Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

Ο αντιδραστικός ντελεζισμός: Ένα ραπόρτο*

 

 

Την τελευταία δεκαετία παρουσιάστηκε το «παρα-ακαδημαϊκό» φαινόμενο μιας ιδιοποίησης των «αναρχοεπιθυμητικών» τάσεων και της «φιλοσοφίας της διαφοράς» (δηλ. εκφάνσεων μιας ορισμένης «νιτσεϊκής αριστεράς») για τη δικαιολόγηση μιας σειράς αντιδραστικών πολιτικών θέσεων, κατά τα λοιπά ευρισκόμενων «πέραν της Δεξιάς και της Αριστεράς».

Η υποβόσκουσα παραδοχή που συνέχει αυτές τις τοποθετήσεις μοιάζει να είναι ότι, στην εποχή των όψιμων μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών, η Αριστερά έχει πάψει προ πολλού να εκφράζει μια φυγόκεντρη προωθητική δυναμική και έχει καταλήξει να εγκλείεται στο υπάρχον καθεστώς ως προνομιακή συνιστώσα τής εύρυθμης λειτουργίας και άρα της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Επιπρόσθετα, δεσπόζει ως ρητορική η επίκληση του «αξιακού πολυθεϊσμού» εναντίον τού επάρατου διαφωτιστικού οικουμενισμού (στη μορφή φερειπείν του διεθνοπολιτικού κανονιστικού πλαισίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), ο οποίος άλλοτε γίνεται αντιληπτός ως μετάφραση σε θύραθεν γλώσσα τού αβρααμικού μονοθεϊσμού και άλλοτε κατονομάζεται ως παρασιτική προκρούστεια κλίνη που επικάθεται στο κοινωνικό πεδίο και επιφέρει την ομοιογενοποίησή του υπό τον «ελάχιστο κοινό παρονομαστή».

Εν προκειμένω δεν θα μάς απασχολήσει ο εντοπισμός των όποιων αμφίθυμων οφειλών ή των εκλεκτικών συγγενειών τού εν λόγω «ρεύματος» σε προγενέστερες πνευματικές παραδόσεις, όπως κατεξοχήν είναι οι μεταρομαντικές φιλοσοφίες τής φύσης και της ζωής (λχ. η μετακαντιανή βουλησιαρχική γενεαλογία και οι βιταλιστικές τάσεις που ανατιμούν τον ρόλο των ψυχόρμητων σε σχέση με τη νόηση και αμφισβητούν τον διαχωρισμό των βουλητικών λειτουργιών από τις γνωστικές, η ακόλουθη εστίαση στην ενεργειακή οικονομία των βιοψυχικών συστημάτων ή η συντηρητική πολιτικοποίηση υπαρξιακών κατηγοριών από εκπροσώπους τού «αντιδραστικού μοντερνισμού»).

Η ανακοίνωσή μας θα εστιάσει, πέραν της συνθετικής παρουσίασης του φαινομένου, στα ερωτήματα που αφορούν α) τους λόγους που μια τέτοια ρηματική κατασκευή επανέρχεται, έστω και όχι ακριβώς στο φιλοσοφικό προσκήνιο, διεκδικώντας χώρο στην τρέχουσα ιδεοκίνηση, β) το κοινό στο οποίο απευθύνεται, και γ) το γιατί κρίνει επιβεβλημένη ή πρόσφορη την αναφορά στο έργο τού Gilles Deleuze προκειμένου ν’ αντικρούσει τους ισχυρισμούς –και κυρίως ν’ αποφύγει τον έλεγχο– της «νεοδιαφωτιστικής» κριτικής.

-------------------------

 * Περίληψη ανακοίνωσης/εισήγησης στο 1ο Συνέδριο Υποψήφιων Διδακτόρων και Μεταδιδακτορικών Ερευνητών/τριών που διοργανώθηκε στα Ιωάννινα την Παρασκευή 27 και το Σάββατο 28 Μαΐου 2022 από το Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Σπουδών τού Πανεπιστημιακού Ερευνητικού Κέντρου τού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σχόλιο του ιστολογίου: Ευχαριστούμε τους συγγραφείς για την αποστολή τής περίληψης και εκφράζουμε την ανησυχία, εάν όχι και τη θλίψη μας για το περιεχόμενό της.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2022

Το νέο παραγωγικό πρότυπο και ο κόσμος της εργασίας

 

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν

 

Τα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη, κατά την περίοδο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξελίχθηκαν σε συνθήκες που τις χαρακτήριζαν η κατάρρευση του γοήτρου του σοβιετικού κόσμου, αφενός, και η εδραίωση της γοητείας κατά την «ένδοξη τριακονταετία» των παραλλαγών ενός καπιταλιστικού προτύπου, που γνώρισε πρωτόγνωρες επιτυχίες. Το πρότυπο αυτό, που οι διάφορες εκδοχές του απέκτησαν τα χαρακτηριστικά ενός σοσιαλδημοκρατικού προτύπου, ήταν το αποτέλεσμα των δυνατοτήτων ταχείας συσσώρευσης κεφαλαίου, κατά την περίοδο αυτή, αλλά και της προθυμίας τόσο του κεφαλαίου, όσο και των εκπροσωπήσεων του κόσμου της εργασίας για σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο οδήγησε στην αύξηση της απασχόλησης, της κοινωνικής προστασίας και του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών.

Το πρότυπο αυτό διαμόρφωσε για πρώτη φορά μια κοινωνικά γοητευτική εκδοχή του καπιταλισμού και για τις «μεσαίες» και μαζικές κατηγορίες των μισθωτών αποτέλεσε έναν ορίζοντα που παρέμεινε για όλη την περίοδο αυτή επιθυμητός. Όσο μάλιστα επιβίωναν και αυξάνονταν οι θέσεις διανοητικής εργασίας, αποτελούσαν τη δεξαμενή των «οργανικών διανοουμένων» του συστήματος. Οι αντίστοιχες κατηγορίες στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, δεν ασκούσαν καμία γοητεία, ούτε από την άποψη των συνθηκών ζωής τους, ούτε και από την άποψη των γνωσιακών ή τεχνολογικών ικανοτήτων τους. Με εξαίρεση τεχνολογικά προχωρημένες νησίδες, που δεν μπορούσαν να αποτελέσουν τον κανόνα, ούτε από την άποψη του βιοτικού επιπέδου, αλλά και από την άποψη των τεχνολογικών και οικονομικών επιδόσεων.

 

Το σπάσιμο του προσωπείου

Η εξάντληση των δυνατοτήτων μιας καπιταλιστικής συσσώρευσης ικανής να εξασφαλίσει την επιβίωση του κοινωνικού συμβολαίου, και να αναγνωρίσει θεσμικά την επέκταση του διανοητικού περιεχομένου της εργασίας σε όλο και περισσότερες κατηγορίες μισθωτών, αντιμετωπίστηκε από το κεφάλαιο με την υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου με τα εξής χαρακτηριστικά:

  • την εξατομίκευση και αποδυνάμωση οργανωτικά του πλήθους της μισθωτής εργασίας,
  • την ενίσχυση μέσω της καλύτερης αμοιβής, και άλλων προνομίων, των μισθωτών με διοικητικά και οργανωτικά καθήκοντα και ρόλο στην εξέλιξη της τεχνολογίας,
  • την εξάρτηση σε μεγάλο βαθμό της κερδοφορίας του κεφαλαίου από την αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας,
  • την εξάρτηση της συντήρησης της μεγέθυνσης από τον δανεισμό.

Η υιοθέτηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου οδήγησε στην καθιέρωση της αδυναμίας ή άρνησης των πολιτικών ηγεσιών που υιοθετούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές σε ό,τι αφορά την επιβίωση και ασφαλή διαβίωση του πληθυσμού. Γίνεται αποδεκτή, αν δεν οικοδομείται, η ανασφάλεια όχι μόνο για το βιοτικό επίπεδο, αλλά και για την προστασία της υγείας, και την εξασφάλιση της αναπαραγωγής ενός βιώσιμου περιβάλλοντος.

Κατά την «ένδοξη τριακονταετία» επιτεύχθηκε μια συμπόρευση της διαδικασίας συσσώρευσης κεφαλαίου και της ικανοποίησης σε μεγάλο βαθμό των αναγκών της κοινωνίας. Το νεοφιλελεύθερο πρότυπο έχει αποδεσμεύσει αυτές τις δύο διαδικασίες και έχει μάλιστα θυσιάσει τη δεύτερη προς όφελος της πρώτης, παρά τις ασθενείς ή προβληματικές επιδόσεις της. Η επιστροφή σε ένα καθεστώς που έχει ως στόχο την ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού, δεν μπορεί να βασιστεί στις ελληνικές συνθήκες σε μια ασθενή διαδικασία αύξησης του προϊόντος και σε στασιμότητα της συσσώρευσης. Η μόνη κατεύθυνση που μπορεί να καλύπτει αυτές τις ανάγκες, είναι η υιοθέτηση των μεθόδων του σχεδιασμού, που επιδιώκουν την αξιοποίηση παραγωγικών δυνατοτήτων, πόρων και ανθρώπινων ικανοτήτων. Πρόκειται για μεθόδους που δεν μπορούν να βασιστούν σε ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο, παρά από τη στιγμή που εξασφαλίζεται η δημοκρατική συμμετοχή της κοινωνίας, ικανή να επιτύχει τον ορισμό και την ικανοποίηση αυτών των αναγκών.

 

Αλληλέγγυα οργάνωση της παραγωγής

Ο διαχωρισμός του κόσμου της εργασίας ανάμεσα στην πλειοψηφία των επισφαλών και άνεργων μισθωτών και τους καλά αμειβόμενους κατόχους διοικητικών, οργανωτικών και τεχνολογικών γνώσεων, μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ξεπεραστεί με τη δημιουργία ισχυρών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Για την πολιτική και οργανωτική συγκρότηση του κόσμου της εργασίας, η μόνη προοπτική είναι η ταυτόχρονη δημιουργία θεσμών αλληλέγγυας οργάνωσης της παραγωγής και δημιουργία θεσμών συλλογικού σχεδιασμού των αναπαραγωγικών αναγκών της κοινωνίας. Και οι δύο αυτές κατηγορίες θεσμών θα επιτρέψουν να τεθούν υπό δημοκρατικό λαϊκό έλεγχο οι δημόσιες δραστηριότητες παραγωγής, προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών και προστασίας του περιβάλλοντος, αποφεύγοντας τη δημιουργία προνομιούχων κρατικών γραφειοκρατιών.

Αυτή η διαδικασία δημιουργίας νέων θεσμικών λειτουργιών, απαιτεί οργανωτικές και γνωσιακές αλλαγές αρκετά σημαντικότερες από αυτές που είχαν σχεδιαστεί την εποχή των μεγάλων προλεταριακών συγκεντρώσεων. Η επεξεργασία των στόχων είναι προϋπόθεση των θεσμικών αλλαγών και επομένως οι γνωσιακές λειτουργίες των πολιτικών συσπειρώσεων προηγούνται των θεσμικών αλλαγών, όσο κι αν το ζητούμενο είναι οι κοινωνικές συσπειρώσεις στη βάση της κοινωνίας. Η «γενική διάνοια» είναι μια πραγματικότητα που ευνοεί τόσο την επεξεργασία ενός σχεδιασμού, όσο και τη συγκρότηση των θεσμικών του στόχων, αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί το άθροισμα ολοκληρωμένων γνωσιακών δυνατοτήτων, αλλά μια γνωσιακή βάση που επιτρέπει τη δημιουργία θεσμών σχεδιασμού με νέους στόχους.

Στην ελληνική οικονομία είναι ορατή η ανάγκη πραγματοποίησης ενός παραγωγικού άλματος, που θα στηριχθεί κατά κύριο λόγο στην αξιοποίηση τόσο από ποσοτική, όσο και από ποιοτική άποψη του ανθρώπινου δυναμικού. Με ένα γενικό τρόπο δεν υπάρχει αδυναμία αξιοποίησης του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού, που αποτελεί την πραγματική βάση της ανάπτυξης. Γι’ αυτό είναι ένα θετικό από αυτή την άποψη στοιχείο η δυνατότητα αξιοποίησης του αλλοδαπού δυναμικού (μετανάστες και πρόσφυγες), όταν η πολιτική εξουσία κάνει αυτή την επιλογή. Οι θεσμικές διαδικασίες του δημοκρατικού σχεδιασμού έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν με εσωστρεφείς παραγωγικές διαδικασίες τις αυξανόμενες αρνητικές επιπτώσεις των αλλαγών στις διαδικασίες παγκοσμιοποίησης, αλλά και την αποτελεσματική διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης, όπως και της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, χωρίς συγκρούσεις με τον τοπικό κάθε φορά πληθυσμό, όπως και την εξασφάλιση σε μόνιμη βάση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού.

Προϋποθέσεις για τα νέα αυτά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης είναι η επιβολή μιας τάσης ελέγχου από το δημόσιο της δημιουργίας και παραχώρησης χρήματος, η οποία να ξεκινήσει σε περιφερειακό επίπεδο ενδεχομένως, πριν επεκταθεί. Μια τέτοια εξέλιξη απαιτεί την ολοκλήρωση της λειτουργίας μιας αναπτυξιακής τράπεζας, αλλά και την καθιέρωση του ελέγχου συστημικών τραπεζών από το δημόσιο. Μια τέτοια αλλαγή, ενώ παραμένει το ζήτημα της διαχείρισης τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού χρέους, απαιτεί φυσικά την καθιέρωση μιας νέας διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που να περιλαμβάνει μια στρατηγική συμμαχιών και προτάσεις αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο αυτό.

 

Πηγή Εποχή

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Οι κορυφαίοι προπονητές ποδοσφαίρου που εμφανίστηκαν τον 21ο αι.

 


Πολύ πρόσφατα ένας φίλος άρχισε να "κράζει" τον προπονητή τής Μάντσεστερ Σίτι, ισχυριζόμενος ότι "πρεσβεύει τον καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό στο ποδόσφαιρο" και ότι, όλως αντιθέτως, ο προπονητής τής Ατλέτικο Μαδρίτης εκφράζει την "πειθαρχημένη αμυντική οργάνωση των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην ιμπεριαλιστική λαίλαπα". Έτσι η κουβέντα περιστράφηκε γενικότερα γύρω από τους προπονητές ποδοσφαίρου και καταλήξαμε να "ψαχνόμαστε" για τους κορυφαίους τής σύγχρονης εποχής. Αποφάσισα λοιπόν να επιδοθώ στη σχετική έρευνα, ανασύροντας και συστηματοποιώντας πληροφορίες που κρυβόντουσαν στα κιτάπια και τα κατάστιχα (καταχωνιασμένες στα πυκνογραμμένα σημειωματάρια και τις σκοτεινές γωνιές τής μνήμης και του διαδικτύου). 
 
Τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη ήταν: α) Τίτλοι και διακρίσεις. Σε γενικές γραμμές, η κατάκτηση του Champions League είναι δυσκολότερη από τα εθνικά πρωταθλήματα, εκτός αν συμμετέχεις στην Premier League και δεν είσαι η Λίβερπουλ ή η Σίτι ή στη La Liga και δεν ονομάζεσαι Ρεάλ ή Μπαρσελόνα. Αντίστοιχα, η αξιόλογη ευρωπαϊκή πορεία είναι δείκτης μεγαλύτερης επιτυχίας από την κατάκτηση μιας εθνικής λίγκας μικρότερης εμβέλειας. Ομοίως και σε επίπεδο εθνικών ομάδων, όπου η διάκριση στην τελική φάση είναι το ζητούμενο για τα μεγαθήρια, τα οποία συνήθως προελαύνουν στα προκριματικά, ενώ η απλή συμμετοχή ενδέχεται να συνιστά πραγματικό επίτευγμα για χώρες μικρότερης δυναμικής. β) Χτίσιμο διαφορετικών ομάδων. Για παράδειγμα, ο θρυλικός σερ Άλεξ είχε παρουσιάσει τρεις άκρως ανταγωνιστικές εκδοχές τής Γιουνάιτεντ στο διάστημα της πολυετούς θητείας του. γ) Καινοτομίες και νεωτερισμοί. Εύλογα ίσως, οι περισσότεροι σύγχρονοι προπονητές διαχειρίζονται με σύνεση και επάρκεια την αποθησαυρισμένη γνώση των προκατόχων τους. Ως εκ τούτου, σπανίζει στην εποχή μας η εισαγωγή ρηξικέλευθων ιδεών και η εφαρμογή τολμηρών εμπνεύσεων όσον αφορά τις διατάξεις και τους σχηματισμούς, την οργάνωση και ανάπτυξη του παιχνιδιού, τις μεταβάσεις, και γενικότερα όλο τον παράγοντα της προετοιμασίας και του σχεδιασμού ενός αγώνα, κτλ. (Ενίοτε αυτό οδηγεί σε κωμικοτραγικά αποτελέσματα, όπως ολόκληρα τουρνουά όπου οι διάφοροι ανταγωνιστές κατεβαίνουν με το ίδιο ή παρεμφερές στήσιμο -φερειπείν κάποια εκδοχή τού 4-2-3-1- και υποστηρίζουν την ίδια ποδοσφαιρική Ιδέα με τον φανατισμό τού άρτι προσηλυτισμένου ημιμαθούς). δ) Επιτυχία σε σχέση με τις καλλιεργημένες στην αρχή τής θητείας προσδοκίες. Προφανώς, όπως και για το επόμενο σημείο, γίνεται λόγος για ρεαλιστική εκτίμηση και στάθμιση, όπου υπεισέρχεται ένα περιθώριο υποκειμενικής αντίληψης. ε) Εκτίμηση μελλοντικών προοπτικών (όσον αφορά τους νεότερους και λιγότερο έμπειρους, δεδομένου ότι συγκρίνονται με άλλους που προσεγγίζουν πλέον τη δύση μιας μεστής συγκινήσεων και εμπειριών επαγγελματικής διαδρομής). 
 
Όσον αφορά τις ελάχιστες τυπικές προϋποθέσεις για την εξέταση των υποψηφιοτήτων, αυτές περιορίζονταν αυστηρά στη συμπλήρωση μιας πενταετούς παρουσίας στους πάγκους και την εκκίνηση της επαγγελματικής προπονητικής σταδιοδρομίας από το 2000 και μετά. Έχουν ληφθεί υπόψη οι πορείες των εθνικών ομάδων (εξού και η παρουσία τού προπονητή τής Ιταλίας τόσο ψηλά, όπως και του εκλέκτορα της εθνικής Γαλλίας). Η λίστα είναι καταφανώς ευρωκεντρική, αλλά αντιπαρερχόμαστε τη μομφή των διαφόρων "προθύμων".* Εξετάστηκαν συνολικά περισσότερες από τριάντα υποψηφιότητες. Επιχειρήσαμε να συγκεράσουμε τις "αντικειμενικές", ποσοτικοποιήσιμες παραμέτρους με τους περισσότερο ποιοτικούς παράγοντες, ενώ όπου χρειάστηκε καθοριστική ήταν η υποκειμενική προτίμηση. Προτεραιότητα υπήρξε η απόδοση δικαιοσύνης, δίχως πάντως να επιτρέψουμε στις όποιες προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, ιδεολογικές τάσεις και εμμονές, ν' αλλοιώσουν τον συμπεριληπτικό χαρακτήρα τής λίστας. Ως εκ τούτου, στην τελική της κατάρτιση αποτυπώνεται μια πολυφωνία διαφορετικών σχολών, εθνικοτήτων και ηλικιακών κατηγοριών. Με εξαίρεση τις πρώτες θέσεις, οι διαφορές ήταν πολύ μικρές και η -σε κάθε περίπτωση ενδεικτική- τελική κατάταξη επήλθε ύστερα από σκέψη. Εξυπακούεται ότι ενδιαφέροντες, φερέλπιδες και κατά κοινή ομολογία αξιόλογοι προπονητές δεν χώρεσαν στη λίστα, όμως έμοιαζε δύσκολη η εκτόπιση οποιουδήποτε ονόματος απ' όσα ακολουθούν. Είναι ευπρόσδεκτη κάθε είδους ένσταση, αντιπρόταση, διαμαρτυρία ή επισήμανση για τυχόν παραλείψεις.
 
1. Josep Guardiola
2. José Mourinho
3. Jürgen Klopp
4. Diego Simeone
5. Antonio Conte
6. Thomas Tuchel
7. Roberto Mancini
8. Massimiliano Allegri
9. Unai Emery
10. Brendan Rodgers
11. Zinedine Zidane
12. Erik ten Hag
13. Luis Enrique
14. Didier Deschamps
15. Julian Nagelsmann
 
 
Βραβείο "Γιάννης Κυράστας":
Γιώργος Δώνης - Μαρίνος Ουζουνίδης (με αυτή τη σειρά)
 
Σχόλιο: Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον χώρο τής καλαθοσφαίρισης, οι Έλληνες προπονητές μόνο τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να υπερβαίνουν τον στενό ορίζοντα παρωχημένων γνώσεων που ακόμη και σήμερα διακινείται ως πρόσφορη "ποδοσφαιρική τεχνογνωσία". Συνήθως βλέψεις για προπονητική καριέρα είχαν όσοι ποδοσφαιριστές είχαν αγωνιστεί σε υψηλοτέρα πρωταθλήματα του εξωτερικού (λχ. Ιταλία για τον Νίκο Αναστόπουλο και πιο πρόσφατα τον Τραϊανό Δέλλα) ή είχαν την τύχη να θητεύσουν δίπλα σε καλούς δασκάλους (λχ. Ίβιτσα Όσιμ, Έγκε Γκέραρντ για τον Νίκο Νιόπλια, ενώ πιο πρόσφατα ο ολλανδοτραφής Αναστασίου ξεκίνησε ως βοηθός τού Χενκ τεν Κάτε). Συνεπώς, τα κουκιά είναι μετρημένα, λόγω και της γενικότερης δυσκολίας που αντιμετωπίζουν οι προπονητές στη χώρα μας (απουσία πίστωσης χρόνου, αλλοπρόσαλλες διοικήσεις, πρόχειροι σχεδιασμοί, υποτυπώδεις αγωνιστικοί χώροι και υποδομές, σύγχυση ρόλων και αρμοδιοτήτων). Μεταξύ των περιπτώσεων που έχουν ξεχωρίσει αυτές τις δύο δεκαετίες, δεσπόζουν τα ονόματα των ανωτέρω διόσκουρων (σχεδόν συνομήλικοι, είχαν συνυπάρξει ως ποδοσφαιριστές στον ΠΑΟ -με προπονητή μεταξύ άλλων τον Όσιμ-, ενώ έχουν υπάρξει αμφότεροι και προπονητές της ΑΕ Λάρισας, της ΑΕΚ, του Παναθηναϊκού και του ΑΠΟΕΛ), οι οποίοι είναι αναμφίβολα οι καλύτεροι τεχνικοί τής γενιάς τους.
 
----------
* Όπως ο αγαπητός "αφροπέσιμιστ" Τίτζιτ Αλ-Χουμάνι, που σίγουρα θα μάς έψεγε για την υποεκπροσώπηση ή και ολοσχερή απουσία των Ρώσων, Λευκορώσων, Κινέζων, Βιετναμέζων, Φιλιππινέζων, Νεπαλέζων, Ιρανών, Βορειοκορεατών, Κουβανών, Βενεζουελάνων, Νικαραγουανών, Βολιβιανών, κτλ. (τυχαία τα παραδείγματα χωρών). Πάντως ο υπ' αριθμόν ένα υποψήφιος, ο οποίος ως τώρα έχει εργαστεί εκτός της γηραιάς ηπείρου, θα ήταν ο Αργεντινός Marcello Gallardo.
 
 

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Η Αριστερά μπροστά στην Ανθρωπόκαινο

 

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Πολλές αποσταθεροποιητικές διαδικασίες χαρακτηρίζουν την εξέλιξη των καπιταλιστικών καθεστώτων, στο σύνολο των ανθρώπινων κοινωνιών. Η στροφή των μοντέλων διακυβέρνησης των κοινωνιών αυτών, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, προς παραλλαγές νεοφιλελεύθερων στρατηγικών, και επομένως προς εκδοχές διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, της φτώχειας και της ανασφάλειας, η διαπίστωση από τη δεκαετία του ‘70 ότι η συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης καταναλώνει στον πλανήτη περισσότερους πόρους από αυτούς που μπορούν να αναπαραχθούν, η ανάδειξη και από θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών, από τη δεκαετία του ‘80, των σωρευτικών επιπτώσεων της ανόδου της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου, και τέλος η πρόσφατη πανδημία που προέρχεται από την αύξηση των ζωονόσων, αποτελούν εξελίξεις που απειλούν μεγάλα τμήματα του ανθρώπινου πληθυσμού και δεν είναι υπερβολή να αναφερθεί ότι απειλούν την επιβίωση της ανθρωπότητας στο σύνολό της. Η εξάντληση της αναπαραγωγικής δυναμικής του καπιταλισμού συμπίπτει με την εκδήλωση των δραματικών επιπτώσεων της Ανθρωπόκαινου.

Με δύο λόγια, οι κυρίαρχες στρατηγικές των οικονομικών και πολιτικών ελίτ πλήττουν τις συνθήκες ζωής των λαϊκών τάξεων και συρρικνώνουν τα τμήματα του πληθυσμού που ζουν καλά, νιώθουν ασφαλή και αυξάνουν την περιουσία και τα εισοδήματά τους. Ενώ οι δυναμικές της κλιματικής αλλαγής και των υγειονομικών κρίσεων και απειλών προστίθενται για να οξύνουν την ανασφάλεια και να επιφέρουν οδυνηρά πλήγματα σε υπολογίσιμα τμήματα του πληθυσμού. Η διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων απαιτεί πλέον την επιδείνωση των συνθηκών ζωής της πλειοψηφίας, την ενίσχυση του κεφαλαίου με δημόσιο χρήμα ή με μεταφορά εισοδήματος από τα κατώτερα εισοδήματα. Ενώ οι πολιτικές που αφορούν τόσο την κλιματική αλλαγή, όσο και τις υγειονομικές κρίσεις και απειλές, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, καθώς χαρακτηρίζονται από τη μεταφορά πόρων προς ιδιωτικά συμφέροντα, την ανεπαρκή δημόσια παρέμβαση και την απουσία κάθε είδους σχεδιασμού αποδεκτού από την κοινωνία. Το ελληνικό παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ακραίο, στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου, αλλά δείχνει με καθαρό τρόπο την ευρύτερη τάση, ακόμα και σε ό,τι αφορά την αναπόφευκτη στασιμότητα του συνολικού προϊόντος της οικονομίας, εν μέσω αναπτυξιακών υποσχέσεων.


Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να «πρασινίσει»

Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά, πέρα από τις μεμονωμένες πολιτικές στον ένα ή τον άλλο τομέα, αφορά την ανάγκη απόσχισης από ένα καθεστώς σε δραματική παρακμή και τη μετάβαση σε ένα άλλο, ικανό να αντιμετωπίσει τις παραγωγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Η επιδίωξη της υιοθέτησης ενός σοσιαλδημοκρατικού υποδείγματος για το διάδοχο καθεστώς, αποτελεί μια επιλογή που φαίνεται να γοητεύει τις πολιτικές ηγεσίες της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη. Υπό αμφισβήτηση δεν πρέπει να είναι πολιτικές ή μέτρα που προέρχονται από το σοσιαλδημοκρατικό οπλοστάσιο και ενισχύουν τη θέση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων, αλλά η αδικαιολόγητη πεποίθηση ότι από την πλευρά του κεφαλαίου μπορεί να υπάρξει συναίνεση και συνεργασία για την αναζωογόνηση, και μάλιστα το «πρασίνισμα», ενός καπιταλιστικού καθεστώτος. Το σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο υλοποιούσε μια στρατηγική συσσώρευσης του ίδιου του κεφαλαίου, ένα σχέδιο που εγκαταλείφθηκε βίαια όταν εξάντλησε τη δυναμική του και αμφισβητήθηκε από τους εργατικούς αγώνες.

Δεν μπορεί να απαντήσει η Αριστερά στη δραματική πρόκληση της εποχής μας, είτε με τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική, είτε με κάποια «σοβιετική» παραλλαγή, καθώς η οργανωτική και πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης έχει κερματιστεί από τις μακροχρόνιες νεοφιλελεύθερες παρεμβάσεις. Η «ταξική συνείδηση» που αποτέλεσε για μια ιστορική περίοδο τη βάση της οργανωτικής, πολιτικής και πολιτιστικής συσπείρωσης του κόσμου της εργασίας, πρέπει να αναβαθμιστεί σε αξιοποίηση της «γενικής διάνοιας», που μπορεί να προσφέρει όχι απλώς τη συνείδηση της κοινωνικής θέσης, αλλά μπορεί να αποτελεί και την ικανότητα συσπείρωσης γύρω από ένα πολιτικό σχέδιο συγκρότησης ενός νέου καθεστώτος, με δημοκρατικούς θεσμούς, όπου θα εκπροσωπείται πραγματικά το σύνολο των λαϊκών τάξεων. Η «γενική διάνοια» πέρα από τη συσσωρευμένη γνώση και γνωσιακή ικανότητα του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, είναι το προϊόν της συνάντησης της συνείδησης της κοινωνικής θέσης με την κεκτημένη γνώση γενικών ζητημάτων που συνδέονται με την επιβίωση των κοινωνιών. Πρακτικά μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών τάξεων, με τις κοινωνικές ομάδες που ασχολούνται επαγγελματικά ή σε εθελοντικές δομές με την παραγωγή και διάδοση γνώσεων σχετικά με τις στρατηγικές και άμεσες επιλογές που αφορούν την οικονομία, τους κοινωνικούς θεσμούς και τις περιβαλλοντικές πολιτικές.


Απαραίτητη η ενεργός συμμετοχή

Ενώ οι περιβαλλοντικές απειλές είναι στην πραγματικότητα εκτός ελέγχου, όπως και η ενεργειακή μετάβαση, ενώ η παραγωγή, οι κοινωνικές υπηρεσίες και η απασχόληση πλήττονται από την ακραία νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, οι αποτελεσματικές διορθωτικές παρεμβάσεις σε αυτούς τους τομείς δεν μπορεί παρά να έχουν δημόσιο χαρακτήρα και να αποφασίζονται και να διοικούνται από θεσμούς διοίκησης κοινών, δηλαδή αναγκαίων για όλους φυσικών πόρων, υπηρεσιών ή αγαθών. Θέματα όπως η περιφερειακή αντιμετώπιση περιβαλλοντικών ζητημάτων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, ή άλλα περιβαλλοντικά προβλήματα, η αποκατάσταση σε περιφερειακό επίπεδο αναγκαίων παραγωγικών δραστηριοτήτων και δυνατοτήτων απασχόλησης, η εξασφάλιση των αναγκαίων κοινωνικών υπηρεσιών, απαιτούν εξειδικευμένες αποφάσεις που δεν μπορούν παρά να υιοθετηθούν με την ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών ως κοινές αποφάσεις, και να υλοποιούνται υπό τον έλεγχο των κατάλληλων πολιτικών οργάνων. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποτελεί μια «κινηματική» θεώρηση των πάντων, καθώς ο ρόλος ενός κόμματος της Αριστεράς, όπως και της διοίκησης των δημόσιων και κοινωνικών θεσμών στην περίπτωση μιας εκλογικής της νίκης, αποτελούν εργαλεία της επεξεργασίας και υλοποίησης σχεδίων που επιδιώκουν να εκφράσουν το σύνολο της κοινωνίας, και δεν προκύπτουν απλώς από κινηματικές παρεμβάσεις, και ακόμα λιγότερο από μαζικές διαδηλώσεις.

Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2015–2019 δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το σύνολο των αναγκών των κοινωνικών τάξεων και ομάδων, τις οποίες είχε υποσχεθεί να εκφράσει. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η αναγκαστική διαπραγμάτευση με την τρόικα, ήταν ένας μηχανισμός ταυτόχρονης άντλησης εθνικών πόρων από τους δανειστές και επιβολής νεοφιλελεύθερων πληγμάτων. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η προγραμματική προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπόρεσε να ξεφύγει από αναποτελεσματικές πλέον αντιλήψεις για κεϋνσιανή αναθέρμανση και φορντιστική ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού καθεστώτος. Σήμερα, πλέον, προέχει η συγκρότηση συλλογικών μορφών συσπείρωσης των λαϊκών τάξεων και του κόσμου της εργασίας, με την από κοινού επεξεργασία και υλοποίηση έστω και μερικής εμβέλειας σχεδίων, που σε τοπικό ή τομεακό επίπεδο διαμορφώνουν νέες καθεστωτικές πρακτικές.


Πηγή Εποχή

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

Deleuze-Negri: To επαναστατικό γίγνεσθαι και τα πολιτικά δημιουργήματα



Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος (άνοιξη 1990) του περιοδικού Futur Anterieur [τετελεσμένος μέλλων], το οποίο εξέδιδε ο Νέγκρι μετά τη φυγή του στο Παρίσι μαζί με μία ομάδα συνεργατών. Μία πρώτη μορφή της συνέντευξης, με αρκετές περικοπές και μετατροπές λόγω χώρου, είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Εποχή το 1995, αμέσως μετά το θάνατο του Ντελέζ. Την αναδημοσιεύουμε εδώ συμπληρωμένη ώστε να υπάρχει και διαδικτυακά στα ελληνικά.


Στην πνευματική σας ζωή το πρόβλημα της πολιτικής φαίνεται να ήταν πάντα παρόν. Από τη μια, η συμμετοχή σε κινήματα (φυλακές, ομοφυλόφιλοι, ιταλική αυτονομία, Παλαιστίνιοι), από την άλλη, η συνεχής προβληματοποίηση των θεσμών αλληλοδιαδέχονται και αλληλοδιαπλέκονται μέσα στο έργο σας, από το βιβλίο για τον Χιουμ μέχρι αυτό για τον Φουκώ. Από πού γεννιέται αυτή η συνεχής προσέγγιση στο ζήτημα της πολιτικής και πώς καταφέρνει να παραμείνει εκεί σε όλη την πορεία της δουλειάς σας; Γιατί η σχέση κίνημα/ θεσμοί είναι πάντα προβληματική;


Αυτό που με ενδιέφερε ήταν περισσότερο τα συλλογικά δημιουργήματα παρά οι αναπαραστάσεις. Μέσα στους « θεσμούς» υπάρχει μια ολόκληρη κίνηση που διακρίνεται ταυτόχρονα από τους νόμους και από τα συμβόλαια. Αυτό που έβρισκα στον Χιουμ ήταν μια πολύ δημιουργική σύλληψη του θεσμού και του δικαίου. Στην αρχή ενδιαφερόμουν περισσότερο για το δίκαιο παρά για την πολιτική. Αυτό που με ευχαριστούσε ακόμη στον Μάζοχ και στον Σαντ ήταν η τελείως στριμμένη αντίληψή τους για το συμβόλαιο κατά τον Μάζοχ, για το θεσμό κατά τον Σαντ. Σήμερα ακόμα, η εργασία του François Ewald για να αποκαταστήσει μια φιλοσοφία του δικαίου μου φαίνεται ουσιώδης. Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι ο νόμος ούτε οι νόμοι (ο πρώτος είναι έννοια κενή, οι δεύτεροι έννοιες απλώς βολικές), ούτε ακόμη το δίκαιο ή τα δικαιώματα, είναι η νομολογία. Πραγματική δημιουργός του δικαίου είναι η νομολογία: δεν θα έπρεπε να την αφήσουμε στους δικαστές. Υπάρχουν ήδη σκέψεις να καθιερωθεί το δίκαιο της σύγχρονης βιολογίας: τα πάντα όμως στη σύγχρονη βιολογία και οι νέες καταστάσεις που αυτή δημιουργεί, τα νέα συμβάντα που καθιστά δυνατά, είναι υπόθεση της νομολογίας. Αυτό που έχουμε ανάγκη δεν είναι μια επιτροπή ειδημόνων, ηθική και ψευδο-αρμόδια, αλλά ομάδες χρηστών. Εκεί είναι που περνάμε από το δίκαιο στην πολιτική. ΄Ενα είδος περάσματος στην πολιτική έκανα και εγώ για λογαριασμό μου, με το Μάη του 68, στο μέτρο που ερχόμουν σε επαφή με συγκεκριμένα προβλήματα, χάρη στον Γκουαταρί, χάρη στον Φουκώ, χάρη στον Ελί Σαμπάρ. Ο Αντι-Οιδίπους υπήρξε καθ’ ολοκληρίαν ένα βιβλίο πολιτικής φιλοσοφίας.


Αισθανθήκατε τα γεγονότα του 68 ως τον θρίαμβο του παράκαιρου, την πραγματοποίηση της αντι-πραγμάτωσης [contre-effectuation]. Ήδη στα χρόνια πριν το 68, στο έργο για τον Νίτσε, καθώς και λίγο αργότερα στον Ζάχερ Μαζόχ, το πολιτικό ανακτάται σ’ εσάς ως δυνατότητα, συμβάν, μοναδικότητα. Υπάρχουν σύντομες οδοί που ανοίγουν το παρόν στο μέλλον. Και που τροποποιούν, επομένως, τους ίδιους τους θεσμούς. Αλλά μετά το 68 η αξιολόγησή σας φαίνεται να εκλεπτύνεται: η νομαδική σκέψη εμφανίζεται πάντα, με την πάροδο του χρόνου, με τη μορφή στιγμιαίας αντι- πραγμάτωσης· στον χώρο, μόνο ένα «μειονοτικό γίγνεσθαι είναι καθολικό». Τι είναι όμως αυτή η καθολικότητα του άκαιρου;


Το θέμα είναι ότι, όλο και περισσότερο, ευαισθητοποιήθηκα ως προς τη δυνατότητα μιας διάκρισης ανάμεσα στο γίγνεσθαι και την ιστορία. Ο Νίτσε ήταν που έλεγε ότι τίποτε σημαντικό δεν γίνεται χωρίς μια «μη ιστορική νέφωση». Δεν πρόκειται για μια αντίθεση ανάμεσα στο αιώνιο και το ιστορικό, ούτε ανάμεσα στο στοχασμό και τη δράση: ο Νίτσε μιλά γι’ αυτό που γίνεται, για το ίδιο το συμβάν ή το γίγνεσθαι. Αυτό που η ιστορία κρατά από το συμβάν είναι η πραγμάτωσή του μέσα σε καταστάσεις πραγμάτων, αλλά το συμβάν μέσα στο γίγνεσθαί του εκφεύγει της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι ο πειραματισμός, είναι απλώς το σύνολο των σχεδόν αρνητικών προϋποθέσεων που επιτρέπουν να πειραματισθούμε με κάτι που εκφεύγει της ιστορίας. Χωρίς την ιστορία ο πειραματισμός θα παρέμενε ακαθόριστος, απόλυτος, αλλά ο πειραματισμός δεν είναι ιστορικός. Σε ένα σπουδαίο βιβλίο φιλοσοφίας, το Clio, ο Péguy εξηγούσε ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να εξετάσουμε το συμβάν: ο ένας συνίσταται στο να διατρέχεις όλο το μήκος του συμβάντος, να καταγράφεις την επίδρασή του στην ιστορία, τη δημιουργία των προϋποθέσεων και τη φθορά του μέσα στην ιστορία· αλλά ο άλλος είναι να ανασυναρμολογείς το συμβάν, να εγκαθίστασαι μέσα σε αυτό σαν μέσα σε ένα γίγνεσθαι, να ξανανιώνεις και να γερνάς ταυτόχρονα μέσα σε αυτό, να περνάς από όλες τις συνιστώσες ή ενικότητές του. Το γίγνεσθαι δεν είναι ιστορία· η ιστορία δηλώνει μόνο το σύνολο των, έστω και πρόσφατων, προϋποθέσεων, από τις οποίες απομακρυνόμαστε για να προκύψει το γίγνεσθαι, δηλαδή για να δημιουργήσουμε κάτι νέο. Αυτό ακριβώς αποκαλεί ο Νίτσε Παράκαιρο. Ο Μάης του 68 υπήρξε η εκδήλωση, η εισβολή ενός γίγνεσθαι σε καθαρή μορφή. Σήμερα η μόδα είναι να καταγγέλλουμε τη φρίκη της επανάστασης. Αυτό δεν είναι ούτε καν καινούριο, όλος ο αγγλικός ρομαντισμός είναι γεμάτος από έναν προβληματισμό πάνω στον Κρόμγουελ τελείως ανάλογο με το σημερινό προβληματισμό πάνω στον Στάλιν. Λέγεται ότι οι επαναστάσεις έχουν κακό μέλλον. Δεν παύουμε όμως να συγχέουμε δύο πράγματα, το μέλλον των επαναστάσεων στην ιστορία και την επαναστατικοποίηση [le devenir-revolutionnaire] των ανθρώπων. Δεν πρόκειται καν για τους ίδιους ανθρώπους στις δύο περιπτώσεις. Η μόνη ελπίδα των ανθρώπων έγκειται στο επαναστατικό γίγνεσθαι, που μόνο αυτό μπορεί να ξορκίσει το αίσχος ή να δώσει μια απάντηση στο ανυπόφορο.


Το Mille Plateaux, το οποίο θεωρώ ως ένα από τα μεγάλα φιλοσοφικά έργα αυτού του αιώνα, μου φαίνεται ταυτόχρονα ένας κατάλογος από ανεπίλυτα προβλήματα ιδιαίτερα στον τομέα της πολιτικής φιλοσοφίας. Τα συγκρουσιακά ζεύγη διαδικασία-έργο, ενικότητα-υποκείμενο, σύνθεση-οργάνωση, γραμμές φυγής-μηχανισμοί [dispositifs] και στρατηγικές, μικρο-μακροεπίπεδο κ.λπ., όχι μόνο μένουν πάντοτε ανοιχτά, αλλά και ξανανοίγουν ακατάπαυστα, με μία πρωτοφανή θεωρητική θέληση και με μια βία που θυμίζει τον τόνο των αιρέσεων. Δεν έχω τίποτε εναντίον μιας τέτοιας ανατροπής, κάθε άλλο … Κάποτε όμως μου φαίνεται ότι ακούω μια τραγική νότα, εκεί όπου δεν ξέρουμε πού οδηγεί η «πολεμική μηχανή».


Με συγκινεί αυτό που μου λέτε. Πιστεύω ότι ο Φελίξ Γκουαταρί και εγώ παραμείναμε και οι δυο μαρξιστές –ίσως με δύο διαφορετικούς τρόπους, αλλά και οι δύο. Πιστεύουμε ότι μια πολιτική φιλοσοφία δεν είναι νοητή αν δεν επικεντρώνεται στην ανάλυση του καπιταλισμού και των εξελίξεών του. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο στον Μαρξ είναι η ανάλυση του καπιταλισμού ως εμμενούς συστήματος που δεν παύει να εξωθεί τα ίδια του τα όρια και που τα ξαναβρίσκει πάντα σε μια μεγεθυμένη κλίμακα, διότι το όριο είναι το ίδιο το Κεφάλαιο. Το Mille Plateaux υποδεικνύει πολλές κατευθύνσεις, από τις οποίες οι τρεις κυριότερες είναι οι εξής: κατ’ αρχάς μια κοινωνία μάς φαίνεται ότι ορίζεται όχι τόσο από τις αντιφάσεις της αλλά από τις γραμμές φυγής της: διαφεύγει από παντού, και είναι πολύ ενδιαφέρον να δοκιμάσει κανείς να ακολουθήσει κάποια δεδομένη στιγμή τις γραμμές φυγής που διαγράφονται. Έστω το παράδειγμα της Ευρώπης σήμερα: οι πολιτικοί άνδρες της Δύσης ταλαιπωρήθηκαν πολύ για να τη φτιάξουν, οι τεχνοκράτες κοπίασαν πολύ για να εναρμονίσουν νομοθεσίες και κανονισμούς, αλλά αφενός ίσως μας επιφυλάσσουν εκπλήξεις στο μέλλον οι πιθανές εκρήξεις από τη μεριά των νέων και των γυναικών, από μόνο το γεγονός της διεύρυνσης των ορίων (αυτό δεν είναι «τεχνοκρατικοποιήσιμο»)· και, αφετέρου, είναι αρκετά διασκεδαστικό να παρατηρήσει κανείς ότι αυτή η Ευρώπη είναι ήδη τελείως ξεπερασμένη πριν καν ξεκινήσει –την ξεπερνούν οι κινήσεις που έρχονται από την Ανατολή. Όλα αυτά είναι σοβαρές γραμμές φυγής. Υπάρχει μια άλλη κατεύθυνση στο Mille Plateaux, η οποία συνίσταται στο να προτιμούμε όχι πλέον τις γραμμές φυγής έναντι των αντιφάσεων, αλλά τις μειονότητες έναντι των τάξεων. Τέλος, μία τρίτη κατεύθυνση συνίσταται στο να ερευνήσουμε ένα καθεστώς των «πολεμικών μηχανών» το οποίο να μην ορίζεται διόλου από τον πόλεμο, αλλά από έναν ορισμένο τρόπο να καταλαμβάνουν, να πληρούν τον χωρο-χρόνο, ή να επινοούν νέους χωρο-χρόνους: τα επαναστατικά κινήματα (δεν έχουμε προσέξει αρκετά, για παράδειγμα, πώς η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης χρειάστηκε να επινοήσει ένα χωρο-χρόνο μέσα στον αραβικό κόσμο), αλλά και τα καλλιτεχνικά κινήματα είναι τέτοιου είδους πολεμικές μηχανές.


Λέτε ότι απ’ όλα αυτά δεν λείπει ένας τραγικός ή μελαγχολικός τόνος. Νομίζω ότι βλέπω γιατί. Μου έκαναν μεγάλη αίσθηση όλες αυτές οι σελίδες του Πρίμο Λέβι, όπου εξηγεί ότι τα ναζιστικά στρατόπεδα γέννησαν μέσα μας «τη ντροπή να είσαι άνθρωπος». ΄Οχι, λέει ο Λέβι, ότι είμαστε όλοι υπεύθυνοι για το ναζισμό, όπως θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε, αλλά ο ναζισμός μάς έχει κηλιδώσει: ακόμη και αυτοί που επέζησαν από τα στρατόπεδα χρειάστηκε να κάνουν συμβιβασμούς, έστω και μόνο για να επιζήσουν. Ντροπή που υπήρξαν άνθρωποι ώστε να υπάρξουν ναζιστές, ντροπή που δεν μπορέσαμε να το εμποδίσουμε, ντροπή που συμβιβαστήκαμε, όλα αυτά αποκαλεί ο Πρίμο Λέβι «γκρίζα ζώνη». Και τη ντροπή του να είσαι άνθρωπος συμβαίνει να τη νιώθουμε σε περιστάσεις απλώς γελοίες: μπροστά σε μια φοβερή χυδαιότητα της σκέψης, μπροστά σε μια τηλεοπτική εκπομπή, μπροστά σε μια ομιλία υπουργού, μπροστά στα λόγια των καλοπερασάκηδων. Είναι ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα της φιλοσοφίας, αυτό που αναγκαστικά την κάνει πολιτική φιλοσοφία.


Στον καπιταλισμό υπάρχει ένα μόνο πράγμα που να είναι οικουμενικό, και αυτό είναι η αγορά. Δεν υπάρχει οικουμενικό κράτος, ακριβώς επειδή υπάρχει μια οικουμενική αγορά ως προς την οποία τα κράτη χρησιμεύουν ως εστίες, ως χρηματιστήρια. Ο καπιταλισμός λοιπόν δεν είναι πλέον γενικευτικός, ομογενοποιητικός, είναι μια φανταστική κατασκευή πλούτου και αθλιότητας. Δεν υπάρχει δημοκρατικό κράτος που να μην εμπλέκεται μέχρι το μεδούλι σε αυτή την κατασκευή της ανθρώπινης αθλιότητας. Η ντροπή είναι ότι δεν έχουμε κανένα σίγουρο μέσο για να διατηρήσουμε και, κατά μείζονα λόγο, να επεκτείνουμε τα γίγνεσθαι, ακόμη και μέσα μας. Το πώς μια ομάδα θα στραφεί, πώς θα ξαναπέσει μέσα στην ιστορία, αυτό επιβάλλει μια αιώνια «έγνια». Δεν διαθέτουμε πλέον μια εικόνα του προλετάριου, τον οποίο να αρκεί απλώς να συνειδητοποιήσουμε.


Πώς μπορεί το μειονοτικό γίγνεσθαι να γίνει ισχυρό; Πώς μπορεί η αντίσταση να γίνει εξέγερση; Διαβάζοντάς σας, έχω πάντα αμφιβολίες για τις απαντήσεις που πρέπει να δώσω σε τέτοια ερωτήματα, ακόμα κι αν στα έργα σας βρίσκω πάντα την ώθηση που με υποχρεώνει να αναδιατυπώσω θεωρητικά και πρακτικά τέτοια ερωτήματα. Κι όμως, όταν διαβάζω τις σελίδες σας για τη φαντασία ή τις κοινές έννοιες στον Σπινόζα, ή όταν παρακολουθώ στο Χρόνος-εικόνα την περιγραφή σας για τη σύνθεση του επαναστατικού κινηματογράφου στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, και που συλλαμβάνω μαζί σας το πέρασμα από την εικόνα στη μυθοπλασία, στην πολιτική πράξη, σχεδόν έχω την εντύπωση ότι βρήκα την απάντηση… Ή μήπως κάνω λάθος; Υπάρχει λοιπόν τρόπος ώστε η αντίσταση των καταπιεσμένων να γίνει τελικά αποτελεσματική και να εξαλειφθεί οριστικά το ανυπόφορο; Υπάρχει τρόπος ώστε η μάζα των ενικοτήτων και των ατόμων [atomes] που είμαστε να εμφανιστεί ως συντακτική εξουσία, ή μήπως, αντίθετα, πρέπει να δεχτούμε το νομικό παράδοξο κατά το οποίο η συντακτική εξουσία δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο από την συνεστημένη εξουσία;


Οι μειονότητες και οι πλειονότητες δεν διακρίνονται από τον αριθμό. Μια μειονότητα μπορεί να είναι πολυαριθμότερη από μια πλειονότητα. Αυτό που ορίζει την πλειονότητα είναι ένα πρότυπο, προς το οποίο πρέπει να συμμορφώνεται: για παράδειγμα ο μέσος ενήλικας Ευρωπαίος άνδρας που κατοικεί στις πόλεις … Ενώ μια μειονότητα δεν έχει πρότυπο, είναι ένα γίγνεσθαι, μια διαδικασία. Μπορούμε να πούμε ότι η πλειονότητα είναι ο Κανένας. Όλος ο κόσμος, από μια συγκεκριμένη άποψη, εμπλέκεται σε ένα μειοψηφικό γίγνεσθαι το οποίο θα τον οδηγούσε σε άγνωστους δρόμους αν το ακολουθούσε. Όταν μια μειονότητα δημιουργεί πρότυπα, είναι επειδή θέλει να γίνει πλειοψηφική, και αυτό αναμφίβολα είναι αναγκαίο για την επιβίωση ή τη σωτηρία της (για παράδειγμα το να έχει ένα κράτος, να αναγνωριστεί, να επιβάλλει τα δικαιώματά της). Αλλά η δύναμή της προέρχεται από αυτό που μπόρεσε να δημιουργήσει και που θα περάσει λίγο-πολύ στο πρότυπο, χωρίς να εξαρτάται απ’ αυτό. Ο λαός είναι πάντοτε μια δημιουργική μειονότητα, και τέτοια παραμένει ακόμη και όταν κατακτά την πλειονότητα: τα δυο πράγματα μπορούν να συνυπάρχουν γιατί δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες (και καθόλου λαϊκιστές καλλιτέχνες) αναφέρονται σε ένα λαό και διαπιστώνουν ότι «ο λαός απουσιάζει»: ο Μαλαρμέ, ο Ρεμπώ, ο Κλέε, ο Μπεργκ. Στο σινεμά, οι Στράουμπ. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε ένα λαό, τον έχει ανάγκη στη βαθύτερη ουσία του εγχειρήματός του και δεν οφείλει, ούτε μπορεί να τον δημιουργήσει. Η τέχνη είναι αυτό που αντιστέκεται στο θάνατο, στη σκλαβιά, στην ατιμία, στο όνειδος. Αλλά ο λαός δεν μπορεί να ασχοληθεί με την τέχνη. Όταν ένας λαός δημιουργείται, το κάνει με τα δικά του μέσα, κατά τρόπο όμως που να ξαναβρίσκει κάτι από την τέχνη –ή κατά τρόπο που η τέχνη να ξαναβρίσκει κάτι που της έλειπε. Η ουτοπία δεν είναι καλή έννοια: υπάρχει μάλλον μια «μυθοπλασία» κοινή στο λαό και στην τέχνη. Θα έπρεπε να ξαναπιάσουμε τη μπεργκσονική έννοια της μυθοπλασίας [fabulation] και να της δώσουμε πολιτική σημασία.


Στο βιβλίο σας για τον Φουκώ και στη συνέχεια και στην τηλεοπτική συνέντευξη στο INA, προτείνετε να εμβαθύνoυμε τη μελέτη τριών πρακτικών εξουσίας: της Κυρίαρχης, της Πειθαρχικής και ειδικά εκείνης του Ελέγχου επί της «επικοινωνίας» που σήμερα γίνεται ηγεμονική. Αφενός, αυτό το τελευταίο σενάριο αναφέρεται στην ύψιστη τελειότητα της κυριαρχίας που αγγίζει επίσης την ομιλία και τη φαντασία, αλλά από την άλλη, ποτέ τόσο πολύ όσο σήμερα, όλοι οι άνθρωποι, όλες οι μειονότητες, όλες οι ενικότητες είναι δυνητικά ικανές να πάρουν το λόγο και, μαζί με αυτόν, τον υψηλότερο βαθμό ελευθερίας. Στη μαρξική ουτοπία των Grundrisse, ο κομμουνισμός σκιαγραφείται ακριβώς ως μια εγκάρσια οργάνωση ελεύθερων ατόμων, σε μια τεχνική βάση που εγγυάται τις προϋποθέσεις της. Είναι ακόμα νοητός ο κομμουνισμός; Στην επικοινωνιακή κοινωνία, μήπως είναι λιγότερο ουτοπικός απ’ ό,τι χθες; 


Είναι βέβαιο ότι μπαίνουμε σε κοινωνίες «ελέγχου» οι οποίες πλέον δεν είναι ακριβώς πειθαρχικές. Ο Φουκώ συχνά θεωρείται ως ο στοχαστής των κοινωνιών πειθαρχίας και εγκλεισμού, και της κύριας τεχνικής τους, του εγκλεισμού (όχι μόνο το νοσοκομείο και η φυλακή, αλλά το σχολείο, το εργοστάσιο, οι στρατώνες). Ήταν όμως στην πραγματικότητα ένας από τους πρώτους που είπαν ότι οι πειθαρχικές κοινωνίες είναι αυτό που ακριβώς τώρα εγκαταλείπουμε, αυτό που ήδη δεν είμαστε πια. Μπαίνουμε σε κοινωνίες ελέγχου που δεν λειτουργούν με τον εγκλεισμό, αλλά με συνεχή έλεγχο και με στιγμιαία επικοινωνία. Την ανάλυσή τους την ξεκίνησε ο Μπάρροους. Βεβαίως δεν παύουμε να μιλάμε για φυλακή, για σχολείο, για νοσοκομείο: οι θεσμοί αυτοί βρίσκονται σε κρίση. Αν όμως βρίσκονται σε κρίση, αυτό συμβαίνει ακριβώς σε μάχες οπισθοφυλακών. Ψηλαφητά, αρχίζουν να καθιερώνονται νέοι τύποι κυρώσεων, εκπαίδευσης, φροντίδας. Τα ανοικτά νοσοκομεία, οι ομάδες κατ’ οίκον μέριμνας κ.ο.κ. έχουν εμφανιστεί εδώ και καιρό. Μπορούμε να προβλέψουμε ότι η εκπαίδευση θα χάνει ολοένα το χαρακτήρα του κλειστού χώρου που διακρίνεται από το επαγγελματικό περιβάλλον ως έναν άλλο κλειστό χώρο, και ότι και οι δύο θα εκλείψουν προς όφελος μιας τρομερής συνεχούς κατάρτισης, ενός διαρκούς ελέγχου που θα ασκείται επί του εργάτη-μαθητή λυκείου ή επί του στελέχους-πανεπιστημιακού. Προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε σε μια μεταρρύθμιση του σχολείου, τη στιγμή που πρόκειται για διάλυσή του. Εσείς ο ίδιος εδώ και καιρό αναλύσατε μια μεταλλαγή της εργασίας στην Ιταλία, με μορφές εργασίας προσωρινές, κατ’ οίκον, που έκτοτε ενισχύθηκαν (και νέες μορφές κυκλοφορίας και διανομής των προϊόντων). Σε κάθε τύπο κοινωνίας μπορούμε προφανώς να αντιστοιχίσουμε έναν τύπο μηχανής: απλές ή δυναμικές μηχανές για τις κοινωνίες κυριαρχίας, μηχανές ενεργείας για τις πειθαρχίες, κυβερνητική και υπολογιστές για τις κοινωνίες ελέγχου. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τίποτε: πρέπει να αναλύσουμε τα συλλογικά συναρμολογήματα [agencements], μέρος μόνο των οποίων αποτελούν οι μηχανές. Μπροστά στις προσεχείς μορφές ασταμάτητου ελέγχου σε ανοιχτό χώρο, οι σκληρότεροι εγκλεισμοί μπορεί να μας φαίνεται ότι ανήκουν σε ένα ξένοιαστο και ευτυχισμένο παρελθόν. Η αναζήτηση των «καθολικών [universels] της επικοινωνίας» πρέπει να μας κάνει να τρέμουμε. Είναι αλήθεια ότι, πριν καν οργανωθούν πραγματικά οι κοινωνίες ελέγχου, εμφανίζονται και μορφές παραβατικότητας ή αντίστασης (που δεν είναι το ίδιο). Για παράδειγμα οι πειρατείες ή οι ιοί των υπολογιστών, που θα αντικαταστήσουν τις απεργίες και τα εργοστασιακά σαμποτάζ του 19ου αιώνα (το τσόκαρo μέσα στη μηχανή[1]). Ρωτάτε μήπως οι κοινωνίες ελέγχου ή επικοινωνίας γεννήσουν μορφές αντίστασης ικανές να ξαναδώσουν ελπίδες σε έναν κομμουνισμό νοούμενο ως «εγκάρσια οργάνωση ελεύθερων ατόμων». Δεν ξέρω, ίσως. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί στο βαθμό που οι μειονότητες θα μπορούσαν να ξαναπάρουν το λόγο. Ίσως ο λόγος, η επικοινωνία έχουν διαφθαρεί. Μέσα τους έχει πλήρως διεισδύσει το χρήμα – όχι συμπτωματικά, αλλά εκ φύσεως. Απαιτείται μια υπεξαίρεση του λόγου. Η επικοινωνία ποτέ δεν ήταν δημιουργία. Το σημαντικό θα είναι ίσως να δημιουργήσουμε κενά μη-επικοινωνίας, διακόπτες, για να ξεφεύγουμε από τον έλεγχο.


Στο Φουκώ και στην Πτύχωση, φαίνεται ότι παρατηρείτε τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης με περισσότερη προσοχή από ό,τι σε κάποια έργα σας. Το υποκείμενο είναι το όριο μιας συνεχούς κίνησης ανάμεσα σε ένα μέσα και σε ένα έξω. Τι πολιτικές συνέπειες έχει αυτή η αντίληψη του υποκειμένου; Αν το υποκείμενο δεν μπορεί να αναχθεί στην εξωτερική όψη της ιδιότητας του πολίτη, μπορεί άραγε να εμφυσήσει σε αυτή την τελευταία δύναμη και ζωή; Μπορεί να κάνει δυνατή μια νέα αγωνιστική πραγματιστική, ταυτόχρονα pietas για τον κόσμο όσο και ριζοσπαστική οικοδόμηση; Ποια πολιτική χρειάζεται για να παρατείνουμε μέσα στην ιστορία το μεγαλείο του συμβάντος και της υποκειμενικότητας; Πώς να σκεφτούμε μια κοινότητα χωρίς θεμέλια αλλά ισχυρή, χωρίς ολότητα, αλλά, όπως στο Σπινόζα, απόλυτη;


Μπορούμε πράγματι να μιλήσουμε για διαδικασία υποκειμενοποίησης όταν θεωρήσουμε τους διάφορους τρόπους με τους οποίους τα άτομα ή οι συλλογικότητες συγκροτούνται ως υποκείμενα: τέτοιες διαδικασίες δεν έχουν αξία παρά στο μέτρο που, όταν φτιάχνονται, εκφεύγουν ταυτόχρονα από τους συνεστημένους τομείς γνώσης [savoirs] και από τις κυρίαρχες εξουσίες. Έστω και αν στη συνέχεια γεννούν νέες εξουσίες και ξαναπερνούν σε νέους τομείς γνώσης. Τη συγκεκριμένη στιγμή, όμως, έχουν όντως μια επαναστατική αυθορμησία. Αυτό δεν ενέχει καμία επιστροφή στο «υποκείμενο», δηλαδή σε μία βαθμίδα προικισμένη με καθήκοντα, με εξουσία και με γνώση. Αντί για διαδικασία υποκειμενοποίησης, θα ήταν εξίσου δυνατό να μιλήσουμε για νέους τύπους συμβάντος: τα συμβάντα που δεν εξηγούνται από τις καταστάσεις πραγμάτων οι οποίες τα γεννούν, ή μέσα στις οποίες ξαναπέφτουν. Υψώνονται σε μια στιγμή, και η στιγμή αυτή είναι το σημαντικό, είναι η ευκαιρία που πρέπει να αδράξεις.


Ή, πάλι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε απλώς για τον εγκέφαλο: ο εγκέφαλος είναι ακριβώς εκείνο που αποτελεί αυτό το όριο μιας αναστρέψιμης συνεχούς κίνησης μεταξύ ενός Μέσα και ενός Έξω, αυτή η μεμβράνη μεταξύ των δύο. Νέα μονοπάτια του εγκεφάλου, οι νέοι τρόποι σκέψης δεν εξηγούνται με τη μικροχειρουργική, αντίθετα η επιστήμη πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι μπορεί κάλλιστα να υπήρχε στον εγκέφαλο για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε έτσι ή με τον άλλο τρόπο. Υποκειμενοποίηση, συμβάν ή εγκέφαλος, μου φαίνεται ότι είναι λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα. Η πίστη στον κόσμο, αυτό είναι που μας λείπει περισσότερο· έχουμε τελείως χάσει τον κόσμο, μας τον έχουν στερήσει. Το να πιστεύουμε στον κόσμο σημαίνει επίσης να παράγουμε συμβάντα, έστω μικρά, που εκφεύγουν του ελέγχου, ή να γεννούμε νέους χωρο-χρόνους, έστω περιορισμένης επιφάνειας ή όγκου. Αυτό σημαίνει αυτό που εσείς αποκαλείτε με το σπινοζικό όρο pietas. Η ικανότητα αντίστασης ή, αντίθετα, η υποταγή σε έναν έλεγχο κρίνεται στο επίπεδο της κάθε προσπάθειας. Τόσο η δημιουργία, όσο και ο λαός είναι εξίσου απαραίτητοι.


--------------------------

[1] Η γαλλική λέξη sabotage παράγεται από το sabot, που είναι ένας τύπος ξύλινων παπουτσιών τα οποία φορούσαν οι εργάτες. Σύμφωνα με μία ετυμολόγηση, η χρήση της με τη σημερινή έννοια της παρακώλυσης/ διακοπής της παραγωγής οφείλεται στο γεγονός ότι εργάτ(ρι)ες στη Λιέγη του Βελγίου πετούσαν τα sabot μέσα στις μηχανές για να τις μπλοκάρουν (Σ.τ.μ.).

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης


Πηγή Nomadic universality

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022

Emmanuel Levinas: Πώς να σκεπτόμαστε τον Εαυτό και τον Άλλον;


του Δημήτρη Τζωρτζόπουλου



1. Θα συζητήσουμε για ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα του Levinas αλλά και της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης. Φέρει τον τίτλο: Ολότητα και Άπειρο - Δοκίμιο για την εξωτερικότητα και είναι εκείνο το έργο, που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, ευθύς ως δημοσιεύτηκε το 1961. Η θεμελιώδης νοητική γραμμή του εν λόγω έργου εκδιπλώνεται ως μια εκ νέου ανάληψη σκέψεων φαινομενολογικής υφής και ταυτόχρονα υπέρβασή τους με κατεύθυνση τη θεμελίωση μια ηθικά προσανατολισμένης ή συγκροτημένης μεταφυσικής του απείρου. Ο ίδιος ο Levinas, σε έναν πρόλογο που συνοδεύει τη γερμανική μετάφραση του έργου του, τονίζει ότι το βιβλίο προέκυψε από μια μακρά ενασχόληση με τα φαινομενολογικά κείμενα του Edmund Husserl και με το Είναι και Χρόνος (1927) του Martin Heidegger. Από αυτή την άποψη, τοποθετεί το πρώτο κύριο έργο του στην παράδοση της φαινομενολογίας, αλλά ως ένα έργο, που υποβάλλει αυτήν την παράδοση και μαζί της την ιστορία της φιλοσοφίας από τον Παρμενίδη και μετά σε ριζοσπαστική κριτική.

2. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια κριτική της ολότητας, δηλαδή της απαίτησης για απόλυτη γνώση στη δυτική φιλοσοφία, και του ολοκληρωτικού οράματος που χαρακτηρίζει όλα τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα. Για τον Levinas, η ουσιαστική εμπειρία δεν βρίσκεται στη σύνθεση, αλλά στη διυποκειμενική σχέση, στο πρόσωπο με πρόσωπο με τον άλλο άνθρωπο, στην κοινωνικότητα, στην ηθική σχέση. Γράφει σχετικά στο προοίμιο του βιβλίου του:

«Αυτό το βιβλίο παρουσιάζεται ως μια υπεράσπιση της υποκειμενικότητας, αλλά δεν θα τη συλλάβει στο επίπεδο της καθαρά εγωιστικής της διαμαρτυρίας ενάντια στην ολότητα, ούτε στην αγωνία της μπροστά στο θάνατο, αλλά ως θεμελιωμένη στην ιδέα του απείρου».[1]

Η ιδέα του απείρου λαμβάνεται ως η ύψιστη φιλοσοφική ιδέα που διαχωρίζεται ρητά από την ιδέα της ολότητας. Η αποφασιστική ώθηση, για τον Levinas, προς έναν τέτοιο διαχωρισμό είναι η εμπειρία ενός αιώνα που συγκλονίστηκε από τις καταστροφές του ολοκληρωτισμού.

3. Στην πορεία και τη μορφή του τελευταίου, αναγνωρίζει την έκφραση εκείνης της αρχής της δυτικής στοχαστικής παράδοσης, σύμφωνα με την οποία η οπτική γωνία της διαφορετικότητας των όντων επιλέγεται πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε η ολότητα να μην ορίζεται ως πλουραλισμός, αλλά ως ενότητα και με αυτή την έννοια ως ολοκληρωτισμός. Σε αυτόν-εδώ, το άτομο ορίζει τον Εαυτό του ως τέτοιο μόνο μέσω της συναλληλίας του με τη γενικότητα, δηλαδή της εξάρτησής του από το γεγονός ότι συνανήκει σε μια γενικότητα, μέσα στην οποία χάνεται η έκφραση της ύπαρξής του. Είναι κοινός τόπος, σε επίπεδο θεωρητικής φιλοσοφίας, πως δεν υπάρχει ανθρώπινη οντολογία που να μην είναι, από τη φύση της, κοινωνική και τούτο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν υπάρχει Εαυτός χωρίς τον άλλο. Γι’ αυτό και κάθε λόγος περί του Εαυτού έχει νόημα, όταν ο τελευταίος συζητείται ως συνυφασμένος με τον πραγματικό κόσμο. Δεν υπάρχει Εαυτός, ανθρώπινο υποκείμενο, που να ενεργεί μονομερώς στον κόσμο, σαν να πρόκειται για μια εντελώς αυτόνομη οντότητα έξω από τον κόσμο.

4. Απεναντίας, ο Εαυτός είναι υποκείμενο σε σχέση με ένα αντικείμενο, σε σχέση με τον άλλο, μέσα από τους δεσμούς του με τούτον τον άλλο. Ως Dasein/ως ύπαρξη, συνακόλουθα, ο Εαυτός διαμορφώνεται και είναι παρών στη ζωή μέσα από το άνοιγμά του στον κόσμο· ένα άνοιγμα που δεν είναι πάντα ανώδυνο, καθώς είναι επιρρεπές σε δοκιμασία. Η δοκιμασία, όπως την εννοεί ο Levinas, είναι μια καθοριστική και πολύμορφη δοκιμασία, που έχει συγκαλυφτεί από το σύνολο της δυτικής φιλοσοφίας καθώς και από τον αυθαίρετο εγωισμό του Εγώ. Όταν επομένως κάνει λόγο για ηθική ο Levinas, ουσιαστικά μας παραπέμπει σε μια τέτοια δοκιμασία, κατά την οποία η υποκειμενικότητα συλλαμβάνεται μέσα από την παρουσία του άλλου και ως εκ τούτου εμπλέκεται σε μια ηθική σχέση με το Άλλο, με τον άλλο άνθρωπο, ήδη από την αρχή, προτού ακόμα αναπτύξει την ικανότητα να διακρίνει το ορθό από το ψευδές, το αρνητικό από το θετικό.   

5. Με βάση τον ως άνω τρόπο κατανόησης της υποκειμενικότητας, η τελευταία παραπέμπει στην εγγύτητα του άλλου. Πώς κατανοείται τούτη η εγγύτητα; Σε κάθε περίπτωση όχι με το κοινό νόημα της γνώριμης σχέσης ενός υποκειμένου με έναν άλλο άνθρωπο, δηλαδή με κάποιον άλλο γνωστό μου· όχι με το νόημα της γνωσιακής σχέσης, για την οποία κάνει λόγο η παραδοσιακή φιλοσοφία, μεταξύ ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου γνώσης, ακόμη κι ανθρώπινου αντικειμένου γνώσης παρά  με το νόημα ότι το υποκείμενο συνδέεται με τον άλλο υπό έναν δεσμό ευθύνης: ο άλλος έρχεται κοντά μου ως τέτοιος, στο μέτρο που Εγώ ως ον νιώθω υπεύθυνος γι’ αυτόν· με άλλα λόγια, η παρουσία μου ως όντος έχει τον χαρακτήρα της  ευθύνης που έχω για την υπευθυνότητα του άλλου, ανεξάρτητα από το πώς και από το εάν υποδέχεται ή αποδέχεται ο άλλος αυτή την ευθύνη. Μια τέτοια δοκιμασία δείχνει τον καθοριστικό ρόλο, που παίζει η φαινομενολογία του Levinas στη διαμόρφωση της σύγχρονης ηθικής σκέψης: εκκινεί από την ηθική για να πάει στην οντολογία και όχι αντίθετα, καθώς είναι η ίδια η ηθική που μας διανοίγει σε μια οντολογική κινητοποίηση, προκειμένου να βρίσκει η ανθρώπινη ύπαρξη τον κατάλληλο χώρο μέσα στον κόσμο και να μην αφήνεται να ζει στην αλλοτρίωση της ταυτότητάς της.

6. Το ζητούμενο ιστορικά, για τον Γάλλο φιλόσοφο, τοποθετείται σε μια εσχατολογική συσχέτιση με το Είναι, σε μια εσχατολογία της μεσσιανικής ειρήνης:

«Ιστορικά, η ηθική θα αντιταχθεί στην πολιτική και θα έχει ξεπεράσει τις λειτουργίες της φρόνησης ή τους κανόνες του ωραίου, για να διεκδικήσει για τον εαυτό της να είναι ανυπόθετη, δηλ. να μην υπόκειται σε όρους, και οικουμενική, όταν η εσχατολογία της μεσσιανικής ειρήνης θα έχει επιβληθεί στην οντολογία του πολέμου».[2]  

Όλοι μιλούν για την ειρήνη και μάλιστα στο όνομα μιας ψευδούς ολότητας, υπό την κυριαρχία της οποίας ως κράτους, ας πούμε, τα άτομα υποχρεώνονται να διεκδικούν την κατάφασή τους πάντα με αγωνία που εγγίζει τα όρια μιας πολεμικής σχέσης του Εγώ με το Άλλο, με τον άλλο άνθρωπο. Συμβαίνει πράγματι να μη μπορεί τίποτα, ακόμη ούτε κι ο θάνατος, να ανακόψει το Εγώ να βεβαιώνει την ύπαρξή του και όχι σπάνια υπό τη μορφή ενοχής έναντι του άλλου, με το νόημα ότι ο πόλεμος για την επιβίωσή του ως Εγώ  εκθέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του άλλου. Το γεγονός και μόνο ότι το Εγώ αγωνιά θεμελιωδώς για την κατάφαση της ατομικής του ύπαρξης ομιλεί τη γλώσσα της διακινδύνευσης μιας άλλης ύπαρξης:

«πρέπει να απαντήσει κανείς για το δικαίωμά του να υπάρχει, όχι με την προσφυγή στην αφαίρεση κάποιου ανώνυμου νόμου, κάποιας νομικής οντότητας, αλλά στο φόβο για το άλλο άτομο. H “ύπαρξή μου στον κόσμο”, η “θέση μου υπό τον ήλιο”, η εστία μου – δεν είναι σφετερισμός των θέσεων που ανήκουν στον άλλο άνθρωπο που έχει ήδη καταπιεστεί ή έχει καταδικαστεί σε λιμοκτονία από μένα; Ας παραθέσουμε ξανά τον Pascal: “Aυτή είναι η θέση μου υπό τον ήλιο. Ιδού η απαρχή και η εικόνα του σφετερισμού πάνω σε όλη τη γη”. Φόβο για όλη τη βία και τη δολοφονία που μπορεί να προκαλέσει η ύπαρξή μου, παρά την εκ προθέσεως και συνειδητή της αθωότητα […]. Ένας φόβος που έρχεται σε μένα από το πρόσωπο του άλλου ανθρώπου».[3]

7. Με τον τίτλο ήδη: Ολότητα και Άπειρο ο Levinas επιχειρεί να μας προσανατολίσει προς μια τέτοια κατεύθυνση. Τι μπορεί να υποδηλώνουν οι δυο έννοιες που συνθέτουν τον τίτλο; Ας μιλήσουμε πρώτα για την Ολότητα (Totalité, Totalität, Totality): στο πλαίσιο της φαινομενολογικής σκέψης τη συναντάμε ευκαιριακά στον Husserl και στο έργο του: Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η υπερβατολογική Φαινομενολογία, όπου αναγνωρίζει στα μαθηματικά ένα κατά κάποιο τρόπο πρότυπο για μια πραγματικά εφικτή επιστημονική γνώση του κόσμου, σε αντίθεση με το ανέφικτο μιας τέτοιας γνώσης στα στενά όρια μιας ασαφούς συνείδησης της ολότητας:

«Πώς θα καθίστατο δυνατή μια “φιλοσοφία”, μια επιστημονική γνώση του κόσμου, αν αρκούμασταν στην ασαφή συνείδηση της ολότητας, όπου απλώς συνειδητοποιούμε από κοινού τον κόσμο, εν μέσω των εναλλαγών των πρόσκαιρων ενδιαφερόντων και των θεμάτων, ως ορίζοντα; … Εδώ μας προσφέρουν τις υπηρεσίες τους τα μαθηματικά ως δάσκαλος … Εκκινώντας από την απροσδιόριστα καθολική βιοκοσμική μορφή χώρου και χρόνου, με την πολλαπλότητα των εμπειρικά-εποπτικών σχημάτων που μπορούμε να φανταζόμαστε μέσα σ’ αυτή, έφτιαξαν για πρώτη φορά έναν αντικειμενικό κόσμο με το αυθεντικό νόημα της λέξης· δηλαδή μια άπειρη ολότητα  από ιδεατές αντικειμενικότητες,  μεθοδικά και εντελώς καθολικά προσδιορίσιμες μονοσήμαντα για τον καθένα».[4]

8. Ο Levinas  χρησιμοποιεί την έννοια της ολότητας για να χαρακτηρίσει το σύνολο της Δυτικής φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της Φαινομενολογίας. Η ολότητα είναι γέννημα θρέμμα του ιστορικού χρόνου και κάνει αισθητή μα και πανίσχυρη την παρουσία της στην «παγκόσμια» ιστορία. Η εν λόγω παρουσία της σημαίνει εξάλειψη του ατομικού νοήματος στο όνομα ενός τελικού, ενός έσχατου νοήματος. Ρητά μας λέει ο Levinas:

«Η όψη του Είναι, που καθίσταται εμφανής στον πόλεμο, παγιώνεται στην έννοια της ολότητας που κυριαρχεί στη δυτική φιλοσοφία. Στην ολότητα, τα άτομα υποβιβάζονται σε φορείς δυνάμεων, που τα διοικούν εν αγνοία τους. Τα άτομα δανείζονται απ’ αυτή την ολότητα το νόημά τους (που είναι αόρατο έξω από τούτη την ολότητα). Η μοναδικότητα κάθε παρόντος πράγματος θυσιάζεται αδιάκοπα σε ένα μέλλον που καλείται να αναδείξει το αντικειμενικό του νόημα. Επειδή μόνο το έσχατο νόημα μετράει, μόνο η τελευταία πράξη αλλάζει τα όντα, ώστε να γίνουν αυτό που [είναι τα ίδια]. Είναι αυτά που θα εμφανιστούν στις μορφές, ήδη πλαστικές, της εποποιίας».[5]

Ο λόγος περί της ολότητας είναι πάντα λόγος περί της οντολογίας της ολότητας. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς, όταν η ολότητα, ως τέτοια, αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό κάθε είδους οντολογίας· της μιας ή της άλλης οντολογίας που επανάγει το Άλλο στο Ίδιο και επιχειρεί να το γνωρίσει υπό τον ορίζοντα του τελευταίου, να το αποκαλύψει μέσα σε τούτο το Ίδιο.

9. Η ιδέα του Απείρου (Infiniti, Unendlichkeit, Infinity) διακρίνεται και πρέπει να διακρίνεται από την ιδέα της ολότητας. Το άπειρο παράγεται στη σχέση του Ίδιου με το Άλλο. Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια «παραγωγή», που πρέπει να κατανοείται ως η πραγμάτωση, συντέλεση του Είναι, η έκθεση ή η διασαφήνισή του. Ο τόπος αυτής της «παραγωγής» είναι η υποκειμενικότητα, ως τέτοια που δεξιώνεται τον Άλλον, δηλαδή ως φιλοξενία: «σε τούτη ολοκληρώνεται η ιδέα του απείρου». Η έννοια έτσι του απείρου γίνεται αποδεκτή ως εκείνη η έννοια, που εκφράζει τη διάσπαση της ολότητας και την υπέρβασή της, ήτοι μια κατάσταση έκρηξης της εξωτερικότητας. Τούτο σημαίνει πως δεν χαλκεύει μια υποκειμενικότητα με τη μορφή εκείνης της οντότητας, που έξω από τον εαυτό της δεν γνωρίζει κανένα όριο και γι’ αυτό είναι άπειρη. Η απειρότητα είναι ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει το Είναι του απείρου. Με άλλα λόγια είναι αυτή που κάνει το άπειρο να είναι άπειρο. Στη συνάφεια τούτη, η εν λόγω απειρότητα δεν σχετίζεται με κάτι που εκκινεί από μια αρχική ύπαρξη για να αποκαλυφθεί στη συνέχεια. Αυτό που κάνει το άπειρο να είναι άπειρο παράγεται ως η ιδέα που εσωτερικεύεται από εμένα. Η γνώση ως αναφορικότητα δεν είναι, για τον Levinas, μια ομοιότητα προς το αντικείμενο, αλλά, αντίθετα, κατ' εξοχήν ανομοιότητα. Όλη η γνώση προϋποθέτει την ιδέα του άπειρου, καθώς είναι η ικανότητα να περιέχει το άπειρο. Το να γνωρίζεις δεν σημαίνει να αγκαλιάζεις την πραγματικότητα στο σύνολό της, αλλά να μπορείς ανά πάσα στιγμή να ξεπερνάς τα όρια ενός περιεχομένου σκέψης, να «υποσκελίζεις τα φράγματα της εμμένειας». Η ιδέα του απείρου κινεί τη συνείδηση. Δεν είναι μια ανα-παράσταση του άπειρου, αλλά περιέχει την ίδια τη δραστηριότητα: «είναι η κοινή πηγή της δραστηριότητας και της θεωρίας».


------------------------------

[1] Totalité et Infini, 1987, σ. 11.

[2] Totalité et Infini, ό.π., σ. 6.

[3] Entre nous. Essais sur le penser-à-l’autre, σ. 130.

[4] Edmund Husserl: Die Krisis der europäischen Wissenschaften und der transzendentale Philosophe. Husserliana VI. Martinus Nijhoff, Haag 1976, σσ. 29-30.

[5] Emmanuel Levinas: Totalité et infiniti, σ.6.


Πηγή Hegel-Platon

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Frédéric Lordon: Σε ποιον αγώνα να στρατευθούμε;

 

μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος



Ας ξεκινήσουμε από το (όντως βάσιμο) αξίωμα ότι «οι αγώνες (αντιρατσιστικός και αντικαπιταλιστικός) συνδέονται αναμεταξύ τους» και από το ερώτημα που αυτό συνεπάγεται: ναι, αλλά πώς; Όχι με απλό τρόπο, συνεπώς. Πρόκειται μάλιστα για μια αρκετά πολύπλοκη συνάρθρωση.

Η δομική ιεραρχία των σχέσεων κυριαρχίας[1] δεν καθορίζει καμία ιεραρχία όσον αφορά την ποιότητα των αγώνων που αντιμάχονται αυτές τις σχέσεις κυριαρχίας. Κανένας αγώνας δεν θα υποτάξει τους άλλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν διπλά ηλίθιο: στο συμβολικό επίπεδο κατ’ αρχάς, καθώς δεν θα κατορθώσουμε να οικοδομήσουμε ένα (αντι)ηγεμονικό μπλοκ χωρίς τη συνομιλία, την αλληλοεκτίμηση, την προσέγγιση, ακόμα και την κατά κάποιον τρόπο συνάντηση την αποφασιστική στιγμή, των διαφορετικών συνιστωσών του τοπίου των αγώνων: αναγνωρίζοντας δηλαδή τα δίκαια κίνητρα του κάθε αγώνα και, αντιστρόφως, αποκηρύσσοντας την επιδίωξη της υποταγής του ενός αγώνα στον άλλον ή απλώς την αντιμετώπισή του με ψυχρότητα. Κατόπιν, στο επίπεδο της στρατηγικής επειδή, μέχρι στιγμής, οι διάφορες σχέσεις κυριαρχίας είναι τόσο αξεδιάλυτα συνυφασμένες ώστε, στην πραγματική ζωή, οι αγώνες είναι αξεδιάλυτοι: πηγαίνετε λόγου χάρη να ζητήσετε από τις μαύρες καμαριέρες των ξενοδοχείων Ibis που απεργούν[2] να κάνουν διαλογή ανάμεσα στους «στόχους» του αγώνα τους (εργατικούς, αντιρατσιστικούς, φεμινιστικούς) ή να τους ιεραρχήσουν. Στην πράξη, πρόκειται για συμπλέγματα, ή συσσωρεύσεις, μορφών κυριαρχίας, με αποτέλεσμα ο αγώνας ενάντια σε μία από αυτές να συνεπάγεται αυτομάτως και τον αγώνα ενάντια στις υπόλοιπες. Από όλα αυτά, προκύπτουν τέσσερα πιθανά συμπεράσματα.

1. Δεν θα υπάρξει αντι-ηγεμονικό μπλοκ χωρίς την αναγνώριση της ισότητας των αγώνων. Μιλάμε ωστόσο για μια ισότητα ως προς την ποιότητα, που δεν θα εμποδίζει τις ποσοτικές διαφορές. Ίσοι ως προς τη νομιμοποίησή τους, οι αγώνες έχουν διαφορετικές περιμέτρους. Φυσικά, σε αυτές τις περιμέτρους υπάρχουν και αλληλοεπικαλυπτόμενες ζώνες, αλλά αποτελούν μερικό στοιχείο. Σε αυτές τις αλληλοεπικαλυπτόμενες ζώνες, η διαστρωμάτωση των μορφών κυριαρχίας είναι διαρθρωμένη με συγκεκριμένο τρόπο. Η απάντηση στο ερώτημα «πώς συνδέονται οι αγώνες;» προκύπτει εάν αναλογιστούμε με ποιον τρόπο διευθετούνται οι μερικές αλληλοεπικαλύψεις στους κόλπους των αγώνων και τι υπάρχει εκτός τους.

2. Το γεγονός ότι οι αλληλοεπικαλύψεις των αγώνων έχουν μονάχα μερικό χαρακτήρα, ότι υπάρχει ένα «εντός» και ένα «εκτός» τους, μπορεί να οδηγήσει στη σύνθεση εάν αναγνωριστεί σε όλους αυτούς τους αγώνες η σχετική αυτονομία τους –όπου και οι δύο λέξεις μετρούν: και η «αυτονομία» και η «σχετική». Η αναγνώριση της αυτονομίας των αντιρατσιστικών ή των φεμινιστικών αγώνων σημαίνει ότι η αφήγησή μας δεν λέει πως, μόλις ξεπεραστεί ο καπιταλισμός, οι καταπιέσεις αυτές θα εξαλειφθούν αυτομάτως. Δυστυχώς, μπορούμε ευκολότατα να φανταστούμε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία που θα διατηρούσε ρατσιστικά, ομοφοβικά και σεξιστικά χαρακτηριστικά ή θα δημιουργούσε ακόμα και νέες, πρωτοφανείς μορφές ιεραρχίας. Οι μορφές καταπίεσης που αποτελούν αντικείμενο αυτών των αγώνων μάς αφορούν καθαυτές, χωρίς να μπορούν να αναχθούν πλήρως, ως παράγωγα προϊόντα της, σε μια μήτρα καταπίεσης, που εδώ θα ήταν ο καπιταλισμός.

3. Αυτονομίες λοιπόν. Αλλά σχετικές. Διότι, όσο κι αν η καπιταλιστική κυριαρχία δεν αποτελεί τη μήτρα όλων των μορφών καταπίεσης, δεν παύει να κατέχει την κυρίαρχη θέση στη δομική ιεραρχία των μορφών κυριαρχίας[3]. Ανάμεσα σε όλες τις σχέσεις κυριαρχίας που διαπερνούν τη σύγχρονη κοινωνία, η καπιταλιστική σχέση είναι εκείνη που βρίσκεται σε θέση να διατηρηθεί ακόμα και όταν όλες οι υπόλοιπες σχέσεις κυριαρχίας μπορεί να δεχθούν επίθεση ή ακόμα και να ελαχιστοποιηθούν. Μέσω της προσποίησης, της οριακής προσαρμογής ή ακόμα μεγαλύτερων αλλαγών εάν οι καταστάσεις τού το επέβαλαν, ο καπιταλισμός μπορεί να συνηγορήσει σε αυτές τις διεκδικήσεις. Στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές αυτό πραγματοποιείται με τρόπο τόσο υποκριτικό, ώστε αγγίζει τα όρια του γκροτέσκου. Έτσι, η Χίλαρι Κλίντον, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας της το 2016, δεν δίστασε να ξεστομίσει: «Εάν αύριο σπάζαμε τις μεγάλες τράπεζες, θα έμπαινε άραγε τέλος στον ρατσισμό; Θα σήμαινε το τέλος του σεξισμού; Θα τερμάτιζε τις διακρίσεις που υφίσταται η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα; Θα έκανε τους ανθρώπους πιο φιλόξενους απέναντι στους πρόσφυγες και στους μετανάστες από τη μια μέρα στην άλλη;»[4].

Παρόμοιες απόψεις όμως συναντάμε και στη Γαλλία όπου, εδώ και δεκαετίες, είχαμε την ευκαιρία να δούμε εν δράσει τα όργανα των αντιπερισπασμών απέναντι στην κοινωνία, όπως η «Libération», ο «Nouvel Observateur κ.λπ.[5]. Δεν ήταν τυχαία η ήττα της Κλίντον το 2016. Έχασε επειδή αυτές οι στρατηγικές αντιπερισπασμού και υποκατάστασης των αγώνων έφτασαν στα όριά τους. Ακόμα και οι αγώνες προς τους οποίους είχαν (υποκριτικά) προσανατολιστεί αυτές οι στρατηγικές αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν πλέον τίποτε να κερδίσουν –ίσως και πολλά να χάσουν.

Δεν θα ξανακάνουν όμως το κόλπο με τις τράπεζες στο κίνημα «φεμινισμός για το 99%»6, που επανασυνδέει αποφασιστικά τη δράση του με μια αντικαπιταλιστική προοπτική –και μάλιστα χωρίς να εγκαταλείπει το παραμικρό από τον ειδικό προσανατολισμό του. Έτσι ακριβώς γίνεται η σύνθεση των όρων της σχετικής αυτονομίας. Εξάλλου, ο ίδιος ο καπιταλισμός είναι εκείνος που την επιβάλλει καθώς, προωθώντας τη συνέργεια των κυριαρχιών, προκαλεί κατά τον ίδιο τρόπο τη συνέργεια των αγώνων. Και, εν πάση περιπτώσει, την εκ των πραγμάτων συνάρθρωσή τους –χαρακτηριστικό και πάλι το παράδειγμα του αγώνα που έδωσαν οι μαύρες καμαριέρες της αλυσίδας Ibis.

Ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τις υπόλοιπες σχέσεις κυριαρχίας για να καταστήσει κοινότοπη τη δική του. Συνεπώς, είναι επίσης και μέσω της εντατικοποίησης της μισθολογικής καταπίεσής της που μια γυναίκα βιώνει εντονότερα τη σεξιστική καταπίεση, που ένα άτομο με «άλλη» φυλετική καταγωγή ή χρώμα δέρματος βιώνει εντονότερα τη ρατσιστική καταπίεση. Επειδή η καπιταλιστική σχέση βρίσκεται σε υπέρτερη θέση στη δομική ιεραρχία, σε μια θέση από την οποία κινητοποιεί και πάλι προς όφελός της τις υπόλοιπες μορφές κυριαρχίας, εκ των πραγμάτων οργανώνει και εφαρμόζει τη σύγκλιση των κυριαρχιών. Θα έπρεπε να ακολουθεί η σύγκλιση των αγώνων που ονειρευόμαστε. Πρώτα όμως επιβάλλεται να βγει ο καπιταλισμός από το απυρόβλητο στο οποίο έχει παραμείνει για τόσο πολύ καιρό. Κι ύστερα, αλλά αναμφίβολα στο πλαίσιο του ίδιου κινήματος, να περάσουν οι διάφοροι αγώνες –οι οποίοι λογικά (και θεμιτότατα) ήταν αρχικά επικεντρωμένοι μονάχα στον εαυτό τους– στο στάδιο των σχετικών αυτονομιών, να απεμπλακούν δηλαδή από την κατάσταση του απόλυτου διαχωρισμού στην οποία τόσες πολλοί ιδιοτελείς συνήγοροι (Χίλαρι Κλίντον, «Libération»…) προσπαθούν να τους διατηρήσουν.

4. Καθώς οι αγώνες θα αφήνουν πίσω τους την κατάσταση απομόνωσης, θα πρέπει με τον ίδιο τρόπο να αφήσουν πίσω τους μια κάποια κατάσταση αδιαφορίας –απέναντι στους υπόλοιπους αγώνες. Αδιαφορίας, έως και τάσης να θεωρούνται ορισμένοι άλλοι αγώνες παράπλευρες απώλειες, εξαιτίας της περιχαράκωσης στην αποκλειστικότητα του κάθε σκοπού και της συνεπακόλουθης αγνόησης οποιουδήποτε άλλου σκοπού πέρα από αυτόν. Να ενδιαφέρεται ο καθένας πρώτα απ’ όλα για τη δική του «υπόθεση» είναι αρκετά φυσιολογικό –να φτάνει όμως μέχρι το σημείο να βλάπτει τις «υποθέσεις» των άλλων, όχι. Ένας διανοούμενος όπως ο Πολ Μπ. Πρεσιάντο[7] υπερασπίζεται τους αγώνες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας σε ένα εξαιρετικά αρτίστικο βιντεοκλίπ που γύρισε ο Γκας Βαν Σαντ για λογαριασμό του γίγαντα των ειδών πολυτελείας Gucci, κατ’ επάγγελμα αισχροκερδή και, επιπλέον, κατά πεποίθηση φοροφυγάδα: οι αγώνες των εργαζόμενων δεν θα του πουν ευχαριστώ. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, σε μια τόσο καθαρή περίπτωση, όλα δείχνουν να συνδυάζονται για το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα, για τη χειρότερη δυνατή καρικατούρα της «περίπτωσης Κλίντον», δηλαδή για να εδραιωθεί στις λαϊκές τάξεις η πεποίθηση ότι ορισμένοι αγώνες (στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αγώνας των ΛΟΑΤΚΙ) αφορούν μονάχα έναν «άλλο κόσμο», έναν κόσμο διαφορετικό από τον δικό τους, όπου ενδιαφέρον προκαλούν μόνο προβλήματα εντελώς διαφορετικά από τα δικά τους.

Με την ίδια λογική, ένας φιλόσοφος όπως ο Εμανουέλε Κότσια[8] θεωρεί ότι μπορεί να αφιερωθεί στο πάθος του για τη γη και τα δέντρα συνεργαζόμενος με μια έκθεση του Ιδρύματος Cartier: «Εμείς τα δέντρα»[9]. Ο κατάλογος της έκθεσης είναι αναμφισβήτητα πανέμορφος, η αρχιτεκτονική του κτιρίου αξιέπαινη (είναι ήδη συμφιλιωμένη με τη φύση, όπως μας εξηγεί ο «επιστημονικός σύμβουλος» Κότσια) και, τελικά, ολόκληρος ο θεσμός είναι αξιέπαινος[10]: εξάλλου, οι «νομαδικές βραδιές» που οργανώνει (και στις οποίες παρεμβαίνει ο φιλόσοφος) είναι το άκρο άωτο του σικ. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η κοσμηματοποιία πολυτελείας διαθέτει ορισμένες αρετές, αν μας επιτρέπει να εισέλθουμε στην πολιτική κοινότητα των καστανιών.

Είναι εμφανές ότι η υπόθεση των δέντρων απομακρύνει από εκείνη, αν όχι του συνόλου των ανθρώπων, τουλάχιστον των μισθωτών ανθρώπων. Κι όμως, ουσιαστικά δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε κατά βάση να αντιτάξει τη μία υπόθεση στην άλλη, το αντίθετο μάλιστα. Κι όμως, υπάρχουν τρόποι διεξαγωγής του πρώτου αγώνα που ενδιαφέρονται τόσο λίγο για τον δεύτερο, ώστε κατορθώνουν να τους μετατρέψουν σε ανταγωνιστικούς μεταξύ τους. Η Ελίζ, ανώνυμη συγγραφέας ενός άρθρου της επιθεώρησης «Trou Noir» (Μαύρη Τρύπα) θέτει το κρίσιμο ερώτημα: στους αγώνες μας, «με ποιον κόσμο συνδεόμαστε;». Για τον Πρεσιάντο, που ωστόσο αναζητά νέες συμμαχίες όπου θα περιέχονταν οι κάθε είδους αγώνες, ενάντια στις «ετεροπατριαρχικές, καπιταλιστικές, αποικιακές και εξορυκτικές πολιτικές», είναι όπως και να το κάνουμε κουτό να καταλήγει στην αγκαλιά ενός υπερκαπιταλιστικού θεσμού[11]. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να υπερεκτιμά σημαντικά τις δυνάμεις του εάν θεωρεί ότι η «στρατηγική» χειρονομία του συνιστά ανατροπή, δράση «εκ των έσω», αντικαπιταλιστικό λόγο υψηλής αισθητικής εκφερόμενο μέσα από τον καπιταλισμό –αγνοώντας όμως μια εμπειρία που τόσες πολλές φορές έχει επαναληφθεί: της φαγοκυτταρικής δύναμης του καπιταλισμού, της ικανότητάς του να χωνεύει τα πάντα, να ακυρώνει τα πάντα, να επανασηματοδοτεί τα πάντα υπέρ του, συμπεριλαμβανομένων (κυρίως) των «ανατροπών». Για να δικαιολογηθεί, ο Πρεσιάντο υπογραμμίζει ότι «ποτέ άλλοτε δεν διέθετε τόση πολλή ελευθερία όση δουλεύοντας με τον Gucci»[12] –κι εδώ ίσως να βρίσκεται το πρόβλημα. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι τόσο η «καθαρότητα» όσο η στρατηγική αποτελεσματικότητα (το ίδιο εξάλλου τίθεται κάθε φορά που κάποιος εξετάζει το ενδεχόμενο να εμφανιστεί στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης). Επίσης, το ζήτημα σε έναν βαθμό είναι και εκείνο των πειρασμών του πολιτιστικού γκλάμουρ –και των καπιταλιστικών θεσμών που έχουν συνειδητοποιήσει πόσο ωφελούνται όταν τους καλλιεργούν γενναιόδωρα.

Μικρά θαύματα

Λοιπόν ναι, το να αναρωτηθούμε με ποιον θα συνδεθούμε για να διεξάγουμε έναν αγώνα δεν αποτελεί πολυτέλεια, κυρίως όταν ορισμένες από αυτές τις συνεργασίες βλάπτουν σημαντικά τους αγώνες που διεξάγονται δίπλα μας. Το γεγονός ότι, από την πλευρά του, ο φιλόσοφος των δέντρων ενδιαφέρεται μονάχα για τα τροπικά δάση και ελάχιστα (ή καθόλου) για τους εργαζόμενους δεν αποτελεί πρόβλημα αφ’ εαυτού –όπως και οι αγώνες, όλα τα διανοητικά πάθη είναι εξίσου αξιοσέβαστα. Μετατρέπεται όμως σε πρόβλημα όταν το πάθος του για τα δέντρα, πόσο μάλλον όταν αυτό εμφανίζεται ως «κριτική σκέψη», ακολουθεί δρόμους που νομιμοποιούν ακόμα περισσότερο εκείνους τους ειδικευμένους στο «ηθικό ξέπλυμα» καπιταλιστικούς θεσμούς –μαικήνες, φιλάνθρωπους, φιλότεχνους, δηλαδή «συμβολικούς απατεώνες» που εργάζονται για τη διάδοση της ιδέας ότι ο καπιταλισμός δεν είναι τελικά τόσο κακός όσο λένε, ότι ενδιαφέρεται και για άλλα πράγματα, πιο ευγενή, από το απλό γέμισμα του ταμείου και ότι εν τέλει θα ήταν πολύ κακή ιδέα να τον ανατρέψουμε.

Από όλα αυτά συνάγεται λογικά, όσο κι αν δεν ομολογείται ρητά, ότι –όπως και να το κάνουμε– η μισθωτή εργασία θα παραμείνει μισθωτή εργασία. Ότι, όλον αυτόν τον καιρό, ακριβώς στον χώρο της μισθωτής εργασίας, γίνεται πραγματική σφαγή (συμπεριλαμβανομένων και των ομίλων πολυτελείας, οι οποίοι δεν είναι οι τελευταίοι στον κατάλογο των επιχειρήσεων που κατακρεουργούν τους εργαζόμενους) είναι προφανώς λυπηρό –σκεφτείτε ωστόσο και τα δέντρα! «Τα μουσεία και τα ιδρύματα σύγχρονης τέχνης έχουν μετατραπεί σε διόπτρες μέσα από τις οποίες είναι δυνατόν να μαντέψουμε το μέλλον μας», θεωρεί ότι διαβλέπει ο Κότσια[13]. Τουλάχιστον, τα πράγματα γίνονται ξεκάθαρα: με τη διαμεσολάβηση των ιδρυμάτων σύγχρονης τέχνης καλούμαστε να αντικρύσουμε το «μέλλον μας» μέσα από τις «διόπτρες» του Cartier, του Gucci και του Μπερνάρ Αρνό[14]. Και μαζί με τους «οπτικούς» αυτού του είδους θεωρεί ο Κότσια ότι θα μπορέσει να σώσει «τα δέντρα» που τόσο πολύ αγαπάει. Υπάρχουν βαθμίδες πολιτικού παραλογισμού των διανοουμένων που μας αφήνουν άναυδους.

Εάν λοιπόν, για να καταφύγουμε κι εμείς σε μεγαλοστομίες, έπρεπε να διατυπώσουμε μια πολιτική ηθική των αγώνων, ή της συνύπαρξης των αγώνων, θα είχε ως πρώτη αρχή να μην κάνουμε τίποτε στο πλαίσιο του αγώνα μας που θα μπορούσε να βλάψει τους άλλους αγώνες. Αρχίζοντας απλά από την αποφυγή της υποτίμησής τους –παρουσιάζοντάς τους ως περιττούς περισπασμούς. Και επίσης την αποφυγή τόπων, υποστηρικτών ή «συμμάχων» (έστω και περιστασιακών, ακόμα και εργαλειακών) που αντικειμενικά βλάπτουν τους άλλους αγώνες. Για παράδειγμα: δεν θα επιδιώξουμε την έξοδο από το ευρώ μαζί με τους ρατσιστές του λεπενικού Εθνικού Συναγερμού (τρόπος του λέγειν βέβαια, γιατί έχουν πάψει πλέον εδώ και αρκετό καιρό να την επιδιώκουν…) ή με τους «“κυριαρχιστές”[15] των δύο άκρων»[16]: δεν επιχειρείς να σώσεις τον λαό της εργατικής τάξης μέσω της «εθνικής επανάστασης». Άλλο παράδειγμα: δεν κατηγορούμε τα μέλη των μαρξιστικών οργανώσεων ότι είναι ρατσιστές, μόνο και μόνο εξαιτίας της προτίμησής τους στην πάλη των τάξεων. Και ούτω καθεξής…

Με αυτόν τον τρόπο αφήνουμε κάποιες ευκαιρίες για να συμβούν μικρά θαύματα, όπως λόγου χάρη το κίνημα Lesbians and Gays Support the Miners («Οι λεσβίες και οι ομοφυλόφιλοι υποστηρίζουν τους ανθρακωρύχους») κατά τη διάρκεια των απεργιών του 1984 στο Ηνωμένο Βασίλειο[17] –ή, πιο πρόσφατα, οι δράσεις της συλλογικότητας Du pain et des roses (Ψωμί και Τριαντάφυλλα – η οποία δημιουργήθηκε για την υποστήριξη των εργαζόμενων στο διυλιστήριο του Γκρανπυί της Total) στο πλαίσιο των διαδηλώσεων «Εξωσωματική γονιμοποίηση για όλες»[18]. Για να μην ξεχνάμε και ένα ακόμα εντυπωσιακότερο, διαφορετικού είδους: την προσέγγιση, το 1968, των Μαύρων Πανθήρων με τους Young Patriots[19], μια ομάδα φτωχών λευκών εργαζόμενων του Σικάγο, οι οποίοι ανταποκρίνονταν σχεδόν σε όλα τα κριτήρια των white trash («λευκών σκουπιδιών»): μουσική κάντρι, οπλοφορία, σημαίες του Νότου… Ο επικεφαλής των Μαύρων Πανθήρων του Ιλινόις αποφάσισε να δώσει μικρότερη σημασία στις διακοσμημένες με σταυρωτά πιστόλια αγκράφες τους και μεγαλύτερη στο συγκεκριμένο πρόγραμμα των δράσεών τους. Είδε ότι στην πραγματικότητα συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για μια συμμαχία των αντιρατσιστικών και των αντικαπιταλιστικών αγώνων. Έτσι προέκυψε μια απίστευτη αλλά απολύτως υπαρκτή Rainbow Coalition («συμμαχία του ουράνιου τόξου»). Η βασική ιδέα είναι στο τέλος αυτές οι «θαυματουργές» συγκλίσεις να μετατραπούν λίγο περισσότερο σε κανονική τάξη των πραγμάτων.


--------------------------------

1. Αναφορά σε μια θέση η οποία παρουσιάστηκε στο Figures du communisme, Κεφάλαιο 15, «Antiracisme et anticapitalisme. Éléments pour un bloc contre-hégémonique».

2. (Σ.τ.Μ) Η αλυσίδα ξενοδοχείων Ibis (ιδιοκτησία της πολυεθνικής Accor) καταφεύγει συστηματικά στην απασχόληση γυναικείου προσωπικού που τής προμηθεύουν υπεργολάβοι. Προτιμώνται συστηματικά Μαύρες μετανάστριες με μερική απασχόληση ώστε να ανέχονται τις συστηματικές παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας (μεταξύ άλλων την πληρωμή ανά καθαρισμένο δωμάτιο και όχι βάσει των ωρών εργασίας). Η απεργία τους υποστηρίχθηκε από το συνδικάτο CGT και διάρκεσε οκτώ μήνες. Τέλειωσε στις 25 Μαΐου 2021 με νίκη των καθαριστριών.

3. Ό.π.

4. Αναφέρεται από τον Paul Heideman, «Class rules everything around me», Jacobin, Νέα Υόρκη, 3 Μαΐου 2019.

5. (Σ.τ.Μ) Ο Nouvel Observateur και η Libération, καθώς και οι κύκλοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των Πράσινων που εκφράζουν αυτά τα έντυπα, αποκαλούνται συχνά ειρωνικά «Αριστερά του χαβιαριού» επειδή επιδεικνύουν τεράστια ευαισθησία σε ζητήματα περιβάλλοντος, ανθρώπινων δικαιωμάτων, ρατσισμού, φεμινισμού και ομοφοβίας, μην δίνοντας σημασία στις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες.

6. Cinzia Arruzza, Tithi Bhattacharya και Nancy Fraser, «Féminisme pour les 99%. Un manifeste», La Découverte, συλλογή «Cahiers libres», Παρίσι, 2019.

7. Ο Paul B. Preciado (γεννηθείς Beatriz) είναι ένας Ισπανός φιλόσοφος ο οποίος επικεντρώνεται κυρίως σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας.

8. (Σ.τ.Μ) Ο ιταλικής καταγωγής Emanuele Coccia είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας στη φημισμένη Ανώτατη Σχολή Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες (EHESS). To βιβλίο του La vie des plantes. Une métaphysique du mélange (Η ζωή των φυτών. Μια μεταφυσική της ανάμειξης) (2016) τιμήθηκε με το Βραβείο των Φιλοσοφικών Συναντήσεων του Μονακό και μεταφράστηκε σε 10 γλώσσες.

9. «Nous les arbres», Fondation Cartier, Παρίσι, 12 Ιουλίου 2019 – 5 Ιανουαρίου 2020.

10. Emanuele Coccia, «Les arbres disent “nous”», AOC, 1η Οκτωβρίου 2019, https://aoc.media

11. Élise, «À quel monde nous lions-nous?», Trou noir, 28 Δεκεμβρίου 2020, http://trounoir.org

[12]. Ό.π.

[13]. Emanuele Coccia, «Les arbres disent “nous”», ό.π.

[14]. (Σ.τ.Μ) Ο Γάλλος επιχειρηματίας Bernard Arnault είναι ο δεύτερος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο το 2021 σύμφωνα με το Forbes. Δραστηριοποιείται κυρίως στα είδη πολυτελείας (LVMH) και είναι ιδιοκτήτης της «Les Echos», της σημαντικότερης γαλλικής οικονομικής εφημερίδας. Μέγας συλλέκτης, μαικήνας και εμπνευστής του εντυπωσιακού Ιδρύματος Luis-Vuitton για την Σύγχρονη Τέχνη, αλλά και διαβόητος για την προσφυγή του σε φορολογικούς παραδείσους και στη «φορολογική βελτιστοποίηση».

[15]. (Σ.τ.Μ) Souverainistes: υπέρμαχοι της επιστροφής σε ένα ισχυρό και εθνικά κυρίαρχο ισχυρό συγκεντρωτικό έθνος-κράτος το οποίο θα προστατέψει την «οικογένεια του έθνους». Αντιτίθεται στην εκχώρηση σημαντικών τομέων της εθνικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Γαλλία, στο δεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος, εκτός από τους Φιλίπ ντε Βιλιέ και Νικολά Ντυπόν Αινιάν, η Μαρίν Λεπέν προσπαθεί να αποτινάξει τη ρετσινιά του ακροδεξιού παρουσιάζοντας ως κυριαρχιστικό το μετονομασθέν κόμμα της (από Εθνικό Μέτωπο σε Εθνικό Συναγερμό). Στην Αριστερά, κυριαρχιστής θεωρείται ο Ζαν Λυκ Μελανσόν.

[16]. Βλ. Frédéric Lordon, «Clarté», La Pompe à phynance, 26 Αυγούστου 2015, https://blog.mondediplo.net

[17]. Kate Kellaway, «When miners and gay activists united: The real story of the film Pride», The Guardian, Λονδίνο, 31 Αυγούστου 2014.

[18]. (Σ.τΜ.) Μετά από σημαντικές κινητοποιήσεις του φεμινιστικού κινήματος, η γαλλική Βουλή ψήφισε στις 27 Σεπτεμβρίου 2019 την επέκταση της –καλυπτόμενης από την κοινωνική ασφάλιση– εξωσωματικής γονιμοποίησης σε ζευγάρια αποτελούμενα από δύο γυναίκες ή σε γυναίκες μόνες.

[19]. Michael McCanne, «The Panthers and the Patriots», Jacobin, 19 Μαΐου 2017.


Πηγή Le Monde diplomatique