Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Πρόχειρη συζήτηση για την μεταφυσική, την αντικειμενική και υποκειμενική Λογική


του Θάνου Λιάπα


1. H μεταφυσική εξέταζε τους νοητικούς προσδιορισμούς ως θεμελιώδεις προσδιορισμούς των πραγμάτων. Όμως, αυτή η ταυτότητα ανάμεσα στους αναγκαίους νοητικούς προσδιορισμούς και στα πραγματικά αντικείμενα δεν είχε ποτέ αυτοτελώς θεματοποιηθεί μέχρι τον Καντ. Δεν είχε τεθεί ποτέ το ερώτημα δηλ. με ποιο δικαίωμα ισχυρίζομαι ότι ό,τι σκέπτομαι, υπάρχει. Η θεματοποίηση αυτή οδήγησε στην υπερβατολογική Λογική και συγκεκριμένα στο θεμελιώδες ερώτημα της παραγωγής των κατηγοριών, το "quid juri" βλέπε παράγραφο 13 της Κριτικής του Καθαρού Λογου). Πρέπει να αποδείξουμε δηλαδή ποια είναι η σχέση του υποκειμένου με το αντικείμενό του. Αντίθετα, η παραδοσιακή μεταφυσική ενδιαφερόταν για τους ίδιους τους προσδιορισμούς της σκέψης, ποιες θα είναι δηλαδή οι μεταφυσικές κατηγορίες (quid facti). 

Κατά τη γνώμη μου, η εγελιανή Λογική ενσωματώνει σε ανηρημένη μορφή τόσο το quid facti (αντικειμενική λογική) όσο και το quid juris (υποκειμενική λογική). Το quid facti ο Καντ το ονόμασε, όχι τυχαία και «μεταφυσική παραγωγή των κατηγοριών», διότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το πως αποκτάμε απριόρι τις κατηγορίες και όχι το πως αυτές εφαρμόζονται απριόρι στα αντικείμενα της εποπτείας. Η λύση που δίνει είναι ότι τις αποκτάμε μέσα από την ικανότητα του κρίνειν. Άρα, οι κατηγορίες δεν είναι έμφυτες όπως στον Wolff και αυτές είναι αυθεντικά αποκτημένες (aqcuisitio originaria, ursprunglich erworben βλέπε Oberhausen).

Η αντικειμενική Λογική του Χέγκελ ερευνά τις κατηγορίες της σκέψης, που η σκέψη η ίδια αναπτύσσει όταν μελετάει γνωστικά αντικείμενα, κατηγορίες που αφορούν την φύση του ίδιου του γνωστικού αντικειμένου. Με άλλα λόγια, η αντικειμενική Λογική συμπυκνώνει τους πιο θεμελιώδεις νόμους που ακολουθεί η σκέψη για να κατανοήσει το γνωστικό της αντικείμενο. Άρα, το ότι κάθε αντικείμενο πρέπει όταν μελετάται να μελετάται αρχικά ως προ την ποιότητά του, ως την ποσότητά του, το μέτρο του και την ουσία του, δεν μας το λέει η κάθε επιμέρους επιστήμη αλλά η αντικειμενική λογική. Η κάθε επιμέρους επιστήμη μέσα από την αυτοτελή έρευνά της ,συνεισφέρει απλά το νοητικό, κατηγοριακό υλικό (κάθε επιστήμη έχει τις δικές κατηγορίες), το οποίο αποκωδικοποιεί η αντικειμενική Λογική και στη συνέχεια το αναπτύσσει σε καθαρή μορφή και στις αναγκαίες στιγμές του (πχ. εκεί που η πολιτική οικονομία εισάγει την έννοιας της παραγωγής, η λογική βλέπει την κατηγορία της ουσίας κτλ.). Αυτό σημαίνει ότι η αντικειμενική Λογική δεν είναι κλειστή, στο βαθμό που οι επιστήμες προχωρούν και εξελίσσονται, παρόλα αυτά η εξέλιξη της Λογικής δεν γίνεται ποτέ με απλή άρνηση του κεκτημένου της.

Θα ρωτήσει κανείς πώς γίνεται ο Χέγκελ να βρήκε τις ορθές κατηγορίες της αντικειμενικής Λογικής όταν στην εποχή του οι επιστήμες ήταν ακόμα τόσο ανώριμες. Πέραν του ότι ο Χέγκελ μελέτησε ό,τι υπήρχε (τα μαθηματικά ειχαν ήδη αναπτύξει τον λογισμό) σε θετικές επιστήμες, ο Χέγκελ είχε ως υλικό, όλη την πριν από αυτόν φιλοσοφία. Η μεταφυσική όπως είπαμε δεν θεματοποίησε μεν την σχέση υποκειμένου-αντικειμένου αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μελέτησε το ποιες ειναι οι καταλληλότερες κατηγορίες για να μελετήσουν ένα αντικείμενο. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα του Ένγκελς από την διαλεκτική της φύσης ,που κατά τα άλλα κάθε άλλο παρά πρόθεση έχει να κολακεύσει τους μεταφυσικούς: «Προτάσεις που διατυπώθηκαν από αιώνες στη φιλοσοφία και που φιλοσοφικά έχουν αρκετά συχνά απορριφθεί από καιρό, παρουσιάζονται συχνά σαν ολοκαίνουργια σοφία από φυσικούς επιστήμονες που επιδίδονται στη θεωρία και μάλιστα βλέπουμε να γίνονται της μόδας για κάμποσο καιρό. Αναμφισβήτητα είναι μεγάλη επιτυχία της μηχανικής θεωρίας της  θερμότητας, ότι ενίσχυσε με νέες αποδείξεις την αρχή της διατήρησης της ενέργειας και την ξανάφερε στην πρώτη γραμμή. Αλλά η αρχή αυτή θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί σαν κάτι εντελώς νέο, αν οι κύριοι φυσικοί θυμούνταν πως η αρχή αυτή είχε ήδη διατυπωθεί από τον Καρτέσιο. Από τότε που η φυσική και η χημεία ξανάρχισαν να λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά με μόρια και με άτομα, ξανάρθε αναγκαστικά στην πρώτη γραμμή η ατομική θεωρία των αρχαίων Ελλήνων. "Ετσι ο Κεκυλέ αναφέρει (Σκοποί και αποτελέσματα της χημείας) ότι η θεωρία αυτή προέρχεται από τον Δημόκριτο (αντί να πει από τον Λεύκιππο) και ισχυρίζεται ότι ο Δάλτωνας ήταν ο πρώτος που δέχτηκε την ύπαρξη στοιχειωδών ατόμων ποιοτικά διαφορετικών, και ότι ήταν ο πρώτος που τους απέδοσε διαφορετικά βάρη, χαρακτηριστικά για τα διάφορα στοιχεία. Ωστόσο ο καθένας μπορεί να διαβάσει στον Διογένη τον Λαέρτιο (Χ, 1 § 43-44 και 61) πως ήδη ο Επίκουρος απέδιδε στα άτομα διαφορές όχι μονάχα στο μέγεθος και στη μορφή αλλά και στο βάρος*, ότι γνώριζε λοιπόν με τον τρόπο του το ατομικό βάρος και τον ατομικό όγκο» (Διαλεκτική της Φύσης, παλιός πρόλογος Αντι-Ντυρινγκ, σελίδες 26, 27).

2. Ο Καντ με το quid juris έδωσε απάντηση στο ερώτημα του Χιουμ , πώς νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για αναγκαία και καθολική γνώση των πραγμάτων. Το ιδιοφυές στην απάντηση του Καντ είναι ότι είπε ότι δεν νοείται πολλαπλό που να μην είναι ήδη από το υποκείμενο προσδιορισμένο. Σε πρώτη φάση το πολλαπλό ενοποιείται, προ-εννοιακά από την σύνθεση της φαντασίας (η οποία όμως επικαθορίζεται από τις έννοιες), σε δεύτερη φάση από έννοιες και κρίσεις και σε τρίτη φάση(μέσω των κρίσεων) σε συλλογισμούς. Για την ακρίβεια είπε ο Καντ ότι δεν υπάρχει εμπειρία έξω από την φαντασία, τις κατηγορίες και τις κρίσεις. Το υποκείμενο είναι αυτό που συγκροτεί την εμπειρία (όρος δυνατότητας της εμπειρίας)  και άρα και την δυνατότητα των αντικειμένων της εμπειρίας (Β197). Με αυτόν τον τρόπο θεώρησε ότι κατάφερε να προσδώσει στην εμπειρία αναγκαιότητα και καθολικότητα. Το πρόβλημα σε αυτό το σχήμα είναι ότι έπρεπε να προϋποθέσει ένα πολλαπλό το οποίο δεν έχει την προέλευσή του στο υποκείμενο (παρότι ως εμπειρία συγκροτείται από το υποκείμενο) ούτως ώστε να μην υποπέσει σε έναν ιδεαλισμό που τα παράγει όλα από το υποκείμενο. Αυτή του όμως η παραδοχή (η τόσο αναγκαία για να έχει συνέπεια το προτζεκτ του), τον οδηγεί σε ένα δυϊστικό μοντέλο το οποίο δεν θα μπορέσει ποτέ να υπερβεί και θα αποβεί μοιραία για το φιλοσοφικό του παράδειγμα. Η σύνθεση με άλλα λόγια της Apprehension (προσοχή, ΟΧΙ της Apperzeption) δεν είναι παρά εμπειρική, όπως ο ίδιος λέει, και αποτελεί τη δυνατότητα της εμπειρικής εποπτείας ή αντίληψης. Άρα, το πολλαπλό είναι αποστεριόρι, εξω-υποκειμενικό και η όλη σύνδεση με το υποκείμενο είναι εξωτερική. Είναι όπως λέει ο Χέγκελ τόσο εξωτερική όσο η θερμαινόμενη πέτρα και ο ήλιος ως πηγή της θερμότητας.

Το μοντέλο που αντιπροτείνει ο Χέγκελ στην Φαινομενολογία είναι ότι το αντικείμενο όχι απλά είναι εξ αρχής εννοιακά προσδιορισμένο, αλλά στην σύνδεσή του με το υποκείμενο ,στο βαθμό που υπάρχει μεταξύ τους ανισότητα, αλλάζει αλλάζοντας και το υποκείμενο και αντίστροφα. Με άλλα λόγια, αλήθεια και γνώση βρίσκονται σε μια διαρκή διαπάλη, που δεν αφήνει χώρο στον δυϊσμό. Δεν είναι τη παρούσης η περαιτέρω ανάλυση του επιχειρήματος της Φαινομενολογίας.

Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως επιλύει ο Χέγκελ το quid juris στην Λογική. Την επίλυση αναλαμβάνει η υποκειμενική Λογική. Όσα έλαβαν χώρα στην αντικειμενική Λογική, δηλαδή η εμμενής παραγωγή των κατηγοριών μας έδειξε ποιο είναι το αντικείμενο της Λογικής. Είναι οι ίδιες οι κατηγορίες της σκέψης. Άρα, η σκέψη εξετάζει τον εαυτό της(αυτό είναι η ιδιοτυπία της Λογικής που δεν την έχει καμία άλλη επιστήμη). Η υποκειμενική Λογική τώρα θα δείξει κάτι που φαντάζει κουφό: το με ποια νομιμοποίηση η σκέψη συνδέεται με το αντικείμενό της, δηλαδή με τον εαυτό της... Το quid juris της Λογικής άρα είναι το πως η Έννοια ως μορφή συνδέεται με το περιεχόμενό της. Σε αυτήν όμως την εξέταση έχουμε μία περαιτέρω ανάπτυξη των Λογικών κατηγοριών και άρα τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική Λογική είναι τμήματα της Μεθόδου ή της λογικής εν συνόλω. Πώς συγκεκριμένα το κάνει αυτό ο Χέγκελ είναι τεράστια κουβέντα, και δεν μπορώ να πω ότι έχω συλλάβει ούτε το επιχείρημα πλήρως ούτε κατά συνέπεια αν το κάνει με την πληρότητα που του αναλογεί. Πάντως, το κλειδί είναι το κεφάλαιο για την τελεολογία, επειδή εκεί συνδέει για πρώτη φορά την υποκειμενικότητα με την αντικειμενικότητα.

Άρα, η υποκειμενική Λογική επί της αρχής και χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες είναι το εξής: Ενώ η αντικειμενική λογική μελετά τις κατηγορίες της σκέψης που αφορούν τους νοητικούς προσδιορισμούς εκάστου γνωστικού αντικειμένου, η υποκειμενική μελετά τον τρόπο (με έννοιες,κρίσεις, συλλογισμούς, σύνθεση, ανάλυση) με τον οποίο η σκέψη σχετίζεται και αίρει την αντίθεση με το γνωστικό της αντικείμενο. Με άλλα λόγια, εξετάζει την πορεία-γίγνεσθαι του επιστημονικού (όχι του εμπειρικού) γνωρίζειν από την πρώτη του επαφή (πχ. Κρίσεις του Dasein ή Μηχανισμός ή Ανάλυση) με το γνωστικό αντικείμενο ως την στιγμή που φθάνουμε στην απόλυτη επίγνωση αυτού και, άρα, στην άρση υποκειμένου-αντικειμένου. Η διαδοχή για παράδειγμα των κρίσεων (οι κρίσεις είναι το αναγκαία εργαλείο του γνωρίζειν, οπότε η κλιμάκωσή τους είναι η κατ’ εξοχήν ένδειξη εμβάθυνσης του τελευταίου) είναι μια πορεία που ξεκινά από την εξωτερική σχέση υποκειμένου και κατηγορουμένου και φθάνει στην ταυτότητα των δύο με την κρίση της έννοιας και την μετάβαση στον συλλογισμό.

Εδώ πρόκειται όμως για το αντικείμενο ως περιεχόμενο της έννοιας και όχι για κάποιο εμπειρικό αντικείμενο, διότι αυτή η αντίθεση έχει λυθεί με την Φαινομενολογία, η οποία θέτει τις βάσεις για κάθε επιστημονικό γνωρίζειν. Αλλά κάθε επιστημονικό γνωρίζειν που λειτουργεί με έννοεις, δεν σημαίνει ότι έχει λύσει και τις γνωσιολογικές αντιθέσεις που προκύπτουν εν σχέσει προς το αντικείμενό του.

Θεωρώ τον προσδιορισμό του ρόλου της υποκειμενικής Λογικής ό,τι πιο δύσκολο έχω συναντήσει προς το παρόν στον Χέγκελ. Η παρούσα ανάλυση απλά θέτει το ερώτημα και μόνο αδρά παρουσιάζει μια κατεύθυνση απάντησης. Θεωρώ ότι το quid juris, ως κλειδί σύνδεσης της υπερβατολογικής Λογικής και της υποκειμενικής Λογικής, είναι γενικά ορθό. Επιβεβαιώνεται και από το ότι ο Χέγκελ, στο κεφάλαιο για την Διαίρεση της Λογικής, συνδέει την υποκειμενική λογική με την υπερβατολογική λογική, αλλά και εξηγεί γιατί η εισαγωγή στην υποκειμενική λογική είναι μια ενδελεχής αναφορά στον Καντ. Επίσης, θεωρώ δόκιμη την άποψη για τον κομβικό ρόλο της τελεολογίας. Από εκεί και πέρα το χάος... πλήθος ερωτημάτων και αποριών.


Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ταξικές σχέσεις στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό


του Φώτη Τερζάκη

.
Ένας στερεότυπος του αγοραίου αντιμαρξισμού των ημερών μας μιλάει για αστοχία της ταξικής ανάλυσης από τη στιγμή που το βιομηχανικό προλεταριάτο, στη μορφή που το γνωρίζαμε, δεν υφίσταται πλέον ή έχει «μικροαστικοποιηθεί». Στην πραγματικότητα, το ζήτημα αυτό έχει τεθεί εδώ και μισό αιώνα ήδη από θεωρητικούς των αντικαπιταλιστικών κινημάτων, συνδεδεμένο με νέες προσπάθειες χαρτογράφησης των ταξικών διαιρέσεων μέσα στους συνασπισμούς εξουσίας του μεταπολέμου. Ένα κοινό σφάλμα, εν πάση περιπτώσει, τόσο μιας απολιθωμένης «αριστεράς» –που έχασε και τα προσχηματικά της ερείσματα στην πραγματικότητα μετά την τελευταία μεταμόρφωση του καπιταλισμού– όσο και των (μετα)μοντέρνων επικριτών της είναι η ταύτιση της μαρξικής έννοιας του προλεταριάτου με τη βιομηχανική εργατική τάξη (ακόμη και αν στην εποχή του Μαρξ η τελευταία ήταν η ορατή ενσάρκωση της έννοιας). Μολονότι κοινοτοπία, έχει σημασία να ξαναλέγεται ότι «κεφαλαιοκρατική τάξη» και «προλεταριάτο» αντιπροσωπεύουν δομικές θέσεις στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγήςπου μπορούν να στοιχειοθετηθούν σε πολλές ιστορικές του μεταμορφώσεις.

Το μοντέλο του κρατικογραφειοκρατικού καπιταλισμού έδειξε ότι η «κεφαλαιοκρατική τάξη» δεν ταυτίζεταιυποχρεωτικά με τον νομικό ιδιοκτήτητων μέσων παραγωγής (του κεφαλαίου στην ευρύτερη έννοιά του), όπως στην κλασική εποχή τού φιλελευθερισμού, αλλά συμπίπτει μάλλον με τις ομάδες που τα ελέγχουν και τα διαχειρίζονται: γραφειοκρατικές ελίτ στην πρώην Ανατολική Ευρώπη, ανώτατα εκτελεστικά στελέχη, μάνατζερς και policymakersστη Δύση, για παράδειγμα, οι οποίοι συνδέουν τη λειτουργία τους με την απεριόριστη αναπαραγωγή και επέκταση του κεφαλαίου και, μέσω αυτής ακριβώς, καρπούνται ένα κολοσσιαίο μέρος τού κοινωνικού υπερπροϊόντος. Σήμερα, οι υψηλότεροι τέτοιοι διαχειριστές είναι σε μεγάλο βαθμό και ιδιοκτήτες κεφαλαίων, βέβαια· όπου όμως έλεγχος και «ιδιοκτησία» του κεφαλαίου διαχωρίζονται –όπως στην περίπτωση των χιλιάδων μικρο-ομολογιούχων στη μετοχική εταιρεία ή των καταθετών στο τραπεζικό ίδρυμα–, η πραγματική εξουσία ανήκει τους διαχειριστές.

Η έννοια «προλεταριάτο», αντίστοιχα, σηματοδοτεί το τεράστιο σώμα εκείνων οι οποίοι, στερούμενοι από οιαδήποτε κυριότητα στα μέσα παραγωγής, βρίσκονται παγιδευμένοι στη σχέση μισθωτής εργασίας. Και αυτό έχει δύο αλληλοσυνδεόμενες συνέπειες, μία «ποσοτική» και μία –ακόμη σοβαρότερη–ποιοτική: από τη μία πλευρά, τη διαρκή απόσπαση ενός μέρους τού προϊόντος τους υπό τη μορφή κεφαλαιοκρατικού κέρδους (υπεραξία)· και από την άλλη, την ενδημική αποξένωση από την ίδια τους τη δραστηριότητα, από των έλεγχο των σωματικών τους δυνάμεων και της φαντασίας, από την ατομική τους αυτοπραγμάτωση στο ίδιο το προϊόν της δράσης τους – πηγή μιας ανυπολόγιστης παθογένειας με αναρίθμητες κλινικές όσο και κοινωνικές όψεις.

* * *

Οι σχέσεις αυτές διατηρούνται, και οξύνονται μάλιστα, στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό παρά τη δραματική μείωση του όγκου και την αλλαγή χαρακτήρα της εργασίας. Η γενίκευση του αυτοματισμού, μαζί με τη διάλυση του βιομηχανικού προλεταριάτου στις μορφές που το ξέραμε, συνεπέφερε κατ’ αρχήν μια επαναστατική δυνατότητα: την απελευθέρωση από την εργασία, που ήταν για πρώτη φορά εφικτή σε μεγάλη κλίμακα χάρη στις νέες τεχνολογίες. Η πραγμάτωσή της ωστόσο προϋπέθετε ότι η παραγωγή θα προσανατολιζόταν στις ανθρώπινες ανάγκες και όχι στο κεφαλαιοκρατικό κέρδος· που σημαίνει ότι η εργασία παύει να είναι εμπόρευμα και ο ελεύθερος χρόνος κατανέμεται ισόποσα στο πληθυσμό. Είναι ακριβώς η δυνατότητα που εμποδίστηκε λυσσαλέα από τα συνασπισμένες κεφαλαιοκρατικές ελίτ, οι οποίες εκβίασαν τη συνεχόμενη δουλεία του πληθυσμού στην κατανάλωση μέσ’ από τις καινοφανείς στρατηγικές τού δανεισμού και του χρέους. Το τεράστιο απόθεμα χρόνου που γέννησαν οι νέες παραγωγικές δυνάμεις (ο αυτοματισμός) εμφανίζεται έτσι μόνο υπό την αρνητική του μορφή, ως μαζική ανεργία και υπερχρέωση. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και αλλιώς: μόλις προέκυψε ελεύθερος χρόνος, αντί να μοιραστεί ελεύθερα σε όλους, έγινε εμπόρευμα από το οποίο κάποιοι προσπαθούν να κερδίσουν – διότι χρηματοπιστωτική αξιοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει, ακριβώς, κεφαλαιοποίηση του χρόνου (πράγμα που σημαίνει επίσης: στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, τα εμπορεύματα εργασία και φυσικοί πόροι υπάγονται στο τελευταίο και μέσω αυτού «αξιοποιούνται»).

Υπάρχει μια παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε εμπορικό, βιομηχανικό και χρηματοοικονομικό κεφάλαιο. Το εμπορικό κεφάλαιο προηγήθηκε κατά πολύ του καπιταλισμού, και μπορεί να βασίζεται σε ποικίλους τρόπους παραγωγής· μόνο αφότου η εργασία έγινε εμπόρευμα στη συνθήκη της «ελεύθερης» αγοράς μπορούμε νόμιμα να μιλάμε για καπιταλισμό – και αυτό συνέπεσε με την ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου. Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο συνυπήρχε από νωρίς με το εμπορικό (δύο ή τρεις αιώνες πριν από την έναρξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη) και ήταν ο παράγων που επέτρεψε την αναγκαία συσσώρευση για την ανάπτυξη του τελευταίου· έκτοτε λειτουργεί σε διαρκή ανατροφοδότηση με το βιομηχανικό κεφάλαιο, μέχρις ότου, στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλείται αυτό να αναλάβει δραστικά την αξιοποίηση του λιμνάζοντος βιομηχανικού κεφαλαίου. Σήμερα το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι κατά μια έννοια όλο το κεφάλαιο, οι άλλες μορφές εμπεριέχονται σε αυτό και λειτουργούν μέσω αυτού. Είναι ο αμφιλεγόμενος «σωτήρας» του καπιταλισμού, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Κυρίαρχη «κεφαλαιοκρατική τάξη» μπορούμε να ονομάζουμε νόμιμα τους διαχειριστές των ροών του, και υποτελή τάξη (θέσει «προλεταριάτο») τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού που είτε υπόκειται στους κτηνώδεις καταναγκασμούς της μισθωτής εργασίας είτε συνιστά το τεράστιο αποθεματικό ανέργων που χρησιμοποιείται ως μέσο περαιτέρω συμπίεσης –εκτατικής και εντατικής– της τελευταίας.

* * *

Το επίκαιρο ζήτημα της Ελλάδας στην Ευρωζώνη εικονίζει παραδειγματικά τις νέες σχέσεις κυριαρχίας.Τί θέλει η ελίτ των διαχειριστών αυτού τού υπερεθνικού κεφαλαιοκρατικού συνασπισμού (που μια κολλώδης διπλωματική γλώσσα αποκαλεί «εταίρους») από μια χώρα της περιφέρειας όπως η Ελλάδα; Μόνο αφελείς μπορούν να πιστέψουν ότι από τη θέση τους ως δανειστών ζητούν απλώς «να πληρώσουμε το χρέος μας»· ξέρουν όσο κι εμείς ότι το χρέος αυτό ούτε μπορεί ούτε πρόκειται να πληρωθεί ποτέ, και αν υποθετικά ήμασταν σε θέση να το αποπληρώσουμε στο σύνολό του, θα έκαναν τα πάντα για να το εμποδίσουν. Στόχος τους είναι με το μαστίγιο του χρέουςνα εξουδετερώνουν προκαταβολικά οιαδήποτε «σοσιαλιστική παρέκκλιση»τύχει να αναφανεί σε οποιαδήποτε γωνιά της επικράτειας που ελέγχουν: δηλαδή, να κρατούν σε καταστολή την εργασία και να υπάγουν σε αγοραία «αξιοποίηση» όλους τους διαθέσιμους υλικούς και κοινωνικούς πόρους – ώστε να εξασφαλίζουν τη διαρκώς κλονιζόμενη κερδοφορία τού τραπεζικού και εταιρικού κεφαλαίου (όπως ακριβώς, στα πλαίσια του αμέσως προηγουμένου μοντέλου καπιταλισμού, δάνειζαν αφειδώς για να εξασφαλίζουν αγορές στα προϊόντα του…). Ενόψει αυτού, το να προσάγουμε την διόγκωση του εθνικού χρέους και τη συνακόλουθη «ανθρωπιστική καταστροφή» ως επιχείρημα για την αποτυχία τού μνημονίου σημαίνει ότι μιλάμε άλλη γλώσσα: για τους δικούς τους σκοπούς, αυτά ακριβώς είναι οι αδιάσειστες αποδείξεις της επιτυχίας του.




Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ως οργανωμένο έγκλημα


Μία συνέπεια της δομής των παραγωγικών σχέσεων στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, όπως την παρουσίασα στο προηγούμενο άρθρο μου, είναι η παράλληλη ύπαρξη λιμναζόντων κεφαλαίων, από τη μία πλευρά, και τεράστιου όγκου αχρησιμοποίητης εργασίας (που πρακτικά μεταφράζεται σε ανεργία), από την άλλη. Γιατί τα δύο αυτά δεν μπορούν να συναντηθούν για την παραγωγή αληθινού πλούτου, και μάλιστα με ελάχιστο χρόνο εργασίας, για τις κοινωνίες; Όσο παράλογο κι αν ακούγεται, επειδή, από την άποψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου, δεν συμφέρει πλέον. Καμία παραγωγική επένδυση «δεν συμφέρει» επειδή το μειούμενο ποσοστό κέρδους από την εκμετάλλευση της εργασίας (μειούμενο για τους λόγους που εξήγησα στα προηγούμενα άρθρα, κι εφόσον η εργασία αυτή δεν είναι ευτελισμένη σε βαθμό που, μέχρι προσφάτως τουλάχιστον, ήταν αδιανόητος σε «ανεπτυγμένες» χώρες) κρίνεται ως ανεπαρκές για τις υπέρογκες αξιώσεις κερδοφορίας των διαχειριστών του κεφαλαίου· οπότε η στρατηγική που επιλέγεται είναι η χρηματοπιστωτική αξιοποίηση.

Αν η χρηματοπιστωτική αξιοποίηση ισοδυναμεί, όπως είπα, με «κεφαλαιοποίηση του χρόνου», μένει να δούμε πώς μεταφράζεται αυτό στην πράξη. Ο χρόνος δεν έχει υλική υπόσταση· είναι μια υποστασιοποιημένη αφαίρεση που ανάγεται σε μια μήτρα υπολογισμών. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι προσομοιώνεται μια δυνητικήπαραγωγή και δυνητικήαπόδοση, ως εάν είχαν λάβει χώρα, και προεισπράττεται ένα δυνητικό κέρδος. Είναι σαν να λέμε ότι η ανταλλακτική αξία αυτοαναπαράγεται εκθετικά χωρίς να εμπλέκεται καμία αξία χρήσης. Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «φούσκα»(κυριολεκτικά, για τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής ό,τι για τη βιολογική ζωή ο καρκίνος). Επειδή όμως η προείσπραξη είναι πράξη που πρέπει να μεταφραστεί σε πραγματικούς υλικούς πόρους, προκύπτει μόνο από την αρνητική αναπαράσταση της υλικής παραγωγής, υπό τη μορφή διευρυνόμενου χρέους των παραγωγών: χρωστούν αυτά τα οποία δεν έχουν παραγάγει, σε αυτούς οι οποίοι δεν έχουν επιτρέψει, ως κάτοχοι των πραγματικών μέσων παραγωγής, την παραγωγική αξιοποίηση της εργατικής τους δύναμης. Είναι το κυριολεκτικά σχιζοφρενικό «διπλό αδιέξοδο» στο οποίο οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ έχουν εγκλωβίσει τις ανθρώπινες συλλογικότητες στις ημέρες μας.

* * *

Από την άποψη των ζωτικών συμφερόντων της ανθρωπότητας μιλάμε χωρίς αμφιβολία για ειδεχθές έγκλημα. Επειδή όμως το νομικό εποικοδόμημα του κεφαλαιοκρατικού κόσμου εξακολουθεί να βασίζει στην αντεστραμμένη αναπαράσταση των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων ιδιοκτησίας, αντιστρέφονται επίσης τα κριτήρια του εγκλήματος: από τη σκοπιά των κεφαλαιοκρατικών τάξεων και του νομικού τους οπλοστασίου, έγκλημα είναι το ίδιο το (με τους παραπάνω χειρισμούς παραγόμενο) χρέος, και ο οφειλέτης απογυμνώνεται σταδιακά από όλα τα αστικά του δικαιώματα υποβιβαζόμενος σε παρία ή οικονομικό σκλάβο. Το δίκαιο αυτό δεν έχει βεβαίως άλλη νομιμοποίηση από τους μηχανισμούς ωμής βίας που κινητοποιούνται για την επιβολή του – και αυτό εξηγεί την παροξυσμική αυταρχικοποίηση του παγκόσμιου νομοθετικού πλαισίου και των κατασταλτικών του μηχανισμών τις τελευταίες δεκαετίες.

Αυτό το στοιχείο ωμής βίας μού φαίνεται ότι είναι το πιο παραγνωρισμένο συστατικό τού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ένα μεγάλο μέρος των εικονικά παραγόμενων «κερδών», βέβαια, ως πλασματικό εξαρχής καταλήγει να εξαερώνεται στην πράξη (εξ ου και οι αλυσιδωτές χρεωκοπίες γιγάντιων χρηματοπιστωτικών οργανισμών)· το υπόλοιπο όμως που όντως υλοποιείται, αν το παρακολουθήσουμε ως την άλλη του άκρη, παράγεται από τη σύνθλιψη μυριάδων υπάρξεων στον πλανήτη, ανθρώπινων και μη ανθρώπινων, υπό όρους που σε τίποτα δεν διαφέρουν από αυτό που καλούμε «οργανωμένο έγκλημα»: δουλική εργασία, μαστροπεία, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, ληστρικούς εκβιασμούς και μεθοδευμένες οικοκτονίες. Αν φράσεις όπως «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και «νόμος είναι η θεσμοποιημένη βία» ηχούσαν στο παρελθόν ως προειδοποιητικές υπερβολές, στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό έχουν πραγματωθεί με την πιο κυριολεκτική σημασία. Διότι αν κάποτε ο καπιταλισμός μπορούσε να αποσπά νομιμοποίηση με το επιχείρημα ότι αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας, ή ότι εξασφαλίζει συνθήκες υλικής ευημερίας για ολοένα διευρυνόμενα στρώματα του πληθυσμού (πράγματα που ήταν εν μέρει αλήθεια), σήμερα δεν μπορεί πια να το επικαλεστεί: ο καπιταλισμός μόνον ως παραγωγή καταστροφής μπορεί να διαιωνίζει την ύπαρξή του[1].

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, ενόψει όλων αυτών, ο καπιταλισμός μοιάζει να καταποντίζεται μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις· και είναι από πολλές απόψεις σωστό.Το ότι όμως ο καταποντισμός του είναι σε θέση να συμπαρασύρειολόκληρο τον πλανήτη στην άβυσσο, κι εν πάση περιπτώσει το ότι, όσο διαρκεί, το κόστος σε ανθρώπινη οδύνη και αίμα είναι ανυπολόγιστο, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο με δραματική οξύτητα το παλιό επαναστατικό ερώτημα: ποια ανθρώπινη συλλογικότητα είναι εκείνη που, μη αρκούμενη στην αυτόματη δικαιοσύνη οιωνδήποτε «νόμων της ιστορίας», θα θέσει με τη δράση της τέλος στη δολοφονική επιβίωση τού καπιταλισμού; Ποιες μορφές βίας πρέπει και μπορείνα μεταχειριστεί προκειμένου να εξουδετερώσει τις πανίσχυρες και αδίστακτες κεφαλαιοκρατικές ελίτ που κυβερνούν με ασύλληπτους μηχανισμούς ισχύος την οικουμένη; Και, πάνω απ’ όλα, πώς μπορεί να αποτρέψει το καθ’ υποτροπήν δράμα όλων των νεωτερικών επαναστάσεων – τη νεκρανάσταση του βαμπίρ ακόμη και όταν θα του έχει μπήξει την ξύλινη σφήνα στην καρδιά; Όποιος νομίζει ότι αυτά είναι ερωτήματα του παρελθόντος, ξεπερασμένα πια σήμερα, κινδυνεύει να γίνει ο ίδιος ένα θλιβερό απολίθωμα του παρελθόντος.

Σημειώσεις
(1) Αυτό άλλωστε είναι εμφανές και στη γεωστρατηγική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σήμερα (εν πρώτοις του Ατλαντικού άξονα και των δορυφόρων του, που εξακολουθεί να δεσπόζει πολιτικοστρατιωτικά, και είναι μάλιστα αναγκαίος παράγων για την οικουμενική επιβολή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού). Ενώ άλλοτε η δράση τους χαρακτηριζόταν από τη θετική επιδίωξη μονοπωλιακής πρόσβασης σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και αγορές, σήμερα γίνεται όλο και περισσότερο αρνητική: στρατηγική της είναι πρωτίστως η αποτροπή ανάδυσης άλλων υπερδυνάμεων, ισχυρών ή έστω αξιόμαχων ανταγωνιστών σε οιαδήποτεκλίμακα, που στην πράξη σημαίνει μεθοδευμένη καταστροφή έστω και χωρίς άλλον διαφαινόμενοστόχο.Γιατί; Εύστοχη βρίσκω την εξήγηση της Έφης Κωτσάκη, σε πρόσφατο άρθρο της στον Δρόμο της Αριστεράς με τίτλο «Από το οικονομικό στο γεωπολιτικό χάος» (Σάββατο, 14-2-2015), απ’ όπου και παραθέτω: «Υποκείμενο λόγο αυτής της δραστικής μεταβολής παραδείγματος θεωρώ την οιονεί παγκόσμια μονοπώληση ισχύος και πλούτου εκ μέρους της δυτικής ελίτ (1%), συνδυασμένη με την αδυναμία της –αλλά και έλλειψη διάθεσης λόγω εξάντλησης σπανιζόντων πόρων, περιβαλλοντικής υποβάθμισης, κλπ.– να ανταγωνιστεί στο παραγωγικό επίπεδο σειρά σχετικά ανεξάρτητων και αναδυόμενων κέντρων συσσώρευσης και ισχύος (Κίνα, Ρωσία, λοιπές BRICS, κλπ.). Στην προσπάθειά της να διακόψει αυτή την ανταγωνιστική άνοδο, επιχειρεί με μαζική επιβολή πολιτικών “διαίρει και βασίλευε” και με εξαπάτηση, στηρίζοντας-κατασκευάζοντας-εξαπολύοντας-εξαπλώνοντας διάφορες «διαβολικές» δυνάμεις (ισλαμική και νεοφασιστική τρομοκρατία ιδίως), να προκαλέσει-ενισχύσει εμπρόθετα χαοτικές καταστάσεις, που εμμέσως στηρίζουν την ηγεμονία της και εμποδίζουν την ανάδυση των αντιπάλων της». 


Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Mad Max: Fury Road


του Keunermann



Είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα sequel μετά από τριάντα χρόνια, και μάλιστα ένα επιτυχημένο, που δεν περιορίζεται στην αντιγραφή του εαυτού του, αλλά στον εκσυγχρονισμό και την κόμιση νέων ιδεών που πλαισιώνουν τη διατήρηση της φυσιογνωμίας ενός franchise. Ο ελληνικής καταγωγής Αυστραλός George Miller αντεπεξέρχεται επιτυχώς στην πρόκληση που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του, επιστρέφοντας μετά από πολλά εμπόδια σε μια τέταρτη ταινία στο σύμπαν του Mad Max. Πρόκειται για τον κόσμο εκείνον για τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι επινοήθηκε ο όρος «μετα-αποκαλυπτικό ντίζελπανκ».

Μιλώντας για το Fury Road, θα όφειλε ίσως να ξεκινήσει κανείς τα σχόλιά του από τους πρωταγωνιστές και τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν. Εξαιρετικές θεωρούμε πως είναι οι επιλογές του Thomas Hardy, της Charlize Theron και του Nicholas Hoult (ο Hank McCoy των νέων X-men) στο καστ. Ειδικά η δεύτερη κλέβει την παράσταση, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ουσιαστικής πρωταγωνίστριας στην ταινία, ως η μαχητική αμαζόνα των δρόμων Furiosa. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο εμβληματικός villain Immortan Joe (τον υποδύεται ο Hugh Keays-Byrne, ο Toecutter από την πρώτη ταινία), ο οποίος «φτύνει» ορισμένες από τις πλέον αξιομνημόνευτες ατάκες -δεν είναι και πολλές- που ακούγονται στη διάρκεια του φιλμ. Ο Hardy είναι ιδανικός για τον ρόλο και κατά πάσα πιθανότητα θα αποδειχθεί πολύ καλύτερος ηθοποιός από τον Mel Gibson, αλλά νομίζω ότι προς το παρόν μένει στη σκιά του προκατόχου του, που έμοιαζε κομμένος και ραμμένος για τον ρόλο του περιπλανώμενου, σκληρού και ευαίσθητου συνάμα χαρακτήρα.

Να υποθέσουμε ότι είναι βάσιμο να γίνεται λόγος περί ενός νέου κύματος μεγαλόπνοης κι ευφυούς επιστημονικής φαντασίας, ενός πρόσφατου αστερισμού ταινιών, σε απόσταση από το Hollywood (βλέπε διαμάντια όπως τα “District 9” και “Snowpiercer”), τη στιγμή που το τελευταίο ασθμαίνει από την ανακύκλωση παλαιών ιδεών και τον οπτικό εντυπωσιασμό των ακριβών παραγωγών; Παρά τον ενδεχομένως βιαστικό χαρακτήρα της, η εκτίμηση αυτή δε στερείται αλήθειας. Πάντως, η ταινία που μας αφορά εδώ χαιρετίστηκε ως ένα επιτυχημένο πάντρεμα δράσης και πλοκής, φαντασίας και καλλιτεχνικής άποψης, όπου δεσπόζει η -προκύψασα στην πορεία- φεμινιστική πινελιά, έστω και όχι δίχως αστερίσκους και επιφυλάξεις. Έχουμε μια ιστορία επιβίωσης και ταυτόχρονα εκδίκησης, που εκτυλίσσεται ως μια αντιπαράθεση μεταξύ των θεσμικών μηχανισμών του κράτους -εν προκειμένω, της πατριαρχικής κρατικής δομής υπό τον Immortan και τα φανατισμένα “War Boys” του- και μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής, η οποία είναι εξωτερική και διεκδικεί για λογαριασμό της έναν τρόπο πτύχωσης, οικειοποίησης και διαμόρφωσης του χώρου. Υπέροχες είναι οι εικόνες του ρημαγμένου ερημικού τοπίου, από το κεραμιδί των κόκκων της άμμου υπό το φως του πύρινου ήλιου μέχρι το γκριζομπλέ των νυχτερινών πλάνων, καθώς διευθυντής φωτογραφίας είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ, John Seale, που επανήλθε στην ενεργό δράση για τις ανάγκες του φιλμ. Τα γυρίσματα έγιναν στη Ναμίμπια και επίσης -όπως είναι αναμενόμενο- σε εκτάσεις της αυστραλιανής υπαίθρου. Η μουσική, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα πρακτικά εφέ που ως επί το πλείστον «κάνουν τη δουλειά» είναι επίσης αξιοπρόσεκτα. Ασφαλώς, δε θα μπορούσε να λείπει από αυτή την απαρίθμηση η καταιγιστική δράση υψηλών οκτανίων, εφόσον η ταινία συνίσταται εν πολλοίς σε μια μεγάλη σκηνή καταδίωξης.


Υδάτινοι πόροι και καύσιμα έχουν περιέλθει σε καθεστώς σπάνεως, ενώ οι υφιστάμενες υποδομές άντλησης και αποθήκευσης και τα συναφή δίκτυα διανομής καναλιζάρονται από τον Ηγέτη ως εργαλείο ελέγχου και καθυπόταξης των υπηκόων του, ήτοι ισχύος, μέσω διασφάλισης της εξάρτησής τους από αυτόν και της πειθήνιας στάσης τους. Υπόσχεται στους πολεμιστές του μία αθάνατη ζωή δίπλα σε αυτόν, καλπάζοντας στη Βαλχάλα, προκειμένου να τους εμψυχώσει και να τους πωρώσει μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ηρωικού θανάτου στο πεδίο της μάχης. Στο σύμπαν αυτής της καλτ λατρείας, η μυθολογία των βίκινγκς και το πολεμικο-πατριαρχικό φαντασιακό της μαχητικής πυγμής, της γενναιότητας και της δόξας δεσπόζουν ολοσχερώς ως ιδεολογικοί αρμοί που συνέχουν και διατηρούν τον κοινωνικό δεσμό, παρέχοντας έτσι το εχέγγυο της ομαλής αναπαραγωγής του καθεστώτος στο πέρασμα του χρόνου.



Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Fury Road πλαισιώνει θαυμάσια την πρώτη τριλογία. Το Mad Max του 1979 λειτουργεί ως εισαγωγή, υπό την αφήγηση μιας ιστορίας εκδίκησης. Το πράγμα έχει ξεφύγει στο The Road Warrior, δυο χρόνια αργότερα: εκεί παρακολουθούμε τον πόλεμο μεταξύ συμμοριών στο δυστοπικό ερημωμένο τοπίο, όπου κυριαρχούν οι έχοντες ενεργειακή αυτάρκεια και οι δυνάμενοι να εύρουν τους απαιτούμενους ενεργειακούς πόρους (βενζίνη, πετρέλαιο), και ασφαλώς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πρόκειται για μια ταινία καταδίωξης με πανκ αισθητική, όπου κατοχυρώνεται το trademark ύφος του franchise (και εντάσσεται επίσης σε μια αντίστοιχη φουρνιά sci-fi της εποχής, μια ακολουθία που θα μπορούσαμε ενδεικτικά να αποδώσουμε αναφέροντας τα “Escape from New York” [1981], “Blade Runner” [1982], “The Terminator” [1984], “Brazil” [1985]). Στο “Beyond Thunderdome” του 1985 ο προϋπολογισμός είχε αυξηθεί, αλλά η αντίδραση των θεατών δεν υπήρξε ενθουσιώδης, μολονότι κατά τη γνώμη μας είναι ελαφρώς υποτιμημένη η αξία και η θέση της στο σύμπαν του «Τρελλομάξ».

Κάτι που μας φαίνεται ενδιαφέρον στη σειρά αφορά το ότι κάθε ταινία είναι διαφορετική από τις άλλες. Μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει για τα σημεία που δεν του άρεσαν, για το ποια είναι η λιγότερο αγαπημένη του, αλλά όχι να κατηγορήσει τον σκηνοθέτη για αντιγραφή του εαυτού του, αφού σε κάθε μία βλέπουμε μια διαφορετική ενσάρκωση του αντι-ήρωα -ως αστυνομικό/εκδικητή, ως οδηγό/προστάτη και ως μονομάχο/μεσσία αντίστοιχα-, πλαισιωμένου από ένα γνώριμο, αλλά πάντοτε ανανεωμένο σκηνικό. Το ερημωμένο περιβάλλον με τα οχήματα και τη μεταλλική επίστρωση απηχεί κάθε φορά τα προηγούμενα, δίχως να είναι ποτέ το ίδιο. Ανεξαρτήτως του αν θα υπάρξει επόμενη ταινία -κάτι εξαιρετικά πιθανό, μετά τη δεδομένη επιτυχία της- και του κατά πόσον αυτή θα είναι καλή ή όχι, ο Max Rockatansky είναι ένα άβαταρ καταδικασμένο να επιστρέφει.


Κείμενα:


Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Mad Max-Deleuze-Πενθεσίλεια (LLS)


Η νέα εκδοχή του Mad Max είχε μια ενδιαφέρουσα σήμανση: Το παρόν και μέλλον ανήκει στις γυναίκες.

Με μια σκοτεινή, νοσηρή εικονογράφηση παρουσιάζεται η ομάδα των κυρίαρχων μονοσήμαντα αρσενική. Αλλά τι είναι τα αρσενικά. Λευκά ανδροειδή με γενετικά προβλήματα που τους καθιστούν εξαρτημένους από συνεχείς αιμοδοσίες, γεμάτα κακοήθεις όγκους, με νοητικό σύμπαν δεκάχρονου, μαρκαρισμένα σαν γελάδια, μερικοί με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα και συνεχή παροχή οξυγόνου, άπαντες ψυχωτικοί,  σχεδόν τερατόμορφοι και υποταγμένοι στην αυταρχική εξουσία. Απέναντί τους οι γυναίκες επαναστάτριες, όμορφες, πολεμίστριες, συλλέκτριες και συντηρητές μοναδικών καρπών, γόνιμες,  υγιείς, θαρραλέες με όραμα και τακτική.

Το τέλος δεν αξίζει καν να το υποθέσουμε.

Κάπου ανάμεσα, ένας δύσπιστος μονόχνοτος κάου μπόυ επιδεικνύει ακροβατικές πολεμικές και αιμοδοτικές επιδόσεις με μια συνεχή ξινίλα στο πρόσωπο. Το όνομα της ταινίας είναι ετεροβαρές, σχεδόν άδικο. Ο Mad Max απλώς συνεπικουρεί τις γυναίκες μαχήτριες, που καθοδηγούνται μαεστρικά από τη γοητευτική μονόχειρα στρατηγό Furiosa.

Στο Mad Max λοιπόν αναδύεται ένας πρωτόλειος μαχητικός, πολεμικός φεμινισμός, μια ολική επαναφορά ενός ιδεολογικού Αμαζονισμού.

Ο πολεμικός φεμινισμός δεν είναι αιωρούμενος. Καθώς η ταινία αναφέρεται σε πρωτόγονες κοινωνίες, που έχουν εκπέσει από μια υποτιθέμενη ανώτερη ποιότητα, αναδύεται ως ολική επαναφορά του μύθου της Αμαζόνας.

Η μάχη όμως των γυναικών εναντίον της νοσηρής ανδρικής εξουσίας διεξάγεται με τους όρους που στην προβληματική των Deleuze-Guatari  θα ονομάζαμε "νομαδικότητα εναντίον κράτους".

Όλα τα θέματα και μοτίβα της προβληματικής που εμβαθύνουν οι DG στις Χίλιες Πλαταιές, στο κεφάλαιο  "Η πολεμική μηχανή " αναδεικνύονται:

1. Η πολεμική μηχανή είναι εξωτερική ως προς την κρατική δομή

Στο Mad Max ο κυρίαρχος ψυχωτικός Immortan Joe εμφανίζεται αρχικά ως επικεφαλής μιας πλήρους κρατικής δομής. Η κυριαρχία του εδράζεται στην ιδιοκτησία, γράμμωση και διανομή των ζωτικών πόρων (νερό, μητρικό γάλα), έχει ιεραρχικές λειτουργίες (πολεμιστές σε διάταξη και προετοιμασία, γυναίκες σε αποκλειστικούς αναπαραγωγικούς ρόλους), ταξινομικά συστήματα (στρατηγούς, επιμελητεία πολέμου) και μηχανισμούς ελέγχου της επικράτειάς του. Η κρατική εξουσία του είναι πτυχωμένη σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι αξιοπερίεργο πως η χρήση αριθμών από τον επιμελητή του Immortan αντιστοιχεί στην παρατήρηση των DG ότι ο αριθμός αλλάζει θεμελιακά θέση όταν χρησιμοποιείται στον πόλεμο. Η αρίθμηση των απωλειών του στρατού, που γίνεται στο μέσο μιας μάχης, είναι άλλης τάξεως από την αριθμητική ταξινόμηση του χώρου που επιχειρούν οι «επαναστάτες», όταν υπολογίζουν το δρομολόγιό τους στον «ρευστό» χώρο τους.

2. Η πολεμική μηχανή είναι επινόηση των νομάδων, καθώς είναι διακριτή από το κράτος και τους στρατιωτικούς θεσμούς του. Η πολεμική μηχανή έχει τρεις όψεις: την χωρογεωγραφική, την αλγεβρική και την επιδραστική.   

Η αντίπαλη  νομαδική μηχανή της ομάδας των γυναικών είναι μια πολεμική ομάδα χωρίς κράτος, δεν προέρχεται ως προέκταση ή ως λειτουργική απόληξη ενός κράτους, ούτε  καν μιας πτυχής του κράτους. Είναι πολεμική μηχανή αυτόνομη. Καθώς η στρατιωτική συγκρότηση του Immortan αποσπάται από την κρατική χωρική μήτρα, αντιμετωπίζει έναν εχθρό που φαινομενικά δεν έχει ένα κατανοητό σχέδιο. Η ομάδα Furiosa-Mad Max έχει ένα δρομολόγιο που ανατρέπεται συνεχώς και τελικά παίρνει την πιο απρόσμενη κατεύθυνση. Ο πολεμικός νομαδισμός των Αμαζόνων αποδιοργανώνει τη βαριά συμπαγή συμμορία-κράτος. Με όρους των DG, οι Αμαζόνες κινούνται στον ανομοιογενή «ρευστό» χώρο τον οποίο ο στρατός δεν μπορεί να κωδικοποιήσει ως γραμμικό ταξινομημένο χώρο. Οι ίδιες πεδιάδες είναι για τους μεν «μαλακή» αποτύπωση, για τους δε «κλειστός επιμετρημένος χώρος».

Στον κόσμο του Mad Max ο τεχνολογικό κόσμος διαλύθηκε, ως εάν να διατηρήθηκε άθικτη η αυτοκίνηση προψηφιακής τεχνολογίας του '50. Όλα τα οχήματα, τα σύγχρονα άλογα του πολεμικού Αμαζονισμού της ταινίας, αυτοκίνητα, φορτηγά, μπουλντόζες και πάσης φύσεως υβριδικά μεικτά κατασκευάσματα αυτοκίνησης, δεν έχουν ψηφιακά μέρη ή καν ίχνη. Η δραματουργική σύμβαση αναδεικνύει μιαν άλλη ντελεζιανή αναζήτηση: τη διαφορά νομαδικής και βασιλικής επιστήμης. Η «χαμηλή» τεχνολογία των οχημάτων επιτρέπει στους επαναστάτες νομάδες να αυτοσχεδιάζουν τεχνολογικά, να επινοούν πατέντες ως κύριοι μιας αποκεντρωμένης, ρευστής, προσβάσιμης τεχνολογίας. Οι Αμαζόνες και οι δύο συνοδοί τους κατέχουν μια «νομαδική» επιστήμη της αυτοκίνησης, που τους επιτρέπει να αντιπαρατίθενται στις πολλαπλάσιες σε όγκο, δομή και μέγεθος δυνάμεις μιας συμπαγούς, κλειστής, τεχνολογικά ιεραρχημένης δομής, μιας «βασιλικής» ορθολογιστικής επιστήμης.

Ο πολεμικός γυναικείος νομαδισμός αναδεικνύεται μέσα σε έναν καταιγισμό δράσης, ενίοτε ανεπίτρεπτης νοσηρότητας, και επενδύεται από μια βαγκνερικού ύφους υποβλητική μουσική.

Το Χόλυγουντ διασχίζει τον δρόμο "Deleuze και Πενθεσίλεια", χωρίς ίσως καν να ξέρει τα ονόματά τους.


Πηγή Hypothesis

* απολαυστικός lls, με την ελάχιστη απαιτούμενη φιλολογική επιμέλεια. -Κ. 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Σημιτισμός -ώριμος ή συμπονετικός- και τοξικά ανάλογα (LLS)


Η εμφάνιση του Σημίτη στη δίκη Τσοχατζόπουλου συνόψισε την διακυβέρνησή του: ο  πρώην πρωθυπουργός επικαλέστηκε ένα τυπικό όριο ευθυνών και απέδωσε τον εκτροχιασμό του υπουργού του στην ηθική του ποιότητα.

Η περίοδος του Σημίτη καθορίζεται από την ονομασία "εκσυγχρονισμός". Η ονομασία σηματοδοτεί κυβερνητικές πρακτικές, συλλογικές προσδοκίες, μεταβολές σε οικονομικούς δείκτες. Εκ των υστέρων οι οικονομικοί δείκτες απεδείχθησαν θετικοί αλλά εύθραυστοι, οι κυβερνητικές πρακτικές αμφισβητήσιμες αλλά οι συλλογικές προσδοκίες παραμένουν οι ίδιες.

Την τελευταία τριακονταετία εντός του κοινωνικού σχηματισμού αναδύθηκε μια διακριτή στοιβάδα. Αυτή κινείται στο ρευστό μέσο της εισοδηματικής κλίμακας, διαθέτει υψηλό τυπικό μορφωτικό επίπεδο, συμβολοποιείται με εργασιακό στίγμα του λευκού κολάρου, και ευρίσκεται σε οργανική επαφή με τα δυτικο-ευρωπαϊκά γίγνεσθαι. Η στοιβάδα εκδηλώνει  μια ενδότερη ψυχική παρόρμηση για ένα κοινωνικό -πολιτικό βίο "Ευρωπαϊκό".

Η στοιβάδα αυτή θεώρησε τον Σημίτη ως καταλύτη που πραγματώνει αυτή τη ψυχική ενόρμηση.

Η περίοδος Σημίτη σηματοδοτεί το ασταθές σημείο ισορροπίας όπου η ψυχική συλλογική ροπή του συγκεκριμένου ρεύματος απογειωμένη  από τα υλικά δεδομένα της συγκυρίας της προσπάθησε να "έλξει"  την υπόλοιπη κοινωνία προς το λεγόμενο ευρωπαϊκό όραμα. Η ιδεολογική προσπάθεια είχε μερικά επιτεύγματα αλλά η περιρρέουσα  υλικότητα ήταν αμείλικτη. Το ιδεολογικό ψυχικό στίγμα του Ευρωπαϊσμού διέθετε μια ισχνή υλική βάση «παραγωγικής αριστείας»  και επομένως δεν είχε οργανικούς διανοούμενους από το χώρο των ανταγωνιστικών διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Το ρεύμα εκδηλωνόταν με την εξής παράδοξη έως κωμικοτραγική μορφή: φυσικοί εκπρόσωποι της απασχόλησης στο στενό ή ευρύτερο τομέα, υπερθεμάτιζαν υπέρ ενός υγιούς φιλελευθερισμού με πρωταγωνιστή τον εξωστρεφή ιδιωτικό τομέα , ο οποίος όμως ήταν λυμφατικός. Κατά βάθος, ο «εκσυγχρονισμός»  εξέφραζε την αγωνία των προνομιούχων του δημοσίου που κατάλαβαν έγκαιρα πως τα προνόμιά τους ήταν αβέβαια χωρίς την σταθερή χρηματοδότηση από ένα ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα. Το ρεύμα ήταν  σε αντίθεση με τους αρχαϊκούς πόλους των απασχολουμένων του Δημοσίου, οι οποίοι θεωρούσαν τις αμοιβές τους ως μονοσήμαντο επακόλουθο της κλασσικής έντασης εντός του δίπολου «Κεφάλαιο-Εργασία».  

Κατανοούμε έτσι το αιωρούμενο του Σημιτικού εγχειρήματος. Η αιώρηση αυτή εκδηλώνεται άριστα με την συνύπαρξη Σημίτη-Τσοζατζόπουλου στο δικαστήριο. Ο λυμφατικός παραγωγικός εξαιρετισμός άφηνε κενά στην πολιτική στελέχωση, τα οποία καλύφθηκαν από διάφορες φυλές του κρατικο-κομματικού πλέγματος. Η σχετική διόγκωση του τοξικού σκατολογικού ρεύματος της διαφθοράς φαίνεται τόσο φυσιολογική εκ των υστέρων.

Το ερώτημα όμως είναι τι απέγινε οντολογικά το ρεύμα  πίσω από την ονομασία «εκσυγχρονισμός».

Υποστηρίζω πως το ρεύμα κυριαρχεί μόνο που ευρίσκεται διασπασμένο σε δύο αντιθετικούς σχηματισμούς: το Ποτάμι και την ηγεσία Τσίπρα.

Το Ποτάμι εκφράζει τον Σημιτισμό στην ώριμη, στοχαστική μορφή του. Κρατεί αλώβητα τα «οράματα» αλλά μέσω της κωδικοποίησης του «νέου κόμματος» κρατά αποστάσεις από την εμμενή διαφθορά. Τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά είναι τα ίδια: λευκό κολάρο συντριπτικά εντός ή πέριξ του κράτους και ενσυναίσθηση της αδυναμίας να χρηματοδοτηθεί ένα «ελληνικό ευρωπαϊκό κράτος».

Η ηγεσία Τσίπρα εκφράζει τον Σημιτισμό στην συμπονετική μορφή του. Με τέτοια φαινόμενα φτώχειας είναι αδύνατο να επανεκκινηθεί το όραμα του 96: Προτεραιότητα λοιπόν στην «ανθρωπιστική κρίση» για να υπάρξει η «παραγωγική ανασυγκρότηση» δηλαδή η μετωνυμία του «εκσυγχρονισμού». Και εδώ το λευκό κολάρο του δημοσίου επικρατεί, η δε γνώση για την αδυναμία του να χρηματοδοτηθεί προσβλέπει  σε ένα υγιή κρατισμό μέσω ηθικών κρατικών επιχειρήσεων.

Μεταξύ «ώριμου» και «συμπονετικού» σημιτισμού οι διαφορές είναι υπαρκτές αλλά είναι διαφορές ενδορευματικές .

Ο συμπονετικός σημιτισμός δεν μπορεί να εκκινήσει το project του χωρίς την αρωγή του ώριμου. Ο σημιτισμός όπως αναλύθηκε είναι μειοψηφικός πραγματολογικά και λειτουργικά. Δεν μπορεί να υπάρξει ως καθολικό λαϊκό εμμενές ρεύμα, αλλά ως ηγεμονία επί  των ρευστών πληβειακών διαθέσεων.
  
Η αντίφαση του συμπονετικού είναι ότι η λογική του για ένα  υγιή κρατισμό ,τον οδηγεί αναπόδραστα στην κρατικοποίηση του, καθώς οποιαδήποτε διεύρυνση μιας κρατικής επιχειρηματικότητας απαιτεί ανάλογη στελέχωση. Η λογική συνεπαγωγή είναι πως για να εξασφαλιστεί η «υγεία» και η «ηθική» καλό είναι να στελεχώσουμε τον νέο κρατισμό με όσους ξέρουμε δηλαδή «εμάς». Ο συμπονετικός σημιτισμός οδεύει αναπόδραστα στην κομματικοποίηση του κράτους ακόμη και εναντίον των διακηρύξεων του. Για να αποφύγει τα κενά της κρατικής διαχείρισης, αυτά που δημιούργησαν  τον Τσοχατζόπουλο, είναι αναγκασμένος να βασιστεί στους δικούς του «ηθικούς».

Είναι ενδιαφέρουσα η ρήξη των ρευμάτων για το θέμα της παιδείας. Η άγαρμπη πρωτοβουλία Μπαλτά έγινε «στο πόδι» ακριβώς γιατί από το βασικό πρόταγμα της οικονομίας του υγιούς κρατισμού εξαφανίστηκε δια μαγείας η αποστροφή προς τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι σαφές ο συμπονετικός σημιτισμός αφ’ ενός μεν ενέδωσε στις πιέσεις συνδικαλιστικών εσωστρεφών  lobbies a la 80's και διέλυσε σε μια εβδομάδα θεσμικές τακτοποιήσεις μιας δεκαετίας  αφ’ ετέρου είχε ανάγκη να αμβλύνει τις εντυπώσεις για τον ενταφιασμό και την μουμιοποίηση των προταγμάτων για την καταστροφή που επιφέρουν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Εντός των στελεχιακών τακτοποιήσεων και προσδοκιών χρειαζόταν ένας αντιπερισπασμός. Μάλλον πέτυχε γιατί  το θέμα δεν γίνεται επίδικο μιας κοινωνικής συζήτησης. Τα πάντα διακινούνται, σε τελευταία ανάλυση, ως εσωτερική διαμάχη ακαδημαϊκών ομάδων. Αν αποδεχτούμε την γνωμάτευση ότι οι νέες ρυθμίσεις εκφράζουν μια επιστροφή σε ένα κομματικοποιημένο, εσωστρεφές πανεπιστήμιο, βλέπουμε ότι το αίτημα για το αποκομματικοποιημένο, εξωστρεφές πανεπιστήμιο δεν είχε βρει οργανικούς συμμάχους από τον χώρο της  εξωστρεφούς  οικονομίας. Τα λειτουργικά κενά της νεοελληνικής ολότητας είναι τόσο ορατά.

Οι προσεχείς εβδομάδες είναι οριακές για τον συμπονετικό σημιτισμό. Το μέλλον του είναι μόνο στην προσέγγιση του με τον άλλο κλάδο του ρεύματος. Ο διαρκής μετεωρισμός του έφτασε στα όρια. Αν και δεν κινδυνεύει  από μια προφανή κοπρώδη  διαφθορά, κινδυνεύει να καταρρεύσει από την αδυναμία του να χρηματοδοτηθεί τελείως πριν καν προλάβει να εκκινήσει την «παραγωγική ανασυγκρότηση» που θα εξασφαλίσει τους όρους επιβίωσής του.

Ο ώριμος σημιτισμός έχει προσφέρει εδώ και καιρό χέρι βοηθείας. Αν οι συμπονετικοί δεν το αδράξουν, τότε το νεοελληνικό project ενός εκσυγχρονισμού (συριζαϊκή argot: ανασυγκρότηση) σε συνθήκες λυμφατικής ή ασύμμετρης αστικής εξωστρέφειας θα ενταφιαστεί και την θέση του θα λάβουν νεοπαγείς αυταρχισμοί και τα τσοζατζοπουλικά ανάλογα. Ο τοξικός, χαμερπής Τσοχατζόπουλος δεν είναι μια ηθική εξαίρεση είναι σύμπτωμα κενών και ελλειμμάτων του εσωτερικού οθωμανισμού της ευρωπαϊκοφανούς κοινωνίας. Αυτά τα κενά υπάρχουν και ίσως διογκώνονται σήμερα. Χωρίς την αυταπάτη του σημιτισμού στις διάφορες εκδοχές, η πραγματική ρεαλιστική Ελλάδα του 2015 είναι επικίνδυνα αποκρουστική. Η εξωστρεφής ιδιωτική οικονομία είναι ασθενής, αλλά χωρίς την αυταπάτη του σημιτισμού θα γίνει ιστορικό απολίθωμα. Ο σημιτισμός είναι μια καλοδεχούμενη θετική απάτη και αν τα ρεύματά του ενωθούν έχουμε μερικές λίγες ελάχιστες ελπίδες.  


Πηγή Hypothesis 

* Ασφαλώς σε συμμεριζόμαστε την πολιτική ευχή του συντάκτη, αλλά εκτιμούμε τη διεισδυτικότητα της οπτικής του, όσον αφορά κυρίως την περιγραφή της κατάστασης. -Κ.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

David Harvey: «Όταν ξανάρθω, θα έχετε δραχμές»


Επ' αφορμή της επίσκεψής του στην Αθήνα, ο μαρξιστής γεωγράφος Ντέιβιντ Χάρβει μίλησε στους Έμμυ Καρίμαλη και Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου για το τελευταίο του βιβλίο, για τους αγώνες στην πόλη, για τα κοινωνικά κινήματα και την τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα. Τμήμα της συνέντευξης δημοσιεύτηκε στην «Εποχή» την Κυριακή 10 Μαΐου 2015.


«17 Αντιφάσεις» και μαρξιστική θεωρία


Ας ξεκινήσουμε απ' το τελευταίο σας βιβλίο, «17 Αντιφάσεις και το Τέλος του Καπιταλισμού». Ο επίλογος, όπως τιτλοφορείται, είναι ένα «Σύνολο Ιδεών για την Πολιτική Πρακτική». Υπάρχει μια τάση στους θεωρητικούς σήμερα να διστάζουν να θέσουν το ερώτημα «Τι να κάνουμε;» (και «ποιος θα το κάνει»). Σε τι το αποδίδετε αυτό;

Σε διάφορα πράγματα. Υπάρχουν πολλές διαφωνίες εντός της Αριστεράς σχετικά με το τι πολιτική πρέπει να ακολουθηθεί και αν διατυπώσεις ιδέες πάνω στο «τι να κάνουμε;» είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα δεχθείς επίθεση. Καλλιεργείται έτσι μια νοοτροπία του τύπου «ας μην το αγγίξουμε αυτό». Για μένα είναι σημαντικό να εκτίθενται οι συνέπειες της κάθε ανάλυσης και ένα καλό πράγμα που προέκυψε μέσα απ' τις «17 Αντιφάσεις» είναι ότι μπόρεσα να πω χωρίς περιστολές πώς εντός του πλαισίου της κάθε αντίφασης, πρέπει να διαλέγουμε την τάδε πλευρά αντί για τη δείνα. Ο επίλογος δεν είναι κάποια «πρόταση» με τη συμπαγή έννοια, αλλά ένα πλαίσιο σκέψης, μια κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να τείνει η πολιτική της Αριστεράς. Γι' αυτό πιστεύω ότι κατά μίαν έννοια, είναι το πιο επικίνδυνο βιβλίο που έχω γράψει, ακριβώς επειδή προσπαθεί να προσδιορίσει το τι σημαίνει να είναι κανείς αντι-καπιταλιστής και τι συνεπάγεται αυτό στο επίπεδο της πρακτικής. Παρ' όλα αυτά, δεν συνάντησα πολλές διαφωνίες, το βιβλίο έτυχε μιας σχετικά σιωπηλής αποδοχής. Δεν ξέρω γιατί.


Οι «17 Αντιφάσεις» μοιάζουν να συνεχίζουν τη δουλειά που ξεκινήσατε με τα δύο «Βοηθήματα στο Κεφάλαιο του Μαρξ», ίσως και με το «Αίνιγμα του Κεφαλαίου». Πέρα απ' τα πολιτικά τους χαρακτηριστικά, λειτουργούν σαν διδακτικά εγχειρίδια της μαρξιστικής θεωρίας. Σκοπός σας είναι να παρέχετε μια νέα κριτική προσέγγιση ή υπάρχει κι ένας κάποιος φόβος ότι ο μαρξισμός δεν είναι ιδιαίτερα αποδεκτός από τους φοιτητές και τα πολιτικά υποκείμενα σήμερα;

Δεν το είχα σκεφτεί έτσι, αλλά κάνοντας μια ανασκόπηση στα τελευταία 15 χρόνια, ανακάλυψα πως έχω εμπλακεί σε κάτι που ονομάζω «Σχέδιο Μαρξ», ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο Μαρξ δεν έχει γίνει κατανοητός, επειδή πολλοί είναι σκόπιμα αδαείς ή διέπονται από δεξιές προκαταλήψεις. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παρανοήσεις για τον Μαρξ ακόμα και στην Αριστερά, ενώ παράλληλα έχει αναδυθεί κι ένας «ακαδημαϊκός» μαρξισμός που ασχολείται με το να κάνει τον Μαρξ πιο πολύπλοκο απ' ότι ήδη είναι.

Θεώρησα λοιπόν πως με την εμπειρία που είχα διδάσκοντας το Κεφάλαιο όλα αυτά τα χρόνια, ήμουν σε θέση να προτείνω έναν ανοιχτό τρόπο να διαβάζεις και να κατανοείς τον Μαρξ, αξιοποιώντας βιντεο-διαλέξεις και βοηθήματα. Πέρα απ' αυτό, μου φάνηκε πως είχα την υποχρέωση να εξηγήσω ποια είναι η σχέση του μαρξισμού με την κατάσταση που βιώνουμε.

Στον «Νέο Ιμπεριαλισμό», επιχείρησα να χρησιμοποιήσω αυτά τα κείμενα [σ.σ.: του κλασσικού μαρξισμού] για να εξηγήσω τι συμβαίνει στο τάδε μέρος του κόσμου, τι είναι η σύγχρονη κρίση στο «Αίνιγμα του Κεφαλαίου» και τον «Νεοφιλελευθερισμό», τι γίνεται με την πολεοδομία στις «Εξεγερμένες Πόλεις» και στο «Παρίσι, Πρωτεύουσα της Νεωτερικότητας» κλπ.. Έτσι, είπα «ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά τις μαρξιστικές έννοιες και ας δούμε μετά πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατανόηση διαφόρων ζητημάτων». Προσπάθησα να δείξω ότι ο εννοιακός μηχανισμός του Μαρξ σχετίζεται με μεγάλο εύρος ερωτημάτων.


Τα θεωρείτε λοιπόν περισσότερο βιβλία για το ευρύ κοινό και όχι αυστηρά επιστημονικά κείμενα.

Ναι, προορίζονταν για το ευρύ κοινό, αλλά συγχρόνως δεν ήθελα να είμαι υπεραπλουστευτικός. Μερικοί άνθρωποι μου είπαν ότι παραμένουν αρκετά περίπλοκα και τους απάντησα ότι πρέπει να προκαλείς τον αναγνώστη, δεν μπορείς να διδάξεις στους αναγνώστες αυτά που ήδη ξέρουν. Πρέπει να συσχετίσεις αυτό που διδάσκεις μ' αυτά που ήδη ξέρουν, αλλά πρέπει να κινηθείς και πέρα απ' αυτό. Αδικείς τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεσαι αν προϋποθέτεις ότι είναι χαμηλής νοημοσύνης άτομα που δεν μπορούν να αντιληφθούν τίποτα αν δεν είναι υπεραπλουστευμένο. Πιστεύω όμως πως είναι εφικτό να διαβάσει κανείς τον Μαρξ και να καταλάβει για τι πράγμα μιλάει, δεν το θεωρώ τόσο δύσκολο.


Νομίζω πως και το «Κεφάλαιο» γράφτηκε απ' τον Μαρξ με το ίδιο σκεπτικό.

Ναι, αλλά στις ημέρες του Μαρξ υπήρχε μια ενδιαφέρουσα διαίρεση στην εργατική τάξη. Απ' τη μία ήταν οι αυτοδίδακτοι εργάτες που ήταν εξαιρετικά μορφωμένοι και διάβαζαν μανιωδώς, ενώ υπήρχε και η μεγάλη μάζα του πληθυσμού που αποτελούνταν από αναλφάβητους που δεν μπορούσαν να διαβάσουν καθόλου. Ο Μαρξ, λοιπόν, έγραφε για τους μορφωμένους τεχνίτες ανάμεσα στους εργάτες. Σήμερα, υπάρχει μια κατάσταση όπου έχουμε μια μεγάλη μάζα σπουδασμένου κόσμου, που στην πραγματικότητα, δεν ξέρει και τόσα πολλά. Είναι μια διαφορετική κατάσταση.


Έχετε αναφερθεί στη δυσκολία σχηματισμού ενός αντι-καπιταλιστικού μετώπου, ανιχνεύοντας τα ίχνη του στο σχίσμα μεταξύ κομμουνιστών και αναρχικών, αφού άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται για την πτώση της Παρισινής Κομμούνας. Σήμερα, ωστόσο, εμφανίζεται ένα πλήθος πολιτικών και κοινωνικών ταυτοτήτων, κάθε μια απ' αυτές με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Υπάρχει κάτι που να μπορεί να τις ενώσει;

Το σχίσμα κομμουνιστών-αναρχικών έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για μένα. Στην παράδοση της γεωγραφίας, οι ριζοσπαστικές προσεγγίσεις ήταν πάντα αναρχικές, οι γεωγράφοι του 19ου αιώνα ήταν άνθρωποι όπως ο Κροπότκιν. Έτσι, στη γεωγραφία έβλεπα πάντα με συμπάθεια ορισμένες πτυχές αυτού που έκαναν οι αναρχικοί, οι οποίοι είχαν πολύ ισχυρότερες ρίζες στην κριτική της καθημερινής ζωής, καταπιάνονταν με ερωτήματα όπως η χωρική ανάπτυξη σε επίπεδο κοινότητας, ενδιαφέρονταν περισσότερο για τα περιβαλλοντικά ζητήματα κ.α.

Υπάρχουν λοιπόν πολλά που μπορούμε να πάρουμε από τον τρόπο σκέψης των αναρχικών. Ωστόσο, συνήθως δεν είχαν καλή αντίληψη των μακροσκοπικών προβλημάτων, του πως ασκείται η εξουσία σε μεγάλη κλίμακα και γι' αυτό είναι τόσο ανταγωνιστικοί απέναντι στο κράτος. Υπάρχουν πολλές καλές πτυχές στον αναρχισμό, και άλλες που αποδυναμώνουν.

Απ' την άλλη, οι μαρξιστές δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα καλοί στο να καταλαβαίνουν τα γεωγραφικά ζητήματα. Ως γεωγράφος, συχνά εκνευρίζομαι με το γεγονός ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς δεν πιστεύουν καν ότι η γεωγραφία έχει σημασία. Μέχρι πρόσφατα, ήταν δύσκολο να τους πείσεις για τη σημασία της πολεοδομίας και του χωρικού σχεδιασμού, τα θεωρούσαν ήσσονος σημασίας.

Πιστεύω πως αναμιγνύοντας τις καλύτερες πτυχές του μαρξισμού και του αναρχισμού, καταλήγεις σε μία πολύ καλύτερη οπτική. Οι συμπάθειές μου προς την ιστορία των αναρχικών, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην υποτίμηση αυτού που κάνω από τους μαρξιστές, ενώ συγχρόνως διαβάζομαι από πολλούς αναρχικούς, που είναι λίγο σπάνιο, να διαβάζεται ένας μαρξιστής από αναρχικούς - παρότι ο ίδιος ο Μαρξ διαβαζόταν από αναρχικούς τον 19ο αιώνα. Θεωρούσαν πως είχε πολύ καλή ανάλυση, αλλά όχι ιδιαίτερα καλές λύσεις.


Όμως πέρα απ' τους μαρξιστές και τους αναρχικούς, υπάρχουν σήμερα πολλοί άνθρωποι που κινητοποιούνται χωρίς να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους σ' αυτές τις δύο κατηγορίες. Υπάρχει μια συνεχής επινόηση ταυτοτήτων, οι «Αγανακτισμένοι» ας πούμε. Αυτές μπορούν να ενωθούν με κάποιον τρόπο;

Η κριτική που θα έκανα στους Αγανακτισμένους, στο κίνημα Occupy ή σε κάποιον βαθμό ακόμα και στο Podemos, είναι ότι υπάρχουν μεν άνθρωποι που λένε «κάτι δεν πάει καλά, κάτι πρέπει να κάνουμε διαφορετικά», αλλά δεν έχουν πολύ καλή ανάλυση του τι πρέπει να γίνει για ν' αλλάξουν τα πράγματα. Υπάρχει ένα αίσθημα δυσαρέσκειας, που χρειάζεται να μετατραπεί σε κάτι οξύτερο πολιτικά. Οι «17 αντιφάσεις» απευθύνονται σ' αυτό το κοινό για να πουν ότι όταν καταλάβεις μέσα απ' αυτή την οπτική ότι κάτι πάει λάθος με το πώς δουλεύει ο κόσμος, τότε μπορείς και να πεις ότι «αυτή είναι η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε πολιτικά».


Κρίση, αποστέρηση και το «Δικαίωμα στην Πόλη»


Επισκέπτεστε συχνά την Αθήνα, εδώ και πολλά χρόνια. Έχετε εντοπίσει ίχνη της κρίσης και της εξέγερσης στον πολεοδομικό ιστό;

Νομίζω πως ναι. Ειδικά απ' το 2010-11. Περνώντας πολύ χρόνο τα τελευταία χρόνια στην Ισταμπούλ και την Αθήνα, βλέπω την Ισταμπούλ γεμάτη κτίρια, να επεκτείνεται και να αναπτύσσεται συνεχώς, και παίρνοντας μια πτήση μιάμισης ώρας είμαι στην Αθήνα που τα πάντα είναι διαφορετικά. Στην Αθήνα - εν αντιθέσει με την Ισταμπούλ όπου είναι τα φτωχότερα στρώματα αυτά που εξωθούνται 20 χιλιόμετρα μακριά απ' το κέντρο της πόλης, όπου υπάρχει ένα μεγάλο κίνημα ενάντια στην απώλεια ιδιοκτησίας, μία ρευστή κατάσταση που είναι καταστροφική για τους ανθρώπους στα χαμηλά εισοδήματα όπως οι Κούρδοι - συντελείται μια μακροσκοπική καταστροφή που πλήττει τους πάντες. Το δίδαγμα εδώ είναι ότι οι φτωχοί θα περνούν πάντα δύσκολα, είτε τα πράγματα πηγαίνουν καλά, είτε όχι. Απλά εδώ δεν είναι μόνο οι φτωχοί που έχουν το πρόβλημα, αλλά και η μεσαία τάξη - βλέπεις για παράδειγμα κλειστά μαγαζιά και εγκατάλειψη, μπαίνεις σε καφέ και ρεστωράν στο κέντρο της πόλης που κάποτε δεν θα έβρισκες τραπέζι να κάτσεις και τώρα είναι μόλις 20% γεμάτα. Αισθάνεσαι ότι είναι πολύ πεσμένα τα πράγματα.


Υπάρχει κάτι που θα διορθώνατε στην πόλη;

Υπάρχουν καλά και κακά πράγματα στις πόλεις. Τα πεζοδρόμια της Αθήνας είναι ανάμεσα στα χειρότερα του κόσμου. Πρέπει να φτιάξετε τα πεζοδρόμιά σας (γέλια).


Ο εξευγενιστής δήμαρχός μας έχει ονομάσει την παράταξή του «Δικαίωμα στην Πόλη», απ' τη γνωστή έννοια του Ανρί Λεφέβρ. Οι νεοναζί οφείλουν μεγάλο μέρος της δύναμής τους στη χρησιμοποίηση του αιτήματος για «ανακατάληψη των πόλεων», προσθέτοντας σ' αυτό μια ξενοφοβική ρητορική κατά των μεταναστών. Μήπως αυτό πρέπει να μας κάνει να ξαναθέσουμε διαφορετικά το ζήτημα του «Δικαιώματος στην Πόλη»;

Έγραψα κάπου ότι το «Δικαίωμα στην Πόλη» είναι ένα κενό σημαίνον, στο οποίο ο καθένας μπορεί να προσδώσει το δικό του νόημα. Ένας δισεκατομμυριούχος που γίνεται δήμαρχος, όπως ο Μάικλ Μπλούμπεργκ στη Νέα Υόρκη, εξασκεί το δικό του «Δικαίωμα στην Πόλη», προσπαθώντας να χτίσει την πόλη που θα φιλοξενούσε τους δισεκατομμυριούχους, ένα κέντρο για εύπορους ανθρώπους σαν τον ίδιο. Ταυτόχρονα, ας φανταστούμε τους άστεγους σαν την οργάνωση που προασπίζεται τα συμφέροντα του άστεγου πληθυσμού, ο οποίος προσπαθεί να εξασκήσει το δικό του «Δικαίωμα στην Πόλη» όταν διαδηλώνει λέγοντας ότι πρέπει να χτιστούν εναλλακτικές κατοικίες, να στηθεί κάποιο είδος μηχανισμού που να διασφαλίζει τους δημόσιους χώρους, την προσβάσιμη οικονομικά κατοικία κλπ.

Οι περισσότεροι επιχειρηματολογούν στη βάση του «Δικαιώματος στην Πόλη». Δεν είναι τυχαίο που το Habitat for Humanity, το παράρτημα των Ηνωμένων Εθνών που ασχολείται με πολεοδομικά ζητήματα, έντυσε την αναπτυξιολαγνεία του με το «Δικαίωμα στην Πόλη». Πιστεύω λοιπόν ότι το «Δικαίωμα στην Πόλη» είναι μια πολύ σημαντική έννοια που πρέπει όμως να διευκρινίζεται ποιος την επικαλείται και για ποιον λόγο. Όλοι λένε για το «Δικαίωμα στην Πόλη»: η αστική τάξη, οι μετανάστες, οι φτωχοί, οι δισεκατομμυριούχοι και όλοι τους εννοούν διαφορετικό πράγμα.


Φαίνεται να υπάρχει μια τάση στις ριζοσπαστικές κριτικές της πολεοδομίας να χαλάνε με τον καιρό. Οι Καταστασιακοί τέθηκαν στην υπηρεσία της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενώ εσείς έχετε πει ότι παρά τον ριζοσπαστισμό της, η Τζέιν Τζέικομπς είναι κατά μίαν έννοια η μητέρα του gentrification.

Αυτή η τάση έχει μακρά ιστορία. Κατά σύμπτωση, φτάνει ως τους αναρχικούς, η επιρροή των οποίων στον πολεοδομικό σχεδιασμό, ήταν πολύ δυνατή στις αρχές του 20ου αιώνα. Άνθρωποι όπως ο Πάτρικ Γκέντες, ο Εμπενίζερ Χάουαρντ και ο Λιούις Μάμφορντ ήταν έντονα επηρρεασμένοι από τον Κροπότκιν και τους όμοιούς του. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός ήταν μια απόπειρα προβολής των αναρχικών ιδεών στο σύνολο του αστικού χώρου, καθώς οι αναρχικοί δεν ήταν πολύ καλοί στο να μιλάνε για το σύνολο του αστικού χώρου, ήταν καλοί σε κοινοτικό και τοπικό επίπεδο.

Το κίνημα της πολεοδομίας ήταν επιρρεασμένο από τους αναρχικούς στα πρώτα χρόνια, αλλά βλέπεις πως όταν χτίσεις στην πραγματικότητα μια κηπούπολη (σημ.: garden city, το πρότυπο μοντέλο του Εμπενίζερ Χάουαρντ), όπως έγινε στη Βρετανία, γίνεσαι πια ένας στρατηγός του αστικού κομφορμισμού. Ανέφερα χθες έναν μακροχρόνιο αγώνα τις δεκαετίες του '80 και του '90, προκειμένου να έχουν δικαίωμα τα φτωχότερα στρώματα σε στεγαστικά δάνεια, πράγμα που με τον καιρό οδήγησε στην οικιστική κρίση του 2008 και λειτούργησε ως μηχανισμός στέρησης της ιδιοκτησίας τους. Αυτά τα πράγματα συχνά αλλάζουν, γι' αυτό ελπίζω σε μία διαλεκτική κατανοησή του πού βρισκόμαστε σε σχέση με την πολεοδομία και τις πολεοδομικές διαδικασίες. Όταν η πρόσβαση σε φτηνές κατοικίες για τον πληθυσμό των πόλεων πέσει στα χέρια των τραπεζών και των μεσιτών, γίνεται άλλο ένα εργαλείο συσσώρευσης κεφαλαίου.

Το ίδιο συνέβη τη δεκαετία του '80 με την «ευέλικτη εξειδίκευση» των Νέων Εργατικών που έχει τις ρίζες της στη σκέψη του Προυντόν. Έλεγα τότε πως η «ευέλικτη εξειδίκευση» θα έπρεπε να λέγεται «ευέλικτη συσσώρευση». Φαίνεται καλή απ' την άποψη της αυτονομίας του εργάτη, αλλά πιάνεται από το Κεφάλαιο και γίνεται ένας τρόπος αποδυνάμωσης των εργατών και της Εργασίας γενικότερα και επιτρέπει τη συσσώρευση κεφαλαίου με ταχύτερους ρυθμούς, μέσα απ' την ελαστικότητα. Η σημερινή πρακτική του ΔΝΤ αφορά πάντα την «ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας». Έτσι, η «ευέλικτη εξειδίκευση» αποτελεί πλέον εργαλείο μακροοικονομικής διοίκησης μιας καπιταλιστικής οικονομίας.


Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην εκλογική δύναμη των δύο μεγάλων κομμάτων. Είναι αυτή η επίθεση στην κατοικία κάποιο «κοινωνικό συμβόλαιο» που τώρα σπάει ή είναι κάτι που ο καπιταλισμός αναμένεται ούτως ή άλλως να κάνει σε καιρό κρίσης;

Αυτό το εντάσσω σε μία ορισμένη τάση του καπιταλισμού που ονομάζω «συσσώρευση μέσω αποστέρησης», η οποία λαμβάνει πολλές μορφές. Μία απ' αυτές είναι η στέρηση ιδιοκτησίας και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Στις καταστάσεις που το κεφάλαιο δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, συχνά επενδύει σε δραστηριότητες που αφορούν τη συσσώρευση μέσω αποστέρησης, όπως έγινε με την οικιστική έκρηξη απ' το 2001 και μετά. Εκεί είχαμε κεφάλαιο που έρεε στις αγορές ακινήτων, με τρόπο που μεγάλες ποσότητες πλούτου μπορούσαν να αποσπαστούν από οικονομικά ευαίσθητα στρώματα.

Τέτοια φαινόμενα εμφανίζονται όταν δεν υπάρχουν άλλες βιώσιμες λύσεις, όπως ήταν στη δεκαετία του '90 η φούσκα του “dot-com” στις ΗΠΑ, όπου τα κεφάλαια ρίχνονταν στα ηλεκτρονικά μέσω των εταιριών που αναδιαμορφώνονταν τότε (π.χ. η Amazon), ασχέτως του αν είχαν κέρδη ή όχι. Τότε δεν υπήρχε πίεση στην αγορά ακινήτων. Το χρηματιστήριο κατέρρευσε το 2001 και όλοι οι καπιταλιστές ρώτησαν «πού να πάμε, τι να κάνουμε» και σ' εκείνο το σημείο άρχισαν να εισέρχονται στην αγορά ακινήτων. Η οικονομία αυτής βέβαια, δεν έχει να κάνει με την παραγωγή της αξίας, αλλά με την οικειοποίησή της. Τότε εμφανίστηκε το ερώτημα του ποιος θα μπορούσε να την οικειοποιηθεί. Ένας λόγος που τα πράγματα πήγαν τόσο άσχημα στις ΗΠΑ, είναι ότι πολλοί άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται ότι όλοι μπορούσαν να καρπωθούν αξία. Τότε είναι που έγινε η κερδοσκοπική έκρηξη, όλοι εισήλθαν στην αγορά ακινήτων και δανείζονταν, αγόραζαν, πούλαγαν κ.ο.κ.


...είναι μια ιδιοκτησία που είναι εκ των προτέρων προσωρινή.

Σωστά, δεν είναι ιδιοκτησία που αφορά την αξία χρήσης, αλλά τη μεγιστοποίηση της ανταλλακτικής της αξίας. Αυτό φυσικά είναι καταστροφικό για τις κοινότητες, γιατί δεν υπάρχει σταθερότητα στους ανθρώπους: πηγαίνουν σε μία κοινότητα, αγοράζουν ένα σπίτι, επενδύουν σ' αυτό, το φτιάχνουν ώστε να φαίνεται ωραιότερο και το πουλάνε. Δημιουργήθηκε έτσι μια μεγάλη αστάθεια στις αστικές περιοχές, καθώς οι άνθρωποι επικεντρώθηκαν στη μεταποίηση σπιτιών. Σε τοπικό επίπεδο, οι ίδιοι που καρπώνονταν τα φτηνά σπίτια, δανείζονταν και λεφτά, και εν τέλει, οι ίδιοι οι απαλλοτριωτές, απαλλοτριώθηκαν από τις τράπεζες και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Αυτό είναι ένα γενικευμένο φαινόμενο.

Νομίζω εκεί είναι που πρέπει να δεις το κεφάλαιο ως ένα πολύ αποκεντρωμένο σύστημα. Ρέει όπου υπάρχουν ευκαιρίες για κέρδος και η χρηματιστικοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει πως το χρηματικό κεφάλαιο, όπως κάθε άλλη ρευστή μορφή κεφαλαίου, μπορεί να μετακινείται εύκολα εδώ κι εκεί. Αν δεν μπορείς να το ρίξεις στα ακίνητα την τάδε στιγμή, το ρίχνεις στα φοιτητικά δάνεια. Αν δεν μπορείς να το ρίξεις στα φοιτητικά δάνεια – επειδή κι αυτό τελείωσε – το ρίχνεις σε γη στην Αφρική. Βλέπεις την αρπαγή γης να συμβαίνει συνεχώς, και μάλιστα εδώ, στην Ελλάδα. Μπορεί κανείς να αγοράσει ένα νησί! Και φυσικά, αναγκάζεστε και να ιδιωτικοποιείτε, πράγμα που παρέχει πολλές ευκαιρίες συσσώρευσης μέσω αποστέρησης. Ας το δούμε λοιπόν σαν απο-κεντρωμένο σύστημα που βασίζεται στο γρήγορο κέρδος. Πολλά απ' όσα συμβαίνουν σήμερα βασίζονται στο γρήγορο κέρδος.


Η συσσώρευση μέσω αποστέρησης έχει κάποιες ομοιότητες με θεωρίες όπως η εμμένεια της πρωταρχικής συσσώρευσης ή οι νέες περιφράξεις. Σ' αυτές τις θεωρίες όμως έχετε ασκήσει κριτική, δεν τις βλέπετε να συνδέονται με τη δική σας.

Η συσσώρευση μέσω αποστέρησης είναι η συνέχεια της πρωταρχικής συσσώρευσης, αλλά και η μεταλλαγή της σε κάτι που εκτείνεται πέρα από τα όριά της. Καταλήγω πως αυτό μας επιστρέφει στη σημασία του να γίνεται κατανοητός ο Μαρξ. Εννοώ πως αν πάω σε κάποιον που χάνει το σπίτι του και του πω ότι αυτό που του συμβαίνει είναι πρωταρχική συσσώρευση θα με κοιτάξει περίεργα, ενώ αν του πω ότι είναι συσσώρευσης μέσω αποστέρησης, θα το καταλάβει. Γιατί λοιπόν να μη χρησιμοποιήσεις κάτι που οι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν, λέγοντας λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα;

Σ' αυτό το σημείο, ο μαρξιστής οργίζεται και λέει «όχι, όχι, όχι, πρέπει να κρατήσουμε τον όρο πρωταρχική». Αλλά δεν είναι πρωταρχική πια• και δεν είναι καν πρωτότυπη, είναι συνεχιζόμενη και επίσης πολύ μεγαλύτερη σε εύρος, καθώς οι κατασχέσεις αποτελούν παράδειγμα συσσώρευσης μέσω αποστέρησης. Αλλά δεν εννοούμε αυτό με την πρωταρχική συσσώρευση, όπου άνθρωποι εξωθούνταν απ' τη γη τους και μετατρέπονταν σε εργατικό δυναμικό. Είναι ήδη εργατικό δυναμικό, απλά ο μισθός τους επενδυόταν σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία τώρα στερούνται. Είναι διαφορετική κατάσταση.

Ας δούμε το παράδειγμα των αμερικάνων εργαζόμενων στη United Airlines ή την American Airlines, οι οποίες κήρυξαν πτώχευση και πήγαν στον δικαστή και του είπαν «δεν μπορούμε να στηρίξουμε οικονομικά το κόστος όλων αυτών των συντάξεων και των επιδοτήσεων κατοικίας». Τι συνέβη; Ο δικαστής είπε «δεν πειράζει, θα τις διαγράψω». Έτσι, άνθρωποι που νόμιζαν πως είχαν ασφάλεια υγείας και σύνταξη, ξαφνικά δεν έιχαν τίποτα. Σ' αυτό το σημείο, εμφανίστηκε ένα κρατικό κονδύλιο που αποζημίωσε τους εργαζόμενους, μόνο που αντί για 80.000 δολλάρια ετησίως, ανακάλυψα πως θα παίρνουν 35.000 – μία σύγχρονη μορφή ληστείας, θα έλεγε κανείς. Τώρα, το Ανώτατο Δικαστηρίο απεφάνθη πως κάτι τέτοιο είναι αντισυγματικό και τώρα, το αμερικάνικο κράτος χρωστάει δισεκατομμύρια δολλάρια στους ανθρώπους που λήστεψε.

Όταν θες λοιπόν να μιλήσεις για τέτοια πράγματα, αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε «πρωταρχική συσσώρευση» δεν φαίνεται να ταιριάζει και πολύ. Αν και υπάρχουν μέρη στη σύγχρονη Κίνα ή τη σύγχρονη Ινδία, όπου ο κόσμος διώχνεται απ' τη γη του και προλεταριοποιείται. Εκεί ο όρος ταιρίαζει. Αλλά ας μην αποκαλούμε την κλοπή των συντάξεων, πρωταρχική συσσώρευση.


Συσσώρευση και αντιστάσεις


Έχετε σχολιάσει στο παρελθόν το θέμα των κτιρίων της Ισταμπούλ. Απ' τη στιγμή που η Τουρκική οικονομία βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον κατασκευαστικό κλάδο, συντελείται μια συσσώρευση κτιριακού αποθέματος απ' τις δραστηριότητες του real estate. Προβλέπετε μία χρηματοπιστωτική φούσκα στην τουρκική οικονομία;

Ναι. Μερικά χρόνια πριν σε κάποια συνέντευξη, ρωτήθηκα για την άποψή μου για την Τουρκία και είπα πως μου θύμιζε την Ισπανία πριν τη φούσκα. Γερανοί κατασκευών παντού, περιμένοντας τη φούσκα να σπάσει. Τώρα τα πράγματα δεν πηγαίνουν τόσο καλά. Ο ρυθμός ανάπτυξης και το νόμισμα πέφτουν. Πιστεύω λοιπόν πως το οικονομικό θαύμα της Τουρκίας με την ανάπτυξη του 7-8% για την οποία θριαμβολογούσαν πέντε χρόνια πριν, τώρα τελειώνει, πιθανώς με σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις στις επερχόμενες εκλογές. Δεν ξέρω, θα δούμε.


Είπατε ότι αν πας σε κάποιον που χάνει το σπίτι του και του μιλήσεις για πρωταρχική συσσώρευση δεν θα καταλάβει για τι πράγμα μιλάς. Στις “Εξεγερμένες Πόλεις” γράψατε ότι οι εξεγερμένοι της Βραζιλίας δεν είχαν καν ακούσει για το Λεφέβρ. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που βλέπεις ότι κάποιες ταυτότητες ή θεωρίες που παρουσιάζονται ως πολύ ριζοσπαστικές δε μπορούν πραγματικά να εναρμονιστούν με τα κινήματα. Πώς συνδέεται τελικά η θεωρία με τα κοινωνικά κινήματα;

Η ιδέα του Λεφέβρ για το Δικαίωμα στην Πόλη προέκυψε από τη δράση στο δρόμο όπως διαμορφώθηκε τη δεκαετία του '60. Ο Λεφέβρ εκπροσώπησε αυτό που ήδη συνέβαινε εκεί, δεν επινόησε μία θεωρία τον κόσμο να εξεγερθεί. Έγινε το ακριβώς αντίστροφο, οι άνθρωποι εξεγέρθηκαν, διαμορφώνοντας αιτήματα για το δικαίωμα στην πόλη και ο Λεφέβρ το πήρε και είπε «υπάρχει ένα αίτημα εδώ στους δρόμους και θα μιλήσω γι' αυτό».

Από εκεί και πέρα, ας μιλήσουμε για το δικαίωμα στην πόλη από θεωρητική άποψη και ας προσπαθήσουμε να δούμε πώς αυτό συνδέεται με την υπόθεση της Αριστεράς συνολικά. Είναι ένα κομμάτι της υπόθεσης της Αριστεράς ή είναι μία ασήμαντη παρέμβαση; Νομίζω ότι έτσι, μια τέτοια συζήτηση εντός της Αριστεράς μπορεί να ανατροφοδοτηθεί μέσα στα πολιτικά κινήματα σε ένα βαθμό που οι άνθρωποι να μπορούν να δουν πως το να διεκδικείς το δικαίωμα στην πόλη είναι ή μπορεί να είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να εντάσσεται σε ένα σοσιαλιστικό ή αριστερό εγχείρημα. Όποτε νομίζω το καλύτερο είναι να υπάρχει μία διαλεκτική, το αίτημα για το δικαίωμα στην πόλη έρχεται από το δρόμο, οι άνθρωποι το παίρνουν, σκέφτονται τι μπορεί να σημαίνει, επανακαλλιεργείται με μια πιο ευρεία προοπτική και ίσως πηγαίνει πίσω στους δρόμους και οι άνθρωποι στους δρόμους λένε ότι το δικαίωμα στην πόλη σημαίνει το τάδε πράγμα και πρέπει να διατυπωθεί έτσι.

Το καλύτερο είναι να έχεις μία τέτοια ροή αλλά φυσικά δεν είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως γιατί κάποιες φορές οι ακαδημαϊκοί γράφουν κάτι χωρίς κάποιο ενδιαφέρον γι' αυτό να ξαναγυρίσει στο δρόμο, αλλά καθαρά για σκοπούς καριέρας. Νομίζω ότι πάντα πρέπει να προσπαθούμε να πάρουμε αυτές τις ιδέες και να τις μετατρέψουμε σε πολιτική συνείδηση με κάποιον τρόπο, σκεφτόμενοι το τι γράφουμε και το πώς εκπαιδεύουμε τους ανθρώπους. Στο κάτω-κάτω εκπαιδεύουμε πολλούς ανθρώπους. Έχεις κάποιους φοιτητές, τους μιλάς για το δικαίωμα στην πόλη και την πολιτική δουλειά και ελπίζεις αυτό τελικά να έχει κάποιο αντίκτυπο.


Πιστεύετε ότι η επιρροή μίας θεωρίας στα κινήματα μπορεί να λειτουργήσει ως ένα μέτρο αξιολόγησής της;

Δε ξέρω αν θα το έθετα έτσι γιατί οι θεωρητικές παρατηρήσεις που έρχονται σε μια συγκεκριμένη ιστορική και γεωγραφική στιγμή δεν είναι απαραίτητο να συμφωνούν με αυτά που συμβαίνουν στο δρόμο στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά αργότερα μπορεί να αποδειχθούν πολύ σημαντικά. Υπάρχει μία περίπλοκη ιστορία των πολιτικών ιδεών, όπου κομμάτι του ρόλου των ακαδημαϊκών είναι να διατηρήσουμε τις πολιτικές ιδέες ακόμα και αν δε ξέρουμε ποια μπορεί να είναι η μελλοντική τους χρήση, αν θα απελευθερώσουν τους ανθρώπους ή αν θα τους κρατήσουν δέσμιους.

Ύστερα, ποτέ δε ξέρεις αν αυτές οι ιδέες θα δουλέψουν ή όχι. Εννοώ ότι τη δεκαετία του 90', ακόμα και αριστεροί άνθρωποι μου έλεγαν ότι ο μαρξισμός είναι νεκρός και ότι δεν έχει νόημα να διαβάζουμε Μαρξ. Ευτυχώς δεν το πίστεψα και έτσι, αυτό που έκανα εκείνη την εποχή και δεν είχε σχεδόν καμία ανταπόκριση, σήμερα, για προφανείς λόγους, έχει. Οπότε νομίζω ότι είναι μία αρκετά περίπλοκη σχέση.


Ο θεωρητικός της πολεοδομίας Mike Davis υποστήριζε σε πρόσφατο άρθρο του πως η δημοκρατική πολεοδομία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με ριζοσπαστικά μέτρα κοινοτικής ιδιοκτησίας και απο-εμπορευματοποίησης της αστικής γης. Συμφωνείτε μ' αυτό; Πιστεύετε πώς είναι η μόνη λύση;

Δεν θα έλεγα πως είναι η μόνη λύση, πιστεύω πως όσο περισσότερο αφαιρούμε γη και ιδιοκτησία από τον κύκλο της αγοράς, τόσο το καλύτερο. Οι αυτοδιοικήσεις θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σ' αυτό. Είναι μια πολιτική προσέγγιση που προέρχεται απ' τα γραπτά του Μάρει Μπούκτσιν, ο οποίος έχει αυτόν τον αναρχικό, μαρξιστικό και οικολογικό τρόπο σκέψης.

Οι αξίες της γης έχουν φτάσει σε εξωφρενικό σημείο, κυρίως σε μητροπολιτικές περιοχές, με αποτέλεσμα οι κανονικοί άνθρωποι να μην μπορούν να βρουν ένα μέρος να ζήσουν. Κάτι πρέπει να γίνει και υπάρχουν πολλοί τρόποι, υπάρχουν άλλου τύπου ιδιοκτησιακά δικαιώματα εκτός απ' αυτά της ατομικής ιδιοκτησίας που θα μπορούσαν να θεσπιστούν, άλλου τύπου νομοθεσίες ή ακόμα και φορολογικά συστήματα. Η βαριά φορολόγηση όταν ανεβαίνει η αξία της γης έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορες στιγμές της Ιστορίας, αλλά το πρόβλημα είναι ότι παγώνει την αγορά ακινήτων, κανείς δεν πουλάει και υπάρχει πολύ μικρή κινητικότητα. Αν λοιπόν επιβάλεις βαριά φορολογιά σε ανθρώπους που έχουν γη και δεν την πουλάνε, τότε αναγκάζονται να βρουν τρόπους να απελευθερωθεί αυτή η γη σε παραγωγικές χρήσεις. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι μέσω της απαλλοτρίωσης, όπου ενεργοποιείται μια διαδικασία απώλειας της ιδιοκτησίας που δεν αφορά τη συσσώρευση, αλλά την αποσυσσώρευση.


Πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτό που συμβαίνει στη Νέα Υόρκη ή το Λονδίνο;

Ναι, αδιαμφισβήτητα. Αλλά το να βρεθεί μια πολιτική, ακόμα κι ένα πολιτικό κόμμα να το προτείνει αυτό είναι κάτι δύσκολο. Και πάλι, η Αριστερά δεν είναι πολύ περιπετειώδης τελευταία και δεν προτείνει τέτοιου τύπου λύσεις.


Στα γραπτά σας πιστεύετε ότι η πολεοδομία είναι κομβικής σημασίας στον νεοφιλελευθερισμό, ότι είναι πεδίο μάχης για την Αριστερά.

Ναι, είναι τεράστιο. Πάντα έλεγα ότι η πολεοδομία και οι αγώνες που σχετίζονται μ' αυτή είναι θεμελιακά συνδεόμενοι. Η δυσκολία τους ως μορφές της ταξικής πάλης εμφανίζεται όταν για παράδειγμα μεγαλομεσίτες απαλλοτριώνουν αξίες γης, όπου τίθεται το ερώτημα: σε ποια τάξη ανήκει η γη που κλέβεται; Συχνά βρίσκεις ότι είναι η μεσαία τάξη, ή ενίοτε και τα ανώτερα στρώματα που παλεύουν ενάντια στους μεγαλομεσίτες. Έτσι, η καθαρή ταξική δομή που διατρέχει μια σύγκρουση στον χώρο εργασίας μεταξύ εργατών και εργοδοτών, διαλύεται στο πεδίο της πραγματοποίησης του κεφαλαίου. Η διάχυση αυτή γίνεται μειονέκτημα αν θέλει κανείς να σκεφτεί με τους καθαρούς όρους της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Γίνεται ωστόσο πλεονέκτημα όταν θες να σκεφτείς πώς οικοδομούνται οι συμμαχίες απέναντι σε δυνητικές συσσωρεύσεις ιδιοκτησιών γης. Αν προτείνεις σοβαρά μέτρα ενάντια σ' αυτήν την κερδοσκοπία, δημιουργούνται συμμαχίες που δεν αφορούν μόνο τους εργαζόμενους ή τους φτωχούς. Κατά πάσα πιθανότητα, σημαντικό κομμάτι της μεσαίας τάξης θα στήριζε, σχηματίζοντας έναν προοδευτικό συνασπισμό, που θα σε οδηγούσε σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση.


Όταν φτάνεις στο 60% της ανεργίας, οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης της εργασίας δεν λειτουργούν. Ένα ακόμα πλεονέκτημα της οργάνωσης σε επίπεδο γειτονιάς δεν είναι ότι μπορούν να τις υποκαταστήσουν;

Ο Γκράμσι υποστήριζε κάποτε πως αν οργανώνεσαι σε εργοστάσια, έχεις μια περιορισμένη αντίληψη της εργατικής τάξης. Αν οργανωθείς στη γειτονιά βρίσκεις και τους άνεργους, τους οδοκαθαριστές και άλλους. Καταλήγεις έτσι να έχεις καλύτερη εικόνα για την ολότητα της εργατικής τάξης, η οποία δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι συμβαίνει στο εργοστάσιο, αλλά και για τη ζωή στην πόλη. Η καθημερινή ζωή στην πόλη είναι ο τόπος που λαμβάνει χώρα μεγάλο μέρος του σημερινού πολιτικού ακτιβισμού και πιστεύω πως η Αριστερά θα έπρεπε να σταματήσει να επικεντρώνεται στα εργοστάσια και ν' αρχίσει να σχηματίζει την πολιτική της στη βάση αυτού που ο Μαρξ αποκάλεσε αντιφατική ενότητα της παραγωγής και της πραγματοποίησης του κεφαλαίου. Η παραγωγή γίνεται στο εργοστάσιο, η πραγματοποίηση γίνεται στην καθημερινή ζωή στην πόλη και αν ρωτήσεις τον κόσμο τι τον προβληματίζει αυτή τη στιγμή, θα απαντήσει το υψηλό κόστος στέγασης (που γιγαντώνεται αν πληρώνεις νοίκι), τα χρέη τους σε πιστωτικές κάρτες και εταιρίες τηλέφωνίας, και πάντα υπάρχουν ταξικοί καθορισμοί στο πεδίο της πραγματοποίησης και όχι της παραγωγής.

Η πραγματοποίηση είναι αυτό που μελέτησα στον δεύτερο τόμο του κεφαλαίου και που πιθανότατα κανείς δεν το διάβασε. Όλοι διάβασαν τον πρώτο τόμο που αφορά την παραγωγή. Υπάρχει μια «παραγωγιστική» προκατάληψη στην Αριστερά που την κάνει να διαβάζει τον πρώτο, αλλά όχι τον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου. Έχω δαπανήσει πολύ χρόνο στο να προσπαθώ να πείσω ότι ο δεύτερος τόμος αξίζει μια ανάγνωση, παρότι πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο βιβλίο.


Κράτος, διαπραγμάτευση και Κυβέρνηση της Αριστεράς


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έγινε πραγματικότητα. Ποια είναι η εντύπωσή σας απ' τους τρεις πρώτους μήνες;

Απλά διαβάζω τα δημοσιεύματα στον τύπο και ακούω πράγματα από φίλους, οπότε είναι δύσκολο να εκφέρω άποψη. Μάλλον υπήρξαν κάποιες χαμένες ευκαιρίες όσον αφορά της τωρινές οικονομικές δυσκολίες, αλλά αυτό δεν είναι ξεκάθαρο ακόμα. Υπάρχει μια επιμονή απ' την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις πολιτικές λιτότητας, την οποία δεν συμμερίζεται το ΔΝΤ, απ' ότι έχω καταλάβει.


Βλέπετε κάτι που θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά;

Απ' την αρχή πίστευα ότι η Ελλάδα έπρεπε να κηρύξει χρεοκοπία και να βγει απ' το ευρώ. Όπως το έβλεπα, υπήρχε η επιλογή για την Ελλάδα να αθετήσει τις υποχρεώσεις προς τους πολίτες ή να αθετήσει τις υποχρεώσεις προς τις τράπεζες. Πίστευα ότι έπρεπε να γίνει το δεύτερο, αλλά αντ' αυτού έγινε το πρώτο, οδηγώντας σε μειώσεις συντάξεων και άλλα παρόμοια μέτρα. Αλλά αυτό δεν σας έχει βγάλει απ' το αδιέξοδο. Είναι σαν να έχεις χαλασμένο δόντι. Είτε το βγάζεις και ο πόνος κρατάει δύο-τρεις ημέρες, ή το αφήνεις να πονάει. Η Ελλάδα διάλεξε 25 χρόνια πόνου. Πιστεύω πως πάρθηκε η λάθος απόφαση τότε, αλλά δεν θα περίμενες να παρθεί η σωστή από μια κυβέρνηση που εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της ΕΕ.

Τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα, για τον απλό λόγο ότι οι τράπεζες στην Ευρώπη δεν είναι πλέον ευάλωτες. Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι συνέπειες του χρέους έχουν φύγει από τις τράπεζες της Γαλλίας και της Γερμανίας προς την ΕΕ και το ΔΝΤ. Το να χρεοκοπήσουν οι τράπεζες θα είχε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα από το να χρεοκοπήσει το ΔΝΤ. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες είναι πλέον ασφαλείς, πράγμα που αποτελεί τυπική νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Το να κηρυχθεί χρεοκοπία τώρα, λοιπόν, δεν θα ήταν τόσο καλό. Αν είχε γίνει τότε, η Γερμανία, η Γαλλία και οι υπόλοιπες χώρες δεν θα είχαν άλλη επιλογή απ' το να πληρώσουν τις τράπεζές τους και όλοι θα έβλεπαν ότι οι τράπεζες βρίσκονται στο επίκεντρο του προβλήματος. Με την κήρυξη χρεοκοπίας τώρα, κανείς δεν θα το έβλεπε αυτό. Παρότι όμως είναι πολύ κακή στιγμή για κάτι τέτοιο, πιστεύω ότι θα συμβει. Πιστεύω πως την επόμενη φορά που θα έρθω, θα έχετε δραχμές, όχι ευρώ.


Υπάρχει ένα σιωπηλό δίλημμα στο ζήτημα της διακυβέρνησης: είναι προτιμότερο ένα κλειστό κυβερνητικό σχήμα που μπορεί να κινείται γρήγορα ή το άνοιγμα σε συμμετοχικές, ανοικτές, δημοκρατικές δομές;

Το ιδανικό είναι ο δημοκρατικός τρόπος, αλλά στην πράξη, όταν θες να κάνεις κάτι με το νόμισμα, πρέπει να δράσεις πολύ γρήγορα, ειδάλλως, την περίοδο της δημοκρατικής διαβούλευσης, θα σημειωθεί γιγάντια ροή κεφαλαίων προς το εξωτερικό. Δεν νομίζω πως υπάρχει επιλογή, δεν μπορείς να περιμένεις τη γνώμη του κόσμου ή το δημοψήφισμα. Δεν είμαι επί της αρχής αντίθετος, αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή το δημοψήφισμα θα ήταν κακή ιδέα. Κατ αρχάς, σίγουρα θα κατέληγε υπέρ της παραμονής στο ευρώ και την ΕΕ, που θα σήμαινε λαϊκή υποστήριξη στη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας και η κυβέρνηση θα έπρεπε να πορευτεί έτσι. Γιατί να έχεις μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, αν είναι να κάνει απλά ό,τι έκαναν και οι προηγούμενοι;

Η άποψη των ανθρώπων έχει αλλάξει τελευταία, αλλά ακόμα πιστεύω ότι θα ήταν μεγάλη έκπληξη το να ψηφίσουν υπέρ της εξόδου απ' την ΕΕ. Έρχομαι συχνά τα τελευταία χρόνια εδώ. Το προηγούμενο καλοκαίρι, οι διαθέσεις του κόσμου δεν ήταν ακτιβίστικες. Οι άνθρωποι φαίνονταν χτυπημένοι, θλιμμένοι. Τώρα δεν φαίνονται και πολύ καλύτερα, είναι σαν τα πράγματα να έχουν ξεφύγει απ' τον έλεγχό τους και να περιμένουν την κυβέρνηση ή την ΕΕ να κάνει την επόμενη κίνηση. Έχουν την επιλογή είτε να μείνουν εδώ και να παλέψουν ή να μεταναστεύσουν, που μου φαίνεται άστοχο, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα δυνάμωνε πολύ από ισχυρά κοινωνικά κινήματα.


Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η διαπραγμάτευση ως «ναρκοπέδιο»


των Πέτρου Σταύρου και Χρήστου Λάσκου


Εδώ και αρκετό καιρό η διαπραγμάτευση έχει διαμορφωθεί σε «ναρκοπέδιο». Εκτίμηση που, κατά τη γνώμη μας, δεν αλλάζει από τις τελευταίες εξελίξεις.

Η διαπραγμάτευση είναι ναρκοπέδιο. Και τη «νάρκη» δεν κινδυνεύει να την πατήσει μόνο η ελληνική πλευρά. Τη στιγμή που το συντριπτικό κομμάτι του ελληνικού χρέους το κατέχει ο επίσημος τομέας (μηχανισμοί στήριξης, κράτη μέλη, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ΔΝΤ), κάθε σοβαρή εμπλοκή στο ζήτημα της αποπληρωμής του δημιουργεί τουλάχιστον δυο ζητήματα: α) μεγάλη αναταραχή στις διεθνείς αγορές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μια και αυτοί που δεν θα πληρωθούν δεν είναι τυχαίοι παίχτες, αλλά η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, δηλαδή οι κορυφαίοι θεσμοί του καπιταλισμού στις δυο πλευρές του Ατλαντικού και β) σε συνδυασμό με την πολιτική κρίση των σχέσεων ΕΕ–Μ. Βρετανίας, πιθανότατα μια σοβαρή συρρίκνωση του σχεδίου επέκτασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Όσον αφορά το πρώτο, είναι λάθος να δραματοποιείται η πιθανότητα αθέτησης πληρωμής στις συγκεκριμένες συνθήκες. Όπως είναι λάθος και η ενοχοποίηση της συζήτησης σχετικά π.χ. με το παράλληλο νόμισμα, για το οποίο καλά τοποθετείται ο, υπεράνω υποψίας για υπερβάλλοντα ριζοσπαστισμό, Δημήτρης Παπαδημητρίου του Levy Institute: «[Η] εναλλακτική ενός καλοσχεδιασμένου προγράμματος παράλληλου νομίσματος, αν υιοθετηθεί με ριζικές προδιαγραφές, […] μπορεί να γίνει η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της χώρας […] Θα έδινε κυρίως λύση στο πρόβλημα της ανεργίας και της φτώχειας» (Αυγή, 26 Απριλίου 2015)

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα και τη διάστασή του, το ευρώ από παράγοντας έλξης και σύμβολο ισχύος και ευημερίας μετατρέπεται, για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, σε παράγοντα δυσλειτουργίας και αποσταθεροποίησης του γενικότερου μακροοικονομικού περιβάλλοντος. Αν αυξάνεται ο αριθμός των ανθρώπων και των κοινωνιών που φοβούνται το ευρώ, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά χαρακτηριστικά ασταθούς οικονομικής περιοχής με αποκλίνουσες οικονομίες μεταξύ τους.

Το ευρώ θα αμφισβητείται, εκ προοιμίου, όταν θα τίθεται θέμα επέκτασης ή εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η εμβάθυνση, όμως, είναι στις άμεσες προθέσεις των Σόιμπλε, Γιούνγκερ και Ντράγκι, οι οποίοι με πολλούς τρόπους έχουν φανερώσει την βούλησή τους να ενισχύσουν μια ισχυρά φεντεραλιστική πορεία για την ΕΕ από τον Ιούνιο κι έπειτα. Ο Σόιμπλε έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ «μιας κυβέρνησης, ενός προϋπολογισμού και ενός κοινοβουλίου», ενώ ο Ντράγκι έχει διαμηνύσει πως ποσοτική χαλάρωση χωρίς πολιτική ολοκλήρωση δεν έχει και πολύ νόημα.

Έτσι, το «κλείσιμο» του ελληνικού ζητήματος αποκτά τον χαρακτήρα του επείγοντος –και δίνει, κατά τη γνώμη μας, επιπλέον δυνατότητες στην ελληνική πλευρά για πραγματικά επιτεύγματα στην κατεύθυνση των προτεραιοτήτων, που το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει και βάσει αυτού δόθηκε στην κυβέρνηση η εντολή.

* * *

Έχοντας ως αφετηρία ότι χρειαζόμαστε δύο πράγματα, δηλαδή και μια πολιτική συγκρούσεων στο εσωτερικό των κρατών μελών και μια πολιτική σύγκλισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ας δούμε γιατί το πεδίο της διαπραγμάτευσης το ελληνικού ζητήματος, τελευταία, συνιστά «ναρκοπέδιο» και για την αριστερή κυβέρνηση, αλλά κυρίως για την ίδια την Αριστερά, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της διαπραγματευτικής ομάδας.

Βασική αρχή της Ευρωζώνης είναι η μη νομισματική βοήθεια σε κράτη, ενώ η νομισματική βοήθεια σε χρηματοπιστωτικούς θεσμούς επιτρέπεται. Γι’ αυτό η «βοήθεια» προς την Ελλάδα δόθηκε με την μορφή δανείων και όχι ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ πήρε το χαρακτήρα του διεθνούς και όχι του καθαρά ευρωπαϊκού προγράμματος διάσωσης. Το τελευταίο απαιτούσε την συμμετοχή του ΔΝΤ, η οποία με την σειρά της οδηγεί στην ανάγκη κάλυψης των χρηματοδοτικών κενών από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Με λίγα λόγια, το ΔΝΤ για την συμμετοχή του απαιτεί την εξασφάλιση της αποπληρωμής της λήξης των ομολόγων από την ευρωζώνη, ενώ οι τόκοι του χρέους αναλαμβάνονται από τα πλεονάσματα του κράτους μέλους (συμφωνία Eurogroup 2012). Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η Ευρωζώνη αρνείται τη διαγραφή χρέους και γιατί το ΔΝΤ την προτείνει. Η ίδια η πράξη της διαγραφής του χρέους θα σημαίνει την παραβίαση της αρχής της Ευρωζώνης, που απαγορεύει την νομισματική διάσωση και ταυτόχρονα θα εξασφαλίζει τον απαραίτητο όρο συμμετοχής του ΔΝΤ.

Οι δυο θεσμοί του καπιταλισμού οφείλουν να ξεπεράσουν τις αντιφάσεις τους. Να λοιπόν το ναρκοπέδιο της διαπραγμάτευσης. Η αθέτηση πληρωμών ως προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ απλά δεν μπορεί να συμβεί διότι καταργεί καταστατικές αρχές του ΔΝΤ και του βασικού ιδιοκτήτη του ευρώ, της ΕΚΤ. Για να μην πατήσουν τη «νάρκη», θα πρέπει να την πατήσει η αριστερή κυβέρνηση. Θα πρέπει να την οδηγήσουν σε μια νέα συμφωνία και σε μια νέα δανειακή σύμβαση για να ικανοποιηθεί το ΔΝΤ και να μην «κουρευτεί» το χρέος.

Αν έχουν έτσι τα πράγματα τότε, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ και η αριστερή κυβέρνηση εφαρμόσει το «ούτε βήμα πίσω», υπάρχουν εξαιρετικές πιθανότητες τη «νάρκη» να την πατήσουν οι αντίπαλοι και μια αρχή του «χρυσού κανόνα» της ευρωζώνης να καταρρεύσει, μαζί της και η λιτότητα. Αν κινηθεί βεβιασμένα και κάτω από το άγχος του προβλήματος της ρευστότητας, τότε θα κληθεί να διαχειριστεί ένα νέο μνημόνιο. Πράγμα που δεν αποφεύγεται αν γίνουν αποδεκτές οι ιδέες για «έξυπνες» συλλογικές διαπραγματεύσεις και ασφαλιστικά συστήματα «δημοσιονομικά βιώσιμα», γενικώς.

Το «ούτε βήμα πίσω» όμως σημαίνει συγκεκριμένη αντιμετώπιση της κρίσης ρευστότητας, έτσι ώστε αυτή να μην απειλεί και να μην εκβιάζει για καταστροφικές υποχωρήσεις και πολύ περισσότερο για προσχωρήσεις στη λογική του αντιπάλου. Και δω τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Η κρίση ρευστότητας εμφανίζεται ως αυτοφυής στον καπιταλισμό, αλλά τις περισσότερες φορές δεν είναι. Στη περίπτωση της διαπραγμάτευσης, η πολιτική και μεροληπτική λειτουργία της ΕΚΤ στάθηκε παραπάνω από καθοριστική στην εφαρμογή ενός είδους σχεδιασμένης κρίσης ρευστότητας. Ενα πρόγραμμα μη προσχώρησης στη πολιτική του αντιπάλου επιβάλλει τον πολιτικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί η πολιτική λειτουργία της ΕΚΤ. Αυτός ο πολιτικός έλεγχος έχει απόλυτη προτεραιότητα, ανεξάρτητα προσώρας από το ζήτημα της ιδιοκτησίας, στο μέτρο που κεντρικό πρόβλημα αποτελεί ο νομισματικός αυταρχισμός της ΕΚΤ και η τεράστια συγκέντρωση του τραπεζικού κεφαλαίου σε τέσσερις μόλις τράπεζες.

Το «ούτε βήμα πίσω» σημαίνει άμεση εφαρμογή ενός σχεδίου ριζικής αναδιανομής εισοδήματος και πλούτου, αντί για την πεπατημένη των εισπρακτικών φορολογικών παρεμβάσεων, που, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, μοιάζουν πολύ λίγο με ταξικές αναδιανεμητικές πρακτικές και περισσότερο θυμίζουν τις γνωστές περαιώσεις. Και σημαίνει, επιπλέον, πως ο εσωτερικός δανεισμός δεν θα χρησιμοποιηθεί πλέον για πληρωμή των δανειστών, αλλά αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων αναγκών χρηματοδότησης και όσων κενών αφήνουν τα ετήσια φορολογικά έσοδα. Ούτε θα γίνουν αποδεκτές φορολογικές «μεταρρυθμίσεις», που θα αυξήσουν το ήδη αφόρητο βάρος, που σηκώνει η κοινωνική πλειοψηφία.

Το «ούτε βήμα πίσω» θα ήταν ο ασφαλέστερος τρόπος να οργανωθεί το σύστημα των χρηματοροών της οικονομίας, με τρόπο ώστε να προστατεύει τις ανάγκες της κοινωνίας και των εργαζομένων. Θα ήταν όμως και ο ασφαλέστερος τρόπος να γίνει αντιληπτό σε όλους το πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση της λιτότητας «φρενάρει» κάτω από το ίδιο το «βάρος» της και τους κανόνες της.

Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, δεν θα βλέπαμε πώς είναι ένα Grexit ως εμπειρία.

Προς έκπληξη πολλών, θα διαπιστώναμε πώς είναι να αναδιατάσσεται όλο το ευρωπαϊκό οικονομικό πεδίο, όταν για πρώτη φορά δεν θα μπορούσε να αναπαραχθεί, στην ολότητα της, η λογική της λιτότητας.

Αν δεν καρποφορήσει γρήγορα η προσπάθεια για «αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό», για ακόμη μια φορά, έχουμε τη δυνατότητα να πορευτούμε στη βάση της πρωτομαγιάτικης έκκλησης του κόμματός μας.

Δεν εκβιαζόμαστε. Ούτε βήμα πίσω.


Πηγή: Εποχή