Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Χωρίς αναδιανομή δεν υπάρχει ηγεμονία!


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων και σε βάρος του πλούτου της αστικής τάξης έγινε αντιληπτή από τον ΣΥΡΙΖΑ, πριν να καταλάβει την κυβερνητική εξουσία, ως ένα καθήκον κοινωνικής δικαιοσύνης και αντιμετώπισης της δραματικής κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η αναδιανομή δεν είχε εγγραφεί, δηλαδή, σε ένα μακροοικονομικό σχέδιο που, αποτελώντας μέρος της διαχείρισης του συστήματος, θα μετέτρεπε παράλληλα τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας, ώστε να εξυπηρετήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Μοι­ραία, αυτή η «δη­μιουρ­γι­κή ασά­φεια», που πε­ριέ­βαλ­λε το νόημα της ανα­δια­νο­μής, συ­νο­δεύ­ει τώρα το κόμμα στα πρώτα του βή­μα­τα στην κυ­βέρ­νη­ση και έχει κά­ποιος πολ­λούς λό­γους να υπο­ψιά­ζε­ται ότι η κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή κα­θο­δη­γεί­ται από την ιδέα ότι η ανα­δια­νο­μή υπέρ της ερ­γα­σί­ας μάλ­λον βλά­πτει τις επι­χει­ρή­σεις και την απα­σχό­λη­ση. Μοιά­ζει η κυ­βέρ­νη­ση να ακο­λου­θεί πλέον τη γραμ­μή ότι πρέ­πει να απο­δο­θεί στις επι­χει­ρή­σεις ένα είδος πρω­το­κα­θε­δρί­ας ένα­ντι των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων.

Οι εν­δεί­ξεις είναι πε­ρισ­σό­τε­ρες, αλλά δύο από αυτές είναι οι πλέον ισχυ­ρές: Ήδη πριν από τη συμ­φω­νία της 20ής Φε­βρουα­ρί­ου, πριν δη­λα­δή να εμπλα­κούν άμεσα στις υπο­θέ­σεις μας οι «θε­σμοί», η κα­τεύ­θυν­ση του υπουρ­γεί­ου Ερ­γα­σί­ας στο ζή­τη­μα της αύ­ξη­σης του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ λει­τούρ­γη­σε ως ση­μαί­νον ενός πολύ δυ­σά­ρε­στου υπο­νο­ού­με­νου, σύμ­φω­να με το οποίο οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών είναι ένα ανα­γκαίο κακό, διότι αυ­ξά­νουν το κό­στος των μι­κρο­με­σαί­ων επι­χει­ρή­σε­ων, οδη­γούν πολ­λές από αυτές σε αδιέ­ξο­δο και τε­λι­κώς αυ­ξά­νουν την ανερ­γία.

Σύμ­φω­να με τον ισχυ­ρι­σμό των μι­κρών αφε­ντι­κών (ιδιαί­τε­ρα των συν­δι­κα­λι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ών τους ΕΣΕΕ και ΓΣΒΕΕ), οι επι­χει­ρή­σεις αυτές πρέ­πει να δια­σω­θούν από το πρό­σθε­το κό­στος των 751 ευρώ (ένα­ντι 586 που απο­λαμ­βά­νουν τώρα), το οποίο «δεν αντέ­χουν» για να μην αυ­ξη­θεί η ανερ­γία.

Το υπουρ­γείο Ερ­γα­σί­ας, λοι­πόν, φαί­νε­ται ότι υιο­θε­τεί την άποψη των μι­κρών αφε­ντι­κών (του­λά­χι­στον με βάση τις δη­μο­σιο­γρα­φι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες, αλλά και τα υπο­νο­ού­με­να των σχε­τι­κών δη­λώ­σε­ων του υπουρ­γού) ότι πρέ­πει ως κοι­νω­νία να προ­στα­τέ­ψου­με μια με­ρί­δα της οι­κο­νο­μί­ας που επι­ζεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους ερ­γα­ζό­με­νους, τους φο­ρο­λο­γού­με­νους, τις άλλες μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν άντε­ξαν τον αθέ­μι­το αντα­γω­νι­σμό, τους κα­τα­να­λω­τές που είναι ανα­γκα­σμέ­νοι να κα­τα­βάλ­λουν υψη­λές τιμές για τις άθλιες υπη­ρε­σί­ες των εν λόγω επι­χει­ρή­σε­ων.

Σύμ­φω­να με το σχέ­διο του υπουρ­γεί­ου, θα πρέ­πει ως κοι­νω­νία να δε­χθού­με να πλη­ρώ­σου­με το κό­στος για να ρυθ­μι­στούν οι οφει­λές αυτών των επι­χει­ρή­σε­ων προς τις τρά­πε­ζες, τα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία και την εφο­ρία, ώστε να απο­φευ­χθούν τα «λου­κέ­τα» και η αύ­ξη­ση της ανερ­γί­ας.

Ωστό­σο, ο ισχυ­ρι­σμός ότι θα αυ­ξη­θεί η ανερ­γία εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις που δεν μπο­ρούν να αντέ­ξουν την αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού στα 751 ευρώ είναι λαν­θα­σμέ­νος. Βρα­χυ­πρό­θε­σμα και με­σο­πρό­θε­σμα, ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων κα­θο­ρί­ζε­ται από τη συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση που απευ­θύ­νε­ται στην οι­κο­νο­μία και δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από τον αριθ­μό των επι­χει­ρή­σε­ων που ικα­νο­ποιούν αυτή τη ζή­τη­ση.

Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να: εάν κλεί­σουν οι μι­κρές επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι, η ζή­τη­ση που ικα­νο­ποιού­σαν μέχρι σή­με­ρα (δη­λα­δή η πε­λα­τεία τους) θα με­τα­φερ­θεί στις επι­χει­ρή­σεις που «αντέ­χουν» τα 751 ευρώ. Οι τε­λευ­ταί­ες θα αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους για να ικα­νο­ποι­ή­σουν την επι­πλέ­ον ζή­τη­ση που θα προ­έλ­θει για αυτές από τη με­τα­τό­πι­ση της πε­λα­τεί­ας και μαζί με αυτή θα αυ­ξή­σουν την απα­σχό­λη­ση. Οι επι­χει­ρή­σεις-κα­νί­βα­λοι θα βά­λουν λου­κέ­το και ο συ­νο­λι­κός αριθ­μός απα­σχο­λου­μέ­νων θα πα­ρα­μεί­νει ο ίδιος. Οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών στην Ελ­λά­δα, όπως και σε πολ­λές άλλες χώρες, έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση παρά ως κό­στος, όπως επί­μο­να εξη­γεί το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επί ει­κο­σα­ε­τία, αλλά αυτό δεν φαί­νε­ται να περ­νά­ει τόσο εύ­κο­λα στην κυ­βέρ­νη­ση.

Στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα μας οδη­γεί και το άλλο επει­σό­διο, όπου ο υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών νιώ­θει υπο­χρε­ω­μέ­νος να εξη­γή­σει, σε συ­νέ­δριο, ότι δεν έχει υπο­σχε­θεί ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ούτε ένα ευρώ πάνω από τα 700, εν είδει απο­λο­γί­ας προς τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους συ­να­δέλ­φους του. Αυτό το στε­νό­χω­ρο επει­σό­διο μάς λέει το εξής: κατά τα φαι­νό­με­να, στην αντί­λη­ψη του υπουρ­γού προ­ϋ­πό­θε­ση της ανα­δια­νο­μής του ει­σο­δή­μα­τος υπέρ της ερ­γα­σί­ας είναι η αύ­ξη­ση του ΑΕΠ. Πρώτα δη­λα­δή να με­γα­λώ­σει η πίτα και μετά ας με­γα­λώ­σει το κομ­μά­τι που παίρ­νει η ερ­γα­σία, και για να με­γα­λώ­σει η πίτα πρέ­πει οι μι­σθοί πρώτα να δια­τη­ρη­θούν σε χα­μη­λά επί­πε­δα, γι’ αυτό και ο υπουρ­γός δεν έχει υπο­σχε­θεί ούτε ένα ευρώ σε όσους παίρ­νουν πάνω από τα 700.

Αυτή όμως είναι η κε­ντρι­κή θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της σύγ­χρο­νης ευ­ρω­παϊ­κής Κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς. Η θέση που ορί­ζει τη στρα­τη­γι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς είναι το αντί­στρο­φο: για όσο καιρό οι επι­χει­ρή­σεις δια­θέ­τουν αχρη­σι­μο­ποί­η­το ένα μέρος των εγκα­τα­στά­σε­ών τους, οι αυ­ξή­σεις των μι­σθών οδη­γούν σε πολ­λές χώρες (με­τα­ξύ των οποί­ων και στην Ελ­λά­δα) σε αύ­ξη­ση του προ­ϊ­ό­ντος και της απα­σχό­λη­σης. Εάν αυ­ξη­θούν οι μι­σθοί, ξε­κι­νώ­ντας από τον κα­τώ­τα­το, θα αυ­ξη­θεί το ΑΕΠ, διότι ο μι­σθός έχει με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σία ως ζή­τη­ση από όση έχει ως κό­στος.

Το δικό μας συμ­φέ­ρον, το συμ­φέ­ρον των ερ­γα­ζο­μέ­νων, που εν προ­κει­μέ­νω είναι η ανα­δια­νο­μή του ει­σο­δή­μα­τος, θα οδη­γή­σει σε άνοδο της πα­ρα­γω­γής και των ει­σο­δη­μά­των, θα συμ­βά­λει στην άρση της οι­κο­νο­μι­κής δυ­σπρα­γί­ας και θα με­τα­τρα­πεί έτσι σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον. Όταν όμως το ιδιαί­τε­ρο με­ρι­κό συμ­φέ­ρον της τάξης μας με­τα­τρέ­πε­ται σε γε­νι­κό συμ­φέ­ρον, η πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία μάς ανή­κει. 

Εάν όμως η κυ­βέρ­νη­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ακο­λου­θή­σει τη στρα­τη­γι­κή της πρω­το­κα­θε­δρί­ας των επι­χει­ρή­σε­ων και του «λιτού βίου», προ­κει­μέ­νου να αυ­ξη­θεί το προ­ϊ­όν, τότε παί­ζει ήδη στο πεδίο του αντι­πά­λου και εί­μα­στε σε δια­δι­κα­σία απώ­λειας της πο­λι­τι­κής ηγε­μο­νί­ας.


