζακιού για εξάσκηση στόχου. Θα χρειάζομαι το καθιστικό για να συναντώ πελάτες. Είμαι εγωιστής, μονήρης και βαριέμαι εύκολα. Θα είναι πρόβλημα αυτό;”
Χαμογέλασα, και κούνησα το κεφάλι μου, και έτεινα το χέρι μου. Δώσαμε χειραψία.
Τα δωμάτια που είχε βρει για μας, στη Μπέικερ Στρητ, ήταν παραπάνω από επαρκή για δυο εργένηδες. Είχα κατά νου όλα όσα ο φίλος μου είχε πει περί της επιθυμίας του για ησυχία, και παραιτήθηκα απ' το να τον ρωτήσω τι ήταν εκείνο που έκανε για να βγάζει τα προς το ζην. Έστω κι έτσι, έμεναν πολλά που διέγειραν την περιέργεια μου. Επισκέπτες θα κατέφταναν όλη την ώρα, και όταν το έκαναν εγώ θα αποχωριζόμουν το καθιστικό και θα επέστρεφα στην κρεββατοκάμαρα μου, αναρωτιόμενος τι κοινό μπορούσαν να έχουν με τον φίλο μου: η ωχρή γυναίκα με ένα μάτι στο λευκό του οστού, ο μικροκαμωμένος άντρας που έδειχνε σαν πλανώδιος πωλητής, ο εύσωμος δανδής στη βελούδινη ζακέτα του, και οι υπόλοιποι. Κάποιοι ήταν συχνοί επισκέπτες, πολλοί άλλοι ήρθαν μόνο μια φορά, του μίλησαν, και έφυγαν, δείχνοντας προβληματισμένοι ή δείχνοντας ικανοποιημένοι.
Ήταν ένα μυστήριο για μένα.
Απολαμβάναμε ένα από τα εξαιρετικά γεύματα της σπιτονοικοκυράς μας ένα πρωινό, όταν ο φίλος μου χτύπησε το κουδούνι για να καλέσει την καλή κυρία. “Θα μας συνοδεύσει ένας κύριος, σε περίπου τέσσερα λεπτά”, είπε. “Θα χρειαστούμε μια θέση ακόμη στο τραπέζι”.
“Πολύ καλά”, είπε εκείνη, “θα βάλω μερικά λουκάνικα ακόμη στην ψησταριά”.
Ο φίλος μου επέστρεψε στην ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας του. Περίμενα για μιαν εξήγηση με αυξανόμενη ανυπομονησία. Τελικά, δε μπορούσα να αντέξω άλλο. “Δεν καταλαβαίνω. Πως θα μπορούσες να ξέρεις ότι σε τέσσερα λεπτά θα δεχόμασταν έναν επισκέπτη; Δεν υπήρξε τηλεγράφημα, ούτε μήνυμα οποιουδήποτε είδους”.
Χαμογέλασε, ελαφρώς. “Δεν άκουσες το ποδοβολητό μιας άμαξας πριν μερικά λεπτά; Ελάττωσε ταχύτητα καθώς μας προσπερνούσε – προφανώς καθώς ο οδηγός αναγνώρισε την πόρτα μας, μετά επιτάχυνε και προχώρησε, μέχρι τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ. Υπάρχει ένας συνωστισμός από άμαξες και αγοραία κάρα που αφήνουν επιβάτες στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην έκθεση κέρινων ομοιομάτων, και είναι σε εκείνο το συνωστισμό που οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να αφιππεύσει δίχως να γίνει αντιληπτός θα πάει. Ο περίπατος από εκεί μέχρι εδώ είναι μέχρι τέσσερα λεπτά”.
Κοίταξε το ρολόι τσέπης του και καθώς το έκανε άκουσα θόρυβο στις σκάλες.
“Πέρασε μέσα, Λεστράντ”, φώναξε. “Η πόρτα είναι ανοιχτή και τα λουκάνικα σου βγαίνουν μόλις από την ψησταριά”.
