Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δουζίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δουζίνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Σημειώσεις για μια Νέα Αριστερά


του Κώστα Δουζίνα*


Η ευμεταβλητότητα, η αυθόρμητη δικτύωση, οι πολλαπλές προσωπικότητες, οι αδύναμες σχέσεις, η αποστασιοποίηση από τους άλλους και τις συλλογικότητες αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της ταυτότητας ενός νέου, οικονομικά ενεργού ανθρώπου.

1. Η Αριστερά θέλει να κερδίσει τις επόμενες εκλογές αλλά και να ενδυναμώσει τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της. Αντιφατικό για κάποιους. Πιστεύω ακριβώς το αντίθετο. Αυτά τα δύο (μπορούν να) συγκλίνουν. Και για τα δύο πρέπει να μεγαλώσει το κόμμα, να διευρυνθεί το ακροατήριο των ιδεών. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια Νέα Αριστερά που προτείνει ένα ελκυστικό και συναρπαστικό όραμα για την Ελλάδα μετά την πανδημία και να διαμορφώνει σαφείς προτεραιότητες και ιεραρχήσεις στο πρόγραμμά της. Πολυσυλλεκτικές υποσχέσεις και προτάσεις δεν βοηθούν στη συνολική αντιπαράθεση για το ποια χώρα θέλουμε.

2. Η εσωτερική συζήτηση για την αποτίμηση της διακυβέρνησης, το όραμα, την ιδεολογία και το πρόγραμμα επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό αντιπαραθέσεις που είχαν σημασία τον προηγούμενο αιώνα. Χρειάζεται ανταλλαγή ιδεών, ανοιχτή σε όλους τους αριστερούς, χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς. Ξεκινώντας από τον τρόπο κοινωνικής και παραγωγικής αναπαραγωγής σήμερα θα επιδιώξουμε στα επόμενα να προσαρμόσουμε τις αναλύσεις για το πολιτικό υποκείμενο, το κόμμα, τη νεολαία, τη στρατηγική της Αριστεράς και τον ορίζοντα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Η Νέα Αριστερά χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος.

3. Κοινωνική αναπαραγωγή. Ο συνδυασμός του ύστερου καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης και των νέων τεχνολογιών έχει οδηγήσει σε νέα κοινωνική διαστρωμάτωση. Ο,τι και να λένε τα κλασικά εγχειρίδια του μαρξισμού και της κοινωνιολογίας, η παραγωγική διαδικασία, η εργασία και οι τάξεις προχωρούν σε μια άυλη μορφή που δεν έχει σχέση με ό,τι η δική μου γενιά ήξερε εμπειρικά και θεωρητικά. Αλλά αυτό είναι το μόνο είδος εργασίας που ξέρει η νεολαία, η οποία μεγάλωσε με το κινητό ως αναπόσπαστο μέλος του σώματος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν παράγονται υλικά προϊόντα, ότι εξαφανίστηκε η κλασική εργατική τάξη. Σημαίνει ότι ο εργαζόμενος και η αξία του δεν καθορίζονται πια από ένα πεπερασμένο σύνολο σωματικών δυνάμεων ή διακριτών γνώσεων, όπως γινόταν με τους εργάτες του χεριού και του πνεύματος στον βιομηχανικό καπιταλισμό. Αντίθετα, η αξία του εργαζόμενου βρίσκεται στη «δυνητικότητά» του, τη δυνάμει ύπαρξη, γνώση και εργασία του.

4. Η αλλαγή αυτή φαίνεται και στη ζωή και στην παραγωγική διαδικασία. Οι εργαζόμενοι έχουν χάσει την ασφάλεια της εργασίας. Καλούνται να αναπτύσσουν και να καλλιεργούν συνεχώς νέες ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες. Ο εργαζόμενος πρέπει να μιλάει πειστικά, να επικοινωνεί πετυχημένα, να έχει ικανότητες αναλυτικής και κριτικής εκτίμησης, συνεργασίας και δικτύωσης καθώς και χρήσης των συνεχώς εξελισσόμενων τεχνολογιών. Γνώσεις και δεξιότητες που ανήκαν στο παρελθόν στους εργάτες του πνεύματος είναι σήμερα απαραίτητες για όλους. Το περιεχόμενο της εργασίας και οι εισοδηματικές διαφορές είναι τεράστιες, αλλά η μορφή τους έχει αρχίσει να συγκλίνει. Τα σεμινάρια για ανέργους, η διά βίου μάθηση, η συνεχής κατάρτιση και μετεκπαίδευση, η απόκτηση νέων δεξιοτήτων αποτελούν πια τυπική πλευρά της ζωής του εργαζόμενου είτε σε χειρωνακτική είτε σε πνευματική εργασία.

5. Τα χαρακτηριστικά́ της άυλης παραγωγής οδηγούν τους εργαζόμενους σε έντονες δικτυώσεις και συνεργασίες, όχι όμως σε στενές πολιτικές ή συνδικαλιστικές σχέσεις και συγκλίσεις. Το να χρησιμοποιείς το δίκτυο υπολογιστών της εταιρείας ή τα social media είναι πολύ διαφορετικό από το να ανήκεις στο ίδιο συνδικάτο ή κόμμα. Εχουμε τη ριζοσπαστικοποίηση της έννοιας της «γενικής διάνοιας» στα Grundrisse του Μαρξ. Οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο που έχει ενσωματωθεί στις δυνάμεις παραγωγής.

Σήμερα η γενική διάνοια, δηλαδή η συλλογική γνώση, γλώσσα και επικοινωνία έχουν γίνει οι κύριες παραγωγικές δυνάμεις. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα, μια και είναι τα κύρια συστατικά του ύστερου καπιταλισμού. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πλέον ενσωματωμένη στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών, αλλά στις ζωές των εργαζομένων. Η εξουσία επενδύει στη βιολογική και κοινωνική ζωή που γίνονται στόχος πειθάρχησης και ελέγχου της βιοπολιτικής. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γινόταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: σκέψεις, ιδέες και λόγια πηγαίνουν αμέσως στην αγορά.

6. Η αλλαγή όμως είναι πιο ριζική. Ο εργαζόμενος της κεϊνσιανής εποχής είχε τα ίδια χαρακτηριστικά στις δραστηριότητές του, στη δουλειά, στο σπίτι, στο μπαρ, στο συνδικάτο και το σωματείο, στα γήπεδα. Ο δικτυωμένος ατομιστής ζει μια σύνθετη πραγματικότητα, με διαφορετικές και αντικρουόμενες πλευρές στη δουλειά, τον ελεύθερο χρόνο, τις διάφορες κοινωνικές και ταυτοτικές ομάδες στις οποίες συμμετέχει με φυσική παρουσία ή στο Διαδίκτυο. Η ευμεταβλητότητα, η αυθόρμητη δικτύωση, οι πολλαπλές προσωπικότητες, οι αδύναμες σχέσεις, η αποστασιοποίηση από τους άλλους και τις συλλογικότητες αποτελούν πλέον αναπόσπαστα στοιχεία της ταυτότητας ενός νέου, οικονομικά ενεργού ανθρώπου.

Οι πολίτες του βιοπολιτικού καπιταλισμού είναι εύπλαστοι και εύθραυστοι, επιθετικά εγωιστές και απελπισμένα μελαγχολικοί, η ανασφάλεια και η επισφάλεια μόνιμοι συνοδοί. Σαγηνεύονται και συγχρόνως φοβούνται, είναι υποκείμενα ελευθερίας και συγχρόνως υπάκουοι υπήκοοι. Η ταξική πάλη έχει μεταφερθεί από τους χώρους της εργασίας, όπου τα εργατικά δικαιώματα βρίσκονται σε υποχώρηση εδώ και χρόνια που τώρα μονιμοποιείται με τον νόμο Χατζηδάκη. Γίνεται σε όλη την κοινωνία, που έχει γίνει το σημερινό εργοστάσιο, αλλά και ο χώρος πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Και δεν είναι η αντιπαράθεση μόνο οικονομική, αλλά πολιτισμική, ηθική και υπαρξιακή.

7. Οι άμεσες συνέπειες του νέου τρόπου παραγωγής είναι ολοφάνερες, αλλά μια περίεργη ιδεολογική αδράνεια δεν επέτρεψε να τις αναγνωρίσουμε και να βγάλουμε τα πολιτικά συμπεράσματα. Η πιο σημαντική είναι ότι η μόνιμη εργασία έχει καταργηθεί για τη νέα γενιά. Η μερική απασχόληση, η ευέλικτη προσωρινή εργασία, οι μεγάλοι χρόνοι ανεργίας μετά από σύντομες περιόδους εργασίας αποτελούν τον κανόνα. Οι εργαζόμενοι πρέπει λοιπόν να είναι ευκίνητοι, προσαρμόσιμοι, φιλομαθείς, καιροσκόποι.

Η ζωή δεν έχει ρουτίνα, ασφάλεια, δυνατότητα μακρόχρονου προγραμματισμού. Οταν η δικτύωση γίνεται κύριο χαρακτηριστικό της εργασίας, η ιεραρχία και ο έλεγχος γίνονται φαινόμενα παράλογα, αυθαίρετα, αντιπαραγωγικά. Ετσι η αντίφαση μεταξύ της συνεργατικής και πνευματικής εργασίας και της χωρίς ασφάλεια και προστασία ζωής οδηγεί στον μηδενισμό και τον κυνισμό. Αν δεν γίνουν κατανοητά αυτά, οι προοδευτικές ιδέες των νέων δεν θα περάσουν σε πολιτική κινητοποίηση.

8. Η δεύτερη αλλαγή αφορά το κέρδος. Δεν βγαίνει πια αποκλειστικά από την υπεραξία, αλλά παίρνει δύο μορφές: το μίσθωμα για τις υπηρεσίες και τον τόκο για το κεφάλαιο και, δεύτερον, τη διαφορά μεταξύ αμειβόμενης και μη αμειβόμενης εργασίας. Ο μεταφορντικός καπιταλισμός λειτουργεί μέσω της κατανάλωσης που χρηματοδοτείται από το χρέος και το μίσθωμα. Η προ-νεωτερική ραντιέρικη οικονομία, που κατέστρεψε ο καπιταλισμός, επιστρέφει. Τα προϊόντα της γενικής διάνοιας και της άυλης εργασίας νοικιάζονται στους ανθρώπους που τα δημιούργησαν. Τα κοινά του πολιτισμού, της φύσης και αυτής ακόμη της γενετικής μας πληροφορίας ιδιωτικοποιούνται και εμπορευματοποιούνται. Αυτός είναι ο λόγος που η πνευματική ιδιοκτησία έχει γίνει τέτοιο πεδίο σύγκρουσης, μια και αποτελεί έναν από τους βασικούς τρόπους εκμετάλλευσης και κέρδους. Η αντιπαράθεση για το μονοπώλιο στις πατέντες των εμβολίων και των φαρμάκων είναι χαρακτηριστική για τη νέα εποχή. Στα επόμενα τι σημαίνουν αυτά για τη Νέα Αριστερά.


II. Το κόμμα


Οι πολιτικές μορφές και θεσμοί αναδύονται σε συγκεκριμένες συγκυρίες και απαντούν στις κοινωνικές ανάγκες. Η σημερινή κομματική μορφή ανάγεται στην περίοδο της παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας των αρχών του 20ού αιώνα. Τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά ήταν δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και πολιτική έκφραση της επέκτασης της δημοκρατίας.

Ο συγκεντρωτικός και κυκλικός τους χαρακτήρας αντιστοιχούσε στην οργάνωση της εργασίας σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες και πλοία) και της πολιτικής στη Βουλή, την κυβέρνηση, τα συνδικάτα, τα κομματικά γραφεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρωνόταν με τη συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου γύρω από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι διάφορες εκλογές, οι επέτειοι, οι μεγάλες εργατικές και επαγγελματικές κινητοποιήσεις – συνελεύσεις, απεργίες, διαδηλώσεις.

Εργο των αριστερών κομμάτων ήταν να προωθούν τα συμφέροντα των εργαζομένων, να απομυθοποιούν την κυρίαρχη ιδεολογία και να προετοιμάζουν τη ριζική αλλαγή. Η λογική της αντιπροσώπευσης οδήγησε στην πυραμιδωτή οργάνωση με μια πλατιά βάση μελών και σταδιακά μικρότερα όργανα μέχρι την κεντρική επιτροπή και την ηγεσία. Ο πολιτικός επιστήμονας Μάρκο Ρεβέλι υποστήριξε ότι το μαζικό κόμμα ήταν το πολιτικό ισοδύναμο του εργοστασίου της φορντικής οικονομίας. Υπέφερε από «γιγαντισμό» και από συνεχή εναγώνια προσπάθεια «προσηλυτισμού» και ενσωμάτωσης μεγάλου αριθμού μελών σε σταθερές και μόνιμες δομές. Η λέξη «προσηλυτισμός» είναι ενδιαφέρουσα. Υποδεικνύει τη θρησκευτική καταγωγή της κομματικής μορφής και ιδεολογίας και τον εκκλησιαστικό τρόπο οργάνωσης της ιεραρχικής του δομής.

Το μαζικό κόμμα οργανώθηκε, λοιπόν, ως ένα εργοστάσιο. Η ηγεσία αποφασίζει την κατεύθυνση ή τη «γραμμή», τα μεσαία στελέχη τη διαχέουν στις κομματικές οργανώσεις και αυτές αναλαμβάνουν να τη διαδώσουν στην κοινωνία. Η πολιτική και ιδεολογική δουλειά ακολουθούσε τα κριτήρια αποτελεσματικότητας και εξορθολογισμού του Τεϊλορισμού. Τα μέλη λειτουργούν ως οι εργαζόμενοι στη γραμμή συναρμολόγησης, τα στελέχη είναι τεχνικοί παραγωγής και τοπικοί managers και η κεντρική επιτροπή το εταιρικό διοικητικό συμβούλιο. Τα κομμουνιστικά κόμματα του 20ού αιώνα, συχνά στην παρανομία, έδιναν βέβαια μεγαλύτερη σημασία στην ιδεολογική καθαρότητα και πειθαρχία των μελών παρά στον αριθμό τους.

Εξηγήσαμε στο προηγούμενο ότι η εργασία έχει αλλάξει ριζικά, καθώς προχωρούμε σταδιακά στην άυλη παραγωγή που στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες (https://www.efsyn.gr/themata/politika-kai-filosofika-epikaira/298271_simeioseis-gia-mia-nea-aristera-1). Η πολιτική αποκεντρώνεται και ασκείται σε διάφορους χώρους, στη δουλειά, τη γειτονιά, τις κοινωνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες και στις ψηφιακές επικοινωνίες. Εχουμε νέες θεματικές και ευέλικτες μορφές λαϊκών κινητοποιήσεων και πολιτικής δράσης, δίκτυα αλληλεγγύης, οργανώσεις για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, κινήματα ταυτοτήτων και πολιτισμού, πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας, ποικίλες μονοθεματικές καμπάνιες. Τι γίνεται με το αριστερό κόμμα;

Ψηφιακή δημοκρατία

Ο νεοφιλελευθερισμός αντικατέστησε το μαζικό με το τηλεοπτικό κόμμα. Αντί για εργοστάσιο, το τηλεοπτικό κόμμα μοιάζει με εταιρεία επικοινωνίας ή μάρκετινγκ. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι με το Forza Italia και η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτελούν παραδειγματικές περιπτώσεις. Η Αριστερά ούτε θέλει ούτε μπορεί να γίνει τηλεοπτικό κόμμα που σημαίνει μονόδρομο λειτουργίας και πληροφόρησης από τα πάνω προς τα κάτω. Αλλά δεν μπορούμε να γυρίσουμε στο παρελθόν και στο μαζικό και πυραμιδωτό κόμμα. Πρέπει να μεταφέρουμε στην πολιτική τις δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας. Πρέπει να βελτιώσουμε την υπολειτουργούσα κομματική δημοκρατία.

Απάντηση δεν είναι η «απελευθέρωση από το κόμμα ως σώμα της Αριστεράς» των φίλων Μυρσίνης Ζορμπά και Αντώνη Λιάκου ή ο περιορισμός του στην κοινοβουλευτική λειτουργία και τη δημιουργία πολιτικών μπλοκ εξουσίας, όπως έγραφε πρόσφατα και ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος στην «Εποχή». Πρόκειται για μια παράδοξη πρόταση από φίλους που έζησαν από κοντά την «πασοκοποίηση» με την κλασική της μορφή –την εξαέρωση ενός μεγάλου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Απάντηση στην παρακμή του παραδοσιακού κόμματος αποτελεί η δημιουργία ενός κόμματος «νέου τύπου», που ανταποκρίνεται στην κοινωνική οργάνωση.

Το κόμμα πρέπει να εγκαταλείψει την ασφάλεια της επετηρίδας, να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια και δυσπραγία της ρουτίνας, να γίνει εργαστήρι δομών, ιδεών, μεθόδων. Οι κλασικές οργανώσεις μελών παραμένουν βασική δομή αλλά αποκτούν υβριδική μορφή. Η χρήση ψηφιακών μέσων δεν είναι αναπόδραστο αποτέλεσμα της τεχνολογικής εξέλιξης ούτε κάποια μονομανία των τεχνολογικά εγγράμματων. Ανταποκρίνεται στην αλλαγή της γνωσιακής οργάνωσης.

Ο θεμελιωτής του νεοφιλελευθερισμού Χάγιεκ υποστήριζε ότι ο μηχανισμός προσφοράς και ζήτησης με τα εκατομμύρια των ατομικών επιλογών επιτρέπει την συγκέντρωση πληροφοριών για τις κοινωνικές ανάγκες. Ετσι αποφεύγεται ο πειρασμός του κρατικού προγραμματισμού του «κράτους πατερούλη» και του αυταρχισμού. Το λάθος της άποψης είναι γνωστό: το κράτος δημιουργεί και αστυνομεύει την «ελεύθερη» αγορά. Αλλά η συλλογή μεγάλου αριθμού πληροφοριών είναι σημαντική.

Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στο κόμμα να συγκεντρώσει και να επεξεργαστεί πληροφορίες, απόψεις και προτάσεις για τις ανάγκες των πολιτών και να γίνει ένας πραγματικός «συλλογικός διανοούμενος». Η Δεξιά οργανώνει focus groups, η Αριστερά την κοινωνία. Οι ψηφιακές πλατφόρμες επιτρέπουν την οργάνωση θεματικών συζητήσεων είτε με γενικά αντικείμενα -το περιβάλλον, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εργασία και την προστασία της- είτε πιο εξειδικευμένα και τοπικά.

Οι πλατφόρμες πρέπει να είναι ανοικτές σε γνώστες των θεμάτων που δεν είναι μέλη του κόμματος. Ετσι ο διάλογος υπερβαίνει τα στενά κομματικά πλαίσια, πλουτίζεται από τη γνώση και σοφία της κοινωνίας αλλά ταυτόχρονα της δίνει λόγο. Τα πορίσματα και οι προτάσεις της διαβούλευσης προωθούνται για υιοθέτηση και εφαρμογή. Μέχρι στιγμής ο iSyriza δεν το πέτυχε. Μια άλλη πρωτοβουλία συμπληρώνει τις οργανώσεις μελών με φυσικούς ή ηλεκτρονικούς «κύκλους φίλων» που συμμετέχουν σε κομματικές διαδικασίες και έχουν το δικαίωμα υποβολής προτάσεων και ανάληψης πρωτοβουλιών. Παράλληλα, συνεργασίες με συλλόγους, επιμελητήρια, ομάδες πολιτών βάζει το κόμμα στους κοινωνικούς αρμούς.

Υπάρχουν ακόμη αντιρρήσεις για την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας. Εντούτοις οι μεταφυσικές βεβαιότητες και τα επιστημολογικά́ πιστεύω του 20ού αιώνα έχουν παρέλθει. Οι απόψεις σχετικά με τα «αντικειμενικά́» ταξικά συμφέροντα, την αιτιακή́ σχέση βάσης και εποικοδομήματος ή την ιδεολογία ως «ψευδή́ συνείδηση» δεν επέζησαν. Η αλήθεια στην πολιτική δεν αντιμετωπίζεται ως αντικατοπτρισμός της πραγματικότητας αλλά́ ως στράτευση για την αλλαγή́ της.

Συνακόλουθα, βασικές θέσεις του ορθόδοξου μαρξισμού́, αλλά́ και της πολιτικής επιστήμης, που θεμελιώνονταν στη λογική́ της αντιπροσώπευσης, κλονίζονται. Οι νέοι δεν επιθυμούν να αντιπροσωπεύονται αλλά να «προσωπεύονται», να είναι παρόντες στη λήψη αποφάσεων για θέματα που τους απασχολούν. Το ψηφιακό συμπλήρωμα του κόμματος αποσκοπεί στην ενδυνάμωση και εμβάθυνση της ασθενούσας δημοκρατικής του λειτουργίας. Ετσι η λειτουργία του κόμματος γίνεται πρότυπο και προϊδεασμός της κοινωνικής αλλαγής.

Η Αριστερά, γράφουν η Μυρσίνη και ο Αντώνης, εκφράζει τις ιδέες της «κοινωνικής δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, του ανθρωπισμού, της ισόρροπης ανάπτυξης ανάμεσα στη φύση και στην κοινωνία». Συμφωνώ, αλλά φαντάζομαι πολλές πολιτικές οικογένειες θα δέχονταν μια τέτοια γενικόλογη παράταξη αξιών. Η διαφορά είναι ότι η Αριστερά αποσκοπεί να εφαρμόσει αυτές τις αξίες με τον μόνο ρεαλιστικό τρόπο: τη σταδιακή υπέρβαση του καπιταλισμού και τη μετάβαση στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Ολοι οι αριστεροί, με τις σεβαστές διαφορές τους, ενώνονται σ᾽ αυτόν το σκοπό.

---------------------------

* Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος «Νίκος Πουλαντζάς»


Πηγή Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Το ραντεβού της αριστεράς με την ιστορία


του Κώστα Δουζίνα



Δύο θέματα κυριαρχούν στην πρόσφατη συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς: η «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και, δεύτερον, το στρατηγικό δίλημμα πολιτικές συμμαχίες ή κοινωνικά κινήματα, ρεαλισμός ή σοσιαλισμός.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Η θέση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  «έχασε» τις εκλογές, παρ’ ό,τι πήρε 4% πάνω από την ΝΔ, ήταν αρχικά η απεγνωσμένη επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, το πιο γελοίο κομμάτι του περίφημου success story. Δώστε μου κι άλλες τέτοιες ήττες θα έλεγα. Aυτού του είδους το «χάσιμο» αποτελεί τον βασιλικό δρόμο για την τελική νίκη. Αλλά το επιχείρημα γίνεται πιο δύσκολο όταν προέρχεται από αριστερούς: το κίνημα δεν πάει καλά, ο κόσμος πήγε σπίτι του, οι αντιστάσεις δεν προχωρούν. Αυτά άκουγα, θυμάμαι, και πριν τρία χρόνια, την άνοιξη του 2011, και πέρσι τον χειμώνα. Το 2011 ήλθε το Σύνταγμα σαν θαύμα και άλλαξε το σκηνικό. Το πλήθος του 2011 έγινε κυρίαρχος λαός το 2012 υιοθέτησε τον ΣΥΡΙΖΑ και ψήφισε αριστερά. Πάλι τον δύσκολο χειμώνα του 2013 ακολούθησε η επιτυχία των ευρωεκλογών. Οι βιαστικοί πίστεψαν ότι η συνολική αλλαγή είναι πια ζήτημα μηνών. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την άποψη αυτή «δημοκρατικό δρόμο για τα χειμερινά ανάκτορα». Αλλά δεν έχουμε πια Βαστίλλες και ανάκτορα που μπορούμε να καταλάβουμε με μια μεγαλειώδη επίθεση. Όμως η ελπίδα μιας θεαματικά γρήγορης αύξησης της εκλογικής επιρροής εμπνέεται από την ίδια λογική. Μια ακόμη προσπάθεια ριζοσπάστες, λοιπόν, να μαζέψουμε ψήφους ή να βγάλουμε τον κόσμο στους δρόμους και ο σοσιαλισμός έρχεται.


Απέτυχαν οι αντιστάσεις;

Μόνο που τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν επανάσταση και οι κινητοποιήσεις έχουν περιοδικότητα, αυξομειούμενη έκταση και μεταβαλλόμενη ένταση. Ο κόσμος που έχει χάσει σχεδόν 50% του εισοδήματός του δεν μπορεί να είναι συνέχεια στους δρόμους. Προτεραιότητα αποτελεί η επιβίωση και η δουλειά, αν υπάρχει, η οικογένεια, η φιλία, η διασκέδαση, τα ταπεινά και καθημερινά που κάνουν τη ζωή υποφερτή.  Ο κόσμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ζει ως επαγγελματικά στελέχη αριστερού κόμματος. Ένας λαός που βρίσκεται συνεχώς σε πορείες και διαδηλώσεις έχει ιδεολογική καθαρότητα αλλά εξαιρετικά περιορισμένη ζωή, όπως δείχνουν πολλές συζητήσεις σε κομματικά έντυπα. Η ηγεμονία δεκαετιών δεν ανατρέπεται από στιγμιαία αγανάκτηση και μεμονωμένες ενέργειες, αλλά από την αργή, σταδιακή και γεμάτη πισωγυρίσματα αλλαγή πρακτικών ζωής.

Παρά τις πιέσεις της καθημερινότητας, οι αντιστάσεις στην Ελλάδα είναι περισσότερες και πιο δυναμικές από τις άλλες χώρες της κρίσης. Τις χαρακτηρίζουν η επιμονή, ο πολιτικός χαρακτήρας και η πρωτοτυπία. Στις απεργίες των γιατρών του ΕΣΥ και των διοικητικών υπαλλήλων των πανεπιστημίων, στις κινητοποιήσεις της ΕΡΤopen, των καθαριστριών του ΥΠΟΙΚ και των Σκουριών, οι αντιστεκόμενοι συνδέουν τα επιμέρους αιτήματά τους με την αλλαγή της κυβέρνησης και πειραματίζονται με τις μορφές της αντίδρασης. Οι εκστρατείες αλληλεγγύης, οι πρωτοβουλίες εναλλακτικής κοινωνικής οικονομίας, τα τοπικά πολιτισμικά δρώμενα πολλαπλασιάζονται και συνδέουν μερικά ή συντεχνιακά αιτήματα με το γενικό καλό, τη διαμαρτυρία με την πολιτική ανατροπή.  Ο κοινωνικός χάρτης έχει αλλάξει λοιπόν και ο πολιτικός ακολουθεί. Πολύς κόσμος έχει πολιτικοποιηθεί, με την πραγματική έννοια του όρου, αλλά δεν εμπιστεύεται την πολιτική τάξη και το κόμματα. 

Σ’ αυτό η Ελλάδα δεν διαφέρει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Τα κόμματα φθίνουν παντού. Στην Μεγάλη Βρετανία, το κυβερνών Συντηρητικό κόμμα έχει μόνο 110.000 μέλη –στη συντριπτική πλειοψηφία συνταξιούχους- και το Εργατικό 180.000 – πολλοί εκ των οποίων γράφονται στο κόμμα αυτόματα λόγω της ένταξής τους σε συνδικάτα. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη σταδιακή διαδικασία μαρασμού των παραδοσιακών κομμάτων; Οι προφανείς ερμηνείες θα μιλήσουν για την απομάκρυνση της πλειοψηφίας από την πολιτική. Τα συνεχή σκάνδαλα, η διαφθορά και η διαπλοκή, η αίσθηση ότι η εναλλαγή κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς δεν αλλάζει στο παραμικρό τις κρατικές πολιτικές έχει δημιουργήσει τη λαϊκή αποστροφή και αποχή από τα πολιτικά. Την μεγαλύτερη ευθύνη έχουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. 

Τα ερείπια του τείχους του Βερολίνου πέσανε στα κεφάλια των ευρωπαίων αριστερών και άνοιξαν την αντιδραστική εικοσαετία που τέλειωσε με την τραπεζική κρίση του 2008 και τις αντιστάσεις του 2011. Η κεντροαριστερά καταστράφηκε ολοσχερώς: Ο Μπλαιρ, ο Σρέντερ, ο Σημίτης, ο Ζοσπέν και ο Ζαπατέρο υιοθέτησαν τον νεοφιλελευθερισμό με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από τους δεξιούς, κόβοντας τους δεσμούς τους με την κοινωνική δικαιοσύνη και υποσκάπτοντας το κοινωνικό κράτος, μεταπολεμικό δημιούργημα της σοσιαλδημοκρατίας. Η κεντροαριστερά πέθανε, μόνο που καθυστερεί κάπως η κηδεία. Όπως μου έλεγε πρόσφατα ένας δήμαρχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος που θα οδηγούσε έναν νέο στο πρώην κόμμα του. Μόνο οι μηντιακές δημιουργίες, αλά Γκρίλλο, Θεοδωράκη και Φαράζ, μπορούν να  επιβιώσουν. Αλλά σ’ αντίθεση με τις συνηθισμένες κριτικές, η έλλειψη πολιτικών δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά το μεγάλο τους ατού: μπορούν να σημαίνουν όλα σε όλους και ταυτόχρονα απολύτως τίποτε. Όλα τα παίρνει το ποτάμι: η ντεκαφεϊνέ εκδοχή της πολιτικής ανάγει την έλλειψη ιδεολογίας σε υπέρτατη ιδεολογία. Η «έλλειψη» ιδεολογίας αποτελεί την πιο επιθετική ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού.


Πολιτική και εργασία

Αλλά πρέπει να πάμε τις αναλύσεις μας πιο πέρα. Η σημερινή μορφή κόμματος και συνδικάτου ανάγεται στην περίοδο της συγκεντρωτικής παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας του 20ού αιώνα. Η συγκέντρωση της εργασίας σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες) και της πολιτικής στη Βουλή και την κυβέρνηση δημιούργησε την ανάγκη κεντρικής οργάνωσης και αντιπροσώπευσης της εργατικής τάξης. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρώνονταν με την συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου γύρω από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι εκλογές και οι επέτειοι, ή οι μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις – απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες.

Σήμερα η εργασία έχει αλλάξει ριζικά και η πολιτική αποκεντρώνεται.  Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε την έννοια της «γενικής διάνοιας», της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης, γλώσσας και επικοινωνίας, στο Grundrisse. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα όμως η γενική διάνοια έχει ριζοσπαστικοποιηθεί και γενικευθεί, αποτελώντας βασική παραγωγική δύναμη. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις, αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γίνονταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: ιδέες, σημεία και λόγια γίνονται αμέσως υλικά αντικείμενα και πηγαίνουν στην αγορά...

Ο χρόνος και ο χώρος της παραγωγικής διαδικασίας άλλαξε. Η διάκριση μεταξύ του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου εξαλείφεται. Ο εργαζόμενος πρέπει συνεχώς να επιμορφώνεται, να αποκτά νέες δεξιότητες και γνώσεις, για να κυνηγήσει την επόμενη επισφαλή απασχόληση. Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες, χωρίς πολιτικές ή συνδικαλιστικές συγκλήσεις. Ο ύστερος καπιταλισμός προωθεί διαδράσεις αλλά όχι πολιτική συμπόρευση, επικοινωνία αλλά όχι ιδεολογικές ταυτότητες, συνεργασίες βασισμένες στην απομόνωση και στην εξατομίκευση.  Για να σπάσει αυτό πρέπει να μεταφέρουμε στην πολιτική τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας.

Αυτό ακριβώς έγινε στις πλατείες του κόσμου και στην Ελλάδα.  Η ηγεμονική στρατηγική που αναδύθηκε άλλαξε την πολιτική συζήτηση, μεταθέτοντας την αντιπαράθεση από το χρέος και τους όρους αποπληρωμής του στην επανασύσταση του κοινωνικού δεσμού, την προστασία της λαϊκής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, την επανίδρυση της πολιτειακής οργάνωσης. Οι πλατείες ανέδειξαν την ελευθερία του ανυπάκουου πολίτη, την ισότητα της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τέλος την αλληλεγγύη της συναθροισμένων μοναδικοτήτων. Αυτοί είναι οι τρεις άξονες της ενωτικής αριστεράς.

Πρέπει λοιπόν η αριστερά να διδαχθεί από τις πλατείες, αν δεν θέλει να παραμείνει στην θέση του απορριμένου και μελαγχολικού εραστή. Η ιστορική αναγκαιότητα οδηγεί το παλιό καθεστώς στο τέλος του. Το ίδιο ισχύει για τα κομματικά μοντέλα. Χρειαζόμαστε κόμμα «νέου τύπου». που εγκαταλείπει την ασφάλεια του κομματικού πρωτόκολλου και της επετηρίδας και συνεργάζεται με την «γενική διάνοια». Θάρρος, φαντασία και πειραματισμός είναι σήμερα τα προτάγματα της ιδέας του κομμουνισμού, δηλαδή της ιδεολογίας των κοινών. Το ερώτημα δεν είναι τι πρέπει να κρατήσουμε από τον κλασικό μαρξισμό αλλά τι θα έλεγε ο Μαρξ και η διαλεκτική στις συνθήκες του 21ου αιώνα.


Κόμμα «νέου τύπου»;

Σ’ ένα βαθμό, ο ΣΥΡΙΖΑ απάντησε στην πρόκληση. Φτιάχτηκε το κόμμα «νέου τύπου», δύσκολα, πολλές φορές τυχαία και με αντιφάσεις. Χωρίς να το περιμένει, έκλεισε ραντεβού με την ιστορία. Αλλά για να οδηγηθεί σε γάμο, πρέπει να καλλιεργήσει και δυναμώσει τα στοιχεία που έκαναν τον λαό να το επιλέξει το 2012 και 2014. Τι σημαίνει αυτό; Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας, πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων. Μια τέτοια προσέγγιση σημαίνει διαφορετική αντιμετώπιση της κεντρικής πολιτικής σκηνής και των κινηματικών δράσεων.

Βασικός σκοπός της πολιτικής εκπροσώπησης είναι να δημιουργεί εμπιστοσύνη στην ανυποχώρητη στράτευση του κόμματος στις αρχές της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Η λαϊκή εμπιστοσύνη στις αξίες κατ’ αρχάς και στις πολιτικές δευτερευόντως αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο της αριστεράς.  Αλλά οι αξίες και οι στόχοι πετυχαίνουν, αν συνοδεύονται από πραγματισμό ως προς τα μέσα. Χρειάζεται σχεδιασμός, κατάστρωση πολιτικών, προετοιμασία. Αλλά υπάρχει και η πρόκληση της αντίδρασης στα γεγονότα, η επιτακτικότητα των εξελίξεων. Η ιστορία δεν γράφεται εκ των προτέρων, με κάποιου είδους γραμμική πρόοδο, αλλά αναδρομικά, όταν μια σειρά από ασήμαντα δευτερεύοντα συμβάντα αναγνωρίζεται ως η αλληλουχία που οδήγησε στην αλλαγή. Το μανιφέστο της αριστεράς πρέπει να συνδυάζει λοιπόν αδιαπραγμάτευτες αξίες και ευέλικτο πραγματισμό, ανοικτό βέβαια στον εσωκομματικό έλεγχο. Θα μπορούσε να συνταχθεί μια μικρή λίστα τριών ή τεσσάρων βασικών αρχών και πέντε ή έξι κεντρικών πολιτικών (θα χωρούσαν σε μία κάρτα προς διανομή) που θα αποτελέσουν την βάση της νέας κοινωνικής συμφωνίας.

Αλλά συνταιριάζουν αρχές και πραγματισμός; Ο πραγματισμός δεν είναι ρεαλισμός. Ο ρεαλιστής συμβιβάζεται κατ’ ανάγκην δήθεν με την αδήριτη  πραγματικότητα. Ο πραγματιστής αντίθετα αναγνωρίζει την πίεση των πραγμάτων για να αλλάξει την πραγματικότητα. Ας πάρουμε για παράδειγμα το κράτος.  Ο «αυταρχικός φιλελευθερισμός» που ζούμε χρησιμοποιεί την κρατική εξουσία και βία για να απαξιώσει το κράτος. Ποιά είναι η απάντηση της αριστεράς; Μόνη ριζοσπαστική πολιτική  σήμερα είναι αυτή που θα σουλουπώσει το κράτος, θα μαζέψει τους φόρους και θα αναδιανείμει το εθνικό προϊόν με τρόπο που μειώνει τις αισχρές ανισότητες. Μια αριστερή κυβέρνηση που εξορθολογίζει το κράτος  -εν μέρει για να ανταποκριθεί στις συνεχώς ματαιούμενες αστικές του επαγγελίες και εν μέρει για να προετοιμάσει το επόμενο βήμα– ασκεί επαναστατική πολιτική. Όπως η προλεταριακή επανάσταση θεωρητικά απελευθερώνει όλη την κοινωνία, ακόμη και τους εκμεταλλευτές, έτσι και η προοδευτική μεταρρύθμιση του κράτους ενέχει το σπέρμα της επαναστατικής του μεταλλαγής.  Δεν υπάρχει σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία έλεγε ο Πουλαντζάς. Δεν αρχίζει η σοσιαλιστική αλλαγή χωρίς ένα καλοδιοικούμενο και δημοκρατικό κράτος προσθέτουμε.

Ας πάμε στην άλλη σημαντική πλευρά της κομματικής λειτουργίας, τη σχέση με την κοινωνία. Δεν έχει καμιά δουλειά το κόμμα να επιβάλλει την άποψή του στα κινήματα. Πρέπει να τα βοηθάει όσο μπορεί, με ενεργή συμμετοχή των μελών του, όπως έκανε στις πλατείες. Πρέπει  να δημιουργεί τις συνθήκες για διασυνδέσεις και συντονισμό της πολυμορφίας και πολυσυλλεκτικότητας. Κυρίως πρέπει να μαθαίνει από τους κινηματικούς, το πιο ζωντανό και δημιουργικό κομμάτι της κοινωνίας. Όταν το κόμμα επεξεργάζεται λοιπόν τις πολιτικές για το περιβάλλον, την εργασία, την κοινωνική οικονομία ή την αλληλεγγύη, πρέπει να δίνει λόγο και σε μη κομματικά μέλη και να μαθαίνει από την γνώση και εμπειρία της αυθόρμητης ένταξης και πειραματικής δράσης. Έτσι γίνεται το κόμμα συλλογικός διανοούμενος: όχι με την αναγγελία της μίας ορθής άποψης, αλλά με την υποδοχή ιδεών, στρατηγικών και ανθρώπων, την κοινή σκέψη και ανάλυση μ’ όσους συστρατεύονται τακτικά ή στρατηγικά χωρίς να είναι μέλη. Έτσι η γενική διάνοια γίνεται πολιτική.

Και εδώ βρίσκεται πιθανά η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Η συνηθισμένη εικόνα έχει από την μία τους «πασοκογενείς» λάτρεις της εξουσίας και από την άλλη τους  αριστερούς ιδεολόγους που πιστεύουν την αλήθεια της θεωρίας τους και την κινηματική καθαρότητα. Οι πρώτοι θα κάνουν δήθεν τα πάντα για θώκους και θέσεις ενώ οι δεύτεροι εκούσια ή ακούσια αποτρέπουν την προοπτική αριστερής κυβέρνησης. Για τους αντίπαλους η άλλη πλευρά άλλα λέει και άλλα πιστεύει.

Όπως μας έμαθε η αποδόμηση, όταν ο κόσμος εμφανίζεται διπολικά δομημένος, πρέπει πρώτα να βρούμε την υπόγεια οικονομία που κινεί τα νήματα της επιφανειακής αντιπαράθεσης. Υποκρισία, όπως ξέρουμε, είναι ο φόρος που το ψέμα πληρώνει στην αλήθεια και την αρετή. Το επίδικο και για τους δύο είναι λοιπόν η σχέση αλήθειας και λάθους. Οι ιδεολογικές διαφωνίες και οι «ναρκισσισμοί των μικρών διαφορών» της αριστεράς ξεκίνησαν σε μια παλαιότερη εποχή πίστης και θεωρητικής καθαρότητας. Σήμερα αναπαράγονται μέσα από τις νέες μορφές υποκειμενικότητας της μεταφορντικής κοινωνίας. Στην δικτυωμένη αλλά και ατομιστική κοινωνία του νεοφιλελευθερισμού, οι εν δυνάμει μεγαλύτεροι ανταγωνιστές είναι οι συμμετέχοντες στο ίδιο δίκτυο. Η δικτύωση χωρίς σύμπλευση επιτείνει την αντιδικία και αμβλύνει την αποτελεσματικότητα.

Η αριστερά χρειάζεται και την αξιακή κεντρική πολιτική και τα κινήματα, και τους «πασοκογενείς» και τους κομμουνιστές και τους ριζοσπάστες. Κόμμα νέου τύπου σημαίνει τη διαλεκτική υπέρβαση παλιών αντιθέσεων χωρίς τον ευτελισμό ή φετιχοποίησή τους. Χρειάζεται λοιπόν η πολιτική λογική της πλατείας να περάσει και στη λειτουργία του κόμματος, εκεί που τρέχουσες σχέσεις και μορφώματα προετοιμάζουν τη δημοκρατία που έρχεται. Η «πονηριά της ιστορίας» κανόνισε το ραντεβού αριστεράς και λαού. Ο κάθε επίδοξος εραστής ξέρει πως για να πετύχει χρειάζεται να  σαγηνεύσει το αντικείμενο του πόθου του.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Διάλογος μεταξύ Κώστα Δουζίνα και Δημήτρι Βεργέτη για τον Αλαίν Μπαντιού


Αλαίν Μπαντιού ή η αναγέννηση της Ιστορίας

του Κώστα Δουζίνα


Τον Ιανουάριο του 2013, στη διάρκεια του συνεδρίου «Το Ελληνικό Σύμπτωμα» στο Παρίσι, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τον Αλαίν Μπαντιού. Παρουσίασα τη γνωστή μου άποψη ότι, σ' όλο τον κόσμο, έχουμε μπει σε μια νέα «εποχή αντίστασης» με τρεις κοινές μορφές: εξεγέρσεις (χρησιμοποίησα το παράδειγμα του Δεκέμβρη), μαρτύριο/μαρτυρία και έξοδος (Υπατία) και αμεσοδημοκρατικές καταλήψεις (Αγανακτισμένοι). Aκούγοντας την απάντηση του Μπαντιού, η έκπληξη μου ήταν τέτοια, που νόμιζα ότι δεν κατάλαβα καλά. Την αντιγράφω από το άρθρο του «Ή σημερινή μας αδυναμία»: «Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε τη δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα […] Τα ίδια είδαμε […] τον Μάη του '68 στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ». [1]

Ο Μπαντιού είναι πιθανόν ο τελευταίος μεγάλος γάλλος φιλόσοφος της γενιάς των '60. Η θεωρία του συμβάντος, η μαθηματική οντολογία, η κριτική του ηθικισμού και του νομικισμού και το λογοτεχνικό του έργο αποτελούν άξια συνέχεια του Φουκώ, του Λακάν, του Σαρτρ. Θεωρώ όμως τις πρόσφατες πολιτικές παρεμβάσεις του και την πεποίθηση περί «ανικανότητας» της Αριστεράς προβληματικές. Ήδη από την προηγούμενη δεκαετία, ο Μπαντιού απέρριπτε τις πολιτικές των ταυτοτήτων, τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης, έβρισκε ιδιαίτερα προβληματικές τις εξεγέρσεις των νέων. Αποκαλούσε το πλήθος «ονειρική παραίσθηση», που διεκδικεί το δικαίωμα «των αργόσχολων του πλανήτη μας […] να απολαμβάνουν χωρίς να κάνουν τίποτα, φροντίζοντας επιμελώς να αποφεύγει κάθε μορφή πειθαρχίας, ενώ γνωρίζουμε καλά ότι η πειθαρχία, σε όλα τα πεδία, είναι το κλειδί για την αλήθεια». Απέρριπτε την κατηγορία του «κινήματος», γιατί «είναι συνδεδεμένο με τη λογική του κράτους»· η πολιτική, υποστήριζε, πρέπει να κατασκευάσει «νέες μορφές πειθαρχίας που θα αντικαταστήσουν την πειθαρχία των πολιτικών κομμάτων». [2]

Η Αναγέννηση της Ιστορίας, βιβλίο του Μπαντιού που εκδόθηκε το 2012, συνεχίζει την πολιτική ανάλυση, ταξινομώντας τις πρόσφατες αντιστάσεις σε «άμεσες» ταραχές και «ιστορικές» εξεγέρσεις. Οι «ταραχές» (Παρίσι 2005, Αθήνα 2008, Λονδίνο 2011) χαρακτηρίζονται, όχι πολύ διαφορετικά από τα κατεστημένα ΜΜΕ, ως μη πολιτικές, «μηδενιστικές», βίαιες. Αντίθετα, βρίσκω ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τις «ιστορικές» εξεγέρσεις, την οποία και χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου Philosophy and Resistance in the Crisis (2013). Κατά τον Μπαντιού, η εξέγερση της Ταχρίρ χαρακτηρίστηκε από διάρκεια, επιμονή, συνοχή και ανεξαρτησία από πολιτικά κόμματα. Κατέλαβε έναν κεντρικό χώρο και πέρασε από την «κακοφωνία» της άμεσης εξέγερσης στο κεντρικό σύνθημα «Να φύγει ο Μουμπάρακ», το οποίο συνένωσε τις λαϊκές δυνάμεις. Οι καταληψίες δημιούργησαν μια «λαϊκή δικτατορία». Είχαν με το μέρος τους την εξουσία της αλήθειας και επέβαλαν τις αποφάσεις τους, ακολουθώντας την νέα μορφή πειθαρχίας που υποστηρίζει ο Μπαντιού.

Η πρόγνωση, ωστόσο, για το μέλλον της εποχής των αντιστάσεων εντάσσεται σ' αυτό που ο Μπένγιαμιν ονόμασε «αριστερή μελαγχολία». Χαρακτηρίζει τον επαναστάτη που είναι προσκολλημένος στην παλιά του θεωρία και ιδεώδες --ακόμη και στην αποτυχία του ιδεώδους αυτού--, παραγνωρίζοντας τη δυνατότητα να παρέμβει στην τρέχουσα πολιτική πρακτική, για να αλλάξει τον κόσμο. Είναι μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια και δυναμώνει όσο οι προβλέψεις της αποτυχαίνουν. Για να αποφύγουν λοιπόν την ήττα ή την αφομοίωση οι εξεγερμένοι πρέπει, κατά τον Μπαντιού, να εμπνέονται από την ιδέα του για τον κομμουνισμό. Η απουσία της, που επιδεινώνεται από την έλλειψη σφικτής πολιτικής οργάνωσης, σημαίνει ότι οι εξεγέρσεις δεν μπορούν να ωριμάσουν και να εξελιχθούν σε χειραφετητική πολιτική. Η πολιτική οργάνωση που φαντασιώνεται ο Μπαντιού είναι μικρή, χαρακτηρίζεται από υψηλή πειθαρχία και, χωρίς να είναι προσκολλημένη σε μια κοινωνική τάξη, ενεργεί απέναντι στον λαό με ηγετικό και δεσποτικό τρόπο. Αυτό είναι το είδος της οργάνωσης που απέρριψαν κατηγορηματικά τα πρόσφατα κινήματα αντίστασης, με την άμεση δημοκρατία και τις οριζόντιες δικτυώσεις τους. Δυστυχώς, για τον Μπαντιού, η «αναγέννηση της Ιστορίας» αποδείχτηκε θνησιγενής.

Η τυποποίηση των αντιστάσεων κάνει τον Μπαντιού να υποτιμά τις επιτυχίες και να υπερτιμά τις ήττες. Η απέχθειά του για το κράτος τον οδηγεί να απορρίπτει τα αριστερά κόμματα. Η αδιαφορία του για την οικονομία τον κάνει να αγνοεί τη συμβολή της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια έκρηξη. Αλλά η κρίση του καπιταλισμού οδήγησε στα Μνημόνια, τα οποία τα επέβαλαν το κράτος και η Ε.Ε. Δεν μπορεί η Αριστερά να εγκαταλείψει το πεδίο αυτό. Όπως λέει ο Ζίζεκ, «αν δεν ξέρεις ακριβώς με τι θέλεις να αντικαταστήσεις το κράτος, δεν έχεις το δικαίωμα να "αποσυρθείς" από αυτό». [3] Μ' αυτές λοιπόν τις «ελλείψεις», η «ιστορική» εξέγερση στην Αίγυπτο απέτυχε, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται ακόμα – και ίσως για πάντα-- στην εποχή των «ταραχών».

Ο Μπαντιού ελπίζει ότι θα γεννηθεί στο μέλλον μια πολιτική οργάνωση που θα εκπροσωπεί την κομμουνιστική ιδέα για να ανταποκριθεί στην ιστορική πρόκληση. Μπαίνει λοιπόν κι αυτός στη σειρά των αριστερών «προφητών» που υπόσχονται κατά καιρούς την επανίδρυση της «σωστής» κομμουνιστικής οργάνωσης και καταγγέλλουν όποιους αποπλανούνται από τις απομιμήσεις της. Η ριζοσπαστική αλλαγή παραπέμπεται στις εσχατολογικές καλένδες. Επίσης, θεωρεί σωστά ότι η ανάδυση μιας στρατευμένης υποκειμενικότητας είναι κεντρικής σημασίας για το ριζοσπαστικό εγχείρημα. Αλλά μόνο οι λίγοι στρατευμένοι που ασπάζονται την «ιδέα του κομμουνισμού» μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ωστόσο, η κατασκευή πολιτικού υποκειμένου δεν αφορά μόνο τους στρατευμένους κομμουνιστές. Η παραγωγή υποκειμένων αρχίζει με την απαγκίστρωση των ανθρώπων από την οικονομία της απόλαυσης και της κατανάλωσης, τη σταδιακή είσοδό τους στην ηθική της ανυπακοής και την πολιτική της αντίστασης. Αυτό συνέβη στο Κάιρο, την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Οι εξεγερμένοι περιγράφουν την εμπειρία τους στις πλατείες ως «πολιτικό βάπτισμα» που άλλαξε τη ζωή τους. Στην Ελλάδα η μεταμόρφωση του πλήθους των πλατειών σε λαό που υποστηρίζει την Αριστερά έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ριζικής αλλαγής.

Οι πλατείες επιβεβαίωσαν την άποψη του Μπαντιού ότι η πολιτική είναι ένα είδος σκέψης που δημιουργεί τη δική της αλήθεια· απέρριψαν όμως την εκδοχή του για την αλήθεια που είχε δημιουργηθεί σε απόσταση από την πολιτική της αντίστασης και κινητοποιεί μόνο λίγους. Χρησιμοποιώντας την ορολογία του, θα λέγαμε ότι η «αλήθεια» της επερχομένης ριζοσπαστικής αλλαγής οφείλεται στην πίστη των εξεγερμένων στο «συμβάν» της αντίστασης, στη «Στάση Σύνταγμα», όπως την ονομάσαμε. Μ' αυτή την έννοια, οι αντιστάσεις βρέθηκαν πολύ μπροστά από τη θεωρία. Η κουκουβάγια της Αθηνάς του Χέγκελ θα πετάξει το σούρουπο, όταν η φιλοσοφία αναγνωρίσει ότι η πράξη την ξεπέρασε και ακουμπήσει ξανά πάνω της.

Το έργο του Μπαντιού μας επιτρέπει να καταλάβουμε την έλευση της εποχής της αντίστασης. Εντούτοις, η προσπάθειά του να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες περιπτώσεις αντίστασης ως παράδειγμα της θεωρίας αποδεικνύεται προβληματική. Ό,τι δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο θεωρητικό οικοδόμημα απορρίπτεται. Εντάσσεται έτσι σε μια γνωστή παράδοση της ακαδημαϊκής Αριστεράς, η οποία διορθώνει το κίνημα αφήνοντας ανέπαφη τη θεωρία. Παραφράζοντας τον Μπρεχτ, θα λέγαμε ότι αν το κίνημα δεν ενεργεί σύμφωνα με τη θεωρία, πρέπει να εκλέξουμε νέο κίνημα. Αν η αλήθεια της πολιτικής αναδύεται στην πολιτική δράση, όπως σωστά λέει ο Μπαντιού, η φιλοσοφία πρέπει να πάρει αυτή την «αλήθεια» και να την κάνει οικουμενική. Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ευθύνη της θεωρίας: αναλύοντας τις πρόσφατες αντιστάσεις, με τις αποτυχίες και επιτυχίες τους, πρέπει να βελτιώσουμε τόσο τη ριζοσπαστική φιλοσοφία όσο και τη δράση.

Η --συχνά κοινότυπη-- συζήτηση των οικονομολόγων έχει σημασία, η ευθύνη των φιλοσόφων όμως είναι εξίσου κρίσιμη. Πρέπει να ψηλαφήσουν το όραμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ένα όραμα χωρίς προηγούμενα ή μοντέλα. Σ' αυτό το εγχείρημα, η ελληνική Αριστερά κατέχει κεντρικό ρόλο. Όπως πλησιάζουμε την ιστορική καμπή αριστερής διεξόδου στην κρίση, ας ξεχάσουμε τη μελαγχολία του συντρόφου και φίλου Μπαντιού και ας κρατήσουμε την ελπίδα, και την ευθύνη που την ακολουθεί, ότι στην Ελλάδα θα ξεκινήσει η αναγέννηση της Ιστορίας.

-------------------------------------------
1 Alain Badiou, «Our Contemporary Impotence», Radical Philosophy, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013, τχ. 131 (στα ελληνικά σε μετάφραση Αριάδνης Αλαβάνου, στο aristeroblog.gr/node/1997).
2 Alain Badiou, «Beyond Formalisation» [συνέντευξη, 2.7.2002], στο Bruno Bosteels, Badiou and Politics, Duke University Press 2011, σ. 336, 337.
3 Slavoj Žižek, The Year of Dreaming Dangerously, Verso 2013, σ. 130.

Πηγή Αυγή


Πυροβολήστε τον πιανίστα Μπαντιού!

του Δημήτρι Βεργέτη


Η πρόσφατη επίσκεψη του Α. Μπαντιού (ΑΜ) οργανωμένη από το περιοδικό αληthεια, το τεράστιο ενδιαφέρον που την περιέβαλε, οι τρεις διαλέξεις του σε υπερπλήρεις αίθουσες είχαν και κάποιες δυσανάγνωστες παρενέργειες. Εντάσσω σε αυτές και το άρθρο του φίλτατου Κ. Δουζίνα (ΚΔ) στα «Ενθέματα» (9.2.2014). Ας μιλήσουμε ευθέως. Πρόκειται για ένα κείμενο εμφορούμενο από την υπέρμετρη και βιαστική φιλοδοξία να ισοπεδώσει σε ελάχιστες γραμμές όλο σχεδόν το πολιτικό έργο του ΑΜ, αποσυνδέοντάς το μάλιστα άνευ συζητήσεως από τις φιλοσοφικές του συντεταγμένες και κατακρημνίζοντας το στα τάρταρα του «ακαδημαϊσμού»! Έχω μια σχέση χρόνιας εγγύτητας με το γραπτό και σεμιναριακό έργο του ΑΜ όπως και με τον ίδιο, έχω μεταφράσει και σχολιάσει σε άρθρα και σεμινάρια αρκετά έργα του και ομολογώ ότι μένω ενεός μπροστά στην ελαφρότητα της προσέγγισης του ΚΔ. Δεν υπάρχουν εξ αποκαλύψεως αλήθειες αλλά, ακριβώς γι αυτό, το έργο του ΑΜ αξίζει μια πολύ σοβαρότερη κριτική προσέγγιση. Δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε μία σχεδόν φράση στο κείμενο του ΚΔ που να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Ελλείψει χώρου θα περιοριστώ εδώ σε μια μινιμαλιστική σταχυολόγηση και θα επανέλθω αλλού με έναν εμπεριστατωμένο σχολιασμό φράση προς φράση. Επιγραμματικά λοιπόν.

1. Το ύφος και η μεθόδευση. Οι λεπτά σμιλεμένες θέσεις του ΑΜ, βίαια αποσπασμένες από τα συμφραζόμενα, τη θεωρητική τους πλαισίωση και το εννοιολογικό τους υπόβαθρο εκτίθενται πετσοκομμένες και γίνονται αντικείμενο συνοπτικής εκτέλεσης. Μια ακροβατική συρραφή βεβιασμένων ετυμηγοριών μοντάρει μια εξευτελιστική καρικατούρα του ΑΜ, εμφανίζοντάς τον ακόμη και ως εγγαστρίμυθο των «κατεστημένων ΜΜΕ» ή αστοιχείωτο σε σημείο που «αγνοεί τη συμβολή της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης στην παγκόσμια έκρηξη». Και λοβοτομημένος να ήταν ο άνθρωπος μάλλον θα το είχε υποψιαστεί! (το αμίμητο αυτό επιχείρημα έχει διατυπωθεί από τον Νέγκρι και ο ΑΜ του απαντά στην αρχή του Réveil de l'histoire). Ομοίως, τα επιστρατευμένα παραθέματα θα αποδειχτούν ράκη κοπτοραπτικής.

2. Ο ΚΔ επικαλείται την « Αναγέννηση της ιστορίας, βιβλίο του Μπαντιού». Ακόμη και το κομβικό σημαίνον του τίτλου έχει παραμορφωθεί. Réveil δεν σημαίνει ποτέ και πουθενά renaissance. Σημαίνει αφύπνιση, ξύπνημα – εξ ου και η χρήση του πρακτικά συνώνυμου éveil . Δεν πρόκειται για μεταφραστική ανεπάρκεια αλλά για πλήρη εννοιολογική καθίζηση του τίτλου. Για λόγους που δυστυχώς ο ΚΔ δεν έχει αντιληφθεί, ο ΑΜ επιστρατεύει σκοπίμως το εμβληματικό σημαίνον réveil με το οποίο ο Λακάν επισφράγισε την δομική ασυμβατότητα ανάμεσα σε πραγματικότητα και πραγματικό, ένα επιστημολογικό μοτίβο που εντυπώθηκε βαθιά στη σύγχρονη σκέψη. Ο όρος υποδηλώνει το σημείο σύμπραξης του υποκειμένου και ενός ενεργοποιημένου συμβαντικού χώρου όπου συμπυκνώνεται η λανθάνουσα παρουσία ενός πραγματικού. Ο ΑΜ το ενεργοποιεί στο πεδίο της ιστορίας. Δεν υπάρχει τοπική διάρρηξη της ιστορικής πραγματικότητας χωρίς την ανάδυση ενός πραγματικού, μιας αναφομοίωτης ετερογένειας της τάξεως του μη υπαρκτού(inexistant), δηλαδή μη ταυτοποιήσιμου από την θεσμική συμβολική τάξη. Εκεί διαμορφώνονται εστίες αφύπνισης της ιστορίας. Ο τίτλος πλαισιοθετεί τον ορίζοντα της αναλυτικής ων εξεγέρσεων και η εννοιολογική του κένωση, δηλαδή η στρεβλή κατανόησή του ναρκοθετεί εκ προοιμίου την ενστόχαστη πρόσληψή της.

3. Το βιβλίο ταξινομεί «τις πρόσφατες αντιστάσεις σε «άμεσες» ταραχές και «ιστορικές» εξεγέρσεις», γράφει ο ΚΔ. Νέα συγχυτική απόδοση βασικών εννοιών. Σε όλο το βιβλίο έως και τα περιεχόμενα ο ΑΜ σηματοδοτεί με έναν ενιαίο και αδιαφοροποίητο ταξινομικό όρο ως «εξεγέρσεις» τόσο τις άμεσες όσο και τις ιστορικές: émeute immédiate, émeute historique. Ταξινόμηση ανακριβέστατη πρωτίστως, γιατί εκεί που ο ΚΔ βλέπει δύο τύπους εξέγερσης το βιβλίο μας εκθέτει διεξοδικά τρεις! Συγκεκριμένα ο Αμ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην ανάλυση της «λανθάνουσας εξέγερσης», αποδίδοντάς της έναν κρίσιμο ρόλο : «Οι Δυτικές χώρες γνώρισαν και θα γνωρίσουν άμεσες εξεγέρσεις. Δεν έχουν γνωρίσει ιστορικές εξεγέρσεις εδώ και σαράντα χρόνια . Η άποψη μου είναι ότι έχει ανοίξει η εποχή αν όχι της δυνατότητας τους τουλάχιστον της δυνητικής δυνατότητας τους… Αυτό που με οδηγεί στην πρόταξη αυτής της υπόθεσης είναι εκείνο που ονομάζω η ύπαρξη στις πλούσιες χώρες μας μιας υποκειμενικότητας λανθάνουσας εξέγερσης – une subjectivité d'émeute latente». Συναντάμε εδώ μια ιδιότυπη βαθμίδα του υποκειμένου ως διακριτικό γνώρισμα μιας ιστορικής ακολουθίας – βαθμίδα μη αναγώγιμη στην ένδοξη διάκριση σε αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που κυοφόρησε ο κλασσικός μαρξισμός.

4. Περίοπτη θέση στο κατηγορητήριο καταλαμβάνει η καταγγελία του «ολιγαρχικού» πυλώνα της σκέψης του «προφήτη» Μπαντιού! Γράφει ο ΚΔ: «μόνο οι λίγοι στρατευμένοι που ασπάζονται την «ιδέα του κομμουνισμού» μπορούν να αλλάξουν την πορεία της Ιστορίας. Ωστόσο, η κατασκευή πολιτικού υποκειμένου δεν αφορά μόνο τους στρατευμένους κομμουνιστές». Οι «λίγοι» του ΑΜ επανέρχονται πιο κάτω ενώ πιο πάνω ο ΑΜ οραματίζεται μια «πολιτική οργάνωση που χαρακτηρίζεται από υψηλή πειθαρχία και ενεργεί απέναντι στο λαό με ηγετικό και δεσποτικό τρόπο». Επιτέλους οι μάσκες έπεσαν: κάτω από τον πράο φιλόσοφο ο επίδοξος δεσπότης, ο δυσοίωνος τύραννος. Ο Γκλυκσμάν και τα απομεινάρια των Νέων φιλοσόφων έχουν προ πολλού διαπρέψει σε αυτό το άθλημα! Η παραποίησης όμως δεν αντέχει στην δοκιμασία των κειμένων γιατί ο ΑΒ διακηρύσσει με εμμονική συνέπεια ακριβώς το αντίθετο. Σταχυολογώ στην τύχη και ο αναγνώστης ας βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα του. « Ο Πλάτωνας δίνει μια λειτουργική περιγραφή της ταξινόμησης των πολιτών και υποστηρίζει ότι η διεύθυνση του κράτους δεν μπορεί παρά να ανήκει σε μια περιορισμένη αριστοκρατία […] εγώ διεύρυνα και προσέδωσα καθολικότητα σε αυτό το προνόμιο: αυτό που ο Πλάτωνας λέει για τη φύση και την κατάρτιση της ελίτ, το μετέφρασα έτσι ώστε να εφαρμόζεται σε όλους τους πολίτες χωρίς εξαίρεση. Αντικατέστησα την ελιτίστικη προκατάληψη του Πλάτωνα με μια εξισωτική θεώρηση» (πρόσφατη διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο). Απερίφραστη επίσης απόρριψη «της κομματικής συγκέντρωσης της εξουσίας, της κυριαρχίας των στελεχών, του σταλινικού κανόνα "όταν η γραμμή καθοριστεί τα στελέχη αποφασίζουν για όλα"» (Logiques des Mondes, σ. 522). « Κάθε πολιτική αλήθεια ριζώνει σ' ένα μαζικό λαϊκό συμβάν» (Le réveil…, σ. 132) Όλη η θεωρία του γενολογικής πολλαπλότητας, της «ενσωμάτωσης» και της ιδιότυπης χρήσης του λακανικού καθολικού ποσοδείκτη διαψεύδει την "ολιγαρχική" επινόηση του ΚΔ. Ελλείψει χώρου αφήνω εδώ ασχολίαστους τους επιδερμικούς και παραπειστικούς υπαινιγμούς στην λογική έννοια της «πειθαρχίας». Ένα μόνο παράθεμα, όπου καλεί να: «να επινοήσουμε μια επαναστατική πολιτική πειθαρχία η οποία, καίτοι κληρονόμος της δικτατορίας του αληθούς που γεννιέται με την ιστορική εξέγερση, να μην αναπαράγει το αυταρχικό, ιεραρχικό και σχεδόν άνευ σκέψεως μοντέλο των στρατών και των ταγμάτων εφόδου». Αυτό που φαίνεται να ενοχλεί στον ΑΒ είναι η άρνησή του να αναγορεύσει την «κομματική πειθαρχία» σε αρχή συμπύκνωσης της πολιτικής, όπως επιθυμούν οι κρυπτοθαυμαστές του σταλινισμού.

5. Η εικοσιπεντάχρονη κλινική εμπειρία μου δεν με συνδράμει επαρκώς ώστε να ενστερνιστώ την διαγνωστική ετυμηγορία του ΚΔ για την μελαγχολία του ΑΜ ως μοιραία «μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια». «Ας ξεχάσουμε τη μελαγχολία του συντρόφου Μπαντιού» προτρέπει ο ΚΔ. Εδώ συμφωνώ αμέριστα. Με τον τρόπο μου! Στην ιδιότυπη νοσολογική ταξινόμηση του ΑM στην μπενγιανιμική «αριστερή μελαγχολία» θα αντιτάξω το παροιμιώδες σφρίγος ζωής, την αστείρευτη και χαρούμενη δημιουργικότητα του, την ανεξάντλητη αισιοδοξία του, αποτυπωμένη στον τίτλο και στις του επίμαχου βιβλίου. Η γλυκιά μελαγχολική μορφή του Μπένγιαμιν παραδόθηκε σε ένα εκούσιο τέλος στο χείλος της Hilflosigkeit της εποχής του και του είναι του. Επιτρέψτε μου να σας καθησυχάσω: ο Μπαντιού δεν πρόκειται να αυτοκτονήσει!

Επίσης για ποια μετεξελιγμένα ίχνη ιστορικής νομοτέλειας μιλάμε στη σκέψη του ΑΒ όταν η θεωρία του συμβάντος κονιορτοποιεί κάθε έννοια περατοκρατικής τελεολογίας και ενσταλάζει την συμβαντική ενδεχομενικότητα σε κάθε πτυχή του ιστορικού γίγνεσθαι; Έλεος!

6. Όντως ο ΑΜ, όπως και οι Φουκώ, Ντελέζ, Λακάν, αντιτίθεται στην πολιτική της ταυτότητας γιατί η οικουμενικότητα έχει ως υπόβαθρο τη γενολογική πολυμορφία, την «γενολογική ανθρωπότητα» ( Μαρξ). Ο ΑΜ δεν αγνοεί το κομβικό λακανικό αξίωμα που στοιχειοθετεί το υποκείμενο ως μη ταυτόσημο-προς-εαυτόν αντιδιαστέλλοντάς το με την απολίθωσή του υπό το Κύριο σημαίνον, εμπεδωτή εξουσίας. Η πολιτική της ταυτότητας είναι η πολιτική του συμβολικού εγκλεισμού, στον πυρήνα της υπολανθάνει η διαχειριστική αρχή της αστυνομικής ταξινόμησης σε παγιωμένες ταυτότητες (Ρανσιέρ) και διαμορφώνει εστίες όπου κυοφορείται η μικροφυσική της γκετοποίησης αλλά και η βιοπολιτική εθνοκάθαρση. Ο ναζισμός υπήρξε το μείζον υπόδειγμα μια πολιτικής κεντροθετημένης στην πολιτική της ταύτισης, της ταυτότητας των ταυτοτικών ταξινομήσεων (Λακού-Λαμπάρτ). Εξάλειψη των διακρίσεων δεν διασφαλίζεται με την κατάφαση της «αστυνομικής» αρχής της ταυτότητας αλλά με την απόρριψη κάθε εξαντικειμενισμού της υποκειμενικότητας με όρους φυλετικής προέλευσης, σεξουαλικής προτίμησης κτλ. Υπενθυμίζω ενδεικτικά ότι, μαχητική αιχμή του κινήματος των γκέι, ο Φουκώ αρνείτο τον εγκλεισμό του στην ταυτότητα του ομοφυλόφιλου.

Πηγή Αυγή


Χωρίς συναξάρια και αχρείαστες προσβολές

του Κώστα Δουζίνα


Δεν έχω την παραμικρή διάθεση να μπω σε διαμάχη με τον φίλτατο Δημήτρι Βεργέτη, και πολύ περισσότερο να επιτεθώ ως ο δήθεν νεότερος των «νέων φιλοσόφων» στον Αλαίν Μπαντιού, του οποίου το έργο έχω τιμήσει και σχολιάσει επανειλημμένα (όπως και στο εγκαλούμενο άρθρο). Φιλοσοφία δεν σημαίνει δύσπεπτος αναμηρυκασμός αλλά σκέψη και κριτική, η οποία κατά Αντόρνο προϋποθέτει μια απόσταση --έστω και ελάχιστη-- από το αντικείμενο της. Συγκεκριμένα για τις αιτιάσεις:

1. Η αγγλική έκδοση του βιβλίου του Μπαντιού, την οποία χρησιμοποίησα, τιτλοφορείται The Rebirth of History (rebirth σημαίνει αναγέννηση).

2. Ο υπότιτλος του βιβλίου είναι Times of Riots and Uprisings, δηλαδή η γαλλική λέξη émeutes μεταφράζεται σε ταραχές (banlieues Παρισιού, Δεκέμβρης, Λονδίνο) και εξεγέρσεις (μόνο η Ταχρίρ αναφέρεται). Το βιβλίο μου Philosophy and Resistance in the Crisis αναγνωρίζει και σχολιάζει εκτεταμένα τη μεταφραστική αυτή επιλογή, η οποία υποβιβάζει την πολιτική σημασία του Δεκέμβρη και των νεανικών εξεγέρσεων σε όλο τον κόσμο και δεν αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά σε μια δύσκολη βέβαια, μα μεγάλη αλλαγή (σ. 141-2, 182-6). Η αγγλική διττή μετάφραση εκφράζει πλήρως τις εννοιακές διαφοροποιήσεις στη χρήση της γαλλικής émeute στο πρωτότυπο.

3. Για τα υπόλοιπα, δίνω στο άρθρο των «Ενθεμάτων», καθώς και στην πλήρη μορφή του που θα εμφανιστεί σύντομα, εκτενείς βιβλιογραφικές αναφορές. Σκοπός μου δεν ήταν να επιτεθώ στον Μπαντιού, τον οποίο έχω ονομάσει τον «μεγαλύτερο ζώντα φιλόσοφο της γενιάς των '60», ούτε βέβαια να τον παρουσιάσω ως «τύραννο» (εκτός αν αυτό παραπέμπει στον Οιδίποδα). Ήθελα να υποστηρίξω ότι, στην ελληνική συγκυρία, η άποψή του περί «αφαίρεσης» από το κράτος και την οικονομία δεν συνάδει με τις ανάγκες της κοινωνίας ούτε με την πολιτική συγκυρία.

Όλα τα άλλα μπορούμε να τα συζητήσουμε εν καιρώ, στο πλαίσιο της επιτακτικής ανάγκης μιας συζήτησης εφ' όλης της ύλης στην Αριστερά χωρίς συναξάρια, τυφλοσούρτες και αχρείαστες προσβολές.

Πηγή Αυγή