Πηγή Rproject

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Ο Μαρξ και η δημοκρατία


του Αλέξανδρου Χρύση


Χωρίς αμφιβολία, ένα βιβλίο με τίτλο Ο Marx της δημοκρατίας δεν μπορεί να αποτελεί έκπληξη για το σύγχρονο αναγνώστη διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα. Σε καιρούς βαθύτατης και πολύμορφης κρίσης του καπιταλισμού ολοένα και περισσότεροι κριτικά σκεπτόμενοι και κοινωνικά ευαίσθητοι άνθρωποι της γενιάς μου ή και μεγαλύτερης ηλικίας, άνθρωποι που, πριν από δεκαετίες, είχαν επιλέξει να τοποθετήσουν οριστικά στα ράφια της βιβλιοθήκης τους τα έργα του Marx και να στριμώξουν σε μια γωνιά της ψυχής και του νου τους τη δική τους κριτική στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αρχίζουν να το ξανασκέφτονται. Αλλά και οι νεότεροι, ειδικότερα όσοι -και δεν είναι λίγοι- συνειδητοποιούν το βαθύτερο υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο τους οδηγεί ο κόσμος της εγχώριας και διεθνούς κεφαλαιοκρατίας, έστω και εξαρτημένοι, σε μεγάλο βαθμό, από τη λεγόμενη μετα-μαρξιστική φιλολογία, στον αγώνα τους για έναν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ‘καλύτερο κόσμο’, δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να αγνοούν ή να υποτιμούν τον Marx και τον πλούτο της επαναστατικής μαρξιστικής θεωρίας, διότι πράγματι, όσο στερεότυπο και αν ακούγεται, χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικό κίνημα.

Πέραν, όμως, αυτής της γενικής τοποθέτησης, που αποτελεί ψήγμα μιας προσωπικής εξομολόγησης ή και μιας ιδεολογικής εμμονής του συγγραφέα, χρειάζεται ίσως και μια σύντομη αναφορά στο ευρύτερο σχέδιο μελέτης, μέρος του οποίου αποτελεί αυτό το βιβλίο. Ο Marx της δημοκρατίας, ο δημοκράτης Marx, που θα συναντήσουμε στις σελίδες που ακολουθούν,  είναι ο στοχαστής που δεν έχει αποφασίσει ακόμη την ένταξή του στην κομμουνιστική υπόθεση· συνειδητοποιεί, ωστόσο, και μάλιστα με ραγδαίους ρυθμούς, τι σημαίνει ο διχασμός του ανθρώπου σε ιδιώτη και πολίτη, το ρόλο του κράτους για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πλουσίων και την εκμετάλλευση των φτωχών, την επίδραση που ασκεί ο τύπος στη διαμόρφωση της στάσης ζωής των ανθρώπων, αλλά και τη σημασία της γραφειοκρατίας ως προνομιακής ενασχόλησης με την πολιτική εξουσία και την άσκησή της προς όφελος των οικονομικά ισχυρών.

Ο Marx της δημοκρατίας, ο πολίτης Marx, αν και δεν έχει υιοθετήσει ακόμη την οπτική της πάλης των τάξεων και δεν έχει ανακαλύψει τον κόσμο της πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, κατανοεί και αναδεικνύει με σαφήνεια την ανάγκη μιας ριζοσπαστικής αμφισβήτησης της κοινωνίας των ιδιωτών και του κράτους, με στόχο μάλιστα να πάψει το κράτος να αποτελεί καρκίνωμα πάνω στο σώμα της κοινωνίας και η πολιτική, από προνόμιο των λίγων και των ειδικών, να γίνει ζωτική λειτουργία, τρόπος ζωής της κοινωνίας ως ολότητας, τρόπος συγκρότησης και δράσης του λαού ως αυτόνομης, στην κυριολεξία του όρου, συλλογικότητας. Αυτός είναι ο θεματικός πυρήνας της ‘αληθινής δημοκρατίας’, που υπερασπίζεται ο Marx, πριν ακόμη συγγράψει και δράσει ως κομμουνιστής, πυρήνας στην αποκωδικοποίηση του οποίου είναι αφιερωμένη η παρούσα μελέτη.

Οφείλω, εντούτοις, κάποιες ακόμη διευκρινίσεις. Σημείωσα ότι ο Marx της δημοκρατίας αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου μελέτης. Θα ήθελα, λοιπόν, να γνωρίζει ο αναγνώστης ότι προχωρώ ήδη στην επεξεργασία του επόμενου μέρους του ερευνητικού σχεδίου μου. Πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για ένα δεύτερο βιβλίο με θέμα τον Marx του κομμουνισμού, έτσι ώστε να προκύψει, όσο το δυνατόν σαφέστερα, η πολύπαθη σχέση δημοκρατίας και κομμουνισμού μέσα από το έργο του ίδιου του Marx. Εν πάση περιπτώσει, μέσα από τις γραμμές του Marx της δημοκρατίας η καθολική υπόθεση εργασίας μου διατυπώνεται χωρίς υπαινιγμούς και παραδίδεται από τώρα στη βάσανο της κριτικής των αναγνωστών του παρόντος τόμου: ο Marx του κομμουνισμού δε θα διαγράψει ποτέ τον Marx της δημοκρατίας. Η συνηγορία της ‘αληθινής δημοκρατίας’ δεν αποτέλεσε ‘νεανικό αμάρτημα’ ενός ιδιοφυούς κατά τα άλλα ριζοσπάστη φιλοσόφου. Αποτέλεσε στιγμή της διαλεκτικής πορείας του ίδιου του στοχαστή, με έμμεσες, συνήθως, αλλά σαφείς επιρροές στα επαναστατικά κινήματα, που εμπνεύστηκαν από το έργο του.

Στο πλαίσιο της διαλεκτικά αναπτυσσόμενης μαρξικής θεωρίας του κράτους, ο κομμουνισμός δεν καταργεί, αλλά υπερβαίνει τη δημοκρατία. Δεν την εκμηδενίζει, αλλά την αίρει σε ένα ανώτερο επίπεδο και τη μετασχηματίζει από θεσμικό-τεχνικό σύστημα χειραγώγησης συνειδήσεων σε συλλογικό τρόπο αυτοπροσδιορισμού των πολιτών ως μελών της κοινότητας. Το αίτημα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, μιας κοινωνίας που παύει να είναι κοινωνία των ιδιωτών, όπως ακριβώς το διατυπώνει το 1843 ο Marx της δημοκρατίας, προαναγγέλλει την ιστορική προοπτική της προλεταριακής δημοκρατίας της Κομμούνας, όπως θα την αναδείξει το 1871 ο Marx του κομμουνισμού ως θεωρητικός της πάλης των τάξεων και κριτικός της πολιτικής οικονομίας.

Δεν υπεκφεύγω. Έχω πλήρη συναίσθηση  και της θεωρητικής και της πολιτικής σημασίας του ζητήματος, γι’ αυτό, και παρά τον όποιο κίνδυνο σχηματοποίησης, επέλεξα να διατυπώνω τις θέσεις μου με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, αλλά και τεκμηρίωση. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσω σε αυτή τη συγγραφή μου, ο Marx της δημοκρατίας δεν υπήρξε ποτέ ένας θιασώτης του πολιτικού φιλελευθερισμού ούτε, βεβαίως, ένας υποστηρικτής του αστικού κοινοβουλευτισμού, ακόμη και όταν αναδεικνύει την χειραφετητική σημασία του εκλογικού δικαιώματος. Δεν είναι ένας ανυποψίαστος οπαδός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δεν είναι συνεχιστής της πολιτικής θεωρίας ενός Locke, αλλά ένας στοχαστής που οι φιλοσοφικές και πολιτικές ‘εκλεκτικές συγγένειές’ του αναγνωρίζονται στην προσεκτική μελέτη των έργων ενός Machiavelli, ενός Spinoza, ενός Rousseau, όπως αυτή εκβάλλει στην κριτική αναμέτρησή του με τη χεγκελιανή φιλοσοφία του κράτους.

Ο δημοκρατισμός του Marx, που θα γνωρίσει σ’ αυτό το βιβλίο ο αναγνώστης μιας εποχής, κατά τη διάρκεια της οποίας ο καπιταλισμός εκφράζεται με τις κοινωνικά ανάλγητες πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και υλοποιείται πολιτικά με τις πιο εκφυλισμένες εκδοχές κοινοβουλευτισμού, προαναγγέλλει το μαρξικό κομμουνισμό. Ο Marx της δημοκρατίας, που ουδέποτε υπήρξε ένας φιλοσοφικά αφελής θιασώτης της άμεσης δημοκρατίας, διεκδικεί μια κοινωνία χωρίς κράτος, αλλά με την πολιτική να ορίζει και να νοηματοδοτεί ως ανοιχτή συλλογική διαδικασία την ύπαρξή των μελών αυτής της κοινωνίας.  Επιμένω, εν τέλει, στις γραμμές αυτού του βιβλίου ότι, για το δημοκράτη Marx, η διάλυση του κράτους και αυτή της κοινωνίας ως κοινωνίας των ιδιωτών δεν οδηγούν στην κατάργηση της πολιτικής· αντιθέτως, συνεπάγονται την άνθιση της πολιτικής ως τέχνης ζωής, ως πράξης αυτονομίας των μελών μιας ηθικής, στην κυριολεξία του όρου, κοινότητας προσώπων, που δεν είναι άλλη από την κοινότητα των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών, όπως θα την προσδιορίσει αργότερα ο Marx του κομμουνισμού.


* Το κείμενο αποτελεί εκτεταμένο απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Αλέξανδρου Χρύση, "Ο Marx της δημοκρατίας", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ. To βιβλίο παρουσιάζεται σε εκδήλωση που διοργανώνουν το ΚΨΜ και η λέσχη θεωρίας και πολιτισμού Αναιρέσεις, την Παρασκευή 27 Μαρτίου στις 7.00 μ.μ. (Ιπποκράτους 175 β και Λασκάρεως, Εξάρχεια), με ομιλητές τους: Ειρήνη Γαϊτάνου (υποψήφια διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών), Κώστα Γούση (νομικό, ΜΔΕ στην Πολιτική Θεωρία και Φιλοσοφία) και Γιώργο Καλαμπόκα (πολιτικό επιστήμονα, εκδόσεις Εκτός Γραμμής).


Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

«Πάμε και βλέπουμε» ή αντικαπιταλιστική πολιτική;


των Χρήστου Λάσκου και Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Στη συνθήκη μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης που φαίνεται ότι θα ενταθεί[1], κι ενώ η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, προεξάρχοντος του στραπατσαρισμένου Ολάντ, συνδιοργανώνει με την Δεξιά την υπαγωγή των εργαζόμενων της Ευρώπης στον κανόνα της λιτότητας, η Αριστερά είτε θα είναι αντικαπιταλιστική, είτε απλώς θα συντριβεί. Η γαλλική περίπτωση δείχνει ότι τα κοινωνικά στηρίγματα της Αριστεράς διεκδικεί σήμερα επιτυχώς μια Ακροδεξιά που ανεβαίνει παντού στην Ευρώπη, αρνούμενη την διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, μιλώντας εντούτοις «αντισυστημικά», και πείθοντας εκατομμύρια εργαζόμενους ότι το «αντισυστημικό» τους μέλλον είναι η εθνική προτίμηση: η προτεραιότητα των δικαιωμάτων τους έναντι των ξένων και, σε κάθε περίπτωση, η υποστήριξη των εθνικών «τους» κεφαλαίων έναντι των άλλων ευρωπαϊκών. Όσοι άκουσαν την φιλελληνίδα Μαρίν Λεπέν στην τηλεοπτική εκπομπή του θαυμαστή της, Ι. Κ. Πρετεντέρη, κι όσοι είδαν ποιοι ψήφισαν το Εθνικό Μέτωπο την προηγούμενη Κυριακή[2], είχαν μια καλή ευκαιρία να βεβαιώσουν όλα τα παραπάνω.

Στα συμφραζόμενα λοιπόν μιας καπιταλιστικης κρίσης που ενδέχεται σύντομα να βαθύνει, κι άρα με βάση την επείγουσα ανάγκη μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής (πότε θα ήταν πιο επίκαιρη μια τέτοια;), χρειάζεται να αποτιμήσουμε το πρώτο δίμηνο της κυβέρνησης «με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ» – από την διαπραγμάτευση και το εσωτερικό μέτωπο, μέχρι την κατάσταση του κόμματος. Εδώ που βρισκόμαστε, το χρήσιμο δεν είναι η σπέκουλα σε πραγματικές αδυναμίες ή η διεκτραγώδηση των συμβιβασμών· δεν είναι, όμως, ούτε κι ο εφησυχασμός στην δημοσκοπική επικύρωση των κυβερνητικών χειρισμών, η εκχώρηση δηλαδή της πολιτικής του κόμματος στην κυβέρνηση.

* * *

Οι δύο πρώτοι μήνες της νέας κυβέρνησης υπήρξαν μια δύσκολη ισορροπία, ανάμεσα σε έναν επώδυνο συμβιβασμό υπό ασφυκτική πίεση, από τη μια, και μια δέσμη σημαντικών πρωτοβουλιών στο εσωτερικό μέτωπο, από την άλλη (ανθρωπιστική κρίση, 100 δόσεις, πρώτη κατοικία, νέα ΕΡΤ, φυλακές, μεταναστευτικό). Όμως, η προφανής σημασία των πρωτοβουλιών αυτών, όπως και η ανακουφιστική δήλωση, ότι η κυβέρνηση προτιμά να πληρώνει μισθούς και συντάξεις αντί για χρέη, δεν αναιρούν την απουσία μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς και για την κυβέρνηση. Το είδαμε με διάφορες αφορμές: την συμπερίληψη, στο επιτελείο της διαπραγμάτευσης, κακόφημων τεχνοκρατών του παλαιού καθεστώτος· την απώθηση μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τους «θεσμούς» ως «Αρμαγεδδώνα»· την μετάθεση της επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και την μη κατάργηση του νόμου για τις εργάσιμες Κυριακές, υπό το φόβο ενός σοκ στην αγορά· την αδιαφορία του «νομοθέτη» για την εμπειρία της αυτοδιαχειριζόμενης ΕΡΤ3· την αφωνία, στο εσωτερικό μας, τόσο για το πώς αντιμετωπίζεται η διαρκής εκροή καταθέσεων, όσο και για τα αποδεκτά όρια της «δημιουργικής ασάφειας» στα εργασιακά και τις ιδιωτικοποιήσεις. Το ίδιο ισχύει και για άλλα, εξίσου κρίσιμα, που επίσης δεν απασχολούν: ζητήματα συμμετοχής των εργαζομένων και κοινωνικού ελέγχου στον δημόσιο τομέα, που θα έδιναν ισχυρότατη νομιμοποίηση σε μια προοδευτική φορολογική μεταρρύθμιση· ζητήματα αναδιοργάνωσης του συνδικαλισμού και εργατικού ελέγχου στις επιχειρήσεις· η αντιμετώπιση της ανεργίας, απουσία ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς τα περιθώρια της καπιταλιστικής κερδοφορίας μέσα στην κρίση θα παραμείνουν για καιρό χαμηλά. Και βέβαια η επείγουσα διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στη λιτότητα.

Δεν είναι θέμα κακών προθέσεων ή κάποιας κλίσης προς τον συμβιβασμό. Η έλλειψη αντικαπιταλιστικής πολιτικής για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί «άποψη», που λέει περίπου τα εξής: Η νέα κυβέρνηση δεν εκλέχτηκε για να οργανώσει την μετάβαση στον σοσιαλισμό – αυτό δεν τίθεται καν στην παρούσα δυσμενή συγκυρία· εκλέχτηκε ως κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας», ειδικού σκοπού, άρα χρειάζεται μια «πρακτική» πολιτική: ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης, αναθέρμανση της οικονομίας μέσω τόνωσης της ζήτησης, προοδευτική φορολογία. Πέρα από τις μαρξιστικές αναλύσεις, λοιπόν, η ρεαλιστική πρακτική πολιτική είναι –υποστηρίζεται άρρητα ή ρητά– η κεϋνσιανή πολιτική. Τα άλλα άλλοτε.

Στην άποψη αυτή, που διαχωρίζει το άμεσο και πρακτικό (νεοκεϋνσιανό) από το μεσο-μακροπρόθεσμο (αντικαπιταλιστικό), βλέποντας το δεύτερο ως θεωρητική εμμονή, μοιάζει να συναντιούνται δύο αντιπαρατιθέμενα «μπλοκ» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Σχηματοποιώντας: από τη μια αυτοί που θεωρούν απαγορευτική την σύγκρουση με τους «θεσμούς», χάριν της παραμονής στην Ευρωζώνη· από την άλλη εκείνοι που καιρό τώρα ζητούν την επιστροφή, χωρίς συγκρούσεις και εδώ, στο εθνικό νόμισμα. Παραδόξως, η δεύτερη στρατηγική έχει πολιτογραφηθεί ως αριστερή εσωκομματική αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ – ενώ πρόταγμά της, όπως το θέτει ο Κώστας Λαπαβίτσας, είναι μια ελληνική ΝΕΠ, στηριγμένη στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις[3]. Ότι στο περιβάλλον της καπιταλιστικής κρίσης, τα περιθώρια κερδοφορίας (και) αυτών των τελευταίων περνούν από την περαιτέρω αξίωση επί του μισθού και των εργατικών δικαιωμάτων –κι ενώ η πραγματικότητα της εργασιακής φτώχειας (βλ. ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2012) αποτελεί το προοίμιο μιας νέας ανθρωπιστικής κρίσης– μοιάζει να μην απασχολεί.

Κρίνοντας από την πολιτική απόφαση της τελευταίας Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, και την μέχρι τώρα γενική διάταξη του κόμματος, τα περισσότερα από τα παραπάνω, ενώ απασχολούν όλους, βρίσκονται εκτός συζήτησης μεταξύ στελεχών, μελών και συλλογικών σωμάτων. Ένα ζήτημα είναι αν (και πού αλλού) συζητιούνται. Ένα άλλο είναι ότι το κόμμα μας, ο συλλογικός δηλαδή διανοούμενος, πρέπει να τα αναλάβει –να τα αναλάβουμε– το συντομότερο δυνατό.


Το κείμενο δημοσιεύεται στην Κυριακάτικη Αυγή (29.3.2015)

______________





Πηγή Red NoteBook

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Ο πλανήτης των Νέγρων


του Keunermann


Η όχι πάντα ειρηνική συνύπαρξη δύο διαφορετικών κόσμων, η ταραχώδης σχέση, η διαλεκτική κυρίου και δούλου: Αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι μεταξύ άλλων και το ζήτημα που πραγματεύεται η σειρά επιστημονικής φαντασίας του «Πλανήτη των πιθήκων», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Pierre Boulle, της οποίας την τελευταία έκφανση παρουσιάζουμε εδώ. Η ταινία αποτελεί συνέχεια της επανεκκίνησης της σειράς που έλαβε χώρα το 2011 και κατά κοινή ομολογία αποδεικνύεται άξιος κληρονόμος ενός ήδη επιτυχημένου εγχειρήματος. Το όλο κόνσεπτ στηρίζεται σε μια ευφυή αντιστροφή των στερεοτύπων περί βιολογικής αφέλιξης ή καθέλιξης (devolution), δηλαδή της άποψης ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η εξελικτική διαδικασία ενδέχεται να παλινδρομήσει σε απλούστερες, προγενέστερες ή «παρωχημένες» μορφές. 

Σε εκείνο το φιλμ που μας είχε παρουσιάσει ο Rupert Wyatt, είχαμε δει πώς ο γενετικά μεταλλαγμένος πίθηκος Caesar (Andy Serkis, το Γκόλουμ από την τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών») μεγαλώνει κοντά σε ανθρώπους, γνωρίζοντας και τα δύο πρόσωπα αυτού του είδους θηλαστικών, την καλοσύνη και τη βαρβαρότητα και καταλήγοντας εν τέλει να ηγηθεί μιας εξέγερσης παρόμοιων χαρισματικών πρωτευόντων που συνεννοούνται στη νοηματική. Εκπληκτική ήταν η σκηνή όπου ο Caesar μιλά για πρώτη φορά, όντας ο μοναδικός που έχει αυτή τη δυνατότητα, λόγω της καθημερινής τριβής και της αλληλεπίδρασής του με ανθρώπους από όταν ήταν νεογνό. Στην «Αυγή του Πλανήτη των Πιθήκων» παρακολουθούμε τη συνέχεια της ιστορίας δέκα χρόνια μετά, όπου οι πίθηκοι ζουν ειρηνικά και ανενόχλητα σε ένα δάσος, έως ότου η ομαλή κανονικότητα της νέας ζωής τους διαταράσσεται από την απρόσκλητη εισβολή του ανθρώπινου παράγοντα. 


Το στιβαρό σενάριο, η έξυπνη ή μάλλον ώριμη πλοκή και σκηνοθεσία, τα εξαιρετικά εφέ (από τις περιπτώσεις στις οποίες η απόλαυση της παρακολούθησης στις κινηματογραφικές αίθουσες είναι αισθητά μεγαλύτερη), αποτελούν έναν συνδυασμό που ανταποκρίθηκε στα γούστα τόσο του ευρύτερου κοινού όσο και των απαιτητικών θιασωτών της επιστημονικής φαντασίας και της συγκεκριμένης σειράς. Στο ρόλο του σκηνοθέτη τώρα βρίσκεται ο Matt Reeves (“Cloverfield”), ο οποίος έχει ήδη συμφωνήσει και για επόμενη ταινία, ενώ το καστ εμπλουτίζει μεταξύ άλλων ο Gary Oldman




Φανταστείτε ότι το σκάφος του Cooper (Matthew McConaughey) από το “Interstellar” προσεδαφίζεται σε έναν άγνωστο, ανεξερεύνητο πλανήτη, σε μια νέα Αμερική που θα μπορούσε να καταστεί κατοικήσιμη, λύνοντας έτσι το πρόβλημα της ανθρωπότητας. Αλλά εκεί μια δυσάρεστη έκπληξη περιμένει το πλήρωμα του ιστιοφόρου του μελλοντικού Κολόμβου. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί δεν έχουν καμία διάθεση να κλίνουν το γόνυ και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν εγγλέζικα για να εκτιμήσουν τη χριστιανική διδασκαλία, τους δυτικούς κώδικες επικοινωνίας και τις συναφείς τελετουργίες. Ωστόσο, σύντομα συνειδητοποιούν ότι ο μόνος ή μάλλον ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος για να ξεφορτωθούν τους αφεντάδες τους είναι η οικειοποίηση των εννοιολογικών εργαλείων τους, ο προσεταιρισμός δηλαδή του διαφωτιστικού προτάγματος και της ορθολογικής κριτικής του υπάρχοντος. Η εθνική ή κοινωνική απελευθέρωση περνά, σαν να λέμε, από την πολιτισμική υποδούλωση και εξάρτηση. Αυτό είναι το δίλημμα που συχνά κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα του αιώνα που πέρασε: Επιστροφή στις ρίζες, σε κάποιο είδος κοινής «ουσίας» και ιστορικής προέλευσης, προκειμένου να νικηθεί ο αλλότριος κατακτητής, ή διάβρωσή του εκ των έσω με ελλοχεύοντα κίνδυνο την απώλεια αυτής ακριβώς της μοναδικότητας της καταγωγής (Martin Luther King και Malcolm X, για παράδειγμα); Σκοπός της μακράς περιδιάβασης στην «κοιλάδα των δακρύων» δεν μπορεί παρά να είναι η έλευση ενός κόσμου, όπου ο Πίθηκος θα είναι για τον Άνθρωπο όχι μονάχα η καταδίκη αλλά κι ο έσχατος προορισμός.


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Μόνη διέξοδος η φυγή προς τα εμπρός! - Κριτική αποτίμηση της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας


των Σπύρου Λαπατσιώρα, Γιάννη Μηλιού και Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου


1. Εισαγωγή

Μία αποτίμηση της «μεταβατικής» συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου είναι ότι αποτελεί ανακωχή που επετεύχθη με πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης και αποδοχή από την άλλη πλευρά (των «θεσμών»). Στο επόμενο διάστημα, μέχρι το πέρας του τετραμήνου, θα διαμορφωθούν οι όροι διαπραγμάτευσης για την επόμενη συμφωνία. Αυτό κατά μία έννοια σημαίνει ότι δεν κρίθηκε τίποτα ακόμη. Όμως, η αποτίμηση αυτή είναι επισφαλής. Πρώτον, η ίδια η «μεταβατική» συμφωνία αλλάζει το συσχετισμό δύναμης. Δεύτερον, επειδή οι «εχθροπραξίες» θα συνεχίζονται σε όλη τη διάρκεια του τετραμήνου (έλεγχος των δεσμεύσεων και επανερμηνεία των όρων της από κάθε πλευρά) απαιτείται να κατανοήσουμε πρώτα το τοπίο των διαπραγματεύσεων.


2. Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου: Ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος …

2α. Οι στόχοι της διαπραγμάτευσης

Η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στο Eurogroup της 12ης Φεβρουαρίου, δηλαδή στην πρώτη ουσιαστική φάση της διαπραγμάτευσης, με αίτημα μια συμφωνία σε ένα νέο «πρόγραμμα-γέφυρα», δηλώνοντας ρητά ότι είναι αδύνατη η παράταση του υπάρχοντος προγράμματος, που έχει απορριφθεί από τον ελληνικό λαό:

1. Το «πρόγραμμα-γέφυρα» δεν θα περιελάμβανε όρους, αξιολογήσεις κλπ., αλλά μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια.

2. Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα θα παραιτείτο από τις εναπομείνασες δόσεις του προηγούμενου προγράμματος – πέραν των 1, 9 δις ευρώ που οφείλουν να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – και θα της δινόταν η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δις, ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.

3. Στο τέλος της μεταβατικής αυτής περιόδου, (α) η Ελλάδα θα καταθέσει τις τελικές της προτάσεις, που σύμφωνα με τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης θα περιλαμβάνουν ένα νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής για τα επόμενα 3-4 χρόνια και ένα νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και παράλληλα (β) θα τεθεί το ζήτημα της διαπραγμάτευσης για αναδιάρθρωση-ελάφρυνση του δημόσιου χρέους.

Η γερμανική κυβέρνηση αλλά και οι «θεσμοί» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) προσήλθαν στη διαπραγμάτευση με τη θέση ότι η Ελλάδα έπρεπε να ζητήσει εξάμηνη «τεχνική επέκταση» του υφιστάμενου Προγράμματος (το οποίο για επικοινωνιακούς λόγους δέχθηκαν να μετονομαστεί σε «υφιστάμενο διακανονισμό» – existing arrangement), ώστε να γίνει δυνατή η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης (successful completion of the review).


2β. Η έκβαση της διαπραγμάτευσης

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνει τετράμηνη παράταση της «Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Assistance Facility Agreement, MFFA), η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων».

Η παράταση της Σύμβασης («η οποία θεμελιώνεται σε ένα σύνολο δεσμεύσεων») σημαίνει: (α) αξιολογήσεις από τους τρεις «θεσμούς», (β) δεσμεύσεις ή όρους, (γ) συνέχιση της χρηματοδότησης με βάση το πλάνο των δόσεων του υφιστάμενου Προγράμματος, εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση, (δ) επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ και των εθνικών ΚΤ από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων, και πάλι όμως εφόσον υπάρξει θετική αξιολόγηση από τους «θεσμούς» (δεδομένης μάλιστα της «ανεξαρτησίας» της ΕΚΤ).

Με δυο λόγια πρόκειται για την απόρριψη-απόσυρση των σημείων (1) και (2) με τα οποία προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών (π.χ. ότι θα επιτραπεί η έκδοση εντόκων για να πληρωθούν χρεολύσια, τόκοι και έκτακτες ανάγκες) μέχρι την ολοκλήρωση της αξιολόγησης – εκτός αν η αναφορά στην «ανεξαρτησία της ΕΚΤ» υπονοεί την «ευχέρεια» αυτής να εξετάζει κατά πόσο η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίνεται «θετικά» στις «δεσμεύσεις» που συνοδεύουν την επέκταση της συμφωνίας (γεγονός το οποίο αναμφισβήτητα δυσχεραίνει τις όποιες «ερμηνευτικές» προσπάθειες προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση σχετικά με τη συμφωνία).

Ταυτόχρονα, στη Συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου περιλαμβάνεται η θέση: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν επίσης να εγγυηθούν τα απαραίτητα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τα έσοδα που απαιτούνται για να εγγυηθούν τη βιωσιμότητα του χρέους, όπως όριζε το ανακοινωθέν του Γιούρογκρουπ του Νοεμβρίου του 2012». Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση παραιτείται από το στόχο διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση-απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και υιοθετεί το «πρόγραμμα βιωσιμότητας» που στηρίζεται στην «πληρωμή του κεφαλαίου του χρέους» μέσω πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτό σημαίνει την απόρριψη-απόσυρση και του σκέλους (β) του σημείου (3) με το οποίο προσήλθε η ελληνική κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση.

Αυτό που κέρδισε η ελληνική κυβέρνηση (πέρα από την αλλαγή στην ορολογία, για την οποία έγινε τόση συζήτηση), είναι:

Α) Το σκέλος (α) του σημείου (3) των προτάσεών της, δηλαδή την ευχέρεια να προτείνει εκείνη προς έγκριση από τους «θεσμούς» τις μεταρρυθμίσεις για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την ανάπτυξη. Έτσι απορρίφθηκαν τα μέτρα που είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση (μείωση συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά) και συμφωνήθηκε να δοθεί το βάρος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας, στη μεταρρύθμιση του δημοσίου, στην αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος κλπ.[1]

Β) Η διαπραγμάτευση για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2015. Αντί του συμφωνημένου 3% του ΑΕΠ, η συμφωνία αφήνει το ζήτημα ανοιχτό για τον προσδιορισμό ενός χαμηλότερου ποσοστού: «Οι θεσμοί, σε ό, τι αφορά τον στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα το 2015, θα λάβουν υπόψη τους τις οικονομικές συνθήκες του 2015».

Επομένως καθίσταται σαφές ότι αν η συμφωνία συνιστά ανακωχή, στην προκειμένη περίπτωση ανακωχή δεν σημαίνει «ισοπαλία»: Η συμφωνία αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε ολισθηρό έδαφος. Ναι μεν δίνεται χρόνος για το επόμενο βήμα, αλλά το τοπίο που οργανώνεται είναι ασφυκτικό, ελάχιστα θυμίζει τα minimum που επιζητούσε η κυβέρνηση μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου.


3. Υπάρχει ακόμα περιθώριο για αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού;

3α. Η επιτήρηση ως ισορροπία ανάμεσα σε «πολιτικό» και «ηθικό» κίνδυνο.

Η πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή εκείνης της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που επιδιώκει να εναποθέσει όλες τις κοινωνικές διαδικασίες (από την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση μέχρι το δημόσιο χρέος) στη δικαιοδοσία και το «ρυθμιστικό ρόλο» των αγορών. Η ευρωπαϊκή Αριστερά επιδιώκει έτσι να διασφαλίσει εκείνη την ελευθερία άσκησης κυβερνητικής πολιτικής, που θα της επιτρέψει να περιορίσει την ισχύ των αγορών, φέρνοντας στο προσκήνιο τις κοινωνικές ανάγκες.

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα «πρόγραμμα» συνεχούς ενίσχυσης των συμφερόντων του κεφαλαίου, σε βάρος των συμφερόντων των εργαζομένων, των επαγγελματιών, των συνταξιούχων, της νεολαίας, των μικρομεσαίων. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός, όπως εκφράζεται, για παράδειγμα, από τον κ. Σόιμπλε, δεν στερείται ορθολογικών στόχων και στρατηγικής, παρά τις ρητορικές ευκολίες που δίνει ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός σε όποιον τον χρησιμοποιεί. Επιχειρεί να επιλύσει και μέχρι στιγμής το κάνει, ορθολογικά, δύο προβλήματα:

Πρώτον, τη νομιμοποίηση ενός εργασιακού μοντέλου χωρίς δικαιώματα και κοινωνική προστασία, με χαμηλές και εύκαμπτες αμοιβές, χωρίς ουσιαστική διαπραγματευτική δυνατότητα από τη μεριά των εργαζομένων, έτσι ώστε να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία και τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Δεύτερον, την οργάνωση της Ευρωζώνης (συντονισμός δημοσιονομικών πολιτικών, τραπεζική ενοποίηση, προγράμματα διάσωσης κλπ.) με στόχο μία Οικονομική και Νομισματική Ένωση στην οποία τα κράτη μέλη δεν θα υποκύπτουν στον «ηθικό κίνδυνο» να στηρίζουν κοινωνικές (ή άλλες) δαπάνες προσφεύγοντας στον δημόσιο δανεισμό. Τα κράτη υποβάλλονται στο δίλημμα λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις ή κίνδυνος χρεοστασίου, με αποτέλεσμα στη δεύτερη περίπτωση την αποδοχή ενός προγράμματος διάσωσης, το περιεχόμενο του οποίου είναι φυσικά και πάλι λιτότητα-περικοπές-ιδιωτικοποιήσεις.

Αυτή η ακραία οπτική επιθυμεί ιδιωτικοποιήσεις και πρωτογενή πλεονάσματα για να αποπληρωθεί το χρέος ενώ δεν αντιτίθεται σε μεταρρυθμίσεις όπως αυτές τις οποίες προτείνει η ελληνική κυβέρνηση (και ενδεχομένως έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία) – όπως η καλύτερη οργάνωση των συστημάτων είσπραξης (φόροι, εισφορές), η αναδιοργάνωση του δημοσίου τομέα,[2] η αποδυνάμωση γενικά των ολιγοπωλίων. Μπορεί ακόμα να καλωσορίσει ένα νέο πολιτικό προσωπικό, καθώς κατανοεί ότι έχει επιταχυνθεί ο κύκλος φθοράς και έλλειψης λαϊκής νομιμοποίησης του παλιού πολιτικού προσωπικού. Η διατήρηση του παλιού προσωπικού, εφόσον αυτό έχει απαξιωθεί στη συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας, θεωρείται από τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική «πολιτικός κίνδυνος», διότι μπορεί να οδηγήσει στις ανεξέλεγκτες ατραπούς μιας κοινωνικής έκρηξης.

Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρεί όμως παράλληλα «ηθικό κίνδυνο» (moral hazard) κάθε πολιτική που στηρίζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, διευρύνει το δημόσιο χώρο, επεκτείνει το κοινωνικό κράτος, θέτει την αναπαραγωγή της κοινωνίας πέρα και έξω από την εμβέλεια δράσης των αγορών.
Με άλλα λόγια, το ζητούμενο του νεοφιλελευθερισμού είναι τόση λιτότητα, όση απαιτείται ώστε να μην αυξάνει ο «πολιτικός κίνδυνος», ενώ ταυτόχρονα αποτρέπεται ο «ηθικός κίνδυνος».

Γενικά μιλώντας, οι δύο κίνδυνοι, «ηθικός» και «πολιτικός», κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση, λόγω των συνεπειών με τις οποίες είναι συνδεδεμένοι στην τρέχουσα συγκυρία. Όταν μειώνεται ο «ηθικός» κίνδυνος, αυξάνει ο «πολιτικός» και αντίστροφα. Επομένως, η ένταση μεταξύ αυτών των δύο αυτών τάσεων καταλήγει, όταν συναντούνται, στην ανίχνευση της εκάστοτε κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ «ηθικού κινδύνου» (όταν οι κυβερνήσεις υποκύψουν στον «κίνδυνο» να αποδεχθούν συμφέροντα των κατώτερων τάξεων) και «πολιτικού κινδύνου» (να αποδιαρθρωθούν οι πολιτικές ελίτ και να προκύψουν φαινόμενα ανεξέλεγκτων μαζικών κινητοποιήσεων). Οι «ανεξάρτητες αρχές» που δεν ελέγχονται «δημοκρατικά», ειδικά για θέματα που αφορούν την «οικονομία», με κύριο παράδειγμα την «ανεξαρτησία» της ΕΚΤ, είναι μία μέθοδος ανίχνευσης της ισορροπίας ανάμεσα στους δύο «κινδύνους». Αυτό όμως δεν θεωρείται επαρκές.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον καθοριστικό ρόλο έχει πλέον αναλάβει η «αξιολόγηση των συμφωνιών». Αν προσέξουμε τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου θα δούμε ότι δεν είναι εντελώς κλειστή για αιτήματα που αυξάνουν τον «ηθικό κίνδυνο», δηλαδή προωθούν ρυθμίσεις υπέρ του κοινωνικού κράτους και της εργασίας. Όμως, βασικό σημείο της συμφωνίας είναι ότι οι «θεσμοί» θα αξιολογούν ποιες μεταρρυθμίσεις (δεν) δημιουργούν προβλήματα στα δημόσια οικονομικά, στις προοπτικές οικονομικής μεγέθυνσης και στη σταθερότητα και ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.[3] Η αξιολόγηση, δηλαδή η επιτήρηση, αποτελεί σημαντική τροχοπέδη στην υλοποίηση του προγράμματος και των κοινωνικών μετασχηματισμών που επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πέραν του ρητώς ανοικτού ακόμη ζητήματος της κάλυψης των χρηματοδοτικών αναγκών, δείγματα γραφής της συνεχούς αξιολόγησης, που εγείρει τόσο η συμφωνία όσο και η σχέση με την ΕΚΤ ως έμμεσου χρηματοδότη, αποτελεί τόσο η επιστολή της ΕΚΤ, αλλά και αυτή του ΔΝΤ, που «ερμηνεύουν» τις μεταρρυθμίσεις ως «ισοδύναμα» μέτρα των δεσμεύσεων που περιγράφονταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Ειδικά το ΔΝΤ δεν παραιτείται από την ολοκλήρωση των μέτρων για το άνοιγμα των επαγγελμάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αγορά εργασίας και το ασφαλιστικό, που περιγραφόταν στο παλιότερο «Πρόγραμμα». Αξίζει να σημειωθεί ότι η μη-ποσοτικοποίηση των στόχων, το μη-καθορισμένο έλλειμμα, η απουσία οποιασδήποτε ρητής συζήτησης για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού κενού, καθιστά ανοικτό και συνεχώς «ερμηνεύσιμο» ζήτημα τον υπολογισμό της απόδοσης των μέτρων ως «ισοδυνάμων».[4]


3β. Πού κρίθηκε η διαπραγμάτευση: Για τη διαπραγματευτική τακτική και στρατηγική

Το βασικό ερώτημα για τη σημασία της συμφωνίας της 20ής Φεβρουαρίου, πέραν των στρατηγικών που διαπλέκονται και συμπυκνώνονται σε αυτήν, είναι τι δυνατότητες (παρά τα ασφυκτικά περιθώρια) αφήνει στην κυβέρνηση για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Προηγουμένως όμως χρειάζεται να ανιχνεύσουμε τις «δυσκολίες» που οδήγησαν την κυβέρνηση στην αναδίπλωση της 20ής Φεβρουαρίου.

Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου καθορίστηκε προφανώς τόσο από εξωτερικούς παράγοντες, το δεδομένο και γνωστό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο των «θεσμών», όσο όμως και από εσωτερικούς, οι οποίοι τελικά έπαιξαν και τον καθοριστικό ρόλο.

Δευτερεύουσα μόνον σημασία έπαιξε η ελλιπής προετοιμασία της κυβέρνησης και οι αντιφατικές τακτικές του ΥΠΟΙΚ, όπως για παράδειγμα:

Πρώτον: Η απουσία σοβαρού σχεδίου που να στηρίζεται σε αριθμούς και ανάλυση. Ακόμη και στο Παράρτημα που δημοσίευσε το ΥΠΟΙΚ ως τεχνική σύνοψη φαίνεται το επιφανειακό επίπεδο. Επιπλέον, σε αυτό γίνεται η κρίσιμη παραδοχή ότι η βιωσιμότητα του χρέους συνδέεται με τα πρωτογενή πλεονάσματα (θέση που συνιστά σημαντική στρατηγική υποχώρηση).

Δεύτερον: Η εκφορά κάποιων γενικών αρχών της πρότασης για την απομείωση του χρέους από το Λονδίνο. Εδώ υπάρχει τακτικό σφάλμα: Χωρίς συνάντηση με την ΕΚΤ ανακοινώνεται μία πρόταση, από χώρα εκτός Ευρωζώνης, η οποία εμπλέκει τα ομόλογα που κατέχει η ΕΚΤ σε συμφωνία ανταλλαγής. Πρόκειται για πρόταση αλλαγής των κανόνων της ΕΚΤ, η οποία ωθεί την ΕΚΤ κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, σε θέση άρνησης για προφανείς λόγους που συνδέονται με την πολιτική της και τις ισορροπίες που τηρούνται στο ΔΣ, αλλά και την επίθεση που ήδη δέχεται για «παραβίαση των κανόνων» που την διέπουν, με την πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης». Είναι επίσης προφανές ότι δεν χρειάζεται να εμπλακεί άμεσα η ΕΚΤ σε μία τέτοια συμφωνία, αλλά το ίδιο μπορούσε να γίνει με άλλους τρόπους, οι οποίοι είναι συμβατοί με τις τρέχουσες ισορροπίες. Το άλλο κομμάτι της πρότασης, τα δάνεια σε EFSF συνδεδεμένα με τους ρυθμούς μεγέθυνσης, συνιστά γενικόλογη πρόταση και προφανώς αφορά το δεύτερο στάδιο της διαπραγμάτευσης.

Τρίτον: Φάνηκε ότι η κυβέρνηση έδωσε πολύ μεγάλο βάρος στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, σε σχέση με άλλες διαστάσεις. Αυτό αποτελεί αρνητικό σημάδι και για το εσωτερικό και για το εξωτερικό. Για παράδειγμα, το περιστατικό με τον Ντάιεσεμπλουμ προφανώς τόνωσε το «εθνικό αίσθημα», αλλά συγχρόνως αφαίρεσε διαπραγματευτική ισχύ από τη στιγμή που όλο το Σαββατοκύριακο ασχολήθηκε η κυβέρνηση με το να καθησυχάζει τις αγορές που θα άνοιγαν την Δευτέρα, γεγονός που σηματοδότησε ότι η κυβέρνηση δεν έχει σταθερή τακτική διαπραγμάτευσης (και φυσικά στην ίδια συνάντηση ακόμη και σε μη έμπειρους παρατηρητές φάνηκε ότι δεν υπάρχει και ομάδα ισότιμων κυβερνητικών μελών στη διαπραγμάτευση).

Είναι εύκολα κατανοητό πώς αυτή η κακά στημένη διαπραγμάτευση, παρά τις εργατοώρες που αφιέρωσαν οι πρωταγωνιστές της, είχε τα χαρακτηριστικά άλματος με δεμένα μάτια. Επίσης, οι διαφορές και οι κακοί χειρισμοί και οι μετατοπίσεις έδειξαν στους εταίρους ότι η ελληνική πλευρά είναι επιδεκτική χειρισμών.

Όμως τελικά η διαπραγμάτευση δεν κρίθηκε τόσο στο επίπεδο των τακτικών κινήσεων ή στο εξωτερικό, όσο στο εσωτερικό. Εκείνο που καθόρισε την αναδίπλωση της ελληνικής πλευράς ήταν η στρατηγική πολιτική απόφαση για οικοδόμηση συμπαγών σχέσεων κοινωνικής εκπροσώπησης με εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θεωρούν ως αδιανόητη τη διαταραχή της «ομαλότητας της αγοράς», τη στιγμή που όλοι γνώριζαν τη σημασία και το χαρακτήρα της αναμέτρησης. Το συζητημένο σενάριο ενός bankrun οφείλει πάντα να εντάσσεται (και άρα να εξετάζεται, πέρα από τις επιμέρους τεχνικές αντιμετώπισης) στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Παράλληλα είναι αδιανόητο να υιοθετείται το επιχείρημα ότι συνέχεια μιας υποτιθέμενης «κατάρρευσης των τραπεζών» θα ήταν η «έξοδος από το ευρώ», ένα σενάριο μηδενικής πιθανότητας, που αποτέλεσε απλώς «επιχείρημα» των κυβερνήσεων Παπανδρέου – Παπαδήμου – Σαμαρά για να αποδεχθεί η ελληνική κοινωνία τα Μνημόνια, και αποτελεί πάντα «όπλο» ακραίων νεοφιλελεύθερων, τύπου Σόιμπλε.[5]


3γ. Το διακύβευμα: Τίποτα δεν είναι δυνατό να αλλάξει, ή ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός;

Όσα προηγήθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα, με την πιο ήπια διατύπωση, ότι έχει συνομολογηθεί μία συμφωνία, η οποία περιορίζει σημαντικά την άσκηση πολιτικής στα δημόσια οικονομικά αλλά και σε άλλους τομείς. Επομένως, το οικονομικό τοπίο στο οποίο βασίζεται η κυβέρνηση για τη διαπραγμάτευση και την αξιολόγηση της τελικής συμφωνίας είναι ολισθηρό.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την προφανή υποχώρηση και την αναγκαστική αλλαγή του προγράμματός της ως «νίκη», αποτελεί κακό σημάδι για τη συνέχεια, επειδή δείχνει ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για την επικοινωνία παρά για την ουσία. Αυτό ίσως προοπτικά να αποτελέσει την πραγματική ήττα, εφόσον το σήμα το οποίο εκπέμπεται και εισπράττεται από την κοινωνία ενισχύει την πεποίθηση: «μην πιστεύεις τους πολιτικούς σε ό, τι λένε, επάγγελμα κάνουν για να είναι κυβέρνηση».

Ας αναλογιστούμε το εξής απλό δεδομένο: Η κυβέρνηση αυτή δεν προήλθε επειδή υποστήριξε το 70% του Μνημονίου – αν μάλιστα το είχε υποστηρίξει ίσως να μην περιλαμβανόταν καν στον κοινοβουλευτικό χάρτη σήμερα. Η επιχείρηση επανεγγραφής της εντολής της, ώστε να περιλαμβάνει το 70% του Μνημονίου αποτελεί εγχείρημα αλλαγής των σχέσεων εκπροσώπησης και των κοινωνικών συμμαχιών στις οποίες στηρίζεται. Επειδή προφανώς το 70% αυτό καθαυτό είναι ένα νούμερο του αέρα (γιατί όχι 68% ή 72%; με βάση τις σελίδες, τα υποκεφάλαια, ή τα μέτρα;), η επιλογή του αποτελεί διακύβευμα ερμηνείας και συγκρότησης σχέσεων εκπροσώπησης. Το ερώτημα, το οποίο είναι ανοικτό ακόμη για την κυβέρνηση, είναι αν θα επικρατήσει η επικοινωνιακή λογική της «νίκης» και της παράβλεψης των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν, ή θα επιχειρηθεί να αναλυθεί σε βάθος η υποχώρηση που συνιστά η συμφωνία και οι όροι αυτής της υποχώρησης όσο υπάρχει χρόνος (πολύ λίγος, μιας και άμεσα ξεκινά ήδη ο επόμενος γύρος διαπραγμάτευσης).

Με τα νέα αρνητικά δεδομένα που συνεπάγεται η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν μία μόνο οδό εξόδου από το αδιέξοδο του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού κλοιού: Την έφοδο προς τα εμπρός!

- Την έφοδο προς τα εμπρός με όχημα την αλήθεια: Να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή των υποχωρήσεων, με στόχο να αναζητηθούν οι τρόποι, ώστε να μην υπάρξει μακροπρόθεσμη βλάβη, δηλαδή η κυβέρνηση να επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη τις προγραμματικές μας δεσμεύσεις για αναδιανομή εισοδήματος και ισχύος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, για ανοικοδόμηση του κοινωνικού κράτους, για δημοκρατία και συμμετοχή.

- Την έφοδο προς τα μπρος, με όχημα τόσο τη ριζική μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος, ώστε επιτέλους το κεφάλαιο να επωμιστεί τα βάρη που του αναλογούν, όσο και με την εξυγίανση της δημόσιας ζωής από τις έκνομες πρακτικές στις οποίες επιδίδεται μερίδα της ελληνικής ολιγαρχίας: Λαθρεμπορία πετρελαιοειδών και προϊόντων καπνού, ενδο-ομιλικές συναλλαγές, φοροδιαφυγή, καταχρηστική δανειοδότηση κλπ.

Απαιτείται δηλαδή άμεσα μια νέα ορμητικότητα αλλαγών στο εσωτερικό της χώρας, έτσι ώστε να οικοδομηθούν σε νέες βάσεις οι συμμαχίες με τις κατώτερες τάξεις. Μεταφορικά, αυτό που λείπει και που δυστυχώς μοιάζει να απομακρύνεται με τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, είναι ένα εσωτερικό «μνημόνιο για τον πλούτο», με παράλληλη βελτίωση των όρων ζωής των λαϊκών τάξεων. Ο στόχος «να πληρώσει η ολιγαρχία» δεν ήταν ποτέ περισσότερο επίκαιρος.

Σε μια κοινωνία που η απώλεια του 25% του ΑΕΠ και η φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού δεν είναι παρά η ορατή όψη της ραγδαίας όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μια κοινωνία που η τεράστια ανεργία είναι το συμπλήρωμα ενός εκτεταμένου εργασιακού μεσαίωνα, σε μια κοινωνία πολλαπλών αντιθέσεων αλλά και υψηλών προσδοκιών, η «δημοτικότητα» της κυβέρνησης δεν θα διατηρηθεί στο 87% ή στο 80% για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Για να παραμείνει η κυβερνητική πολιτική ηγεμονική, θα πρέπει να ταχθεί καθαρά με τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας, να αμφισβητήσει τη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού. Περιθώριο για «εθναρχική» πολιτική, που να υπερασπίζεται γενικά και αόριστα κάθε τι «ελληνικό» ή «ευρωπαϊκό» δεν υπάρχει, δεν υπήρξε άλλωστε ποτέ, αλλά ούτε και θα υπάρξει ποτέ στην προβληματική της Αριστεράς.

---------------------------------
[1]. Και στο σημείο αυτό βέβαια, οι τελικές αποφάσεις απαιτούν την έγκριση των «θεσμών»: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από την ακύρωση μέτρων και από μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».

[2]. Αλλά και εδώ ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες: στις μορφές που θα λάβει η αναδιοργάνωση.

[3]. Να μην ξεχνάμε για παράδειγμα, ότι η μεγέθυνση στο τρέχον πρόγραμμα εξαρτάται από τις εξαγωγές και η αύξηση των μισθών θεωρείται ότι μειώνει τους βαθμούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και εμποδίζει την αύξηση των εξαγωγών (λανθασμένη άποψη, όπως προκύπτει πλέον και εμπειρικά, αλλά αυτή είναι η κυρίαρχη θεώρηση των «θεσμών»). Επίσης, άλλο παράδειγμα, η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων» προφανώς επηρεάζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και επομένως είναι υπό αίρεση ως πρόγραμμα αλλά και ως προς τον βαθμό, το χρόνο και τους όρους εφαρμογής της αν υπάρξει ως πρόγραμμα.

[4]. Στην επιστολή του προς τον Jeroen Dijsselbloem με ημερομηνία 24/2/2015, ο Mario Draghi επισημαίνει: «Σημειώνουμε ότι οι δεσμεύσεις που περιγράφονται από τις [ελληνικές] αρχές διαφέρουν από τις υπάρχουσες δεσμεύσεις του προγράμματος σε ορισμένους τομείς. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, εάν τα μέτρα που δεν γίνονται αποδεκτά από τις αρχές αντικατασταθούν με μέτρα ίσης ή καλύτερης ποιότητας όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του προγράμματος». (“We note that the commitments outlined by the authorities differ from existing programme commitments in a number of areas. In such cases, we will have to assess during the review whether measures which are not accepted by the authorities are replaced with measures of equal or better quality in terms of achieving the objectives of the programme”).

[5]. To “Grexit” ως επαρκή λόγο συμβιβασμού χρησιμοποιεί, π.χ., ο James Galbraith: «Μη συμφωνία θα σήμαινε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, ή διαφορετικά κατάρρευση τραπεζών, χρεοστάσιο και πρόωρη έξοδο από το ευρώ» (“No agreement would have meant capital controls, or else bank failures, debt default, and early exit from the Euro”): “Reading The Greek Deal Correctly”, http://www.socialeurope.eu/2015/02/greek-deal


Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Δύο κείμενα από το Red NoteBook για τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου


Ανακωχή και καραντίνα, του Ηλία Ιωακείμογλου


Η θέση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων της Ευρώπης μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι καθόλου εύκολη. Καταρχάς, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ακύρωσε το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν σχεδιασμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, έτσι ώστε αυτή να μεταβεί σε ένα καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα, ούτε καν την μνήμη τους. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Υπάρχει κάτι πιο σοβαρό και επικίνδυνο για τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης: Η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές μπορεί να γίνει ντόμινο και η μόλυνση από το σάπιο μήλο να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας στην Ευρώπη. Γιατί όμως να φοβούνται τόσο πολύ την ανατροπή της λιτότητας;


Η στρατηγική σημασία της λιτότητας

Στην παρούσα συγκυρία, η λιτότητα έχει καταστεί κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης: Αυτό σχετίζεται με την συσσώρευση κεφαλαίου στα χρόνια της χρηματιστικοποίησης, η οποία οδήγησε τον λόγο κεφαλαίου/προϊόντος σε τόσο υψηλά επίπεδα ώστε είναι δύσκολο πλέον οι απαιτήσεις του κεφαλαίου επί του προϊόντος να ικανοποιηθούν. Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, πιέζει την κερδοφορία προς τα κάτω και ως αντιστάθμισμα απαιτεί ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Αυτά εξηγούν την σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό εχθρό, τον επικίνδυνο ιό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως, μπορεί κάποιος να αντιτάξει ότι η λιτότητα οδεύει προς στο τέλος της αφού η ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα επαναφέρει την ανάπτυξη. Αυτό όμως αποτελεί πλάνη. Η ποσοτική χαλάρωση δεν απειλεί την λιτότητα [1]. Αυτό που την απειλεί είναι η ανατροπή της με πολιτικά μέσα, με τον τρόπο του ΣΥΡΙΖΑ, και η μόλυνση της Ευρώπης με το παράδειγμά του. Μια μόλυνση που θα απειλούσε την λιτότητα και την ανεργία, που αποτελούν στη σημερινή οικονομική συγκυρία την ίδια την στρατηγική καρδιά του συστήματος.

Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί – ή τουλάχιστον να εξουδετερωθεί.


Ο ιός του ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα

Σε μια διαπραγμάτευση, όπως αυτή που διεξάχθηκε με την ελληνική κυβέρνηση, το σχετικό βάρος που ρίχνουν στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων οι δύο πλευρές εξαρτάται από τις πραγματικές ή υποτιθέμενες αντιδράσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών που μπορούν να πάρουν καταστροφικό χαρακτήρα για την μια ή για την άλλη πλευρά (όπως για παράδειγμα η απειλή ενός bank run). Στην περίπτωσή μας, η απειλητική πίεση των χρηματοπιστωτικών ροών εκδηλώθηκε ταχύτερα προς την ελληνική πλευρά και εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση σε συμφωνία ανακωχής. Η δε ηγεσία της ευρωζώνης αποδέχθηκε την ανακωχή διότι απομάκρυνε το ενδεχόμενο μιας νέας ενδεχόμενης κρίσης της ευρωζώνης.

Η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου άφησε ιδιαίτερα ευχαριστημένους τις καθεστωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, διότι έθεσε σε καραντίνα τον ιό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελληνική κυβέρνηση έχει πλέον εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, ειδικά δε αυτό που αποτελεί τον αριστερό πυρήνα του, δηλαδή την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ κλπ, εκείνο δηλαδή το τμήμα του προγράμματος του οποίου η υλοποίηση θα καθιστούσε την Ελλάδα υπόδειγμα ανατροπής της λιτότητας και δυνητική πηγή μόλυνσης της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να περιοριστεί σε καθήκοντα αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, περιορίζοντας την φοροδιαφυγή, την φοροαπαλλαγή, την γραφειοκρατία, και τις λοιπές παθογένειες του κράτους, που υπό κανονικές συνθήκες ανήκουν στα καθήκοντα των αστικών πολιτικών δυνάμεων και δεν ενοχλούν κανέναν στις ηγετικές δυνάμεις της ευρωζώνης.

Από την άλλη μεριά, όμως, το αντιστάθμισμα σε αυτές τις υποχωρήσεις της ελληνικής κυβέρνησης είναι η αποκατάσταση των ομαλών ροών χρήματος και κεφαλαίου, η σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και η αποτροπή της εφαρμογής νέων μνημονιακών μέτρων που θα συνέχιζαν την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι «αφήσαμε τα μνημόνια πίσω μας», όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Τα μνημόνια θα είναι παρόντα για όσο καιρό δεν έχουν αναιρεθεί όλες οι ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από αυτά με σκοπό να οικοδομηθεί η οικονομία και η κοινωνία του «λευκού κινέζου εργάτη». Παραμένει όμως σημαντική νίκη η αποτροπή της εμβάθυνσης της λιτότητας με επιπλέον μνημονιακά μέτρα.

Άθικτη παραμένει λοιπόν η στρατηγική της λιτότητας και της ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε καραντίνα τουλάχιστον για ένα τετράμηνο. Άθικτη όμως παραμένει και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, που έδειξε ότι οι κυρίαρχες τάξεις της ευρωζώνης δεν μπορούν να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους.

Η ανακωχή είναι, εξ ορισμού, συμφωνημένη προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα επέφεραν τη ριζική μεταβολή των θέσεων ισχύος μεταξύ δύο πλευρών. Η σύγκρουση επομένως παραμένει εκκρεμής και από την ανακωχή θα βγει ευνοημένος όποιος προετοιμάσει καλύτερα τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα διεξαχθεί η επόμενη διαπραγμάτευση.
_____________________

[1] Καταρχάς, το μέγεθος του εφεδρικού εργασιακού στρατού μειώνεται μόνον εάν η μεγέθυνση του ΑΕΠ υπερβαίνει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 3% – και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών. Υπάρχει, επομένως, μια πολύ ευρεία ζώνη οικονομικής μεγέθυνσης στην οποία είναι εφικτό να αυξάνεται το ΑΕΠ και η λιτότητα να συνεχίζεται υπό την πίεση της ανεργίας. Δεύτερον, εξαιτίας των διαρθρωτικών αλλαγών στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, το ποσοστό ανεργίας στο οποίο θα εκδηλώνονταν σοβαρές μισθολογικές απαιτήσεις έχει μειωθεί κατά πολύ.


Πηγή Red NoteBook


20/2, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


1. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε στο εσωτερικό της Αριστεράς, και τελικά στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, ήταν στη βάση ενός ισχυρισμού που, για διαφορετικούς λόγους, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως και τα αστικά κόμματα (ΝΔ, Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ), απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ο ισχυρισμός αυτός έλεγε ότι μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση της Αριστεράς γιατί μπορεί να υπάρξει υπέρβαση της λιτότητας εντός της Ευρωζώνης. Εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ εξηγούσε πως, στην Ελλάδα του Μνημονίου, η δυνατότητα αυτή περνά από τον διαχωρισμό της δανειακής σύμβασης (δηλαδή της διαδικασίας και των όρων εκταμίευσης/αποπληρωμής δανείων και τόκων) και του νομικο-πολιτικού πλαισίου που θέσπιζε το Μνημόνιο.

2. Στη συλλογιστική αυτή, που συνόψιζε το «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά αυταπάτη για τη δραχμή», η έξοδος από την Ευρωζώνη δεν ήταν ούτε ταμπού ούτε ανυπέρβλητο φόβητρο1: Το κόστος μιας επαναφοράς σε εθνικό νόμισμα –τόσο το οικονομικό (υποτίμηση του νομίσματος για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε εχθρικό περιβάλλον), όσο και το πολιτικό (ραγδαία άνοδος του εθνικισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη)–, θα ήταν μεγάλο. O λόγος, λοιπόν, που η επιστροφή αυτή δεν προκρινόταν από τον ΣΥΡΙΖΑ, ήταν κυρίως πολιτικός: οι αριστερές πολιτικές για τον έλεγχο των τραπεζών, τη ρύθμιση των χρηματαγορών, την προστασία του κοινωνικού κράτους, και ακόμα περισσότερο, για τον αναγκαίο ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, το σοσιαλισμό, δεν μπορούν να υλοποιηθούν παρά σε μεγάλες επικράτειες2, πιθανή δε αναδίπλωση, θα δούλευε μάλλον υπέρ της Ακροδεξιάς. Ίσχυε –και ισχύει– και αντίστροφα: αν κανείς δεν προσδιορίσει κάποιο εξίσου ευρύ, ή τουλάχιστον πιο προνομιακό «πεδίο εφαρμογής», οι πολιτικές αυτές είναι απλώς ασκήσεις (προπαγανδιστικού) ύφους επί χάρτου.

3. Μια έγκυρη λοιπόν αποτίμηση της απόφασης της περασμένης Παρασκευής δεν νοείται παρά υπό το πρίσμα αυτής της στρατηγικής: της πεποίθησης, δηλαδή, ότι είναι εφικτή η παραμονή στην Ευρωζώνη, όχι νέτα σκέτα, αλλά υπό τον όρο της ακύρωσης των μνημονίων και της λιτότητας. Αυτό κάνει από τη δική της πλευρά η Καθημερινή όταν καλωσορίζει τον ΣΥΡΙΖΑ στον «ρεαλισμό» (κύριο άρθρο 22/2) – κι αυτό κάνει, με βάση τη δική του στρατηγική, το ΚΚΕ, επαναλαμβάνοντας με έκδηλα αυτοδικαιωτική χροιά πως «δανειακή σύμβαση και μνημόνιο είναι ένα και το αυτό» (Δ. Κουτσούμπας, 20/2).

4. Υπό το πρίσμα του συριζικού πρόγραμματος αναδιαπραγμάτευσης της δανειακής σύμβασης, με βάση ένα μίνιμουμ, όχι δηλαδή κάποιο επαναστατικό πλαίσιο (αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, απόρριψη των εξωφρενικών πλεονασμάτων, διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους), ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο διαχωρισμός δανειακής σύμβασης-μνημονίων απέφερε περισσότερα από όσα πίστευαν όσοι τον απέρριπταν ως μη ρεαλιστικό. Ότι, με άλλα λόγια, στο Eurogroup των τελευταίων δύο εβδομάδων υπήρξε όντως διαπραγμάτευση, δηλαδή σύγκρουση. Αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν ότι στο κείμενο της απόφασης α) απουσιάζουν οι προβλέψεις για περαιτέρω μέτρα λιτότητας (βλ. μέιλ Χαρδούβελη)· β) σχετικοποιείται η απαίτηση για πλεονάσματα του 4.5%, παρά τη ρητή αναφορά στην απόφαση του Eurogroup που τα «θεσμοθετούσε» (Νοέμβριος 2012)· γ) συνομολογείται ο στόχος της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, οι αποτυχίες στον οποίο είχαν απομονώσει διεθνώς την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτά, σε συνδυασμό με την εξασφάλιση της ρευστότητας των τραπεζών για τέσσερις μήνες, δικαιώνουν κατά τη γνώμη μου την περιγραφή της συμφωνίας με τον όρο «ανακωχή».

5. Η διαπραγμάτευση, και εν τέλει η ανακωχή, μεταξύ μιας αριστερής κυβέρνησης και του Μεγάλου Συνασπισμού (δεκαοχτώ) νεοφιλελεύθερων και σοσιαλφιλελεύθερων κυβερνήσεων, που διοικεί σήμερα την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά εξ ορισμού ανακωχή μεταξύ άνισων. Αυτός είναι ο λόγος που στο κείμενο της συμφωνίας α) δεν υπάρχει ούτε καθ” υπαινιγμόν αναφορά στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης· β) αναγνωρίζεται ως γενικό πλαίσιο η απόφαση του Νοεμβρίου του 2012, ώστε να δηλώνεται το εύθραυστο της «ανακωχής» όσον αφορά τα πλεονάσματα· και γ) απουσιάζει οποιαδήποτε νύξη για κούρεμα ή άλλου τύπου ελάφρυνση του μη βιώσιμου ελληνικού χρέους. Το ακριβώς αντίθετο: το τελευταίο προβλέπεται να καλυφθεί εξολοκλήρου («fully»). Κι ενώ στο κείμενο αναφέρονται με σχολαστικότητα οι δεσμεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης, μάταια θα ψάξει κανείς για δεσμεύσεις των εταίρων, πέρα από τη διασφάλιση της ρευστότητας – και πάλι όμως με συγκεκριμένο στόχο: την πίστωση χρόνου για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που κι αυτές τελούν υπό έγκριση στα τέλη Απριλίου, μετά δηλαδή την «επιτυχή ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της τρέχουσας διευθέτησης»…

6. Είναι σαφές πως αυτό το νέο σημείο ισορροπίας, τη σταθερότητα του οποίου θα ξέρουμε μετά την αποδοχή ή μη της λίστας με τις μεταρρυθμίσεις που προτείνει η κυβέρνηση, δεν προσφέρεται ούτε για θριαμβολογίες (τα υψηλά επίπεδα αποδοχής της κυβέρνησης αρκούν – ο οπαδισμός ποτέ δεν βοήθησε την Αριστερά), ούτε για καταστροφολογία, ιδίως όταν οι εισηγητές της τελευταίας εννοούν πως η λύση στο πρόβλημα είναι αυτή που ήταν πάντα: η επιστροφή στη δραχμή. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς τη στιγμή που αποδεικνύεται η επικαιρότητα του «καμιά θυσία/καμιά αυταπάτη», ακριβώς δηλαδή τη στιγμή που το «ελληνικό» πρόβλημα είναι ήδη πρόβλημα των ευρωπαϊκών ελίτ απέναντι στην άνοδο της Αριστεράς στις χώρες τους, θα ήταν σοβαρό λάθος ένα πισωγύρισμα στη συζήτηση «ευρώ ή δραχμή», που δίχασε την Αριστερά από το 2009. Αυτό που επείγει τώρα, είναι το (εύθραυστο) μορατόριουμ με τους «θεσμούς» να μη σημάνει μορατόριουμ και στο εσωτερικό – αλλά αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει άμεσα την ατζέντα του για τα μείζονα: από την ανθρωπιστική κρίση και τη φορολογία μέχρι τις ελευθερίες και τα δικαιώματα. Αντίστοιχα σοβαρό λάθος, συμμετρικά, θα ήταν να θεωρείται νίκη εις το διηνεκές η αποφυγή των (προβλέψιμων) χειρότερων: το πάση θυσία μέσα στο ευρώ, ακόμα και με μνημόνια – που ήδη ανοίγει την όρεξη κάποιων για συμμαχίες με το ΠΑΣΟΚ ή το Ποτάμι.

7. Χρησιμότερο, λοιπόν, από την ανάλυση (ή την επινόηση) της τάδε νίκης ή της δείνα συντριβής, είναι η κατανόηση των όρων του προβλήματος – κυρίως δε, η διατύπωση όρων για την επίλυσή του, με άξονα τη δημοκρατία. Στον αντίποδα μιας κομματικής λειτουργίας που άφησε εκτός συζήτησης εξαιρετικά κρίσιμα πράγματα (τη συνεργασία με τους ΑΝ.ΕΛ, τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου, την επιλογή του ΠτΔ κ.ά), ένα από τα σημαντικά αυτών των ημερών ήταν η δημοσιοποίηση των κειμένων που συζητούνταν στο Eurogroup και η κοινοποίηση, εκ μέρους της κυβέρνησης, του περιεχομένου (ορισμένων) διεθνών επαφών. Eν μέσω βλακωδών «αναλύσεων» για τις ενδυματολογικές προτιμήσεις των υπουργών της, αυτή η διαφάνεια έδειξε ότι η διαπραγματευτική ικανότητα μιας αριστερής κυβέρνησης περνά πρωτίστως από το να μην πολιτεύεται ως κάστα ειδικών, που στους καιρούς της μεταδημοκρατίας διαπραγματεύονται για μια κοινωνία ερήμην της. Είναι προφανές, από την άλλη, ότι αυτή η συμβολική επιλογή δεν αρκεί. Η επανεκκίνηση λοιπόν του κόμματος-ΣΥΡΙΖΑ, η προωθητική αυτονομία του έναντι της κυβέρνησης, η ανάληψη ενωτικών κινηματικών πρωτοβουλιών που να διευρύνουν το πεδίο δράσης της κυβέρνησης (αντί απλώς να την παρακολουθούν και να την «ελέγχουν»…), είναι ένα μέρος όσων μπορούν να γίνουν. Ένα άλλο, είναι να δούμε τι έχει να αντιτάξει η δική μας πλευρά απέναντι σε ωμούς εκβιασμούς που θα συνεχιστούν. Αυτά τα δύο είναι νομίζω οι όροι, ώστε ο κερδισμένος χρόνος να είναι πράγματι κερδισμένος για μας – όχι για όσους κερδοσκοπούν στο δυσμενή συσχετισμό ή τις διαφορετικές μας απόψεις.

_______________


1 Χρήστος Λάσκος και Ευκλείδης Τσακαλώτος, 22 πράγματα που μας λένε για την ελληνική κρίση και δεν είναι έτσι, ΚΨΜ, Αθήνα 2012, σ. 214-217

2 ό.π.


Πηγή Red NoteBook

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Παρανοϊκοί ή ταξικά προσανατολισμένοι;


του Ηλία Ιωακείμογλου


Η διαπραγμάτευση ως διαδικασία ορθού λόγου (Κέινς), η διαπραγμάτευση ως στοιχείο της ταξικής πάλης (Μαρξ) και πώς εξηγείται η σκληρή, «παράλογη» στάση των ηγετών της Ευρωζώνης

Πώς να καταλάβουμε τη διαπραγμάτευση και τα μονοπάτια που ακολουθεί; Αυτή η ερώτηση δεν είναι μόνο επίκαιρη τώρα που παρακολουθούμε τις εξελίξεις εν θερμώ, αλλά θα παραμένει κρίσιμη καις τη συνέχεια, όταν όλα θα έχουν παιχτεί και θα πρέπει να καταλάβουμε τι συνέβη, τι μας συνέβη. 


Ο τρόπος του Κέινς

Ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί η ελληνική πλευρά τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Κέινς, που θεωρούσε ότι το σημαντικό στην οικονομική πολιτική δεν είναι οι κοινωνικές αντιθέσεις, η ταξική πάλη, αλλά οι παλιές, οι σκουριασμένες ιδέες που εμποδίζουν τη λογική και οδηγούν σε αποφάσεις καταστροφικές, όχι μόνον για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις αλλά και για τις κυρίαρχες. Αυτή η πίστη των αριστερών κεϊνσιανών, που βρίσκεται διατυπωμένη όχι μόνο στις πρώτες αλλά και στις τελευταίες σελίδες του μεγάλου βιβλίου του δασκάλου τους, εξηγεί την πίστη τους στη διαπραγματευτική δύναμη του ορθού λόγου, την επιθυμία τους να καθήσουν στην ίδια πλευρά του διαπραγματευτικού τραπεζιού και όχι απέναντι, να διατυπώσουν προτάσεις που τελικά συμφέρουν όλες τις πλευρές (που όπως λένε τώρα είναι καταστάσεις win-win). Είναι η ίδια θεώρηση των πραγμάτων που εξηγεί την αθώα στάση ενός μεγάλου προοδευτικού οικονομολόγου όπως ο Πολ Κρούγκμαν που, όποτε γράφει για την Ελλάδα, βρίσκεται σε διαρκή απορία γιατί οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρώπης φέρονται τόσο παράλογα ώστε να θέτουν σε δοκιμασία το ίδιο το ευάλωτο παιδί τους που είναι η Ευρωζώνη, γιατί βυθίζουν την οικονομία στην ύφεση και φλερτάρουν με τον αποπληθωρισμό.

Οι αριστεροί κεϊνσιανοί –οικονομολόγοι ή πολιτικοί– εγκαλούν λοιπόν την καθεστωτική οικονομία και την εξουσία στο δρόμο της λογικής, που είναι ο δρόμος της οικονομικής μεγέθυνσης, των επενδύσεων, της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των υποτελών κοινωνικών τάξεων, και προτείνουν λύσεις βασισμένες στον ορθό λόγο, λύσεις «συμφέρουσες σε όλους». Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική πλευρά κατανοεί τη φύση της διαπραγμάτευσης.


Ο τρόπος του Μαρξ

Ένας άλλος τρόπος να κατανοήσουμε τη φύση της διαπραγμάτευσης, είναι ο τρόπος του Μαρξ: η κρίση είναι το περιβάλλον που επιτρέπει στην τάξη των κεφαλαιοκρατών να επιβάλει τις απαιτήσεις της. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά το «Κεφάλαιο» γνωρίζουμε ότι το επίπεδο συνείδησης της αστικής τάξης τής επιτρέπει να οργανώνει συνειδητά πλέον την κρίση ως μέσο για την πειθάρχηση των εργαζόμενων τάξεων, για να δεχθούν λιγότερες προστατευτικές ρυθμίσεις, χαμηλότερους μισθούς, σκληρές εργασιακές σχέσεις και ταπεινώσεις υπό την πίεση της ανεργίας και του διογκούμενου εφεδρικού εργατικού δυναμικού. Έτσι και στην Ελλάδα, η όλη διαδικασία της ύφεσης και της πολιτικής τής εξαθλίωσης, της αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, της ανεργίας και της απαξίωσης της εργασίας, απέκτησε τη λογική του οικονομικού δαρβινισμού, τη λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών, ή των λιγότερο ανταγωνιστικών, κεφαλαίων και των πιο αδύναμων ανθρώπων ώστε η ελληνική οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω μιας διαδικασίας «δημιουργικής» καταστροφής και ιστορικής ήττας των δυνάμεων της εργασίας και της Αριστεράς. Οι καθεστωτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις πλησίασαν αρκετά στην καμπή εκείνη του δρόμου όπου η άρχουσα τάξη, οι σύμμαχοί της στην Ευρώπη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι, μπορούσαν να ελπίζουν σε μια παγίωση των κατακτήσεών τους στην Ελλάδα, καθώς είχαν ήδη αρχίσει να διακρίνουν το περίγραμμα ενός νέου ολοκληρωμένου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που ενσωμάτωνε ως οργανικά στοιχεία του όλες τις βαρβαρότητες που γνωρίσαμε μετά το 2009.


Το «σάπιο μήλο»

Ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, που δεν είναι καν επαναστατική αλλά κινείται στον πρωτότυπο χώρο της ριζοσπαστικής κεντροαριστεράς, έχει ακυρώσει το πείραμα της προγραμματισμένης και άνωθεν οργανωμένης ανασυγκρότησης μιας αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας με δημοκρατικούς θεσμούς, ώστε να μεταβεί ταχύτατα σε νέο καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας που δεν θα έφερε πλέον στους κόλπους του ούτε τα παλιά εργασιακά δικαιώματα ούτε καν τη μνήμη τους.

Οι κυρίαρχες δυνάμεις του ευρωπαϊκού καπιταλισμού καλούνται τώρα να διαχειριστούν την ήττα τους και να ελέγξουν τις επιπτώσεις της πριν αυτές αποκτήσουν εκρηκτικό, μεταδιδόμενο, άρα ανεξέλεγκτο χαρακτήρα. Διότι η ήττα τους στις ελληνικές εκλογές δεν διέψευσε μόνον την ικανότητά τους να γκρεμίζουν μιαν ολόκληρη χώρα χωρίς πόλεμο και να την ξαναχτίζουν για να τη φέρουν στα μέτρα τους. Η ήττα τους μπορεί να γίνει ντόμινο, και η μόλυνση από το «σάπιο μήλο» να απειλήσει τη συνέχιση της λιτότητας, που είναι ένα κρίσιμο στοιχείο της στρατηγικής τους για την αντιμετώπιση της κρίσης. Ενώ παλιότερα η λιτότητα ήταν συγκριτικά περιορισμένη και συνήθως αφορούσε τη μεσοπρόθεσμη διάρκεια χωρίς να διαταράσσονται οι μακροχρόνιες ισορροπίες του συστήματος, σήμερα έχει αποκτήσει κεντρική σημασία: Όταν το κεφάλαιο είναι υπερσυσσωρευμένο, όταν είναι πέντε έως επτά φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ, όπως συμβαίνει σήμερα σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να μην καταρρεύσει η κερδοφορία απαιτείται ακραία ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, και αυτό επιτυγχάνεται με την υψηλή ανεργία. Η λιτότητα, η εκρηκτική αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας και η ανεργία αποτελούν λοιπόν σήμερα τη στρατηγική καρδιά του συστήματος. Ό,τι λοιπόν την απειλεί πρέπει να εκμηδενιστεί. Αυτά εξηγούν τη σκληρή, αποφασιστική στάση των ηγετικών δυνάμεων της Ευρωζώνης έναντι του ΣΥΡΙΖΑ. Το στρατηγικό συμφέρον των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων της Ευρώπης να διατηρηθεί το καθεστώς της υψηλής ανεργίας και της λιτότητας είναι αυτό που ενορχηστρώνει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, πειθαρχεί τις πρόσκαιρες και σχεδόν ανεπαίσθητες εθνικές παρεκκλίσεις και τις ενοποιεί πολιτικά απέναντι στον κοινό, επικίνδυνο εχθρό, δηλαδή την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.


Πηγή rproject