Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ρίζες του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε ως ένα πρωτόγνωρο, πολυδιάστατο εγχείρημα στον χώρο της Αριστεράς. Επηρεασμένος από την κομμουνιστική -σε όλες τις εκδοχές της-, τη σοσιαλδημοκρατική και τηναντιπαγκοσμιοποιητική παράδοση, επιδίωξε μια νέα σύνθεση που να απαντά στις προκλήσεις της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Στην εποχή της κρίσης, υποστηρίζω ότι οι ρίζες μας αποτυπώνονται στο υπό διαμόρφωση οικονομικό μας πρόγραμμα.

Μια ρίζα του οικονομικού προγράμματος είναι σοσιαλδημοκρατική, με την έννοια που είχε αυτός ο προσδιορισμός πριν τη μετάλλαξη Μπλερ – Σρέντερ – Σημίτη. Σε μια κρίση, το άμεσο πρόβλημα είναι η ζήτηση και οποιαδήποτε μεταρρύθμιση να αρχίσει με την αντιμετώπιση της φτώχειας και των χαμηλών μισθών. Μάλιστα, η σοσιαλδημοκρατία κατέστη κυρίαρχη μεταπολεμικά όταν υποστήριξε ότι οι μισθοί και η ευημερία των εργαζόμενων είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Δίνουμε, λοιπόν, τόσο μεγάλη έμφαση στην ανθρωπιστική κρίση όχι μόνο από κοινωνική, αλλά και από οικονομική λογική. Το ίδιο ισχύει και για την αναδιανομή που είναι αναγκαία σήμερα και όχι «όταν μεγαλώσει η πίτα», που λένε οι αντίπαλοί μας. Γι’ αυτό χρειάζονται φορολογικές παρεμβάσεις τόσο στο εισόδημα (αύξηση αφορολόγητου, περισσότερα κλιμάκια) όσο και στον πλούτο -όπου δεν γνωρίζω να υπήρχε σοβαρός σοσιαλδημοκράτης στοχαστής πριν το ’80, που δεν υποστήριζε τη φορολογία του πλούτου ως συστατικό στοιχείο μιας αναδιανεμητικής πολιτικής υπέρ του κόσμου της εργασίας.

Από την άλλη, η μαρξιστική παράδοση, που έχει ασκήσει εύστοχη κριτική στα σοσιαλδημοκρατικά προτάγματα, κατανοεί την κρίση πότε ως κρίση υπερσυσσώρευσης, πότε ως κρίση υποκατανάλωσης και πότε ως ιδιαίτερη κρίση, π.χ. χρηματοπιστωτική. Από αυτό συνάγεται αβίαστα ότι το κυρίαρχο στοιχείο του προγράμματός μας απαντά στη θεμελιακή μαρξιστική ερώτηση: ποιος παράγει, με ποιον τρόπο και ποιος ωφελείται. Οι προτάσεις μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση, για την κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για τη σημασία της κοινωνικής οικονομίας στηρίζονται σε μια πιο πλουραλιστική αντίληψη για το θεμελιακό ζήτημα της παραγωγής. Θέλουμε, σε αντίθεση με την απόλυτη κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα, μια επέκταση του είδους των παραγωγικών φορέων, με διαφορετικές μορφές οργάνωσης, όπως οι κοινωνικές και αλληλέγγυες δομές, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις και τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης.

Συγχρόνως, είμαστε και παιδιά του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, με όλες τις αξίες, τις ιδέες και τις πρακτικές που ανέδειξε. Μια βασική αντίληψη του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης ήταν ότι οι παραγωγικές μονάδες πρέπει να ενσωματώνονται στην περιοχή και την κοινωνία όπου δραστηριοποιούνται. Έτσι, έχουν ευθύνες όχι μόνο απέναντι στους ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή μη), αλλά και στους εργαζόμενούς τους, τους καταναλωτές ή τους λήπτες των υπηρεσιών τους, στην κοινότητα και στο φυσικό περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, δεν μας ικανοποιεί απλά η εθνικοποίηση, για παράδειγμα, των τραπεζών, με το κράτος να έχει μια μετοχή. Εκτός των άλλων, κατανοούμε ότι οι τράπεζες είναι μεγάλοι οργανισμοί με εσωτερικές δικτυώσεις, ιεραρχίες και συμφέροντα που δεν θα ανταποκριθούν ως διά μαγείας στις διαταγές ενός πολιτικού κέντρου. Γι’ αυτό μιλάμε για την κοινωνικοποίηση, για τράπεζες ειδικού σκοπού, για ένα ευρύ δίκτυο συνεταιριστικών τραπεζών, για ηθικές τράπεζες και πολλά άλλα. Και γι’ αυτό έχει τόση σημασία η κοινωνική οικονομία, γιατί ενσωματώνει ένα εναλλακτικό και συμμετοχικό στοιχείο, ένα νέο, πιο αναδιανεμητικό παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Απαντά, δηλαδή, στο ζήτημα της παραγωγής με έναν φρέσκο τρόπο.

Αυτές οι ρίζες και οι ιδεολογικές καταβολές του οικονομικού μας προγράμματος δεν μπορούν βέβαια να υποκαταστήσουν τα συγκεκριμένα μέτρα και τις λεπτομέρειες. Και αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζεται η συζήτηση εντός του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαμόρφωση του προγράμματος. Συγχρόνως, κατανοούμε τις μεταβατικότητες που απαιτούνται για να μετατραπούν οι ιδέες και τα οράματα σε εφαρμοσμένη πολιτική, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης που έχει επιφέρει παραγωγική αποσύνθεση και κοινωνική καταστροφή. Αλλά έχει επίσης σημασία να κατανοηθεί ότι το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει κάτι καινούργιο. Όχι κάτι καινούργιο με την έννοια του tabula rasa των εκσυγχρονιστών, όπου η συζήτηση ξεκινά χωρίς διαμάχες στο επίπεδο των αξιών, των προτεραιοτήτων και των συμφερόντων. Φέρνει κάτι καινούργιο ακριβώς επειδή στηρίζεται στις ρίζες μας και επιδιώκει να εφαρμόσει ένα σχέδιο που απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας στη συγκυρία.


Πηγή Αυγή via Ecoleft

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Περί «πασοκοποίησης» και άλλων δεινών. Εικαζόμενοι και πραγματικοί φόβοι


του Μιχάλη Σπουρδαλάκη


Ποταμῷ γὰρ οὐκ ἔστιν ἐμβῆναι δὶς τῷ αὐτῷ (Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι για δεύτερη φορά) Ηράκλειτος


Η ηγεμονική εδραίωση του ΠΑΣΟΚ στην ελληνική πολιτική σκηνή είναι αναπόφευκτο να έχει κληροδοτήσει το σύστημα και τους φορείς εκπροσώπησης με σημαντικές λογικές και έξεις που μας υποχρεώνουν να αξιολογήσουμε. Η υποχρέωση αυτή δεν προκύπτει μόνο επετειακά αλλά και από την εν εξελίξει αναδόμηση των πολιτικών συσχετισμών τα τελευταία χρόνια, η οποία και θα γειώσει την πασοκική αυτή κληρονομιά στα νέα δεδομένα.

Συμφέροντα και πολιτικός ανταγωνισμός ήδη έχουν αρχίσει να αξιοποιούν αυτήν την κληρονομιά, ώστε να σπρώξουν τα πράγματα στην κατεύθυνση της υλοποίησης των στρατηγικών τους επιλογών. Ο όρος - κλειδί που συνοψίζει την πασοκική κληρονομιά, στη σχετική πολιτική πολεμική, δεν είναι άλλος από την «πασοκοποίηση». Ήδη ο όρος, που, θεωρητικά τουλάχιστον, απλώς περιγράφει τη διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής και ιδεολογικής συγκρότησης του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται να εργαλειοποιείται από τον εσμό των καθεστωτικών δυνάμεων, ώστε να εξυπηρετεί τις πολλαπλές τους επιδιώξεις. Έτσι, στο πλαίσιο του ιδιαίτερα πολωμένου πολιτικού ανταγωνισμού, η πρόσφατη και πληθωριστική χρήση του όρου «πασοκοποίηση» α) εκφράζει την ελπίδα και την επιδίωξη της κάμψης και του ελέγχου ριζοσπαστικού προσανατολισμού του ΣΥΡΙΖΑ, β) συμβάλλει στο διαμορφούμενο «μίσος» για τη Μεταπολίτευση, όπου η συμβολή του ΠΑΣΟΚ στις φιλελεύθερες, δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις εξομοιώνεται με ατεκμηρίωτες προκαταλήψεις περί «εθνολαϊκισμού», γ) επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την κατά παράδοση ελλειμματική και ίσως συμπλεγματική αντιμετώπιση της κομμουνιστογενούς Αριστεράς απέναντι στην Κεντροαριστερά και τη Σοσιαλδημοκρατία (βλ. παρακείμενο άρθρο Κ. Ελευθερίου) και να διασπάσει την ενότητα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και, τέλος, δ) θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η αναφορά στην «πασοκοποίηση» εκφράζει και τον φόβο όσων έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον ΣΥΡΙΖΑ για μια νέα κοινωνιοκεντρική διευθέτηση των σχέσεων κοινωνίας - κράτους. Φόβος κατανοητός, που προκύπτει από το ενδεχόμενο μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από το βάρος της αδράνειας των πασοκικών έξεων, υποταχθεί στις παθογένειες της πασοκικής κληρονομιάς.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η πολύσημη χρήση του όρου δεν υπονομεύει μόνο τη δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στεβλώνει τον δημόσιο διάλογο. Γι' αυτό και μας υποχρεώνει να σταθούμε στο περιεχόμενο του «δημοφιλούς» αυτού όρου. Με την ευκαιρία μάλιστα των σαράντα χρόνων του ΠΑΣΟΚ, ίσως συμβάλλουμε και στην ψύχραιμη αποτίμηση, ωστόσο σύντομη, της πολιτικής του κληρονομιάς.

Η δυναμική και ριζοσπαστική είσοδος του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική σκηνή της Μεταπολίτευσης συνοδεύτηκε από μια υπερβολική και ανορθολογική εχθρότητα στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση. Η πολεμική του απέναντι στο ισχυρό τότε αυτό ρεύμα της Αριστεράς να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό του από τους συντηρητικούς του αντιπάλους ως «Αριστερά της Αριστεράς». Στο πλαίσιο των διαδικασιών της δημοκρατικής μετάβασης, το ΠΑΣΟΚ συνέβαλε αποφασιστικά στις δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις της περιόδου που ανέτρεψαν τα συντηρητικά και αυταρχικά φορτία του μετεμφυλιακού σκηνικού. Η οργάνωση και η παρουσία του Κινήματος ως μαζικού, και, έστω κατ' επίφαση, συμμετοχικού κόμματος ακύρωσε πολιτικές φοβίες του παρελθόντος και αναβάθμισε τις διαδικασίες πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης, εντάσσοντας συσσωρευμένα κοινωνικά αιτήματα σε πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς και διαδικασίες. Έτσι, οι από τα πάνω μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ως κυβέρνηση, παρά τη συχνή αντιφατικότητά τους, νομιμοποιούνταν πάντα με αναφορά σε κοινωνικά αιτήματα και επιδιώξεις.

Φυσικά, η συμβολή του αυτή μόνο κατ' εξαίρεση παρέκκλινε από το πρότυπο εκδημοκρατισμού που είχαν επιλέξει οι πολιτικές και κοινωνικές ελίτ. Ένα πρότυπο που πρόκρινε τον διά των κομμάτων ελέγχο και περιορισμό της κοινωνικής δυναμικής και των κοινωνικών πρωτοβουλιών αυτοθέσμισης.

Όσο αυθαίρετη και υπερβολική ήταν η αρχική του πολεμική απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία τόσο παθητική αποδείχθηκε η εν συνεχεία ένταξή του στις τάσεις της «νέας - σοσιαλδημοκρατίας», η οποία πλέον, χωρίς εναλλακτικό πρόγραμμα και όραμα απέναντι στην προϊούσα καπιταλιστική κρίση, εντάχθηκε στο πλαίσιο που επέβαλε η νεοφιλελέθερη ηγεμονία. Έτσι, το πάλαι ποτέ Κίνημα, με τις μαζικές οργανώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, μετατράπηκε σε κυβερνητικό κόμμα, περιόρισε τη δράση του στους θεσμούς «διακυβέρνησης» και προσάρμοσε τον λόγο του και τη νομιμοποιητική βάση της πολιτικής του στα εκάστοτε προτάγματα του κράτους, αδιαφορώντας ή ανταποκρινόμενο επιλεκτικά και πελατειακά στα κοινωνικά αιτήματα.

Ο κυβερνητισμός αυτός του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο δεν οδήγησε στο ξεπέρασμα του έτσι και αλλιώς αρχικού προσωποπαγούς του χαρακτήρα, δημιούργησε χώρο για την πάντοτε καραδοκούσα τεχνοκρατία και οδήγησε σε έντονα φαινόμενα παραγοντισμού και διαφθοράς. Το κόμμα κρατικοποιήθηκε, αφού η λογική του και οι πόροι του (υλικοί, πολιτικοί, συμβολικοί) εξαρτώνταν πάντα από την διαχειριστική του παρουσία στο κράτος. Η κρίση και η πολιτική αντιμετώπισή της απομάκρυνε ακόμη περισσότερο το ΠΑΣΟΚ από την κοινωνική του βάση και και οριστικοποίησε την αποξένωσή του από αυτή. Η κοινωνία δεν αντιμετωπίζεται πλέον με επιλεκτική αδιαφορία, αλλά ως «εχθρός».

Αυτή είναι η δραματική εξέλιξη που μας κληροδοτεί το ΠΑΣΟΚ. Η «πασοκοποίηση» με αυτή την έννοια στοιχειοθετεί απολύτως δικαιολογημένα τους πραγματικούς φόβους της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ωστόσο, τα αρνητικά αυτά φορτία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν χωρίς υπερβολές και παραλυτικές φοβίες. Άλλωστε, στο γενετικό υλικό του πάλαι ποτέ Κινήματος υπήρχαν δημοκρατικές υποσχέσεις και πρακτικές (δημοκρατική μαζική συμμετοχή, αναφορές σε λαϊκά κοινωνικά στρώματα, έμφαση σε συλλογικές διαδικασίες και θεσμούς πολιτικής και κοινωνικής εκπροσώπησης και, παρά τις ιδεολογικές στρεβλώσεις και αντιφάσεις όραμα «κοινωνικής αλλαγής»). Η αξιοποίηση και αυτής της κληρονομιάς, ή ό,τι από αυτή έχει απομείνει στη συλλογική μνήμη, και κυρίως με την αυτοπεποίθηση της στρατηγικής της ριζοσπαστικής αριστεράς που θεμελιώνεται και στηρίζεται στην παρουσία στο κοινωνικό πεδίο όχι μόνον είναι δυνατόν να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην κληρονομιά του κρατικού ΠΑΣΟΚ, αλλά μπορεί να συμβάλει και στην πραγμάτωση μιας πραγματικά κοινωνιοκεντρικής νέας Μεταπολίτευσης. Μιας Μεταπολίτευσης που θα αλλάζει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και θα ανοίγει τον δρόμο για μια κοινωνική οργάνωση μακριά από τις ψευδαισθήσεις εξανθρωπισμού του καπιταλιστικού πολιτισμού, που αντιμετωπίζει ίσως τη βαθύτερη κρίση του τις τελευταίες πολλές δεκαετίες.

Πηγή Αυγή

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Η Ανοιξη της Πράγας και το ξεχασμένο πνεύμα


του Νικόλα Σεβαστάκη*


Σαράντα έξι χρόνια πέρασαν από την εισβολή των τανκς του «Συμφώνου της Βαρσοβίας» στην Πράγα. Ηταν, όπως εκ των υστέρων μάθαμε, η αρχή του τέλους μιας αυταρχικής αυτοκρατορίας, όπου ακούμπησαν τα όνειρα και οι αυταπάτες πολλών γενεών αριστερών. Η καταστολή των Τσεχοσλοβάκων έγινε αφορμή για να απελευθερωθούν περισσότερες δυνάμεις κριτικής και αυτεπίγνωσης στο διεθνές αριστερό κίνημα. Κυκλοφόρησαν άλλωστε κείμενα καταγγελίας μέχρι και στα στρατόπεδα εξορίστων της δικής μας δικτατορίας. Το πολιτιστικό αποτύπωμα των ανθρώπων που αποτέλεσαν τη μαγιά της Άνοιξης της Πράγας συγκίνησε αργότερα τα πιο διαφορετικά περιβάλλοντα: από τους Velvet Underground της σκοτεινής ροκ μέχρι τους διεθνείς κύκλους της φαινομενολογικής φιλοσοφίας, η οποία έχασε και ένα εκλεκτό τέκνο της, τον επιφανή αντιφρονούντα Γιαν Πάτοτσκα, στο επόμενο κύμα αστυνομικής καταστολής, στην εποχή της κίνησης διανοουμένων «Χάρτα 77».

Σαράντα έξι χρόνια πέρασαν και το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας μοιάζει περισσότερο με μια στιγμή ηθικού ιδεαλισμού παρά με συμβάν της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας. Ξεπροβάλλει από το παρελθόν ως μια από τις εφήμερες στιγμές ελευθερίας του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα. Η ιδέα ενός σοσιαλισμού της ελευθερίας και της κοινωνικής δημιουργίας δεν καθοδηγεί πολιτικά υποκείμενα της υπαρκτής πολιτικής και, όπου αναπέμπεται ακόμα ως ορίζοντας προσδοκιών και ευχή, περιορίζεται σε μικρούς κύκλους της δημοκρατικής αριστεράς.

Τι βλέπουμε σήμερα; Το κυρίαρχο ρεύμα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν εμπνέει και πασχίζει απλώς να κρατήσει ψήφους και δυνάμεις μέσα σε συνθήκες πολιτιστικής υποχώρησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και οικονομικής αιμορραγίας των μεσαίων τάξεων.

Υπάρχει όμως κάτι ακόμα, ακόμα πιο θλιβερό: η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά, όχι μόνο η εκλογικά επιβραβευμένη της Ελλάδας, αλλά και η πολιτικά αδύναμη σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έχει κόψει τους δεσμούς της με το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας. Ποιο ήταν το διακριτικό γνώρισμα αυτού του πνεύματος; Θα έλεγε κανείς ότι υπήρξε η διεκδίκηση της ευρωπαϊκής κληρονομιάς και των θετικών υποσχέσεων του νεωτερικού αστικού πολιτισμού. Η αντίσταση των Τσέχων στον σοβιετικό απολυταρχισμό δεν ήταν ακόμα ή δεν ήταν κυρίως υπόθεση εθνικιστικής αντίστασης ή άμυνας του μικρού έθνους απέναντι σε μια Υπερδύναμη. Ηταν βεβαίως και αυτό, αλλά μαζί και κάτι πολύ περισσότερο: μια εκδήλωση της επιθυμίας για την Ευρώπη και την κοσμοπολίτικη ενότητα Δύσης και Ανατολής. Στην τσέχικη διαφωνία δεν κυριαρχούσε επίσης η αδιαφορία για τα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά η απέχθεια για το ψεύδος του μαρξισμού-λενινισμού ως ιδεολογικού κελύφους στο οποίο καθαγιάστηκε η ψευδαισθητική παραγνώριση της πραγματικότητας. Με άλλα λόγια, το πνεύμα της Ανοιξης της Πράγας περιείχε την πρόκληση μιας εξέγερσης εναντίον του ιδεολογικού κιτς και κάθε τρομοκρατικής πολιτικής μεταφυσικής. Γι’ αυτό άλλωστε τούτο το πνεύμα καλλιέργησε την αγάπη για το κωμικό και το παράλογο, τον χαρακτηριστικό κεντροευρωπαϊκό ειρωνικό σκεπτικισμό που επιβιώνει ακόμα στα γραπτά του Κούντερα.

Ερχομαι όμως στην τωρινή λήθη ή μάλλον στη σημερινή θλιβερή αντιστροφή. Στους κύκλους του σημερινού ριζοσπαστισμού βλέπει κανείς τη χλομή επανέκδοση κάποιων τάσεων της δεκαετίας του ’70: τη γλώσσα του αντιιμπεριαλιστικού τριτοκοσμισμού, ο οποίος όμως τότε επικοινωνούσε με πραγματικά λαϊκά κινήματα και διαθέσεις στον Νότο και στην περιφέρεια. Τώρα αναγεννιέται περισσότερο ως αναμνηστική φαντασίωση ή, ακόμη χειρότερα, για να κρύψει την απογοήτευση και το μίσος για την Ευρώπη και την Αμερική, γι’ αυτό που ήταν η Δύση. Τι να πει κανείς, λοιπόν, όταν διαβάζει ανακοινώσεις και αναλύσεις γλοιώδους κολακείας στην κυβέρνηση Πούτιν και στον εικονικό «αντιφασισμό» των αποσχιστικών πολιτοφυλακών της Ανατολικής Ουκρανίας ή όταν ακούει ότι πρέπει να καταδικαστεί ακόμα κι αυτός ο πολύ αργοπορημένος και για την τιμή των όπλων βομβαρδισμός των καθαρμάτων του «Ισλαμικού Κράτους» από τους Αμερικανούς;

Τόσο στην παραδοσιακή όσο και στη νέα πολιτισμική ριζοσπαστική Αριστερά τον πρώτο λόγο έχει η εξιδανίκευση του αντιαμερικανισμού και η υποτίμηση των νέων μορφών αντισημιτικής εχθρότητας και ανορθολογικής παράνοιας. Το πιο χτυπητό παράδειγμα είναι η υιοθέτηση των ακραίων σεναρίων συνωμοσίας (λ.χ. η πίστη πως και το Ισλαμικό Χαλιφάτο είναι δημιούργημα της Μοσάντ) που έχει γίνει ο αυτόματος πιλότος της «ριζοσπαστικής» προσέγγισης των γεγονότων δίχως συναίσθηση των κινδύνων που έχει αυτή η στάση. Σε έναν κόσμο όπου τα κεκτημένα της φιλελεύθερης δημοκρατικής οικουμενικότητας είναι εύθραυστα και υπό αίρεση, διακρίνει κανείς μια αληθινή οπισθοδρόμηση στο επίπεδο των ιδεών και των αξιών. Ξαναζεσταμένος αντιαποικιοκρατικός λόγος και αναβίωση μαοϊσμών, εργατισμών και ιακωβινισμών διαφημίζονται ως το άλας της σύγχρονης κριτικής σκέψης, ενώ αποτελούν συμπτώματα απολίθωσης της κριτικής συνείδησης.

Αν πρέπει λοιπόν να θυμόμαστε τα τανκς στην Πράγα του ’68, δεν είναι για την τιμητική χρήση της Ιστορίας μήτε για τη μυθοποίηση μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής. Δεν είναι για να ανακαλούμε τον πόνο κάποιων θυμάτων της Ιστορίας και χαμένων υποθέσεων, αλλά για τις σημερινές μας πλεύσεις σε έναν κόσμο αφάνταστα πιο περίπλοκο και χαοτικό από τον κόσμο του 1968.

Ακόμα και στο τωρινό γεωπολιτικό και οικονομικό χάος, αξίζει να φρεσκάρουμε τις μεγάλες δεσμεύσεις: τον δημοκρατικό κοσμοπολιτισμό, την απέχθεια για τους ζηλωτισμούς, την υπεράσπιση ενός εγκάρδιου πρακτικού ορθολογισμού. Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν μια Αριστερά που δεν βαφτίζει τη Χαμάς δημοκρατικό κίνημα και δεν τρέχει πίσω από εθνικομπολσεβικισμούς της συμφοράς.
------------------------

* Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Michael Kohlhaas του Heinrich von Kleist: Η αιώνια επιστροφή του Κ.




του Keunermann


Η ταινία του Arnaud des Pallières που παρουσιάζουμε σήμερα είναι γαλλικής και γερμανικής παραγωγής (εγγλέζικος τίτλος: Age of Uprising: The Legend of Michael Kohlhaas), και ως πρωταγωνιστή έχει τον απολαυστικό Mads Mikkelsen (μεταξύ άλλων παίζουν επίσης ο Bruno Ganz και ο -γνωστός από τις συνεργασίες του με τον Leos Carax- Denis Lavant).

Για αρχή, ένα μεθοδολογικό σχόλιο· ο προσεκτικός αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι ο τίτλος αφορά βιβλίο και όχι πρωτίστως μια ταινία. Ο ακόμη περισσότερο προσεκτικός θα σπεύσει να επισημάνει ότι δεν είναι η πρώτη φορά που υποπίπτουμε στο ολίσθημα αυτό (έχει προηγηθεί η Χριστουγεννιάτικη ιστορία). Αλλά δεν έχει σημασία. Βιβλία, ταινίες, ξυλοδαρμοί μεταναστών, βεβηλώσεις εβραϊκών νεκροταφείων και τραγούδια της Ζωζώς Σαπουντζάκη – όλα μπορούν εξίσου να ειδωθούν, σε ό,τι μας αφορά εδώ, ως κείμενα που παραπέμπουν σε άλλα κείμενα επ' άπειρον. 



«Στις όχθες του ποταμού Χάβελ ζούσε, στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα, ένας έμπορος αλόγων ονόματι Μίχαελ Κόλχαας, γιος δασκάλου, ένας από τους εντιμότερους και ταυτόχρονα τρομακτικότερους ανθρώπους της εποχής του. - Μέχρι τα τριάντα του χρόνια, αυτός ο ασυνήθιστος άνθρωπος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπόδειγμα καλού πολίτη. Σε ένα χωριό που ακόμα και σήμερα φέρει το όνομά του, είχε ένα υποστατικό με ζώα, στο οποίο ζούσε ήσυχα από το επάγγελμά του· τα παιδιά του που του χάριζε η γυναίκα του τα ανάσταινε με φόβο Θεού, με τις αρχές τις φιλοπονίας και της εντιμότητας· δεν υπήρχε ούτε ένας από τους γειτόνους του που να μην είχε χαρεί τη φιλανθρωπία του ή τη δικαιοσύνη του· κοντολογίς, θα έπρεπε να ευλογάνε τα πεθαμένα του, αν δεν το είχε παρακάνει με μία αρετή. Η αίσθηση του δικαίου τον έκανε ληστή και φονιά.»

Έτσι αρχίζει την  εξιστόρησή της η θρυλική, ομότιτλη νουβέλλα του Heinrich von Kleist, και παραθέτουμε αυτούσιο το χωρίο εν είδει σύνοψης της υπόθεσης (εξαιρετική και κομψή η έκδοση από την «Ερατώ», αλλά έκπληξη με τον συγκεκριμένο οίκο θα αποτελούσε μάλλον το αντίθετο). Η αφήγηση αντλεί την έμπνευσή της από την πραγματική ιστορία του Hans Kohlhase.

Η ταινία είναι άνιση, αργή και ατμοσφαιρική, συνιστάται δηλαδή σε όσους αγαπούν τον Μίκελσεν ή τον Κλάιστ (ή εκλαμβάνουν τους άνωθεν χαρακτηρισμούς ως κομπλιμέντα). Το βιβλίο ήταν ένα από τα αγαπημένα έργα του Franz Kafka και ένα από τα ελάχιστα που ανέγνωσκε δημόσια, με βαθιά μάλιστα συγκίνηση. Βασισμένη στην πραγματική ιστορία ενός νομοταγούς, ευυπόληπτου ανθρώπου του 16ου αιώνα, ο οποίος πέφτει θύμα αδικίας από κάποιον τοπικό άρχοντα και στην πορεία, ωθούμενος από ταλαιπωρίες και εμπαιγμούς εκ μέρους των αρμόδιων αρχών, αποφασίζει να βγει στην παρανομία (εάν η δικαιοσύνη δεν είναι του κόσμου αυτού, οφείλει να εισέλθει βιαίως αλλούθεν, όπου το ζητούμενο «αλλού» είναι εκείνο του ελευσόμενου κόσμου-που-δεν-ανέχεται-την-αδικία), ηγούμενος μιας συμμορίας (και μιας εξέγερσης) απελπισμένων, κακοποιών και αδικημένων (η περιπέτειά του, μάλιστα, περιλαβάνει μια επική συνάντηση με τον Λούθηρο), η νουβέλλα και η ταινία αφηγούνται ακριβώς αυτήν την αντίσταση ενός ατόμου στις κοινωνικές νόρμες, στους νόμους και τις εξουσίες της παράδοσης, όταν αυτές το εμπαίζουν και αρνούνται να αναγνωρίσουν την αξιοπρέπειά του. Υπάρχει, επομένως, παρά το φεουδαρχικό σκηνικό, κάτι το αναφαίρετα νεωτερικό στην όλη υπόθεση, που διατηρεί την επικαιρότητά του, τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο παραμένουν σε μια εποχή που είναι ακόμη, διακόσια χρόνια μετά, αναγνωρίσιμη ως η δική μας. Έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε μαζί με τον πραγματικό Κολχάζε:

Όχι για την ιδιοκτησία μου, που μου την πήραν

Για το δίκιο που μου στέρησαν, πολέμησα.



«Ο Κλάιστ -που αυτοκτόνησε πένης και εξαθλιωμένος- είναι ο Κάφκα χωρίς την ειρωνική δυσπιστία απέναντι στην παράδοση», διαβάζουμε σε ένα πολύ όμορφο κείμενο για το βιβλίο. Αλλά στην περίπτωση του καφκικού πρωταγωνιστή η σοβαροφάνεια στην αντιμετώπιση των πραγμάτων έχει διαλυτικές συνέπειες για τον ίδιο, μάλλον, παρά για την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Και ακόμη: «Η εκλεκτική συγγένεια της Δίκης με το Μίκαελ Κόλχαας είναι επίσης συγγένεια μεταξύ επιστροφών του γράμματος: ο αναδιπλασιασμός του "K" ανάμεσα σε συγγραφέα και χαρακτήρα στην πρώτη περίπτωση (Κλάιστ, Κόλχαας), επιστρέφει εμβληματικά και ανεξίτηλα στην δεύτερη (Κάφκα, Κ.)». Με το να μην εσωτερικεύσει την ενοχή αλλά να αντιδράσει εξωστρεφώς αναζητώντας καταφύγιο και διέξοδο στις ατραπούς της συλλογικής δράσης· με το να μην αφήσει πίσω του ντροπή αλλά μονάχα υπερηφάνεια για το όνομά του, ο Κόλχαας είναι ο Κ. που νίκησε.  


Κείμενα

-Χάινριχ φον Κλάιστ, Μίχαελ Κόλχαας (μτφ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος), εκδόσεις «Ερατώ», Αθήνα 2010.

-“Michael Kolhaas”, ιστολόγιο Radical Desire, 30/04/2011.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Φραντς Κάφκα: Το αβάσιμο της εξουσίας


του Μπερνάρ Λαΐρ


Χρήστης μορφών από όλα τα είδη (από το παραμύθι μέχρι το χρονικό περνώντας από την ιστορία για παιδιά, τον θρύλο, την αλληγορία, τον μύθο ή την επιστημονική αναλογία) που μετασκευάζει, μεγάλος τεχνίτης αφηγήσεων του φανταστικού και επινοητής ενός είδους «θεωρησιακής αφήγησης» σε ρήξη με τις ρεαλιστικές αναμονές, ο Φραντς Κάφκα κατανοούσε μολαταύτα τη λογοτεχνία περισσότερο ως αυτογνωσία και γνώση του κόσμου παρά ως αμιγώς μορφική άσκηση. Κυρίως, δεν προσδιόριζε τον σκοπό της γραφής ανεξαρτήτως από αυτό που έλπιζε ότι θα μπορέσει να προκαλέσει στον αναγνώστη: συγκλονισμό, πόνο, απελευθέρωση ή αφύπνιση. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια της συγγραφικής του ζωής, ο Κάφκα δεν έπαψε ποτέ να διασαφηνίζει τους μηχανισμούς της κυριαρχίας, από τους οποίους είχε προσωπικά υποφέρει στο οικογενειακό επίπεδο, και που επίσης μπορούσε να εξετάσει λεπτομερώς στα διάφορα επαγγελματικά πεδία.

Ανέλυσε τα χαρακτηριστικά της αυθαίρετης, απόλυτης, τυραννικής εξουσίας ενός πατέρα που δεν αιτιολογούσε τις κατηγορίες, τις επιπλήξεις ή τις κυρώσεις του. Επίσης και κυρίως, συνέχισε να διεξάγει την αυτοανάλυση της ψυχικής δομής που είχε συγκροτήσει μέσα από μια σχέση προς τον πατέρα, ταυτοχρόνως σχέση θαυμασμού και διαμάχης (συναίσθημα ενοχής, ακύρωσης, ανικανότητας στη λήψη αποφάσεων, ροπή στην αυτοτιμωρία). Ο Κάφκα εξακολουθούσε το μεγάλο εγχείρημα αυτογνωσίας και γνώσης των διανθρώπινων σχέσεων, ανακαλώντας στο ημερολόγιό του, στην αλληλογραφία του και στην επιστολή που απεύθυνε στον πατέρα του ή τοποθετώντας στα λογοτεχνικά του κείμενα σκηνές καταθλιπτικές, αλλοτριωτικές, συχνά ταπεινωτικές, όπου οι καταπιεζόμενοι συμμετέχουν, χωρίς να το θέλουν ή μερικές φορές χωρίς να το ξέρουν, στην ίδια τους την καταπίεση.

Στο «Γράμμα στον πατέρα», ο Κάφκα λέει ότι πήρε «το μέρος του προσωπικού» βλέποντας πώς ο πατέρας του κακομεταχειριζόταν τους Τσέχους υπαλλήλους του. Η αναλογική λογική των διασυνδέσεων και των ταυτίσεων πρόκειται να παίξει κεντρικό ρόλο στην αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου και των αντιθέσεών του, που μπορούσε να παρουσιάσει. Πώς να μην ταυτιστεί με το προσωπικό, όταν καταλαμβάνει ανάλογη θέση εντός των συσχετισμών κυριαρχίας; Ο γιός (συγγραφέας) είναι για τον πατέρα (αστός) ό,τι είναι ο υπάλληλος για τον εργοδότη και δεν είναι δύσκολο να συναγάγουμε πως η συμβολική συνάφεια και η συμπάθεια που αισθανόταν ο Κάφκα για το προσωπικό ή ακόμα η πραγματική του αντίσταση στην καθημερινή συμπεριφορά απέναντί στο προσωπικό (πάρα πολύ ευγενικός, ταπεινός και με σεβασμό) ή οι περισσότερο πολιτικές θέσεις του, είναι τρόποι για να αμυνθεί ή να προστρέξει συμβολικά σε βοήθεια της δικής του προσωπικότητας. Ο Κάφκα θα προεκτείνει διαρκώς στους κυριαρχούμενους (κοινωνικά, πολιτικά, εθνοτικά ή πολιτισμικά) τη δική του οικογενειακή κατάσταση καταπίεσης και θα αισθάνεται αυθόρμητη αλληλεγγύη γι’ αυτούς. Το να παίρνει το μέρος των κυριαρχούμενων, των ταπεινωμένων ή των καταπιεζόμενων ήταν γι’ αυτόν υπεράσπιση της δικής του θέσης απέναντι στον πατέρα του.

Ο Κάφκα βλέπει, λοιπόν, στους κακομεταχειριζόμενους, υβριζόμενους, περιφρονημένους υπαλλήλους μορφές αδελφών της κατάστασης: «Γι’ αυτό ανήκα απαραιτήτως στη μερίδα του προσωπικού, με το οποίο άλλωστε συνδεόμουν με όλους τους τρόπους λόγω του δειλού χαρακτήρα μου, ο οποίος, καθεαυτός ήδη, με εμπόδιζε να καταλάβω ότι κάποιος μπορούσε να προσβάλλει τους ανθρώπους και, έστω με την έγνοια της δικής μου ασφάλειας, μου ενέπνεε την επιθυμία να συμφιλιώσω το προσωπικό-που, κατά την αίσθησή μου, έπρεπε να είναι φοβερά ενοχλημένο- με σένα και με όλη την οικογένειά μας». Το κατάστημα «μου θύμιζε πολύ έντονα τη δική μου κατάσταση», γράφει επιπλέον ο Κάφκα.

Ο Κάφκα είναι αλληλέγγυος με τους στιγματισμένους, τους αδυνάτους και τους στερούμενους αξιωμάτων. Νιώθει συμπάθεια για τους Τσέχους (που κυριαρχούνται από τους Γερμανούς), για τους μη αφομοιωμένους Εβραίους της Ανατολής (που καταφρονούνται από τους Εβραίους της Δύσης), για τη γλώσσα γίντις (θεωρούμενη ως φτωχή και απολίτιστη γλώσσα από την πλειονότητα των γερμανόφωνων Εβραίων) και για όλους όσοι του φαίνονται θύματα αδικιών ή καταπιεστών. Αναγνώστης του αναρχοκομμουνιστή Κροπότκιν και του αναρχίζοντα σοσιαλιστή Αλεξάντερ Γκέρτσεν, συχνάζοντας σε ορισμένους αναρχικούς ή σοσιαλιστικούς κύκλους[i], επιδεικνύει αδιάπτωτο ενδιαφέρον για όλους αυτούς που αγωνίζονταν υπέρ των θυμάτων της οικονομικής εκμετάλλευσης ή της κρατικής καταπίεσης. Μα δεν ήταν μόνο αυτό.

Ο Κάφκα εργάζεται κυρίως στον τομέα των ασφαλίσεων για εργατικά δυστυχήματα. Νομικός εμπειρογνώμονας, υποδέχεται τους παθόντες, εξετάζει τους φακέλους τους και εκπλήσσεται, ενώπιον του φίλου του, Μαξ Μπροντ, με την πειθηνιότητα αυτών των ακρωτηριασμένων, τραυματισμένων εργατών και υπαλλήλων, οι οποίοι θα μπορούσαν εύλογα να στραφούν βίαια εναντίον του εργοδότη ή εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας και, αντί γι’ αυτό, επαιτούν ευγενικά μια βοήθεια: «Όπως αυτοί οι άνθρωποι είναι συνεσταλμένοι, προσέρχονται για να μας υποβάλουν αιτήσεις. Αντί να καταλάβουν τον χώρο με επίθεση και να τα διαλύσουν όλα, υποβάλλουν αιτήσεις!». Καταχρήσεις εξουσίας, αρνησιδικίες, ταπεινώσεις, εκμετάλλευση, ευπείθεια των θυμάτων εργατικών δυστυχημάτων - ο Κάφκα καταγίνεται διαρκώς με το σύμπαν των εργατικών παθών.

Ο Κάφκα τοποθετεί στην καρδιά του έργου του τους συσχετισμούς δύναμης και κυριαρχίας. Και τονίζει, κυρίως, την εισφορά που καταβάλλει ο κυριαρχούμενος στην ίδια την κυριάρχησή του. Γι’ αυτό, είναι υποχρεωμένος να εξετάζει τις κοινωνικά συντεταγμένες προδιαθέσεις πεποίθησης, ενσυναίσθησης και δράσης, που εμποδίζουν τους κυριαρχούμενους να σπάσουν τον φαύλο κύκλο στον οποίο διατηρούνται. Ο Κάφκα αποδίδει ανάγλυφα τον κεντρικό ρόλο της πίστης στη δύναμη της εξουσίας και στη διατήρηση της τελευταίας. Από τη στιγμή που τα σημεία της εξουσίας ή της κοινωνικής περιωπής παρουσιάζονται και γίνονται αντιληπτά ως τέτοια, οι συμπεριφορές της συγκατάβασης ή της υποταγής ακολουθούν αυθορμήτως. Τα πρόσωπα που βρίσκονται σε θέση ισχύος μέσα στον κοινωνικό κόσμο γενικά ή μέσα σε μια δοσμένη οργάνωση (ξενοδοχείο, πύργος, επιχείρηση), εμπνέουν όχι μόνο τον σεβασμό ή την υποταγή, αλλά μερικές φορές την ακαταμάχητη διάθεση της προσέγγισης, η οποία μπορεί να φτάσει μέχρι την ερωτική ή σεξουαλική επιθυμία. Κάθε νομιμοποιημένη αρχή ασκεί ελκτική δύναμη πάνω σ’ αυτούς που εξαρτώνται από εκείνη. Η εντύπωση της προστασίας είναι μεγάλη για όλους αυτούς και όλες αυτές που μπορούν να υπερηφανευτούν για έναν δεσμό- ακόμα και άτονο- με την εξουσία: ένας εκ θαύματος δεσμός συγγένειας με τον πάμπλουτο γερουσιαστή θείο που μετασχηματίζει τον ξεπεσμένο νεαρό μετανάστη, Καρλ Ρόσμαν, σε πρόσωπο άξιο σεβασμού («Αμερική»), ένας δήθεν ερωτικός δεσμός της Φρίντα, της σερβιτόρας στο ξενοδοχείο των Κυρίων, με τον Κλαμ, τον επικεφαλής του 10ου γραφείου («Ο Πύργος»), που την καθιστά σημαντικό πρόσωπο κλπ. Αλλά κάθε στραβοπάτημα που εκτελείται σε σχέση με την εξουσία ή, χειρότερα, κάθε αντίσταση ή δυσπιστία σ’ αυτή επισύρουν παρευθύς την πτώση, τη δυσμένεια και την περιθωριοποίηση: αφού αποκλείστηκε από τον θείο του, ο Καρλ Ρόσμαν μεταπίπτει στο χαμηλότερο σημείο της κλίμακας και καταλήγει να αντιμετωπίζεται σαν σκλάβος και σαν σκύλος. Η άρνηση να δοθεί σε έναν αξιωματούχο του Πύργου καταδικάζει την Αμαλία και ολόκληρη την οικογένειά της να ζουν σαν παρίες.

Η εξουσία δεν θα ήταν τόσο ισχυρή, αν αυτοί που την υφίστανται, δεν πίστευαν στην παντοδυναμία της. Ως εκ τούτου, ο Κάφκα καταδεικνύει εξακολουθητικά τις αποκλίσεις ανάμεσα σε ό,τι κάνουν ή είναι πραγματικά τα πρόσωπα της εξουσίας -τα οποία τροφοδοτούν αδιάκοπους υπομνηματισμούς και γύρω τους πλανάται μια αίσθηση μυστηρίου- και στις αναπαραστάσεις που προκύπτουν από αυτά: τα βλέπουμε μεγεθυμένα, πιο μεγαλοπρεπή και πιο ωραία απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα, τους αποδίδουμε ποιότητες και ικανότητες, τις οποίες δεν διαθέτουν κατ’ ανάγκη, εν συντομία, τα υπερεκτιμάμε και συγχρόνως τα καθιστούμε πάρα πολύ ισχυρά. Ο Κάφκα υπογραμμίζει πάντα τον ρόλο της αυταπάτης και όλων των τεχνικών διατήρησης της αυταπάτης ή της αποκοίμισης στην ενάσκηση της εξουσίας. Η σύλληψη της γραφής ως μέθοδος αφύπνισης των συνειδήσεων, με το «να σπάσει την παγωμένη θάλασσα που βρίσκεται μέσα μας» ή με το «να δώσει μια γροθιά στο κρανίο», είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτό που επιδεικνύει η εξουσία: η μάγευση, η μαγγανεία, το θέλγητρο συμπράττουν στη διατήρηση της καταπιεστικής ισχύος.

Τα πράγματα περιπλέκονται λίγο περισσότερο, μόλις ο κυριαρχούμενος ή ο υποταγμένος εσωτερικεύσει την «παρανομία», την ακύρωση και την κατάσταση της υποταγής του μέχρι το σημείο που αποκτά ο ίδιος την πεποίθηση πως αξίζει τη μοίρα του, ευτυχής μερικές φορές με την παραμικρή κίνηση επιείκειας ή ακόμα και καταφρόνησης που η εξουσία ευαρεστείται να κάνει προς αυτόν. Και η πιο περιφρονητική πράξη γίνεται αντιληπτή σαν ένδειξη ενδιαφέροντος και αναγνώρισης από αυτόν που, εξαρτημένος από το βλέμμα του κυρίαρχου, βλέπει κάποιο είδος επιβεβαίωσης της ύπαρξής του μέσα στην πιο παράλογη τάξη ή στην πιο εξευτελιστική ταπείνωση. Στην «Αμερική», ο χαρακτήρας του Ρόμπινσον περιπίπτει στην κατάσταση του σκλάβου, στην υπηρεσία μιας πρώην τραγουδίστριας (Μπρουνέλντα). Ερμηνεύοντας αυτό που δεν είναι παρά απίθανη εκμετάλλευση σαν γνώρισμα προσοχής εκ μέρους της Μπρουνέλντα προς αυτόν, βρίσκει «εράσμιο» το γεγονός ότι του ζητά να ασχολείται μόνος του με την μετακόμισή της, με τίμημα την υγεία του. Ως τελειοποιημένος σκλάβος, είναι έτοιμος «να εργάζεται όσο πάει» και να «κοιμηθεί για να πεθάνει», όταν θα εξαντληθούν οι δυνάμεις του. Ο Κάφκα μεγεθύνει επίτηδες το επεισόδιο για να προσελκύσει την προσοχή στα πιο κοινά συμβάντα της καθημερινής ζωής, τα οποία συχνότατα περνούν απαρατήρητα.

Η εσωτερίκευση μιας κυριαρχημένης σχέσης στον κόσμο κάνει τον κυριαρχούμενο να προλαβαίνει όλες τις επιθυμίες του κυρίαρχου και να αυτοτιμωρείται πριν από κάθε εξωτερική κύρωση. Το αίσθημα ενοχής και όλες οι αυτοτιμωρητικές συμπεριφορές που το συνοδεύουν, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ή η διαρκής αυτοϋποτίμηση δεν είναι παρά εκδηλώσεις εσωτερίκευσης μιας σχέσης κυριαρχίας. Ο Γιόζεφ Κ., στη «Δίκη», συλλαμβάνεται κυριολεκτικά από το συναίσθημα ενοχής του και όλοι οι δικαστικοί αξιωματούχοι που εμφανίζονται για να τον συλλάβουν, να τον δικάσουν, να τον νουθετήσουν, δεν είναι παρά μυθοπλαστικά στοιχεία μιας δίκης, η οποία σε μεγάλο μέρος διαδραματίζεται εντός του ίδιου του Κάφκα. Το δικαστήριο είναι ουσιωδώς ένα ένδον δικαστήριο και το χασαπομάχαιρο με το οποίο τον σκοτώνει ο ένας από τους δύο δήμιους δεν είναι άλλο από το μαχαίρι που εισδύει στον ίδιο, τον ενδόμυχα πεπεισμένο ότι είναι ένοχος για κάτι, ακινητοποιημένος από τον φόβο, το άγχος και το αίσθημα αμαρτίας που έχει εσωτερικεύσει μέσα από τη σχέση με τον πατέρα του. Αποδεχόμενος να εισέλθει στο παιχνίδι της δίκης, να εμπλακεί ή να επενδύσει με θέρμη σ’ αυτό, συμβάλλει στην ίδια του τη δυστυχία. Ο Κάφκα το έχει καταλάβει καλά για τον εαυτό του και το τοποθετεί λαμπρά κατ’ επανάληψη στα κείμενά του: θα «αρκούσε» να αρνηθεί να μπει στη λογική της δίκης, να μην παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου (που ως ένδον δικαστήριο, άλλωστε, δεν έχει λογικά ορίσει συγκεκριμένη συνάντηση σε αυτόν τον αλλόκοτο κατηγορούμενο, ο οποίος έχει συλληφθεί, αλλά είναι ελεύθερος να εξακολουθεί τις καθημερινές του δραστηριότητες), να χάσει τις περί την εξουσία αυταπάτες του, να απομαγευθεί ή να διαλύσει το θέλγητρο, ώστε τα πράγματα να γίνουν διαφορετικά. Αλλά η υποθετική έγκλιση είναι αναπόφευκτη στη συλλογιστική, καθώς ο κυριαρχούμενος είναι συνηθέστατα ανίκανος να διαπράξει μια τόσο «απερίσκεπτη» ενέργεια (ποιός θα μπορούσε να παραμείνει αδιάφορος στην απειλή ενός ισχυρού, αν όχι ένας άλλος ισχυρός, ο οποίος δεν είναι συνηθισμένος να πτοείται και να υποτάσσεται;), ως συνέπεια του παρελθόντος ενσωμάτωσης και από τις προδιαθέσεις του να αναγνωρίζει τη νομιμοποίηση του κυρίαρχου.

Προσπαθώντας να περιγράψει το ενδόμυχο των ψυχικών και συμβολικών μηχανισμών επί των οποίων εδράζεται η εξουσία και περιγράφοντας ό,τι πειθήνιο και δουλοπρεπώς υποταγμένο υπάρχει εντός της, ο Κάφκα επιχειρεί να απελευθερωθεί και συγχρόνως να απελευθερώσει τον αναγνώστη που θα ήθελε να περατώσει την ίδια διεργασία. Καταδεικνύοντας ότι η τυραννική εξουσία συχνά δεν θεμελιώνει τις αποφάσεις της στην παραμικρή ορθολογική αρχή, παρά μόνο στην προάσπιση του συμφέροντός της, και ότι δεν ωφελεί σε τίποτα να πασχίζουμε να καταλάβουμε τους λόγους της δράσης της, αφού στο βάθος δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβουμε, δεν υποδεικνύει στον αναγνώστη να υποταχθεί χωρίς να προσπαθήσει να καταλάβει, όπως το ισχυρίζεται ο Γκύντερ Άντερς[ii], αλλά περισσότερο αγωνίζεται να αναδείξει πως η αναζήτηση αιτιών είναι ήδη παροχή πίστωσης σε μια αυθαίρετη εξουσία και, με αυτόν τον τρόπο, συνεισφορά στη διατήρηση της νομιμοποίησής της. Η απρόσιτη εξουσία, την οποία οι ήρωες του Κάφκα επιζητούν ματαίως να αποκρυπτογραφήσουν, τελικά δεν είναι αποκρυπτογραφήσιμη, καθώς το έσχατο θεμέλιο της ύπαρξής της είναι εντελώς αυθαίρετο.

* Το κείμενο του Μπερνάρ Λαΐρ, με τίτλο L’infondé du pouvoir, δημοσιεύτηκε στη γαλλική λογοτεχνική επιθεώρηση, Le Magazine Littéraire, Ιανουάριος 2014, σελ. 58-60, στο ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού για τα 90 χρόνια από τον θάνατο του Φραντς Κάφκα (3 Ιουνίου 1924). Μετάφραση: Νίκος Σκοπλάκης.

--------------------------------------
[i] Βλ. Michael Löwy, Franz Kafka, rêveur insoumis, εκδ. Stock, Παρίσι, 2004.
[ii] Βλ. Günther Anders, Kafka pro und contra: die Prozeß-Unterlagen, εκδ. C. H. Beck, Μόναχο, 1984.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Η ιδεολογία, η ηγεμονία και οι συμμαχίες.


των Χρήστου Λάσκου και Ευκλείδη Τσακαλώτου


Είναι πολλοί όσοι ισχυρίζονται πως η επικράτηση του Θατσερισμού μετά από την κρίση του ’70 ακολούθησε μια μετατόπιση στο πεδίο των ιδεών και των συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, η ιδέα είναι πως η ατομικιστική κοσμοαντίληψη προηγήθηκε των εφαρμοζόμενων πολιτικών και καθόρισε τη μοίρα τους.

Ο νεοφιλελευθερισμός, η ακραία πολιτική υπέρ του κεφαλαίου, που επικράτησε στον κόσμο ολόκληρο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, προετοιμάστηκε από εξελίξεις στον «καθαρό» χώρο της ιδεολογίας. Φυσικά, οι φορείς αυτής της ιδεολογίας διέθεταν υλικότατες δυνάμεις στήριξης των απόψεών τους, μια πανίσχυρη προπαγανδιστική μηχανή χρηματοδοτούμενη αφειδώς και ακαδημαϊκά προγεφυρώματα, που, ακόμη και στις μοναχικότερες στιγμές, τους έδιναν την αυτοπεποίθηση, που είναι αναγκαία σε όλους τους πολέμους. Από την άλλη πλευρά, οι ιδέες τους ήταν οι πιο συμβατές με τον πραγματικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και, από αυτήν την άποψη, μπορούσαν να είναι βέβαιοι πως, υπό «φυσιολογικές συνθήκες», θα έρχονταν και πάλι η ώρα της απόλυτης κατίσχυσής τους.

Τα τελευταία σχόλια, ωστόσο, δεν αλλάζουν το αναμφισβήτητο γεγονός πως η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική επίθεση ενάντια στο συλλογικό προηγήθηκε του πολιτικά εφαρμοσμένου νεοφιλελευθερισμού και υπήρξε προϋπόθεση του υλικού θριάμβου του. Και δεν υπάρχει κανένας «ιδεαλισμός» εδώ. Αρκεί να θυμηθούμε πως για το Μαρξ οι ίδιες οι ιδέες γίνονται υλική δύναμη, όταν κατακτήσουν τις μάζες –και δυστυχώς αυτό δεν αφορά μόνο τις προοδευτικές ιδέες. Η ιστορία δίνει πολυάριθμα σχετικά παραδείγματα.

* * *

Η άποψή μας είναι πως, εν όψει της δυνατότητας μιας πολιτικής ανατροπής στην Ελλάδα, «για μας μιλάει ο μύθος». Διαφορετικά, το μέλλον της κυβέρνησης της Αριστεράς και του κοινωνικού μετασχηματισμού, σε μεγάλο βαθμό, θα καθοριστεί από τεκτονικές μετατοπίσεις στο πεδίο των ιδεών, των αντιλήψεων και των παθών της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Θα πρέπει, λοιπόν, πολύ σοβαρά να δούμε πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να κάνουμε στον κρίσιμο αυτό τομέα έτσι ώστε να πάμε εκεί που θέλουμε.


Κάποια καλά νέα

Αυτά κυρίως έρχονται από τα πάνω, πράγμα, ωστόσο, που κάθε άλλο παρά τα κάνει ασήμαντα. Αντίθετα, μάλιστα, φαίνεται να αντανακλούν πραγματικούς φόβους των κυρίαρχων πως η συνέχιση της ίδιας κατάστασης ίσως θέσει σε μεγάλο κίνδυνο την αναγκαία νομιμοποίηση όχι μόνο των ασκούμενων πολιτικών, αλλά και του ίδιου του συστήματος.

