Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Δυο κείμενα για την αποανάπτυξη


Νήματα και πινελιές ενός «άλλου κόσμου»: μερικές σκέψεις στον απόηχο του 4ου διεθνούς συνεδρίου αποανάπτυξης


Το «4ο Διεθνές Συνέδριο Αποανάπτυξης, για την Οικολογική Βιωσιμότητα και την Κοινωνική Ισότητα», όπως είναι ο πλήρης τίτλος του, που πραγματοποιήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη στη Λειψία σηματοδότησε μια ιστορική καμπή για την εξέλιξη της ιδέας, και του κινήματος. Ακολουθώντας, αλλά και ξεπερνώντας τα βήματα των προηγούμενων συναντήσεων σε Παρίσι (2008), Βαρκελώνη (2010), Βενετία (2012) και Μόντρεαλ (2012), 3.000 και πλέον συμμετέχοντες έλαβαν μέρος σε επιστημονικές συναντήσεις, πρακτικά εργαστήρια, συμμετοχικούς διαλόγους και εικαστικές παρεμβάσεις. Η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με μια πολύχρωμη πορεία στους δρόμους της Λειψίας που κατέληξε έξω από έναν λιγνιτικό θερμοηλεκτρικό σταθμό. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έγινε προσπάθεια όχι μόνο να ακουστούν εναλλακτικές ιδέες και προτάσεις, αλλά και να δοκιμαστούν μερικές από αυτές τις ιδέες στην πράξη, όσον αφορά στην οργάνωση, όπως ο καταμερισμός της εργασίας, οι συμμετοχικές διαδικασίες, η χρηση ελεύθερου λογισμικού, οι χορτοφαγικές συλλογικές κουζίνες, κ.λπ.

Η ιδέα της αποανάπτυξης δείχνει πλέον να ωριμάζει και οι συζητήσεις να γίνονται πιο εποικοδομητικές, ξεπερνώντας την απλή κριτική του αναπτυξιακού μοντέλου, και αναλύοντας συγκεκριμένες προτάσεις, μελλοντικά οράματα, και σκιαγραφώντας τις συμμαχίες με άλλα κοινωνικά κινήματα, δίνοντας σαφείς κατευθύνσεις έρευνας αλλά και δράσης. Οι τρεις κεντρικές θεματικές του συνεδρίου ήταν: αντιμετώπιση των κρίσεων, δημιουργία συμμαχιών, και οράματα και στρατηγικές μετασχηματισμού. Το πρόγραμμα του συνεδρίου (διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://leipzig.degrowth.org/en/ όπου μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση και σε βίντεο από πολλές από τις συνεδρίες), αντικατοπτρίζει την ποικιλομορφία των απόψεων και τις διαφορετικές αφετηρίες των συμμετεχόντων και καταδεικνύει ότι η αποανάπτυξη είναι πολλά παραπάνω από την ποσοτική απομεγέθυνση της οικονομίας. Είναι πρωτίστως μια ανθρωπολογική κριτική των σύγχρονων κοινωνιών, μια πρόταση για τη μετάβαση σε ένα μέλλον λιγότερο ενεργοβόρο, ένα χειραφετικό πρόταγμα και ένα όραμα μιας δημοκρατικής, αυτόνομης κοινωνίας, καθώς και ένα πεδίο πειραματισμού νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης (με παράδειγμα το ίδιο το συνέδριο).

Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έγινε σαφές ότι υπάρχει μια θαυμαστή συνεκτικότητα όλων αυτών των ιδεών, και ένα κοινό όραμα ριζικού μετασχηματισμού με σαφείς κατευθύνσεις προς την οικολογική βιωσιμότητα, την κοινωνική ισότητα, και την πραγματική δημοκρατία. Το γεγονός αυτό βοηθά στο να υπάρχει μια συσπείρωση ως προς τους στόχους, αλλά παρέχει ταυτόχρονα και μια αφήγηση αρκετά πλατιά και ανοιχτή ως προς τις στρατηγικές και τις συμμαχίες. Η αλληλέγγυα οικονομία, η υπεράσπιση των κοινών, η ομότιμη παραγωγή, οι πόλεις σε μετάβαση, το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης ανά την υφήλιο, τα ποικίλα χειραφετικά κινήματα, είναι όλα ήδη, ή εν δυνάμει, σύμμαχοι και όχι ανταγωνιστικά προς την αποανάπτυξη.


Μελλοντικές προκλήσεις

Μια σειρά νέων προκλήσεων προσδιορίστηκαν, από τις οποίες αναφέρω ενδεικτικά μερικές. Η πρώτη έχει να κάνει ακριβώς με τις συμμαχίες, την επικοινωνία μεταξύ των κινημάτων και τη χάραξη κοινών στρατηγικών, μεταξύ παγκόσμιου Βορρά και Νότου. Η αποανάπτυξη, ως σλόγκαν, γεννήθηκε στην Ευρώπη και αφορά κυρίως τις δυτικές καπιταλιστικές-καταναλωτικές κοινωνίες. Όπως σωστά επισήμανε ο Alberto Acosta, οι χώρες του Βορρά χρειάζεται να αποαναπτυχθούν, όχι για να μπορέσουν οι υπόλοιπες χώρες να αποκτήσουν κι αυτές τον ευρωπαϊκό-αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά για να δοθεί η ευκαιρία σε όλες τις κοινωνίες, απελευθερωμένες από την ηγεμονία της Δύσης, να αποφασίζουν συλλογικά και δημοκρατικά την πορεία τους, ακολουθώντας έννοιες παραπλήσιες, αλλά και τοπικά ιδιαίτερες όπως η καλή ζωή (το buen vivir στη Λατινική Αμερική), ή η ανθρώπινη καλοσύνη (το Ubuntu της Νότιας Αφρικής).

Ακόμα και μέσα στην Ευρώπη, δεν υπάρχει συνοχή, μα μια ποικιλομορφία παραδόσεων και αφηγήσεων. Η αποανάπτυξη δεν στοχεύει στην ομογενοποίηση αυτών, μα αντίθετα στην προβολή τους, και την αναζήτησή και υποστήριξη των ψηγμάτων ισότητας και ευημερίας που υπάρχουν σε όλες τις κουλτούρες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τέτοια ψήγματα μπορούν να βρεθούν στην κουλτούρα της φιλοξενίας, στην απλότητα της ζωής της υπαίθρου κ.λπ. Φυσικά ο στόχος είναι να απομονωθούν αυτά τα φωτεινά στοιχεία από αντιδραστικούς και καταπιεστικούς θεσμούς με τους οποίους συνυπήρχαν, και να συνδιαμορφώσουν τους θεσμούς του μέλλοντος. Πολλές από τις προτάσεις της αποανάπτυξης λοιπόν δεν ξεκινούν από μηδενική βάση, μα βασίζονται σε επιλεκτική διαλογή στοιχείων του παρελθόντος και του παρόντος.

Μια δεύτερη πρόκληση έχει να κάνει με τον συνδυασμό των στρατηγικών που δύναται να ακολουθηθούν. μια γενική συναίνεση αποτέλεσε το γεγονός ότι, όπως και με τα κινήματα, μια ποικιλομορφία στρατηγικών είναι όχι μόνο επιθυμητή, αλλά και απαραίτητη. Κι αυτό για να αποφευχθούν φαινόμενα οικειοποίησης πρακτικών, όπως της αλληλέγγυας οικονομίας από τον καπιταλισμό, ή μιας εκφυλισμένης έννοιας του τοπικισμού από τον ακροδεξιό χώρο. Για παράδειγμα, όπως ανέφερε ο Michel Bauwens στη διάλεξή του, η χρήση ανοιχτού κώδικα κάνει μεν την παραγωγική διαδικασία πιο συμμετοχική και δημοκρατική, από μόνη της όμως δεν εγγυάται την παραγωγή οικολογικών προϊόντων, ούτε διασφαλίζει απόλυτα ότι δεν θα την οικειοποιηθούν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Παράλληλα με τα εργαλεία και τις τεχνολογίες λοιπόν, χρειάζεται και η διαμόρφωση μιας διαφορετικής παραγωγικής κουλτούρας, σε συνδυασμό με τη νομική υποστήριξη που να προστατεύει τους θεσμούς γύρω από τη χρήση του ανοιχτού κώδικα. Ανάλογο παραδείγματα αποτελεί η θεσμική ενίσχυση των κοινωνικών επιχειρήσεων.

Επίσης, η ίδια λογική ισχύει και για πολλές από τις πιο συγκεκριμένες προτάσεις που συζητήθηκαν, όπως οι ριζοσπαστικές ιδέες της θέσπισης βασικού εισοδήματος, της μείωσης των ωρών εργασίας, ή της μείωσης της παραγωγικότητας της εργασίας με την υποστήριξη θέσεων εργασίας στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Η ιδέα πίσω από αυτές τις προτάσεις είναι εντυπωσιακά απλή. Αν στόχος μας είναι η μείωση της ανεργίας, γιατί να μην την καταπολεμήσουμε άμεσα παρά αντιθέτως να στοχεύουμε στην οικονομική ανάπτυξη, που πιθανόν να δημιουργήσει θέσεις για λίγους, σε τομείς δίχως κοινωνική ωφέλεια, και με ημερομηνία λήξης, μιας και η περαιτέρω ανάπτυξη θα αυξήσει την παραγωγικότητα και θα οδηγήσει σε απολύσεις, στο βωμό του ανταγωνισμού και της καινοτομίας; Είναι εμφανές ότι κάθε μια από αυτές τις προτάσεις, για να είναι επιτυχής, πρέπει να συνοδεύεται από το αντίστοιχο όραμα, και να υποστηρίζεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλιώς μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή, όπως η μείωση του ΑΕΠ σε ένα σύστημα που κατά τ’ άλλα παραμένει νεοφιλελεύθερο, καπιταλιστικό και ανταγωνιστικό.

Ο ρόλος της αποανάπτυξης λοιπόν δεν είναι να παρουσιάσει ένα ακριβές σχεδιάγραμμα μιας μελλοντικής τέλειας κοινωνίας, ούτε όμως περιορίζεται στο να προτείνει ουτοπικές ιδέες, αποκομμένες από την πραγματικότητα και αδύνατες να κατανοηθούν. Η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον είναι η αναγνώριση και υποστήριξη αυτών των «ουτοπιών του τώρα», των πρωτοβουλιών αυτών δηλαδή που, ενώ μπορούν να επιβιώσουν και να ριζώσουν στο παρόν σύστημα, ταυτόχρονα δουλεύουν προς την κατεύθυνση της ανατροπής του. Πρωτοβουλιών που προτάσσουν ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό όραμα, όχι γενικά και αόριστα, μα βασισμένο σε ψήγματα ενός άλλου κόσμου, εδώ και τώρα.

Το ερώτημα αν έχει νόημα η ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα, δεν πρέπει να τίθεται στη βάση της μελλοντικής επιτυχίας ή αποτυχίας του κινήματος, αλλά στο αν η αποανάπτυξη αποτελεί ένα πρόταγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς ή όχι. Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ανέφερε ένας από τους διοργανωτές κατά την τελετή λήξης: «Διαλέξτε τον αγώνα σας, να φροντίζετε ο ένας τον άλλον και να διασκεδάζετε!». Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η αντιπροσώπευση στην κεντρική πολιτική σκηνή, μα η διείσδυση του λόγου και του λεξιλογίου της αποανάπτυξης σε κάθε κοινωνική σφαίρα, και η τριβή των ιδεών της με πλειοψηφικά κομμάτια της κοινωνίας, όπου εν τέλει θα συνδιαμορφωθεί και θα κριθεί.

Πάνος Πετρίδης
Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας, Βιέννη 
Alpen-Adria University of Klagenfurt



Τα όρια της αποανάπτυξης


Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας το 4ο διεθνές συνέδριο της Αποανάπτυξης (βλ. αναλυτική παρουσίαση στο άρθρο του Πάνου Πετρίδη, σελ. 4). Η αποανάπτυξη τόσο ως θεωρητική έννοια όσο και ως κοινωνικό κίνημα έχει καταφέρει να κερδίσει τα τελευταία χρόνια το δικό της, πολύ σημαντικό χώρο στη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη και πρακτική. Το ίδιο το συνέδριο το απέδειξε καθώς ένας πολύ μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών, ερευνητών και κινηματικών φορέων συμμετείχε σε επιστημονικές συζητήσεις για την εξέλιξη της οικολογικής σκέψης αλλά και σε πρακτικά εργαστήρια για τη στρατηγική του παγκόσμιου οικολογικού κινήματος. Οι υπερασπιστές της αποανάπτυξης έχουν, συνεπώς, δύο πολύ σημαντικά κεκτημένα. Εφαρμόζουν στην πράξη μια διαφορετική λογική και μεθοδολογία της επιστημονικής παραγωγής μαζί με τα κοινωνικά κινήματα και όχι απλώς για αυτά, ενώ παράλληλα διατηρούν ζωντανή και εμπλουτίζουν τη στρατηγική συζήτηση για την ανάγκη του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού.

Εντούτοις δεν μπορώ να αποφύγω να εκφράσω και τις επιφυλάξεις ή τα ανοικτά ερωτήματα για μια σειρά από αλληλένδετα ζητήματα στα οποία οι θεωρητικοί της αποανάπτυξης είτε δεν απαντούν είτε απαντούν με λανθασμένο κατά τη γνώμη μου τρόπο.

Το πρώτο στοιχείο είναι θεωρητικό και βρίσκεται στον πυρήνα της αποαναπτυξιακής σκέψης. Για το αποαναπτυξιακό πρόταγμα, τουλάχιστον κατά τον Latouche, η φύση θεωρείται μια υπεριστορική οντότητα με συγκεκριμένη καθολική οντολογία. Συνεπώς αναπαράγεται ο δυισμός ανθρώπου-φύσης ή κοινωνίας-φύσης στην ερμηνεία του οποίου μάλιστα «η φύση υπαγορεύει και ο άνθρωπος εκτελεί». μια τέτοια προσέγγιση όμως φαίνεται να προτάσσει ένα μέλλον (ένα τέλος της ιστορίας) όπου οι τύχες των κοινωνιών θα καθορίζονται από τους φυσικούς νόμους, που είναι και θα είναι σεβαστοί και καθολικοί. Στον αντίποδα, και όπως υποστηρίζω, η μαρξιστική προσέγγιση της Πολιτικής Οικολογίας προσφέρει αναλυτικά εργαλεία για να δούμε τη φύση στη διαλεκτική της σχέση με την κοινωνία. Ο μετασχηματισμός της φύσης περνά μέσα από την ανθρώπινη εργασία. Η ίδια η φύση καθορίζει αλλά και καθορίζεται από την κοινωνία, από τις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής. Αυτό είναι εξάλλου το κρίσιμο σημείο συνάντησης της οικολογίας με τα χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα: Κοινωνικο-οικολογικός, μια εναλλακτική παραγωγική ανασυγκρότηση για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, επανασύνδεση των κοινωνιών με τις συνθήκες αναπαραγωγής τους.

Ως συνέχεια της πρώτης, η δεύτερη αντίφαση εντοπίζεται στο πολιτικό πεδίο. Δεν είναι τυχαίο ότι στο λόγο της αποανάπτυξης, μικρή σημασία δίνεται στις έννοιες «εξουσία» ή/και «σχέσεις εξουσίας». Χωρίς να απλοποιώ την πλούσια προβληματική τους, οι θιασώτες της αποανάπτυξης δεν θέτουν την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και τις σχέσεις εξουσίας που αυτός ορίζει, ως σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού τους κινήματος. μπορεί να θεωρούν ότι υπάρχει (σχετική κι όχι πλήρης) ασυμβατότητα μεταξύ αποανάπτυξης και καπιταλισμού αλλά δεν θέτουν στον προβληματισμό τους τον τρόπους, τα μέσα, τα κοινωνικά και τα πολιτικά υποκείμενα που απαιτούνται για τον αναγκαίο κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό. Γι’ αυτό σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν εχθρικοί προς την πολιτική Αριστερά και τις διεκδικήσεις άλλων κινημάτων (π.χ. του εργατικού) όταν αυτά δεν συνομιλούν απευθείας με τα θεωρητικά «όρια» της αποανάπτυξης. Αρνούνται, μάλλον εύκολα, τις υπάρχουσες διαδικασίες κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού (π.χ. στις χώρες της Λατινικής Αμερικής τα τελευταία χρόνια), κατατάσσοντάς τες στις προσεγγίσεις «οικονομισμού» και «παραγωγισμού» της Αριστεράς.

Τέλος, η τρίτη αντίφαση έχει να κάνει με το κινηματικό πεδίο. με άξονες τη μικρή κλίμακα, τα οικολογικά όρια και την ανάγκη για «αρμονική συμβίωση ανθρώπου και φύσης», οι θιασώτες της αποανάπτυξης σε πολλές περιπτώσεις, προτάσσουν μια «κινηματική αυτάρκεια» και τη μη συμμετοχή τους στις υπάρχουσες πολύπλευρες κινηματικές διαδικασίες. Οι nowtopias, οι κλειστοί χώροι δηλαδή όπου ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να ζήσει σε «αρμονία με τη φύση» και εκτός του (σκληρού) καπιταλιστικού πλαισίου, συχνά θεωρούνται ως ο απόλυτος στόχος και η τελική εξέλιξη των οικολογικών κινημάτων. Παραμένουν όμως σύγχρονες μορφές απομόνωσης από την κοινωνική και κινηματική πραγματικότητα με μικρή κοινωνική συμβολή. μπορεί να αποτελούν υπαρκτά μικρά μοντέλα μιας άλλης σχέσης ανθρώπου φύσης που όμως δεν θέλουν και δεν μπορούν να γενικευθούν και να αποτελέσουν σύγχρονο, γενικευμένο και νικηφόρο αντιπαράδειγμα στο καπιταλιστικό πλαίσιο παραγωγής και κατανάλωσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΕΓΡΑΚΗΣ




Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η διαχείριση της αταξίας


του Σωτήρη Δημητρίου


ARJUN APPADURAI, Νεωτερικότητα χωρίς σύνορα, μετάφραση Κώστας Αθανασίου, επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελίδες 303


Είναι εκπληκτικά περίεργη η συσκότιση που επικρατεί στην κοινή γνώμη, αλλά και στους ειδικούς, σχετικά με τη μεγαλύτερη, σε ένταση και σε έκταση, κρίση που αντιμετώπισε ποτέ η ανθρωπότητα. Η παγκόσμια κρίση αναγγέλθηκε το 1972, επιβεβαιώθηκε το 1974, από μελέτη που έγινε με εντολή του Κίσιγκερ, ανακοινώθηκε η έναρξή της το 2008 από τους G7 στο Κιότο, ως ύφεση, και σήμερα, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, επικρατεί σιγή ιχθύος. Δεν αφορά μόνο τον τρόπο παραγωγής, το βιομηχανικό μοντέλο που συνεχώς υποβαθμίζεται, αλλά όλο το κοινωνικό σύστημα, το ηθικό σύστημα, καθώς και την οικολογική ισορροπία. Με τα μέσα αυτορρύθμισης που διαθέτει ο καπιταλισμός και τον πλήρη έλεγχο της πληροφορίας, έχει την ικανότητα να μετριάζει τις εκδηλώσεις της κρίσης και να την συσκοτίζει. Πρώτη επιστήμη που έχει χρέος να την αντιμετωπίσει είναι η ανθρωπολογία.

Ο ανθρωπολόγος Arjun Appadurai, γνωστός από το βιβλίο του «Η κοινωνική ζωή των αντικειμένων», με την τελευταία μελέτη του προσφέρει μια πολύ σημαντική ανάλυση της παγκόσμιας κρίσης. Αντίθετα από τον Ζ. Bauman, ο οποίος με το βιβλίο του «Παράπλευρες βλάβες» ερευνά τις εκδηλώσεις και τις συνέπειες της κρίσης από την πλευρά των κοινωνικών λειτουργιών και των πολιτισμικών φαινομένων, ο Appadurai εστιάζει, κυρίως, στις δομικές συνέπειες της κρίσης. Γι’ αυτό, όπως δείχνει και ο τίτλος του βιβλίου, Νεωτερικότητα χωρίς σύνορα, ο συγγραφέας αναλύει και αποκαλύπτει ότι το έθνος-κράτος που αποτελούσε το δομικό θεμέλιο της κοινωνικής οργάνωσης του αστικού πολιτισμού, γνωστού με τη μετονομασία νεωτερικότητα, βρίσκεται σε περίοδο κρίσης που εκδηλώνεται με βίαιες «ενδορρήξεις» (σελ. 207), και συνεπώς, «η νομιμότητα των εθνών-κρατών σταθερά αποδυναμώνεται» (σελ. 230). Χωρίς να προτείνει συγκεκριμένες λύσεις, ο Appadurai εντάσσει πολύ σωστά την παρακμή του έθνους-κράτους σε ένα ευρύτερο σύστημα αποδιάρθρωσης, όπου η γενική κρίση οδηγεί σε μια κατάσταση «χωρίς σύνορα». Την κατάσταση αυτή την επονομάζει «απεδαφοποίηση». Εκείνο που εννοεί με τον όρο αυτόν είναι η διαπίστωση της γενικής ανατροπής του κοινωνικού συστήματος, η οποία δίνει την εικόνα της αταξίας. Γι’ αυτό, την χαρακτηρίζει με τη μαθηματική έννοια του χάους. Στο σημείο αυτό ο Appadurai συναντά την πρόβλεψη που είχε κάνει ο K. Polanyi το 1944, ότι οι Αγορές, με άλλα λόγια ο νεοφιλελευθερισμός, θα επιτεθούν στην κοινωνία. Τι σημαίνει αυτό και πώς το βιώνουμε;
         
Η αποδόμηση του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής, που εκδηλώνεται με την μετά το 2000 συνεχή αποβιομηχανοποίηση σε όλες τις χώρες, οφείλεται στις αντιφάσεις που εμφανίστηκαν στην πορεία της ανάπτυξής του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να αρχίσουν να αποσύρονται τα κεφάλαια από τις επενδύσεις στη βιομηχανία και να συσσωρεύονται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις Αγορές, και να συνεχίζουν το κυνήγι του κέρδους με τους δανεισμούς και τη μετατροπή όλων των κοινωνικών δομών σε προσοδοφόρες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, μετατρέπουν τα πανεπιστήμια σε «συντεχνιακές επιχειρήσεις» ή μηχανισμούς απόδοσης κέρδους (Shore & Wright 2000:67˙ Fillitz 2000:245). Επεκτείνοντας σε όλες τις κοινωνικές λειτουργίες τη διαχείριση με τους όρους της αγοράς και σε συνδυασμό με την ελεύθερη διακίνηση του κεφαλαίου, την παγκοσμιοποίηση, την εμπορευματοποίηση και τη διαφθορά η οποία χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του κεφαλαίου, όταν αυτό εκτοπίζεται από την παραγωγική διαδικασία, προκύπτει γενική αποδιάρθρωση των πολιτισμικών δομών. Η επίθεση των αγορών στην κοινωνία την μεταβάλλει σε εργαλείο μεγιστοποίησης του κέρδους, οπότε αντιστρέφονται οι όροι και, ενώ η οικονομία αποτελούσε όργανο της ύπαρξης και της ανάπτυξης της κοινωνίας, μετατρέπεται σε ρυθμιστή της.

Οι οικονομολόγοι κατέλαβαν τις θέσεις των πολιτικών και οι κοινωνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, πλέον, για τη ρύθμιση των ανθρώπινων αναγκών και τη διασφάλιση της κοινωνικής ευρυθμίας, αλλά για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της απόδοσης κέρδους. Τα κοινωνικά και τα ηθικά κριτήρια, όσα και όταν υπήρχαν, αντικαθίστανται από τα επιχειρησιακά. Επομένως, το σύνταγμα, που χρησίμευε για τον έλεγχο της κοινωνικής ευρυθμίας, παύει να έχει αξία χρήσης. Η αποδιάρθρωση και η αταξία που προκύπτουν αποτελούν το οικείο περιβάλλον λειτουργίας του νεοφιλελευθερισμού. Μπορούμε, πλέον, να πούμε ότι «ο καπιταλισμός διαχειρίζεται την αταξία». Επιβιώνει και λειτουργεί διαμέσου της αταξίας.

Οι κύριες συνέπειες της αντιστροφής αυτής είναι: Πρώτον, η διαχείριση της αταξίας σε περιβάλλον αποδιάρθρωσης συνεπάγεται αναγκαστικά και αντίστοιχες διαδικασίες, διαστροφές, ρήξεις, βιοεξουσία, γενοκτονίες κ.ά. Δεύτερο, για τη διερεύνηση και κατανόησή τους επιβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας νέων κριτηρίων και εννοιών.   

Ο τρόπος ανάλυσης της παγκόσμιας κρίσης από τον Appadurai συμβάλλει σημαντικά στη διάλυση της συσκότισης που μας περιβάλλει και στην κατανόηση των βασικών όρων που την διέπουν, πράγμα που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να την κατανοήσουμε και να διατυπώσουμε προτάσεις για την επίλυσή της. Αποτελεί υπόδειγμα ερευνητικής διαδικασίας βοηθά για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παγκόσμιας κρίσης. Ένα πρώτο συμπέρασμα που μπορεί να προκύψει από τις αναλύσεις του είναι το εξής: Εφόσον, όπως το εξηγεί πολύ αναλυτικά, το έθνος-κράτος αποδυναμώνεται και διαχέεται μέσα σε ένα ευρύτερο χώρο «διεθνών ροών χρηματοοικονομίας» και αναπαραστάσεων, η επίλυση της κρίσης μέσα στα όρια και στα μέσα του έθνους-κράτους καθίσταται ανεδαφική. Συνεπώς, η πολιτική εξόδου από την κρίση οφείλει να διεξαχθεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρώπης. Την ίδια άποψη διατυπώνουν επίσης σε πρόσφατο άρθρο τους οι Τ. Νέγκρι και Σ. Μετζάντρα που δημοσιεύτηκε στην «Εποχή». Η οπτική αυτή δικαιώνει τόσο την αξία του διεθνιστικού χαρακτήρα της πάλης, όσο και την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.


Βιβλιογραφία

Bauman, Z., 2011, Collateral damages, Cambridge/Malden, Polity. Fillitz, T., 2000, «Academia same pressures, same conditions of work?», στο      Strathern, M., (ed.) Audit Cultures, London/New York, Routledge.  

Νέγκρι, Τ. & Σ. Μετζάντρα, 2014, «Η ‘δυσανάγνωστη’ Ευρώπη», Εποχή 29/06.

Shore, C. & S. Wright, 2000, «Coercive accountability: The rise of audit culture»  στο Strathern, M., (ed.) Audit Cultures, London/New York, Routledge.


Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ανθρωπολόγος


Πηγή Αναγνώσεις της "Αυγής"

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Michel Foucault (1926–1984)



Εξ-ουσία: απ-ουσία ή παρ-ουσία;


§1: Πώς αποτιμάται η συμβολή του Φουκώ στην ανά-λυση των πολυδαίδαλων δομών της εξουσίας; Με δεδομένο ότι ο ίδιος διήλθε μέσα από τις μεγάλες λεωφόρους του «Δομισμού» και του «μετα-Δομισμού», ξέρει να αναγιγνώσκει την Ουσία της εξ-Ουσίας όχι με τον μονοσήμαντο παραδοσιακό τρόπο: μια χούφτα εξουσιαστές από τη μια πλευρά και τα πληβειακά στρώματα και σώματα των εξουσιαζομένων από την άλλη, αλλά μέσα από την αναλυτική προσέγγιση της εξουσίας ως της Λερναίας Ύδρας με τα πολλά κεφάλια, στο οποία συχνά-πυκνά αντιστοιχεί όχι μόνο η δεδομένη χούφτα, αλλά και βλέψεις πολλών πληβείων. Εξάλλου, η καθημερινή πρακτική διδάσκει πως οι πιο σκληροί και επικίνδυνοι εκπρόσωποι της εξ-ουσίας προέρχονται από πρώην «πεινασμένους» και «εξαθλιωμένους», οι οποίοι εισέρχονται στον πολιτικό στίβο με τα λεγόμενα «προοδευτικά»-«σοσαλδημοκρατικά» ιδεοληπτικά προσωπεία. Η μορφή του υποκειμένου, που κρύπτεται πίσω από τέτοιου είδους προσωπεία, αφορά το ναρκισσιστικό υποκείμενοˑ εκείνο δηλαδή που προτάσσει την πρωτοκαθεδρία  –γνωσιακή, συνειδησιακή, πρακτικιστική κ.λπ.– της δικής του υποκειμενικότητας και επιδιώκει, μέσω της εξουσίας, την απεριόριστη απόλαυση αυτής της πρωτοκαθεδρίας. Ο Φουκώ αναζητεί όχι μόνο τους συνειδητούς, αλλά κυρίως τους μη-συνειδητούς, τους ασυνείδητους παράγοντες επικαθορισμού αυτής της υποκειμενικότητας.

§2:  Έτσι εκκινεί από τη γνώση ως εξουσία για να προχωρήσει μέσα στο λαβύρινθο των μικρο-εξουσιών και ευρύτερα των πειθαρχικών μηχανισμών και τεχνικών. Όταν λοιπόν συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του σε μια πολιτική ανάγνωση της κοινωνίας, αναγνώριζε ρητά την ανάγκη ουσιαστικής πολιτικοποίησης της γνώσης. Πώς κατανοεί αυτή την ανάγνωση και αυτή την πολιτικοποίηση; Προφανώς όχι υπό τη μορφή μυωπικών αντιπαραθέσεων, παραδοσιακής υφής, ανάμεσα σε «συντηρητισμό» και «προοδευτισμό», ή ασφυκτικού εναγκαλισμού της θεωρίας από έναν ακίνδυνο πρακτικισμό και ακτιβισμό, αλλά υπό την προοπτική της προβολής μιας σκέψης, που τελεί πάντοτε σε κίνηση, δηλαδή αναπροσανατολίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκώς μεταβαλλόμενων καταστάσεων και επιζητεί να εισχωρεί στο πεδίο κατανόησης αυτών των καταστάσεων και γενικότερα της κάθε ύποπτης ή ανύποπτης συγκυρίας.  Αυτός ο τρόπος σκέψης του επιτρέπει να μην αναλώνεται σε υιοθετήσεις αφηρημένων προτύπων ζωής και να μην αναλαμβάνει να ομιλεί ως εκπρόσωπος λογής-λογής ομαδοποιημένων συμφερόντων. Κατ’ αυτό το πνεύμα χωρεί πέρα από την καθεστηκυία πρακτική της εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης και προσηλώνει το στοχαστικό του βλέμμα στην ενικότητα του παρόντος, στη μοναδικότητά του. Έτσι ξαναδιαβάζει το καθολικό, π.χ. την κοινωνία, την πολιτική κ.λπ. όχι ως ένα αφηρημένο όλο, αλλά ως εκείνο που μέσα του περιέχει το ενικό· ως την κοινωνία, ας πούμε, που περιέχει συγκεκριμένους χώρους εγκλεισμού, καθορισμένες δομές πειθαρχίας κ.α.

§3:  Δυνάμει αυτής της γραμμής σκέψης, ο Φουκώ  απομυθοποιεί τον ρόλο των διανοουμένων και τον ρόλο της θεωρίας σε σχέση με την ανάγκη διαφώτισης και δράσης των μαζών. Γνώση, αλήθεια και λόγος αποτελούν μορφές εξουσίας, στις οποίες θα χρειαζόταν να αντιστέκεται ο διανοούμενος. Η ως τώρα καθιερωμένη θεωρητική πρακτική του τελευταίου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δυστυχισμένη πρακτική, κατά το πρότυπο της δυστυχισμένης συνείδησης στον Χέγκελ.  Τούτο σημαίνει, πέραν των άλλων, ότι η σκέψη του Φουκώ δεν εγκλείεται στην παραγωγή ολοποιητικών μορφωμάτων γνώσης, ενταγμένων στην εξελικτική εκδίπλωση μιας καθολικής ιστορίας, μονοσήμαντα προσανατολισμένης, αλλά διανοίγεται στην ανάδειξη του συμβάντος, φιλοσοφεί επ’ αυτού: εκτυλίσσεται ως σκέψη του ενικούˑ του ενικού που απηχεί μια καθορισμένη εκάστοτε κατάσταση, π.χ. την κατάσταση στις επιχειρήσεις, στο σχολείο, στην εκπαίδευση, στη φυλακή κ.α.,  και το οποίο δεν ανάγεται σε κάποια διαμεσολάβηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνύει τον ενδεχόμενο, τον δυνάμενο να ισχύει, χαρακτήρα των συστημάτων γνώσης και εξουσίας και κινείται στα όρια των δομήσεων και αποδομήσεών τους. Η κίνηση τούτη της σκέψης (του) μεταμορφώνεται έτσι σε κίνηση απελευθέρωσης, σε πράξη ελευθερίας, γιατί επιχειρεί να καταδείξει χώρους ελευθερίας ανάμεσα σ’ αυτά τα συστήματα, ανάμεσα στα διάκενά τους, στις συνάφειές τους, στις δομήσεις και αποδομήσεις τους.

§4:  Οι εν λόγω χώροι ελευθερίας καθιδρύουν μια άλλη λογική θεώρησης εκ μέρους του ανθρώπινου υποκειμένου, αλλά και άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας. Ως προς το πρώτο ζητούμενο, καθιδρύουν μια πρακτική του υποκειμένου ως εαυτού. Πώς συμβαίνει αυτό; Ό,τι απηχεί τη λογική του συστήματος παραπέμπει σε ένα συμβάν, που θέτει σε κίνηση τη γνώση και τη δράση του εαυτού. Εάν, για παράδειγμα, το σύστημα εξουσίας αποτελεί μια ολότητα και σχετίζεται με ιεραρχικές ολοποιήσεις, η λογική του εκφράζεται στο ένα ή άλλο σημείο ή πεδίο αυτής της εξουσίας, ας πούμε στο πεδίο της εκπαίδευσης, του εργοστασίου κ.λπ. Η δράση, ήτοι η αντί-δραση του εαυτού απέναντι σε ένα τέτοιο πεδίο ανάγει το ερέθισμά της στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο πεδίο στην εκάστοτε λειτουργία του ή εφαρμογή του λαμβάνει χώρα για το υποκείμενο ως συμβάν που προκαλεί την ενεργοποίηση, την κινητοποίηση του εαυτού ως διαμαρτυρία, ως απεργία κ.λπ. Αυτή η ενεργοποίηση και κινητοποίηση αποτελεί μια έκρηξη των ίδιων των εμπλεκομένων και όχι κάποιων άλλων. Γενικότερα, σε επίπεδο μαζών, αυτή η θεώρηση του Φουκώ εγγράφει στη δράση τους το συμβάν ως πρακτική ελευθερίας, με το νόημα ότι ενεργοποιούνται αγωνιστικά ενάντια σε αυτό που τις βρίσκει, που τις συντυχαίνει και τις αλλάζει. Κάθε στάση βέβαια σε σχέση με το συμβάν της εξουσίας, για παράδειγμα, δεν είναι ή δεν γίνεται αυτόματα αγωνιστική, αλλά αρχίζει να στέκεται αγωνιστικά, όταν ο εαυτός –το άτομο, η μάζα κ.λπ.– επιλέγει τις κατάλληλες μορφές αγώνα κάθε φορά. Πώς μπορεί να επιλέγει τις κατάλληλες μορφές; Όταν γνωρίζει τι σημαίνει εξουσία;  Έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ζητούμενο: στην άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας.

§5:  Πώς προσπαθεί να σκεφτεί την εξουσία ο Φουκώ; Χωρίς να παραγνωρίζει την παραδοσιακή θεωρία και πρακτική του κράτους, διαπιστώνει ότι το πεδίο άσκησης και λειτουργίας της εξουσίας είναι πολύ ευρύτερο από τις ως τώρα σχετικές εννοήσεις και κατανοήσεις. Η εξουσία με τις δομές, τους μηχανισμούς της, τις διευθυντικές ή πειθαρχικές και καταπιεστικές της δομές  και όλες τις παρόμοιες πτυχές δεν στοιχειοθετεί απλώς μια κατάσταση συντήρησης, με την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία, αλλά και μια διαρκώς μετασχηματιζόμενη κατάσταση. Επομένως, κάθε αντίσταση ξεκινά από το δικό της πεδίο δράσης για να ενσωματωθεί σε ευρύτερες στρατηγικές. Όπως τονίζει ο φιλόσοφος, «κάθε αγώνας ξεδιπλώνεται γύρω από μια ιδιαίτερη εστία εξουσίας». Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να καταγγέλλονται αυτές οι εστίες, να καταδεικνύονται, να εντοπίζονται. Σε κάθε περίπτωση, η προβληματική γύρω από την ουσία της εξουσίας σχετίζεται με την εν τη πράξει κατανόηση πολυσύνθετων στρατηγικών καταστάσεων σε μια δεδομένη κοινωνία  και όχι μόνο με μια γενική κατονομασία ενός θεσμού ως εξουσίας. Απ’ αυτή την άποψη, η εξουσία δεν έρχεται μόνο από τα πάνω, αλλά και από τα κάτω. Παντού παρατηρούμε «πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, τις περιορισμένες ομάδες, στους θεσμούς». Στη συνάφεια τούτη, η σύλληψη της εξουσίας που προτείνει ο Φουκώ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις μικρο-εξουσίες που μας περικυκλώνουν και μας καθορίζουν καθημερινά: μικρο-εξουσίες πάνω στα σώματά μας, για να καθίστανται πιο παραγωγικά, πειθαρχημένα, εργασιομανή κ.λπ., και κατ’ επέκταση πάνω σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα.


Πηγή hegel-platon

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Είναι οι κύβοι σφαίρες;


του Χρήστου Λάσκου


GEORGE G. SZPIRO, Η «εικασία» του Πουανκαρέ, Μετάφραση: Θεοφάνης Γραμμένος
εκδόσεις "Τραυλός", σελίδες 448.

Όσο δεν ήμουν σημαντικός, είχα τη δυνατότητα της  επιλογής να κάνω κάτι άσχημο [υπονοώντας την έλλειψη αξιοπρέπειας και ήθους στη μαθηματική κοινότητα] ή, αν δεν συμφωνούσα να το κάνω, έπρεπε να ανεχθώ να με μεταχειρίζονται σαν σκυλάκι. Τώρα, που έγινα ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο, δεν μπορώ να παραμείνω ένα σκυλάκι που δεν λέει κουβέντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να τα παρατήσω […] Ακόμα και εκείνοι, οι έστω και λίγο έντιμοι, ανέχονται αυτούς που δεν είναι.
ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΠΕΡΕΛΜΑΝ


Ο Γκριγκόρι Πέρελμαν είναι πραγματικά ένα πολύ σπουδαίο πρόσωπο. Είναι σπουδαίο πρόσωπο γιατί επέλυσε έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους των μαθηματικών. Αλλά είναι, ακόμη περισσότερο, σπουδαίο πρόσωπο λόγω του τρόπου με τον οποίο διαχειρίστηκε την «επιτυχία» του αρνούμενος όλα τα παρεπόμενα οφέλη. Όχι μόνο αρνήθηκε το Μετάλλιο Φιλντς, το αντίστοιχο των Νόμπελ για τα μαθηματικά, αλλά αδιαφόρησε ολοκληρωτικά και για το έπαθλο του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, που προσέφερε –και συνεχίζει να προσφέρει- το Ινστιτούτο Μαθηματικών Κλέι της Βοστόνης για την επίλυση οποιουδήποτε από τα επτά μαθηματικά Προβλήματα της Χιλιετίας.  Αρκούσε να απλώσει το χέρι του, αφού τηρούσε την προϋπόθεση της δημοσίευσης σε ένα έγκριτο περιοδικό. Δεν το έκανε ποτέ, αλλά προτίμησε να αναρτήσει τρεις εντυπωσιακές εργασίες στο διαδίκτυο, εξευτελίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τα διαδεδομένα κίνητρα, και μαζί τις πρακτικές, τις μεθόδους παρουσίασης και τις επιβραβεύσεις της σύγχρονης δυτικής Ακαδημίας.

Ο Πέρελμαν, χωρίς καμιά αμφιβολία, ξεκαθάρισε το ένα από αυτά τα επτά «μυστήρια», που ήταν καταχωρισμένο στην ιστορία των μαθηματικών με τον τίτλο «Εικασία του Πουανκαρέ».  Γι’ αυτό και ήταν πολύ μεγάλο το βάρος της μη εμφάνισής του, στις 22 Αυγούστου του 2006, στο 25ο Διεθνές Συνέδριο Μαθηματικών της Μαδρίτης,  για την απονομή του Μεταλλίου Φιλντς από τον Βασιλιά Χουάν Κάρλος, που ακόμα περιμένει.

Βέβαια, όπως έγινε γνωστό στη συνέχεια, ο Πέρελμαν ούτως ή άλλως ήταν, ήδη και σε όλη του τη ζωή, «περιθωριακή» φιγούρα. Παρέμεινε, παρόλο που είχε εξαιρετικές προτάσεις από τις ΗΠΑ, στο Ινστιτούτο Στεκλόφ της Πετρούπολης με ασήμαντο μισθό και κακές συνθήκες ζωής και εργασίας μέχρι το 2005 –και, έκτοτε, εν πολλοίς αγνοείται.

Στην πραγματικότητα, όμως, η «εκκεντρικότητα» του Πέρελμαν ίσως δεν είναι όσο εκκεντρική… φαίνεται. Το υπαινίσσεται και ο Szpiro, όταν, παρουσιάζοντας την ισχυρότατη αντίδραση ενός άλλου Ρώσου μαθηματικού, του Βέρσικ, απέναντι στα χρηματικά έπαθλα, ως κίνητρα της επιστημονικής δραστηριότητας («η χειρότερη έκφραση της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας»), γράφει: «Αυτός ο τρόπος ομιλίας, ο οποίος απηχεί τα καθαρά συναισθήματα του Πέρελμαν, φέρνει στο νου τον αξιέπαινο, ίσως αφελή, ιδεαλισμό του σοβιετικού συστήματος, στο οποίο και οι δύο, Βέρσικ και  Πέρελμαν, είχαν ανατραφεί». Δεν ήταν του συστήματος ο «ιδεαλισμός», αλλά της κομμουνιστικής ιδεολογίας[1], κάποια στοιχεία της οποίας, προσχηματικά, έπρεπε το σύστημα να αξιοποιεί για τη νομιμοποίησή του. Είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, τύποι σαν τον Πέρελμαν τα πίστευαν αποδεικνύοντας στη συνέχεια πως τα, εξ αυτών των στοιχείων, παραγόμενα κίνητρα ήταν πολύ αποτελεσματικά για την επιστημονική δραστηριότητα.

* * *

Το βιβλίο του Szpiro μας ξεναγεί σχεδόν μυθιστορηματικά στην υπόθεση, που κατέληξε σε όσα προηγουμένως αναφέραμε. Ξεκινάει με την περιγραφή της ζωής και του έργου του Ανρί Πουανκαρέ, καθώς και όσων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση της περίφημης «Εικασίας». Παρουσιάζει την εξέλιξη ενός κλάδου των μαθηματικών, στο πλαίσιο του οποίου εκτυλίχθηκαν τα παραπάνω.

Όταν ο Πουανκαρέ, ο ένας από τους τελευταίους δύο μαθηματικούς –ο άλλος ήταν ο Νταβίντ Χίλμπερτ-   οι οποίοι είχαν πλήρη κατανόηση του συνόλου των μαθηματικών της εποχής τους, της Belle Époque, που έληξε άδοξα πριν από 100 ακριβώς χρόνια με την ανθρωποσφαγή του Μεγάλου Πολέμου, διατύπωσε την «Εικασία», ο μαθηματικός αυτός κλάδος δεν είχε ακόμη κατοχυρώσει ούτε καν το όνομά του. Ό,τι σήμερα ονομάζεται Τοπολογία τότε αναφέρονταν με διάφορα ονόματα, όπως Ανάλυση Θέσης (Analysis Citus).

Τι είναι, όμως, η Τοπολογία;

Ας ξεκινήσουμε με ένα παράθεμα του Szpiro: «Σε τρεις μαθηματικούς έδειξαν έναν κύβο και τους ζήτησαν να περιγράψουν τι βλέπουν. Ο πρώτος, ένας γεωμέτρης, απάντησε: «Βλέπω έναν κύβο». Ο δεύτερος, μια καθηγήτρια εξειδικευμένη στη θεωρία γραφημάτων, τόλμησε να πει: «Βλέπω οκτώ σημεία, τα οποία συνδέονται με δώδεκα ακμές». Ο τρίτος, ένας τοπολόγος, δήλωσε: «Είναι ολοφάνερο-βλέπω μια σφαίρα» (σελ. 83).  Η ιστορία αυτή θέλει να πει πως οι διάφοροι κλάδοι των μαθηματικών  βλέπουν το ίδιο αντικείμενο με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ακόμα περισσότερο, βλέπουν τον κόσμο με πολύ διαφορετικό τρόπο. Ο καθένας βλέπει ό,τι επιλέγει και αγνοεί όλα τα υπόλοιπα.

Η Τοπολογία, λοιπόν, είναι ο κλάδος που αδιαφορεί για τις γωνίες, τις αποστάσεις και το ακριβές σχήμα των αντικειμένων.  Στην πραγματικότητα απελευθερώνει τη γεωμετρία από τους περιορισμούς της μέτρησης. Η Τοπολογία ασχολείται με τα γεωμετρικά αντικείμενα χωρίς ποτέ να ενδιαφέρεται για οποιουδήποτε είδους μέτρηση. Αν, όμως, δεν μετράμε τότε τι μπορούμε να κάνουμε με τα αντικείμενα; Αυτό, λοιπόν, που κάνουν οι τοπολόγοι είναι να ταξινομούν τα αντικείμενα με κριτήριο χαρακτηριστικά τους που είναι αναλλοίωτα. Χρησιμοποιώντας για παράδειγμα δισδιάστατες  επιφάνειες καταλήγουν στο συμπέρασμα πως μια σφαίρα, ένα αυγό, ένας κύβος, αλλά κι ένα ποτήρι (προσοχή, μιλάμε για τις επιφάνειες) στην πραγματικότητα είναι το ίδιο αντικείμενο. Το κριτήριο ομοιότητας είναι το γεγονός πως πρόκειται για αντικείμενα των οποίων οι επιφάνειες δεν έχουν καμία τρύπα. Η φαντασιακή πρακτική, που το αποδεικνύει, είναι η δυνατότητά μας, αν τα εν λόγω αντικείμενα είναι φτιαγμένα από πηλό, να τα μετασχηματίσουμε το ένα στο άλλο παραμορφώνοντάς τα συνεχώς.

Για να το πούμε αλλιώς, οι τοπολόγοι ασχολούνται με το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε ένα ποτήρι του νερού σε σφαίρα τεντώνοντας, συμπιέζοντας, συστρέφοντας, αλλά όχι κόβοντας ή συγκολλώντας. Έτσι, όλα τα αντικείμενα που μετατρέπονται το ένα στο άλλο με τέντωμα, συμπίεση, συστροφή ή περιστροφή, αλλά χωρίς τεμαχισμό ή συγκόλληση είναι, από τοπολογική άποψη, πανομοιότυπα, καλύτερα είναι το ίδιο αντικείμενο.  

Η Εικασία του Πουανκαρέ, σε όσο το δυνατό λιγότερο τεχνική γλώσσα, διατυπώνεται ως εξής: Κάθε σώμα που δεν περιέχει τρύπες και δεν είναι συστραμμένο[2], μπορεί να μορφοποιηθεί και να πάρει το σχήμα μιας σφαίρας (Και τα δύο, το σώμα και η σφαίρα, είναι τρισδιάστατα αντικέιμενα στον τετραδιάστατο χώρο) (σελ. 144). Αυτήν την πρόταση ξεκαθάρισε οριστικά ο Πέρελμαν, ολοκληρώνοντας το έργο πολλών δεκάδων κορυφαίων μαθηματικών, που εργάστηκαν για περισσότερο από έναν αιώνα. Και αυτήν την περιπέτεια περιγράφει ο Szpiro με γλαφυρές λεπτομέρειες.

Θα πει, βέβαια, κάποιος: δεν είναι πολύ αφηρημένα όλα αυτά; Ποια είναι η χρησιμότητά τους; Γιατί να διαβάσω ένα τέτοιο βιβλίο, αν δεν έχω ειδικά ενδιαφέροντα; Μια απάντηση είναι πως αυτά τα «αφηρημένα» είναι πολύ θεμελιώδη για την οικοδόμηση πολύ περισσότερο «άμεσων» –και όχι μόνο- θεωρητικών κατασκευών. Η θεωρία καταστροφών με εκτεταμένες εφαρμογές ακόμη και στην οικονομία, την κοινωνιολογία, ;h την κλιματολογία, η θεωρία κόμβων, με άμεση εφαρμογή στη γενετική και γενικότερα στην βιολογία, είναι πολύ χαρακτηριστικές. Όπως είναι και η θεωρία χορδών, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει ανοίξει νέους ελπιδοφόρους δρόμους στην κατανόηση των «έσχατων» επιπέδων της ύλης. Η κυριότερη απάντηση, ωστόσο, είναι πως αυτά τα «αφηρημένα» είναι μαγικά. Τόσο που δικαιούνται πολύ περισσότερο κόπο από αυτόν που απαιτεί η μελέτη του βιβλίου του George Szpiro.

--------------------------------------
[1] Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ένας από τους κυριότερους προδρόμους του Πέρελμαν, στο κυνήγι της «Εικασίας»,  υπήρξε ο Πέτρος Παπακυριακόπουλος, ο οποίος έκανε το διδακτορικό του μέσα στην Κατοχή, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο,  πήρε μέρος από την πλευρά του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά, ακολούθησε την έξοδο από την Αθήνα στην ύπαιθρο, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως δάσκαλος στην Καρδίτσα, μετά τη Βάρκιζα επέστρεψε στο ΕΜΠ, για να απολυθεί το 1946. Διασώθηκε, τελικά, όταν έστειλε την εργασία του στον μεγάλο αμερικανό μαθηματικό Ραλφ Φοξ και αυτός, εντυπωσιασμένος, τον κάλεσε στο Πρίνστον, αλλάζοντας τη μοίρα του. Βλ. και Απόστολος Δοξιάδης, Ο θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ, Καστανιώτης.

[2] Το πιο διάσημο συστραμμένο αντικείμενο είναι η λωρίδα του Μέμπιους, που παράγεται από μια κορδέλα, την οποία συστρέφουμε μια φορά και στη συνέχεια ενώνουμε τις άκρες της. Είναι προφανές πως, σε αυτήν την περίπτωση, για να φτάσουμε στο ίδιο σημείο πάνω της πρέπει να τη διατρέξουμε δύο φορές. Μπορούμε να πούμε πως πρόκειται για μια κορδέλα που έχει μία μόνο επιφάνεια. 

Το ραντεβού της αριστεράς με την ιστορία


του Κώστα Δουζίνα



Δύο θέματα κυριαρχούν στην πρόσφατη συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς: η «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και, δεύτερον, το στρατηγικό δίλημμα πολιτικές συμμαχίες ή κοινωνικά κινήματα, ρεαλισμός ή σοσιαλισμός.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Η θέση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  «έχασε» τις εκλογές, παρ’ ό,τι πήρε 4% πάνω από την ΝΔ, ήταν αρχικά η απεγνωσμένη επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, το πιο γελοίο κομμάτι του περίφημου success story. Δώστε μου κι άλλες τέτοιες ήττες θα έλεγα. Aυτού του είδους το «χάσιμο» αποτελεί τον βασιλικό δρόμο για την τελική νίκη. Αλλά το επιχείρημα γίνεται πιο δύσκολο όταν προέρχεται από αριστερούς: το κίνημα δεν πάει καλά, ο κόσμος πήγε σπίτι του, οι αντιστάσεις δεν προχωρούν. Αυτά άκουγα, θυμάμαι, και πριν τρία χρόνια, την άνοιξη του 2011, και πέρσι τον χειμώνα. Το 2011 ήλθε το Σύνταγμα σαν θαύμα και άλλαξε το σκηνικό. Το πλήθος του 2011 έγινε κυρίαρχος λαός το 2012 υιοθέτησε τον ΣΥΡΙΖΑ και ψήφισε αριστερά. Πάλι τον δύσκολο χειμώνα του 2013 ακολούθησε η επιτυχία των ευρωεκλογών. Οι βιαστικοί πίστεψαν ότι η συνολική αλλαγή είναι πια ζήτημα μηνών. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την άποψη αυτή «δημοκρατικό δρόμο για τα χειμερινά ανάκτορα». Αλλά δεν έχουμε πια Βαστίλλες και ανάκτορα που μπορούμε να καταλάβουμε με μια μεγαλειώδη επίθεση. Όμως η ελπίδα μιας θεαματικά γρήγορης αύξησης της εκλογικής επιρροής εμπνέεται από την ίδια λογική. Μια ακόμη προσπάθεια ριζοσπάστες, λοιπόν, να μαζέψουμε ψήφους ή να βγάλουμε τον κόσμο στους δρόμους και ο σοσιαλισμός έρχεται.


Απέτυχαν οι αντιστάσεις;

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν επανάσταση και οι κινητοποιήσεις έχουν περιοδικότητα, αυξομειούμενη έκταση και μεταβαλλόμενη ένταση. Ο κόσμος που έχει χάσει σχεδόν 50% του εισοδήματός του δεν μπορεί να είναι συνέχεια στους δρόμους. Προτεραιότητα αποτελεί η επιβίωση και η δουλειά, αν υπάρχει, η οικογένεια, η φιλία, η διασκέδαση, τα ταπεινά και καθημερινά που κάνουν τη ζωή υποφερτή.  Ο κόσμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ζει ως επαγγελματικά στελέχη αριστερού κόμματος. Ένας λαός που βρίσκεται συνεχώς σε πορείες και διαδηλώσεις έχει ιδεολογική καθαρότητα αλλά εξαιρετικά περιορισμένη ζωή, όπως δείχνουν πολλές συζητήσεις σε κομματικά έντυπα. Η ηγεμονία δεκαετιών δεν ανατρέπεται από στιγμιαία αγανάκτηση και μεμονωμένες ενέργειες, αλλά από την αργή, σταδιακή και γεμάτη πισωγυρίσματα αλλαγή πρακτικών ζωής.

Παρά τις πιέσεις της καθημερινότητας, οι αντιστάσεις στην Ελλάδα είναι περισσότερες και πιο δυναμικές από τις άλλες χώρες της κρίσης. Τις χαρακτηρίζουν η επιμονή, ο πολιτικός χαρακτήρας και η πρωτοτυπία. Στις απεργίες των γιατρών του ΕΣΥ και των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων, στις κινητοποιήσεις της ΕΡΤopen, των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ και των Σκουριών, οι αντιστεκόμενοι συνδέουν τα επιμέρους αιτήματά τους με την αλλαγή της κυβέρνησης και πειραματίζονται με τις μορφές της αντίδρασης. Οι εκστρατείες αλληλεγγύης, οι πρωτοβουλίες εναλλακτικής κοινωνικής οικονομίας, τα τοπικά πολιτισμικά δρώμενα πολλαπλασιάζονται και συνδέουν μερικά ή συντεχνιακά αιτήματα με το γενικό καλό, τη διαμαρτυρία με την πολιτική ανατροπή.  Ο κοινωνικός χάρτης έχει αλλάξει λοιπόν και ο πολιτικός ακολουθεί. Πολύς κόσμος έχει πολιτικοποιηθεί, με την πραγματική έννοια του όρου, αλλά δεν εμπιστεύεται την πολιτική τάξη και το κόμματα. 

Σ’ αυτό η Ελλάδα δεν διαφέρει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα κόμματα φθίνουν παντού. Στην Μεγάλη Βρετανία, το κυβερνών Συντηρητικό κόμμα έχει μόνο 110.000 μέλη –στη συντριπτική πλειοψηφία συνταξιούχους- και το Εργατικό 180.000 – πολλοί εκ των οποίων γράφονται στο κόμμα αυτόματα λόγω της ένταξής τους σε συνδικάτα. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη σταδιακή διαδικασία μαρασμού των παραδοσιακών κομμάτων; Οι προφανείς ερμηνείες θα μιλήσουν για την απομάκρυνση της πλειοψηφίας από την πολιτική. Τα συνεχή σκάνδαλα, η διαφθορά και η διαπλοκή, η αίσθηση ότι η εναλλαγή κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς δεν αλλάζει στο παραμικρό τις κρατικές πολιτικές έχει δημιουργήσει τη λαϊκή αποστροφή και αποχή από τα πολιτικά. Την μεγαλύτερη ευθύνη έχουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. 

Τα ερείπια του τείχους του Βερολίνου πέσανε στα κεφάλια των ευρωπαίων αριστερών και άνοιξαν την αντιδραστική εικοσαετία που τέλειωσε με την τραπεζική κρίση του 2008 και τις αντιστάσεις του 2011. Η κεντροαριστερά καταστράφηκε ολοσχερώς: Ο Μπλαιρ, ο Σρέντερ, ο Σημίτης, ο Ζοσπέν και ο Ζαπατέρο υιοθέτησαν τον νεοφιλελευθερισμό με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από τους δεξιούς, κόβοντας τους δεσμούς τους με την κοινωνική δικαιοσύνη και υποσκάπτοντας το κοινωνικό κράτος, μεταπολεμικό δημιούργημα της σοσιαλδημοκρατίας. Η κεντροαριστερά πέθανε, μόνο που καθυστερεί κάπως η κηδεία. Όπως μου έλεγε πρόσφατα ένας δήμαρχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος που θα οδηγούσε έναν νέο στο πρώην κόμμα του. Μόνο οι μηντιακές δημιουργίες, αλά Γκρίλλο, Θεοδωράκη και Φαράζ, μπορούν να  επιβιώσουν. Αλλά σ’ αντίθεση με τις συνηθισμένες κριτικές, η έλλειψη πολιτικών δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά το μεγάλο τους ατού: μπορούν να σημαίνουν όλα σε όλους και ταυτόχρονα απολύτως τίποτε. Όλα τα παίρνει το ποτάμι: η ντεκαφεϊνέ εκδοχή της πολιτικής ανάγει την έλλειψη ιδεολογίας σε υπέρτατη ιδεολογία. Η «έλλειψη» ιδεολογίας αποτελεί την πιο επιθετική ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.


Πολιτική και εργασία

Αλλά πρέπει να πάμε τις αναλύσεις μας πιο πέρα. Η σημερινή μορφή κόμματος και συνδικάτου ανάγεται στην περίοδο της συγκεντρωτικής παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας του 20ού αιώνα. Η συγκέντρωση της εργασίας σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες) και της πολιτικής στη Βουλή και την κυβέρνηση δημιούργησε την ανάγκη κεντρικής οργάνωσης και αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρώνονταν με την συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου γύρω από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι εκλογές και οι επέτειοι, ή οι μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις – απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες.

Σήμερα η εργασία έχει αλλάξει ριζικά και η πολιτική αποκεντρώνεται.  Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε την έννοια της «γενικής διάνοιας», της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης, γλώσσας και επικοινωνίας, στο Grundrisse. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα όμως η γενική διάνοια έχει ριζοσπαστικοποιηθεί και γενικευθεί, αποτελώντας βασική παραγωγική δύναμη. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις, αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γίνονταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: ιδέες, σημεία και λόγια γίνονται αμέσως υλικά αντικείμενα και πηγαίνουν στην αγορά...

Ο χρόνος και ο χώρος της παραγωγικής διαδικασίας άλλαξε. Η διάκριση μεταξύ του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου εξαλείφεται. Ο εργαζόμενος πρέπει συνεχώς να επιμορφώνεται, να αποκτά νέες δεξιότητες και γνώσεις, για να κυνηγήσει την επόμενη επισφαλή απασχόληση. Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες, χωρίς πολιτικές ή συνδικαλιστικές συγκλήσεις. Ο ύστερος καπιταλισμός προωθεί διαδράσεις αλλά όχι πολιτική συμπόρευση, επικοινωνία αλλά όχι ιδεολογικές ταυτότητες, συνεργασίες βασισμένες στην απομόνωση και στην εξατομίκευση.  Για να σπάσει αυτό πρέπει να μεταφέρουμε στην πολιτική τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας.

Αυτό ακριβώς έγινε στις πλατείες του κόσμου και στην Ελλάδα.  Η ηγεμονική στρατηγική που αναδύθηκε άλλαξε την πολιτική συζήτηση, μεταθέτοντας την αντιπαράθεση από το χρέος και τους όρους αποπληρωμής του στην επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, την προστασία της λαϊκής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, την επανίδρυση της πολιτειακής οργάνωσης. Οι πλατείες ανέδειξαν την ελευθερία του ανυπάκουου πολίτη, την ισότητα της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τέλος την αλληλεγγύη της συναθροισμένων μοναδικοτήτων. Αυτοί είναι οι τρεις άξονες της ενωτικής αριστεράς.

Πρέπει λοιπόν η αριστερά να διδαχθεί από τις πλατείες, αν δεν θέλει να παραμείνει στην θέση του απορριμένου και μελαγχολικού εραστή. Η ιστορική αναγκαιότητα οδηγεί το παλιό καθεστώς στο τέλος του. Το ίδιο ισχύει για τα κομματικά μοντέλα. Χρειαζόμαστε κόμμα «νέου τύπου». που εγκαταλείπει την ασφάλεια του κομματικού πρωτόκολλου και της επετηρίδας και συνεργάζεται με την «γενική διάνοια». Θάρρος, φαντασία και πειραματισμός είναι σήμερα τα προτάγματα της ιδέας του κομμουνισμού, δηλαδή της ιδεολογίας των κοινών. Το ερώτημα δεν είναι τι πρέπει να κρατήσουμε από τον κλασικό μαρξισμό αλλά τι θα έλεγε ο Μαρξ και η διαλεκτική στις συνθήκες του 21ου αιώνα.


Κόμμα «νέου τύπου»;

Σ’ ένα βαθμό, ο ΣΥΡΙΖΑ απάντησε στην πρόκληση. Φτιάχτηκε το κόμμα «νέου τύπου», δύσκολα, πολλές φορές τυχαία και με αντιφάσεις. Χωρίς να το περιμένει, έκλεισε ραντεβού με την ιστορία. Αλλά για να οδηγηθεί σε γάμο, πρέπει να καλλιεργήσει και δυναμώσει τα στοιχεία που έκαναν τον λαό να το επιλέξει το 2012 και 2014. Τι σημαίνει αυτό; Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας, πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων. Μια τέτοια προσέγγιση σημαίνει διαφορετική αντιμετώπιση της κεντρικής πολιτικής σκηνής και των κινηματικών δράσεων.

Βασικός σκοπός της πολιτικής εκπροσώπησης είναι να δημιουργεί εμπιστοσύνη στην ανυποχώρητη στράτευση του κόμματος στις αρχές της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Η λαϊκή εμπιστοσύνη στις αξίες κατ’ αρχάς και στις πολιτικές δευτερευόντως αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο της αριστεράς.  Αλλά οι αξίες και οι στόχοι πετυχαίνουν, αν συνοδεύονται από πραγματισμό ως προς τα μέσα. Χρειάζεται σχεδιασμός, κατάστρωση πολιτικών, προετοιμασία. Αλλά υπάρχει και η πρόκληση της αντίδρασης στα γεγονότα, η επιτακτικότητα των εξελίξεων. Η ιστορία δεν γράφεται εκ των προτέρων, με κάποιου είδους γραμμική πρόοδο, αλλά αναδρομικά, όταν μια σειρά από ασήμαντα δευτερεύοντα συμβάντα αναγνωρίζεται ως η αλληλουχία που οδήγησε στην αλλαγή. Το μανιφέστο της αριστεράς πρέπει να συνδυάζει λοιπόν αδιαπραγμάτευτες αξίες και ευέλικτο πραγματισμό, ανοικτό βέβαια στον εσωκομματικό έλεγχο. Θα μπορούσε να συνταχθεί μια μικρή λίστα τριών ή τεσσάρων βασικών αρχών και πέντε ή έξι κεντρικών πολιτικών (θα χωρούσαν σε μία κάρτα προς διανομή) που θα αποτελέσουν την βάση της νέας κοινωνικής συμφωνίας.

Αλλά συνταιριάζουν αρχές και πραγματισμός; Ο πραγματισμός δεν είναι ρεαλισμός. Ο ρεαλιστής συμβιβάζεται κατ’ ανάγκην δήθεν με την αδήριτη  πραγματικότητα. Ο πραγματιστής αντίθετα αναγνωρίζει την πίεση των πραγμάτων για να αλλάξει την πραγματικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κράτος.  Ο «αυταρχικός φιλελευθερισμός» που ζούμε χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία και βία για να απαξιώσει το κράτος. Ποιά είναι η απάντηση της αριστεράς; Μόνη ριζοσπαστική πολιτική  σήμερα είναι αυτή που θα σουλουπώσει το κράτος, θα μαζέψει τους φόρους και θα αναδιανείμει το εθνικό προϊόν με τρόπο που μειώνει τις αισχρές ανισότητες. Μια αριστερή κυβέρνηση που εξορθολογίζει το κράτος  -εν μέρει για να ανταποκριθεί στις συνεχώς ματαιούμενες αστικές του επαγγελίες και εν μέρει για να προετοιμάσει το επόμενο βήμα– ασκεί επαναστατική πολιτική. Όπως η προλεταριακή επανάσταση θεωρητικά απελευθερώνει όλη την κοινωνία, ακόμη και τους εκμεταλλευτές, έτσι και η προοδευτική μεταρρύθμιση του κράτους ενέχει το σπέρμα της επαναστατικής του μεταλλαγής.  Δεν υπάρχει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία έλεγε ο Πουλαντζάς. Δεν αρχίζει η σοσιαλιστική αλλαγή χωρίς ένα καλοδιοικούμενο και δημοκρατικό κράτος προσθέτουμε.

Ας πάμε στην άλλη σημαντική πλευρά της κομματικής λειτουργίας, τη σχέση με την κοινωνία. Δεν έχει καμιά δουλειά το κόμμα να επιβάλλει την άποψή του στα κινήματα. Πρέπει να τα βοηθάει όσο μπορεί, με ενεργή συμμετοχή των μελών του, όπως έκανε στις πλατείες. Πρέπει  να δημιουργεί τις συνθήκες για διασυνδέσεις και συντονισμό της πολυμορφίας και πολυσυλλεκτικότητας. Κυρίως πρέπει να μαθαίνει από τους κινηματικούς, το πιο ζωντανό και δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας. Όταν το κόμμα επεξεργάζεται λοιπόν τις πολιτικές για το περιβάλλον, την εργασία, την κοινωνική οικονομία ή την αλληλεγγύη, πρέπει να δίνει λόγο και σε μη κομματικά μέλη και να μαθαίνει από την γνώση και εμπειρία της αυθόρμητης ένταξης και πειραματικής δράσης. Έτσι γίνεται το κόμμα συλλογικός διανοούμενος: όχι με την αναγγελία της μίας ορθής άποψης, αλλά με την υποδοχή ιδεών, στρατηγικών και ανθρώπων, την κοινή σκέψη και ανάλυση μ’ όσους συστρατεύονται τακτικά ή στρατηγικά χωρίς να είναι μέλη. Έτσι η γενική διάνοια γίνεται πολιτική.

Και εδώ βρίσκεται πιθανά η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Η συνηθισμένη εικόνα έχει από την μία τους «πασοκογενείς» λάτρεις της εξουσίας και από την άλλη τους  αριστερούς ιδεολόγους που πιστεύουν την αλήθεια της θεωρίας τους και την κινηματική καθαρότητα. Οι πρώτοι θα κάνουν δήθεν τα πάντα για θώκους και θέσεις ενώ οι δεύτεροι εκούσια ή ακούσια αποτρέπουν την προοπτική αριστερής κυβέρνησης. Για τους αντίπαλους η άλλη πλευρά άλλα λέει και άλλα πιστεύει.

Όπως μας έμαθε η αποδόμηση, όταν ο κόσμος εμφανίζεται διπολικά δομημένος, πρέπει πρώτα να βρούμε την υπόγεια οικονομία που κινεί τα νήματα της επιφανειακής αντιπαράθεσης. Υποκρισία, όπως ξέρουμε, είναι ο φόρος που το ψέμα πληρώνει στην αλήθεια και την αρετή. Το επίδικο και για τους δύο είναι λοιπόν η σχέση αλήθειας και λάθους. Οι ιδεολογικές διαφωνίες και οι «ναρκισσισμοί των μικρών διαφορών» της αριστεράς ξεκίνησαν σε μια παλαιότερη εποχή πίστης και θεωρητικής καθαρότητας. Σήμερα αναπαράγονται μέσα από τις νέες μορφές υποκειμενικότητας της μεταφορντικής κοινωνίας. Στην δικτυωμένη αλλά και ατομιστική κοινωνία του νεοφιλελευθερισμού, οι εν δυνάμει μεγαλύτεροι ανταγωνιστές είναι οι συμμετέχοντες στο ίδιο δίκτυο. Η δικτύωση χωρίς σύμπλευση επιτείνει την αντιδικία και αμβλύνει την αποτελεσματικότητα.

Η αριστερά χρειάζεται και την αξιακή κεντρική πολιτική και τα κινήματα, και τους «πασοκογενείς» και τους κομμουνιστές και τους ριζοσπάστες. Κόμμα νέου τύπου σημαίνει τη διαλεκτική υπέρβαση παλιών αντιθέσεων χωρίς τον ευτελισμό ή φετιχοποίησή τους. Χρειάζεται λοιπόν η πολιτική λογική της πλατείας να περάσει και στη λειτουργία του κόμματος, εκεί που τρέχουσες σχέσεις και μορφώματα προετοιμάζουν τη δημοκρατία που έρχεται. Η «πονηριά της ιστορίας» κανόνισε το ραντεβού αριστεράς και λαού. Ο κάθε επίδοξος εραστής ξέρει πως για να πετύχει χρειάζεται να  σαγηνεύσει το αντικείμενο του πόθου του.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Από την (ισχυρή) πολιτική επιρροή στην οργάνωση του κόσμου της εργασίας


του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν


Βρισκόμαστε πλέον σε μια δυναμική, η οποία είναι πολύ πιθανόν να μας οδηγήσει σε μια αριστερή διακυβέρνηση, και είναι επόμενο να διευρύνονται οι προβληματισμοί και να αυξάνονται οι δημοσιεύσεις που αφορούν τις πολιτικές κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Αλλά οι συνήθεις αναφορές στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα γλιστράνε προς μια συζήτηση για τις πολιτικές συμμαχίες, για τις πιθανές συνεργασίες μεταξύ κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς και σε κάποιες περιπτώσεις της κεντροαριστεράς. Η συζήτηση για το πώς τίθεται σήμερα το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών, και επομένως για το ποιοι είναι σήμερα οι κοινωνικοί συσχετισμοί μετά από είκοσι και πλέον χρόνια υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών, βρίσκεται σε ένα στοιχειώδες επίπεδο. Ο βασικός λόγος είναι οτι ο χώρος της Αριστεράς δεν μπορεί να ξεφύγει από αναφορές σε εμπειρίες του παρελθόντος και από ξεπερασμένα και κατά κανόνα ιδεολογικοποιημένα αναλυτικά εργαλεία. Οι “ταξικές αναλύσεις” δυσκολεύονται να κατανοήσουν την κοινωνική διαστρωμάτωση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, ενώ οι συζητήσεις περι κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών συνδυάζουν αναφορές σε έναν δογματικό και γενικόλογο μαρξισμό, κατάλοιπο του μαρξισμού- λενινισμού της 3ης Διεθνούς, και έναν κεϋνσιανισμό πολλαπλών και ευκαιριακών χρήσεων.


Νέα κοινωνικά δεδομένα

Το γενικό σχήμα της εποχής Πουλαντζά, με το κεφάλαιο, την εργασία και την παλιά ή νέα μικροαστική τάξη, δεν χρησιμεύει σήμερα σε πολλά πράγματα. Το σχήμα αυτό αφορούσε (στην πραγματικότητα ή στη θεωρία) πρώτα απ’όλα κοινωνίες καπιταλιστικές συγκροτημένες, με ένα αποφασιστικό τμήμα της εργατικής τάξης συγκεντρωμένο σε μεγάλες μονάδες παραγωγής, με πραγματική ταξική γείωση των εργατικών κομμάτων, όπως και με ένα θεσμικό πλαίσιο που αναγνώριζε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την ύπαρξη τάξεων, ταξικών αγώνων και βασικών κοινωνικών διαπραγματεύσεων. Η ταξική διαστρωμάτωση την οποία έχει επιδιώξει και πέτυχε να διαμορφώσει ο νεοφιλελευθερισμός στην Ελλάδα αλλά και αλλού, κατά την προηγούμενη και την τρέχουσα ιστορική περίοδο, έχει τα εξής χαρακτηριστικά: το κεφάλαιο έχει στραφεί κατά προτεραιότητα στα χρηματοπιστωτικά κέρδη και την εξασφάλιση προσόδων μέσω των προνομιακών σχέσεων με την πολιτική ελίτ, ο κόσμος της εργασίας έχει αποδιοργανωθεί για να αποδεσμευθεί η διαδικασία της αναπαραγωγής του (διαπραγμάτευση μισθών, εξασφάλιση κοινωνικού κράτους) από τη δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης και έχει μηδενιστεί η δυνατότητά του να διαπραγματευθεί και να εκπροσωπηθεί πολιτικά. Τα μεσαία στρώματα (μικροεπιχειρηματίες, επαγγελματίες και υψηλόμισθοι μισθωτοί) δέχονται επιθέσεις που φτωχοποιούν και περιθωριοποιούν τμήματά τους, ενώ τα άλλα τους τμήματα επιδιώκουν να βρούν τρόπους για να διατηρήσουν την κοινωνική τους θέση και τα σχετικά προνόμιά τους, μέσω της συμμαχίας τους με την οικονομική και πολιτική ελίτ.


Πώς ανατρέπεται ο συσχετισμός

Το σκηνικό των πολιτικών συμμαχιών και των θεσμικών λειτουργιών που τις υπηρετούν έχει αλλάξει ριζικά. Το κεφάλαιο έχει αρνηθεί και εν πολλοίς καταστρέψει το θεσμικό πλαίσιο της κοινωνικής διαπραγμάτευσης με την εργατική τάξη (αλλά και με μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες) και έχει συγκροτήσει μια ισχυρή συμμαχία με κατηγορίες μεσαίων στρωμάτων, η οποία στηρίζεται καθοριστικά στην αποδιοργανωτική και κατασταλτική πολιτική απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Το γεγονός οτι μεγάλα τμήματα των εργατικών στρωμάτων και των λαϊκών τάξεων ευρύτερα μπορεί να ψηφίσουν αριστερά κόμματα, και να τα οδηγήσουν μάλιστα στην κυβερνητική εξουσία, δεν σημαίνει οτι θα έχει ανατραπεί το σχήμα κοινωνικών συμμαχιών που διαμόρφωσε ο νεοφιλελευθερισμός. Μπορεί να σημαίνει απλά οτι η κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία αποδέχεται οτι πρέπει να κάνει κάποιες μερικές ή μεμονωμένες παραχωρήσεις, αλλά με κανένα τρόπο οτι αποδέχεται την υιοθέτηση νέων μορφών οργάνωσης και πολιτικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας, και του θεσμικού πλαισίου που τις καθιστά κεντρικό καθεστωτικό παράγοντα.

Δεν πρέπει να αρνηθούμε πως κάθε μεμονωμένη εκλογική νίκη της Αριστεράς εντάσσεται σε μια δυναμική ενίσχυσης των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Δεν μπορούμε όμως να αγνοήσουμε οτι η οργανωτική και προγραμματική συγκρότησή τους (τα όσα διεκδικούν και προτείνουν τα κοινωνικά στρώματα το καθένα χωριστά ή στο πλαίσιο ευρύτερων οργανωτικών και προγραμματικών συγκροτήσεων) αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να ανατραπεί ο σημερινός συσχετισμός και να δημιουργηθούν, κοινωνικές συμμαχίες οι οποίες έχουν ως κεντρική επιδιώξη την ικανοποίηση των αναγκών του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων. Και αυτή η οργανωτική και προγραμματική συγκρότηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αύξησης της εκλογικής επιρροής, ούτε καν μιας εκλογικής νίκης, καθώς χρειάζεται μορφές κοινωνικής οργάνωσης και επεξεργασίας προγραμματικών επιλογών, οι οποίες δεν υπάρχουν σήμερα παρά μόνο σε εμβρυακή μορφή.


Πολιτική επιρροή και κοινωνική οργάνωση

Μια τέτοια στρατηγικής σημασίας επιλογή, που είναι σήμερα κατανοητή είτε από μεμονωμένες κινηματικές διαδικασίες, είτε από ειδικούς κοινωνικούς χώρους, και από πολλά μέλη αριστερών οργανώσεων, υλοποιείται με απελπιστικά αργούς ρυθμούς. Ένας βασικός λόγος είναι οτι η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών της αριστεράς σκέφτεται με βάση ένα σχήμα που προϋποθέτει την πολιτική επιρροή του κόμματος σε ένα υπαρκτό και ισχυρό δίκτυο οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων και, ακόμα χειρότερα, πιστεύει οτι η ιδεολογική και πολιτική επιρροή γεννούν από μόνες τους τα συστατικά ενός τέτοιου δικτύου. Η προσέγγιση που ξεκινάει από μια τέτοια φανταστική ανάγνωση της σχέσης πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης στις σημερινές συνθήκες, κάνει βήματα παραπέρα θεωρώντας ότι η κατάληψη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο της κρατικής εξουσίας θα εξασφαλίσει τεράστιες δυνατότητες ανατρεπτικών παρεμβάσεων, ή ότι θα εξασφαλίσει κάτι πιο μεταρρυθμιστικό, όπως είναι η υλοποίηση τμημάτων ή του όλου ενός κεϋνσιανού σχεδίου.

Έτσι μπορούν να συνυπάρχουν σε τοποθετήσεις ηγετικών στελεχών, εξίσου άχρηστες αναφορές σε σκληρές μαρξιστικές θέσεις για τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας, και εκκλήσεις για κλασικές κεϋνσιανές πολιτικές ή θεσμικές αλλαγές, όπως και εκκλήσεις προς την επιχειρηματική τάξη, τις οποίες κανένας συσχετισμός δεν μπορεί στην πραγματικότητα να υποστηρίξει. Με έναν κόσμο της εργασίας ανοργάνωτο, σε μεγάλο βαθμό άνεργο, ευέλικτα και ευκαιριακά απασχολούμενο, ανασφάλιστο στην πλειοψηφία του, δεν μπορεί να υπάρξει κλιμάκωση της ταξικής πάλης, ούτε αλλαγή του ταξικού συσχετισμού, ακόμα κι αν αυξάνεται η εκλογική επιρροή της Αριστεράς. Ακόμα κι οι μάχες που δίνουν μεμονωμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις και εμφανίζουν μια ορατή και παραδειγματική ανατρεπτική δυναμική στον ένα ή τον άλλο βαθμό, βρίσκονται αργά ή γρήγορα αντιμέτωπες με τον γενικότερο δυσμενή συσχετισμό, ο οποίος κάνει δυνατή την αποφασιστικότητα και τη σκληρότητα της κυρίαρχης ταξικής συμμαχίας.


Νέες μορφές κοινωνικής συγκρότησης

Το έλλειμμα συστηματικών και αποτελεσματικών παρεμβάσεων σχετικά με τις αναγκαίες νέες μορφές οργάνωσης και παραγωγικής δραστηριοποίησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, συνυπάρχει με ένα εξίσου σοβαρό έλλειμμα στρατηγικών επιλογών που να εκφράζουν σαφώς τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σημαντικές τόσο οι μακροοικονομικές, όσο και οι προνοιακές πολιτικές που προτείνονται για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της σημερινής κατάστασης, όπως και οι προτάσεις για μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας και των λαϊκών εισοδημάτων (αυξήσεις μισθών, ρευστότητα), ή της προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών (υγεία, εκπαίδευση).

Αλλά οι νέες μορφές συγκρότησης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, δεν μπορούν να προκύψουν σπό το απόλυτο κενό του αριστερού κρατισμού, ή από την ψευδαίσθηση μιας κεϋνσιανής ανάκαμψης, που θα στηριχθεί στην ενεργοποίηση ενός ιδιωτικού τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας στην πραγματικότητα βρίσκεται στο ναδίρ της πρωτοβουλίας, της καινοτομίας και της αίσθησης ευθύνης σχετικά με την πορεία της εθνικής οικονομίας. Ούτε όμως μπορεί να προκύψουν από τη γενικόλογη αναμονή της “δραστηριοποίησης της κοινωνίας”, χωρίς να αναγνωρίζεται η ανάγκη συγκεκριμένων τοπικών και τομεακών προτάσεων, στο πλαίσιο ενός σχεδιασμού συνολικού και ειδικού, και συστηματικών προσπαθειών οικοδόμησης υποστηρικτικών δομών της κοινωνικής δραστηριοποίησης και της ένταξής τους στην επεξεργασία και την υλοποίηση του σχεδιασμού.


Το ιδιωτικό, το δημόσιο και το κοινωνικό

Η σημαντικότερη στρατηγική επιλογή, που πρέπει να είναι σαφής και ορατή από τώρα, είναι οτι η ανάκαμψη υπαρκτών παραγωγικών δομών, η παραγωγική ανασυγκρότηση γενικώς, δεν μπορεί να βασιστεί κατά προτεραιότητα στην ενεργοποίηση του ιδιωτικού τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας έχει συρρικνωθεί, η μεγάλη μάζα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων διεκδικούν απλώς υποστήριξη της κερδοφορίας τους, και δεν αναπτύσσονται σημαντικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, παρά μόνο αν μπορούν να εξασφαλίσουν μέσω διαπλοκής ειδικές συνθήκες κερδοφορίας, και γενικότερα δεν υπάρχει καμμία στρατηγική πρόταση από την πλευρά αυτή. Ακόμα και από καθαρά παραγωγική σκοπιά, η ανασυγκρότηση απαιτεί μεγάλες δημόσιες παρεμβάσεις, οι οποίες να εντάσσονται σε ένα σχεδιασμό που θα διαμορφώσει τα μελλοντικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και της κοινωνίας. Πρόκειται για μια ριζική αλλαγή προσανατολισμού, που είναι όμως απαραίτητη για τη συνολική διαδικασία της παραγωγικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ανασυγκρότησης. Μια αλλαγή προσανατολισμού, η οποία πρέπει να συνδυάζει κινηματικές διαδικασίες, γνωσιακές διαδικασίες και εργαλεία υλοποίησης πολιτικών για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

Η σχέση ιδιωτικού τομέα και δημόσιων θεσμών πρέπει να αποκτήσει εντελώς νέο περιεχόμενο (σε σχέση με την κρατικοδίαιτη και ταυτοχρόνως φθίνουσα εξέλιξη του επιχειρηματικού τομέα), όταν η ιδιωτική επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομικής δυναμικής και η λειτουργία αυτή δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τις κρατικές παρεμβάσεις που δεν αποτελούν αυτόνομες κοινωνικές διαδικασίες. Πρέπει να αντικατασταθεί από τη δραστηριοποίηση άλλων κοινωνικών ομάδων, εκτός των επιχειρηματικών, οι οποίες παρεμβαίνουν για τον προσανατολισμό παλαιών ή τη δημιουργία νέων οικονομικών δραστηριοτήτων σε τομείς της υλικής παραγωγής ή της προσφοράς υπηρεσιών. Χωρίς ένα τέτοιο προσανατολισμό, δηλαδή χωρίς την ανάπτυξη του εργατικού ελέγχου ή της αυτοδιαχείρισης στις υπαρκτές ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και υπηρεσιών της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, δεν πρόκειται να υπάρξει το αναγκαίο δίδυμο της εμπλοκής του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, τόσο στην ίδια την παραγωγή και τη δημιουργία απασχόλησης, όσο και στην επιλογή κατευθύνσεων της παραγωγής σε τομεακό και τοπικό επίπεδο.

Ο αριστερός προγραμματικός προβληματισμός πρέπει να ξεφύγει από την αναμονή μιας αντιμετώπισης της ανασυγκρότησης μέσω της ενεργοποίησης των ιδιωτών επιχειρηματιών, με την όποια κρατική μακροοικονομική ή τομεακή πολιτική, και πόσο μάλλον από την πίστη σε έναν παντοδύναμο αριστερό κρατισμό. Και να αποδεχθεί οτι το στρατηγικό ζητούμενο είναι η ενεργός, οργανωμένη και συνδυασμένη παρέμβαση της ίδιας της κοινωνίας, στην οποία μπορεί ενταχθούν και κάποιες επιχειρηματικές κατηγορίες.


Περιβάλλον και εργατική τάξη

Υπάρχουν και άλλα θέματα για τα οποία είναι αναγκαίο να αποσαφηνιστούν οι αναγκαίες στρατηγικές επιλογές, γιατί αφορούν με σαφή τρόπο τη σχέση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων με την κυρίαρχη κοινωνική συμμαχία. Η πλειοψηφία των στελεχών της Αριστεράς δεν έχει κατανοήσει ότι τα μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα και η δραματική δυναμική τους (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων, μείωση της βιοποικιλότητας) αποτελούν αδυσώπητες διαδικασίες επιδείνωσης της θέσης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, καθώς σύμφωνα με το σημερινό μοντέλο συνεχόμενης διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, το κοινωνικό και οικονομικό κόστος αυτών των εξελίξεων μεταφέρεται στις κοινωνικές ομάδες με χαμηλά εισοδήματα, και με περιορισμένες ή ανύπαρκτες δυνατότητες άμυνας απέναντι στην ταξική πόλωση που πραγματοποιείται με την ενίσχυση της εξουσίας της κυρίαρχης κοινωνικής συμμαχίας.

Έχει επίσης υποτιμηθεί η ανάγκη να ξεφύγει οριστικά ο έλεγχος της δημιουργίας χρήματος και η διαχείριση του χρέους της οικονομίας από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ο κρατικός έλεγχος των τραπεζών δεν αρκεί, διότι πρέπει να συνδυαστεί τόσο με τον κοινωνικό έλεγχο, όσο και με το σχεδιασμό των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων. Υπάρχει επίσης η ανάγκη αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και η υιοθέτηση μιας προοπτικής ρύθμισης των διεθνών ροών χρήματος και εμπορευμάτων, και των μετακινήσεων εργατικού δυναμικού, με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης μεταξύ λαϊκών τάξεων σε ευρωπαϊκό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.


Αριστερά και οργάνωση του κόσμου της εργασίας

Η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας με επίκεντρο την οργανωτική και πολιτική συσπείρωση του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, μπορεί να περιλάβει και κοινωνικές ομάδες που ανήκουν σήμερα στην κυρίαρχη συμμαχία κεφαλαίου και κάποιων μεσαίων στρωμάτων. Οι επιθυμητές πολιτικές συμμαχίες είναι αυτές που μπορούν να εκφράζουν τέτοιες κοινωνικές συμμαχίες και να συμβάλλουν στη δημιουργία τους. Όχι όμως αυτές που αποτελούν φανταστικές εκφράσεις λαϊκών συμμαχιών, που στην πραγματικότητα δεν μπορούν να διαμορφωθούν λόγω της ισχύος της κυρίαρχης κοινωνικής συμμαχίας και της αδυναμίας της κοινωνικής και πολιτικής παρουσίας του κόσμου της εργασίας και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων.

Σε μια τέτοια συγκυρία, οι πολιτικές οργανώσεις της Αριστεράς δεν μπορούν να αναμένουν την κοινωνική δραστηριοποίηση και να αποτελούν δέκτες κοινωνικών πιέσεων και εξωτερικούς ρυθμιστές κοινωνικών συσχετισμών. Είναι καιρός πια να μετατραπούν σε ενεργούς παράγοντες της οργάνωσης του κόσμου της εργασίας και των λαϊκών στρωμάτων, της εμβάθυνσης της στρατηγικής σκέψης αυτών των κοινωνικών οργανωτικών πρωτοβουλιών σε θέματα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά, και της συγκεκριμενοποίησης προγραμματικών προτάσεων, που μπορούν να ικανοποιήσουν ανάγκες, να ενισχύσουν αυτόνομες οργανωτικές δομές και να σταθεροποιήσουν ισχυρές κοινωνικές συμμαχίες.

Πηγή: Εποχή, Red NoteBook

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Οι ρίζες του οικονομικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ


του Ευκλείδη Τσακαλώτου


Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε ως ένα πρωτόγνωρο, πολυδιάστατο εγχείρημα στον χώρο της Αριστεράς. Επηρεασμένος από την κομμουνιστική -σε όλες τις εκδοχές της-, τη σοσιαλδημοκρατική και τηναντιπαγκοσμιοποιητική παράδοση, επιδίωξε μια νέα σύνθεση που να απαντά στις προκλήσεις της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Στην εποχή της κρίσης, υποστηρίζω ότι οι ρίζες μας αποτυπώνονται στο υπό διαμόρφωση οικονομικό μας πρόγραμμα.

Μια ρίζα του οικονομικού προγράμματος είναι σοσιαλδημοκρατική, με την έννοια που είχε αυτός ο προσδιορισμός πριν τη μετάλλαξη Μπλερ – Σρέντερ – Σημίτη. Σε μια κρίση, το άμεσο πρόβλημα είναι η ζήτηση και οποιαδήποτε μεταρρύθμιση να αρχίσει με την αντιμετώπιση της φτώχειας και των χαμηλών μισθών. Μάλιστα, η σοσιαλδημοκρατία κατέστη κυρίαρχη μεταπολεμικά όταν υποστήριξε ότι οι μισθοί και η ευημερία των εργαζόμενων είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Δίνουμε, λοιπόν, τόσο μεγάλη έμφαση στην ανθρωπιστική κρίση όχι μόνο από κοινωνική, αλλά και από οικονομική λογική. Το ίδιο ισχύει και για την αναδιανομή που είναι αναγκαία σήμερα και όχι «όταν μεγαλώσει η πίτα», που λένε οι αντίπαλοί μας. Γι’ αυτό χρειάζονται φορολογικές παρεμβάσεις τόσο στο εισόδημα (αύξηση αφορολόγητου, περισσότερα κλιμάκια) όσο και στον πλούτο -όπου δεν γνωρίζω να υπήρχε σοβαρός σοσιαλδημοκράτης στοχαστής πριν το ’80, που δεν υποστήριζε τη φορολογία του πλούτου ως συστατικό στοιχείο μιας αναδιανεμητικής πολιτικής υπέρ του κόσμου της εργασίας.

Από την άλλη, η μαρξιστική παράδοση, που έχει ασκήσει εύστοχη κριτική στα σοσιαλδημοκρατικά προτάγματα, κατανοεί την κρίση πότε ως κρίση υπερσυσσώρευσης, πότε ως κρίση υποκατανάλωσης και πότε ως ιδιαίτερη κρίση, π.χ. χρηματοπιστωτική. Από αυτό συνάγεται αβίαστα ότι το κυρίαρχο στοιχείο του προγράμματός μας απαντά στη θεμελιακή μαρξιστική ερώτηση: ποιος παράγει, με ποιον τρόπο και ποιος ωφελείται. Οι προτάσεις μας για την παραγωγική ανασυγκρότηση, για την κοινωνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για τη σημασία της κοινωνικής οικονομίας στηρίζονται σε μια πιο πλουραλιστική αντίληψη για το θεμελιακό ζήτημα της παραγωγής. Θέλουμε, σε αντίθεση με την απόλυτη κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα, μια επέκταση του είδους των παραγωγικών φορέων, με διαφορετικές μορφές οργάνωσης, όπως οι κοινωνικές και αλληλέγγυες δομές, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις και τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης.

Συγχρόνως, είμαστε και παιδιά του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης, με όλες τις αξίες, τις ιδέες και τις πρακτικές που ανέδειξε. Μια βασική αντίληψη του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης ήταν ότι οι παραγωγικές μονάδες πρέπει να ενσωματώνονται στην περιοχή και την κοινωνία όπου δραστηριοποιούνται. Έτσι, έχουν ευθύνες όχι μόνο απέναντι στους ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή μη), αλλά και στους εργαζόμενούς τους, τους καταναλωτές ή τους λήπτες των υπηρεσιών τους, στην κοινότητα και στο φυσικό περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, δεν μας ικανοποιεί απλά η εθνικοποίηση, για παράδειγμα, των τραπεζών, με το κράτος να έχει μια μετοχή. Εκτός των άλλων, κατανοούμε ότι οι τράπεζες είναι μεγάλοι οργανισμοί με εσωτερικές δικτυώσεις, ιεραρχίες και συμφέροντα που δεν θα ανταποκριθούν ως διά μαγείας στις διαταγές ενός πολιτικού κέντρου. Γι’ αυτό μιλάμε για την κοινωνικοποίηση, για τράπεζες ειδικού σκοπού, για ένα ευρύ δίκτυο συνεταιριστικών τραπεζών, για ηθικές τράπεζες και πολλά άλλα. Και γι’ αυτό έχει τόση σημασία η κοινωνική οικονομία, γιατί ενσωματώνει ένα εναλλακτικό και συμμετοχικό στοιχείο, ένα νέο, πιο αναδιανεμητικό παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Απαντά, δηλαδή, στο ζήτημα της παραγωγής με έναν φρέσκο τρόπο.

Αυτές οι ρίζες και οι ιδεολογικές καταβολές του οικονομικού μας προγράμματος δεν μπορούν βέβαια να υποκαταστήσουν τα συγκεκριμένα μέτρα και τις λεπτομέρειες. Και αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζεται η συζήτηση εντός του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαμόρφωση του προγράμματος. Συγχρόνως, κατανοούμε τις μεταβατικότητες που απαιτούνται για να μετατραπούν οι ιδέες και τα οράματα σε εφαρμοσμένη πολιτική, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης που έχει επιφέρει παραγωγική αποσύνθεση και κοινωνική καταστροφή. Αλλά έχει επίσης σημασία να κατανοηθεί ότι το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ φέρνει κάτι καινούργιο. Όχι κάτι καινούργιο με την έννοια του tabula rasa των εκσυγχρονιστών, όπου η συζήτηση ξεκινά χωρίς διαμάχες στο επίπεδο των αξιών, των προτεραιοτήτων και των συμφερόντων. Φέρνει κάτι καινούργιο ακριβώς επειδή στηρίζεται στις ρίζες μας και επιδιώκει να εφαρμόσει ένα σχέδιο που απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας στη συγκυρία.


Πηγή Αυγή via Ecoleft