Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Δυο κείμενα για την αποανάπτυξη


Νήματα και πινελιές ενός «άλλου κόσμου»: μερικές σκέψεις στον απόηχο του 4ου διεθνούς συνεδρίου αποανάπτυξης


Το «4ο Διεθνές Συνέδριο Αποανάπτυξης, για την Οικολογική Βιωσιμότητα και την Κοινωνική Ισότητα», όπως είναι ο πλήρης τίτλος του, που πραγματοποιήθηκε την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη στη Λειψία σηματοδότησε μια ιστορική καμπή για την εξέλιξη της ιδέας, και του κινήματος. Ακολουθώντας, αλλά και ξεπερνώντας τα βήματα των προηγούμενων συναντήσεων σε Παρίσι (2008), Βαρκελώνη (2010), Βενετία (2012) και Μόντρεαλ (2012), 3.000 και πλέον συμμετέχοντες έλαβαν μέρος σε επιστημονικές συναντήσεις, πρακτικά εργαστήρια, συμμετοχικούς διαλόγους και εικαστικές παρεμβάσεις. Η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με μια πολύχρωμη πορεία στους δρόμους της Λειψίας που κατέληξε έξω από έναν λιγνιτικό θερμοηλεκτρικό σταθμό. Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έγινε προσπάθεια όχι μόνο να ακουστούν εναλλακτικές ιδέες και προτάσεις, αλλά και να δοκιμαστούν μερικές από αυτές τις ιδέες στην πράξη, όσον αφορά στην οργάνωση, όπως ο καταμερισμός της εργασίας, οι συμμετοχικές διαδικασίες, η χρηση ελεύθερου λογισμικού, οι χορτοφαγικές συλλογικές κουζίνες, κ.λπ.

Η ιδέα της αποανάπτυξης δείχνει πλέον να ωριμάζει και οι συζητήσεις να γίνονται πιο εποικοδομητικές, ξεπερνώντας την απλή κριτική του αναπτυξιακού μοντέλου, και αναλύοντας συγκεκριμένες προτάσεις, μελλοντικά οράματα, και σκιαγραφώντας τις συμμαχίες με άλλα κοινωνικά κινήματα, δίνοντας σαφείς κατευθύνσεις έρευνας αλλά και δράσης. Οι τρεις κεντρικές θεματικές του συνεδρίου ήταν: αντιμετώπιση των κρίσεων, δημιουργία συμμαχιών, και οράματα και στρατηγικές μετασχηματισμού. Το πρόγραμμα του συνεδρίου (διαθέσιμο στην ιστοσελίδα http://leipzig.degrowth.org/en/ όπου μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση και σε βίντεο από πολλές από τις συνεδρίες), αντικατοπτρίζει την ποικιλομορφία των απόψεων και τις διαφορετικές αφετηρίες των συμμετεχόντων και καταδεικνύει ότι η αποανάπτυξη είναι πολλά παραπάνω από την ποσοτική απομεγέθυνση της οικονομίας. Είναι πρωτίστως μια ανθρωπολογική κριτική των σύγχρονων κοινωνιών, μια πρόταση για τη μετάβαση σε ένα μέλλον λιγότερο ενεργοβόρο, ένα χειραφετικό πρόταγμα και ένα όραμα μιας δημοκρατικής, αυτόνομης κοινωνίας, καθώς και ένα πεδίο πειραματισμού νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης (με παράδειγμα το ίδιο το συνέδριο).

Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου έγινε σαφές ότι υπάρχει μια θαυμαστή συνεκτικότητα όλων αυτών των ιδεών, και ένα κοινό όραμα ριζικού μετασχηματισμού με σαφείς κατευθύνσεις προς την οικολογική βιωσιμότητα, την κοινωνική ισότητα, και την πραγματική δημοκρατία. Το γεγονός αυτό βοηθά στο να υπάρχει μια συσπείρωση ως προς τους στόχους, αλλά παρέχει ταυτόχρονα και μια αφήγηση αρκετά πλατιά και ανοιχτή ως προς τις στρατηγικές και τις συμμαχίες. Η αλληλέγγυα οικονομία, η υπεράσπιση των κοινών, η ομότιμη παραγωγή, οι πόλεις σε μετάβαση, το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τα κινήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης ανά την υφήλιο, τα ποικίλα χειραφετικά κινήματα, είναι όλα ήδη, ή εν δυνάμει, σύμμαχοι και όχι ανταγωνιστικά προς την αποανάπτυξη.


Μελλοντικές προκλήσεις

Μια σειρά νέων προκλήσεων προσδιορίστηκαν, από τις οποίες αναφέρω ενδεικτικά μερικές. Η πρώτη έχει να κάνει ακριβώς με τις συμμαχίες, την επικοινωνία μεταξύ των κινημάτων και τη χάραξη κοινών στρατηγικών, μεταξύ παγκόσμιου Βορρά και Νότου. Η αποανάπτυξη, ως σλόγκαν, γεννήθηκε στην Ευρώπη και αφορά κυρίως τις δυτικές καπιταλιστικές-καταναλωτικές κοινωνίες. Όπως σωστά επισήμανε ο Alberto Acosta, οι χώρες του Βορρά χρειάζεται να αποαναπτυχθούν, όχι για να μπορέσουν οι υπόλοιπες χώρες να αποκτήσουν κι αυτές τον ευρωπαϊκό-αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά για να δοθεί η ευκαιρία σε όλες τις κοινωνίες, απελευθερωμένες από την ηγεμονία της Δύσης, να αποφασίζουν συλλογικά και δημοκρατικά την πορεία τους, ακολουθώντας έννοιες παραπλήσιες, αλλά και τοπικά ιδιαίτερες όπως η καλή ζωή (το buen vivir στη Λατινική Αμερική), ή η ανθρώπινη καλοσύνη (το Ubuntu της Νότιας Αφρικής).

Ακόμα και μέσα στην Ευρώπη, δεν υπάρχει συνοχή, μα μια ποικιλομορφία παραδόσεων και αφηγήσεων. Η αποανάπτυξη δεν στοχεύει στην ομογενοποίηση αυτών, μα αντίθετα στην προβολή τους, και την αναζήτησή και υποστήριξη των ψηγμάτων ισότητας και ευημερίας που υπάρχουν σε όλες τις κουλτούρες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τέτοια ψήγματα μπορούν να βρεθούν στην κουλτούρα της φιλοξενίας, στην απλότητα της ζωής της υπαίθρου κ.λπ. Φυσικά ο στόχος είναι να απομονωθούν αυτά τα φωτεινά στοιχεία από αντιδραστικούς και καταπιεστικούς θεσμούς με τους οποίους συνυπήρχαν, και να συνδιαμορφώσουν τους θεσμούς του μέλλοντος. Πολλές από τις προτάσεις της αποανάπτυξης λοιπόν δεν ξεκινούν από μηδενική βάση, μα βασίζονται σε επιλεκτική διαλογή στοιχείων του παρελθόντος και του παρόντος.

Μια δεύτερη πρόκληση έχει να κάνει με τον συνδυασμό των στρατηγικών που δύναται να ακολουθηθούν. μια γενική συναίνεση αποτέλεσε το γεγονός ότι, όπως και με τα κινήματα, μια ποικιλομορφία στρατηγικών είναι όχι μόνο επιθυμητή, αλλά και απαραίτητη. Κι αυτό για να αποφευχθούν φαινόμενα οικειοποίησης πρακτικών, όπως της αλληλέγγυας οικονομίας από τον καπιταλισμό, ή μιας εκφυλισμένης έννοιας του τοπικισμού από τον ακροδεξιό χώρο. Για παράδειγμα, όπως ανέφερε ο Michel Bauwens στη διάλεξή του, η χρήση ανοιχτού κώδικα κάνει μεν την παραγωγική διαδικασία πιο συμμετοχική και δημοκρατική, από μόνη της όμως δεν εγγυάται την παραγωγή οικολογικών προϊόντων, ούτε διασφαλίζει απόλυτα ότι δεν θα την οικειοποιηθούν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Παράλληλα με τα εργαλεία και τις τεχνολογίες λοιπόν, χρειάζεται και η διαμόρφωση μιας διαφορετικής παραγωγικής κουλτούρας, σε συνδυασμό με τη νομική υποστήριξη που να προστατεύει τους θεσμούς γύρω από τη χρήση του ανοιχτού κώδικα. Ανάλογο παραδείγματα αποτελεί η θεσμική ενίσχυση των κοινωνικών επιχειρήσεων.

Επίσης, η ίδια λογική ισχύει και για πολλές από τις πιο συγκεκριμένες προτάσεις που συζητήθηκαν, όπως οι ριζοσπαστικές ιδέες της θέσπισης βασικού εισοδήματος, της μείωσης των ωρών εργασίας, ή της μείωσης της παραγωγικότητας της εργασίας με την υποστήριξη θέσεων εργασίας στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Η ιδέα πίσω από αυτές τις προτάσεις είναι εντυπωσιακά απλή. Αν στόχος μας είναι η μείωση της ανεργίας, γιατί να μην την καταπολεμήσουμε άμεσα παρά αντιθέτως να στοχεύουμε στην οικονομική ανάπτυξη, που πιθανόν να δημιουργήσει θέσεις για λίγους, σε τομείς δίχως κοινωνική ωφέλεια, και με ημερομηνία λήξης, μιας και η περαιτέρω ανάπτυξη θα αυξήσει την παραγωγικότητα και θα οδηγήσει σε απολύσεις, στο βωμό του ανταγωνισμού και της καινοτομίας; Είναι εμφανές ότι κάθε μια από αυτές τις προτάσεις, για να είναι επιτυχής, πρέπει να συνοδεύεται από το αντίστοιχο όραμα, και να υποστηρίζεται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλιώς μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή, όπως η μείωση του ΑΕΠ σε ένα σύστημα που κατά τ’ άλλα παραμένει νεοφιλελεύθερο, καπιταλιστικό και ανταγωνιστικό.

Ο ρόλος της αποανάπτυξης λοιπόν δεν είναι να παρουσιάσει ένα ακριβές σχεδιάγραμμα μιας μελλοντικής τέλειας κοινωνίας, ούτε όμως περιορίζεται στο να προτείνει ουτοπικές ιδέες, αποκομμένες από την πραγματικότητα και αδύνατες να κατανοηθούν. Η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον είναι η αναγνώριση και υποστήριξη αυτών των «ουτοπιών του τώρα», των πρωτοβουλιών αυτών δηλαδή που, ενώ μπορούν να επιβιώσουν και να ριζώσουν στο παρόν σύστημα, ταυτόχρονα δουλεύουν προς την κατεύθυνση της ανατροπής του. Πρωτοβουλιών που προτάσσουν ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό όραμα, όχι γενικά και αόριστα, μα βασισμένο σε ψήγματα ενός άλλου κόσμου, εδώ και τώρα.

Το ερώτημα αν έχει νόημα η ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα, δεν πρέπει να τίθεται στη βάση της μελλοντικής επιτυχίας ή αποτυχίας του κινήματος, αλλά στο αν η αποανάπτυξη αποτελεί ένα πρόταγμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να παλέψει κανείς ή όχι. Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ανέφερε ένας από τους διοργανωτές κατά την τελετή λήξης: «Διαλέξτε τον αγώνα σας, να φροντίζετε ο ένας τον άλλον και να διασκεδάζετε!». Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η αντιπροσώπευση στην κεντρική πολιτική σκηνή, μα η διείσδυση του λόγου και του λεξιλογίου της αποανάπτυξης σε κάθε κοινωνική σφαίρα, και η τριβή των ιδεών της με πλειοψηφικά κομμάτια της κοινωνίας, όπου εν τέλει θα συνδιαμορφωθεί και θα κριθεί.

Πάνος Πετρίδης
Ινστιτούτο Κοινωνικής Οικολογίας, Βιέννη 
Alpen-Adria University of Klagenfurt



Τα όρια της αποανάπτυξης


Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε στη Λειψία της Γερμανίας το 4ο διεθνές συνέδριο της Αποανάπτυξης (βλ. αναλυτική παρουσίαση στο άρθρο του Πάνου Πετρίδη, σελ. 4). Η αποανάπτυξη τόσο ως θεωρητική έννοια όσο και ως κοινωνικό κίνημα έχει καταφέρει να κερδίσει τα τελευταία χρόνια το δικό της, πολύ σημαντικό χώρο στη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη και πρακτική. Το ίδιο το συνέδριο το απέδειξε καθώς ένας πολύ μεγάλος αριθμός ακαδημαϊκών, ερευνητών και κινηματικών φορέων συμμετείχε σε επιστημονικές συζητήσεις για την εξέλιξη της οικολογικής σκέψης αλλά και σε πρακτικά εργαστήρια για τη στρατηγική του παγκόσμιου οικολογικού κινήματος. Οι υπερασπιστές της αποανάπτυξης έχουν, συνεπώς, δύο πολύ σημαντικά κεκτημένα. Εφαρμόζουν στην πράξη μια διαφορετική λογική και μεθοδολογία της επιστημονικής παραγωγής μαζί με τα κοινωνικά κινήματα και όχι απλώς για αυτά, ενώ παράλληλα διατηρούν ζωντανή και εμπλουτίζουν τη στρατηγική συζήτηση για την ανάγκη του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού.

Εντούτοις δεν μπορώ να αποφύγω να εκφράσω και τις επιφυλάξεις ή τα ανοικτά ερωτήματα για μια σειρά από αλληλένδετα ζητήματα στα οποία οι θεωρητικοί της αποανάπτυξης είτε δεν απαντούν είτε απαντούν με λανθασμένο κατά τη γνώμη μου τρόπο.

Το πρώτο στοιχείο είναι θεωρητικό και βρίσκεται στον πυρήνα της αποαναπτυξιακής σκέψης. Για το αποαναπτυξιακό πρόταγμα, τουλάχιστον κατά τον Latouche, η φύση θεωρείται μια υπεριστορική οντότητα με συγκεκριμένη καθολική οντολογία. Συνεπώς αναπαράγεται ο δυισμός ανθρώπου-φύσης ή κοινωνίας-φύσης στην ερμηνεία του οποίου μάλιστα «η φύση υπαγορεύει και ο άνθρωπος εκτελεί». μια τέτοια προσέγγιση όμως φαίνεται να προτάσσει ένα μέλλον (ένα τέλος της ιστορίας) όπου οι τύχες των κοινωνιών θα καθορίζονται από τους φυσικούς νόμους, που είναι και θα είναι σεβαστοί και καθολικοί. Στον αντίποδα, και όπως υποστηρίζω, η μαρξιστική προσέγγιση της Πολιτικής Οικολογίας προσφέρει αναλυτικά εργαλεία για να δούμε τη φύση στη διαλεκτική της σχέση με την κοινωνία. Ο μετασχηματισμός της φύσης περνά μέσα από την ανθρώπινη εργασία. Η ίδια η φύση καθορίζει αλλά και καθορίζεται από την κοινωνία, από τις παραγωγικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής. Αυτό είναι εξάλλου το κρίσιμο σημείο συνάντησης της οικολογίας με τα χειραφετητικά κοινωνικά κινήματα: Κοινωνικο-οικολογικός, μια εναλλακτική παραγωγική ανασυγκρότηση για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, επανασύνδεση των κοινωνιών με τις συνθήκες αναπαραγωγής τους.

Ως συνέχεια της πρώτης, η δεύτερη αντίφαση εντοπίζεται στο πολιτικό πεδίο. Δεν είναι τυχαίο ότι στο λόγο της αποανάπτυξης, μικρή σημασία δίνεται στις έννοιες «εξουσία» ή/και «σχέσεις εξουσίας». Χωρίς να απλοποιώ την πλούσια προβληματική τους, οι θιασώτες της αποανάπτυξης δεν θέτουν την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και τις σχέσεις εξουσίας που αυτός ορίζει, ως σημαντικό στοιχείο του κοινωνικού τους κινήματος. μπορεί να θεωρούν ότι υπάρχει (σχετική κι όχι πλήρης) ασυμβατότητα μεταξύ αποανάπτυξης και καπιταλισμού αλλά δεν θέτουν στον προβληματισμό τους τον τρόπους, τα μέσα, τα κοινωνικά και τα πολιτικά υποκείμενα που απαιτούνται για τον αναγκαίο κοινωνικό και οικολογικό μετασχηματισμό. Γι’ αυτό σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν εχθρικοί προς την πολιτική Αριστερά και τις διεκδικήσεις άλλων κινημάτων (π.χ. του εργατικού) όταν αυτά δεν συνομιλούν απευθείας με τα θεωρητικά «όρια» της αποανάπτυξης. Αρνούνται, μάλλον εύκολα, τις υπάρχουσες διαδικασίες κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού (π.χ. στις χώρες της Λατινικής Αμερικής τα τελευταία χρόνια), κατατάσσοντάς τες στις προσεγγίσεις «οικονομισμού» και «παραγωγισμού» της Αριστεράς.

Τέλος, η τρίτη αντίφαση έχει να κάνει με το κινηματικό πεδίο. με άξονες τη μικρή κλίμακα, τα οικολογικά όρια και την ανάγκη για «αρμονική συμβίωση ανθρώπου και φύσης», οι θιασώτες της αποανάπτυξης σε πολλές περιπτώσεις, προτάσσουν μια «κινηματική αυτάρκεια» και τη μη συμμετοχή τους στις υπάρχουσες πολύπλευρες κινηματικές διαδικασίες. Οι nowtopias, οι κλειστοί χώροι δηλαδή όπου ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να ζήσει σε «αρμονία με τη φύση» και εκτός του (σκληρού) καπιταλιστικού πλαισίου, συχνά θεωρούνται ως ο απόλυτος στόχος και η τελική εξέλιξη των οικολογικών κινημάτων. Παραμένουν όμως σύγχρονες μορφές απομόνωσης από την κοινωνική και κινηματική πραγματικότητα με μικρή κοινωνική συμβολή. μπορεί να αποτελούν υπαρκτά μικρά μοντέλα μιας άλλης σχέσης ανθρώπου φύσης που όμως δεν θέλουν και δεν μπορούν να γενικευθούν και να αποτελέσουν σύγχρονο, γενικευμένο και νικηφόρο αντιπαράδειγμα στο καπιταλιστικό πλαίσιο παραγωγής και κατανάλωσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΕΓΡΑΚΗΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget