Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Νιλ Γκέιμαν, Σπουδή σε πράσινο (σμαραγδί)

Ι. Ο καινούριος φίλος

Είναι το αχανές, πιστεύω. Η απεραντοσύνη των πραγμάτων από κάτω. Η σκοτεινότητα των ονείρων.

Αλλά ονειροπολώ. Συγχωρήστε με. Δεν είμαι λόγιος άνθρωπος.

Χρειαζόμουν σπίτι να μείνω. Έτσι τον γνώρισα. Ήθελα κάποιον να μοιραστεί το κόστος των δωματίων μαζί μου. Συστηθήκαμε μέσω ενός κοινού γνωστού, στα χημικά εργαστήρια του Σαιντ Μπαρτ. “Ήσασταν στο Αφγανιστάν, βλέπω”, αυτό ήταν που μου είπε, και το στόμα μου έμεινε ανοιχτό και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.

“Εκπληκτικό”, είπα.

“Όχι ιδιαίτερα”, είπε ο άγνωστος με το λευκό παλτό εργαστηρίου, ο οποίος έμελλε να γίνει φίλος μου. “Από τον τρόπο που κρατάτε το χέρι σας, βλέπω ότι έχετε τραυματιστεί, και με συγκεκριμένο τρόπο. Έχετε ένα βαθύ μαύρισμα. Έχετε επίσης στρατιωτική περιβολή, και υπάρχουν λίγα μέρη στην Αυτοκρατορία όπου ένας στρατιωτικός μπορεί να μαυρίσει και συνάμα, δεδομένης της φύσης του τραυματισμού στον ώμο σας και των παραδόσεων των αφγανών σπηλαιανθρώπων, να βασανιστεί”.

Τιθέμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, φυσικά, ήταν παράλογα απλό. Αλλά πάλι, πάντα ήταν. Είχα σκουρύνει στο καφέ του καρυδιού. Και είχα πράγματι, όπως είχε παρατηρήσει, βασανιστεί.

Οι θεοί και οι άνθρωποι του Αφγανιστάν ήταν άγριοι, απρόθυμοι να κυβερνώνται από το Γουάιτχωλ ή από το Βερολίνο ή ακόμα από τη Μόσχα, και απροετοίμαστοι να δουν τη λογική. Είχα σταλθεί σε εκείνους τους λόφους, υπαγόμενος στο τάδε Σύνταγμα. Όσο η μάχη παρέμενε στους λόφους και τα βουνά, μαχόμασταν επί ίσοις όροις. Όταν οι αψιμαχίες κατέβηκαν στις σπηλιές και το σκοτάδι τότε βρεθήκαμε, σαν να λέμε, έξω απ' τα νερά μας.

Δε θα ξεχάσω την καθρεφτισμένη επιφάνεια της υπόγειας λίμνης, ούτε το πράγμα που αναδύθηκε από τη λίμνη, τα μάτια του να ανοιγοκλείνουν, και τους τραγουδιστούς ψιθύρους που το συνόδευαν καθώς σηκωνόταν, περιβάλλοντας το σαν το βούισμα μεγαλύτερων από κόσμους μυγών.

Το ότι επιβίωσα ήταν θαύμα, αλλά επιβίωσα, και επέστρεψα στην Αγγλία με τα νεύρα κουρελιασμένα. Το μέρος όπου το σαν βδέλλας στόμα με είχε αγγίξει είχε σημαδευτεί για πάντα, άσπρο σαν του βατράχου, στο δέρμα του τώρα μαραμένου ώμου μου. Είχα υπάρξει κάποτε ικανός σκοπευτής. Τώρα δεν είχα τίποτα, εκτός από ένα φόβο για τον κόσμο-κάτω-από-τον-κόσμο συγγενή προς τον πανικό, πράγμα που σήμαινε ότι θα πλήρωνα ευχαρίστως έξι πέννες από τη στρατιωτική μου σύνταξη για ένα κάρο, παρά μια πέννα για να ταξιδέψω υπόγεια.

Έστω κι έτσι, οι ομίχλες και τα σκοτάδια του Λονδίνου με ανακούφισαν, με δέχτηκαν. Είχα χάσει την πρώτη κατοικία μου γιατί ούρλιαζα τα βράδια. Είχα βρεθεί στο Αφγανιστάν· δεν ήμουν πια εκεί.

“Ουρλιάζω τη νύχτα”, του είπα.

“Μου έχουν πει ότι ροχαλίζω”, είπε. “Επίσης έχω ασυνήθιστο ωράριο και συχνά χρησιμοποιώ την κορνίζα τζακιού για εξάσκηση στόχου. Θα χρειάζομαι το καθιστικό για να συναντώ πελάτες. Είμαι εγωιστής, μονήρης και βαριέμαι εύκολα. Θα είναι πρόβλημα αυτό;”

Χαμογέλασα, και κούνησα το κεφάλι μου, και έτεινα το χέρι μου. Δώσαμε χειραψία.

Τα δωμάτια που είχε βρει για μας, στη Μπέικερ Στρητ, ήταν παραπάνω από επαρκή για δυο εργένηδες. Είχα κατά νου όλα όσα ο φίλος μου είχε πει περί της επιθυμίας του για ησυχία, και παραιτήθηκα απ' το να τον ρωτήσω τι ήταν εκείνο που έκανε για να βγάζει τα προς το ζην. Έστω κι έτσι, έμεναν πολλά που διέγειραν την περιέργεια μου. Επισκέπτες θα κατέφταναν όλη την ώρα, και όταν το έκαναν εγώ θα αποχωριζόμουν το καθιστικό και θα επέστρεφα στην κρεββατοκάμαρα μου, αναρωτιόμενος τι κοινό μπορούσαν να έχουν με τον φίλο μου: η ωχρή γυναίκα με ένα μάτι στο λευκό του οστού, ο μικροκαμωμένος άντρας που έδειχνε σαν πλανώδιος πωλητής, ο εύσωμος δανδής στη βελούδινη ζακέτα του, και οι υπόλοιποι. Κάποιοι ήταν συχνοί επισκέπτες, πολλοί άλλοι ήρθαν μόνο μια φορά, του μίλησαν, και έφυγαν, δείχνοντας προβληματισμένοι ή δείχνοντας ικανοποιημένοι.

Ήταν ένα μυστήριο για μένα.

Απολαμβάναμε ένα από τα εξαιρετικά γεύματα της σπιτονοικοκυράς μας ένα πρωινό, όταν ο φίλος μου χτύπησε το κουδούνι για να καλέσει την καλή κυρία. “Θα μας συνοδεύσει ένας κύριος, σε περίπου τέσσερα λεπτά”, είπε. “Θα χρειαστούμε μια θέση ακόμη στο τραπέζι”.
“Πολύ καλά”, είπε εκείνη, “θα βάλω μερικά λουκάνικα ακόμη στην ψησταριά”.

Ο φίλος μου επέστρεψε στην ανάγνωση της πρωινής εφημερίδας του. Περίμενα για μιαν εξήγηση με αυξανόμενη ανυπομονησία. Τελικά, δε μπορούσα να αντέξω άλλο. “Δεν καταλαβαίνω. Πως θα μπορούσες να ξέρεις ότι σε τέσσερα λεπτά θα δεχόμασταν έναν επισκέπτη; Δεν υπήρξε τηλεγράφημα, ούτε μήνυμα οποιουδήποτε είδους”.

Χαμογέλασε, ελαφρώς. “Δεν άκουσες το ποδοβολητό μιας άμαξας πριν μερικά λεπτά; Ελάττωσε ταχύτητα καθώς μας προσπερνούσε – προφανώς καθώς ο οδηγός αναγνώρισε την πόρτα μας, μετά επιτάχυνε και προχώρησε, μέχρι τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ. Υπάρχει ένας συνωστισμός από άμαξες και αγοραία κάρα που αφήνουν επιβάτες στο σιδηροδρομικό σταθμό και στην έκθεση κέρινων ομοιομάτων, και είναι σε εκείνο το συνωστισμό που οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να αφιππεύσει δίχως να γίνει αντιληπτός θα πάει. Ο περίπατος από εκεί μέχρι εδώ είναι μέχρι τέσσερα λεπτά”.

Κοίταξε το ρολόι τσέπης του και καθώς το έκανε άκουσα θόρυβο στις σκάλες.
“Πέρασε μέσα, Λεστράντ”, φώναξε. “Η πόρτα είναι ανοιχτή και τα λουκάνικα σου βγαίνουν μόλις από την ψησταριά”.

Ένας άντρας που εξέλαβα για τον Λεστράντ άνοιξε την πόρτα, έπειτα την έκλεισε προσεκτικά πίσω του. “Δε θα έπρεπε”, είπε, “Αλλά για να πω την αλήθεια, δεν είχα την ευκαιρία να φάω τίποτα αυτό το πρωί. Και σίγουρα θα μπορούσα να βολέψω αρκετά από αυτά τα λουκάνικα”. Ήταν ο μικροκαμωμένος άντρας που είχα παρατηρήσει σε αρκετές περιστάσεις προηγουμένως, του οποίου η συμπεριφορά ήταν εκείνη ενός περιπλανώμενου πωλητή λαστιχένιων καινοτομιών ή κατοχυρωμένων γιατροσοφιών.

Ο φίλος μου περίμενε μέχρι να φύγει η σπιτονοικοκυρά από το δωμάτιο, μέχρι να πει, “Προφανώς, το εκλαμβάνω ως ζήτημα εθνικής σημασίας”.

“Μα τα άστρα μου”, είπε ο Λεστράντ και χλώμιασε. “Σίγουρα ο κόσμος δεν μπορεί να αναφέρεται ήδη σ' αυτό. Πες μου ότι δεν το κάνει”. Άρχισε να γεμίζει το πιάτο του μέχρι πάνω με λουκάνικα, φιλέτα καπνιστής ρέγγας, κίτζερι και τοστ, αλλά τα χέρια του έτρεμαν, λίγο.

“Όχι φυσικά”, είπε ο φίλος μου. “Ξέρω το τρίξιμο των τροχών της αμάξης σου, όμως, μετά απ' όλον αυτόν τον καιρό: ένα δονούμενο σολ δίεση πάνω από ένα ψηλό ντο. Και αν ο Επιθεωρητής Λεστράντ της Σκότλαντ Γιαρντ δε μπορεί να ιδωθεί δημόσια να εισέρχεται στο χώρο του μοναδικού συμβουλευτικού ντετέκτιβ του Λονδίνου, αλλά έρχεται έτσι κι αλλιώς, και δίχως να έχει πάρει το πρωινό του γεύμα, τότε ξέρω ότι αυτή δεν είναι μια υπόθεση ρουτίνας. Άρα, εμπλέκει εκείνους που βρίσκονται πάνω από μας και είναι ζήτημα εθνικής σημασίας”.

Ο Λεστράντ επάλειψε κρόκο αυγού στο σαγόνι του με την πετσέτα του. Τον κοίταξα. Δεν έμοιαζε με την ιδέα που είχα για έναν επιθεωρητή της αστυνομίας, αλλά πάλι, ο φίλος μου λίγο έμοιαζε με την ιδέα που είχα για ένα συμβουλευτικό ντετέκτιβ – οτιδήποτε κι αν μπορούσε να είναι αυτό.

“Ίσως θα έπρεπε να συζητήσουμε το θέμα κατ' ιδίαν”, είπε ο Λεστράντ, ρίχνοντας μια ματιά προς το μέρος μου.

Ο φίλος μου άρχισε να χαμογελά, χαιρέκακα, και το κεφάλι του κινήθηκε πάνω στους ώμους του όπως έκανε όταν απολάμβανε κάποιο προσωπικό αστείο. “Ανοησίες”, είπε. “Δυο μυαλά είναι καλύτερα από ένα. Και ό, τι λέγεται στον ένα από μας λέγεται και στους δύο”.

“Αν ενοχλώ -” είπα, τραχιά, αλλά μου έκανε κίνηση να σωπάσω.

Ο Λεστράντ ύψωσε τους ώμους. “Το ίδιο είναι για μένα”, είπε, μετά από μια στιγμή. “Αν λύσετε την υπόθεση τότε έχω τη δουλειά μου. Αν δεν το κάνετε, τότε δεν έχω δουλειά. Χρησιμοποιήστε τις μεθόδους σας, αυτό είναι που λέω. Δε μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα”.

“Αν υπάρχει ένα πράγμα που η σπουδή της ιστορίας μας έχει διδάξει, είναι ότι τα πράγματα μπορούν πάντα να πάνε χειρότερα”, είπε ο φίλος μου. “Πότε πάμε στο Σόρντιτς;”

Ο Λεστράντ άφησε το πηρούνι του να πέσει. “Αυτό παραείναι κακό!” αναφώνησε. “Ορίστε, μου κάνεις πλάκα, ενώ γνωρίζεις τα πάντα για το θέμα! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι -”

“Κανείς δε μου είπε το παραμικρό για το θέμα. Όταν ένας επιθεωρητής της αστυνομίας περπατά στο δωμάτιο μου με φρέσκιες πιτσιλιές λάσπης εκείνης της ιδιόμορφης μουσταρδί απόχρωσης πάνω στις μπότες και τα πόδια του παντελονιού του, μπορώ σίγουρα να συγχωρεθώ για την υπόθεση ότι περπάτησε πρόσφατα πέραν των ανασκαφών [ορυχείων] στο Χομπς Λέιν, στο Σόρντιτς, το οποίο είναι το μοναδικό μέρος στο Λονδίνο που φαίνεται να βρίσκεται η συγκεκριμένη μουσταρδί λάσπη”.

Ο επιθεωρητής Λεστράντ έδειχνε αμήχανος. “Τώρα που το θέτεις μ' αυτό τον τρόπο”, είπε, “Δείχνει τόσο προφανές”.

Ο φίλος μου έσπρωξε το πιάτο του μακριά απ' αυτόν. “Φυσικά και δείχνει”, είπε, ελαφρώς απότομα.

Πήγαμε στο Ηστ Εντ με άμαξα. Ο επιθεωρητής Λεστράντ είχε περπατήσει ως τη Μαίρυλμποουν Ρόουντ για να βρει την άμαξα του, και μας άφησε μόνους.

“Ώστε είσαι αλήθεια ένας συμβουλευτικός ντετέκτιβ;” είπα.

“Ο μοναδικός στο Λονδίνο, ή ενδεχομένως, στον κόσμο”, είπε ο φίλος μου. “Δεν αναλαμβάνω υποθέσεις. Τουναντίον, συμβουλεύω. Άλλοι μου φέρνουν τα άλυτα προβλήματα τους, τα περιγράφουν, και, κάποιες φορές, τα λύνω”.

“Τότε εκείνοι οι άνθρωποι που έρχονται σε σένα...”

“Είναι, κυρίως, αστυφύλακες, ή είναι ντετέκτιβς οι ίδιοι, ναι”.

Ήταν ένα έξοχο πρωινό, αλλά τώρα εμείς τρανταζόμασταν γύρω από τις παρυφές της κορακοφωλιάς του Σαιντ Τζάιλς, εκείνης της φωλιάς κλεφτών και μαχαιροβγαλτών που επικάθεται στο Λονδίνο σαν καρκίνωμα στο πρόσωπο μιας όμορφης πωλήτριας λουλουδιών, και το μοναδικό φως για να εισέλθει στην άμαξα ήταν αμυδρό και θαμπό.

“Είσαι σίγουρος ότι με θες μαζί σου;”

Σε απάντηση ο φίλος μου με κοίταξε επίμονα χωρίς να βλεφαρίσει. “Έχω ένα προαίσθημα”, μου είπε. “Έχω ένα προαίσθημα ότι ήταν γραφτό να είμαστε μαζί. Ότι έχουμε δώσει την καλή μάχη, δίπλα-δίπλα, στο παρελθόν ή το μέλλον, δεν ξέρω. Είμαι ορθολογιστής, αλλά έχω μάθει την αξία ενός καλού συντρόφου, και από τη στιγμή που σε είδα πρώτη φορά, ήξερα ότι σε εμπιστευόμουν όσο και τον εαυτό μου. Ναι. Σε θέλω μαζί μου”.

Κοκκίνισα, ή είπα κάτι ασήμαντο. Για πρώτη φορά από τον καιρό του Αφγανιστάν, ένιωθα ότι είχα αξία στον κόσμο.

----------------------
* Neil Gaiman, A Study in Emerald (2003)
Πρόκειται για μια ιστορία που φέρνει κοντά τον Σέρλοκ Χολμς -και τον Γουότσον- στο σύμπαν του Λάβκραφτ. Νομίζω ότι δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2003 και δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Τιμήθηκε με βραβείο Hugo καλύτερης σύντομης ιστορίας την επόμενη χρονιά και Locus τη μεθεπόμενη. Αυτό είναι το πρώτο μέρος. Πρόχειρη μετάφραση: W. K.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget