Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Περί Αγανακτισμένων και Πλήθους: Ονειρμάρξ


Αναδημοσίευση από τη Λέσχη της ανυπότακτης θεωρίας.
Αρχικός τίτλος: Οι Αγανακτισμένοι: Κίνημα ανατροπής ή κίνημα-έμβλημα μιας ολόκληρης αστικής Εποχής;

Όπως γράφει ο Ονειρμός: «Το κείμενο δεν έχει αξιώσεις αναλυτικής-λεπτομερειακής κριτικής στις θεωρίες του ”Πλήθους”, ωστόσο θα ήθελα να συμβάλλει κάπως στην οριοθέτηση όσων οριοθετούνται από τις αφηγήσεις αυτές. Για να γίνει αυτό αποτελεσματικά, πιστεύω πως πρέπει να παραδεχτεί κανείς τη δύναμή τους στο να περιγράφουν, έστω με όχι κριτικό τρόπο, σύγχρονα κινηματικά φαινόμενα. Οι ”Αγανακτισμένοι” μοιάζουν να ξεπηδούν από τις σελίδες των Negri-Hardt, με ό,τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από αυτό». Ως συνήθως, ξεκίνησα να διορθώνω κάποιες αβλεψίες, αλλά δεν το έχω διαβάσει ακόμη. Η υπογραφή του συγγραφέα ήταν αρκετή για να σπεύσω να το αναδημοσιεύσω. Ελπίζω να μην περιέχονται σοσιαλιστικά παραληρήματα... Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη δε βαρύνει εμένα!
- Weltschmerz K.


Πρόλογος

Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να προσεγγίσει το «κίνημα» των «Αγανακτισμένων» προτείνοντας απλώς ένα πλαίσιο ανάλυσης του φαινομένου, για αυτό και προϋποθέτω πως ο αναγνώστης έχει μια γενική εικόνα σε σχέση με το ιστορικό του «κινήματος» η οποία δεν απέχει πολύ από τη δική μου. Παραθέτω ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.

Η βασική μου θέση είναι ότι η πρόσληψη του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» σημαδεύτηκε από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στάσεις. Από τη μία πλευρά, οι επαναστατικές κορώνες που έβγαλαν διάφοροι για το «Πλήθος» και την αδιαμεσολάβητη δημοκρατία που μιλούσε μέσα από τα χείλια του, αποτελούν σύμπτωμα του γενικότερου εκφυλισμού της επαναστατικής θεωρίας όχι μόνο στην Ελλάδα, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά σε ολόκληρο το σύγχρονο κεφαλαιοκρατικό κόσμο. Έφτασαν στη χώρα μας, ετεροχρονισμένα, αναλύσεις που μιλούν για «ριζοσπαστική δημοκρατία» και ένα εξ ορισμού επαναστατικό συνονθύλευμα ανθρώπων, το οποίο άνευ λοιπών προϋποθέσεων, είναι αντικαπιταλιστικό απλά και μόνο επειδή… υπάρχει. Χωρίς κανένα στρατηγικό στόχο και χωρίς καμία στράτευση, αυτό το πλήθος αποδιαρθρώνει το Κράτος με μόνη την αντίδρασή του και την έκφραση της «επιθυμίας» του, ακριβώς επειδή δεν έχει έναν ενοποιητικό στρατηγικό στόχο που θα επέβαλλε πάνω σε αυτό μια καθορισμένη «Ταυτότητα».

Από την άλλη μεριά, είχαμε μια «ορθόδοξη» μαρξιστική αντιμετώπιση των «Αγανακτισμένων», η οποία ήξερε να τους προσάπτει κατηγορήματα, με πρώτο και κύριο τον «μικροαστικό» χαρακτήρα τους. Ασφαλώς η αντίληψη αυτή απέφυγε να χαρακτηρίσει τους Αγανακτισμένους «επαναστατική δύναμη», αποδεικνύοντας πως ο «ορθόδοξος» μαρξισμός, όταν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να δώσει μια καλύτερη πρόγνωση του κοινωνικού γίγνεσθαι από όλες τις υπεραισιόδοξες, μεταμοντέρνες και ειδικότερα «μεταμαρξιστικές» προσεγγίσεις που έχουν επικρατήσει ως κυρίαρχες αφηγήσεις. Αναφέρομαι ειδικά στην «Αυτοκρατορία» και το «Πλήθος» των Hardt-Negri (στο εξής, H+N), οι οποίοι, παρά τη ριζικά αντιτελεολογική τους τοποθέτηση, υποστηρίζουν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ο κομμουνισμός χτίζεται μέρα με τη μέρα από τη φυσική πορεία των πραγμάτων με τη διανοητικοποίηση της εργασίας και την παγκοσμιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, αλλά και την ήδη συντελεσμένη «συγχώνευση» νομικοπολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού σε μια κοινή, «βιοπολιτική» παραγωγή.

Ωστόσο, αυτή η «μικροαστολογία» από πολλούς μαρξιστές, κατάφερε στις περισσότερες περιπτώσεις να μετατρέψει ένα καταφανώς αντιφατικό κοινωνικό φαινόμενο σε μονοσήμαντο, ξεμπερδεύοντας από αυτό με συνοπτικές διαδικασίες, αφού κρίθηκε προφανώς αναντίστοιχο με τις επαναστατικές αξίες του μαρξισμού-λενινισμού. Η προσέγγιση αυτή, όμως, παραβλέπει τις περισσότερες φορές τον παγκόσμιο χαρακτήρα κινημάτων τύπου αγανακτισμένων, πλήθους κλπ, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αδιαφορεί δηλαδή ως επί το πλείστον για τις αντικειμενικές ρίζες του φαινομένου αυτού στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Ακριβώς αυτή η τελευταία διαπίστωση, δίνει στις αναλύσεις των H+N και πιο πριν των Deleuze-Guattari (στο εξής, D+G) μεγάλη περιγραφική (το τονίζω, περιγραφική) αξία των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων και «αυθόρμητων» εξεγέρσεων, την οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να διαθέτει ο κλασικός μαρξισμός του 19ου αιώνα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η «Αυτοκρατορία» και λοιπά sequels αποτελούν ένα μεταμαρξιστικό-οικονομίστικο «ξαναγράψιμο» του δίτομου «Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια» των D+G, ένα «βιβλίο-γεγονός» σύμφωνα με την έκφραση του Φουκώ, που εξέφρασε τη δυναμική του γαλλικού Μάη του 1968.

Για αυτούς τους λόγους, ο σκοπός μου είναι να χρησιμοποιήσω κάποια αναλυτικά εργαλεία που προσφέρουν στο περιγραφικό επίπεδο οι αναλύσεις των D+G (κυρίως αυτών), τοποθετώντας τες όμως σε ένα μαρξιστικό-διαλεκτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ανατρέπεται η εικόνα των «νομάδων», του «πλήθους» και κινημάτων όπως οι «Αγανακτισμένοι» ως «επαναστατικών δυνάμεων», χωρίς όμως να παραγνωρίζεται α) η αντικειμενική κοινωνιο-οντολογική θεμελίωση τέτοιων κινηματικών φαινομένων στη σύγχρονη κεφαλαιοκρατία β) η πραγματική ιστορική ανάγκη οι μαρξιστές και άλλοι αντικαπιταλιστές να κατανοήσουν αυτά τα χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων, τα οποία θα τα βλέπουμε, προδικάζω, συνέχεια μπροστά μας, στη μία ή την άλλη τους μορφή. Πράγμα που σημαίνει ότι το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής πολιτικής οργάνωσης δεν μπορεί να παραβλέπει αυτά τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και αν κανείς διατηρεί, όπως εγώ, τη βαθιά λενινιστική πίστη στην αναγκαιότητα μιας στιβαρής, πολιτικής εργατικής-κομμουνιστικής οργάνωσης, ακριβώς γιατί έχουμε το ευτυχές «προνόμιο» να ζούμε σε έναν καπιταλισμό σε καιρό δομικής κρίσης, και όχι στον καπιταλισμό του 1960.


Αρθρώνοντας τους «Αγανακτισμένους» στο αφηγηματικό επίπεδο

Η ανασύσταση του κινήματος των Αγανακτισμένων αναδρομικά, από τη σκοπιά του σήμερα, κατά την παρούσα (χωρίς το χρονικό των γεγονότων) αφήγηση, αρθρώνεται στα εξής επίπεδα, που εμπνέονται από τη σχετική περιοδολόγηση της ανάπτυξης ενός «οργανικού όλου» από τον Β. Α. Βαζιούλιν:

1) Αρχή (θέση προϋποθέσεων)

2) Πρωταρχική εμφάνιση

3) Διαμόρφωση

4) Ωριμότητα.

Μόνο που εδώ θα θεωρήσουμε τους Αγανακτισμένους όχι μια «ολότητα» αλλά ένα σύστημα, δικτυακού τύπου (οιονεί σύστημα).

Όπως σε μια συμβατική αφήγηση ή εξ-ιστόρηση,ο χρόνος είναι γραμμικός και ευθύγραμμος, και η ιστορία της αφήγησης εξελίσσεται με αρχή, μέση και τέλος, ακριβώς γιατί κρατά κανείς τις ουσιώδεις στιγμές, αναπτύσσοντας την πλοκή και δίνοντας συνεπώς την αίσθηση μιας ανάπτυξης, η οποία όμως, στο πραγματικό ιστορικό χρόνο, δεν ήταν αναπόφευκτη, αν και υποκινήθηκε προς τη μορφή που τελικά εξέλαβε από ιστορικές κοινωνικές διεργασίες και δυνάμεις, κάποιες από τις οποίες ήταν εξ αρχής πιο εύκολο να κυριαρχήσουν, και τελικά, πράγματι, επικράτησαν.

1) Αρχή ως θέση προϋποθέσεων

Η θέση των προϋποθέσεων σημαίνει τη θέση των ιστορικών όρων, του ιστορικού χωροχρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αναδυθεί, με την «πρωταρχική εμφάνισή» του, το εξεταζόμενο σύστημα. Οι ιστορικές αυτές προϋποθέσεις είναι η παγκόσμια κεφαλαιοκρατική κρίση και οι ειδικές συντεταγμένες μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώθηκε στο ελληνικό κοινωνικό σύστημα.

Συνεπώς είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» χωρίς τη μακροσκοπική οπτική της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής κρίσης και τη συγκριτική αντιπαραβολή των ιστορικών συστημάτων μέσα στους οποίους αναδύθηκαν αυτά τα συγγενή κινήματα. Πολύ περισσότερο, είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των Αγανακτισμένων, χωρίς την εξέταση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτισμικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, ιδίως από το 1974 και μετά, στα χρόνια της «μεταπολίτευσης». Ως προς αυτά τα ειδικά καθήκοντα της ανάλυσης, η έννοια του «μικροαστού» δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Άλλωστε, το ποιός είναι «μικροαστός» και ποιός εργατική τάξη, είναι κάτι το οποίο θα κριθεί ακριβώς με τη μελέτη της ταξικής σύνθεσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όλα αυτά τα χρόνια στην ιστορική συγκρότησή του, σε συνάρτηση με τη θέση του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό γίγνεσθαι. Η κοινότητα στη μορφή και το περιεχόμενο των κινημάτων τύπου Ιndignados, Αγανακτισμένοι, Occupy Wall Street που αναδύονται χωρίς την πολιτική παρέμβαση κομμουνιστών, δείχνει πως, αφού το «γινόμενο» είναι κοινό στα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, κοινές ενδεχομένως είναι και οι βαθύτερες δομικές διεργασίες, παρά την ποικιλία των ιστορικών συνθηκών εκδήλωσης.

2) Πρωταρχική Εμφάνιση:


α) Το Όνομα ως νοηματικό σύνορο

Το σύστημα εμφανίζεται για πρώτη φορά μέσα στα σπλάχνα του ιστορικού Κόσμου μέσα στον οποίο γεννήθηκε. Το μαρξικό ανάλογο είναι η πρωταρχική εμφάνιση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας, χωρίς να έχουν γίνει ακόμα το εμπόρευμα και η συσσώρευση του κεφαλαίου καθολική κοινωνικοοικονομική σχέση. Ληξιαρχική «πράξη» γέννησης είναι η χάραξη μιας διάκρισης εκείνου που πρωταρχικά εμφανίζεται, έναντι του περιβάλλοντός του.

Η διάκριση ιδρύει την ίδια τη διάσταση εσωτερικού-εξωτερικού. Εν προκειμένω, οι «Αγανακτισμένοι» ως δίκτυο προκύπτουν μέσα στον κοινωνικοπολιτικό Κόσμο του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού συστήματος, σε διάκριση από αυτό το κοινωνικοπολιτικό τους περιβάλλον. Οντολογική συνθήκη της διάκρισης σε σύστημα και περιβάλλον θεωρούμε εδώ το πρόβλημα. Η ρήξη μέσα στην «αμεσότητα» του κοινωνικοπολιτικού Κόσμου έρχεται με την ανάδυση ενός προβλήματος. Η σχέση-πρόβλημα είναι η σχέση μεταξύ των Αγανακτισμένων και του κοινωνικοπολιτικού τους περιβάλλοντος, με τους Αγανακτισμένους να συγκροτούνται ως προσπάθεια «επίλυσης» αυτού του προβλήματος. Το «προβληματικό πεδίο» είναι για τον Deleuze ένα πεδίο αντικρουόμενων σχέσεων, δυνάμεων, ροπών, τάσεων, βαθμών εντάσης, του οποίου «επίλυση» είναι η συγκεκριμένη ενεργός ύπαρξη. Σε μια διαλεκτική του οικειοποίηση και από τη σκοπιά ενός δεδομένου συστήματος έναντι του περιβάλλοντος, «πρόβλημα» είναι η αντίφαση εσωτερικού (σύστημα) και εξωτερικού (περιβάλλοντος), που αποτελούν δύο διακριτά πεδία ενδεχομενικότητας, με τις δυνατότητές τους να περιορίζονται αμοιβαία και τη συγκεκριμένη ύπαρξη του συστήματος να αποτελεί επιλογή κάποιων ενδεχομένων έναντι άλλων, προς επίλυση του προβλήματος. Όταν η διαφορά του συστήματος σε σχέση με το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, θεωρούμε πως είναι τότε η στιγμή που το σύστημα πρέπει να αναπροσαρμόσει τη δομή του, τη συγκεκριμένη ύπαρξή του, ώστε να «επιλύσει» το πρόβλημα με μία νέα μορφή ύπαρξής του.

Έτσι λοιπόν, οι Αγανακτισμένοι γεννιούνται από μια κοινωνική αντίφαση-πρόβλημα που εντοπίζεται «εντός» του κοινωνικού Κόσμου, διακρίνονται από τον περιβάλλοντα Κόσμο ως σύστημα-δίκτυο, και κάθε φορά που η διάκριση-διαφορά τους από το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, τότε λέμε πως έχουν να αντιμετωπίσουν, όπως κάθε σύστημα, κάποιο πρόβλημα, το οποίο απαιτεί μια επιλογή μεταξύ διαφορετικών ενδεχομένων, και μια «υλοποίηση» του συστήματος (Αγανακτισμένοι) στις διαφορετικές, κάθε φορά, συνθήκες,

Στη περίπτωση των Αγανακτισμένων, μια πρώτη διάκριση από ο,τιδήποτε διαδραματίστηκε έξω από τη νοηματική σφαίρα τους, είναι το ίδιο το όνομα. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό. Στους Μάρξ (18 Μπρυμαίρ του Λουβοβίκου Βοναπάρτη, σχετικά με την «ποίηση» των επαναστάσεων, την επανάληψη προτύπων και το όνομα του Ναπολέοντα) και Ένγκελς, και κυρίως ο Λένιν αναφορικά με το όνομα του κόμματος (στο γνωστό άρθρο του "Ποιά πρέπει να είναι η ονομασία του κόμματός μας για να είναι επιστημονικά σωστή και να βοηθάει πολιτικά το ξεκαθάρισμα της συνείδησης του προλεταριάτου;"), έχουν ήδη τοποθετήσει τη διάσταση αυτή του ονόματος ως διακριτικό σημείο και τρόπο οριοθέτησης του εσωτερικού και του εξωτερικού. Το απλό γεγονός της πρόσδοσης ενός ονόματος στα πράγματα και τους ανθρώπους, παίζει έναν ανάλογο ρόλο. Δεν υπάρχει ταυτότητα χωρίς όνομα, που χαράσσει τη διάκριση από αυτό που δεν σημαίνει το όνομα. Το όνομα εξυπηρετεί τη νοηματική κλειστότητα ενός συστήματος.

Το όνομα «Αγανακτισμένοι» χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς. Ήδη είναι αποκαλυπτικό του χαρακτήρα του κινήματος και του προβλήματος που θέλει να επιλύσει. Βλέπουμε σε αυτό τα χαρακτηριστικά της πληθυντικότητας και της νομαδικότητας, όπως θα έλεγαν οι D+G και H+N. Οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα πλήθος ετερογενών κοινωνικών στρωμάτων, πρακτικών, κοσμοειδώλων και επιθυμιών. Παρά αυτή τους την ανομοιογένεια, έδρασαν υπό τη σκέπη ενός κοινού ονόματος, ταυτοποιούμενοι ως «Αγανακτισμένοι». Εδώ η αγανάκτηση είναι η κοινή ιδιότητα των ετερογενών, η οποία αναβιβάζεται έτσι σε Ενότητα των Πολλών. Η κοινή αυτή ιδιότητα λειτουργεί σαν «σημείο ισορροπίας» των κοινωνικοοικονομικών, ιδεολογικών και ψυχικών-συναισθηματικών αποκλίσεων και διαφορών έντασης μεταξύ των ετερογενών στοιχείων αυτού του πλήθους. Είναι διαφορετικό να πεις ότι η αντισυστημική «Αγανάκτηση» εκφράστηκε ή ενσαρκώθηκε μέσα σε αυτό το κίνημα, και διαφορετικό να πεις ότι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι βρήκαν σαν κοινή συνισταμένη τους την «αγανάκτηση» τους. Η πρώτη διατύπωση θα έμοιαζε «ουσιοκρατική» και μεταφυσική, ενώ η δεύτερη υλιστική, προϊόν ενός κόσμου «εκκοσμικευμένου». Όπως διαφορετικό είναι να πει κανείς ότι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα εκφράζει/ενσαρκώνει το ιδεώδες του Κομμουνισμού και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, και διαφορετικό να πεις ότι το Κόμμα των Κομμουνιστών (πληθυντικός) ή η « Ένωση των Κομμουνιστών» (ακόμη πιο αντιπροσωπευτικό), είναι μια συνάρθρωση διαφορετικών ανθρώπων που κάθε ένας ξεχωριστά πιστεύει στη δυνατότητα του κομμουνισμού, και αυτή η κοινή ιδιότητά τους είναι που τους ενώνει.

Και στην πρώτη όμως περίπτωση, δεν θεωρώ πως πρόκειται άνευ άλλων προϋποθέσεων για «ουσιοκρατία». Προς το παρόν αξίζει να κρατήσουμε μόνο το ότι ο «πληθυντικός» των «Αγανακτισμένων» είναι ήδη δηλωτικός του τρόπου που «από τα κάτω», από την ετερογένεια των πολλών, ανευρίσκεται εκείνο το σημείο ισορροπίας, η κοινή ιδιότητα, η «αγανάκτηση», η οποία αναγορεύεται σε κυρίαρχο γνώρισμα και τελικά επισφραγίζει τη διάκριση του κινήματος αυτού από το περιβάλλον, σαν ξεχωριστή οντότητα.

Άλλο χαρακτηριστικό που έχουν επισημάνει οι D+G πέρα από την πληθυντικότητα-νομαδικότητα-μοριακό χαρακτήρα, είναι η «ρηματικότητα». Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα στο όνομα του κινήματος "Οccupy Wall Street". To ρήμα αντιδιαστέλλεται στις έννοιες του υποκειμένου και του αντικειμένου, εκφράζοντας ένα γίγνεσθαι-Κάτι. Σχετική με αυτό, στο επίπεδο της αναλυτικής παράδοσης, είναι η δουλειά του Quine (.http://en.wikipedia.org/wiki/Willard_Van_Orman_Quine), από τον οποίο εμπνέονται και οι D+G (πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Quine με τον «Πήγασο»). Το «οccupy» είναι μια προτροπή που συνεχώς οφείλεται, έχει μια διάρκεια και δείχνει μια κίνηση. Η κίνηση αυτή σχηματίζει μια εικόνα, η οποία μπορεί κάλλιστα να έχει μια φωτογραφική αποτύπωση. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στους «Αγανακτισμένους». Πρόκειται για ονόματα τα οποία, λόγω ειδικών χαρακτηριστικών τους που αναφέρονται παραπάνω σχηματικά, επιτρέπουν την απεικόνιση. Σε αντίθεση με «αφηρημένα ιδεώδη» όπως κομμουνισμός, καπιταλισμός κλπ, ο Αγανακτισμένος είναι ένας άνθρωπος που ρίχνει μούτζες μπροστά από το Σύνταγμα, ενδεχομένως αναψοκοκκινισμένος. Και το «Οccupy Wall Street» είναι μια κίνηση ανθρώπων προς «κατάληψη» της Wall Street. O ειδικά "υλιστικός" χαρακτήρας των κινημάτων αυτών, επιτρέπει την αποτύπωσή τους σε μεμονωμένες εικόνες ή και σε κολάζ ιδιαίτερων στιγμών (κολάζ προσώπων, ενεργειών, στιγμιότυπα). Εδώ, ένα από τα ελαττώματα της φωτογραφίας (όπως και της λέξης) που είναι η μετωνυμία (το μέρος έναντι του όλου), δεν αποτελεί ελάττωμα, γιατί η «κοινή ιδιότητα» που συνενώνει και χαρακτηρίζει το γενικό νόημα, είναι μια εμπειρική στιγμή, σαφής και πραγματικά εντοπισμένη στο χώρο και το χρόνο, που μπορεί συνεπώς να απαθανατιστεί ως μέρος ή στιγμή, απαθανατίζοντας ταυτόχρονα το «όλο», έτσι που το κατάλληλο στιγμιότυπο δεν χάνει τίποτα από την «ουσία».

Τέλος, είναι αυτονόητο πως η ίδια η «Αγανάκτηση» ως περιεχόμενο και σημείο ισορροπίας (ή «ελκυστής»), είναι ένα συναίσθημα αρκετά αφηρημένο, όσο αφηρημένη ήταν και η άρνηση του «Συστήματος» από τους Αγανακτισμένους, ένα συναίσθημα το οποίο δηλώνει απλώς μια εσωτερική διεργασία αλλά και μια απάθεια. Όταν λέμε «έχω αγανακτήσει», αυτό αποτελεί μια δήλωση που περιμένει την απόκριση του συνομιλητή, και δεν αναμένεται απαραίτητα κάποια άλλη ενέργεια από αυτόν που δηλώνει ότι «έχει αγανακτήσει». Είναι χαρακτηριστικό, όμως, πως κατά τη διάρκεια του «κινήματος» πρότειναν πολλοί τη μετονομασία σε «Αποφασισμένους». Οι «Αποφασισμένοι» εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους και υπονοούν τη δράση (ένας αποφασισμένος που απλώς δηλώνει την αποφασιστικότητά του προετοιμάζει τους συνομιλητές του για μια επόμενη δράση). Η πρόταση αυτή για αλλαγή του ονόματος ήρθε, καθόλου τυχαία, μετά την πρώτη συνειδητοποίηση ότι απαιτούνται κάποιες συγκεκριμένες δράσεις που πρέπει να έχουν διάρκεια και πυγμή, έναντι του «Συστήματος»-Λεβιάθαν που ορθωνόταν σαν αντίπαλος.

Το όνομα των «Αγανακτισμένων» και κυρίως όσα αυτά σήμαινε στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα, είναι ήδη δηλωτικό του προβλήματος που πυροδότησε την ανάδυσή τους. Νομίζω πως το πρόβλημα αυτό ανέκυψε στη διαφορά πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, ή «δημόσιας» και «ιδιωτικής» σφαίρας, για να θυμηθούμε κάποιους όρους που είναι ξεχασμένοι. Αστικό Κράτος (δημόσια αρχή) και κοινοβουλευτικό σύστημα, έναντι «κοινωνίας των ιδιωτών». Από τα παραπάνω γίνεται ήδη αντιληπτός, στη γέννησή του, ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του κινήματος. Η αντιδιαστολή με το κοινοβουλευτικό σύστημα (κατά της Βουλής, στη πλατεία Συντάγματος, και σε άλλες πλατείες σε δημόσιους χώρους) όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, μας προδιαθέτει ήδη για τη δυναμική και τα όρια του κινήματος. Όπως και το όνομα «Αγανακτισμένοι», με τα χαρακτηριστικά της έννοιας της «αγανάκτησης» που αναφέρθηκαν, μας προδιαθέτει για τους τρόπους και τα όρια επίλυσης του «προβλήματος».


β) Τα εδαφικά-χωρικά σύνορα και η ιδιαίτερη χρονικότητα

Δεύτερη πηγή «διάκρισης» του συστήματος από το περιβάλλον (η σειρά δεν είναι αξιολογική) είναι η διάκριση στο χώρο. Οι Αγανακτισμένοι ταυτίστηκαν με την πλατεία Συντάγματος. Ας μην μείνουμε πολύ στους πρόδηλους νοηματικούς συσχετισμούς. Το Σύνταγμα συμβολίζει το κοινοβουλευτικό σύστημα και η αγανάκτηση προς το «πολιτικό σύστημα» και τους βουλευτές στρέφεται κατά της Βουλής, αποτελώντας αφηρημένη άρνηση αλλά και εγκλωβισμό του κινήματος στις επιφανειακές, ορατές συντεταγμένες του αστικού Κράτους, δεν στρέφεται δηλαδή κατά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και δεν ρίχνει το βάρος στους χώρους εργασίας και στη μισθωτή δουλεία. Υπάρχει βέβαια το στοιχείο της «πλατείας» ως χώρου της εκδίπλωσης του κινήματος σε όλη την Ελλάδα, φαινόμενο γνωστό και από ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού. Έχουν δίκιο οι αναλύσεις που αποδίδουν αυτή την έμφαση στις πλατείες στο δημόσιο χαρακτήρα τους. Η «ανακατάληψη των δημοσίων χώρων» είναι πράγματι ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό του σύγχρονου ανθρώπου που θέλει να αντισταθεί, απέναντι σε αυτό που νιώθει σαν ιδιωτικοποίηση των κερδών και ολιγαρχία των πολιτικών και των τραπεζών. Όλες οι «πλατείες» της Ελλάδας συνοψίζονται στην πλατεία Συντάγματος. Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα, με τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις. Η Βουλή είναι ο Ναός του πολιτικού συστήματος, και οι βουλευτές εκφράζουν υποτιθέμενα τη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία «μεταβιβάζεται» στους αντιπροσώπους, εκείνοι όμως λυμαίνονται τα πλούτη και καταχρώνται την εξουσία με τη διαφθορά τους, οδηγώντας μας «ως εδώ», στην ελληνική «κρίση χρέους». Η αρμόζουσα απάντηση λοιπόν φαίνεται να είναι ο Λαός να ζητήσει έμμεσα «Σύνταγμα» όπως στις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος, μια ριζική δηλαδή αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Όσον αφορά το χωρισμό σε «άνω» και «κάτω» πλατεία σαν εδαφικό χωρισμό δηλωτικό σημαντικών πολιτικών διεργασιών, θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Η ιδιαίτερη χρονικότητα εντός αυτού του πλαισίου-χώρου, σε αυτό το στάδιο της πρωταρχικής εμφάνισης-διάκρισης, είναι ετεροπροσδιορισμένη (όπως και ο χώρος-έδαφος) από πολιτικά και ακόμη πιο στενά από νομοθετικά γεγονότα (ψήφιση Μνημονίων, εφαρμοστικών κλπ). Υπάρχει ασφαλώς μια «ιδιαίτερη προτίμηση», οι ώρες και οι ημέρες να μην είναι ώρες και ημέρες εργασίας! Η χρονική πειθαρχία στο Κεφάλαιο δύσκολα θίγεται. Μια Κυριακή με 500.000 κόσμο είναι μια συγκέντρωση που λαμβάνει χώρα έτσι και αλλιώς σε μια μέρα-παρένθεση της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης.

Ωστόσο η εσωτερική ζωή του συστήματος που διακρίθηκε από το περιβάλλον, αποτελεί ήδη μια σχισμή στην οργανική επανάληψη της κεφαλαιοκρατικής, «κανονικής» ζωής, ένα εξαιρετικό γεγονός από άποψη μαζικότητας, χαρακτήρα και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά χρονικά, ξεσπώντας σε μια περίοδο βαθύτατης οικονομικής κρίσης που ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής ζωής του τόπου. Γεννιέται στους κόλπους των «Αγανακτισμένων» και των συμπαθούντων μια ελπίδα, μια υπόσχεση και μια προσδοκία για το μέλλον, που ακριβώς «αντλεί την ποίησή της» από το παρελθόν, από τις «κορυφαίες στιγμές της δημοκρατίας» η οποία μιλά ξανά σε παρόντα χρόνο καθώς «γράφεται ιστορία». Έχουμε εδώ όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας Ιστορικής Στιγμής, μιας τομής, που δεν είναι παρά η εκρηκτική διαφορά μέλλοντος-παρελθόντος. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν οι Αγανακτισμένοι να παραγνωριστούν σαν ένα ρηξιακό, επαναστατικό Συμβάν, που καταφέρεται εναντίον της «χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας», σε συντονισμό με ανάλογες κινήσεις του ευρωπαϊκού Νότου. Το τι είδους «συμβάν» είναι αυτό το πράγματι εξαιρετικό γεγονός, παραμένει στη φάση αυτή αμφιλεγόμενο.


γ) Η διαφορά του συστήματος από το περιβάλλον «επανενσωματώνεται» - το Μέτρο και η Απόκλιση

Η εδαφική, χρονική και νοηματική διάκριση των Αγανακτισμένων στη φάση της πρωταρχικής εμφάνισής τους, σημαίνει τη χάραξη της «διαφοράς», σε αυτά τα επίπεδα, του συστήματος από το περιβάλλον. Ωστόσο, η διαφορά αυτή παραμένει ανεξάλειπτη, και καθιστά εξαρτημένο το νόημα του συστήματος από το μη-νόημα, το περιβάλλον, τις συνθήκες ύπαρξής του. Το σύστημα δεν έχει ακόμα εξασφαλίσει εκείνη τη λειτουργική κλειστότητα, που του επιτρέπει να διαχειρίζεται και να απορροφά τις πιέσεις από το περιβάλλον, ενσωματώνοντας τη διαφορά, που εμφανίζεται ως απειλή, κίνδυνος, φόβος, αγωνία, κ.α. Το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον ασκεί στους «Αγανακτισμένους» πιέσεις επιλογής, πράγμα που σημαίνει πως το πρεσάρισμα από τα ΜΜΕ και την πολιτικοοικονομική κατάσταση (νέα μέτρα, διαρκής πτώση του βιοτικού επιπέδου, προβολή αδιεξόδου της δράσης των πλατειών κλπ), απαιτεί ένα «οργανωτικό προχώρημα». Είναι, όπως είπαμε, η επανεμφάνιση της διαφοράς συστήματος-περιβάλλοντος εν είδει προβλήματος που πρέπει να επιλυθεί, καθώς οι ιστορικές συνθήκες (νέα πλαίσια σχέσεων μέσα στις οποίες υπάρχει το σύστημα) αλλάζουν.

Μια πρώτη «γραμμή άμυνας» έναντι του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με σκοπό τη διαφύλαξη του νοηματικού και πρακτικού πυρήνα των Αγανακτισμένων, έχει ήδη τεθεί εξ αρχής «αυθόρμητα». Η ποιοτική διαφοροποίηση του κινήματος (μιλήσαμε για συνάρθρωση ετερογενών στοιχείων) και οι ποσοτικές (με ευρεία έννοια) διαστάσεις του (πληθυσμός-μέγεθος, έκταση, βαθμοί εντάσης, ετερόκλητες δυνάμεις κ.α - για όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν ειδικές αναφορές), έχουν ισορροπήσει, όπως ήδη ειπώθηκε, πάνω σε μια κοινή μορφική οριοθέτηση και υλική-χωροχρονική «τελεστικότητα βάσης» (πρακτική). Αυτός ο «αυθόρμητος» σχηματισμός μιας ασαφούς και εύθραστης ισορροπίας είναι ο σχηματισμός ενός Μέτρου των ποιοτικών και ποσοτικών διαφοροποιήσεων. Το «Μέτρο» του συστήματος είναι ανάλογο με την «ομοιόσταση». Σε συνάρτηση με αυτό, κάθε εισβολή του εξωτερικού Κόσμου σε μορφή διαφοράς και διαταραχής, μεταφράζεται ως «αμετρία». Μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε και την έννοια του «ρυθμού», έτσι αντί για αμετρία θα έχουμε «αρρυθμία». Ή ακόμη μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «παράσιτο» ή «θόρυβος», για να χαρακτηρίσουμε εκείνο που προκαλεί διαταραχή στην επικοινωνία μεταξύ των Αγανακτισμένων και στην αναπαραγωγή της. Οι Αγανακτισμένοι εξασφαλίζουν εξ αρχής τη διάκρισή τους από το περιβάλλον τους εναρμονίζοντας τις μοναδικές δράσεις τους σε έναν, επισφαλή σε αυτή τη φάση, χωροχρονικό ρυθμό, στο επίπεδο της πρακτικής. Στο επίπεδο του «νοήματος», διακρίνονται όπως είπαμε ως Αγανακτισμένοι, με συγκεχυμένα ακόμη τα λοιπά χαρακτηριστικά της διάκρισης αυτής. Εξ αρχής πάντως, αγανακτισμένος σημαίνει και ακομμάτιστος («πολιτικοποιημένος αλλά όχι κομματοποιημένος-κομματόσκυλο»), δημοκράτης, κριτικός και αντισυστημικός, λαϊκός, κ.ο.κ.

Το Μέτρο είναι ποιοτικό ποσόν και ποσοτικό ποιόν (μπορούμε να διακρίνουμε επιμέρους είδη «μέτρων», αλλά εδώ αναφερόμαστε στο κατεξοχήν Μέτρο). Έχει όλες τις παραπάνω διαστάσεις. Το περιβάλλον που δεν είναι σύστημα, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που δεν ανήκει σε αυτό το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, αρχικά προσλαμβάνεται σαν «Είναι» που δεν είναι μέτρο και που διαταράσσει τη μετρική σχέση, τη σχέση δηλαδή που συγκεφαλαιώνει όλους τους όρους της πρωταρχικής, πρωτόλειας ύπαρξης. Η διαταραχή αναγνωρίζεται είπαμε ως «αμετρία» ή ως «αρρυθμία» (ή σαν θόρυβος, ανάλογα με τη διάσταση στην οποία θέλουμε να δώσουμε έμφαση). Ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται από το σύστημα. Η απόκλιση αυτή από την ιδεατή τιμή, από τον «κανόνα», είναι σαν κραδασμός που πρέπει να απορροφάται άμεσα.

Έτσι, κάθε κομματικός, κάθε «αντιδημοκρατικός» (εδώ έβαζαν και τους κομμουνιστές βέβαια!), κάθε «μη κανονικός» με γνώμονα το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, είναι αποβλητέος, παράσιτο. Ακριβώς για αυτό ανατρέπεται στη πράξη ο μύθος του «ανοιχτού για όλους», κλπ. Βλέπουμε πώς απέβαλλαν οι «Αγανακτισμένοι» κομμάτια του λαού που είχαν κάνει την επιλογή να αγωνίζονται μέσα από ένα πολιτικό μόρφωμα. «Η δημοκρατία στο απόσπασμα» λοιπόν! Όπως κάθε σύστημα, έτσι και οι Αγανακτισμένοι, αποβάλλουν ό,τι είναι εξωτερικό και διαταράσσει την ισορροπία τους. Διαφορετικά θα έχαναν τα διακριτικά γνωρίσματα αυτής της πρωτοεμφανιζόμενης ύπαρξής τους. Αν έμπαιναν μέσα τα «κομματόσκυλα», οι Αγανακτισμένοι θα γίνονταν κάτι άλλο. Θα έμπαινε πχ ένα πιο σαφές, συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο με τη σειρά του θα απέκλειε κάποιους. Ένα διαφορετικό πεδίο δυνάμεων θα προέκυπτε, και ένα διαφορετικό «modus vivendi» θα γεννιόταν. Θα είχαμε κατάργηση της παλιάς οντότητας και γέννηση κάποιας άλλης, όχι συνέχεια της ανάπτυξης αλλά ασυνέχεια.

Το Μέτρο μετράει τη διαταραχή σαν αμετρία, έτσι η αμετρία αποτελεί συστατική στιγμή της μετρικής σχέσης. Χωρίς τους εχθρούς, δεν υπάρχουν οι φίλοι, ήδη σε αυτό το «ανώριμο» επίπεδο ύπαρξης, χωρίς το αίσθημα της διαταραχής, δεν υπάρχει ισορροπία. Οι πολιτικοϊδεολογικοί δεσμοί που ενώνουν τους Αγανακτισμένους δεν υπάρχουν χωρίς μια επιθετική στάση απέναντι σε όσους δεν ανήκουν σε αυτή την «κοινότητα». Φυσικά όλα αυτά δεν έχουνε σχέση με τα των Hardt-Negri και Deleuze-Guattari. Βλέπουμε πως κάθε ορισμένη διαφορά επιφέρει μια ταυτότητα και ένα σχετικό «κλείσιμο».

Το Μέτρο έχει ως εσωτερική στιγμή του την αμετρία, η αμετρία επανακάμπει, το Μέτρο την ενσωματώνει ξανά. Μας δίνεται έτσι η εικόνα μιας κυκλικής αναπαραγωγής. Η χωροχρονική (ποιοτική και ποσοτική) μετρική σχέση μοιάζει κυκλική, όπως ακριβώς ένας ρυθμός, αναπαραγωγική. Έχουμε επαναληψιμότητα. Κάθε φορά, ακριβώς επειδή αυτή η επανάληψη δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή αλλά πραγματική ιστορική διαδικασία, γεννιέται μια διαφορά και μια διαταραχή, ως έκφραση της σχέσης του περιβάλλοντα Κόσμου και του συστήματος. Η ανα-παραγωγή σε αυτή τη φάση όμως είναι περισσότερο αυτοσυντήρηση, διατήρηση, και όχι συνειδητή παραγωγή.

Αυτό το σημείο είναι κατάλληλο για να γίνει μία ακόμη διευκρίνιση. Το «νόημα» των Αγανακτισμένων που έχει χαραχθεί από την πρωταρχική διάκρισή τους από το περιβάλλον, δεν είναι ακόμα «νόημα» με την έννοια της αυτοσυνείδησης. Είναι, για να το διατυπώσουμε καλύτερα, μια κοινή «αίσθηση πρακτικής» και επικοινωνιακής συνοχής. Η «αίσθηση» είναι αίσθηση ενός εξωτερικού κόσμου και της διάκρισης σε σχέση με αυτόν. Είναι μια κατάσταση τεταμένης διαφοροποίησης, που είναι εν πολλοίς ρευστή και τυχαία. Αυτό συμβαίνει γιατί το σύστημα δεν έχει αρχίσει να αναπτύσσεται πάνω στις δικές του, εσωτερικές διαφορές και αντιφάσεις. Προς το παρόν, ετεροπροσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον του. Όπως οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας διαρθρώνουν ένα πλέγμα σχέσεων το οποίο όμως δεν αυτοκαθορίζεται με αυτοδύναμο τρόπο, αντ’ αυτού εξαρτάται πολύ από τις αρχικές συνθήκες ύπαρξής του και τις τυχαίες διακυμάνσεις σε σχέση με το περιβάλλον. Δεν έχουμε ακόμη παραγωγή κεφαλαίου με συστηματικό τρόπο και συνοχή, ως κυρίαρχη-δεσπόζουσα και καθολική παραγωγική δραστηριότητα.

Συνεπώς, όπου παραπάνω αναφερθήκαμε σε «νόημα», πρέπει αυτό να εκληφθεί σαν πρωτόλεια αίσθηση πρακτικής και επικοινωνιακής ιδιαιτερότητας, που σημαίνει και μια αίσθηση των ορίων μεταξύ του «μέσα» και του «έξω». Και αυτό γιατί δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο της «σχέσης με τον εαυτό», που είναι μια μορφή «αυτοσυνείδησης».

3) Διαμόρφωση

Το Μέτρο, ο κανόνας επανενσωματώνει τη διαφορά σε σχέση με το περιβάλλον ως αμετρία καθορισμένη από αυτό το Μέτρο. Όμως έτσι αφενός η αμετρία, η καθορισμένη διαταραχή εμφανίζεται όχι μόνο ως το αντίθετο του Μέτρου αλλά ως εσωτερική στιγμή του, αφετέρου δημιουργείται ένα φαινόμενο «κυκλικής» επανάληψης του ίδιου συστήματος, παρά τις διαταραχές και τις μεταβολές που προκύπτουν από τη δυναμική σχέση συστήματος-περιβάλλοντος. Aντιδρώντας στις μεταβολές και αναπροσαρμοζόμενο ώστε να διατηρήσει τη μετρική του σχέση, τη δυναμική ισορροπία που εξασφαλίζει τη διάκρισή του από τον έξω Κόσμο, το σύστημα εμφανίζει μια σπερματώδη συνειδητότητα. Αρχίζει να αυτοδιαμορφώνεται ως λειτουργικά, δηλαδή οργανωτικά και δομικά «κλειστό» (σχετικά κλειστό, αφού παραμένει ανοιχτό προς το περιβάλλον του, ανοιχτό σε ενέργεια - κυρίως ανθρώπινους πόρους, και πληροφορία). Αρχίζει επίσης να αναστοχάζεται πάνω στα αποτελέσματα των αποφάσεών του, κατά τη διαδικασία λήψης νέων αποφάσεων.

Το σύστημα αρχίζει να αυτο-διαμορφώνεται, στηριζόμενο πάνω στις δικές του διαφορές και αντιφάσεις. Περνάμε στο επίπεδο της διαμόρφωσης, δηλαδή της οργάνωσης και των ουσιαστικών διεργασιών. Η απλή διάκριση από το περιβάλλον και η πρωτόλεια, εμβρυακή ύπαρξη, που έχει μια ορισμένη σταθερότητα αλλά ασαφή όρια και μεγάλη ρευστότητα, πια δεν αρκεί. Έτσι περνάμε από το «modus vivendi» στο «modus operandi».

Σε αυτό το επίπεδο, οι «Αγανακτισμένοι» δομούν με συνειδητό τρόπο το ιδιαίτερο νόημά τους. Το νόημα εδώ έχει την έννοια μιας «αυτοσυνείδησης», ενός αυτοκαθορισμού που έχει ανάγκη όμως τον ετεροκαθορισμό, την ετερότητα. Η ετερότητα είναι εσωτερική στιγμή της δόμησης της ταυτότητας και όχι «έξω» από αυτή. Αρχίζουν να συγκεκριμενοποιούνται τα διακριτικά γνωρίσματα και να οργανώνονται συνειδητά σε ένα σώμα ιδεών και δράσεων.

Το σημείο τομής για τους Αγανακτισμένους και το πέρασμα από την πρωταρχική εμφάνιση στη διαμόρφωση είναι η ίδρυση διαδικασιών απόφασης. Αναφέρομαι στις «θεματικές» συνελεύσεις (προσυνελεύσεις) σε μορφή σχημάτων-πυρήνων, οι οποίες προετοιμάζουν το έδαφος για τη γενική συνέλευση (οι πρώτες γίνονταν στο Σύνταγμα κατά τις 7 η ώρα, η δεύτερη το βράδυ, περίπου στις 9). Εδώ αρχίζει η περίφημη «αυτοοργάνωση». Τα όρια, εδαφικά και νοηματικά, γίνονται συνειδητά, προϊόν συλλογικών αποφάσεων. Υπάρχει διαφοροποίηση ανά τομείς (θεματικές συζητήσεων/πολιτικός, οικονομικός, εκπαιδευτικός τομέας - τομεακή διαφοροποίηση) και στοιχειώδης λειτουργική διαφοροποίηση, με ανάθεση κάποιων ρόλων (συντονιστές, και διάφορες ομάδες πρώτων βοηθειών, ομάδα νομικής βοήθειας κ.α). Το νόημα παράγεται ως αναστοχασμός-αναλογισμός του συστήματος, νομιμοποιείται μέσα από διαδικασίες, απομονώνεται όσο απομονώνεται, από αυτό πού δεν έχει νόημα για το σύστημα. Οι διαδικασίες απόφασης αποκρυσταλλώνουν μια δική τους ιστορία, και κάθε επόμενη απόφαση λαμβάνεται στη βάση κάποιων ιστορικών κεκτημένων. Κάθε στιγμή της συνειδητής παραγωγής του νοήματος ενσωματώνει την «παρελθούσα εργασία» παραγωγής αποφάσεων του συστήματος (εν είδει ιστορικού «κεκτημένου» ή «νομολογιακού προηγούμενου», χωρίς αυστηρότητα και αναγκαστική εφαρμογή λόγω της μορφής δικτύου) αλλά και ανοίγεται στο μέλλον με τη σύγκρουση και συνύφανση προσδοκιών για το μέλλον. Δημιουργούνται επικοινωνιακές μορφές-σχέσεις των παραγωγικών δυνάμεων (βασικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων), για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιο του Μάρξ της Γερμανικής Ιδεολογίας, όταν ακόμη χρησιμοποιούσε τον όρο επικοινωνιακές μορφές αντί του όρου «σχέσεις παραγωγής». Η σχέση ταυτότητας και ετερότητας διαμορφώνεται σε ένα πεδίο σύγκλισης και απόκλισης δυνάμεων, εντάσεων και διαμορφούμενων ιδιοτήτων, έτσι ώστε αναδύονται κάποιες υπερβατολογικές αρχές συγκρότησης ομοιότητας/κοινότητας με γνώμονα το ιδεατό περιεχόμενο των «Αγανακτισμένων», σε μία κλίμακα βαθμίδων ομοιότητας (άρα και ανομοιότητας), που έχει τελικό, εσωτερικό όριο το ανόμοιο, το εξωτερικό. Τελικά, ανεξάρτητα από τα υπερβατολογικά κριτήρια, που μπορεί να είναι πολλά (κομματικότητα, «δημοκρατικές» ιδέες, δόγμα της μη βίας, προσωπική στάση και τρόπος συμπεριφοράς, υπευθυνότητα κλπ, διάφορα δηλαδή κριτήρια που ενεργοποιούνται στις προσυνελεύσεις και στις συνελεύσεις), υπάρχει πάντοτε μια γενική πόλωση σε «καλούς» και «κακούς», αντίστοιχους ή αναντίστοιχους με το «Πνεύμα» των Αγανακτισμένων, με την ιδεατή «προσωπικότητά» τους. Μια διάκριση φίλων και εχθρών σε συνειδητό πια επίπεδο, και τελικά μια διάζευξη συμβατικού και αποκλίνοντος (κανονικό και παθολογικό, καλό και κακό, κ.ο.κ) στην οποία μεταφράζεται κάθε δράση και κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια των «Αγανακτισμένων».

Ωστόσο, οι Αγανακτισμένοι δεν είναι ένα σύστημα με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Είναι ένα δίκτυο χαλαρών σχέσεων, με υψηλό βαθμό ανομοιογένειας, μεγάλη ανοχή στη «διαφορετικότητα», από τη στιγμή που η διαφορετικότητα αναγορεύεται σε αυταξία, μεγάλο δυναμικό ενδεχομενικότητας (πολλά μπορούν να γίνουν, πολλές διαπροσωπικές σχέσεις να συναφθούν, υπάρχει το «αυθόρμητο» και το «απρόοπτο», πολλές δυνατότητες μένουν ανοιχτές, πολλές δυνητικότητες μπορούν να ενεργοποιηθούν). Τα όρια στα δίκτυα είναι εξ ορισμού ασαφή, και όταν μιλάμε για οργανώσεις ανθρώπων, αυτό σημαίνει κυρίαρχα πως δεν υπάρχουν «μέλη» με θεσπισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στη βαθμίδα ενός δυαδικού, οργανωτικά, συστήματος, που θα μεταφράζει δηλαδή κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στη χωροεπικράτειά του και θα το ταξινομεί σε συμβατό (με το νόημα) και αποκλίνον, εφαρμόζοντας κυρωτικές διαδικασίες προς αντιστοίχηση ιδεατότητας-πραγματικότητας.

Ωστόσο, και αυτές οι διαφορές και η διαφορετικότητα βρίσκουν το όριό τους στην απαγόρευση των κομμάτων, της κομμουνιστικής ιδεολογίας, και στην απαγόρευση ακόμη και της αμυντικής βίας. Επομένως κάθε διαφορετικό μας προϊδεάζει για το ταυτό, και τελικά έχουμε πράγματι, με έναν ευρύ και συγκεχυμένο τρόπο, μια δυαδική συγκρότηση σε «καλό» και «κακό», σε «αληθές» και «ψευδές» σε σχέση με το υπερβατικό Νόημα. Ωστόσο, μιας και οι Αγανακτισμένοι δεν συγκροτούνται σαν κανονικό σύστημα αλλά σαν οιονεί σύστημα-δίκτυο, δεν υπάρχουν μέλη, διαδικασίες και κυρώσεις, ώστε να εφαρμοστούν αναγκαστικά οι αποφάσεις ταξινόμησης στο «θετικό» και το «αρνητικό» μητρώο του συστήματος. Άρα τα υπερβατολογικά κριτήρια ταξινόμησης είναι συγκεχυμένα, πολλαπλά, και παρμένα από διαφορετικούς «εξωτερικούς» κώδικες (ηθικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές, οικονομικές κλπ αντιλήψεις), χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή «συστηματοποίηση» των κριτηρίων με τρόπο αυστηρό από τους Αγανακτισμένους (κάτι τέτοιο θα ήταν, για παράδειγμα, ένας καταστατικός χάρτης, όπως συμβαίνει στα πολιτικά μορφώματα - χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι εξαλείφεται ο δικτυακός χαρακτήρας, αφού πρέπει να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις).

Επαφίεται λοιπόν η «εφαρμογή» του νοήματος στην προαίρεση των συμμετεχόντων, και δεν μπορούμε να πούμε πως πρόκειται καν για «εφαρμογή». Χαρακτηριστική είναι η έλλειψη «ομοψυχίας» σε σχέση με τον αυστηρό και αναγκαστικό αποκλεισμό των κομματικών στελεχών, αφού ανάμεσα στους Αγανακτισμένους είναι και μέλη πολιτικών χώρων, αλλά και άνθρωποι οι οποίοι δεν θα προέβαλλαν αντίρρηση στην ανοιχτή συμμετοχή πολιτικών χώρων. Ωστόσο με διαφορά η πλειοψηφική τάση λέει «έξω τα κόμματα». Επίσης υπήρξαν συνελεύσεις που μίλησαν άνθρωποι ρητά από τη σκοπιά της ιδεολογίας τους (αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής) χωρίς να αποδοκιμαστούν (συνέβη και στην Αθήνα ορισμένες φορές, αλλά κυρίως συνέβη σε άλλες πόλεις), ενώ σε άλλες συνελεύσεις οι φέροντες ρητά την πολιτική/«κομματική» ιδεολογία τους αποδοκιμάστηκαν, στο πνεύμα της άρνησης οποιασδήποτε «ιδεολογίας» ως κάτι μιαρό και «παρωχημένο». Ωστόσο κάποιοι επέμειναν και κατάφεραν τελικά να κατοχυρώσουν την παρουσία τους, ακριβώς λόγω του σχετικά χαλαρού, «δικτυακού» χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των Αγαναχτισμένων.

Η οργάνωση των Αγανακτισμένων με διαδικασίες ψηφοφορίας και αποφάσεις, έστω και σε υποτυπώδη μορφή, διασαφηνίζει το χαρακτήρα τους, προσδιορίζει τα όριά τους, και συγκροτεί μια ορισμένη μήτρα παραγωγικών δυνατοτήτων. Η διαδικασία της διαμόρφωσης είναι το ζωντανό γίγνεσθαι της ταυτότητας και της ετερότητας, ή καλύτερα μια ζωντανή διαδικασία μορφο-ποίησης και υλο-ποίησης, που διαθέτει «πλαστικότητα» (στο βαθμό που μιλάμε για ένα σύστημα-δίκτυο). Η ουσία μιας οντότητας είναι η οργάνωσή της ως το αφηρημένο σχεδίασμα των ουσιαστικών της παραγωγικών σχέσεων. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλεόνασμα χαρακτηριστικής για το σύστημα δυνητικότητας (αυτό που οι D+G καλούν virtuality), το οποίο ενεργοποιείται, «υλοποιείται» (χωρίς να εξαντλείται) μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτό το δυνητικό προσεγγίζεται μόνο με την εξέταση των εκδηλώσεών του, δηλαδή μόνο με τη σύγκριση των ιστορικών ενεργοποιήσεων. Είναι μια αφαίρεση που εξάγεται από το εμπειρικό, όμως «πραγματική», όπως πραγματική αφαίρεση είναι η «αξία» σύμφωνα με τον Μάρξ ως αφηρημένη κοινωνικά αναγκαία εργασία, ως αφηρημένος κοινωνικός παραγωγικός δεσμός. Δεν είναι τυχαίο πως οι D+G παραλληλίζουν τη μαρξική «αξία» με το δυνητικό - το οργανωτικό αφηρημένο διάγραμμα, η δυνητικότητα και η «αξία» είναι εξίσου πραγματικές με τις ενεργοποιήσεις τους. Η ουσία πρέπει να φαίνεται, η ουσία είναι έμφανίση-ύπαρξη αλλά η εμφάνιση δεν ανάγεται στην ουσία, που όπως είπαμε (για τη «δυνητικότητα») πλεονάζει και μπορεί να σημαίνει ποικιλότροπες εμφανίσεις-υπάρξεις, ανάλογα με τις χωροχρονικές συνθήκες ρεαλιστικοποίησης («εξατομίκευσης») της οντότητας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι πρωτόγνωρες συνθήκες μπορούν να σημαίνουν την ανάδυση νέων ιδιοτήτων της οντότητας, που δεν είχαν φανεί προηγουμένως (βλ. για παράδειγμα, τη στάση των Αγανακτισμένων σε συνθήκες κρατικής καταστολής, που υπερέβη πολλές φορές το ταμπού της «μη βίας»).

Αυτό το «δυνητικό», παρά τη διαμόρφωσή του μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, υποθέτουμε πως σε μεγάλο βαθμό υπήρξε «κοινό» σε όλα τα συναφή κινήματα τύπου «Πλήθους» και «Πλατειών», κάνοντας σύγκριση των εμφανίσεων-ενεργοποιήσεων. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική πραγματικότητα, αλλά στο γεγονός πως, παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες σε ποικίλες γωνίες του πλανήτη, κοινή συνθήκη και περιβάλλον εκκόλαψης όλων αυτών των κινημάτων είναι η σύγχρονη κεφαλαιοκρατία, με την προϊούσα, άγουσα τάση «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο».

Όπως έλεγε ο Μπερξόν, όσο πιο διαφορετικές είναι οι «αποκλίνουσες γραμμές ενεργοποίησης», τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η αντιστοιχία με το ταυτό δυνητικό. Έτσι, όσο πιο διαφορετικές είναι οι συνθήκες των ενεργοποιήσεων στη γενεαλογία των σύγχρονων «αυθόρμητων», όπως λέμε, κινημάτων, τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η ομοιότητά τους σε κοινά, ουσιώδη γνωρίσματα. Βλέπουμε από την Αμερική και το Σιάτλ πριν αρκετά χρόνια, στην Ισπανία και την Ελλάδα, πάλι πίσω στη Wall Street και σε μικροεξεγέρσεις παντού σε όλο τον πλανήτη, κοινές πολιτικοϊδεολογικές και οργανωτικές ιδιότητες. Πραγματοποιείται στα αλήθεια αυτό που ο Μάρξ είδε ως «ενοποίηση της ανθρωπότητας» από την κεφαλαιοκρατία, εν τούτοις αντιφατικά, λόγω της ανειρήνευτης ταξικής αντίθεσης αλλά και λόγω της πολύ σημαντικής, ακόμη, διάκρισης «Δυτικού» και «Ανατολικού» Κόσμου, με τις πολύ διαφορετικές πολιτισμικές θεμελιώσεις.

Επιστρέφοντας σε ένα προηγούμενο σημείο, μπορούμε να δούμε τη διάκριση σε «πάνω» και «κάτω» Πλατεία στο Σύνταγμα, σαν ένα ξέσπασμα των εσωτερικών διαφορών και εντάσεων, ακριβώς στη δυαδική μορφή με την οποία μας προετοίμασε προηγουμένως η διάκριση συμβατικού και αποκλίνοντος, αληθούς και ψευδούς. Η διάσπαση αυτή εκτόνωσε μια κατάσταση στην οποία η ανισορροπία είχε επέλθει, λόγω της «σχιζοφρενικής» δομής του «αντιφατικού μορφώματος», όπως ονομάστηκε, των Αγανακτισμένων. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό.

4) Ωριμότητα

Θεωρώ πως η ίδια η ιστορική πορεία των πραγμάτων μας έδειξε πως οι Αγανακτισμένοι δεν φτάσαν στο σημείο να αναπτύξουν, ως πολιτικοϊδεολογικό ρεύμα (πράγμα που ίσως οι ίδιοι θα το αρνούνταν!), μια «ώριμη πολιτική προσωπικότητα», δρώντας τελικά σαν υποκείμενο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι εφικτό μόνο με τη μετάβαση από το οιονεί σύστημα στο σύστημα, πράγμα που ισοδυναμεί με τη μετάβαση από την αυθόρμητη κινηματική διαδικασία, με τις υποτυπώδεις μορφές οργάνωσης, στη συνειδητή, πολιτική οργάνωση των υποτελών, εν προκειμένω της εργατικής τάξης του σήμερα. Αντί για αυτό, ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων, σημαδεύτηκε από την άγρια καταστολή, την οποία δεν είχαν τα πολιτικά και ιδεολογικά αλλά και οργανωτικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων ήταν συνέπεια του διεσπαρμένου και πολυτασικού νοήματος που θέλησαν να διατηρήσουν, το οποίο δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις πιέσεις του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα τη διάλυση. Το νόημα αυτό, όπως θα δούμε, έχει συστημική διάσταση, και δεν χάθηκε. Η ώριμη έκφραση του κινήματος των Αγανακτισμένων μπορεί να μην πραγματοποιήθηκε με την πολιτική και οργανωτική αυτοσυγκρότηση των ιδίων, ωστόσο πραγματοποιήθηκε μέσα από τους ήδη υπάρχοντες πολιτικούς φορείς του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής. Γιατί αντικειμενικά, αν αφαιρέσουμε όσους επέστρεψαν στα «κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης» ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, το δυναμικό των αγανακτισμένων καρπώθηκαν, στην «καλύτερή» του εκδοχή, οι δυνάμεις του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, και στη «χειρότερη», οι φασιστικές δυνάμεις της Χρυσής Αυγής. Μένει να δούμε όμως και ποια ήταν αυτή η καλύτερη εκδοχή.

Η παραπάνω εξέλιξη έγινε φανερό πως είναι η πιο πιθανή ήδη κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης των Αγανακτισμένων, αφού αυτές οι δύο πολιτικές τάσεις ήταν εκείνες που κυριάρχησαν σε επίπεδο ιδεολογίας και πολιτικών αιτημάτων, πριν από τη διάλυση. Η τεράστια άνοδος του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής, προέκυψε ταυτόχρονα μετά το κίνημα των Αγανακτισμένων και σαν αποκρυστάλλωση του νοήματος που διαμορφώθηκε στην ελληνική κοινωνία, από εκείνες τις ημέρες-τομή (που τερματίστηκαν με την ωμή κρατική καταστολή) και έπειτα. Φυσικά, σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε η ευρύτερη συγκυρία και το βάθεμα της κεφαλαιοκρατικής «πολεμικού» τύπου αναδιάρθρωσης στη χώρα μας. Ωστόσο, νομίζω πως είναι αναντίρρητο ότι οι παραπάνω πολιτικές δυνάμεις ήταν αυτές που ωφελήθηκαν από τον αντίκτυπο των Αγανακτισμένων στην ελληνική κοινωνία (δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιες άλλες, δεδομένης και της στασιμότητας-πτώσης των Ανεξάρτητων Ελλήνων).

Ας φύγουμε όμως τώρα από την αναφορά στους Αγανακτισμένους στη σχετική αυτοτέλειά τους, και ας τους τοποθετήσουμε μέσα στο (ελληνικό) κεφαλαιοκρατικό σύστημα.


Οι Αγανακτισμένοι ως ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος


α) Χαρτογράφηση στον αφηρημένο χώρο του αστικού συστήματος

Ας δούμε τώρα που μπορούμε να τοποθετήσουμε τους «Αγανακτισμένους» μέσα στο κεφαλαιο-κρατικό σύστημα. Τα κεφαλαιοκρατικά συστήματα δεν είναι δίκτυα. Είναι αναπτυγμένα συστήματα κεφαλαιοκρατικής παραγωγής με Κράτος, με ανεπτυγμένο τομεακό και λειτουργικό καταμερισμό εργασίας, και μάλιστα υποδουλωτικό, από όπου πηγάζει και η ταξική αντίθεση. Υπάρχουν νόμοι, όργανα καταστολής, μια ορισμένη χωροεπικράτεια ως πεδίο εφαρμογής της αστικής-κρατικής ισχύος, σύνορα σε σχέση με τον έξω κόσμο, τόσο εδαφικά όσο και νοηματικά-ιδεολογικά-πολιτισμικά. Τα κρατικά κεφαλαιοκρατικά συστήματα δρουν στο διεθνές προσκήνιο σαν «υποκείμενα», αναγνωρίζοντας το ένα το άλλο (θεσμός της αναγνώρισης, που θυμίζει πολύ την εγελιανή αναγνώριση), συνάπτοντας συμβάσεις μεταξύ τους και εκπροσωπούμενα ως σχετικά αυτόνομες ενότητες από αντιπροσώπους. Τα κεφαλαιο-κρατικά συστήματα αναπτύσσουν πολύ περισσότερο από τα «δίκτυα» αποκλειστικές διαζεύξεις-δυαδικότητες, ώστε να ταξινομούν ταχύτατα κάθε γεγονός και πληροφορία στο «θετικό» ή το «αρνητικό» μητρώο, όπως ειπώθηκε προηγουμένως.

Δυαδικότητες υπάρχουν σε κάθε ανεπτυγμένο υποσύστημα (οικονομικό, νομικό κλπ). Το να χαρακτηρίζουμε ένα κοινωνικό σύστημα ως «κεφαλαιοκρατικό» δηλώνει πως το οικονομικό σύστημα (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και παραγωγή κεφαλαίου) επιβάλλει, ως το ισχυρότερο «μέρος», την αναπτυξιακή λογική του στο «όλο», χωρίς να σημαίνει πως το κοινωνικό σύστημα ανάγεται στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Τα αίτια αυτής της υπεροχής (καθολική ανταλλαξιμότητα του χρήματος, ανάγκη εξασφάλισης από τους ανθρώπους των αναγκαίων πόρων για την επιβίωσή τους), δεν μας απασχολούν εδώ.

Μπορούμε να θεωρήσουμε πως οι δυαδικότητες όλων των υποσυστημάτων, στη γλώσσα του μαρξισμού συγκεφαλαιώνονται σε μια κεντρική, ταξική αντίθεση. Η πολλαπλότητα θέσεων στον καταμερισμό της κοινωνικής παραγωγής στα διάφορα υποσυστήματα πολώνεται, σε τελική ανάλυση, σε δύο στρατόπεδα. Όπως είπαμε, στο βαθμό που το σύστημα είναι κεφαλαιο-κρατικό, η πλέον θεμελιακή στιγμή του ταξικού διχασμού εντοπίζεται στο οικονομικό υποσύστημα (η αντίθεση κεφάλαιο-μισθωτή εργασία).

Στο επίπεδο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος θα μπορούσαμε, εξαιρετικά απλουστευτικά, να εκφράσουμε τη δυαδικότητα αυτή με όρους πάλι ενός θετικού και ενός αρνητικού πόλου, σε μια διάζευξη μεταξύ των γεγονότων εντός του πεδίου του συστήματος που είναι συμβατά με το σύστημα, και αυτών που αποτελούν διαταραχές για το σύστημα. Έτσι διαμορφώνεται και το γνωστό δίπολο των «συστημικών» και των «αντισυστημικών» πολιτικοιδεολογικών δυνάμεων.

Αν θα θέλαμε λοιπόν να «χαρτογραφήσουμε» όχι στον πραγματικό αλλά στον αφηρημένο, «γεωμετρικό» χώρο του συστήματος, την τοποθέτηση των Αγανακτισμένων, πιστεύω πως αυτή θα ήταν αρχικά στο μεταίχμιο συστημικότητας-αντισυστημικότητας. Αυτό σημαίνει πως οι Αγανακτισμένοι σημαδεύτηκαν από τις πρώτες εκδηλώσεις τους με μια θεμελιώδη αμφισημία. Η αντιφατική τους δομή ήταν μια μικρογραφία των διαφόρων αντικρουόμενων τάσεων της ελληνικής κοινωνίας, περισσότερο ή λιγότερο αντιπροσωπευτική, πάντως αρκετά αντιπροσωπευτική ώστε να μας δώσει ένα αντιφατικό μόρφωμα.

Το όνομα της αντίφασης στη «μη διαλεκτική» ορολογία των D+G, είναι η σχιζοφρένεια. Μια σχιζοφρενική δομή, με παρατακτική σύνδεση των γνωρισμάτων της, και … και … και … Μπορούμε να δούμε καθαρά πως μια «σχιζοφρενική» διάσταση χαρακτήρισε όλη τη δράση των Αγανακτισμένων. Και αντισυστημικοί, και κατά της βίας, ακόμη και της αντισυστημικής! Και «αμεσοδημοκράτες», και χωρίς να αμφισβητούν θεμελιακά αξιώματα του αστικού κοινοβουλευτισμού. Αγανακτισμένοι με το πολιτικό σύστημα, αλλά ζητώντας κιόλας από τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς μεταρρυθμίσεις και κάθαρση! Και ένα σωρό άλλα παραδείγματα, που μπορούν να αναζητηθούν στις αλλοπρόσαλλες, αν προσπαθήσει κανείς να τις αναδομήσει σαν μια οργανική ενότητα, αποφάσεις των συνελεύσεων στη Πλατεία Συντάγματος.

Ακριβώς αυτή η θραύση «κάθε» πάγιας ταυτότητας, και η «απελευθέρωση» όλων των διαφορών σε ένα ρευστό μείγμα «δυνητικοτήτων», θα ήταν για τους D+G και είναι για τους H-N εγγύηση της φυγής των Αγανακτισμένων και του Πλήθους από τις εγκλειστικές ταυτότητες και διαζεύξεις που επιβάλλει το Κράτος, διασπώντας την συν-ύπαρξη και συμπόρευση όσων θέλουν να αντισταθούν. Αυτό προϋποθέτει ένα σχήμα κοινωνικής οντολογίας, που θέλει το Κράτος να ισοδυναμεί με την επιβολή της Ταυτότητας και την αναπαράσταση της ζωής-επιθυμίας σε αποστεωμένες, διαχειρίσιμες κρατικές φόρμουλες. Από αυτή την κρατική απορρόφηση και στεγανοποίηση, ωστόσο, σύμφωνα με την παραπάνω αφήγηση «πλεονάζει» η επιθυμία ή η «γενική διάνοια» που δεν υπάγεται στο νόμο της αξίας και δημιουργεί κοινότητες «αυτοαξιοποίησης» της κοινωνικής νόησης, χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση του (παρασιτικού) Αυτοκρατορικού μηχανισμού (H-N). Έτσι, πολύ απλά, κάθε κοινωνικό κίνημα που διακρίνεται από τα θεωρούμενα ως αντικρατικά χαρακτηριστικά (πληθυντικότητα, ροή, αυτοοργάνωση, απελευθέρωση της επιθυμίας, μοριακότητα και ρήξη με ρατσιστικές, εθνοφυλετικές κλπ αντιλήψεις, αποεμπορευματοποίηση και ανακατάληψη δημοσίων χώρων, ελευθερογνωμία και αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, άρνηση κάθε θεολογίας και συνειδητοποίηση μιας ανοιχτής ενδεχομενικότητας, κλπ κλπ), θεωρείται αυτοστιγμεί κάτι «εκτός» ή κινούμενο «εκτός» του κρατικά συγκροτημένου συστήματος. Περιττό να πούμε πως δεν διαφέρει πάρα πολύ, ως προς όλα αυτά, η καστοριαδική αντίληψη της σχέσης θεσμισμένης (θεσμοί/αλλοτρίωση) και θεσμίζουσας κοινωνίας (μια αντίθεση, θα μπορούσαμε να πούμε, νεκρού-ζωντανού), όπως και άλλες έννοιες της καστοριαδικής κοσμοαντίληψης. Άλλωστε, τόσο οι καστοριαδικές όσο και οι νεοντελεζιανές (Negri-Hardt) ιδέες βρήκαν σε καιρούς Aγανακτισμένων μεγάλη απήχηση στη χώρα μας.

Αν αλλάξουμε όμως το ερμηνευτικό σχήμα-μοντέλο μέσα από το οποίο «διαβάζουμε» την κοινωνική πραγματικότητα, αλλάζει και το τελικό συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε. Έτσι, υιοθετώντας μια διαλεκτική δυαδικότητα θετικού και αρνητικού μητρώου του συστήματος, μπορούμε να τοποθετήσουμε τους Αγανακτισμένους στη «ζώνη αδιαφορίας», όπως θα έλεγε ο G. Agamben, στο σημείο ασάφειας μεταξύ των δύο πόλων, σαν αντιφατικό μόρφωμα που μοιάζει να περικλείει εσωτερικά τόσο τη «συστημικότητα» όσο και την «αντισυστημικότητα».


Παρέκβαση στην έννοια του «μικροαστού»

Ακριβώς η παραπάνω περιγραφή μας θυμίζει, στα μαρξιστικά συμφραζόμενα, τον «μικροαστό». Άλλωστε, οι Αγανακτισμένοι χαρακτηρίστηκαν από πολλούς μαρξιστές αναλυτές στη χώρα μας, «μικροαστικό» κίνημα. Τι είναι όμως ο μικροαστός;

Θρυλείται ότι μικροαστός καλείται «αντικειμενικά» αυτός που έχει μικρή ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο δεν αληθεύει. Εκτός αν ο χαρακτηρισμός των Αγανακτισμένων ως μικροαστών συνοδεύτηκε από αναλυτική καταγραφή των περιουσιακών τους στοιχείων (αλίμονο). Όχι λοιπόν, μικροαστικό αυτό το κίνημα χαρακτηρίζεται λόγω του έντονα συστημικού-«μικροαστικού» χαρακτήρα του. Επειδή δηλαδή εξ αρχής έφερε τη σφραγίδα της κυρίαρχης ιδεολογίας, με όλα τα χαρακτηριστικά (αντικομματικότητα, τέλος των ιδεολογιών κλπ) τα οποία αναφέρθηκαν. Ακριβώς ο μικροαστός δεν είναι βασικά, όπως έχει καθιερωθεί, αυτός που έχει μικρή ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά κάτι σαν ο μέσος όρος της κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής, ο μέσος ανθρωπολογικός τύπος. Ο μικροαστός για τον μαρξισμό πατάει «σε δύο βάρκες», από τη μία στην ιδιωτική του ιδιοκτησία (πράγμα που τον φέρνει, υποτίθεται, από μόνο του ενάντια στην εργατική τάξη), από την άλλη επειδή σε καιρούς κρίσης οι μικροαστοί «προλεταριοποιούνται» απότομα, είναι δυνάμει σύμμαχα στρώματα της εργατικής τάξης. Ήδη σε αυτή την κλασσική διαπίστωση εκφράζεται η αντίφαση ως τέτοια.

Μικροαστός είναι αυτός που δεν ανήκει ούτε στην αστική, ούτε στην εργατική τάξη. Ωστόσο αποτελεί μέλος του κεφαλαιοκρατικού παραγωγικού συστήματος. Αυτό το ούτε-ούτε, αφήνει σαν «υπόλειμμα» την εικόνα ενός γενικού ανθρωπολογικού τύπου, ενός ανθρώπινου «εν γένει» που υπερβαίνει τόσο το αστικό όσο και το εργατικό πρόσημο. Το ούτε αστική, ούτε εργατική τάξη, μοιάζει παραδόξως με το και αστική-και εργατική τάξη. Το και-και, δίνει κάτι που πλεονάζει των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη τους ταυτότητα, το ανθρώπινο εν γένει. Το ούτε-ούτε, δείχνει κάτι που υπολείπεται και των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη ετερότητα που μοιάζει κάτι απολύτως «εκτός» του διπόλου. Και αυτό, ξανά, είναι ο «άνθρωπος εν γένει», «εκτός» ή «πέραν» των διακρίσεων αστός-εργάτης.

Με άλλα λόγια, ο «μικροαστός» και τα μεσαία στρώματα είναι η εσωτερική διαφορά αστικής-εργατικής τάξης. Είναι η ζώνη α-διαφορίας μεταξύ των δύο πόλων. Είναι η αντίφασή των πόλων «ως τέτοια», η θεμελιώδης ασάφεια μιας πραγματικότητας που δεν καταχωρείται ούτε στο ένα μητρώο, ούτε στο άλλο. Εξ ου και η αντιφατικότητα τόσο του «μικροαστικού χαρακτήρα» (πατάει σε δύο βάρκες), αλλά και του κινήματος των Αγανακτισμένων. Για αυτό και στην περιγραφή του «μικροαστού» από εκείνους που χρησιμοποιούν τον όρο ως αιχμή της ανάλυσής τους, αναγνωρίζουμε κάποια χαρακτηριστικά «μέσου όρου» που απαντώνται, λίγο έως πολύ, σε «κάθε άνθρωπο» της σημερινής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Κάθε «αυθόρμητη» αντίδραση, τόσο του κάθε «μέσου πολίτη» όσο και ενός ολόκληρου κοινωνικού ρεύματος ή κινήματος, είναι ήδη διαμεσολαβημένη από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Όπως συμβαίνει και στη διαλεκτική, η «αμεσότητα», εδώ το «αυθόρμητο», είναι προϊόν μιας συστημικής διαμεσολάβησης, την οποία οφείλει κανείς να την αναγνωρίσει, ξεδιπλώνοντας τον μίτο του, εν προκειμένω, πολιτικού «αυθόρμητου» μέχρι τις βαθμίδες πολιτικής συνειδητοποίησής του. Όσο βαθαίνει αυτή η διαδικασία, τόσο η θετικότητα του «αυθόρμητου» αποκαλύπτει τις μύχιες τάσεις και αντιτάσεις, την πολικοκοινωνική πολυσημία και, σε τελική ανάλυση, την αντιφατικότητα της ταξικής κοινωνικής οργάνωσης μέχρι τη διάζευξη επανάστασης-αντεπανάστασης, σε συνθήκες δομικής κεφαλαιοκρατικής κρίσης.


Το ομοίωμα

Η φόρμουλα «και Α, και μη Α», ή «ούτε Α ούτε μη-Α», είναι μια φόρμουλα που υπαινίσσεται κάτι που υπερβαίνει το νόημα της δυαδικότητας. Σε αυτή την αδυναμία καταχώρισης από την διαλεκτική/κρατική αναπαραστατική σκέψη, που λειτουργεί με όρους άσπρου-μαύρου, οι D+G και οι επίγονοι βλέπουν αυτό που πραγματικά βρίσκεται «εκτός» του κρατικού συστήματος. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μάλλον αυτό το και-και/ούτε-ούτε, και πιο αντιπροσωπευτικά η οπτική του και-και, είναι αυτό το οποίο περισσότερο από κάθε άλλο βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος. Ο μικροαστός (και τα «μεσαία στρώματα») για τον μαρξισμό δεν είναι αυτός που υπερβαίνει την ταξική σχέση, επειδή δεν ανήκει ούτε στην αστική ούτε στην εργατική τάξη, αλλά είναι αυτός ο «κοινός παρονομαστής» των δύο τάξεων. Είναι αυτό που καμιά φορά λένε (ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη), πως τα μεσαία στρώματα είναι η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος.

Ο Deleuze γράφει πως την πρόταση Α και μη Α, μπορεί να τη δει κανείς από δύο σκοπιές. Ως «ταυτότητα της ταυτότητας και της ετερότητας», στο εγελιανό (κατά τον Deleuze) μοτίβο, όπου ο σύνδεσμος «και» δείχνει την ταυτότητα των δύο όρων. H άλλη οπτική είναι να δει κανείς το σύνδεσμο «και» σαν κάτι που δηλώνει όχι την ταυτότητα των όρων Α, μη Α, αλλά το χάσμα, την άβυσσο, την εσωτερική διαφορά τους. Αυτό το χάσμα και η άβυσσος μοιάζει με μια πύλη που ανοίγει μία «τρίτη» διάσταση, έξω από τη δυαδική πολικότητα. Αυτή η εσωτερική διαφορά, που είναι και ο ένας και ο άλλος πόλος, καταδεικνύει μια αντικρατική, σχιζοφρενική δομή που δεν εγκλείεται σε κρατικές, υπεραπλουστευτικές και αποκλειστικές διαζεύξεις, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Αυτή η «εσωτερική διαφορά» είναι το ομοίωμα. Το ομοίωμα το οποίο δεν είναι ούτε αλήθεια ούτε ψεύδος, δεν καταγράφεται ούτε στο θετικό μητρώο, σε σχέση με κάποιο πρότυπο, ούτε στο αρνητικό μητρώο, ως άρνηση του προτύπου αυτού. Αναφέρεται εσωτερικά και αντιστοιχεί σε κάτι που βρίσκεται σε ένα «βάθος» απρόσιτο, χωρίς να «μοιάζει σε αυτό», υπαινισσόμενο «αόρατες» και αβυθομέτρητες διαστάσεις. Καταργεί την ίδια τη διάκριση πρωτότυπου-αντίγραφου, βρίσκεται πέρα από την αλήθεια και το ψεύδος.

Ωστόσο, μπορούμε να πούμε πως το ομοίωμα, μη όντας ούτε το θετικό ούτε το αρνητικό, μας δίνει σε καθαρή μορφή μια αναφορά στην απόλυτη ταυτότητα των δύο (ή στην απόλυτη ετερότητα των δύο, όπως θα έλεγε ο Χέγκελ, που είναι η ίδια μια απόλυτη ταυτότητα για τον εαυτό της). Έτσι ο μικροαστός, αλλά και οι Αγανακτισμένοι, αποτελούν ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού συστημικού νοήματος, στην πιο καθαρή του ιστορική μορφή, αφού μας δείχνουν όχι τον αστικό ούτε τον εργατικό τρόπο σκέψης και δράσης, αλλά το οριακό σημείο τομής των δύο, το σημείο τεταμένης ισορροπίας και το ελάχιστο λειτουργικό «κύτταρο» της ζωής του κεφαλαιοκρατικού σώματος.

Οι Αγανακτισμένοι δηλαδή (και τα συγγενή τους κινήματα), ως ομοίωμα του Κεφαλαιοκρατικού Νοήματος, μας δείξανε σε καθαρή μορφή αυτό το Νόημα που συνέχει όλα τα λειτουργικά στοιχεία του συστήματος και διαχέεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του, τη συγκεκριμένη ιστορική Εποχή. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό τον ημι-πυρήνα νοήματος, όπως εξατομικεύεται σε κάθε έναν λιγότερο ή περισσότερο, «ιδεολόγημα», ιδεολογική πρακτική, και στην πρακτική-τελεστική του διάσταση, habitus (παραβλέπω εδώ τελείως την έννοια της ιδεολογίας από τη σκοπιά της αληθούς ή ψευδούς συνείδησης)

Έτσι εξηγούνται και διακηρύξεις του τύπου «είμαστε το 99%». Αυτό είναι αλήθεια. Το 99% του «πλήθους» των σημερινών κεφαλαιοκρατικών συστημάτων, φέρει πλήρως την κυρίαρχη ιδεολογία, ή αλλιώς ο κάθε ένας από αυτό το 99% ενσαρκώνει το Κεφαλαιοκρατικό Νόημα, αποτελεί εξατομίκευση αυτού και μία από τις πολλές οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες το ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα αντικρίζει τον εαυτό του.

Συμβαίνει όμως το εξής παράδοξο. Το σύστημα δεν μπορεί να αναγνωρίζει το ομοίωμά του. Υπάρχει ασάφεια, το ομοίωμα είναι θεμελιακά ασαφές, ένα «αντιφατικό μόρφωμα» όπως ειπώθηκε, σχιζοφρενικό, στο μεταίχμιο αλήθειας και ψεύδους. Το κυρίαρχο νόημα του συστήματος εκπροσωπεί, σαν υπερβατική οντότητα (σαν να ήταν σε ένα μετα-συστημικό επίπεδο), το αστικό Κράτος. Το αστικό Κράτος διαφυλάσσει την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, χρησιμοποιώντας, σε οριακές περιπτώσεις, άγρια καταστολή. Το Κράτος δεν ανέχεται την αντιφατικότητα εντός του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, το πώς συνυπάρχουν αντικρουόμενες τάσεις ταυτόχρονα, και θέλει να εξασφαλίζει την υπαγωγή και την «ορθολογική», μη αντιφατική διάταξη των στοιχείων του.

Έτσι λοιπόν, το αστικό Κράτος κλήθηκε να «ταξινομήσει» το γεγονός των Αγανακτισμένων. Λόγω του αντιφατικού χαρακτήρα του κινήματος, αυτό το γεγονός δεν μπορούσε εύκολα να καταχωρηθεί ούτε στο θετικό ούτε στο αρνητικό μητρώο του συστήματος. Αυτό έγινε φανερό από την αμήχανη στάση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους και κυρίως των ΜΜΕ, απέναντι στους Αγανακτισμένους. Το αστικό κράτος παρακολουθούσε για καιρό τους αγανακτισμένους προσπαθώντας να αποσαφηνίσει το χαρακτήρα τους, να διαλύσει την ασάφειά τους, και να τους πολώσει είτε στο ένα ημισφαίριο, αυτό των συμβατών με το σύστημα γεγονότων, είτε στο άλλο, αυτό των «αντισυστημικών» γεγονότων-διαταραχών, ώστε να ξεμπερδεύει μαζί του.

Εν τούτοις η δράση των Αγανακτισμένων δεν προσφερόταν για καμία άμεση καταχώριση. Από τη μία, άκακοι και ειρηνιστές διαδηλωτές, εμποτισμένοι με κυρίαρχα ιδεολογήματα. Από την άλλη, μια πυρηνική βόμβα που κανείς δεν ήξερε αν θα εκραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες, ένας μαζικότατος όγκος πληττόμενων από την οικονομική κρίση, που προκαλούσε αρκετούς τριγμούς στην ομαλή εφαρμογή των Μνημονίων και της αντιλαϊκής πολιτικής της Ε.Ε, κυρίως λόγω της αβεβαιότητας της εξέλιξής του ("ποια θα ήταν η αντίδραση των Αγανακτισμένων, με ακόμη σκληρότερα μέτρα; ποια θα ήταν η αντίδρασή τους αν κατάφερναν να πάρουν εργατική στροφή;" ίσως σκέφτονταν οι αστοί), κερδίζοντας ευρεία λαϊκή νομιμοποίηση.

Στο νομικό σύστημα, όταν κάτι δεν μπορεί να καταχωρηθεί ευχερώς ως νόμιμο ή ως παράνομο, επεμβαίνουν οι «γενικές αρχές του δικαίου», όπως η αρχή της αναλογικότητας, και η «δίκαιη κρίση» του δικαστή. Φυσικά αυτές οι «αρχές» είναι αξιωματικές, δηλαδή μια μεταφυσική του δικαίου (ωστόσο πάντοτε τα αξιώματα αυτά έχουν ιστορικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε). Τότε φαίνεται σε καθαρή μορφή ο αξιωματικός και «κατασκευασμένος» χαρακτήρας της συνοχής του συστήματος.

Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, το αστικό Κράτος, μετά από μία μακρά διαδικασία αναγνώρισης, αφού δεν υπήρχε προηγούμενη «μνήμη», επενέβη τελικά, εν είδει θεοδικίας, αποσαφηνίζοντας το κίνημα των Αγανακτισμένων. Κλιμάκωσε τις απαγορεύσεις (βλ. περιστολή του «ζωτικού χώρου» των Αγανακτισμένων στην Πλατεία Συντάγματος) και τελικά κατέστειλε με βία το πλήθος, δείχνοντας ακριβώς τον ωμό, αξιωματικό, μεταφυσικό χαρακτήρα της κρατικής-αστικής κυριαρχίας.

Είναι η στιγμή που η θεωρία του Πουλαντζά για το Κράτος ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών καταρρέει. Είναι η στιγμή που το Κράτος προβάλλει, καθαρότερα από ποτέ, σαν όργανο, σαν πράγμα, σαν εργαλείο της άρχουσας τάξης.

Η επέμβαση του «κυρίαρχου» πάνω στην ασάφεια δεν είναι επέμβαση ενός προσώπου, με την έννοια του κυρίαρχου και της κατάστασης εξαίρεσης του Σμιτ. Επεμβαίνει το σύστημα μέσω των φορέων του, για να διατηρηθεί η συνοχή του συστήματος. Ωστόσο, όπως ειπώθηκε, η επέμβαση αυτή έχει μεταφυσικό, αξιωματικό χαρακτήρα, είναι μια κρατική υπερισχύς που πλεονάζει έναντι των στοιχείων του συστήματος, σε ένα βαθμό που είναι αδύνατο να καταμετρηθεί. Ακριβώς αυτή η εξόφθαλμη, ωμή κρατική αυθαιρεσία, είναι η στιγμή που το Κράτος και συνολικά το σύστημα μπορεί θεμελιακά να αμφισβητηθεί. Ένα αξίωμα το δέχεται κανείς ή όχι. Η κρατική καταστολή εναντίον των Αγανακτισμένων, όπως και άλλες καταστάσεις τα τελευταία χρόνια, έδειξε πως η αστική εξουσία στηρίζεται σε μεταφυσικά, αυθαίρετα θεμέλια, και αυτό είναι το πρώτο βήμα της ανατροπής. Το κομμουνιστικό υποκείμενο οφείλει να παρακολουθήσει όλη αυτή τη διαδικασία, σκοπεύοντας ακριβώς στην αποκάλυψη αυτής της μεταφυσικής, αυθαίρετης θεμελίωσης του "συστήματος". Η αποκάλυψη αυτή είναι αποκάλυψη του μηδενός, της αβύσσου, της ωμότητας. Ο βασιλιάς, κάτω από τα ρούχα του, είναι γυμνός. Όσο η κρατική βία, τις στιγμές αυτές, είναι στυγνή και ανομιμοποίητη σε βαθμό παράνοιας, άλλο τόσο το αίμα του τεράστιου όγκου των διαδηλωτών αυτές τις στιγμές παραείναι κόκκινο και παραείναι δημόσιο, για να γίνουν όλα αυτά αντικείμενο αποτελεσματικής επικοινωνιακής διαχείρισης.

Για να καταλάβουμε την αποκαλυπτικότητα, μέσα στην α-διαφορία, της «μέσης τιμής», μπορούμε να σκεφτούμε, συμπληρωματικά, το «κέντρο» του πολιτικού φάσματος, που ανοίγεται από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το «κέντρο» δεν είναι «πέραν» του πολιτικού συστήματος, επειδή δεν είναι «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά».

Αντιθέτως, το πολιτικό «κέντρο», πάνω στην οριζόντια διάταξη που θέτει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, είναι ομοίωμα του πολιτικού συστήματος, με την έννοια της πλέον αντιπροσωπευτικής εικόνας του αστικού πολιτικού συστήματος. Ας σκεφτούμε σήμερα το πολιτικό «κέντρο». Δεν υπάρχουν πια «δυνάμεις του κέντρου». Η ασάφεια του κέντρου έχει διαλυθεί, κάθε πολιτική δύναμη έχει αποσαφηνιστεί και έχει ακροβολιστεί, στα «αριστερά» ή στα «δεξιά». Ή αλλιώς, αν σώνει και καλά εντοπίζαμε ένα «κέντρο», αυτό θα ήταν ήδη «δεξιά». Προοπτικά, είναι πολύ πιθανό να μην νοείται καν αριστερά και δεξιά, αφού θα ανακάμψει το ριζικό δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Το νόημα της κεφαλαιοκρατίας σήμερα είναι στον πυρήνα του η απόλυτη, άμετρη, αυθαίρετη ταξική καταπίεση, τα ακροδεξιά μαχαίρια, το μίσος κατά των κομμουνιστών, με τον αντίθετο πόλο, τους κομμουνιστές, τις δυνατότητες χειραφέτησης της ανθρωπότητας, την ανθρωπιά και την κοινωνική αλληλεγγύη, να ποδοπατιούνται όλο και περισσότερο.

Το ίδιο φαίνεται και στον «κοινό νου». Είναι «μέση τιμή», και άρα πιστή εικόνα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος. Για αυτό ο κοινός νους είναι μια «συγκεχυμένη κοσμοαντίληψη». Η περιγραφή της «κοινής γνώμης» από τον Χέγκελ, στη παράγραφο 317 της Φιλοσοφίας του Δικαίου, είναι εκπληκτική. Η κοινή γνώμη έχει μέσα της την αλήθεια και το απύθμενο ψέμα, και οι περιγραφές του Χέγκελ είναι απολύτως σύστοιχες με την ιδέα του «ομοιώματος».

Μπορούμε, συμπερασματικά, να πούμε ότι υπήρξε μια στιγμή που το κίνημα των Αγανακτισμένων ξεπέρασε τον «μικροαστικό» του χαρακτήρα. Ήταν η στιγμή που ο μαζικός όγκος διαδηλωτών συγκρούστηκε μαζικά με την κρατική πολύτροπη καταστολή και τον αστικό Νόμο. Αυτή η σύγκρουση δεν ήταν απλώς σύγκρουση «σώμα με σώμα», δεν θέλω να φετιχοποιήσω το στοιχείο αυτό. Ήταν και σύγκρουση πολιτικοϊδεολογική, στο βαθμό που δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες και τα όρια των «Αγανακτισμένων». Στη σύγκρουση αυτή, ο εργαζόμενος λαός ηττήθηκε κατά κράτος. Σμπαραλιάστηκε από την κρατικοπολιτική δύναμη της αστικής τάξης και όλους της τους ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων, όπως και πολλά αντίστοιχα της τυπολογίας του «Πλήθους», έθεσαν πολλά προβλήματα προς επίλυση στην κομμουνιστική Αριστερά. Έδειξαν σε ποια κατάσταση βρίσκεται η συνείδηση του εργαζόμενου λαού, σε περιόδους επιταχυμένης «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο». Έθεσαν το ζήτημα του ποιά πρέπει να είναι η οργανωτική και γενικότερα πολιτική μορφή της κομμουνιστικής αριστεράς, ώστε να μπορεί να παρέμβει σε τέτοια κινήματα. Πώς θα μπορούσαν τα αντικαπιταλιστικά-κομμουνιστικά μορφώματα να αποκτήσουν την ικανότητα να είναι ευέλικτα, από-συναρμολογούμενα οργανωτικά όταν η περίσταση το επιτάσσει και χωρίς να χάνουν την πολιτική και νοηματική τους συνοχή, και παράλληλα να επανασυναρμολογούνται τις στιγμές που πρέπει να αντιμετωπίσουν, με σκληρούς όρους πολιτικοϊδεολογικής ισχύος, τους φορείς και τα όργανα του κεφαλαιο-κρατικού συστήματος. Με ποιόν τρόπο θα γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα σε ένα μετακαπιταλιστικό Ιδεώδες και στην πραγματική κοινωνική, ιστορική κίνηση. Με ποιά μέσα, πρακτικές και επιχειρήματα μπορεί μια πολιτική να ξεριζώσει τα αστικά αξιώματα τη στιγμή της αποκάλυψής τους, δηλαδή τη στιγμή της καθαρής γύμνιας τους.

Όταν δεν τίθενται αυτά τα ερωτήματα σήμερα, με επιτακτική απαίτηση την απάντησή τους, τότε ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε.

---------------------------------------------------------------
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Κάρλ Μάρξ: Το Κεφάλαιο, 3 τόμοι, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Kάρλ Μάρξ: Grundrisse, 3 τόμοι, εκδόσεις Στοχαστής

Κάρλ Μάρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήση

Κάρλ Μάρξ: Γερμανική Ιδεολογία, 2 τόμοι, εκδόσεις Gutenberg

B.I.Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Β.Ι.Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, Άπαντα, τόμος 29, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

B.I.Λένιν: Τι να Κάνουμε, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Α.Νέγκρι- Μ. Χαρντ: Η Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta

Niklas Luhmann: Law as a Social System, Οxford University Press,

Niklas Luhmann, Ecological communication, The University of Chicago Press

Giorgio Agamben: Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα

Hellmut Willke: Eισαγωγή στη Συστημική Θεωρία, εκδόσεις Κριτική

Γκέοργκ Χέγκελ: Η Επιστήμη της Λογικής, εκδόσεις «Δωδώνη» (πρόκειται για τη λεγόμενη «Μικρή Λογική»

Γκέοργκ Χέγκελ: Η διδασκαλία περί της Ουσίας, από Επιστήμη της Λογικής [«Μεγάλη Λογική»]-Πρώτος Τόμος, Δεύτερο Βιβλίο, εκδόσεις Δωδώνη

Γκέοργκ Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη

Β.Α.Βαζιούλιν: Η Λογική της Ιστορίας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

V.A.Vazioulin: Die Logic des Kapitals von Karl Marx

G.Deleuze-F.Guattari: Anti-Oedipus-capitalism and schizofrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze-F.Guattari: A thousand plateaus-capitalism and schizophrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze: The Logic of Sense, the Athlone Press

G.Deleuze: Difference and Repetion, the Athlone Press

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, εκδόσεις Κέδρος

Ζαν Μπωντριγιάρ: Η Καταναλωτική Κοινωνία, εκδόσεις Νησίδες

Φρέντρικ Τζέιμσον: Το Μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του Ύστερου Καπιταλισμού, εκδόσεις Νεφέλη

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Χέγκελ ως ιστορικός της φιλοσοφίας: οι σοφιστές*




Στα εισαγωγικά μαθήματα για την ιστορία της φιλοσοφίας των χειμερινών εξαμήνων 1823-1824 και 1825-1826 ο Χέγκελ προέβη σε μια σύντομη επισκόπηση της εξελίξης του αρχαιοελληνικού στοχασμού από τους Ίωνες κοσμολόγους ως τον νεοπλατωνισμό. Η θέση που επιφυλάσσει στο σοφιστικό κίνημα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι 1) αναγνωρίζει τον προοδευτικό διαφωτιστικό χαρακτήρα του, 2) το εντάσσει παράλληλα στο σχήμα του για την οδύσσεια του Πνεύματος στην ιστορία και έτσι 3) το παρουσιάζει ως τμήμα της δικής μας φιλοσοφικής μνήμης, ως δικό μας κίνημα. Η θεωρία του για την ιστορία της φιλοσοφίας δεν αποκτά τελική μορφή παρά τις συνεχείς προσπάθειες του φιλοσόφου να τη συγκεκριμενοποιήσει και την αναμφισβήτητη σοβαρότητα του εγχειρήματος, όπως αυτή προκύπτει από την προγραμματική για το εγελιανό σύστημα διακήρυξη ενότητας της φιλοσοφίας με την ιστορία της. Μερική εξαίρεση στην αποτυχία τούτη συνιστά η σκιαγράφηση της προσωκρατικής σκέψης που «λίγο-πολύ μας πείθει όχι βέβαια για την ταυτότητα, αλλά για την -έστω και μερική- παραλληλία των αξιωμάτων της με τη σειρά των πρώτων κατηγοριών της Λογικής» (σ. 144). Οι προσωκρατικοί προσπαθούν να συλλάβουν την πραγματικότητα μέσω εννοιών ολοένα πιο ξεκομμένων από την αισθητηριακή εμπειρία και έπειτα μέσω πιο συγκεκριμένων που είναι και κατηγορίες της λογικής (κατάληξη αυτής της πορείας είναι ο «τα πάντα διακοσμήσας» αναξαγόρειος Νους). Με τους σοφιστές και έπειτα τον Σωκράτη έχουμε τη μετάβαση σε ένα νέο παράδειγμα**, σε μια νέα μορφή σκέψης που ανοίγει ακόμη περισσότερες δυνατότητες: τη μορφή της υποκειμενικότητας. Ο Ψημμένος παρατηρεί πως η αποδοχή αυτού του σχήματος (με βάση την «οριστικότητα») προς διαρκώς ανώτερους προσδιορισμούς της σκέψης δεν εξηγεί τον τρόπο μετάβασης από το ένα αξίωμα στο άλλο. Κάποιος που ξέρει τον Χέγκελ από ιστορικοφιλοσοφικά εγχειρίδια και λήμματα εγκυκλοπαιδειών θα έσπευδε ίσως να κάνει λόγο για τη διαλεκτική (θέση-αντίθεση-σύνθεση) την οποία πράγματι χρησιμοποιεί, όχι όμως μηχανιστικά αφού «φαίνεται να σεβάστηκε τελικά τα δεδομένα της ιστορίας της φιλοσοφίας πολύ περισσότερο απ’ ότι γενικά πιστεύεται» (σ. 147).

Θα περίμενε κανείς ο Χέγκελ 1) να αναζητήσει το αξίωμα των σοφιστών και έπειτα 2) να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα της ιστορικής του εμφάνισης, 3) να αποδείξει την ταυτότητα του με αντίστοιχη κατηγορία της λογικής και 4) να επισημάνει την αοριστία-αδυναμία που κατέστησε δυνατή την υπέρβαση του από το σωκρατικό που το διαδέχτηκε. Ωστόσο, ούτε η διαδοχή αξιωμάτων που καταγράφηκε για τους προσωκρατικούς συνεχίζεται εδώ ούτε επιχειρείται τόσο η σύνδεση με τη γενική πορεία του Πνεύματος όσο μια ρωμαλέα προσπάθεια αποκατάστασης ενός παρεξηγημένου κινήματος. Δε θα πρέπει να υποτεθεί, βέβαια, πως ο Λόγος παύει να είναι παρών: εν ονόματι του φαίνεται να δρουν οι σοφιστές καταφερόμενοι εναντίον των παλαιών αντιλήψεων και εθίμων, ενώ ορίζουν την παιδεία ως «εφαρμοσμένη στην πραγματικότητα έννοια». Αξιοποιώντας τη σύνδεση έννοιας και παιδείας που δίνει ο ορισμός ο Χέγκελ μπόρεσε να «παρουσιάσει τη διδασκαλία των Σοφιστών ως μια συνέπεια της συγκεκριμενοποίησης της σκέψης στη μορφή της υποκειμενικότητας και τους ίδιους τους Σοφιστές ως εργάτες της συγκεκριμενοποίησης αυτής» (σ. 151). Ο φιλόσοφος αποκαθιστά το σοφιστικο κίνημα δείχνοντας 1) την καινοτομία που κομίζει στην ιστορία η απαίτηση να ορίζουν οι άνθρωποι τον εαυτό τους με τη σκέψη αντί για τα έθιμα, τα πάθη και τους χρησμούς, 2) τη συγγένεια με τον νεωτερικό Διαφωτισμό που επίσης ξεκόβει από την πίστη στην αυθεντία της παράδοσης, 3) τον σκοπό της παρεχόμενης από τους σοφιστές παιδείας, που ήταν η προετοιμασία του πολιτικού ανδρός, 4) την ικανότητα της ρητορικής να συλλαμβάνει και να αναδεικνύει τις διάφορες όψεις μιας υπόθεσης, 5) τα θετικά στοιχεία που έχουν οι εκπρόσωποι του ακόμη και στην σκιαγράφηση τους από τον Πλάτωνα και 6) τις ομοιότητες της παιδείας των σοφιστών με εκείνη της εποχής του.

Στο ερώτημα που αναφέραμε προηγουμένως για τον τρόπο μετάβασης από το ένα αξίωμα στο άλλο από τους προσωκρατικούς μέχρι τους σοφιστές, την απάντηση δίνει ο ίδιος ο Χέγκελ: είναι η «επιστροφή του πνεύματος από την αντικειμενικότητα στον ίδιο τον εαυτό του» (σ. 154). Η βασική θέση του ως ιστορικού της φιλοσοφίας είναι ότι οι προσωκρατικοί συνέλαβαν με τα διάφορα αξιώματα τους (είναι: Παρμενίδης, γίγνεσθαι: Ηράκλειτος, δι’ εαυτό είναι: Λεύκιππος και Δημόκριτος, νους: Αναξαγόρας) μόνο την αντικειμενικότητα του πνεύματος αποτυγχάνοντας να προβάλλουν την υποκειμενική τους συνείδηση ως μέρος της «ολότητας του αντικειμενικού». Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει ο αρχαιότερος των σοφιστών, Πρωταγόρας, με τη γνωστή θέση του ότι μέτρο και κριτήριο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος, ανοίγοντας τον δρόμο στη σωκρατική παρέμβαση αλλά και τη νεωτερική εποχή που φτάνει μέχρι τον Καντ. Συσχετίζοντας την κοπερνίκεια (αντι)στροφή του κριτικισμού με τη βασική θέση του Πρωταγόρα ο Χέγκελ καταδεικνύει «τόσο τη σπουδαιότητα όσο και την επικαιρότητα της προσφοράς των Σοφιστών στην ιστορία της φιλοσοφίας» (σ. 157). Αυτό δε θα πρέπει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι η υποκειμενικότητα των σοφιστών δεν ξεπεράστηκε: αντιθέτως, ήδη ο Σωκράτης συνέλαβε βαθύτερα το Απόλυτο ως «σκεπτόμενη υποκειμενικότητα». Ο Σωκράτης δεν προτείνει βέβαια κάποιο νέο αξίωμα αλλά καθιστά εκείνο των σοφιστών πιο συγκεκριμένο, εν αντιθέσει με ότι φαίνεται να συμβαίνει στη διαδοχή των προσωκρατικών μεταξύ τους και με τους σοφιστές. Η μετάβαση από τον έσχατο των πρώτων (Αναξαγόρας) στον πρώτο των δεύτερων (Πρωταγόρας) παρουσιάζει επίσης μιαν ιδιαιτερότητα, αφού δεν αλλάζει απλώς το ιστορικοφιλοσοφικό αξίωμα αλλά και ο ίδιος ο τρόπος σύλληψης του Πνεύματος – πρόκειται για αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει μεταστροφή (Konversion). Χαρακτηριστικό των αξιωμάτων των προσωκρατικών ήταν καθώς είδαμε η αντικειμενικότητα τους, ενώ η σύλληψη της υποκειμενικότητας στους σοφιστές θέτει τα πράγματα σε νέα βάση καθώς «αποτελεί μια καινούργια, διευρυμένη και γι’ αυτό πληρέστερη μορφή συγκεκριμενοποίησης της σκέψης» (σ. 159). Ενώ είναι ο Αναξαγόρας που εισάγει τον νου στην ιστορία της φιλοσοφίας, είναι στους σοφιστές κι ακόμα περισσότερο στον Σωκράτη που αποκτά βαθύτερο περιεχόμενο.

Ο στοχαστικός χαρακτήρας της σκέψης των σοφιστών δεν τους επέτρεψε -και σ’ αυτό συνίσταται η «έλλειψη» τους κατά τον Χέγκελ- να αποφύγουν το ολίσθημα στην υποκειμενική αυθαιρεσία των διαφορετικών απόψεων, εν αντιθέσει προς τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα που αντιλαμβάνονται τις έννοιες ως υπάρχουσες καθαυτές. Η θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας κατοχυρώνεται όχι τόσο από την υποκειμενικότητα όσο από την παιδεία που καλλιεργούσαν, η οποία γενικεύει και επεκτείνει τον ελεατικό τρόπο σκέψης που στην ιστορικοφιλοσοφική θεώρηση του Χέγκελ ορίζεται ως στροφή της σκέψης «κατά του ειδώλου της, της κίνησης» και ως «διαλεκτική που καταστρέφει όλες τις πεπερασμένες σχέσεις» (σ. 161-2). Ο Ψημμένος ολοκληρώνει τη μελέτη του παρατηρώντας την εντυπωσιακή ευελιξία του φιλοσόφου που από τη μια θέλει να παραμείνει πιστός στο ιστορικοφιλοσοφικό του σχήμα και από την άλλη δείχνει πρόθυμος να σεβαστεί τα δεδομένα.

------------------------------------------
* Η παρέκβαση αυτή αποτελεί παρουσίαση της εργασίας του Νίκου Ψημμένου «Η σοφιστική στην ιστορικοφιλοσοφική θεώρηση του Χέγκελ» που περιλαμβάνεται στη συλλογή του ίδιου: Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Μελέτες για τη ζωή και το έργο του, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα-Ιωάννινα 2009, σελίδες 135-162.

** Ο Χέγκελ φυσικά δεν χρησιμοποιεί τον κουνιανό όρο, αλλά όπως θα δούμε εκείνον του «αξιώματος».

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Moishe Postone, Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός


Αναδημοσίευση από poetry must be done by each and everyone και Marxist Reloaded


Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός
Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)


του Moishe Postone


Η Κοινωνική κριτική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο

Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης - του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι' αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.

Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας - όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα - οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.

Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του '70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική - κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του - ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρόγραφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)


Παραδοσιακός Μαρξισμός

Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ' αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).

Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)

Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι' αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ' εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.

Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι' αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή.

Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδους πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.


Grundrisse (Βασικές Γραμμές): ο καπιταλιστικός πυρήνας

Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου... Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).

Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.

Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

"Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή... (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά –που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής– συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)

Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας –τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί– παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.

Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.

Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως η (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

"Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας... Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ' αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.

Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

"Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις “δυνάμεις της παραγωγής” που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.

Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.

Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.

Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66).

------------------------------------
Υποσημειώσεις:

(1) Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.

(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του.

(3) Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx's Critical Theory» (Postone 1993).

(4) Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, 'Ricardo, Marx, Sraffa' (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).

(5) Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ' όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού -που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της- σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι' εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).

(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44.

(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ' αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».

(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό.

(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41). 

(10) Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986: 19-22).

* (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD - μαύρα γράμματα ή ITALIC - πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.

** (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών - Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ - Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της 'εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού. Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.

*** (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.