Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης;


του Ηλία Ιωακείμογλου


Καθώς μια νέα πρόταση συμφωνίας με τους "εταίρους" προσδιορίζεται από την σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα, τίθεται το ερώτημα ποιος είναι άραγε ο γενικός προσανατολισμός της υπό κατασκευή πρότασης. Για να απαντηθεί δε αυτό το ερώτημα, προηγείται ένα άλλο: Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης; Είναι μήπως κάποιο επίδικο εθνικολαϊκού ενδιαφέροντος που γίνεται -ή μπορεί να γίνει- αποδεκτό από νικητές και ηττημένους του δημοψηφίσματος;


Προς την ολοκλήρωση της δημιουργικής καταστροφής του κεφαλαίου

Η μνημονιακή πολιτική της πενταετίας 2010-2014 οδήγησε σε φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου (δηλαδή σε συρρίκνωση του παραγωγικού συστήματος) βύθισε την οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση που εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυνάμωσε τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, και κατακρήμνισε τους μισθούς. Αυτή η παρατεταμένη διαδικασία απόκτησε με τον καιρό λειτουργίες οικονομικού δαρβινισμού, επέβαλε την λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των μη ανταγωνιστικών εργαζόμενων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο αύξησης της παραγωγής και των κερδών μέσω μιας διαδικασίας "δημιουργικής καταστροφής". Πρόκειται για διαδικασία εγγενή στον καπιταλισμό, που προκειμένου να βγει από τις μεγάλες δομικές κρίσεις του, κάθε φορά κανιβαλίζει τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, καταβροχθίζει τους πιο αδύναμους ανθρώπους, απαλλοτριώνει πλούτο και περιουσίες, επιβάλλει στις παραγωγικές εργαζόμενες τάξεις την επισφάλεια ή την ανεργία και στα μεσαία στρώματα τον λιτό βίο ή την προλεταριοποίηση.

Στην περίπτωσή μας, από το δεύτερο τρίμηνο του 2014, ήταν ήδη ορατό στα στατιστικά στοιχεία ότι η εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων και η συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού του 2014 επιβραδυνόταν σηματοδοτώντας ότι είχαμε εισέλθει στην φάση ολοκλήρωσης της "δημιουργικής καταστροφής". Οι δυνάμεις της αστικής τάξης βρίσκονταν πλέον αρκετά κοντά στην οριστική μορφοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου με τα βάρβαρα χαρακτηριστικά που κατοχύρωσε η μνημονιακή πολιτική. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014, εμφανίστηκαν κάποιες επιπλέον ενδείξεις ότι η πορεία προς την ολοκλήρωση της "δημιουργικής καταστροφής" συνεχιζόταν: το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό μειώθηκε και ο αριθμός των μισθωτών αυξήθηκε στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας (σε μεγάλο βαθμό με την μορφή της μερικής απασχόλησης).


Η εγκατάσταση ενός μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου

H συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, δεν είναι η εικόνα μιας οικονομίας που βυθίζεται στην ύφεση, όπως συνήθως ακούγεται, αλλά η εικόνα μιας οικονομίας σε βραχυπρόθεσμη στασιμότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2015 συγκροτεί, μαζί με το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνα του 2014, μεταβατική περίοδο μεταξύ ύφεσης και ανάκαμψης. Είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής δυναμικής του κεφαλαίου που αναδύεται κάθε φορά από τις δομικές κρίσεις του ανανεωμένο χάρη στις καταστροφές και τις ανθρωποθυσίες που επέβαλε, έχοντας ξαναφτιάξει την οικονομία και την κοινωνία στα μέτρα του, έχοντας εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσαμε να αποκαλούμε, έστω προσωρινά έως μπορέσουμε να το ορίσουμε ακριβέστερα, μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται λοιπόν σήμερα, χάρη στην "φυσική επιλογή" των ανθεκτικότερων κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης, με μικρότερο μεν παραγωγικό σύστημα αλλά με ισχυρότερες επιχειρήσεις. Η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά μειωμένη, αλλά όχι τόσο μειωμένη για κάθε μια επιχείρηση ξεχωριστά αφού τώρα οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν καταβρόχθισαν την ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην κρίση. Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανεργίας και των νομοθετικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας οι οποίες κατάργησαν τους θεσμούς προστασίας της εργασίας. Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι πολύ υψηλό σε σύγκριση με την περίοδο πριν το δεύτερο μνημόνιο και η αμοιβή εργασίας είναι πια εξαιρετικά χαμηλή. Οι μνημονιακές αλλαγές έχουν συγκροτήσει ήδη το περίγραμμα ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου και η διαδικασία συγκέντρωσης των συνθηκών για την οριστική μετάβαση σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου, φαίνεται ότι φτάνει στην ολοκλήρωσή της. Ο ελληνικός καπιταλισμός δείχνει να διαθέτει έναν δυναμισμό που θα του επέτρεπε να αναπτυχθεί με χαμηλούς ρυθμούς κατά το υπόλοιπο 2015 και με επιτάχυνση κατά τα επόμενα έτη εάν δεν υπάρξουν καταστροφικοί εξωγενείς παράγοντες.


Το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης

Η διαπραγμάτευση αφορά σε ένα κρίσιμο ζήτημα: Εάν θα διατηρηθεί το νέο καθεστώς συσσώρευσης που εγκαθίσταται στην Ελλάδα και ήδη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του έτοιμο να κάνει το άλμα προς τα εμπρός ή εάν θα ανατραπεί. Εάν θα θιγεί στην καρδιά του, που ορίζεται από την βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στην παραγωγή (όροι πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, δεσποτισμός του κεφαλαίου, εργατικός έλεγχος, σχέσεις ιδιοκτησίας), στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος (διαμόρφωση αμοιβών εργασίας στην αγορά εργασίας) και στην δευτερογενή αναδιανομή (κοινωνικό κράτος, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες), ή εάν θα διατηρηθεί με κάποιες βελτιώσεις που θα έχουν "φιλολαϊκό" πρόσημο. Η επιμονή των δανειστών στις συντάξεις και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας αφορά ακριβώς αυτό το επίδικο αντικείμενο: το μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.

Φαίνεται, όμως, ότι αυτά συμβαίνουν εν αγνοία της ηγετικής ομάδας του Σύριζα. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι συγκάλεσε σήμερα σε κοινή σύσκεψη τους μνημονιακούς για να συμφωνήσουν από κοινού στην ελληνική πρόταση; Η πρόταση δεν μπορεί να είναι "ελληνική" όσο και εάν για νομικούς όρους θα πρέπει να ενδυθεί τον μανδύα του εθνικού. Θα πρέπει να στοχεύει στην αποδόμηση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που βρίσκεται ήδη στα τελευταία βήματα της συγκρότησής του. Πώς μπορεί, όμως, να γίνει αυτό σε συμφωνία με τις μνημονιακές δυνάμεις που επιζητούν, εκείνες με ταξική συνέπεια, τη διατήρηση και την εμπέδωση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου -που είναι επίσης καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας;


Παλιότερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εργατική Αριστερά"


Πηγή Red NoteBook

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Το βάθος του κόσμου - οι χορδές (με αφορμή δύο βιβλία)


του Χρήστου Λάσκου


Ι. Brian Green, Το κομψό σύμπαν, Μετάφραση: Τάσος Τσιαντούλας, εκδόσεις Ωκεανίδα, σελίδες 632.


[Ο Τζιορντάνο Μπρούνο ισχυρίστηκε πως τα αστέρια είναι ήλιοι]. Τι πιο αλλόκοτο από μια τέτοια ενοποίηση, «ήλιου» και «αστεριών»; Μέχρι τότε όλοι ήξεραν ότι ο «ήλιος» είναι μια μεγάλη μπάλα φωτιάς που δημιουργήθηκε από το Θεό για να ζεστάνει τη Γη, ενώ τα «αστέρια» ήταν τρύπες στην ουράνια σφαίρα από όπου περνούσε το φως του παραδείσου. Η ενοποίηση είναι αυτό που ανατρέπει αίφνης έναν ολόκληρο κόσμο [...] Αν τα αστέρια είναι ήλιοι, τότε το Σύμπαν είναι απίστευτα μεγαλύτερο από ό,τι φανταζόμασταν. Ο παράδεισος δεν μας χαϊδεύει τα μαλλιά.
-Λη Σμόλιν


Ο Μπράιαν Γκριν, συγγραφέας του βιβλίου που είναι η αφορμή για τις σημερινές σκέψεις, είναι ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους φυσικούς, που ασχολήθηκαν με το πεδίο της Θεωρίας των Χορδών. Στο Κομψό Σύμπαν (The Elegant Universe) έχουμε μια πολύ βαθειά και εμπεριστατωμένη έκθεση των εξελίξεων στο συγκεκριμένο πεδίο της Φυσικής και έτσι την ευκαιρία να γνωρίσουμε αυτά που βρίσκονται στην αιχμή, πραγματικά, της έρευνας των τριάντα τελευταίων χρόνων.

Δεν είναι λάθος να πούμε πως ο πιο συνεκτικός τρόπος προκειμένου να παρουσιαστεί η ιστορική εξέλιξη της Φυσικής είναι να την περιγράψουμε ως μια διαδικασία όλο και μεγαλύτερης ενοποίησης, που πάει να πει συμπερίληψης όλο και περισσότερων φαινομένων σε μια ενιαία περιγραφή. Με ύστατο στόχο την Μεγάλη Ενοποίηση, που θα εξηγήσει το σύνολο της φυσικής πραγματικότητας με βάση μια μοναδική αρχή, ίσως με μια μοναδική τελική εξίσωση[1]. Αυτήν που ο, μαχητικά άθεος, Χόκινγκ ονομάζει προκλητικά «Εξίσωση του Θεού», στο μέτρο που θα είναι η μαθηματική αποτύπωση της «σκέψης Του».

Η Θεωρία των Χορδών, λοιπόν, είναι η πιο πρόσφατη και φέρελπις υποψήφια να επιτύχει τη Μεγάλη Ενοποίηση, μέσω της οποίας μπορεί, εκτός των άλλων, να αρθεί και η περιβόητη ασυμβατότητα μεταξύ της «συνεχούς» Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας με τη «διακριτή» Κβαντική Μηχανική.

* * *

Η ατομική περιγραφή της ύλης έχει πλέον ζωή μεγαλύτερη από δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Αφού πρωτοδιατυπώθηκε από τον Λεύκιππο, αναπτύχθηκε από τον Δημόκριτο και εξελίχθηκε περαιτέρω από τον Επίκουρο[2], αφού διαδόθηκε με την έκδοση του De Rerum Natura από τον Λουκρήτιο, εξαφανίστηκε από το προσκήνιο για σχεδόν 18 αιώνες, μέχρις ότου η επιστημονική ανάπτυξη της Χημείας έδειξε, στις αρχές του 19ου αι., πως η αποδοχή του ατομικού μοντέλου εξηγούσε μια σειρά από ευρήματα, μπροστά στα οποία η αντίληψη περί του συνεχούς χαρακτήρα της ύλης ήταν εντελώς αναποτελεσματική.

Η θεμελιώδης υπόθεση της ατομικής θεωρίας των Αρχαίων Ελλήνων ήταν, ως γνωστόν, πως ο κόσμος συντίθετο από συνδυασμούς άτμητων απειροελάχιστων -εξ ου και αόρατων- συστατικών, των ατόμων. «Όπως ακριβώς ο τεράστιος αριθμός λέξεων σε μια γλώσσα που διαθέτει αλφάβητο, προκύπτει από τις συνδυαστικές δυνατότητες ενός περιορισμένου αριθμού γραμμάτων, έτσι και η τεράστια γκάμα των υλικών αντικειμένων θα μπορούσε να προέρχεται από συνδυασμούς ενός μικρού αριθμού διακριτών, στοιχειωδών δομικών μονάδων».

Αυτή η βασική ιδέα αποδείχτηκε εξαιρετικά παραγωγική στο πλαίσιο της σύγχρονης Φυσικής. Περνώντας από διάφορα στάδια, περίπου στα 1930 είχε διαμορφωθεί η εικόνα, την οποία έχει σήμερα όποιος τελειώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το «άτομο» πλέον είναι τμητό, δεν αποτελεί το μικρότερο συστατικό της ύλης, αλλά το ίδιο αποτελείται από έναν πυρήνα -που, επιπλέον, περιέχει πρωτόνια και νετρόνια- και ηλεκτρόνια τα οποία περιφέρονται γύρω από τον πυρήνα σε διάφορες αποστάσεις από αυτόν. Η ομοιότητα με το ηλιακό σύστημα είναι περισσότερο από προφανής, πράγμα που κάνει εξαιρετικά οικείο το συγκεκριμένο μοντέλο.

Το «δυστύχημα» είναι πως το ηλιακό μοντέλο δεν έμελλε να είναι και το τελικό. Γιατί αργότερα -και με πειραματική στήριξη από το 1968- αποδείχτηκε πως τόσο τα πρωτόνια όσο και τα νετρόνια δεν ήταν «έσχατα» σωματίδια, αλλά διέθεταν εσωτερική δομή, στο μέτρο που το καθένα τους αποτελείτο από τρία στοιχειωδέστερα σωματίδια, στα οποία, αντλώντας έμπνευση από το Finegans Wake του Τζέημς Τζόυς, ο θεωρητικός φυσικός Murray Gell-Mann, έδωσε το όνομα κουάρκ.

Στη συνέχεια έμελλε να μάθουμε πως και τα κουάρκ δεν είναι ενός είδους, αλλά έξι. Το πάνω και το κάτω, που συγκροτούν τα πρωτόνια (δύο πάνω κι ένα κάτω) και τα νετρόνια (δύο κάτω κι ένα πάνω), αλλά μαζί και το γοητευτικό, το παράξενο, το κουάρκ κορυφή και το κουάρκ πυθμένας, που ανάθεμά μας αν ξέρουμε γιατί υπάρχουν και τι ρόλος τους έχει ανατεθεί.

Και σαν να μην έφτανε αυτό υπήρχαν και άλλα σωματίδια, όπως το μυόνιο και το ταυ, που είναι ίδια κι απαράλλακτα με το ηλεκτρόνιο, μόνο που έχουν πολύ μεγαλύτερες μάζες από αυτό- π.χ. 207 φορές το μυόνιο. Και, επιπλέον, δεν αποτελούν συστατικά κανενός συνθετότερου αντικειμένου περιφέροντας την μονήρη ύπαρξή τους στον κόσμο για μερικά απειροελάχιστα κλάσματα χρόνου, πριν εξαϋλωθούν και περάσουν δια παντός στην ανυπαρξία.

Στην άλλη πλευρά, του «σχεδόν μηδενικού», από τη δεκαετία του 1950 είναι γνωστό πως υπάρχουν τα νετρίνα, τα οποία είναι τόσο «αμελητέα» -πράγμα που δεν μειώνει, ωστόσο, σε τίποτε την ύπαρξή τους- ώστε να αλληλεπιδρούν σπανιότατα με την υπόλοιπη ύλη. Χαρακτηριστικά, ένα μέσης ενέργειας νετρίνο μπορεί, χωρίς καμιά δυσκολία, να διαπεράσει μόλυβδο πάχους πολλών τρισεκατομμυρίων χιλιομέτρων, χωρίς την παραμικρότερη επίδραση στην πορεία του. Γι' αυτό, άλλωστε, την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων από αυτά τα σωματίδια-φαντάσματα, με προέλευση τις πυρηνικές αντιδράσεις του Ήλιου, σας διαπερνούν, πριν συνεχίσουν το μοναχικό τους ταξίδι στο Σύμπαν, χωρίς να αλληλεπιδρούν καθόλου - αντιμετωπίζοντας το σώμα σας ως απολύτως κενό. 

Αν προσθέσουμε και τα σωματίδια - φορείς των τεσσάρων αλληλεπιδράσεων - γλοιόνια για την ισχυρή, φωτόνια για την ηλεκτρομαγνητική, μποζόνια ασθενούς βαθμίδας για την ασθενή και βαρυτόνια για τη βαρυτική- και χωρίς να παρουσιάσουμε και τα άλλα, έχουμε την εικόνα μιας άγριας ζούγκλας, η οποία αποδιαρθρώνει ολοκληρωτικά την απλή αναπαράσταση που επιδίωκε να προσφέρει το ατομικό μοντέλο.

Και όσο κι αν έχει επιχειρηθεί, στο πλαίσιο του Καθιερωμένου Προτύπου, να μπει μια τάξη σε αυτήν την ζούγκλα τα πράγματα εμφανίζονται σχεδόν απελπιστικά σε ό,τι αφορά την εξήγηση της συγκρότησης του κόσμου. Αναρωτιέται ο Γκριν: «Γιατί υπάρχουν τόσο πολλά στοιχειώδη σωματίδια, αφού, όπως φαίνεται, η μεγάλη πλειονότητα των πραγμάτων στον κόσμο γύρω μας χρειάζεται μόνο ηλεκτρόνια, πάνω και κάτω κουάρκ; Γιατί τα σωματίδια έχουν φαινομενικά τυχαία κατανομή μαζών- γιατί, για παράδειγμα, το ταυ ζυγίζει περίπου 3520 φορές περισσότερο από το ηλεκτρόνια; Γιατί το κουάρκ κορυφή ζυγίζει περίπου 40200 φορές όσο το πάνω κουάρκ; [Γιατί η ηλεκτρομαγνητική δύναμη είναι ένα εκατομμύριο δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια (1042) φορές μεγαλύτερη από τη βαρυτική;] Είναι τόσο παράξενα αυτά τα φαινομενικά τυχαία νούμερα! Προέκυψαν τυχαία, οφείλονται ίσως σε θεϊκή προαίρεση ή μήπως υπάρχει κάποια εύλογη επιστημονική εξήγηση γι' αυτά τα θεμελιώδη γνωρίσματα του σύμπαντος;».

* * *

Το Κομψό Σύμπαν απαντάει σε αυτά τα ερωτήματα. Και η βασική ιδέα, που στηρίζει την απάντηση, είναι πως τα στοιχειώδη σωματίδια δεν θα πρέπει να θεωρούνται ούτε, βάσει της κοινής αντίληψης, ως συμπαγή «σφαιρίδια» ούτε, επιστημονικότερα, ως σημειακά αντικείμενα χωρίς διαστάσεις. Αντίθετα, η εικόνα που θα πρέπει να αξιοποιηθεί είναι αυτή της χορδής. Που σημαίνει πως καθένα από τα στοιχειώδη σωμάτια δεν είναι παρά ένας μικροσκοπικός μονοδιάστατος βρόχος, μια ίνα απείρως λεπτή «που πάλλεται, ταλαντώνεται και χορεύει». Οι διαφορετικές ιδιότητες των σωματίων -μάζες, φορτία, ιδιοπεριστροφές, ...- τότε μπορούν να εξηγηθούν βάσει, απλά και μόνο, των διαφορετικών τρόπων που πάλλεται, ταλαντώνεται ή χορεύει η χορδή. «Αντί να συνιστούν ένα σύνολο χαοτικών πειραματικών δεδομένων, οι σωματιδιακές ιδιότητες στη θεωρία των χορδών είναι η εκδήλωση μιας και μόνης φυσικής ιδιότητας: του τρόπου ταλάντωσης της μουσικής σαν να λέμε- των θεμελιωδών χορδών [...] [Τα] πάντα, κάθε μορφή ύλης και δύναμης, ενοποιούνται εντασσόμενα στην κατηγορία των μικροσκοπικών χορδών που ταλαντώνονται -είναι οι «νότες» που μπορούν να παίξουν οι χορδές». Και όλα αυτά σε μια τόσο μικροσκοπική κλίμακα, που η παρατήρησή της βρίσκεται πολύ μακριά από τις τωρινές τεχνολογικές μας δυνατότητες, της τάξης του μήκους Planck (10-35 m). Ή, παραστατικότερα, αν μεγεθύναμε ένα άτομο στις διαστάσεις του αστρονομικού Σύμπαντος, η χορδή με τα βίας θα έφτανε το ύψος ενός δέντρου.

Καταπληκτική ιδέα, προφανώς.

Που παραμένει τέτοια όσο και αν η βαθύτερη επαφή μαζί της παρουσιάζει αρκετές περιπλοκές. Όπως το γεγονός, πως ο δημιουργικός χορός των χορδών απαιτεί εννέα χωρικές διαστάσεις αντί για τις συνηθισμένες τρεις της δικής μας γεωμετρίας. Ή πως η ύπαρξή τους επιτρέπει στον χώρο να «σχίζεται». Και στις μαύρες τρύπες να εμφανίζονται ως στοιχειώδη σωμάτια. Και το Σύμπαν «ολόκληρο» να θεωρείται πως ξεκίνησε να υπάρχει παγωμένο και άπειρο σε έκταση και όχι τρομερά καυτό και σφιχτά κουλουριασμένο σε ένα μικροσκοπικό ψήγμα χώρου, όπως προτείνει η τρέχουσα εικόνα του Big Bang... Πραγματικά καταπληκτική ιδέα, σε ένα μοναδικό βιβλίο.

---------------------------------------------------------
1. Εξαιρετική και κριτικά περιεκτική περιγραφή αυτής της αναζήτησης γίνεται στο: David Lindley, The End of Physics: The Myth of a Unified Theory, Basic Books, 1993.

2. Ο οποίος Επίκουρος, εισαγάγοντας την φιλοσοφική κατηγορία του κλίναμεν, διατύπωσε την ιδέα πως η συγκρότηση του κόσμου είναι τυχαία στην προέλευσή της, χωρίς καμιά «νομοτέλεια» να την καθορίζει.

Πηγή Αναγνώσεις της "Αυγής"


Η απάτη (;) των χορδών


ΙΙ. LEE SMOLIN, Θεωρία Χορδών: Όλα ή τίποτα; μετάφραση: Κωνσταντίνος Σίμος
εκδόσεις Τραυλός, σελίδες 612.


Φανταστείτε ότι σας χαρίζω μια καρέκλα, εξηγώντας σας ότι προς το παρόν είναι χωρίς πόδια και ότι το κάθισμα, η πλάτη και η θέση για τα χέρια θα έρθουν μάλλον σύντομα. Άραγε, αυτό το κάτι που σας έδωσα μπορεί ακόμα να χαρακτηριστεί ως καρέκλα;
-Γκέραρντ ’τ Χουφτ


Ο Λη Σμόλιν, στην Θεωρία Χορδών, παρουσιάζει μια συντριπτική κριτική της περισσότερο προβεβλημένης (;) φυσικής θεωρίας των τελευταίων 30 χρόνων. Αυτής που υποσχέθηκε να επιλύσει τα χρονίζοντα προβλήματα της βασικής θεώρησής μας για τον κόσμο στηριγμένη σε μια πολύ κομψή και απλή ιδέα: την ιδέα, δηλαδή, πως τα έσχατα συγκροτητικά στοιχεία του Σύμπαντος δεν είναι σωμάτια, αλλά χορδές με συγκεκριμένη έκταση, των οποίων οι παλμοί είναι που δημιουργούν όλες τις ιδιότητες του φυσικού κόσμου[1]. Και η αλήθεια είναι πως το κάνει με εξαιρετικά εμβριθή, αλλά και έντιμο τρόπο. Πράγμα που αποδεικνύεται από το απλό γεγονός πως αφιερώνει το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου προκειμένου να παρουσιάσει σχεδόν εξαντλητικά την θεωρία που κρίνει.

Η βασική κριτική του Σμόλιν συνίσταται στο γεγονός πως η Θεωρία Χορδών, στη μορφή που ξέρουμε σήμερα, δεν ικανοποιεί τη θεμελιωδέστερη προϋπόθεση μιας αποδεκτής πρότασης, που δεν είναι άλλη από την δυνατότητά της να κάνει σαφείς νέες προβλέψεις. Πράγμα που είναι αναγκαίο προκειμένου η θεωρία να μπορεί να επαληθευτεί ή να διαψευστεί. Πώς θα μπορούσε, όμως, να ικανοποιείται μια τέτοια προϋπόθεση, αναρωτιέται ο Σμόλιν, από μια θεωρία η οποία απαντά σε ένα περίπου άπειρο πλήθος εκδοχών; Όπως σημειώνει, «[α]κόμη κι αν περιοριστούμε σε [εκδοχές] που συμφωνούν με κάποια βασικά γεγονότα που έχουμε παρατηρήσει σχετικά με το Σύμπαν, όπως το αχανές μέγεθός του και η ύπαρξη της σκοτεινής ενέργειας, παραμένουν στα χέρια μας 10 στην 500ή διαφορετικές θεωρίες χορδών –με άλλα λόγια, ο αριθμός 1 ακολουθούμενος από 500 μηδενικά [για να γίνει κατανοητό το μέγεθος σκεφτείτε πως το τρισεκατομμύριο είναι το 1 ακολουθούμενο από μόλις 12 μηδενικά], αριθμός κατά πολύ μεγαλύτερος από το πλήθος όλων των ατόμων στο γνωστό Σύμπαν.

Με τέτοιο αχανές πλήθος θεωριών, δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε πειραματικό αποτέλεσμα που να μην προβλέπεται από κάποια από αυτές. Έτσι, ό,τι κι αν δείξουν τα πειράματα, η θεωρία χορδών δεν μπορεί να διαψευστεί. Αλλά και το αντίστροφο ισχύει πάντα. Κανένα πείραμα δεν θα μπορέσει ποτέ να την επαληθεύσει. Την ίδια στιγμή, ελάχιστα κατανοούμε τις περισσότερες από αυτές τις θεωρίες χορδών. Όσον αφορά τις λίγες θεωρίες που όντως κατανοούμε με κάθε λεπτομέρεια, καθεμιά από αυτές βρίσκεται σε ασυμφωνία με τα τρέχοντα πειραματικά δεδομένα…».

Αυτό που έχουμε, λοιπόν, είναι, αντί για την υπεσχημένη λύση, δύο προβλήματα. Αντιμετωπίζουμε ένα τεράστιο αριθμό θεωριών, που είναι αδύνατο να διαψευστούν, χωρίς όμως και να μπορούμε να τις μελετήσουμε, ενώ οι λίγες ανάμεσά τους, που ξέρουμε πώς να τις μελετήσουμε, γνωρίζουμε ότι είναι εσφαλμένες. Πράγμα που εξηγεί και το αρχικό παράθεμα του ’τ Χουφτ: η Θεωρία Χορδών είναι μια υπέροχη καρέκλα, χωρίς, όμως, πόδια, κάθισμα, πλάτη και στηρίγματα για τα χέρια. Όσο και υπέροχη να είναι η συγκεκριμένη καρέκλα, ο καθείς καταλαβαίνει πως δεν μας βοηθάει να ξαποστάσουμε. Ο κύριος, ωστόσο, λόγος για τον οποίο ο Σμόλιν είναι «έξαλλος» εναντίον της Θεωρίας των Χορδών δεν είναι επιστημονικός. Δεν είναι, δηλαδή, η «αποτυχία» της, που τον κάνει μετωπικά «εχθρό» της. Αυτό που συνιστά casus belli είναι ό,τι ονομάζει ο ίδιος «ιμπεριαλισμό των χορδών». Που σημαίνει πως εδώ και κάποιες δεκαετίες είναι απαγορευμένη ουσιαστικά η καριέρα για τους θεωρητικούς φυσικούς, στο μέτρο που ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις από αυτές των χορδών. Όπως επισημαίνει ο Σμόλιν, «τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, τρεις είναι όλοι κι όλοι οι επίκουροι καθηγητές που εργάζονται σε διαφορετικές από τη θεωρία χορδών προσεγγίσεις της κβαντικής βαρύτητας και οι οποίοι προσλήφθηκαν από αμερικανικά πανεπιστήμια, και μάλιστα οι προσλήψεις αυτές έγιναν από μία και μόνο ερευνητική ομάδα». Είναι ενδεικτικό πως στο περίφημο Ινστιτούτο Ανωτέρων Σπουδών του Πρίνστον, πασίγνωστο και λόγω του ό,τι υπήρξε η έδρα του Αϊνστάιν στις ΗΠΑ, η Σχετικότητα θεραπεύεται ελάχιστα, την ίδια στιγμή που όλοι οι σωματιδιακοί φυσικοί, συμπεριλαμβανομένου και του διευθυντή του ιδρύματος, είναι θεωρητικοί των χορδών, με εξαίρεση έναν και μόνο, που προσλήφθηκε πολλές δεκαετίες πριν –όταν δεν υπήρχε καν η θεωρία χορδών!

Τι συμβαίνει, λοιπόν, εδώ; Ο Σμόλιν μας εξηγεί, και με τη βοήθεια των πορισμάτων της ιστορίας και της κοινωνιολογίας της επιστήμης, καθώς και της επιστημολογίας –δείχνοντας μια σαφή προτίμηση προς τον «αναρχικό» Φεγεράμπεντ- πως στην πραγματικότητα το ακαδημαϊκό establishment είναι έτσι στημένο, ώστε να συντηρεί και να αναπαράγει το εκάστοτε στάτους κβο. Και αυτό το κάνει αξιοποιώντας όλους τους πόρους και τις εξουσίες: αξιολογήσεις, προαγωγές, μονιμοποιήσεις, χρηματοδότηση. Φυσικά, υπογραμμίζει, «[η] επιστήμη δεν ήταν ποτέ οργανωμένη με τρόπο φιλικό προς τους οραματιστές και η περίπτωση του άνεργου Αϊνστάιν είναι χαρακτηριστική». Όμως, δεδομένου πως παλιότερα η βάση της ακαδημίας ήταν πολύ στενότερη και πολύ λιγότερο επαγγελματική και οι εξαιρετικοί «ερασιτέχνες» πολύ ευκολότερο να υπάρξουν και να δημιουργήσουν –και λόγω των υλικών όρων, υπό τους οποίους παράγονταν η επιστημονική γνώση- ο Αϊνστάιν θα ήταν πολύ δυσκολότερο να αναδειχτεί και άρα να επιβιώσει επιστημονικά σήμερα. Το νέο καθεστώς, λοιπόν, είναι οι φυσικοί των χορδών και η αποτίναξή του και το άνοιγμα του χώρου για άλλες θεωρητικές οπτικές είναι, πλέον, προϋπόθεση για την επιστημονική εξέλιξη στη Φυσική. Η «ανοχή», κυρίως, απέναντι σε όσους κάνουν επιστήμη με έντονο το φιλοσοφικό άρωμα είναι όρος για την απαιτούμενη μεγάλη μετάβαση στο νέο επιστημονικό Παράδειγμα, που φαίνεται αναγκαίο προκειμένου να προχωρήσουμε πέρα από το σημερινό αδιέξοδο.

Αδιέξοδο; Αυτή είναι, αλήθεια, η κατάσταση στη Φυσική; Ναι, απαντάει, ο Σμόλιν. Αδιέξοδο και μάλιστα πολύ μεγάλο. Και παραθέτει τα πέντε αναπάντητα προβλήματα της Φυσικής σήμερα. Πρόβλημα υπ’ αριθμόν 1: Συνδυασμός της Γενικής Σχετικότητας και της Κβαντομηχανικής σε μια μόνη και ενιαία Θεωρία. Πρόβλημα υπ’ αριθμόν 2: Επίλυση της θεμελιωδών προβλημάτων της Κβαντομηχανικής, είτε με μια εύληπτη ερμηνεία της θεωρίας ως έχει είτε με την επινόηση μιας νέας, ακόμη πιο εύληπτης, θεωρίας, έτσι ώστε όλο αυτό να αρχίσει, πέρα από τους επιτυχείς υπολογισμούς, να βγάζει και κάποιο νόημα. Πρόβλημα υπ’ αριθμόν 3: Προσδιορισμός κατά πόσο τα ποικίλα σωματίδια και δυνάμεις μπορούν να ενοποιηθούν σε μια μόνο εικόνα, η οποία θα τα εξηγεί ως εκδηλώσεις μιας μοναδικής θεμελιώδους οντότητας. Πρόβλημα υπ’ αριθμόν 4: Εξήγηση της ύπαρξης και του μεγέθους των ελεύθερων σταθερών της Φύσης. Πρόβλημα υπ’ αριθμόν 5: Να εξηγηθεί η σκοτεινή μάζα και η σκοτεινή ενέργεια. Ή, εφόσον η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιωθεί, να προσδιοριστεί με ποιόν τρόπο και γιατί η ισχύς της βαρύτητας μεταβάλλεται στις μεγάλες κλίμακες.

Ο Σμόλιν μας ξεναγεί στη μεγάλη περιπέτεια της προσπάθειας να απαντηθούν αυτά τα θεμελιώδη προβλήματα με εξαιρετικό τρόπο. Και εντοπίζοντας στην Θεωρία των Χορδών δείχνει πως αυτή υπάρχει πιθανότητα, υπό προϋποθέσεις, να επιλύει το Πρόβλημα 3, αλλά ούτε κατ’ ιδέα προτείνει κάτι για την προσέγγιση των υπολοίπων. Από αυτήν την άποψη, όχι μόνο δεν συνιστά ελπίδα, αλλά μάλλον βρίσκεται πολύ πίσω από άλλα Παραδείγματα, όπως, π.χ εκείνο της Κβαντικής Βαρύτητας Βρόχων, μ’ όλο που οι πόροι που δαπανούνται στις χορδές είναι προκλητικά περισσότεροι.

Η έκθεση του Σμόλιν, μάλιστα, εντοπίζει και το σημείο στο οποίο βρίσκεται το πραγματικό μειονέκτημα των χορδών. Το πρόβλημα, λοιπόν, συνίσταται στο γεγονός πως η Θεωρία Χορδών είναι εξαρτημένη από το υπόβαθρο, πράγμα που σημαίνει πως ο χώρος θεωρείται σταθερή και αυθύπαρκτη οντότητα, «με τα πράγματα να συμβαίνουν εντός του». Ενώ, κατά την άποψή του, η μόνη διέξοδος από το τωρινό αδιέξοδο είναι η διαμόρφωση μιας θεωρίας, που θα είναι ανεξάρτητη από το υπόβαθρο. Θα ακολουθεί, δηλαδή, την θεμελιώδη ιδέα της Γενικής Σχετικότητας πως ο χώρος δεν είναι σταθερή οντότητα, η γεωμετρία του δεν αποτελεί νόμο της Φύσης: το τρίγωνο δεν έχει αναγκαστικά και πάντοτε άθροισμα γωνιών ίσο με 1800 –αυτό συμβαίνει υπό ειδικές συνθήκες. Αντίθετα, ο «νόμος» είναι ότι ο χώρος έχει οποιαδήποτε μορφή, διότι εξελίσσεται με τον χρόνο, υπό την επίδραση της μάζας-ενέργειας και των δυνάμεων.

Επιπλέον, η ανεξαρτησία από το υπόβαθρο σημαίνει «ότι δεν υπάρχει προτιμώμενος χρόνος. Η Γενική Σχετικότητα περιγράφει την ιστορία του κόσμου με τον πιο θεμελιώδη τρόπο, με όρους γεγονότων και σχέσεων μεταξύ γεγονότων. Οι πρωτογενείς σχέσεις έχουν να κάνουν με την αιτιότητα: ένα γεγονός μπορεί να ανήκει στην αλυσίδα αιτίων που οδηγεί σε ένα άλλο γεγονός […] Ο χώρος είναι δευτερογενής έννοια […] Εξαρτάται απολύτως από την έννοια του χρόνου. Μπορούμε να σκεφτούμε όλα τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα την ίδια ακριβώς στιγμή που ένα ρολόι σημαίνει μεσάνυχτα. Τα γεγονότα αυτά απαρτίζουν τον χώρο». Πρωτογενής, άρα, είναι ο χρόνος, που πρέπει απαραιτήτως να διακριθεί από τον χώρο. Ο οποίος συνιστά αναδυόμενη οντότητα, με διακριτό και όχι συνεχή χαρακτήρα, ενώ η πραγματικά θεμελιώδης «υπόσταση» είναι η αιτιότητα. Το βιβλίο του Σμόλιν είναι και μια εξαιρετική καταβύθιση σε βασικά ζητήματα της Οντολογίας. Πραγματικά πολύτιμο.

-------------------------------------------
[1] Για μια αναλυτική έκθεση των εξελίξεων στην Θεωρία Χορδών βλ. Brian Green, Το Κομψό Σύμπαν, που παρουσιάστηκε από τις «Αναγνώσεις» στις 24 Μαΐου 2015.


Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Πρόχειρη συζήτηση για την μεταφυσική, την αντικειμενική και υποκειμενική Λογική


του Θάνου Λιάπα


1. H μεταφυσική εξέταζε τους νοητικούς προσδιορισμούς ως θεμελιώδεις προσδιορισμούς των πραγμάτων. Όμως, αυτή η ταυτότητα ανάμεσα στους αναγκαίους νοητικούς προσδιορισμούς και στα πραγματικά αντικείμενα δεν είχε ποτέ αυτοτελώς θεματοποιηθεί μέχρι τον Καντ. Δεν είχε τεθεί ποτέ το ερώτημα δηλ. με ποιο δικαίωμα ισχυρίζομαι ότι ό,τι σκέπτομαι, υπάρχει. Η θεματοποίηση αυτή οδήγησε στην υπερβατολογική Λογική και συγκεκριμένα στο θεμελιώδες ερώτημα της παραγωγής των κατηγοριών, το "quid juri" βλέπε παράγραφο 13 της Κριτικής του Καθαρού Λογου). Πρέπει να αποδείξουμε δηλαδή ποια είναι η σχέση του υποκειμένου με το αντικείμενό του. Αντίθετα, η παραδοσιακή μεταφυσική ενδιαφερόταν για τους ίδιους τους προσδιορισμούς της σκέψης, ποιες θα είναι δηλαδή οι μεταφυσικές κατηγορίες (quid facti). 

Κατά τη γνώμη μου, η εγελιανή Λογική ενσωματώνει σε ανηρημένη μορφή τόσο το quid facti (αντικειμενική λογική) όσο και το quid juris (υποκειμενική λογική). Το quid facti ο Καντ το ονόμασε, όχι τυχαία και «μεταφυσική παραγωγή των κατηγοριών», διότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το πως αποκτάμε απριόρι τις κατηγορίες και όχι το πως αυτές εφαρμόζονται απριόρι στα αντικείμενα της εποπτείας. Η λύση που δίνει είναι ότι τις αποκτάμε μέσα από την ικανότητα του κρίνειν. Άρα, οι κατηγορίες δεν είναι έμφυτες όπως στον Wolff και αυτές είναι αυθεντικά αποκτημένες (aqcuisitio originaria, ursprunglich erworben βλέπε Oberhausen).

Η αντικειμενική Λογική του Χέγκελ ερευνά τις κατηγορίες της σκέψης, που η σκέψη η ίδια αναπτύσσει όταν μελετάει γνωστικά αντικείμενα, κατηγορίες που αφορούν την φύση του ίδιου του γνωστικού αντικειμένου. Με άλλα λόγια, η αντικειμενική Λογική συμπυκνώνει τους πιο θεμελιώδεις νόμους που ακολουθεί η σκέψη για να κατανοήσει το γνωστικό της αντικείμενο. Άρα, το ότι κάθε αντικείμενο πρέπει όταν μελετάται να μελετάται αρχικά ως προ την ποιότητά του, ως την ποσότητά του, το μέτρο του και την ουσία του, δεν μας το λέει η κάθε επιμέρους επιστήμη αλλά η αντικειμενική λογική. Η κάθε επιμέρους επιστήμη μέσα από την αυτοτελή έρευνά της ,συνεισφέρει απλά το νοητικό, κατηγοριακό υλικό (κάθε επιστήμη έχει τις δικές κατηγορίες), το οποίο αποκωδικοποιεί η αντικειμενική Λογική και στη συνέχεια το αναπτύσσει σε καθαρή μορφή και στις αναγκαίες στιγμές του (πχ. εκεί που η πολιτική οικονομία εισάγει την έννοιας της παραγωγής, η λογική βλέπει την κατηγορία της ουσίας κτλ.). Αυτό σημαίνει ότι η αντικειμενική Λογική δεν είναι κλειστή, στο βαθμό που οι επιστήμες προχωρούν και εξελίσσονται, παρόλα αυτά η εξέλιξη της Λογικής δεν γίνεται ποτέ με απλή άρνηση του κεκτημένου της.

Θα ρωτήσει κανείς πώς γίνεται ο Χέγκελ να βρήκε τις ορθές κατηγορίες της αντικειμενικής Λογικής όταν στην εποχή του οι επιστήμες ήταν ακόμα τόσο ανώριμες. Πέραν του ότι ο Χέγκελ μελέτησε ό,τι υπήρχε (τα μαθηματικά ειχαν ήδη αναπτύξει τον λογισμό) σε θετικές επιστήμες, ο Χέγκελ είχε ως υλικό, όλη την πριν από αυτόν φιλοσοφία. Η μεταφυσική όπως είπαμε δεν θεματοποίησε μεν την σχέση υποκειμένου-αντικειμένου αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μελέτησε το ποιες ειναι οι καταλληλότερες κατηγορίες για να μελετήσουν ένα αντικείμενο. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα του Ένγκελς από την διαλεκτική της φύσης ,που κατά τα άλλα κάθε άλλο παρά πρόθεση έχει να κολακεύσει τους μεταφυσικούς: «Προτάσεις που διατυπώθηκαν από αιώνες στη φιλοσοφία και που φιλοσοφικά έχουν αρκετά συχνά απορριφθεί από καιρό, παρουσιάζονται συχνά σαν ολοκαίνουργια σοφία από φυσικούς επιστήμονες που επιδίδονται στη θεωρία και μάλιστα βλέπουμε να γίνονται της μόδας για κάμποσο καιρό. Αναμφισβήτητα είναι μεγάλη επιτυχία της μηχανικής θεωρίας της  θερμότητας, ότι ενίσχυσε με νέες αποδείξεις την αρχή της διατήρησης της ενέργειας και την ξανάφερε στην πρώτη γραμμή. Αλλά η αρχή αυτή θα μπορούσε να έχει εμφανιστεί σαν κάτι εντελώς νέο, αν οι κύριοι φυσικοί θυμούνταν πως η αρχή αυτή είχε ήδη διατυπωθεί από τον Καρτέσιο. Από τότε που η φυσική και η χημεία ξανάρχισαν να λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά με μόρια και με άτομα, ξανάρθε αναγκαστικά στην πρώτη γραμμή η ατομική θεωρία των αρχαίων Ελλήνων. "Ετσι ο Κεκυλέ αναφέρει (Σκοποί και αποτελέσματα της χημείας) ότι η θεωρία αυτή προέρχεται από τον Δημόκριτο (αντί να πει από τον Λεύκιππο) και ισχυρίζεται ότι ο Δάλτωνας ήταν ο πρώτος που δέχτηκε την ύπαρξη στοιχειωδών ατόμων ποιοτικά διαφορετικών, και ότι ήταν ο πρώτος που τους απέδοσε διαφορετικά βάρη, χαρακτηριστικά για τα διάφορα στοιχεία. Ωστόσο ο καθένας μπορεί να διαβάσει στον Διογένη τον Λαέρτιο (Χ, 1 § 43-44 και 61) πως ήδη ο Επίκουρος απέδιδε στα άτομα διαφορές όχι μονάχα στο μέγεθος και στη μορφή αλλά και στο βάρος*, ότι γνώριζε λοιπόν με τον τρόπο του το ατομικό βάρος και τον ατομικό όγκο» (Διαλεκτική της Φύσης, παλιός πρόλογος Αντι-Ντυρινγκ, σελίδες 26, 27).

2. Ο Καντ με το quid juris έδωσε απάντηση στο ερώτημα του Χιουμ , πώς νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για αναγκαία και καθολική γνώση των πραγμάτων. Το ιδιοφυές στην απάντηση του Καντ είναι ότι είπε ότι δεν νοείται πολλαπλό που να μην είναι ήδη από το υποκείμενο προσδιορισμένο. Σε πρώτη φάση το πολλαπλό ενοποιείται, προ-εννοιακά από την σύνθεση της φαντασίας (η οποία όμως επικαθορίζεται από τις έννοιες), σε δεύτερη φάση από έννοιες και κρίσεις και σε τρίτη φάση(μέσω των κρίσεων) σε συλλογισμούς. Για την ακρίβεια είπε ο Καντ ότι δεν υπάρχει εμπειρία έξω από την φαντασία, τις κατηγορίες και τις κρίσεις. Το υποκείμενο είναι αυτό που συγκροτεί την εμπειρία (όρος δυνατότητας της εμπειρίας)  και άρα και την δυνατότητα των αντικειμένων της εμπειρίας (Β197). Με αυτόν τον τρόπο θεώρησε ότι κατάφερε να προσδώσει στην εμπειρία αναγκαιότητα και καθολικότητα. Το πρόβλημα σε αυτό το σχήμα είναι ότι έπρεπε να προϋποθέσει ένα πολλαπλό το οποίο δεν έχει την προέλευσή του στο υποκείμενο (παρότι ως εμπειρία συγκροτείται από το υποκείμενο) ούτως ώστε να μην υποπέσει σε έναν ιδεαλισμό που τα παράγει όλα από το υποκείμενο. Αυτή του όμως η παραδοχή (η τόσο αναγκαία για να έχει συνέπεια το προτζεκτ του), τον οδηγεί σε ένα δυϊστικό μοντέλο το οποίο δεν θα μπορέσει ποτέ να υπερβεί και θα αποβεί μοιραία για το φιλοσοφικό του παράδειγμα. Η σύνθεση με άλλα λόγια της Apprehension (προσοχή, ΟΧΙ της Apperzeption) δεν είναι παρά εμπειρική, όπως ο ίδιος λέει, και αποτελεί τη δυνατότητα της εμπειρικής εποπτείας ή αντίληψης. Άρα, το πολλαπλό είναι αποστεριόρι, εξω-υποκειμενικό και η όλη σύνδεση με το υποκείμενο είναι εξωτερική. Είναι όπως λέει ο Χέγκελ τόσο εξωτερική όσο η θερμαινόμενη πέτρα και ο ήλιος ως πηγή της θερμότητας.

Το μοντέλο που αντιπροτείνει ο Χέγκελ στην Φαινομενολογία είναι ότι το αντικείμενο όχι απλά είναι εξ αρχής εννοιακά προσδιορισμένο, αλλά στην σύνδεσή του με το υποκείμενο ,στο βαθμό που υπάρχει μεταξύ τους ανισότητα, αλλάζει αλλάζοντας και το υποκείμενο και αντίστροφα. Με άλλα λόγια, αλήθεια και γνώση βρίσκονται σε μια διαρκή διαπάλη, που δεν αφήνει χώρο στον δυϊσμό. Δεν είναι τη παρούσης η περαιτέρω ανάλυση του επιχειρήματος της Φαινομενολογίας.

Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πως επιλύει ο Χέγκελ το quid juris στην Λογική. Την επίλυση αναλαμβάνει η υποκειμενική Λογική. Όσα έλαβαν χώρα στην αντικειμενική Λογική, δηλαδή η εμμενής παραγωγή των κατηγοριών μας έδειξε ποιο είναι το αντικείμενο της Λογικής. Είναι οι ίδιες οι κατηγορίες της σκέψης. Άρα, η σκέψη εξετάζει τον εαυτό της(αυτό είναι η ιδιοτυπία της Λογικής που δεν την έχει καμία άλλη επιστήμη). Η υποκειμενική Λογική τώρα θα δείξει κάτι που φαντάζει κουφό: το με ποια νομιμοποίηση η σκέψη συνδέεται με το αντικείμενό της, δηλαδή με τον εαυτό της... Το quid juris της Λογικής άρα είναι το πως η Έννοια ως μορφή συνδέεται με το περιεχόμενό της. Σε αυτήν όμως την εξέταση έχουμε μία περαιτέρω ανάπτυξη των Λογικών κατηγοριών και άρα τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική Λογική είναι τμήματα της Μεθόδου ή της λογικής εν συνόλω. Πώς συγκεκριμένα το κάνει αυτό ο Χέγκελ είναι τεράστια κουβέντα, και δεν μπορώ να πω ότι έχω συλλάβει ούτε το επιχείρημα πλήρως ούτε κατά συνέπεια αν το κάνει με την πληρότητα που του αναλογεί. Πάντως, το κλειδί είναι το κεφάλαιο για την τελεολογία, επειδή εκεί συνδέει για πρώτη φορά την υποκειμενικότητα με την αντικειμενικότητα.

Άρα, η υποκειμενική Λογική επί της αρχής και χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες είναι το εξής: Ενώ η αντικειμενική λογική μελετά τις κατηγορίες της σκέψης που αφορούν τους νοητικούς προσδιορισμούς εκάστου γνωστικού αντικειμένου, η υποκειμενική μελετά τον τρόπο (με έννοιες,κρίσεις, συλλογισμούς, σύνθεση, ανάλυση) με τον οποίο η σκέψη σχετίζεται και αίρει την αντίθεση με το γνωστικό της αντικείμενο. Με άλλα λόγια, εξετάζει την πορεία-γίγνεσθαι του επιστημονικού (όχι του εμπειρικού) γνωρίζειν από την πρώτη του επαφή (πχ. Κρίσεις του Dasein ή Μηχανισμός ή Ανάλυση) με το γνωστικό αντικείμενο ως την στιγμή που φθάνουμε στην απόλυτη επίγνωση αυτού και, άρα, στην άρση υποκειμένου-αντικειμένου. Η διαδοχή για παράδειγμα των κρίσεων (οι κρίσεις είναι το αναγκαία εργαλείο του γνωρίζειν, οπότε η κλιμάκωσή τους είναι η κατ’ εξοχήν ένδειξη εμβάθυνσης του τελευταίου) είναι μια πορεία που ξεκινά από την εξωτερική σχέση υποκειμένου και κατηγορουμένου και φθάνει στην ταυτότητα των δύο με την κρίση της έννοιας και την μετάβαση στον συλλογισμό.

Εδώ πρόκειται όμως για το αντικείμενο ως περιεχόμενο της έννοιας και όχι για κάποιο εμπειρικό αντικείμενο, διότι αυτή η αντίθεση έχει λυθεί με την Φαινομενολογία, η οποία θέτει τις βάσεις για κάθε επιστημονικό γνωρίζειν. Αλλά κάθε επιστημονικό γνωρίζειν που λειτουργεί με έννοεις, δεν σημαίνει ότι έχει λύσει και τις γνωσιολογικές αντιθέσεις που προκύπτουν εν σχέσει προς το αντικείμενό του.

Θεωρώ τον προσδιορισμό του ρόλου της υποκειμενικής Λογικής ό,τι πιο δύσκολο έχω συναντήσει προς το παρόν στον Χέγκελ. Η παρούσα ανάλυση απλά θέτει το ερώτημα και μόνο αδρά παρουσιάζει μια κατεύθυνση απάντησης. Θεωρώ ότι το quid juris, ως κλειδί σύνδεσης της υπερβατολογικής Λογικής και της υποκειμενικής Λογικής, είναι γενικά ορθό. Επιβεβαιώνεται και από το ότι ο Χέγκελ, στο κεφάλαιο για την Διαίρεση της Λογικής, συνδέει την υποκειμενική λογική με την υπερβατολογική λογική, αλλά και εξηγεί γιατί η εισαγωγή στην υποκειμενική λογική είναι μια ενδελεχής αναφορά στον Καντ. Επίσης, θεωρώ δόκιμη την άποψη για τον κομβικό ρόλο της τελεολογίας. Από εκεί και πέρα το χάος... πλήθος ερωτημάτων και αποριών.


Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ταξικές σχέσεις στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό


του Φώτη Τερζάκη

.
Ένας στερεότυπος του αγοραίου αντιμαρξισμού των ημερών μας μιλάει για αστοχία της ταξικής ανάλυσης από τη στιγμή που το βιομηχανικό προλεταριάτο, στη μορφή που το γνωρίζαμε, δεν υφίσταται πλέον ή έχει «μικροαστικοποιηθεί». Στην πραγματικότητα, το ζήτημα αυτό έχει τεθεί εδώ και μισό αιώνα ήδη από θεωρητικούς των αντικαπιταλιστικών κινημάτων, συνδεδεμένο με νέες προσπάθειες χαρτογράφησης των ταξικών διαιρέσεων μέσα στους συνασπισμούς εξουσίας του μεταπολέμου. Ένα κοινό σφάλμα, εν πάση περιπτώσει, τόσο μιας απολιθωμένης «αριστεράς» –που έχασε και τα προσχηματικά της ερείσματα στην πραγματικότητα μετά την τελευταία μεταμόρφωση του καπιταλισμού– όσο και των (μετα)μοντέρνων επικριτών της είναι η ταύτιση της μαρξικής έννοιας του προλεταριάτου με τη βιομηχανική εργατική τάξη (ακόμη και αν στην εποχή του Μαρξ η τελευταία ήταν η ορατή ενσάρκωση της έννοιας). Μολονότι κοινοτοπία, έχει σημασία να ξαναλέγεται ότι «κεφαλαιοκρατική τάξη» και «προλεταριάτο» αντιπροσωπεύουν δομικές θέσεις στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγήςπου μπορούν να στοιχειοθετηθούν σε πολλές ιστορικές του μεταμορφώσεις.

Το μοντέλο του κρατικογραφειοκρατικού καπιταλισμού έδειξε ότι η «κεφαλαιοκρατική τάξη» δεν ταυτίζεταιυποχρεωτικά με τον νομικό ιδιοκτήτητων μέσων παραγωγής (του κεφαλαίου στην ευρύτερη έννοιά του), όπως στην κλασική εποχή τού φιλελευθερισμού, αλλά συμπίπτει μάλλον με τις ομάδες που τα ελέγχουν και τα διαχειρίζονται: γραφειοκρατικές ελίτ στην πρώην Ανατολική Ευρώπη, ανώτατα εκτελεστικά στελέχη, μάνατζερς και policymakersστη Δύση, για παράδειγμα, οι οποίοι συνδέουν τη λειτουργία τους με την απεριόριστη αναπαραγωγή και επέκταση του κεφαλαίου και, μέσω αυτής ακριβώς, καρπούνται ένα κολοσσιαίο μέρος τού κοινωνικού υπερπροϊόντος. Σήμερα, οι υψηλότεροι τέτοιοι διαχειριστές είναι σε μεγάλο βαθμό και ιδιοκτήτες κεφαλαίων, βέβαια· όπου όμως έλεγχος και «ιδιοκτησία» του κεφαλαίου διαχωρίζονται –όπως στην περίπτωση των χιλιάδων μικρο-ομολογιούχων στη μετοχική εταιρεία ή των καταθετών στο τραπεζικό ίδρυμα–, η πραγματική εξουσία ανήκει τους διαχειριστές.

Η έννοια «προλεταριάτο», αντίστοιχα, σηματοδοτεί το τεράστιο σώμα εκείνων οι οποίοι, στερούμενοι από οιαδήποτε κυριότητα στα μέσα παραγωγής, βρίσκονται παγιδευμένοι στη σχέση μισθωτής εργασίας. Και αυτό έχει δύο αλληλοσυνδεόμενες συνέπειες, μία «ποσοτική» και μία –ακόμη σοβαρότερη–ποιοτική: από τη μία πλευρά, τη διαρκή απόσπαση ενός μέρους τού προϊόντος τους υπό τη μορφή κεφαλαιοκρατικού κέρδους (υπεραξία)· και από την άλλη, την ενδημική αποξένωση από την ίδια τους τη δραστηριότητα, από των έλεγχο των σωματικών τους δυνάμεων και της φαντασίας, από την ατομική τους αυτοπραγμάτωση στο ίδιο το προϊόν της δράσης τους – πηγή μιας ανυπολόγιστης παθογένειας με αναρίθμητες κλινικές όσο και κοινωνικές όψεις.

* * *

Οι σχέσεις αυτές διατηρούνται, και οξύνονται μάλιστα, στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό παρά τη δραματική μείωση του όγκου και την αλλαγή χαρακτήρα της εργασίας. Η γενίκευση του αυτοματισμού, μαζί με τη διάλυση του βιομηχανικού προλεταριάτου στις μορφές που το ξέραμε, συνεπέφερε κατ’ αρχήν μια επαναστατική δυνατότητα: την απελευθέρωση από την εργασία, που ήταν για πρώτη φορά εφικτή σε μεγάλη κλίμακα χάρη στις νέες τεχνολογίες. Η πραγμάτωσή της ωστόσο προϋπέθετε ότι η παραγωγή θα προσανατολιζόταν στις ανθρώπινες ανάγκες και όχι στο κεφαλαιοκρατικό κέρδος· που σημαίνει ότι η εργασία παύει να είναι εμπόρευμα και ο ελεύθερος χρόνος κατανέμεται ισόποσα στο πληθυσμό. Είναι ακριβώς η δυνατότητα που εμποδίστηκε λυσσαλέα από τα συνασπισμένες κεφαλαιοκρατικές ελίτ, οι οποίες εκβίασαν τη συνεχόμενη δουλεία του πληθυσμού στην κατανάλωση μέσ’ από τις καινοφανείς στρατηγικές τού δανεισμού και του χρέους. Το τεράστιο απόθεμα χρόνου που γέννησαν οι νέες παραγωγικές δυνάμεις (ο αυτοματισμός) εμφανίζεται έτσι μόνο υπό την αρνητική του μορφή, ως μαζική ανεργία και υπερχρέωση. Αυτό μπορεί να ειπωθεί και αλλιώς: μόλις προέκυψε ελεύθερος χρόνος, αντί να μοιραστεί ελεύθερα σε όλους, έγινε εμπόρευμα από το οποίο κάποιοι προσπαθούν να κερδίσουν – διότι χρηματοπιστωτική αξιοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει, ακριβώς, κεφαλαιοποίηση του χρόνου (πράγμα που σημαίνει επίσης: στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, τα εμπορεύματα εργασία και φυσικοί πόροι υπάγονται στο τελευταίο και μέσω αυτού «αξιοποιούνται»).

Υπάρχει μια παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα σε εμπορικό, βιομηχανικό και χρηματοοικονομικό κεφάλαιο. Το εμπορικό κεφάλαιο προηγήθηκε κατά πολύ του καπιταλισμού, και μπορεί να βασίζεται σε ποικίλους τρόπους παραγωγής· μόνο αφότου η εργασία έγινε εμπόρευμα στη συνθήκη της «ελεύθερης» αγοράς μπορούμε νόμιμα να μιλάμε για καπιταλισμό – και αυτό συνέπεσε με την ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου. Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο συνυπήρχε από νωρίς με το εμπορικό (δύο ή τρεις αιώνες πριν από την έναρξη του καπιταλισμού στην Ευρώπη) και ήταν ο παράγων που επέτρεψε την αναγκαία συσσώρευση για την ανάπτυξη του τελευταίου· έκτοτε λειτουργεί σε διαρκή ανατροφοδότηση με το βιομηχανικό κεφάλαιο, μέχρις ότου, στις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλείται αυτό να αναλάβει δραστικά την αξιοποίηση του λιμνάζοντος βιομηχανικού κεφαλαίου. Σήμερα το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι κατά μια έννοια όλο το κεφάλαιο, οι άλλες μορφές εμπεριέχονται σε αυτό και λειτουργούν μέσω αυτού. Είναι ο αμφιλεγόμενος «σωτήρας» του καπιταλισμού, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Κυρίαρχη «κεφαλαιοκρατική τάξη» μπορούμε να ονομάζουμε νόμιμα τους διαχειριστές των ροών του, και υποτελή τάξη (θέσει «προλεταριάτο») τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού που είτε υπόκειται στους κτηνώδεις καταναγκασμούς της μισθωτής εργασίας είτε συνιστά το τεράστιο αποθεματικό ανέργων που χρησιμοποιείται ως μέσο περαιτέρω συμπίεσης –εκτατικής και εντατικής– της τελευταίας.

* * *

Το επίκαιρο ζήτημα της Ελλάδας στην Ευρωζώνη εικονίζει παραδειγματικά τις νέες σχέσεις κυριαρχίας.Τί θέλει η ελίτ των διαχειριστών αυτού τού υπερεθνικού κεφαλαιοκρατικού συνασπισμού (που μια κολλώδης διπλωματική γλώσσα αποκαλεί «εταίρους») από μια χώρα της περιφέρειας όπως η Ελλάδα; Μόνο αφελείς μπορούν να πιστέψουν ότι από τη θέση τους ως δανειστών ζητούν απλώς «να πληρώσουμε το χρέος μας»· ξέρουν όσο κι εμείς ότι το χρέος αυτό ούτε μπορεί ούτε πρόκειται να πληρωθεί ποτέ, και αν υποθετικά ήμασταν σε θέση να το αποπληρώσουμε στο σύνολό του, θα έκαναν τα πάντα για να το εμποδίσουν. Στόχος τους είναι με το μαστίγιο του χρέουςνα εξουδετερώνουν προκαταβολικά οιαδήποτε «σοσιαλιστική παρέκκλιση»τύχει να αναφανεί σε οποιαδήποτε γωνιά της επικράτειας που ελέγχουν: δηλαδή, να κρατούν σε καταστολή την εργασία και να υπάγουν σε αγοραία «αξιοποίηση» όλους τους διαθέσιμους υλικούς και κοινωνικούς πόρους – ώστε να εξασφαλίζουν τη διαρκώς κλονιζόμενη κερδοφορία τού τραπεζικού και εταιρικού κεφαλαίου (όπως ακριβώς, στα πλαίσια του αμέσως προηγουμένου μοντέλου καπιταλισμού, δάνειζαν αφειδώς για να εξασφαλίζουν αγορές στα προϊόντα του…). Ενόψει αυτού, το να προσάγουμε την διόγκωση του εθνικού χρέους και τη συνακόλουθη «ανθρωπιστική καταστροφή» ως επιχείρημα για την αποτυχία τού μνημονίου σημαίνει ότι μιλάμε άλλη γλώσσα: για τους δικούς τους σκοπούς, αυτά ακριβώς είναι οι αδιάσειστες αποδείξεις της επιτυχίας του.




Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός ως οργανωμένο έγκλημα


Μία συνέπεια της δομής των παραγωγικών σχέσεων στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, όπως την παρουσίασα στο προηγούμενο άρθρο μου, είναι η παράλληλη ύπαρξη λιμναζόντων κεφαλαίων, από τη μία πλευρά, και τεράστιου όγκου αχρησιμοποίητης εργασίας (που πρακτικά μεταφράζεται σε ανεργία), από την άλλη. Γιατί τα δύο αυτά δεν μπορούν να συναντηθούν για την παραγωγή αληθινού πλούτου, και μάλιστα με ελάχιστο χρόνο εργασίας, για τις κοινωνίες; Όσο παράλογο κι αν ακούγεται, επειδή, από την άποψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου, δεν συμφέρει πλέον. Καμία παραγωγική επένδυση «δεν συμφέρει» επειδή το μειούμενο ποσοστό κέρδους από την εκμετάλλευση της εργασίας (μειούμενο για τους λόγους που εξήγησα στα προηγούμενα άρθρα, κι εφόσον η εργασία αυτή δεν είναι ευτελισμένη σε βαθμό που, μέχρι προσφάτως τουλάχιστον, ήταν αδιανόητος σε «ανεπτυγμένες» χώρες) κρίνεται ως ανεπαρκές για τις υπέρογκες αξιώσεις κερδοφορίας των διαχειριστών του κεφαλαίου· οπότε η στρατηγική που επιλέγεται είναι η χρηματοπιστωτική αξιοποίηση.

Αν η χρηματοπιστωτική αξιοποίηση ισοδυναμεί, όπως είπα, με «κεφαλαιοποίηση του χρόνου», μένει να δούμε πώς μεταφράζεται αυτό στην πράξη. Ο χρόνος δεν έχει υλική υπόσταση· είναι μια υποστασιοποιημένη αφαίρεση που ανάγεται σε μια μήτρα υπολογισμών. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι προσομοιώνεται μια δυνητικήπαραγωγή και δυνητικήαπόδοση, ως εάν είχαν λάβει χώρα, και προεισπράττεται ένα δυνητικό κέρδος. Είναι σαν να λέμε ότι η ανταλλακτική αξία αυτοαναπαράγεται εκθετικά χωρίς να εμπλέκεται καμία αξία χρήσης. Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «φούσκα»(κυριολεκτικά, για τη σφαίρα της κοινωνικής ζωής ό,τι για τη βιολογική ζωή ο καρκίνος). Επειδή όμως η προείσπραξη είναι πράξη που πρέπει να μεταφραστεί σε πραγματικούς υλικούς πόρους, προκύπτει μόνο από την αρνητική αναπαράσταση της υλικής παραγωγής, υπό τη μορφή διευρυνόμενου χρέους των παραγωγών: χρωστούν αυτά τα οποία δεν έχουν παραγάγει, σε αυτούς οι οποίοι δεν έχουν επιτρέψει, ως κάτοχοι των πραγματικών μέσων παραγωγής, την παραγωγική αξιοποίηση της εργατικής τους δύναμης. Είναι το κυριολεκτικά σχιζοφρενικό «διπλό αδιέξοδο» στο οποίο οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ έχουν εγκλωβίσει τις ανθρώπινες συλλογικότητες στις ημέρες μας.

* * *

Από την άποψη των ζωτικών συμφερόντων της ανθρωπότητας μιλάμε χωρίς αμφιβολία για ειδεχθές έγκλημα. Επειδή όμως το νομικό εποικοδόμημα του κεφαλαιοκρατικού κόσμου εξακολουθεί να βασίζει στην αντεστραμμένη αναπαράσταση των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων ιδιοκτησίας, αντιστρέφονται επίσης τα κριτήρια του εγκλήματος: από τη σκοπιά των κεφαλαιοκρατικών τάξεων και του νομικού τους οπλοστασίου, έγκλημα είναι το ίδιο το (με τους παραπάνω χειρισμούς παραγόμενο) χρέος, και ο οφειλέτης απογυμνώνεται σταδιακά από όλα τα αστικά του δικαιώματα υποβιβαζόμενος σε παρία ή οικονομικό σκλάβο. Το δίκαιο αυτό δεν έχει βεβαίως άλλη νομιμοποίηση από τους μηχανισμούς ωμής βίας που κινητοποιούνται για την επιβολή του – και αυτό εξηγεί την παροξυσμική αυταρχικοποίηση του παγκόσμιου νομοθετικού πλαισίου και των κατασταλτικών του μηχανισμών τις τελευταίες δεκαετίες.

Αυτό το στοιχείο ωμής βίας μού φαίνεται ότι είναι το πιο παραγνωρισμένο συστατικό τού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ένα μεγάλο μέρος των εικονικά παραγόμενων «κερδών», βέβαια, ως πλασματικό εξαρχής καταλήγει να εξαερώνεται στην πράξη (εξ ου και οι αλυσιδωτές χρεωκοπίες γιγάντιων χρηματοπιστωτικών οργανισμών)· το υπόλοιπο όμως που όντως υλοποιείται, αν το παρακολουθήσουμε ως την άλλη του άκρη, παράγεται από τη σύνθλιψη μυριάδων υπάρξεων στον πλανήτη, ανθρώπινων και μη ανθρώπινων, υπό όρους που σε τίποτα δεν διαφέρουν από αυτό που καλούμε «οργανωμένο έγκλημα»: δουλική εργασία, μαστροπεία, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, ληστρικούς εκβιασμούς και μεθοδευμένες οικοκτονίες. Αν φράσεις όπως «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και «νόμος είναι η θεσμοποιημένη βία» ηχούσαν στο παρελθόν ως προειδοποιητικές υπερβολές, στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό έχουν πραγματωθεί με την πιο κυριολεκτική σημασία. Διότι αν κάποτε ο καπιταλισμός μπορούσε να αποσπά νομιμοποίηση με το επιχείρημα ότι αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις της ανθρωπότητας, ή ότι εξασφαλίζει συνθήκες υλικής ευημερίας για ολοένα διευρυνόμενα στρώματα του πληθυσμού (πράγματα που ήταν εν μέρει αλήθεια), σήμερα δεν μπορεί πια να το επικαλεστεί: ο καπιταλισμός μόνον ως παραγωγή καταστροφής μπορεί να διαιωνίζει την ύπαρξή του[1].

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, ενόψει όλων αυτών, ο καπιταλισμός μοιάζει να καταποντίζεται μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις· και είναι από πολλές απόψεις σωστό.Το ότι όμως ο καταποντισμός του είναι σε θέση να συμπαρασύρειολόκληρο τον πλανήτη στην άβυσσο, κι εν πάση περιπτώσει το ότι, όσο διαρκεί, το κόστος σε ανθρώπινη οδύνη και αίμα είναι ανυπολόγιστο, φέρνει και πάλι στο προσκήνιο με δραματική οξύτητα το παλιό επαναστατικό ερώτημα: ποια ανθρώπινη συλλογικότητα είναι εκείνη που, μη αρκούμενη στην αυτόματη δικαιοσύνη οιωνδήποτε «νόμων της ιστορίας», θα θέσει με τη δράση της τέλος στη δολοφονική επιβίωση τού καπιταλισμού; Ποιες μορφές βίας πρέπει και μπορείνα μεταχειριστεί προκειμένου να εξουδετερώσει τις πανίσχυρες και αδίστακτες κεφαλαιοκρατικές ελίτ που κυβερνούν με ασύλληπτους μηχανισμούς ισχύος την οικουμένη; Και, πάνω απ’ όλα, πώς μπορεί να αποτρέψει το καθ’ υποτροπήν δράμα όλων των νεωτερικών επαναστάσεων – τη νεκρανάσταση του βαμπίρ ακόμη και όταν θα του έχει μπήξει την ξύλινη σφήνα στην καρδιά; Όποιος νομίζει ότι αυτά είναι ερωτήματα του παρελθόντος, ξεπερασμένα πια σήμερα, κινδυνεύει να γίνει ο ίδιος ένα θλιβερό απολίθωμα του παρελθόντος.

Σημειώσεις
(1) Αυτό άλλωστε είναι εμφανές και στη γεωστρατηγική των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σήμερα (εν πρώτοις του Ατλαντικού άξονα και των δορυφόρων του, που εξακολουθεί να δεσπόζει πολιτικοστρατιωτικά, και είναι μάλιστα αναγκαίος παράγων για την οικουμενική επιβολή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού). Ενώ άλλοτε η δράση τους χαρακτηριζόταν από τη θετική επιδίωξη μονοπωλιακής πρόσβασης σε πλουτοπαραγωγικούς πόρους και αγορές, σήμερα γίνεται όλο και περισσότερο αρνητική: στρατηγική της είναι πρωτίστως η αποτροπή ανάδυσης άλλων υπερδυνάμεων, ισχυρών ή έστω αξιόμαχων ανταγωνιστών σε οιαδήποτεκλίμακα, που στην πράξη σημαίνει μεθοδευμένη καταστροφή έστω και χωρίς άλλον διαφαινόμενοστόχο.Γιατί; Εύστοχη βρίσκω την εξήγηση της Έφης Κωτσάκη, σε πρόσφατο άρθρο της στον Δρόμο της Αριστεράς με τίτλο «Από το οικονομικό στο γεωπολιτικό χάος» (Σάββατο, 14-2-2015), απ’ όπου και παραθέτω: «Υποκείμενο λόγο αυτής της δραστικής μεταβολής παραδείγματος θεωρώ την οιονεί παγκόσμια μονοπώληση ισχύος και πλούτου εκ μέρους της δυτικής ελίτ (1%), συνδυασμένη με την αδυναμία της –αλλά και έλλειψη διάθεσης λόγω εξάντλησης σπανιζόντων πόρων, περιβαλλοντικής υποβάθμισης, κλπ.– να ανταγωνιστεί στο παραγωγικό επίπεδο σειρά σχετικά ανεξάρτητων και αναδυόμενων κέντρων συσσώρευσης και ισχύος (Κίνα, Ρωσία, λοιπές BRICS, κλπ.). Στην προσπάθειά της να διακόψει αυτή την ανταγωνιστική άνοδο, επιχειρεί με μαζική επιβολή πολιτικών “διαίρει και βασίλευε” και με εξαπάτηση, στηρίζοντας-κατασκευάζοντας-εξαπολύοντας-εξαπλώνοντας διάφορες «διαβολικές» δυνάμεις (ισλαμική και νεοφασιστική τρομοκρατία ιδίως), να προκαλέσει-ενισχύσει εμπρόθετα χαοτικές καταστάσεις, που εμμέσως στηρίζουν την ηγεμονία της και εμποδίζουν την ανάδυση των αντιπάλων της». 


Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Mad Max: Fury Road


του Keunermann



Είναι δύσκολο να φανταστούμε ένα sequel μετά από τριάντα χρόνια, και μάλιστα ένα επιτυχημένο, που δεν περιορίζεται στην αντιγραφή του εαυτού του, αλλά στον εκσυγχρονισμό και την κόμιση νέων ιδεών που πλαισιώνουν τη διατήρηση της φυσιογνωμίας ενός franchise. Ο ελληνικής καταγωγής Αυστραλός George Miller αντεπεξέρχεται επιτυχώς στην πρόκληση που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του, επιστρέφοντας μετά από πολλά εμπόδια σε μια τέταρτη ταινία στο σύμπαν του Mad Max. Πρόκειται για τον κόσμο εκείνον για τον οποίο θα μπορούσαμε να πούμε ότι επινοήθηκε ο όρος «μετα-αποκαλυπτικό ντίζελπανκ».

Μιλώντας για το Fury Road, θα όφειλε ίσως να ξεκινήσει κανείς τα σχόλιά του από τους πρωταγωνιστές και τους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν. Εξαιρετικές θεωρούμε πως είναι οι επιλογές του Thomas Hardy, της Charlize Theron και του Nicholas Hoult (ο Hank McCoy των νέων X-men) στο καστ. Ειδικά η δεύτερη κλέβει την παράσταση, αναλαμβάνοντας τον ρόλο της ουσιαστικής πρωταγωνίστριας στην ταινία, ως η μαχητική αμαζόνα των δρόμων Furiosa. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο εμβληματικός villain Immortan Joe (τον υποδύεται ο Hugh Keays-Byrne, ο Toecutter από την πρώτη ταινία), ο οποίος «φτύνει» ορισμένες από τις πλέον αξιομνημόνευτες ατάκες -δεν είναι και πολλές- που ακούγονται στη διάρκεια του φιλμ. Ο Hardy είναι ιδανικός για τον ρόλο και κατά πάσα πιθανότητα θα αποδειχθεί πολύ καλύτερος ηθοποιός από τον Mel Gibson, αλλά νομίζω ότι προς το παρόν μένει στη σκιά του προκατόχου του, που έμοιαζε κομμένος και ραμμένος για τον ρόλο του περιπλανώμενου, σκληρού και ευαίσθητου συνάμα χαρακτήρα.

Να υποθέσουμε ότι είναι βάσιμο να γίνεται λόγος περί ενός νέου κύματος μεγαλόπνοης κι ευφυούς επιστημονικής φαντασίας, ενός πρόσφατου αστερισμού ταινιών, σε απόσταση από το Hollywood (βλέπε διαμάντια όπως τα “District 9” και “Snowpiercer”), τη στιγμή που το τελευταίο ασθμαίνει από την ανακύκλωση παλαιών ιδεών και τον οπτικό εντυπωσιασμό των ακριβών παραγωγών; Παρά τον ενδεχομένως βιαστικό χαρακτήρα της, η εκτίμηση αυτή δε στερείται αλήθειας. Πάντως, η ταινία που μας αφορά εδώ χαιρετίστηκε ως ένα επιτυχημένο πάντρεμα δράσης και πλοκής, φαντασίας και καλλιτεχνικής άποψης, όπου δεσπόζει η -προκύψασα στην πορεία- φεμινιστική πινελιά, έστω και όχι δίχως αστερίσκους και επιφυλάξεις. Έχουμε μια ιστορία επιβίωσης και ταυτόχρονα εκδίκησης, που εκτυλίσσεται ως μια αντιπαράθεση μεταξύ των θεσμικών μηχανισμών του κράτους -εν προκειμένω, της πατριαρχικής κρατικής δομής υπό τον Immortan και τα φανατισμένα “War Boys” του- και μιας νομαδικής πολεμικής μηχανής, η οποία είναι εξωτερική και διεκδικεί για λογαριασμό της έναν τρόπο πτύχωσης, οικειοποίησης και διαμόρφωσης του χώρου. Υπέροχες είναι οι εικόνες του ρημαγμένου ερημικού τοπίου, από το κεραμιδί των κόκκων της άμμου υπό το φως του πύρινου ήλιου μέχρι το γκριζομπλέ των νυχτερινών πλάνων, καθώς διευθυντής φωτογραφίας είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ, John Seale, που επανήλθε στην ενεργό δράση για τις ανάγκες του φιλμ. Τα γυρίσματα έγιναν στη Ναμίμπια και επίσης -όπως είναι αναμενόμενο- σε εκτάσεις της αυστραλιανής υπαίθρου. Η μουσική, τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα πρακτικά εφέ που ως επί το πλείστον «κάνουν τη δουλειά» είναι επίσης αξιοπρόσεκτα. Ασφαλώς, δε θα μπορούσε να λείπει από αυτή την απαρίθμηση η καταιγιστική δράση υψηλών οκτανίων, εφόσον η ταινία συνίσταται εν πολλοίς σε μια μεγάλη σκηνή καταδίωξης.


Υδάτινοι πόροι και καύσιμα έχουν περιέλθει σε καθεστώς σπάνεως, ενώ οι υφιστάμενες υποδομές άντλησης και αποθήκευσης και τα συναφή δίκτυα διανομής καναλιζάρονται από τον Ηγέτη ως εργαλείο ελέγχου και καθυπόταξης των υπηκόων του, ήτοι ισχύος, μέσω διασφάλισης της εξάρτησής τους από αυτόν και της πειθήνιας στάσης τους. Υπόσχεται στους πολεμιστές του μία αθάνατη ζωή δίπλα σε αυτόν, καλπάζοντας στη Βαλχάλα, προκειμένου να τους εμψυχώσει και να τους πωρώσει μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ηρωικού θανάτου στο πεδίο της μάχης. Στο σύμπαν αυτής της καλτ λατρείας, η μυθολογία των βίκινγκς και το πολεμικο-πατριαρχικό φαντασιακό της μαχητικής πυγμής, της γενναιότητας και της δόξας δεσπόζουν ολοσχερώς ως ιδεολογικοί αρμοί που συνέχουν και διατηρούν τον κοινωνικό δεσμό, παρέχοντας έτσι το εχέγγυο της ομαλής αναπαραγωγής του καθεστώτος στο πέρασμα του χρόνου.



Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Fury Road πλαισιώνει θαυμάσια την πρώτη τριλογία. Το Mad Max του 1979 λειτουργεί ως εισαγωγή, υπό την αφήγηση μιας ιστορίας εκδίκησης. Το πράγμα έχει ξεφύγει στο The Road Warrior, δυο χρόνια αργότερα: εκεί παρακολουθούμε τον πόλεμο μεταξύ συμμοριών στο δυστοπικό ερημωμένο τοπίο, όπου κυριαρχούν οι έχοντες ενεργειακή αυτάρκεια και οι δυνάμενοι να εύρουν τους απαιτούμενους ενεργειακούς πόρους (βενζίνη, πετρέλαιο), και ασφαλώς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πρόκειται για μια ταινία καταδίωξης με πανκ αισθητική, όπου κατοχυρώνεται το trademark ύφος του franchise (και εντάσσεται επίσης σε μια αντίστοιχη φουρνιά sci-fi της εποχής, μια ακολουθία που θα μπορούσαμε ενδεικτικά να αποδώσουμε αναφέροντας τα “Escape from New York” [1981], “Blade Runner” [1982], “The Terminator” [1984], “Brazil” [1985]). Στο “Beyond Thunderdome” του 1985 ο προϋπολογισμός είχε αυξηθεί, αλλά η αντίδραση των θεατών δεν υπήρξε ενθουσιώδης, μολονότι κατά τη γνώμη μας είναι ελαφρώς υποτιμημένη η αξία και η θέση της στο σύμπαν του «Τρελλομάξ».

Κάτι που μας φαίνεται ενδιαφέρον στη σειρά αφορά το ότι κάθε ταινία είναι διαφορετική από τις άλλες. Μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει για τα σημεία που δεν του άρεσαν, για το ποια είναι η λιγότερο αγαπημένη του, αλλά όχι να κατηγορήσει τον σκηνοθέτη για αντιγραφή του εαυτού του, αφού σε κάθε μία βλέπουμε μια διαφορετική ενσάρκωση του αντι-ήρωα -ως αστυνομικό/εκδικητή, ως οδηγό/προστάτη και ως μονομάχο/μεσσία αντίστοιχα-, πλαισιωμένου από ένα γνώριμο, αλλά πάντοτε ανανεωμένο σκηνικό. Το ερημωμένο περιβάλλον με τα οχήματα και τη μεταλλική επίστρωση απηχεί κάθε φορά τα προηγούμενα, δίχως να είναι ποτέ το ίδιο. Ανεξαρτήτως του αν θα υπάρξει επόμενη ταινία -κάτι εξαιρετικά πιθανό, μετά τη δεδομένη επιτυχία της- και του κατά πόσον αυτή θα είναι καλή ή όχι, ο Max Rockatansky είναι ένα άβαταρ καταδικασμένο να επιστρέφει.


Κείμενα:


Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Mad Max-Deleuze-Πενθεσίλεια (LLS)


Η νέα εκδοχή του Mad Max είχε μια ενδιαφέρουσα σήμανση: Το παρόν και μέλλον ανήκει στις γυναίκες.

Με μια σκοτεινή, νοσηρή εικονογράφηση παρουσιάζεται η ομάδα των κυρίαρχων μονοσήμαντα αρσενική. Αλλά τι είναι τα αρσενικά. Λευκά ανδροειδή με γενετικά προβλήματα που τους καθιστούν εξαρτημένους από συνεχείς αιμοδοσίες, γεμάτα κακοήθεις όγκους, με νοητικό σύμπαν δεκάχρονου, μαρκαρισμένα σαν γελάδια, μερικοί με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα και συνεχή παροχή οξυγόνου, άπαντες ψυχωτικοί,  σχεδόν τερατόμορφοι και υποταγμένοι στην αυταρχική εξουσία. Απέναντί τους οι γυναίκες επαναστάτριες, όμορφες, πολεμίστριες, συλλέκτριες και συντηρητές μοναδικών καρπών, γόνιμες,  υγιείς, θαρραλέες με όραμα και τακτική.

Το τέλος δεν αξίζει καν να το υποθέσουμε.

Κάπου ανάμεσα, ένας δύσπιστος μονόχνοτος κάου μπόυ επιδεικνύει ακροβατικές πολεμικές και αιμοδοτικές επιδόσεις με μια συνεχή ξινίλα στο πρόσωπο. Το όνομα της ταινίας είναι ετεροβαρές, σχεδόν άδικο. Ο Mad Max απλώς συνεπικουρεί τις γυναίκες μαχήτριες, που καθοδηγούνται μαεστρικά από τη γοητευτική μονόχειρα στρατηγό Furiosa.

Στο Mad Max λοιπόν αναδύεται ένας πρωτόλειος μαχητικός, πολεμικός φεμινισμός, μια ολική επαναφορά ενός ιδεολογικού Αμαζονισμού.

Ο πολεμικός φεμινισμός δεν είναι αιωρούμενος. Καθώς η ταινία αναφέρεται σε πρωτόγονες κοινωνίες, που έχουν εκπέσει από μια υποτιθέμενη ανώτερη ποιότητα, αναδύεται ως ολική επαναφορά του μύθου της Αμαζόνας.

Η μάχη όμως των γυναικών εναντίον της νοσηρής ανδρικής εξουσίας διεξάγεται με τους όρους που στην προβληματική των Deleuze-Guatari  θα ονομάζαμε "νομαδικότητα εναντίον κράτους".

Όλα τα θέματα και μοτίβα της προβληματικής που εμβαθύνουν οι DG στις Χίλιες Πλαταιές, στο κεφάλαιο  "Η πολεμική μηχανή " αναδεικνύονται:

1. Η πολεμική μηχανή είναι εξωτερική ως προς την κρατική δομή

Στο Mad Max ο κυρίαρχος ψυχωτικός Immortan Joe εμφανίζεται αρχικά ως επικεφαλής μιας πλήρους κρατικής δομής. Η κυριαρχία του εδράζεται στην ιδιοκτησία, γράμμωση και διανομή των ζωτικών πόρων (νερό, μητρικό γάλα), έχει ιεραρχικές λειτουργίες (πολεμιστές σε διάταξη και προετοιμασία, γυναίκες σε αποκλειστικούς αναπαραγωγικούς ρόλους), ταξινομικά συστήματα (στρατηγούς, επιμελητεία πολέμου) και μηχανισμούς ελέγχου της επικράτειάς του. Η κρατική εξουσία του είναι πτυχωμένη σε διαφορετικά επίπεδα. Είναι αξιοπερίεργο πως η χρήση αριθμών από τον επιμελητή του Immortan αντιστοιχεί στην παρατήρηση των DG ότι ο αριθμός αλλάζει θεμελιακά θέση όταν χρησιμοποιείται στον πόλεμο. Η αρίθμηση των απωλειών του στρατού, που γίνεται στο μέσο μιας μάχης, είναι άλλης τάξεως από την αριθμητική ταξινόμηση του χώρου που επιχειρούν οι «επαναστάτες», όταν υπολογίζουν το δρομολόγιό τους στον «ρευστό» χώρο τους.

2. Η πολεμική μηχανή είναι επινόηση των νομάδων, καθώς είναι διακριτή από το κράτος και τους στρατιωτικούς θεσμούς του. Η πολεμική μηχανή έχει τρεις όψεις: την χωρογεωγραφική, την αλγεβρική και την επιδραστική.   

Η αντίπαλη  νομαδική μηχανή της ομάδας των γυναικών είναι μια πολεμική ομάδα χωρίς κράτος, δεν προέρχεται ως προέκταση ή ως λειτουργική απόληξη ενός κράτους, ούτε  καν μιας πτυχής του κράτους. Είναι πολεμική μηχανή αυτόνομη. Καθώς η στρατιωτική συγκρότηση του Immortan αποσπάται από την κρατική χωρική μήτρα, αντιμετωπίζει έναν εχθρό που φαινομενικά δεν έχει ένα κατανοητό σχέδιο. Η ομάδα Furiosa-Mad Max έχει ένα δρομολόγιο που ανατρέπεται συνεχώς και τελικά παίρνει την πιο απρόσμενη κατεύθυνση. Ο πολεμικός νομαδισμός των Αμαζόνων αποδιοργανώνει τη βαριά συμπαγή συμμορία-κράτος. Με όρους των DG, οι Αμαζόνες κινούνται στον ανομοιογενή «ρευστό» χώρο τον οποίο ο στρατός δεν μπορεί να κωδικοποιήσει ως γραμμικό ταξινομημένο χώρο. Οι ίδιες πεδιάδες είναι για τους μεν «μαλακή» αποτύπωση, για τους δε «κλειστός επιμετρημένος χώρος».

Στον κόσμο του Mad Max ο τεχνολογικό κόσμος διαλύθηκε, ως εάν να διατηρήθηκε άθικτη η αυτοκίνηση προψηφιακής τεχνολογίας του '50. Όλα τα οχήματα, τα σύγχρονα άλογα του πολεμικού Αμαζονισμού της ταινίας, αυτοκίνητα, φορτηγά, μπουλντόζες και πάσης φύσεως υβριδικά μεικτά κατασκευάσματα αυτοκίνησης, δεν έχουν ψηφιακά μέρη ή καν ίχνη. Η δραματουργική σύμβαση αναδεικνύει μιαν άλλη ντελεζιανή αναζήτηση: τη διαφορά νομαδικής και βασιλικής επιστήμης. Η «χαμηλή» τεχνολογία των οχημάτων επιτρέπει στους επαναστάτες νομάδες να αυτοσχεδιάζουν τεχνολογικά, να επινοούν πατέντες ως κύριοι μιας αποκεντρωμένης, ρευστής, προσβάσιμης τεχνολογίας. Οι Αμαζόνες και οι δύο συνοδοί τους κατέχουν μια «νομαδική» επιστήμη της αυτοκίνησης, που τους επιτρέπει να αντιπαρατίθενται στις πολλαπλάσιες σε όγκο, δομή και μέγεθος δυνάμεις μιας συμπαγούς, κλειστής, τεχνολογικά ιεραρχημένης δομής, μιας «βασιλικής» ορθολογιστικής επιστήμης.

Ο πολεμικός γυναικείος νομαδισμός αναδεικνύεται μέσα σε έναν καταιγισμό δράσης, ενίοτε ανεπίτρεπτης νοσηρότητας, και επενδύεται από μια βαγκνερικού ύφους υποβλητική μουσική.

Το Χόλυγουντ διασχίζει τον δρόμο "Deleuze και Πενθεσίλεια", χωρίς ίσως καν να ξέρει τα ονόματά τους.


Πηγή Hypothesis

* απολαυστικός lls, με την ελάχιστη απαιτούμενη φιλολογική επιμέλεια. -Κ. 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Σημιτισμός -ώριμος ή συμπονετικός- και τοξικά ανάλογα (LLS)


Η εμφάνιση του Σημίτη στη δίκη Τσοχατζόπουλου συνόψισε την διακυβέρνησή του: ο  πρώην πρωθυπουργός επικαλέστηκε ένα τυπικό όριο ευθυνών και απέδωσε τον εκτροχιασμό του υπουργού του στην ηθική του ποιότητα.

Η περίοδος του Σημίτη καθορίζεται από την ονομασία "εκσυγχρονισμός". Η ονομασία σηματοδοτεί κυβερνητικές πρακτικές, συλλογικές προσδοκίες, μεταβολές σε οικονομικούς δείκτες. Εκ των υστέρων οι οικονομικοί δείκτες απεδείχθησαν θετικοί αλλά εύθραυστοι, οι κυβερνητικές πρακτικές αμφισβητήσιμες αλλά οι συλλογικές προσδοκίες παραμένουν οι ίδιες.

Την τελευταία τριακονταετία εντός του κοινωνικού σχηματισμού αναδύθηκε μια διακριτή στοιβάδα. Αυτή κινείται στο ρευστό μέσο της εισοδηματικής κλίμακας, διαθέτει υψηλό τυπικό μορφωτικό επίπεδο, συμβολοποιείται με εργασιακό στίγμα του λευκού κολάρου, και ευρίσκεται σε οργανική επαφή με τα δυτικο-ευρωπαϊκά γίγνεσθαι. Η στοιβάδα εκδηλώνει  μια ενδότερη ψυχική παρόρμηση για ένα κοινωνικό -πολιτικό βίο "Ευρωπαϊκό".

Η στοιβάδα αυτή θεώρησε τον Σημίτη ως καταλύτη που πραγματώνει αυτή τη ψυχική ενόρμηση.

Η περίοδος Σημίτη σηματοδοτεί το ασταθές σημείο ισορροπίας όπου η ψυχική συλλογική ροπή του συγκεκριμένου ρεύματος απογειωμένη  από τα υλικά δεδομένα της συγκυρίας της προσπάθησε να "έλξει"  την υπόλοιπη κοινωνία προς το λεγόμενο ευρωπαϊκό όραμα. Η ιδεολογική προσπάθεια είχε μερικά επιτεύγματα αλλά η περιρρέουσα  υλικότητα ήταν αμείλικτη. Το ιδεολογικό ψυχικό στίγμα του Ευρωπαϊσμού διέθετε μια ισχνή υλική βάση «παραγωγικής αριστείας»  και επομένως δεν είχε οργανικούς διανοούμενους από το χώρο των ανταγωνιστικών διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Το ρεύμα εκδηλωνόταν με την εξής παράδοξη έως κωμικοτραγική μορφή: φυσικοί εκπρόσωποι της απασχόλησης στο στενό ή ευρύτερο τομέα, υπερθεμάτιζαν υπέρ ενός υγιούς φιλελευθερισμού με πρωταγωνιστή τον εξωστρεφή ιδιωτικό τομέα , ο οποίος όμως ήταν λυμφατικός. Κατά βάθος, ο «εκσυγχρονισμός»  εξέφραζε την αγωνία των προνομιούχων του δημοσίου που κατάλαβαν έγκαιρα πως τα προνόμιά τους ήταν αβέβαια χωρίς την σταθερή χρηματοδότηση από ένα ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα. Το ρεύμα ήταν  σε αντίθεση με τους αρχαϊκούς πόλους των απασχολουμένων του Δημοσίου, οι οποίοι θεωρούσαν τις αμοιβές τους ως μονοσήμαντο επακόλουθο της κλασσικής έντασης εντός του δίπολου «Κεφάλαιο-Εργασία».  

Κατανοούμε έτσι το αιωρούμενο του Σημιτικού εγχειρήματος. Η αιώρηση αυτή εκδηλώνεται άριστα με την συνύπαρξη Σημίτη-Τσοζατζόπουλου στο δικαστήριο. Ο λυμφατικός παραγωγικός εξαιρετισμός άφηνε κενά στην πολιτική στελέχωση, τα οποία καλύφθηκαν από διάφορες φυλές του κρατικο-κομματικού πλέγματος. Η σχετική διόγκωση του τοξικού σκατολογικού ρεύματος της διαφθοράς φαίνεται τόσο φυσιολογική εκ των υστέρων.

Το ερώτημα όμως είναι τι απέγινε οντολογικά το ρεύμα  πίσω από την ονομασία «εκσυγχρονισμός».

Υποστηρίζω πως το ρεύμα κυριαρχεί μόνο που ευρίσκεται διασπασμένο σε δύο αντιθετικούς σχηματισμούς: το Ποτάμι και την ηγεσία Τσίπρα.

Το Ποτάμι εκφράζει τον Σημιτισμό στην ώριμη, στοχαστική μορφή του. Κρατεί αλώβητα τα «οράματα» αλλά μέσω της κωδικοποίησης του «νέου κόμματος» κρατά αποστάσεις από την εμμενή διαφθορά. Τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά είναι τα ίδια: λευκό κολάρο συντριπτικά εντός ή πέριξ του κράτους και ενσυναίσθηση της αδυναμίας να χρηματοδοτηθεί ένα «ελληνικό ευρωπαϊκό κράτος».

Η ηγεσία Τσίπρα εκφράζει τον Σημιτισμό στην συμπονετική μορφή του. Με τέτοια φαινόμενα φτώχειας είναι αδύνατο να επανεκκινηθεί το όραμα του 96: Προτεραιότητα λοιπόν στην «ανθρωπιστική κρίση» για να υπάρξει η «παραγωγική ανασυγκρότηση» δηλαδή η μετωνυμία του «εκσυγχρονισμού». Και εδώ το λευκό κολάρο του δημοσίου επικρατεί, η δε γνώση για την αδυναμία του να χρηματοδοτηθεί προσβλέπει  σε ένα υγιή κρατισμό μέσω ηθικών κρατικών επιχειρήσεων.

Μεταξύ «ώριμου» και «συμπονετικού» σημιτισμού οι διαφορές είναι υπαρκτές αλλά είναι διαφορές ενδορευματικές .

Ο συμπονετικός σημιτισμός δεν μπορεί να εκκινήσει το project του χωρίς την αρωγή του ώριμου. Ο σημιτισμός όπως αναλύθηκε είναι μειοψηφικός πραγματολογικά και λειτουργικά. Δεν μπορεί να υπάρξει ως καθολικό λαϊκό εμμενές ρεύμα, αλλά ως ηγεμονία επί  των ρευστών πληβειακών διαθέσεων.
  
Η αντίφαση του συμπονετικού είναι ότι η λογική του για ένα  υγιή κρατισμό ,τον οδηγεί αναπόδραστα στην κρατικοποίηση του, καθώς οποιαδήποτε διεύρυνση μιας κρατικής επιχειρηματικότητας απαιτεί ανάλογη στελέχωση. Η λογική συνεπαγωγή είναι πως για να εξασφαλιστεί η «υγεία» και η «ηθική» καλό είναι να στελεχώσουμε τον νέο κρατισμό με όσους ξέρουμε δηλαδή «εμάς». Ο συμπονετικός σημιτισμός οδεύει αναπόδραστα στην κομματικοποίηση του κράτους ακόμη και εναντίον των διακηρύξεων του. Για να αποφύγει τα κενά της κρατικής διαχείρισης, αυτά που δημιούργησαν  τον Τσοχατζόπουλο, είναι αναγκασμένος να βασιστεί στους δικούς του «ηθικούς».

Είναι ενδιαφέρουσα η ρήξη των ρευμάτων για το θέμα της παιδείας. Η άγαρμπη πρωτοβουλία Μπαλτά έγινε «στο πόδι» ακριβώς γιατί από το βασικό πρόταγμα της οικονομίας του υγιούς κρατισμού εξαφανίστηκε δια μαγείας η αποστροφή προς τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι σαφές ο συμπονετικός σημιτισμός αφ’ ενός μεν ενέδωσε στις πιέσεις συνδικαλιστικών εσωστρεφών  lobbies a la 80's και διέλυσε σε μια εβδομάδα θεσμικές τακτοποιήσεις μιας δεκαετίας  αφ’ ετέρου είχε ανάγκη να αμβλύνει τις εντυπώσεις για τον ενταφιασμό και την μουμιοποίηση των προταγμάτων για την καταστροφή που επιφέρουν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Εντός των στελεχιακών τακτοποιήσεων και προσδοκιών χρειαζόταν ένας αντιπερισπασμός. Μάλλον πέτυχε γιατί  το θέμα δεν γίνεται επίδικο μιας κοινωνικής συζήτησης. Τα πάντα διακινούνται, σε τελευταία ανάλυση, ως εσωτερική διαμάχη ακαδημαϊκών ομάδων. Αν αποδεχτούμε την γνωμάτευση ότι οι νέες ρυθμίσεις εκφράζουν μια επιστροφή σε ένα κομματικοποιημένο, εσωστρεφές πανεπιστήμιο, βλέπουμε ότι το αίτημα για το αποκομματικοποιημένο, εξωστρεφές πανεπιστήμιο δεν είχε βρει οργανικούς συμμάχους από τον χώρο της  εξωστρεφούς  οικονομίας. Τα λειτουργικά κενά της νεοελληνικής ολότητας είναι τόσο ορατά.

Οι προσεχείς εβδομάδες είναι οριακές για τον συμπονετικό σημιτισμό. Το μέλλον του είναι μόνο στην προσέγγιση του με τον άλλο κλάδο του ρεύματος. Ο διαρκής μετεωρισμός του έφτασε στα όρια. Αν και δεν κινδυνεύει  από μια προφανή κοπρώδη  διαφθορά, κινδυνεύει να καταρρεύσει από την αδυναμία του να χρηματοδοτηθεί τελείως πριν καν προλάβει να εκκινήσει την «παραγωγική ανασυγκρότηση» που θα εξασφαλίσει τους όρους επιβίωσής του.

Ο ώριμος σημιτισμός έχει προσφέρει εδώ και καιρό χέρι βοηθείας. Αν οι συμπονετικοί δεν το αδράξουν, τότε το νεοελληνικό project ενός εκσυγχρονισμού (συριζαϊκή argot: ανασυγκρότηση) σε συνθήκες λυμφατικής ή ασύμμετρης αστικής εξωστρέφειας θα ενταφιαστεί και την θέση του θα λάβουν νεοπαγείς αυταρχισμοί και τα τσοζατζοπουλικά ανάλογα. Ο τοξικός, χαμερπής Τσοχατζόπουλος δεν είναι μια ηθική εξαίρεση είναι σύμπτωμα κενών και ελλειμμάτων του εσωτερικού οθωμανισμού της ευρωπαϊκοφανούς κοινωνίας. Αυτά τα κενά υπάρχουν και ίσως διογκώνονται σήμερα. Χωρίς την αυταπάτη του σημιτισμού στις διάφορες εκδοχές, η πραγματική ρεαλιστική Ελλάδα του 2015 είναι επικίνδυνα αποκρουστική. Η εξωστρεφής ιδιωτική οικονομία είναι ασθενής, αλλά χωρίς την αυταπάτη του σημιτισμού θα γίνει ιστορικό απολίθωμα. Ο σημιτισμός είναι μια καλοδεχούμενη θετική απάτη και αν τα ρεύματά του ενωθούν έχουμε μερικές λίγες ελάχιστες ελπίδες.  


Πηγή Hypothesis 

* Ασφαλώς σε συμμεριζόμαστε την πολιτική ευχή του συντάκτη, αλλά εκτιμούμε τη διεισδυτικότητα της οπτικής του, όσον αφορά κυρίως την περιγραφή της κατάστασης. -Κ.