Ένας άντρας που εξέλαβα για τον Λεστράντ άνοιξε την πόρτα, έπειτα την έκλεισε προσεκτικά πίσω του. “Δε θα έπρεπε”, είπε, “Αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα την ευκαιρία να φάω τίποτα αυτό το πρωί. Και σίγουρα θα μπορούσα να βολέψω αρκετά από αυτά τα λουκάνικα”. Ήταν ο μικροκαμωμένος άντρας που είχα παρατηρήσει σε αρκετές περιστάσεις προηγουμένως, του οποίου η συμπεριφορά ήταν εκείνη ενός περιπλανώμενου πωλητή λαστιχένιων καινοτομιών ή κατοχυρωμένων γιατροσοφιών.
Ο φίλος μου περίμενε μέχρι να φύγει η σπιτονοικοκυρά από το δωμάτιο, μέχρι να πει, “Προφανώς, το εκλαμβάνω ως ζήτημα εθνικής σημασίας”.
“Μα τα άστρα μου”, είπε ο Λεστράντ και χλώμιασε. “Σίγουρα ο κόσμος δεν μπορεί να αναφέρεται ήδη σ' αυτό. Πες μου ότι δεν το κάνει”. Άρχισε να γεμίζει το πιάτο του μέχρι πάνω με λουκάνικα, φιλέτα καπνιστής ρέγγας, κίτζερι και τοστ, αλλά τα χέρια του έτρεμαν, λίγο.
“Όχι φυσικά”, είπε ο φίλος μου. “Ξέρω το τρίξιμο των τροχών της αμάξης σου, όμως, μετά απ' όλον αυτόν τον καιρό: ένα δονούμενο σολ δίεση πάνω από ένα ψηλό ντο. Και αν ο Επιθεωρητής Λεστράντ της Σκότλαντ Γιαρντ δε μπορεί να ιδωθεί δημόσια να εισέρχεται στο χώρο του μοναδικού συμβουλευτικού ντετέκτιβ του Λονδίνου, αλλά έρχεται έτσι κι αλλιώς, και δίχως να έχει πάρει το πρωινό του γεύμα, τότε ξέρω ότι αυτή δεν είναι μια υπόθεση ρουτίνας. Άρα, εμπλέκει εκείνους που βρίσκονται πάνω από μας και είναι ζήτημα εθνικής σημασίας”.
Ο Λεστράντ επάλειψε κρόκο αυγού στο σαγόνι του με την πετσέτα του. Τον κοίταξα. Δεν έμοιαζε με την ιδέα που είχα για έναν επιθεωρητή της αστυνομίας, αλλά πάλι, ο φίλος μου λίγο έμοιαζε με την ιδέα που είχα για ένα συμβουλευτικό ντετέκτιβ – οτιδήποτε κι αν μπορούσε να είναι αυτό.
“Ίσως θα έπρεπε να συζητήσουμε το θέμα κατ' ιδίαν”, είπε ο Λεστράντ, ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος μου.
Ο φίλος μου άρχισε να χαμογελά, χαιρέκακα, και το κεφάλι του κινήθηκε πάνω στους ώμους του όπως έκανε όταν απολάμβανε κάποιο προσωπικό αστείο. “Ανοησίες”, είπε. “Δυο μυαλά είναι καλύτερα από ένα. Και ό, τι λέγεται στον ένα από μας λέγεται και στους δύο”.
“Αν ενοχλώ -” είπα, τραχιά, αλλά μου έκανε κίνηση να σωπάσω.
Ο Λεστράντ ύψωσε τους ώμους. “Το ίδιο είναι για μένα”, είπε, μετά από μια στιγμή. “Αν λύσετε την υπόθεση τότε έχω τη δουλειά μου. Αν δεν το κάνετε, τότε δεν έχω δουλειά. Χρησιμοποιήστε τις μεθόδους σας, αυτό είναι που λέω. Δε μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα”.
“Αν υπάρχει ένα πράγμα που η σπουδή της ιστορίας μας έχει διδάξει, είναι ότι τα πράγματα μπορούν πάντα να πάνε χειρότερα”, είπε ο φίλος μου. “Πότε πάμε στο Σόρντιτς;”
Ο Λεστράντ άφησε το πηρούνι του να πέσει. “Αυτό παραείναι κακό!” αναφώνησε. “Ορίστε, μου κάνεις πλάκα, ενώ γνωρίζεις τα πάντα για το θέμα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι -”
“Κανείς δε μου είπε το παραμικρό για το θέμα. Όταν ένας επιθεωρητής της αστυνομίας περπατά στο δωμάτιο μου με φρέσκιες πιτσιλιές λάσπης εκείνης της ιδιόμορφης μουσταρδί απόχρωσης πάνω στις μπότες και τα πόδια του παντελονιού του, μπορώ σίγουρα να συγχωρεθώ για την υπόθεση ότι περπάτησε πρόσφατα πέραν των ανασκαφών [ορυχείων] στο Χομπς Λέιν, στο Σόρντιτς, το οποίο είναι το μοναδικό μέρος στο Λονδίνο που φαίνεται να βρίσκεται η συγκεκριμένη μουσταρδί λάσπη”.
Ο επιθεωρητής Λεστράντ έδειχνε αμήχανος. “Τώρα που το θέτεις μ' αυτό τον τρόπο”, είπε, “Δείχνει τόσο προφανές”.
Ο φίλος μου έσπρωξε το πιάτο του μακριά απ' αυτόν. “Φυσικά και δείχνει”, είπε, ελαφρώς απότομα.
Πήγαμε στο Ηστ Εντ με άμαξα. Ο επιθεωρητής Λεστράντ είχε περπατήσει ως τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ για να βρει την άμαξα του, και μας άφησε μόνους.
“Ώστε είσαι αλήθεια ένας συμβουλευτικός ντετέκτιβ;” είπα.
“Ο μοναδικός στο Λονδίνο, ή ενδεχομένως, στον κόσμο”, είπε ο φίλος μου. “Δεν αναλαμβάνω υποθέσεις. Τουναντίον, συμβουλεύω. Άλλοι μου φέρνουν τα άλυτα προβλήματα τους, τα περιγράφουν, και, κάποιες φορές, τα λύνω”.
“Τότε εκείνοι οι άνθρωποι που έρχονται σε σένα...”
“Είναι, κυρίως, αστυφύλακες, ή είναι ντετέκτιβς οι ίδιοι, ναι”.
Ήταν ένα έξοχο πρωινό, αλλά τώρα εμείς τρανταζόμασταν γύρω από τις παρυφές της κορακοφωλιάς του Σαιντ Τζάιλς, εκείνης της φωλιάς κλεφτών και μαχαιροβγαλτών που επικάθεται στο Λονδίνο σαν καρκίνωμα στο πρόσωπο μιας όμορφης πωλήτριας λουλουδιών, και το μοναδικό φως για να εισέλθει στην άμαξα ήταν αμυδρό και θαμπό.
“Είσαι σίγουρος ότι με θες μαζί σου;”
Σε απάντηση ο φίλος μου με κοίταξε επίμονα χωρίς να βλεφαρίσει. “Έχω ένα προαίσθημα”, μου είπε. “Έχω ένα προαίσθημα ότι ήταν γραφτό να είμαστε μαζί. Ότι έχουμε δώσει την καλή μάχη, δίπλα-δίπλα, στο παρελθόν ή το μέλλον, δεν ξέρω. Είμαι ορθολογιστής, αλλά έχω μάθει την αξία ενός καλού συντρόφου, και από τη στιγμή που σε είδα πρώτη φορά, ήξερα ότι σε εμπιστευόμουν όσο και τον εαυτό μου. Ναι. Σε θέλω μαζί μου”.
Κοκκίνισα, ή είπα κάτι ασήμαντο. Για πρώτη φορά από τον καιρό του Αφγανιστάν, ένιωθα ότι είχα αξία στον κόσμο.
----------------------
* Neil Gaiman, A Study in Emerald (2003)
Πρόκειται για μια ιστορία που φέρνει κοντά τον Σέρλοκ Χολμς -και τον Γουότσον- στο σύμπαν του Λάβκραφτ. Νομίζω ότι δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2003 και δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Τιμήθηκε με βραβείο Hugo καλύτερης σύντομης ιστορίας την επόμενη χρονιά και Locus τη μεθεπόμενη. Αυτό είναι το πρώτο μέρος. Πρόχειρη μετάφραση: W. K.
Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012
Κάποιες σκέψεις πάνω στο να γράφεις, και στο να οδηγείς στην ομίχλη (Νιλ Γκέιμαν)
[Αναδημοσίευση από: http://journal.neilgaiman.com/
Για τον Γκέιμαν κάποτε θα επανέλθω.
Η μετάφραση είναι του ακατάβλητου Weltschmerz K.]
03/03/12
Είναι παράξενο πράγμα, η γραφή.
Κάποιες φορές μπορείς να παρατηρήσεις αυτό που γράφεις, και είναι σαν να κοιτάζεις ένα τοπίο μια όμορφη, ξάστερη μέρα του καλοκαιριού. Μπορείς να δεις κάθε φύλλο πάνω σε κάθε δέντρο, και να ακούσεις κάθε τραγούδι πουλιών, και ξέρεις που θα σε βγάλει η βόλτα σου.
Και αυτό είναι υπέροχο.
Κάποιες φορές είναι σαν να οδηγείς μες στην ομίχλη. Δε μπορείς στ' αλήθεια να δεις που πηγαίνεις. Έχεις ακόμη αρκετή από τη διαδρομή μπροστά σου για να ξέρεις ότι θα βρίσκεσαι ακόμη στο δρόμο, και αν οδηγείς αργά και κρατάς τους προβολείς χαμηλωμένους θα φτάσεις τελικά εκεί που πήγαινες.
Και αυτό είναι δύσκολο ενόσω το κάνεις, αλλά ικανοποιητικό στο τέλος της μέρας, όπως όταν κοιτάς κάτω και έχεις 1500 λέξεις που δεν υπήρχαν πριν στο χαρτί σε αυτήν την σειρά, το μισό απ' όσο θα είχες σε μια καλή μέρα, και οδήγησες αργά, αλλά οδήγησες.
Και κάποιες φορές βγαίνεις από την ομίχλη στη διαύγεια, και μπορείς να δεις τι ακριβώς κάνεις και που πηγαίνεις, και δε θα μπορούσες να δεις ή να ξέρεις οτιδήποτε απ' αυτά πέντε λεπτά πριν.
Και αυτό είναι μαγεία.
Για τον Γκέιμαν κάποτε θα επανέλθω.
Η μετάφραση είναι του ακατάβλητου Weltschmerz K.]
03/03/12
Είναι παράξενο πράγμα, η γραφή.
Κάποιες φορές μπορείς να παρατηρήσεις αυτό που γράφεις, και είναι σαν να κοιτάζεις ένα τοπίο μια όμορφη, ξάστερη μέρα του καλοκαιριού. Μπορείς να δεις κάθε φύλλο πάνω σε κάθε δέντρο, και να ακούσεις κάθε τραγούδι πουλιών, και ξέρεις που θα σε βγάλει η βόλτα σου.
Και αυτό είναι υπέροχο.
Κάποιες φορές είναι σαν να οδηγείς μες στην ομίχλη. Δε μπορείς στ' αλήθεια να δεις που πηγαίνεις. Έχεις ακόμη αρκετή από τη διαδρομή μπροστά σου για να ξέρεις ότι θα βρίσκεσαι ακόμη στο δρόμο, και αν οδηγείς αργά και κρατάς τους προβολείς χαμηλωμένους θα φτάσεις τελικά εκεί που πήγαινες.
Και αυτό είναι δύσκολο ενόσω το κάνεις, αλλά ικανοποιητικό στο τέλος της μέρας, όπως όταν κοιτάς κάτω και έχεις 1500 λέξεις που δεν υπήρχαν πριν στο χαρτί σε αυτήν την σειρά, το μισό απ' όσο θα είχες σε μια καλή μέρα, και οδήγησες αργά, αλλά οδήγησες.
Και κάποιες φορές βγαίνεις από την ομίχλη στη διαύγεια, και μπορείς να δεις τι ακριβώς κάνεις και που πηγαίνεις, και δε θα μπορούσες να δεις ή να ξέρεις οτιδήποτε απ' αυτά πέντε λεπτά πριν.
Και αυτό είναι μαγεία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)