Στο επίπεδο των ιδεών, λοιπόν, διαβλέπουμε πως σημαντικό μέρος των απολύτως φιλοκαπιταλιστικών κατασκευαστών συναίνεσης -διανοούμενοι, think tanks, διεθνείς οργανισμοί- παίρνουν τις αποστάσεις τους από τα δόγματα του νεοφιλελευθερισμού. Το πιο πολυσυζητημένο, στους καθεστωτικούς κύκλους, οικονομικό βιβλίο των χρόνων της κρίσης, το Capital in the 21st Century του Thomas Piketty, δεν εντοπίζει απλώς τάσεις και προβλήματα του σύγχρονου καπιταλισμού, όπως η ραγδαία αύξηση των ανισοτήτων, αλλά, ακόμη περισσότερο προτείνει λύσεις, που αρθρώνονται κεντρικά γύρω από την ιδέα της αναγκαιότητας μιας γενναίας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο αποδομώντας έναν από τους βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, που είναι το θεώρημα του trickle-down, η ιδέα, δηλαδή, πως ο πλουτισμός των πλούσιων είναι ο απολύτως ενδεδειγμένος τρόπος για την ευημερία του συνόλου. Έχουμε φτάσει, μάλιστα, στο σημείο ακόμη και οι εμβληματικά ορθόδοξοι οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ, να διακηρύσσουν πως «η ανισότητα είναι εχθρός της ανάπτυξης».

Από την άλλη, πληθαίνουν κείμενα και αναλύσεις, όπου επανεξετάζεται η ιδέα της ιδιωτικοποίησης του δημόσιου σε βασικούς τομείς. Τόσο σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα όσο και την, τόσο κεντρική για όλους τους νεοκλασικούς, ωφέλεια του καταναλωτή. Τελευταία, ψελλίσματα ακούγονται ακόμη και σχετικά με θέματα δημοκρατίας: τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα δύσκολα ρυθμίζονται -αντιθέτως εύκολα αποφεύγουν το να επενδύουν επαρκώς στα δίκτυα ή να διαμορφώσουν χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές. Επιπλέον, το επιχείρημα του "too-big-to-fail" φαίνεται ότι δεν ισχύει μόνο για τις τράπεζες!

Σε πιο άμεσα για μας πεδία, η θεωρητική υποστήριξη του οράματος της Μέρκελ για την ΕΕ, για τη συντηρητική ομοσπονδοποίηση δηλαδή, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η ιδέα ότι η ευρωζώνη θα είναι η μοναδική νομισματική ένωση που δε θα χρειαστεί δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, αμοιβαιοποίηση των χρεών, μια "κανονική" κεντρική τράπεζα κλπ, επιβάλλεται απηνώς, κάθε άλλο, ωστόσο, παρά ηγεμονεύει ιδεολογικά. Οι υποστηρικτές της δεν έχουν να παραθέσουν παρά επιχειρήματα (!) του είδους «αυτοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού», «η Γερμανία έχει τη δύναμη να επιβάλλει τους κανόνες», «αν δεν σας αρέσει τη βόλτα σας». Η γυμνή επιβολή, όμως, ποτέ δεν μακροημέρευσε –γι’ αυτό και καθεστωτικά think tanks αρχίζουν να παίρνουν τις αποστάσεις τους.


Τα κακά νέα

Στο πεδίο των ιδεών διαμορφώνονται, όπως είναι γνωστό, διαφορετικές χρονικότητες. Όπως συνέβη και σε προηγούμενες κρίσεις η ιδεολογική μετατόπιση φαίνεται να αρχίζει από τα πάνω - ας θυμηθούμε πως και πριν από το παράδειγμα του νεοφιλελευθερισμού, στο οποίο αναφερθήκαμε εισαγωγικά, η δουλειά του Κέυνς στη Βρετανία έγινε ηγεμονική μόνο μετά από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το κυριότερο, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως οι κυριαρχούμενοι μετατοπίζονται με σαφώς αργότερους ρυθμούς. Δεδομένου δε πως η κυρίαρχη ιδεολογία είτε είναι η έμπρακτη ιδεολογία των κυριαρχούμενων είτε δεν είναι τίποτε τα περισσότερα παίζονται στο πεδίο των αναπαραστάσεων των κατώτερων τάξεων. Κι εδώ όλα δείχνουν πως ακόμη οι θεμελιώδεις ιδέες, που κυριάρχησαν στις δεκαετίες του νεοφιλελευθερισμού και του νεοσυντηρητισμού παραμένουν ακλόνητες. 

Η απαξίωση του δημόσιου και των συλλογικών λύσεων, η κυριαρχία του ατομικισμού, η καθόλα συμβατή με την προηγούμενη κυριαρχία εθνικιστικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων, η απόδοση μέγιστου σεβασμού στους πιο αντιδραστικούς θεσμούς είναι αντίπαλος ισχυρότερος για την ριζοσπαστική Αριστερά και από το ίδιο το κεφάλαιο. Το γεγονός πως οι από τα κάτω, ανταποκρινόμενοι αντανακλαστικά κάποιες φορές στην ταξική τους θέση, μπορεί να τεθούν σε τροχιά αντίστασης ακόμα και αν ιδεολογικά βρίσκονται «αλλού» δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό.

Κανένα αριστερό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού δεν έχει την παραμικρή τύχη αν δεν εμπλέξει ενεργητικά τη μεγάλη πλειοψηφία των κατώτερων τάξεων. Και ενεργητικά σημαίνει, πρώτα από όλα, με το μυαλό και την καρδιά, άρα με εντελώς άλλη από τη σημερινή τους ιδεολογία. 


Η συγκυρία

Βάσει των παραπάνω μπορούν να προκύψουν κάποια πολύ άμεσα συμπεράσματα για την τρέχουσα πολιτική μας. Ξεκινώντας από το μότο του Μαρξ πως πρέπει να πολεμάμε το παρόν χωρίς να υποστηρίζουμε το παρελθόν, πράγμα, όπως έγινε φανερό ήδη, κρισιμότατο για το σχέδιό μας, θα πρέπει να αποτιμούμε τις πολιτικές μας πρωτοβουλίες.

Δεδομένου, ακριβώς, πως στο ιδεολογικό επίπεδο υπάρχουν ποικίλων ειδών ετεροχρονισμοί, συνιστά συνήθη αυτοματισμό να αντιπαλεύεις το παρόν  είτε υποστηρίζοντας το παρελθόν είτε κάνοντας χρήση των υλικών του παρελθόντος. Μόνο που η ριζοσπαστική Αριστερά δεν έχει το παραμικρό περιθώριο, επί ποινή πραγματικής καταστροφής, να ταυτιστεί με το παρελθόν, με πρακτικές ή με πρόσωπα. Και, από αυτήν την άποψη, η αιτίαση πως όσοι καταθέτουν έντονο προβληματισμό σε σχέση με συγκεκριμένες επιλογές είναι εναντίον του «ανοίγματος» του κόμματος είναι απολύτως παραπειστική.

Είναι δεδομένο π.χ. πως οι μεγάλες μάχες εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων απαιτούν τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση, τη μέγιστη δύναμη πυρός, που είναι δυνατό να συγκεντρωθεί. Την ίδια στιγμή, όμως, η επιτυχία είναι άμεσα συναρτημένη με τη δυνατότητα να πείσεις πως ο δημόσιος τομέας, που υπερασπίζεσαι, είναι στους αντίποδες αυτού που υπήρξε το κράτος στην Ελλάδα για πολλές δεκαετίες. Πως ο συνδικαλισμός που θέλεις να ζωογονήσεις είναι το ακριβώς αντίθετο του «ιστορικού» συνδικαλισμού, κυβερνητικού, εργοδοτικού, όντως συντεχνιακού συχνά, σε τέτοιο βαθμό, που ως ξεκάρφωμα εφάρμοζε έναν εντελώς αντιαισθητικό κουτσαβακισμό.

Η μεγάλη πλειοψηφία των φτωχών ανθρώπων και των λαϊκών τάξεων αναγνωρίζει, από βαθύ ένστικτο –και παρόλη την ιδεολογική υστέρηση, πρόσωπα και καταστάσεις, που ταυτίζει με αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να μην επαναληφθεί ποτέ. Και αυτό δεν μπορείς να μην το παίρνεις υπόψη. Αλλιώς, τη στιγμή που θεωρείς πως κάνεις τη μέγιστη πολιτική καταδικάζεσαι σε πολιτική αναπηρία.

Κι έτσι σε κερδίζει πάλι ο νεοφιλελεύθερος: αν είναι για το ίδιο κράτος καλύτερα ένα πολύ μικρότερο κράτος.

Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε ό,τι αφορά το περίφημο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών. Προφανώς, μια κυβέρνηση της Αριστεράς, πολύ περισσότερο ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός,  απαιτούν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες. Αν όμως είναι να υπηρετηθούν αυτοί οι συγκεκριμένοι στόχοι, περισσότερο από τις ίδιες τις κοινωνικές συμμαχίες μετρούν οι όροι και οι προϋποθέσεις τους.

Οι συνασπισμοί εξουσίας που κυριάρχησαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης στηρίζονταν σε ευρύτατες κοινωνικές συμμαχίες. Στο πλαίσιο τους συγκεκριμένες μισθωτές κατηγορίες του δημόσιου τομέα κυρίως, αλλά και μικροεργοδοτικά και ελευθεροεπαγγελματικά στρώματα, ευνοήθηκαν να αποτελέσουν τις τάξεις-στηρίγματα, που έκαναν ασφαλή την πολιτεία του άρχοντος συγκροτήματος. Από την παροχή απίθανων προσόδων μέχρι την εθελοτυφλία απέναντι στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή, φοροκλοπή και εισφοροδιαφυγή και στην παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων –και όχι μόνο ξένων μεταναστών- είχαμε μια τεράστια γκάμα «παροχών».

Είναι απολύτως προφανές πως για τη ριζοσπαστική Αριστερά όλα αυτά είναι, με τον πιο ρητό τρόπο, καταδικαστέα. Η εξάλειψή τους αποτελεί όρο για την κοινωνική σωτηρία. Δεν είναι, λοιπόν, διαπραγματεύσιμα.  

Η Αριστερά παντού και πάντα υποστηρίζει ένα μοντέλο υψηλών καθολικών κοινωνικών παροχών και της γενικής φορολογίας, που μπορεί  να το στηρίξει. Κανένα σκόντο ως προς αυτό δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Η διαβεβαίωση πως ο πλούτος, όχι των «200 οικογενειών», αλλά πολύ περισσότερων θα στηρίξει αυτό το σχέδιο πρέπει να είναι σαφής και καθαρή σε κάθε μας παρέμβαση.

Κερδίζονται, όμως, έτσι εκλογές; Είμαστε πεπεισμένοι πως μόνο έτσι κερδίζονται –και ας μην επεκταθούμε σε πράγματα πολύ σοβαρότερα από τις εκλογές. 

Μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεσμεύεται απέναντι στα μεσαία στρώματα για εξασφάλιση ρευστότητας, δημιουργία παραγωγικών δικτύων που θα ευνοήσουν τη δραστηριότητά τους, ενίσχυση της ενεργού ζήτησης.  Μαζί και ταυτοχρόνως, δεν θα αποδεχτεί τις κακές πρακτικές, που, στο παρελθόν, αποτέλεσαν τη βάση των κυρίαρχων κοινωνικών συμμαχιών και θα φορολογήσει δίκαια και αναλογικά τον πλούτο. Αν απαιτούνται μέσα στην ύφεση μεταβατικές ρυθμίσεις και προσωρινές διευκολύνσεις κατά περίπτωση να ιδωθεί. Αυτό, ωστόσο, δεν μεταβάλλει τα βασικά.

Γιατί αυτά τα βασικά δίνουν το ισχυρότερο σήμα στη μεγάλη πλειοψηφία, διαπαιδαγωγούν και διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για την ιδεολογική μετατόπιση, χωρίς την οποία τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί.

* Tο κείμενο δημοσιεύθηκε σε μικρότερη εκδοχή στην Αυγή.

Πηγή alterthess

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Foucault και Marx: σημεία σύγκλισης και αίρεσης


του Αντώνη Γαλανόπουλου*


Μια επίκαιρη συζήτηση για ένα ανοικτό ερώτημα

Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τον θάνατο του Michel Foucault και θα λέγαμε πως τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρούμε μια έντονη επανεμφάνιση των ιδεών και της επιρροής του μεγάλου Γάλλου φιλοσόφου στις εκδόσεις και την αρθρογραφία στη χώρα μας. Η επιστροφή αυτή συνδέεται στενά με την τρέχουσα κρίση χρέους και τις πολιτικοοικονομικές συνέπειές της στο κοινωνικό σώμα. Το 2012 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο Η γέννηση της βιοπολιτικής που απαρτίζεται από μια σειρά μαθημάτων που παρέδωσε ο Michel Foucault στο Κολέγιο της Γαλλίας το 1979, στα οποία ασχολείται με την ανάλυση των μορφών της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας. Η επικαιρότητα του βιβλίου αυτού καταγράφηκε και στην εφημερίδα «Το Βήμα»: «Πώς η φιλελεύθερη αγορά μπήκε στη σκηνή της Ιστορίας και πώς η Γερμανία αναδείχθηκε σε πρότυπο του νεοφιλελευθερισμού. Οι διορατικές και τολμηρές παραδόσεις του Μισέλ Φουκό στο Κολέγιο της Γαλλίας μας βοηθούν να καταλάβουμε το σήμερα».

Ένα δεύτερο σημείο αυτής της επιστροφής είναι η σύνδεση της έννοιας της βιοπολιτικής με τις έννοιες του χρέους και της λιτότητας, την οποία συναντάμε, μεταξύ άλλων, στην αρθρογραφία του Κώστα Δουζίνα και του Γιάννη Σταυρακάκη.1 Αποκορύφωμα αποτελεί η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του Maurizio Lazzarato Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου, έργο βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες του Foucault.

Το τρίτο σημείο, αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι το εγχείρημα της αλτουσσεριανής σχολής να συνταιριάξει τη φουκωική και τη μαρξική κοινωνική θεωρία σε μία ανώτερη ενότητα. Χαρακτηριστικό αυτού του εγχειρήματος είναι η έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο του Pierre Macherey από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Αυτή η προσέγγιση εκκινεί από την ιδέα ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνδέεται με την εμφάνιση μιας νέας μορφής εξουσίας και συνακόλουθα μιας νέας αντίληψής της, η οποία εκφράζεται στο έργο του Michel Foucault.

Ο Foucault είχε μια ιδιαίτερη και αμφίθυμη σχέση με τον μαρξισμό αλλά και με τον ίδιο τον Marx, την οποία θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε με την ελπίδα να αναδείξουμε τις διαφωνίες και τα σημεία σύγκλισης που μπορούν να οδηγήσουν σε μια ανανέωση της ριζοσπαστικής και προοδευτικής σκέψης σήμερα. Κι αν η αλτουσσεριανή προσέγγιση δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην πλευρά του Marx, οδηγώντας και σε κάποιες υπερβολές στην προσπάθεια να ενταχθεί ο Foucault στο μαρξιστικό Παράδειγμα, εμείς θα δούμε τη σχέση αυτή μέσα από το έργο και την οπτική του Foucault.


Το ζήτημα της εξουσίας

Πρόθεση του Foucault είναι να προτείνει ένα εννοιολογικό σύστημα της εξουσίας που θα ξεφεύγει τόσο από τη μαρξιστική όσο και από τη δικαϊκή-νομική προσέγγιση. Η εξουσία σύμφωνα με τον Foucault δεν ανήκει σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες ατόμων, δεν έχει έναν και μόνο γενέθλιο τόπο, δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς και θεσμούς, αλλά διαπερνά ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, συνιστώντας έτσι ένα δίκτυο σχέσεων. Δεν πρόκειται λοιπόν για μία αλλά για πολλές εξουσίες και πιο συγκεκριμένα για σχέσεις εξουσίας.

Επίσης, για τον Foucault, η εξουσία ενυπάρχει σε κάθε ανθρώπινη σχέση και δεν είναι προνόμιο της κυρίαρχης τάξης. Η «μικροφυσική της εξουσίας» παίρνει λοιπόν τη θέση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους σαν όργανο καταπίεσης και επιβολής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες.

Όταν ο Foucault προτείνει τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να μελετάμε την εξουσία, αντιστρέφει τη συνήθη πορεία, λέγοντας πως πρέπει να δούμε την εξουσία από τα κάτω προς τα πάνω, ισχυριζόμενος πως η εξουσία δεν απορρέει από το κράτος. Κάθε έννοια κεντρικής εξουσίας δεν μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει χωρίς την ύπαρξη σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο.2 Το κράτος, για τον Foucault, συνίσταται στην κωδικοποίηση ενός αριθμού σχέσεων εξουσίας που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία του και η επανάσταση είναι ένας διαφορετικός τύπος κωδικοποίησης των ίδιων σχέσεων.3

Ο Foucault προβαίνει με αυτόν τον τρόπο στην ουσιαστική διάκριση κράτους και εξουσίας καθώς ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις εξουσίας επεκτείνονται πέρα από τα όρια του κράτους. Κατά συνέπεια υποστηρίζει ότι μπορούμε να φανταστούμε επαναστάσεις που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία και αλλάζουν τις κρατικές δομές αλλά αφήνουν άθικτες τις σχέσεις εξουσίας οι οποίες σχηματίζουν τη βάση για τη λειτουργία του κράτους.4 Είναι χαρακτηριστικό ότι θεωρούσε πως το παράδειγμα της σοβιετικής κοινωνίας τον επιβεβαίωνε καθώς «προσέφερε το παράδειγμα ενός κρατικού μηχανισμού που άλλαξε χέρια και που άφησε τις κοινωνικές ιεραρχίες, την οικογενειακή ζωή, την σεξουαλικότητα, το σώμα περίπου όπως ήταν σε μια κοινωνία καπιταλιστικού τύπου».5 Η κριτική του Foucault στο καθεστώς του «υπαρκτού σοσιαλισμού» φώτισε τα θεωρητικά ελλείμματα του μαρξισμού που σχετίζονται με τη διαχείριση των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων, κάνοντας λόγο για εξουσιαστικές σχέσεις που δεν σχετίζονται άμεσα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις, όπως οι διαφυλικές ή οι σεξουαλικές σχέσεις. Ο Foucault αποκάλυψε τις συντηρητικές, παραδοσιοκρατικές ή αυταρχικές όψεις του μαρξισμού και της πολιτικής που τον επικαλείται. Τα μαρξιστικά κόμματα και οι παραδοσιακές μαρξιστικές θεωρίες με άλλα λόγια δεν είχαν την ικανότητα να λάβουν υπόψη τους προβλήματα όπως αυτά της ιατρικής, της σεξουαλικότητας ή της τρέλας.

Για να μην επαναληφθεί η σοβιετική εμπειρία και παρεκκλίνει η επαναστατική διαδικασία, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξουσία δεν περιορίζεται στον κρατικό μηχανισμό. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στην κοινωνία αν δεν τροποποιηθούν οι μηχανισμοί εξουσίας που λειτουργούν στην καθημερινότητα και έξω από το πλαίσιο της κρατικών μηχανισμών.6 Οι σχέσεις εξουσίας είναι περίπλοκα φαινόμενα που δεν υπακούν στην εγελιανή μορφή της διαλεκτικής και δεν εξαντλούνται στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής.7

Όσον αφορά τον μαρξισμό, σύμφωνα με τον Foucault πάντοτε, η θεώρηση της εξουσίας παραμένει δέσμια της κεντρικής της άσκησης από τους κρατικούς θεσμούς και της ταξικότητας. Δέσμια δηλαδή της ιδέας ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις εξαντλούνται στη βίαιη επιβολή του συμφέροντος της κυρίαρχης αστικής τάξης στην κυριαρχούμενη εργατική. Ο Foucault υποστηρίζει ότι ο μαρξισμός έχει εγκλωβιστεί στην αναπαράσταση της μοναρχικής ανώτατης αρχής, γεγονός που τον καταδικάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδέα μιας παντοδυναμίας και την ιδέα μιας ριζικής αδυναμίας ή μιας καθαρά παρασιτικής λειτουργίας του κράτους.8

Ο Etienne Balibar σημειώνει απ’ την πλευρά του πως η προσέγγιση του Foucault για την εξουσία δεν είναι απολύτως ανταγωνιστική της μαρξιστικής και επιπλέον ισχυρίζεται ότι δίνει μια διέξοδο στον μαρξισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «η πειθαρχία, η μικροεξουσία αντιπροσωπεύουν την άλλη όψη της οικονομικής εκμετάλλευσης και συγχρόνως την άλλη όψη της ταξικής νομικοπολιτικής κυριαρχίας, την ενότητα των οποίων μας επιτρέπουν να στοχαστούμε· με άλλα λόγια, παρεμβάλλονται ακριβώς στο σημείο του βραχυκυκλώματος που διενεργεί ο Μαρξ ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό, την κοινωνία και το κράτος, όταν αναλύει την παραγωγική διαδικασία».9 Κι αν, συνεχίζει, οι διορθώσεις του Foucault κατευθύνονται, από τη μια εναντίον του εσχατολογικού φαντασιακού της ιστορίας με το οποίο συνδέεται άρρηκτα ο μαρξισμός, από την άλλη δεν είναι καθόλου ασύμβατες με τις στρατηγικές αναλύσεις που έκανε ο ίδιος ο Marx.


Foucault και Marx: πέρα από την εξουσία

Όπως είναι ήδη εμφανές από τη σύγκριση αυτών των δύο προσεγγίσεων της εξουσίας, ο Γάλλος φιλόσοφος βρίσκεται σε σταθερή αντιπαράθεση με τον μαρξισμό. Φαίνεται όμως εξαρχής ότι, για τον Foucault, η διαμάχη με τον Marx δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Ο ίδιος ο Foucault υποστηρίζει ότι δεν είχε αναπτύξει καμία σχέση με τον μαρξισμό καθώς «είναι μια πραγματικότητα τόσο πολύπλοκη, τόσο μπερδεμένη, παγιδευμένη επίσης στο εσωτερικό τόσων πολλών πολιτικών στρατηγικών» και διακρίνει τη σχέση του με τον μαρξισμό από τη σχέση που είχε αναπτύξει με το έργο του Marx.10 Μάλιστα, δηλώνει ότι τοποθετεί το έργο του «στη γενεαλογική γραμμή που εκκινεί από το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου. Αυτό που με ενδιαφέρει στο έργο του Μαρξ είναι το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου, δηλαδή ακριβώς ό,τι αφορά τις αναλύσεις περί της γέννησης του καπιταλισμού σε συνδυασμό με τις αναλύσεις των ιστορικών συνθηκών της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ειδικά από την άποψη της εγκαθίδρυσης και εξέλιξης των δομών και θεσμών εξουσίας. Το έργο μου είναι για όλα αυτά εγγενώς συνδεδεμένο με αυτό που γράφει ο Μαρξ».11

Ο Foucault έχει μια αμφίθυμη σχέση με το έργο του Marx. Από τη μια, εκτιμά τις προσπάθειες του τελευταίου, λέγοντας ότι «υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα στον Μαρξ αναφορικά με το σώμα, αλλά ο μαρξισμός έχει επισκιάσει φοβερά το σώμα προς όφελος της συνείδησης και της ιδεολογίας»12 και ότι «πολύ σημαντικά πράγματα που έγραφε ο Μαρξ […] έμειναν πρακτικά αναξιοποίητα, προς όφελος ατέρμονων σχολιασμών με θέμα την υπεραξία».13 Από την άλλη, στο βιβλίο του Οι λέξεις και τα πράγματα ο Marx παρουσιάζεται απλώς σαν μια παραλλαγή του Ricardo και της οικονομικής θεωρίας του 19ου αιώνα με πιο έντονο το στοιχείο μιας ιστορικής εσχατολογίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Στο βαθύ επίπεδο της δυτικής γνώσης ο μαρξισμός δεν επέφερε καμιά πραγματική τομή. Στεγάστηκε ανεμπόδιστα μέσα σε μια επιστημολογική διάθεση που τον υποδέχθηκε ευνοϊκά και που ο ίδιος δεν είχε ούτε σκοπό να την ταράξει, ούτε προπάντων τη δύναμη να την μεταβάλει γιατί βασιζόταν ολόκληρος σε αυτήν. Μέσα στη σκέψη του 19ου αιώνα ο μαρξισμός είναι σαν το ψάρι στο νερό: δηλαδή οπουδήποτε αλλού παύει να αναπνέει».14 Ο Foucault μετακινεί την επιστημολογική τομή από τον Marx στον Ricardo, εκτιμώντας ότι οι οικονομικές αναλύσεις του Marx καθοδηγούνται από έννοιες που αντλεί από το υφάδι της ρικαρντιανής οικονομίας.15 Αυτή η αμφίθυμη στάση θα μπορούσε να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός πως ο Foucault αναμετράται με τα όρια αυτού που ο ίδιος όριζε ως μαρξισμό, που στη πραγματικότητα ήταν μια συγκεκριμένη ανάγνωση του Marx στη Γαλλία.

Αυτό που ελκύει περισσότερο τον Foucault στο έργο του Marx είναι οι ιστορικές εργασίες του. Οι αναλύσεις του Marx ξεχωρίζουν χάρη στη διορατικότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Δεν συγκρίνονται, λέει ο Foucault, με μεταγενέστερες έρευνες. Το πρόβλημα όμως είναι ότι πάντα τελειώνουν με προφητικές διατυπώσεις.16 Ο Γάλλος διανοητής διευκρινίζει πως δεν θεωρεί «ότι πρέπει να τελειώνουμε με τον ίδιο τον Μαρξ ο οποίος εξέφρασε αλάνθαστα ορισμένα πράγματα. Πρέπει να διακρίνουμε τον Μαρξ από τον μαρξισμό ως αντικείμενο από το οποίο πρέπει να απαλλαχτούμε».17 Μελετώντας το ουσιαστικό πρόβλημα του τρόπου με τον οποίο πρέπει να υπερβούμε τον μαρξισμό, ο Foucault προσπάθησε να μην πέσει στη παγίδα των παραδοσιακών λύσεων, έτσι υποστήριξε χαρακτηριστικά: «Αυτό που εύχομαι δεν είναι τόσο το να σταματήσει να παραποιείται ο Μαρξ ή να αποκατασταθεί ένας αληθινός Μαρξ, αλλά να απαλλαγεί, να απελευθερωθεί ο Μαρξ από τη δογματική του κόμματος που τον φυλάκισε και τον κράδαινε για τόσο καιρό».18

Υπάρχει, τέλος, μια κύρια διαφορά μεθόδου ανάμεσα στον Foucault και τον Marx. Το σημείο αυτό περιγράφεται από τον Balibar και θα λέγαμε πως δεν έχει λάβει την προσοχή και την επεξεργασία που του αναλογεί στο πλαίσιο της συζήτησης για τη συνάντηση Foucault – Marx. Αυτό που σηματοδοτεί τη διαφορά είναι η εννοιολόγηση της δομής της κοινωνικής σύγκρουσης που εισάγει ο Foucault με τη θεωρία του. Όπως γράφει ο Balibar, «η διαφορά δεν αφορά το διαζευκτικό δίπολο του τοπικού και του σφαιρικού (μιας μικροφυσικής και μιας μακροφυσικής της εξουσίας τρόπον τινά), αλλά την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα σε μια λογική της σχέσης δυνάμεων, σε σχέση με την οποία η “αντίφαση” δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση παρά μια επιμέρους μορφολογία, και σε μια λογική της αντίφασης, σε σχέση με την οποία η “σχέση δυνάμεων” συνιστά μόνο τη στρατηγική στιγμή».19


Συμπέρασμα

Τι μας δείχνει η παραπάνω ανάλυση για τις προοπτικές συνάντησης Foucault και Marx; Η πολυσυζητημένη το τελευταίο διάστημα συνάντηση παραμένει ένα πεδίο προς διερεύνηση, ένα ανοικτό ερώτημα. Από φιλοσοφική σκοπιά, υπάρχουν στον Foucault προβλήματα από τα οποία δεν βρίσκουμε στον Marx ούτε ίχνος.20 Ο Foucault όρισε εκ νέου, σε σχέση με τον κλασικό μαρξισμό, τον χώρο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων καθώς και τη μορφή των επαναστατικών υποκειμένων και κατηγορεί εντέλει τον μαρξισμό ότι συνέβαλε στην έλλειψη πολιτικής φαντασίας.21

Οι θέσεις του Foucault προσφέρουν πολύτιμα εργαλεία για να αναλύσουμε τον σύγχρονο καπιταλισμό και τις σημερινές μορφές πειθάρχησης και βιοεξουσίας. Για τον Balibar, δεν υπάρχει ένα μεγάλο διαζευκτικό δίπολο «ή Marx ή Foucault». Είναι αλήθεια ότι οι αναλύσεις του Foucault περί βιοεξουσίας και βιοπολιτικής δεν μπορούν να παρακαμφθούν από καμία σοβαρή μαρξιστική θεώρηση του σύγχρονου καπιταλισμού και των προβλημάτων που θέτουν στην επαναστατική στρατηγική και τακτική της εποχής μας. Γεγονός που αποτυπώνεται στις επεξεργασίες και τα γραπτά εμβληματικών μεταμαρξιστών θεωρητικών όπως ο Hardt και ο Negri.

Όσο κι αν συμφωνούμε ότι η φουκωική και η μαρξιστική θεωρία δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστες, άλλο τόσο πιστεύουμε από την άλλη ότι δεν είναι και συμπληρωματικές. Αν μια μαρξιστική θεώρηση θα μπορούσε με περισσότερη ευκολία να ενσωματώσει τις ιδέες του Foucault για τη φυλακή, την τρέλα και τη σεξουαλικότητα, δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο με τη βασική ιδέα των σχέσεων εξουσίας στο μικροεπίπεδο. Η μαρξιστική αντίληψη περί εξουσίας δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τη φουκωική μικροφυσική της εξουσίας. Δεν μπορεί να επιτευχθεί η συνάντηση των δύο θεωριών, αφήνοντας ταυτόχρονα τις δύο θεωρίες άθικτες.

Όποιος επιχειρεί να συνδυάσει τον Foucault με τον μαρξισμό, πρέπει να εντοπίσει με σαφήνεια τις αποκλίσεις τους, να επεξεργαστεί σοβαρά τα σημεία αίρεσής τους και μετά από μια γενναία θεωρητική τροποποίηση να δημιουργήσει τα σημεία τομής των δύο θεωριών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. ενδεικτικά Κώστας Δουζίνας, «Από την επιθυμία του χρέους στη βιοπολιτική λιτότητα», Εφημερίδα των Συντακτών (29.4.2014), http://www.efsyn.gr/?p=193471 και Yannis Stavrakakis, «Debt society: Greece and the future of post-democracy», RadicalPhilosophy, τχ. 181, σ. 33-38, http://www.radicalphilosophy.com/article/debt-society

2. Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, 1: Η δίψα της γνώσης, Ράππας, Αθήνα 1978, σ. 123.

3. Μισέλ Φουκώ, Εξουσία, γνώση και ηθική, Ύψιλον, Αθήνα 1987, σ. 25.

4. Μισέλ Φουκώ, Η μικροφυσική της εξουσίας, Ύψιλον, Αθήνα 1991, σ. 43-44.

5. Μισέλ Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, Βάνιας, Αθήνα 2008, σ. 99.

6. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 79.

7. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 72 και 98.

8. Etienne Balibar, Ο φόβος των μαζών, Πλέθρον, Αθήνα 2010, σ. 115.

9. Balibar, στο ίδιο, σ. 117.

10. Michel Foucault, Σκέψεις γύρω από το Μαρξισμό, τη φαινομενολογία και την εξουσία, futura, Αθήνα 2013, σ. 21.

11. Foucault, στο ίδιο, σ. 22.

12. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 77.

13. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 105.

14. Μισέλ Φουκώ, Οι λέξεις και τα πράγματα, Γνώση, Αθήνα 2008, σ. 363.

15. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 104.

16. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 211-212.

17. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 190.

18. Φουκώ, στο ίδιο, σ. 193-194.

19. Balibar, Ο φόβος των μαζών, ό.π., σ. 118.

20. Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Φουκώ-Μαρξ. Παραλληλίες και παράδοξα», Εκτός Γραμμής, τχ. 33 (2013), σ. 78.

21. Φουκώ, Το μάτι της εξουσίας, ό.π., σ. 190.

* Ο Αντώνης Γαλανόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Πολιτικής Θεωρίας και Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Νωρίτερα αποφοίτησε από το Τμήμα Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τον μεταμαρξισμό, στρουκτουραλισμό/ μεταστρουκτουραλισμό, ανάλυση λόγου, την ιδεολογία και την κριτική θεωρία.

Είναι μπλόγκερ και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Unfollow. Έχει τακτική αρθρογραφία σε ηλεκτρονικά μέσα, ενώ ασχολείται επίσης με τις μεταφράσεις και τις βιβλιοκριτικές.

Πηγή Χρόνος