Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση III


Αφήστε με να απεικονίσω αυτή την ιδέα με ένα γνώριμο παράδειγμα από τη θερμοδυναμική. Αν κάποιος φτιάξει ένα δοχείο με δυο μέρη, και γεμίσει το ένα μέρος με κρύο αέρα και το άλλο με ζεστό αέρα, δημιουργεί τότε ένα σύστημα που ενσωματώνει μια διαφορά στην ένταση, όπου η ένταση σε αυτήν την περίπτωση είναι η θερμοκρασία. Αν κάποιος ανοίξει τότε μια μικρή τρύπα στον τοίχο που χωρίζει τα μέρη, η διαφορά έντασης προξενεί την αρχή μιας εντυπωσιακής ροής αέρα από τη μια πλευρά στην άλλη. Είναι με αυτήν την έννοια που οι διαφορές έντασης είναι μορφογενετικές, ακόμη κι αν στην περίπτωση αυτή η μορφή που προκύπτει είναι πολύ απλή. Τα παραπάνω παραδείγματα της σαπουνόφουσκας και του κρυστάλλου άλατος, όπως και τα πολυπλοκότερα πτυχώματα και τεντώματα στα οποία υποβάλλεται ένα έμβρυο, παράγονται μέσω παρόμοιων αρχών. Παραταύτα, στη σελίδα που ακολουθεί την παραπάνω φράση, ο Ντελέζ υποστηρίζει ότι, παρά τη σημαντική αυτήν ενόραση, η θερμοδυναμική του 19ου αιώνα δεν μπορεί να παράσχει τη θεμελίωση που χρειάζεται για μια φιλοσοφία της ύλης. Γιατί; Επειδή αυτός ο κλάδος της φυσικής έγινε εμμονικός με τις μορφές τελικής ισορροπίας, εις βάρος της καθοδηγούμενης από τη διαφορά μορφογενετικής διαδικασίας που αναδεικνύει τις μορφές αυτές. Αλλά όπως υποστηρίζει ο Ντελέζ, ο ρόλος των δυνητικών ενικοτήτων μπορεί να συλληφθεί μόνο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της μορφογένεσης. Τουτέστιν, πριν η τελική μορφή ενεργοποιηθεί, πριν η διαφορά εξαφανιστεί.

Η ανεπάρκεια της θερμοδυναμικής του δεκάτου ενάτου αιώνα, να παραβλέψει τον ρόλο των διαφορών έντασης στη μορφογένεση, να συγκεντρωθεί πάνω στη μορφή ισορροπίας που προκύπτει μόνο όταν η πρωταρχική διαφορά έχει ακυρωθεί, έχει σήμερα επανορθωθεί στην πλέον πρόσφατη εκδοχή αυτού του κλάδου της φυσικής, που κατάλληλα επονομάζεται “θερμοδυναμική των [συστημάτων που βρίσκονται] μακριά από την ισορροπία”. Μολονότι ο Ντελέζ δεν αναφέρεται ρητά σε αυτόν τον νέο κλάδο της επιστήμης, είναι σαφές ότι η θερμοδυναμική των μακριά από την ισορροπία [συστημάτων] συναντά όλες τις εναστάσεις τις οποίες εγείρει εναντίον του αντιστοίχου της του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, τα συστήματα που μελετώνται σε αυτόν τον καινούριο τομέα διαβαίνονται συνεχώς από μια δυνατή ροή ενέργειας και ύλης, μια ροή η οποία δεν επιτρέπει στις διαφορές έντασης να ακυρωθούν, τουτέστιν, διατηρεί αυτές τις διαφορές και τις αποτρέπει απ' το να ακυρώσουν εαυτές. Είναι μονάχα σ' αυτές τις μακριά από την ισορροπία συνθήκες που η πλήρης ποικιλία των εμμενών τοπολογικών μορφών εμφανίζεται (σταθερές καταστάσεις, κυκλικοί ή χαοτικοί ελκυστές). Είναι μονάχα σε αυτή τη ζώνη έντασης που η καθοδηγούμενη από τη διαφορά μορφογένεση αναγνωρίζεται, και που η ύλη γίνεται ένας ενεργός υλικός δράστης, ένας ο οποίος δεν χρειάζεται να έρθει η μορφή και να επιβάλλει εαυτήν έξωθεν. Για να επιστρέψουμε μια ακόμα φορά στο παράδειγμα του αναπτυσσόμενου εμβρύου, το DNA που κυβερνά τη διαδικασία δεν περιέχει, όπως πιστευόταν κάποτε, ένα πρωτότυπο για την παραγωγή της τελικής μορφής του οργανισμού, μιαν ιδέα που υπονοεί μιαν αδρανή ύλη στην οποία τα γονίδια δίνουν μορφή έξωθεν. Η σύγχρονη κατανόηση των διαδικασιών, από την άλλη, απεικονίζει τα γονίδια ως αποσπώντα μια μορφή από μια ενεργό ύλη, τουτέστιν, η λειτουργία των γονιδίων και των προϊόντων τους θεωρείται τώρα ως μόνο περιορίζουσα και κατευθύνουσα μια ποικιλία υλικών διαδικασιών, επισυμβαινόντων σε εκείνη την [ευρισκόμενη] μακριά από-την-ισορροπία ζώνη, στην οποία η μορφή προκύπτει αυθόρμητα.

Για να συμπληρώσω τον χαρακτηρισμό μου της θεωρίας του Ντελέζ για τη γένεση της μορφής, θα ήθελα να εξερευνήσω τον τρόπο με τον οποίο το πιο πρόσφατο έργο του (σε συνεργασία με τον Φελίξ Γκουατταρί) έχει επεκτείνει αυτές τις βασικές ιδέες, αυξάνοντας πολύ το είδος των εμμενών πόρων που είναι διαθέσιμοι στην ύλη για τη δημιουργία μορφής. Συγκεκριμένα, στο κοινό τους βιβλίο Χίλια οροπέδια (1980), αναπτύσσουν θεωρίες για τη γένεση δύο πολύ σημαντικών τύπων δομών, στους οποίους αναφέρονται με τους όρους “στρώματα” και “αυτο-συνεπή σύνολα” (ή εναλλακτικά “δέντρα” και “ριζώματα”). Βασικά, τα στρώματα προκύπτουν από την συνάρθρωση ομοιογενών στοιχείων, ενώ τα αυτό-συνεπή σύνολα προκύπτουν από την συνάρθρωση ετερογενών στοιχείων ως τέτοιων.

Αμφότερες οι διαδικασίες επιδεικνύουν την ίδια “αποκλίνουσα ενεργοποίηση” η οποία χαρακτήριζε τις απλούστερες διαδικασίες πίσω από τη μορφοποίηση της σαπουνόφουσκας και των κρυστάλλων άλατος. Με άλλα λόγια, σε αμφότερες τις διαδικασίες έχουμε μια δυνητική μορφή (ή αφηρημένη μηχανή, όπως την αποκαλούν τώρα) να κρύβεται κάτω από τον ισομορφισμό των επακόλουθων ενεργών μορφών. Ας αρχίσουμε περιγράφοντας σύντομα τη διαδικασία πίσω από τη γένεση των γεωλογικών στρωμάτων, ή πιο συγκεκριμένα, των ιζηματωδών βράχων, όπως ο ψαμμίτης ή ο ασβεστόλιθος. Όταν κοιτάζει κανείς τις στρώσεις βράχου σε μια εκτεθειμένη ορεινή πλευρά, ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε στρώση περιέχει περαιτέρω στρώσεις, με την καθεμία να συντίθεται από μικρά χαλίκια τα οποία είναι σχεδόν ομοιογενή όσον αφορά το μέγεθος, το σχήμα και τη χημική σύνθεση. Είναι αυτές οι στρώσεις που αναφέρονται ως “στρώματα”.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση II


Η διάκριση μεταξύ του δυνατού και του πραγματικού, υποθέτει ένα σύνολο προκαθορισμένων μορφών (ή ουσιών) οι οποίες αποκτούν φυσική πραγματικότητα ως υλικές μορφές που τους μοιάζουν. Από τη μορφογενετική οπτική, η πραγματοποίηση μιας δυνατότητας δεν προσθέτει τίποτε σε μια προκαθορισμένη μορφή, εκτός από πραγματικότητα. Η διάκριση μεταξύ του δυνητικού και του ενεργού, από την άλλη, δεν εμπεριέχει ομοιότητα οιουδήποτε είδους (πχ το παραπάνω παράδειγμα, στο οποίο ένα τοπολογικό σημείο γίνεται γεωμετρική σφαίρα) και μακριά από το να συγκροτεί την ουσιώδη ταυτότητα μιας μορφής, υπονομεύει την ταυτότητα, αφού τώρα μορφές τόσο διαφορετικές όσο σφαίρες και κύβοι προκύπτουν από το ίδιο τοπολογικό σημείο. Για να παραθέσω από αυτό που είναι πιθανότατα το σημαντικότερο βιβλίο του, το Διαφορά και επανάληψη (1968): «Η ενεργοποίηση έρχεται σε ρήξη με την ομοιότητα ως διαδικασία όχι λιγότερο απ' όσο το κάνει με την ταυτότητα ως αρχή. Με αυτή την έννοια, η ενεργοποίηση ή η διαφόριση* [differenciation] είναι πάντοτε μια γνήσια δημιουργία».

Και ο Ντελέζ συνεχίζει για να συζητήσει διαδικασίες ενεργοποίησης συνθετότερες από φούσκες ή κρυστάλλους, διαδικασίες όπως η εμβρυογένεση, η ανάπτυξη ενός πλήρως διαφορισμένου οργανισμού εκκινώντας από ένα μόνο κύτταρο. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο χώρος των ενεργειακών δυνατοτήτων είναι πλουσιότερος, εμπεριέχοντας πολλές τοπολογικές μορφές που κυβερνούν σύνθετους χωροχρονικούς δυναμισμούς: «Πώς η ενεργοποίηση επισυμβαίνει στα πράγματα καθεαυτά;... Κάτω από τις ενεργές ποιότητες και εκτασιακότητες [των πραγμάτων καθεαυτών] υπάρχουν χωροχρονικοί δυναμισμοί. Πρέπει να υπηρετηθούν σε κάθε τομέα, παρότι κανονικά είναι κρυμμένοι από τις συστατικές ποιότητες και εκτασιακότητες. Η εμβρυολογία δείχνει ότι η διαίρεση του αυγού είναι δευτερεύουσα σε σχέση με σημαντικότερες μορφογενετικές κινήσεις: η αύξηση ελεύθερων επιφανειών, το τέντωμα κυτταρικών στρωμάτων, η αναδίπλωση μέσω πτυχώματος, η περιφερειακή μετατόπιση ομάδων. Μια ολόκληρη κινηματική του αυγού εμφανίζεται η οποία υπονοεί μια δυναμική».

Στο Διαφορά και επανάληψη, ο Ντελέζ επανειλημμένως κάνει χρήση αυτών των «χώρων ενεργειακών δυνατοτήτων» (τεχνικά αναφέρονται ως «χώροι κατάστασης» ή «χώροι φάσης»), και των τοπολογικών μορφών (ή «ενικοτήτων») που σχηματίζουν αυτούς τους χώρους. Αφού αυτές οι ιδέες επανεμφανίζονται στο ύστερο έργο του, και αφού αμφότερες η έννοια του «χώρου φάσης» και εκείνη της «ενικότητας» ανήκουν στα μαθηματικά, είναι ασφαλές να πούμε ότι ένα κρίσιμο συστατικό της ντελεζιανής σκέψης έρχεται από τη φιλοσοφία των μαθηματικών. Και, πράγματι, το κεφάλαιο τέσσερα του Διαφορά και επανάληψη είναι ένας στοχασμός πάνω στη μεταφυσική του διαφορικού και του ολοκληρωτικού λογισμού. Από την άλλη μεριά, δεδομένου ότι οι «χώροι φάσης» και οι «ενικότητες» γίνονται φυσικά σημαντικές μόνο σε σχέση με υλικά συστήματα τα οποία διασχίζονται από ισχυρή ροή ενέργειας, η φιλοσοφία του Ντελέζ επίσης σχετίζεται στενά με τον κλάδο εκείνον της φυσικής ο οποίος ασχολείται με υλικές και ενεργειακές ροές, τουτέστιν, με τη θερμοδυναμική. Και, πράγματι, το κεφάλαιο πέντε του Διαφορά και επανάληψη είναι μια φιλοσοφική κριτική της θερμοδυναμικής του 19ου αιώνα, μια απόπειρα να ανακτηθούν από αυτό το γνωστικό πεδίο κάποιες από τις απαιτούμενες για μια θεωρία της εμμενούς μορφογένεσης έννοιες-κλειδιά.

Στην αρχή του κεφαλαίου εκείνου, ο Ντελέζ εισάγει κάποιες σημαντικές διακρίσεις που θα εμφανίζονται κυρίως στο ύστερο έργο του, ειδικά η έννοια της «έντασης», αλλά ακόμα σημαντικότερα, αποκαλύπτει από την πρώτη σελίδα τις οντολογικές του δεσμεύσεις. Είθισται από τον Καντ κι έπειτα να διακρίνουμε μεταξύ του κόσμου όπως εμφανίζεται σε εμάς τους ανθρώπους, τουτέστιν, του κόσμου των φαινομένων ή των εμφανίσεων, και του κόσμου όπως υπάρχει αφεαυτού, ανεξαρτήτως του αν υπάρχει ένας ανθρώπινος παρατηρητής να αλληλεπιδράσει με αυτόν. Αυτός ο κόσμος «καθεαυτός» αναφέρεται ως «νοούμενα». Ένας μεγάλος αριθμός από σύγχρονους στοχαστές, ειδικότερα εκείνοι που αυτοαποκαλούνται «μεταμοντέρνοι», δεν πιστεύουν στα νοούμενα. Γι' αυτούς ο κόσμος είναι κοινωνικά κατασκευασμένος, επομένως, όλα όσα περιέχει είναι γλωσσικώς-οριζόμενα φαινόμενα. Παρατηρήστε ότι παρ' όλο που πολλοί από αυτούς τους στοχαστές διακηρύσσουν [για] τους εαυτούς τους [ότι είναι] «αντι-ουσιοκράτες», μοιράζονται με την ουσιοκρατία μια θεώρηση της ύλης ως ενός αδρανούς υλικού, μόνο που στην περίπτωση τους η μορφή δεν έρχεται από έναν πλατωνικό ουρανό, ή από τον νου του Θεού, αλλά από τους νόες των ανθρώπων (ή από γλωσσικώς εκφραζόμενες πολιτισμικές συμβάσεις). Ο κόσμος είναι άμορφος, και τον κατατέμνουμε σε μορφές χρησιμοποιώντας τη γλώσσα. Τίποτε δεν μπορούσε να απέχει περισσότερο από τη ντελεζιανή σκέψη από αυτόν το μεταμοντέρνο γλωσσικό σχετικισμό. Ο Ντελέζ είναι πράγματι ένας ρεαλιστής φιλόσοφος, ο οποίος όχι μόνο πιστεύει στην αυτόνομη ύπαρξη των ενεργών μορφών (οι μορφές των βράχων, των φυτών, των ζώων και ούτω καθεξής) αλλά στην ύπαρξη των δυνητικών μορφών. Στις πρώτες γραμμές του κεφαλαίου πέντε του Διαφορά και επανάληψη, όπου ο Ντελέζ εισάγει την έννοια της «έντασης» ως ένα κλειδί για να καταλάβουμε την ενεργοποίηση των δυνητικών μορφών, γράφει: «Η διαφορά δεν είναι ποικιλομορφία. Η ποικιλομορφία δίνεται, αλλά η διαφορά είναι εκείνο μέσω του οποίου το δοσμένο δίνεται... Η διαφορά δεν είναι φαινόμενο αλλά το νοούμενο το εγγύτατο στο φαινόμενο... Κάθε φαινόμενο αναφέρεται σε μιαν ανισότητα μέσω της οποίας προϋποτίθεται... Κάθε πράγμα το οποίο συμβαίνει και κάθε πράγμα το οποίο εμφανίζεται συσχετίζεται με τάξεις διαφορών: διαφορές επιπέδου, θερμοκρασίας, πίεσης, τάσης, δυνατότητας, διαφοράς έντασης».

* Χρησιμοποιώ τον μαθηματικό όρο διότι δεν πρόκειται για την διαφοροποίηση, την differentiation – μια εναλλακτική επιλογή θα ήταν η «διαφωροποίηση» ή «διαφώριση» κατά την ντερριντεανή διαφωρά. W. K.

Αλαίν Μπαντιού, Η περιπέτεια της γαλλικής φιλοσοφίας VI


Μονοπάτι μεγαλείου

Τελικά, μια φιλοσοφική στιγμή ορίζει τον εαυτό της δια του προγράμματος σκέψης της. Τί θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως το κοινό έδαφος της μεταπολεμικής γαλλικής φιλοσοφίας σε αναφορά, όχι με τα έργα ή το σύστημα ή ακόμα τις έννοιες της, αλλά με το διανοητικό της πρόγραμμα; Οι φιλόσοφοι που περιλαμβάνονται είναι, φυσικά, πολύ διαφορετικές φιγούρες, και θα προσέγγιζαν ένα τέτοιο πρόγραμμα με διαφορετικούς τρόπους. Παρ' όλα αυτά, όπου έχεις ένα μείζον ερώτημα, από κοινού αναγνωρισμένο, εκεί έχεις μια φιλοσοφική στιγμή, διαμορφωμένη μέσα από ευρεία ποικιλία μέσων, κειμένων και στοχαστών. Μπορούμε να συνοψίσουμε τα κύρια σημεία του προγράμματος που ενέπνευσε τη μεταπολεμική γαλλική φιλοσοφία ως εξής.

1. Να τελειώνει με τον διαχωρισμό της έννοιας από την ύπαρξη – να μην αντιπαραθέτει πλέον τα δύο· να καταδείξει ότι η έννοια είναι ζωντανό πράγμα, δημιουργία, διαδικασία, συμβάν, και, ως τέτοια, όχι διαζευγμένη από την ύπαρξη·

2. Να εγγράψει τη φιλοσοφία εντός της της νεωτερικότητας, το οποίο σημαίνει επίσης να την πάρει έξω από την ακαδημία και να τη θέσει σε κυκλοφορία στην καθημερινή ζωή. Σεξουαλική νεωτερικότητα, καλλιτεχνική νεωτερικότητα, κοινωνική νεωτερικότητα: η φιλοσοφία οφείλει να εμπλακεί με όλα αυτά·

3. Να εγκαταλείψει την αντίθεση μεταξύ φιλοσοφίας της γνώσης και φιλοσοφίας της δράσης, την καντιανή διαίρεση μεταξύ θεωρητικού και πρακτικού λόγου, και να καταδείξει ότι η γνώση καθεαυτή, ακόμη και η επιστημονική γνώση, είναι στην πραγματικότητα μια πρακτική·

4. Να εγκαταστήσει τη φιλοσοφία κατευθείαν εντός της πολιτικής αρένας, δίχως να κάνει τη λοξοδρόμηση μέσω της πολιτικής φιλοσοφίας· να επινοήσει εκείνο που θα αποκαλούσα “φιλοσοφικό μαχητή”, να μετατρέψει τη φιλοσοφία σε μια πρακτική μαχόμενη στην παρουσία της, στον τρόπο ύπαρξης της: [να την κάνει] όχι απλώς έναν αναστοχασμό πάνω στην πολιτική, αλλά μια αληθινή πολιτική παρέμβαση·

5. Να ανακινήσει το ερώτημα του υποκειμένου, εγκαταλείποντας το αναστοχαστικό μοντέλο, και έτσι να εμπλακεί με την ψυχανάλυση – για να την ανταγωνιστεί και, αν γίνεται, να τη βελτιώσει·

6. Να δημιουργήσει ένα νέο ύφος φιλοσοφικής έκθεσης, και να διαγωνιστεί έτσι με τη λογοτεχνία· ουσιαστικά, να επανεπινοήσει με σύγχρονους όρους τη φιγούρα του φιλοσόφου-συγγραφέα του 18ου αιώνα.

Τέτοια είναι η γαλλική φιλοσοφική στιγμή, το πρόγραμμα της, η υψηλή της φιλοδοξία. Για να την ταυτοποιήσουμε περαιτέρω, η μια ουσιαστική της επιθυμία -γιατί κάθε ταυτότητα είναι η ταυτότητα μιας επιθυμίας- ήταν να μετατρέψει τη φιλοσοφία σε μια ενεργό μορφή γραφής που θα αποτελούσε το μέσον για το νέο υποκείμενο. Και με τον ίδιο τρόπο, να εξορίσει την στοχαστική ή καθηγητική εικόνα του φιλοσόφου· να κάνει τον φιλόσοφο κάτι άλλο από έναν σοφό, και επομένως κάτι άλλο από έναν αντίπαλο προς τον ιερέα. Μάλλον, [να τον κάνει] τον φιλόσοφο που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας-πολεμιστής, καλλιτέχνης του υποκειμένου, εραστής της επινόησης, φιλοσοφικός μαχητής - αυτά είναι τα ονόματα για την επιθυμία που διατρέχει αυτήν την περίοδο: η επιθυμία ότι η φιλοσοφία θα έπρεπε να δρα στο δικό της όνομα. Μου υπενθυμίζεται η φράση που ο Μαλρώ απέδιδε στον Ντε Γκωλ στο Les Chênes qu'on abat: “Το μεγαλείο είναι ένας δρόμος προς κάτι που κάποιος δε γνωρίζει”. Θεμελιωδώς, η γαλλική φιλοσοφική στιγμή του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα πρότεινε ότι η φιλοσοφία θα έπρεπε να προτιμά τον δρόμο προς τους στόχους που γνώριζε, ότι θα έπρεπε να διαλέξει τη φιλοσοφική δράση ή παρέμβαση από τη σοφία και την περισυλλογή. Είναι ως φιλοσοφία δίχως σοφία που καταδικάζεται σήμερα.

Αλλά η γαλλική φιλοσοφική στιγμή ενδιαφερόταν περισσότερο για το μεγαλείο παρά για την ευτυχία. Θέλαμε κάτι αρκετά ασυνήθιστο, και κατά γενική ομολογία προβληματικό: η επιθυμία μας ήταν να γίνουμε τυχοδιώκτες της έννοιας. Δεν αναζητούσαμε έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ ζωής και έννοιας, ούτε την υπαγωγή της ύπαρξης στην ιδέα ή τη νόρμα. Τουναντίον, θέλαμε η ίδια η έννοια να είναι ένα ταξίδι του οποίου τον προορισμό δε γνωρίζαμε απαραιτήτως. Η εποχή της περιπέτειας, δυστυχώς, ακολουθείται γενικά από μια εποχή τάξης. Αυτό μπορεί να είναι κατανοητό – υπήρχε μια πειρατική πλευρά σ' αυτήν τη φιλοσοφία, ή μια νομαδική, όπως θα έλεγε ο Ντελέζ. Παραταύτα [ο χαρακτηρισμός] “τυχοδιώκτες της έννοιας” θα μπορούσε να είναι μια φόρμουλα που θα ήταν σε θέση να μας ενώσει όλους· και έτσι θα ισχυριζόμουν ότι εκείνο που έλαβε χώρα στη Γαλλία του ύστερου 20ού αιώνα ήταν εντέλει μια στιγμή φιλοσοφικής περιπέτειας.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Αλαίν Μπαντιού, Η περιπέτεια της γαλλικής φιλοσοφίας V


Με τον Φρόυντ και εναντίον του Φρόυντ

Αυτό που διακυβεύεται, τελικά, σε αυτή την επινόηση μιας νέας γραφής, είναι η εξαγγελία του νέου υποκειμένου· της δημιουργίας αυτής της φιγούρας εντός της φιλοσοφίας, και η αναδόμηση του πεδίου μάχης γύρω απ' αυτήν. Γιατί αυτό δεν μπορεί να είναι πια το ορθολογικό, συνειδητό υποκείμενο που φτάνει σε μας από τον Ντεκάρτ: δεν μπορεί να είναι, για να χρησιμοποιήσω μια τεχνικότερη έκφραση, το αναστοχαστικό υποκείμενο. Το σύγχρονο ανθρώπινο υποκείμενο οφείλει να είναι κάτι σκοτεινότερο, περισσότερο εμπλεκόμενο με τη ζωή και το σώμα, πιο εκτατό από το καρτεσιανό μοντέλο· εγγύτερα σε μια διαδικασία παραγωγής, ή δημιουργίας, που συγκεντρώνει πολύ μεγαλύτερες πιθανές δυνάμεις εντός της. Αν παίρνει ή όχι το όνομα του υποκειμένου, είναι αυτό που η γαλλική φιλοσοφία έχει προσπαθήσει να βρει, να εξαγγείλει, να σκεφτεί. Αν η ψυχανάλυση έχει υπάρξει ένας συνομιλητής, είναι επειδή η φροϋδική επινόηση ήταν επίσης, στην ουσία, μια νέα πρόταση για το υποκείμενο. Γιατί αυτό που ο Φρόυντ εισήγαγε με την ιδέα του ασυνειδήτου ήταν η έννοια ενός ανθρώπινου υποκειμένου που είναι μεγαλύτερο από τη συνείδηση – που περιέχει τη συνείδηση, αλλά δεν περιορίζεται σ' αυτήν· τέτοια είναι η θεμελιώδης σημασία της λέξης «ασυνείδητο».

Η σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία έχει επομένως εμπλακεί επίσης σε μια μακρόχρονη συζήτηση με την ψυχανάλυση. Αυτή η ανταλλαγή έχει υπάρξει δράμα μεγάλης πολυπλοκότητας, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το ίδιο του εαυτού του. Διακυβευόμενη, θεμελιωδέστατα, έχει υπάρξει η διαίρεση της γαλλικής φιλοσοφίας μεταξύ, από τη μία μεριά, εκείνου που θα αποκαλούσα υπαρξιακό βιταλισμό, καταγώμενου απ' τον Μπερξόν και εκτεινόμενου στους Σαρτρ, Φουκώ και Ντελέζ, και από την άλλη ενός εννοιολογικού φορμαλισμού, παραγόμενου από τον Μπρυνσβίκ και συνεχιζόμενου μέσω των Αλτουσέρ και Λακάν. Εκεί όπου τα δυο μονοπάτια διασταυρώνονται είναι στο ερώτημα του υποκειμένου, που θα μπορούσε εντέλει να οριστεί, σε ό, τι αφορά τη γαλλική φιλοσοφία, ως το είναι που αναδεικνύει την έννοια. Υπό μια ορισμένη σημασία το φροϋδικό ασυνείδητο καταλαμβάνει τον ίδιο χώρο· το ασυνείδητο, επίσης, είναι κάτι ζωτικό ή υπαρκτό ακόμα το οποίο παράγει, το οποίο γεννά την έννοια. Πως δύναται μια ύπαρξη να γεννήσει μια έννοια, πως μπορεί κάτι να δημιουργηθεί από ένα σώμα; Αν αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα, μπορούμε να δούμε γιατί η φιλοσοφία σύρεται σε τόσο έντονες ανταλλαγές με την ψυχανάλυση. Εκ φύσεως, υπάρχει πάντα μια ορισμένη τριβή εκεί όπου κοινοί στόχοι επιδιώκονται με διαφορετικά μέσα. Υπάρχει ένα στοιχείο συνενοχής -κάνεις το ίδιο με μενα- αλλά επίσης αντιπαλότητας: το κάνεις διαφορετικά. Η σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης εντός της γαλλικής φιλοσοφίας είναι ακριβώς αυτή, μια σχέση ανταγωνισμού και συνενοχής, γοητείας και εχθρότητας, αγάπης και μίσους. Δεν είναι να απορεί κανείς που το δράμα μεταξύ τους έχει υπάρξει τόσο βίαιο, τόσο πολύπλοκο.

Τρία κείμενα-κλειδιά μπορεί να μας δώσουν μια ιδέα του. Το πρώτο, ίσως το σαφέστερο παράδειγμα αυτής της συνενοχής και αντιπαλότητας, έρχεται από την αρχή του έργου του Μπασλάρ, Η ψυχανάλυση της φωτιάς (1938). Ο Μπασλάρ προτείνει μια νέα ψυχανάλυση στηριγμένη στην ποίηση και το όνειρο, μια ψυχανάλυση των στοιχείων – φωτιά, νερό, αέρας και γη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Μπασλάρ προσπαθεί εδώ να αντικαταστήσει τη φροϋδική σεξουαλική παρεμπόδιση με την ονειροπόληση για να καταδείξει ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη και ανοιχτότερη κατηγορία. Το δεύτερο κείμενο προέρχεται από το τέλος του Είναι και το μηδέν όπου ο Σαρτρ, με τη σειρά του, προτείνει τη δημιουργία μιας νέας ψυχανάλυσης αντιπαραθέτοντας την «εμπειρική» ψυχανάλυση του Φρόυντ με το δικό του (δια συνεπαγωγής) κατάλληλα θεωρητικό υπαρξιακό μοντέλο. Ο Σαρτρ ζητά να αντικαταστήσει το φροϋδικό σύμπλεγμα -τη δομή του ασυνειδήτου- με εκείνο που ονομάζει «πρωταρχική επιλογή». Γι' αυτόν εκείνο που ορίζει το υποκείμενο δεν είναι μια δομή, νευρωτική ή διεστραμμένη, αλλά ένα θεμελιώδες πρόταγμα της ύπαρξης. Πάλι, μια παραδειγματική περίπτωση συνδυασμένης συνενοχής και αντιπαλότητας.

Το τρίτο κείμενο προέρχεται από το κεφάλαιο 4 του Αντι-Οιδίποδα των Ντελέζ και Γκουατταρί. Εδώ, η ψυχανάλυση προορίζεται να αντικατασταθεί από μια μέθοδο που ο Ντελέζ ονομάζει σχιζοανάλυση, σε ρητό ανταγωνισμό με τη φροϋδική ανάλυση. Για τον Μπασλάρ, ήταν η ονειροπόληση μάλλον παρά η παρεμπόδιση· για τον Σαρτρ, το πρόταγμα μάλλον παρά το σύμπλεγμα. Για τον Ντελέζ, όπως ο Αντι-Οιδίπους καθιστά σαφές, είναι η κατασκευή μάλλον παρά η έκφραση· η κύρια ένσταση του προς την ψυχανάλυση είναι ότι δεν κάνει περισσότερα απ' το να εκφράζει τις δυνάμεις του ασυνειδήτου, όταν θα όφειλε να τις κατασκευάσει. Απαιτεί ρητώς μιαν αντικατάσταση της «φροϋδικής έκφρασης» με την κατασκευή που είναι το έργο της σχιζοανάλυσης. Είναι εντυπωσιακό, το λιγότερο, να βρίσκουμε τρεις μεγάλους φιλοσόφους, τους Μπασλάρ, Σαρτρ και Ντελέζ, τον καθένα να προτείνει να αντικαταστήσει την ψυχανάλυση με ένα δικό του μοντέλο.

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Ο Ντελέζ και η μορφογένεση, ή "Ο Ζιλ Ντελέζ ως θεωρησιακός ρεαλιστής".


* Κάνω ένα σύντομο διάλειμμα από την "Περιπέτεια της γαλλικής φιλοσοφίας" κατά Μπαντιού, για να παραθέσω τη μετάφραση της αρχής ενός κειμένου του πολυπράγμονος Μεξικανού Μανουέλ ΝτεΛάντα, του γνωστότερου ίσως Ντελεζιανού που δραστηριοποιείται στον αγγλοσαξονικό χώρο. Το κείμενο λέγεται "Ο Ντελέζ και η γένεση της μορφής" και είναι του 1997, μολονότι επαναλαμβάνει μια κεντρική ιδέα που διατυπώθηκε σε προγενέστερες και μεταγενέστερες παρεμβάσεις του συγγραφέα: ότι η σημαντικότερη συνεισφορά του Ντελέζ έγκειται στο ότι εισηγείται μια νεορεαλιστική και νεο-υλιστική οντολογία, μακριά από τις συμπληγάδες του θετικισμού και του μεταμοντέρνου κονστρουξιονισμού, αλλά και από όλες λίγο-πολύ τις παραδοσιακές στάσεις. Όπως αναφέρω στον τίτλο, μια τέτοια ανάγνωση ενδεχομένως τοποθετεί τον φιλόσοφο στην αρχή του σύγχρονου κινήματος του "θεωρησιακού ρεαλισμού" (ή υλισμού) που εξεγείρεται εναντίον ολόκληρης της μετακαντιανής παράδοσης της "ηπειρωτικής" φιλοσοφίας, με κύριους εκπροσώπους τους Ray Brassier και Quentin Meillassoux - ο τελευταίος είναι μαθητής του Μπαντιού και καθηγητής στην ENS. Να σημειώσω τέλος ότι γίνεται χρήση πλήθους επιστημονικών όρων από τον ΝτεΛάντα, και αμφιβάλλω αν κατόρθωσα να αποδώσω έστω και τους μισούς σωστά. Ο εξοικειωμένος με τας θετικάς επιστήμας αναγνώστης καλείται να δείξει κατανόηση. W. K.


Μανουέλ ΝτεΛάντα, Ο Ντελέζ και η μορφογένεση

Μια σταθερά στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας φαίνεται πως είναι μια ορισμένη σύλληψη της ύλης ως αδρανούς δοχείου για μορφές που έρχονται έξωθεν. Με άλλα λόγια, η γένεση μορφής και δομής φαίνεται πως εμπεριέχει πάντα πόρους που πάνε επέκεινα των ικανοτήτων του υλικού υποστρώματος των μορφών και δομών αυτών. Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτοί οι πόροι είναι ρητά υπερβατικές, αιώνιες ουσίες που ορίζουν μορφές οι οποίες επιβάλλονται πάνω σε άγονα υλικά. Το σαφέστερο παράδειγμα αυτής της θεωρίας της μορφής είναι, φυσικά, ο θρησκευτικός δημιουργισμός, στον οποίο η μορφή αρχίζει ως μια ιδέα στον νου του Θεού, και επιβάλλεται έπειτα μέσω εντολής σε μια πρόθυμη και υπάκουη ύλη. Αλλά επίσης υπάρχουν σοβαρότερα παραδείγματα. Στις αρχαίες φιλοσοφίες οι ουσίες του Αριστοτέλη φαίνεται να ταιριάζουν σε αυτό το κριτήριο, όπως κάνουν εκείνες που κατοικούν πλατωνικούς ουρανούς. Και μολονότι η κλασσική φυσική άρχισε με μια σαφή τομή με την αριστοτελική φιλοσοφία, και προίκισε την ύλη με κάποια αυθόρμητη συμπεριφορά (πχ. αδράνεια), ανήγαγε τη μεταβλητότητα και αφθονία της υλικής έκφρασης στην έννοια της μάζας, και μελέτησε μόνο τα απλούστατα υλικά συστήματα (αρμονική πλανητική δυναμική, ιδανικά αέρια) όπου η αυθόρμητη αυτο-παραγωγή της μορφής δεν επισυμβαίνει, διατηρώντας έτσι κάποια υπερβατική επιτελεστικότητα κρυμμένη στο παρασκήνιο.

Εντούτοις, όπως ο Ζιλ Ντελέζ έχει δείξει στο έργο του για τον Σπινόζα, δεν έχει πάρει αυτή τη θέση κάθε δυτικός φιλόσοφος. Στον Σπινόζα, ο Ντελέζ ανακαλύπτει μια άλλη δυνατότητα: ότι οι εμπλεκόμενοι στη γένεση της μορφής πόροι δεν είναι υπερβατικοί αλλά εμμενείς προς την ίδια την ύλη. Ένα απλό παράδειγμα θα αρκούσε για να στηρίξει αυτό το σημείο. Ο απλούστερος τύπος εμμενών πόρων για μορφογένεση φαίνεται πως είναι οι ενδογενώς παραγόμενες σταθερές καταστάσεις [stable states]. Ιστορικά, οι πρώτες τέτοιες καταστάσεις που ανακαλύφθηκαν από επιστήμονες που μελετούσαν τη συμπεριφορά της ύλης (αέρια) ήταν ενεργειακά ελάχιστα (ή αντίστοιχα, εντροπιακά μέγιστα). Η σφαιρική μορφή της σαπουνόφουσκας, επί παραδείγματι, προκύπτει από αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα συστατικά της μόρια καθώς αυτά αναγκάζονται ενεργητικά να «αναζητήσουν» το σημείο στο οποίο η επιφανειακή τάση ελαχιστοποιείται. Σ' αυτήν την περίπτωση, δεν τίθεται ερώτημα μιας ουσίας της «σαπουνοφουσκότητας» που με κάποιον τρόπο επιβάλει εαυτήν έξωθεν, [δηλαδή] μιας ιδεατής γεωμετρικής μορφής (σφαίρα) σχηματίζουσας μια αδρανή συλλογή μορίων. Αλλά μάλλον, μια ενδογενής τοπολογική μορφή (ένα σημείο στο χώρο των ενεργητικών δυνατοτήτων για αυτή τη μοριακή συνάθροιση) κυβερνά τη συλλογική συμπεριφορά των μορίων του ατομικού σαπουνιού, και καταλήγει στην ανάδυση ενός σφαιρικού σχήματος.

Επιπλέον, η ίδια τοπολογική μορφή, το ίδιο ελάχιστο σημείο, μπορεί να καθοδηγήσει τις διεργασίες που παράγουν πολλές άλλες γεωμετρικές μορφές. Για παράδειγμα, αν αντί για μόρια σαπουνιού έχουμε τα ατομικά συστατικά ενός συνηθισμένου κρυστάλλου άλατος, η μορφή που προκύπτει ελαχιστοποιώντας την ενέργεια (ενέργεια σύνδεσης σε αυτήν την περίπτωση) είναι ένας κύβος. Με άλλα λόγια, μια μόνο τοπολογική μορφή μπορεί να καθοδηγήσει τη μορφογένεση μιας ποικιλίας γεωμετρικών μορφών. Ένα παρόμοιο σημείο εφαρμόζει σε άλλες τοπολογικές μορφές που κατοικούν αυτούς τους χώρους ενεργητικών δυνατοτήτων. Για παράδειγμα, αυτοί οι χώροι ενδέχεται να περιέχουν κλειστούς βρόχους (τεχνικά αποκαλούνται «κύκλοι ορίου» και «περιοδικοί ελκυστές»). Σε αυτήν την περίπτωση οι διάφορες πιθανές φυσικές αναπαραστάσεις αυτού του χώρου θα επιδείξουν όλες ισομορφική συμπεριφορά: μια ενδογενώς παραγόμενη τάση να ταλαντωθούν με ένα σταθερό τρόπο. Ανεξαρτήτως αν κάποιος έχει να κάνει με μια κοινωνιο-τεχνολογική δομή (όπως ένας ραδιοπομπός ή μια μηχανή ραντάρ), μια βιολογική (ένας κυκλικός μεταβολισμός), ή μια φυσική (μια μεταφορά θερμότητας στην ατμόσφαιρα), είναι ένας και ο αυτός εμμενής πόρος που εμπλέκεται στη διαφορετική τους ταλαντωτική συμπεριφορά.

Αφού αυτό είναι ένα κρίσιμο ζήτημα στη φιλοσοφία του Ντελέζ επιτρέψτε μου να εξηγήσω αυτό το σημείο λίγο λεπτομερέστερα. Ο Ντελέζ αποκαλεί αυτή τη δυνατότητα των τοπολογικών μορφών να προκαλέσουν πολλές διαφορετικές φυσικές αναπαραστάσεις, μια διεργασία «αποκλίνουσας ενεργοποίησης», παίρνοντας την ιδέα από τον Γάλλο φιλόσοφο Ανρί Μπερξόν [1859-1941] ο οποίος, στην καμπή του αιώνα, έγραψε μια σειρά από κείμενα όπου επέκρινε την ανικανότητα της επιστήμης του καιρού του να σκεφτεί το νέο, το αληθινά καινοφανές. Το πρώτο εμπόδιο ήταν, σύμφωνα με τον Μπερξόν, μια μηχανική και γραμμική θεώρηση της αιτιότητας και ο άκαμπτος ντετερμινισμός που αυτή υπονοούσε. Σαφώς, αν όλο το μέλλον είναι ήδη δοσμένο στο παρελθόν, αν το μέλλον είναι μόνο αυτή η τροπικότητα του χρόνου όπου προηγουμένως καθορισμένες δυνατότητες γίνονται πραγματοποιημένες, τότε η αληθινή καινοτομία είναι αδύνατη. Για να αποφύγουμε αυτό το λάθος, σκέφτηκε, πρέπει να παλέψουμε να διαμορφώσουμε το μέλλον ως αληθινά απροσδιόριστο, και το παρελθόν και το παρόν ως κυοφορούντα όχι μόνο δυνατότητες που γίνονται πραγματικές, αλλά δυνητικότητες που γίνονται ενεργές.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Αλαίν Μπαντιού, Η περιπέτεια της γαλλικής φιλοσοφίας IV


Γραφή, γλώσσα, μορφές

Το ερώτημα των μορφών, και των συγγενικών σχέσεων της φιλοσοφίας με τη δημιουργία μορφών, ήταν καθοριστικής σημασίας. Σαφώς, αυτό έθετε το ζήτημα της μορφής της ίδιας της φιλοσοφίας: δε θα μπορούσε να μετατοπίσει κανείς την έννοια δίχως να επινοήσει νέες φιλοσοφικές μορφές. Ήταν έτσι αναγκαίο όχι απλά να δημιουργήσει νέες έννοιες αλλά να μετατρέψει τη γλώσσα της φιλοσοφίας. Αυτό προξένησε μια σπάνια συμμαχία μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας η οποία έχει υπάρξει ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά της σύγχρονης γαλλικής φιλοσοφίας. Υπάρχει, φυσικά, μακρύτερη ιστορία σε αυτό. Τα έργα εκείνων που ήταν γνωστοί στον 18ο αιώνα ως φιλόσοφοι -Βολταίρος, Ρουσσώ ή Ντιντερό- είναι κλασσικά της γαλλικής λογοτεχνίας· οι συγγραφείς αυτοί είναι με μια έννοια οι πρόγονοι της μεταπολεμικής συμμαχίας. Υπάρχουν πολυάριθμοι Γάλλοι συγγραφείς που δε μπορούν να καταχωριστούν κατ' αποκλειστικότητα είτε στη φιλοσοφία είτε στη λογοτεχνία· ο Πασκάλ, για παράδειγμα, είναι μαζί μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες στη γαλλική λογοτενία και ένας από τους διεισδυτικότερους Γάλλους στοχαστές. Στον 20ό αιώνα ο Αλαίν, ως προς κάθε πρακτική σημασία ένας κλασσικός φιλόσοφος και όχι μέρος της στιγμής που μας απασχολεί εδώ, ήταν στενά αναμεμειγμένος με τη λογοτεχνία· η διαδικασία της γραφής ήταν πολύ σημαντική γι' αυτόν, και παρήγαγε πολυάριθμους σχολιασμούς πάνω σε μυθιστορήματα -τα κείμενα του πάνω στον Μπαλζάκ είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα- και πάνω στη σύγχρονη γαλλική ποίηση, εν προκειμένω τον Βαλερύ. Με άλλα λόγια, ακόμα και οι συμβατικότερες φιγούρες της γαλλικής φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα μπορούν να απεικονίσουν αυτήν τη συγγένεια μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας.

Οι σουρρεαλιστές επίσης έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο. Κι αυτοί ήταν πρόθυμοι να ταρακουνήσουν τις σχέσεις που αφορούσαν την παραγωγή μορφών, τη νεωτερικότητα, τις τέχνες· ήθελαν να επινοήσουν νέους τρόπους ζωής. Αν το δικό τους ήταν εν πολλοίς ένα αισθητικό πρόγραμμα, άνοιξε το δρόμο για το φιλοσοφικό πρόγραμμα των δεκαετιών του 1950 και 1960· για παράδειγμα, αμφότεροι οι Λακάν και Λεβί-Στρως σύχναζαν σε σουρρεαλιστικούς κύκλους. Αυτή είναι μια πολύπλοκη ιστορία, αλλά αν οι σουρρεαλιστές ήταν οι πρώτοι εκπρόσωποι μιας σύγκλισης μεταξύ αισθητικών και φιλοσοφικών προταγμάτων στη Γαλλία τον 20ό αιώνα, μέχρι τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν η φιλοσοφία που επινοούσε δικές της λογοτεχνικές μορφές σε μια προσπάθεια να βρει έναν άμεσο εκφραστικό σύνδεσμο μεταξύ φιλοσοφικού ύφους και παρουσίασης [από τη μία], και της νέας τοποθέτησης για την έννοια που πρότεινε.

Είναι σ' αυτό το σημείο που γινόμαστε μάρτυρες μιας εντυπωσιακής αλλαγής στη φιλοσοφική γραφή. Σαράντα χρόνια μετά έχουμε, ενδεχομένως, μεγαλώσει εξοικειωμένοι με τη γραφή των Ντελέζ, Φουκώ, Λακάν· έχουμε απωλέσει το νόημα του τι εξαιρετική ρήξη με τα προγενέστερα φιλοσοφικά ύφη αντιπροσώπευε. Όλοι αυτοί οι στοχαστές φιλοδοξούσαν να βρουν ένα δικό τους ύφος, επινοώντας ένα νέο τρόπο δημιουργίας πρόζας· ήθελαν να είναι συγγραφείς. Διαβάζοντας Ντελέζ ή Φουκώ, βρίσκει κανείς κάτι αρκετά πρωτοφανές στο επίπεδο της πρότασης, ένα σύνδεσμο μεταξύ σκέψης και φραστικής κίνησης που είναι εντελώς πρωτότυπος. Υπάρχει ένας νέος, καταφατικός ρυθμός και μια εκπληκτική ευρηματικότητα στις διατυπώσεις. Στον Ντερριντά υπάρχει μια υπομονετική, περίπλοκη σχέση της γλώσσας προς τη γλώσσα, καθώς η γλώσσα δουλεύει πάνω στον εαυτό της και η σκέψη μεταγράφει αυτό το έργο σε λέξεις. Στον Λακάν παλεύει κανείς με μια εκθαμβωτικά πολύπλοκη σύνταξη που προσομοιάζει όσο τίποτα στη σύνταξη του Μαλλαρμέ, και είναι ως εκ τούτου ποιητική – ομολογουμένως.

Ήταν, επομένως, μαζί ένας μετασχηματισμός της φιλοσοφικής έκφρασης και μια προσπάθεια να μετατοπιστούν τα όρια μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Θα έπρεπε να ανακαλέσουμε στη μνήμη -άλλη μια καινοτομία- ότι ο Σαρτρ ήταν επίσης μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας (όπως είμαι κι εγώ). Η ιδιομορφία αυτής της στιγμής στη γαλλική φιλοσοφία είναι να παίζει πάνω σε πολλά διαφορετικά επίπεδα στη γλώσσα, μετατοπίζοντας τα σύνορα μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, μεταξύ φιλοσοφίας και δράματος. Θα μπορούσε ακόμα να πει κανείς ότι ένας από τους στόχους της γαλλικής φιλοσοφίας έχει υπάρξει το να δομηθεί ένας νέος χώρος από τον οποίο να γράφει, ένας όπου λογοτεχνία και φιλοσοφία θα ήταν αδιαχώριστες· μια περιοχή που δε θα ήταν ούτε εξειδικευμένη φιλοσοφία, ούτε λογοτεχνία ως τέτοια, αλλά μάλλον το σπίτι ενός είδους γραφής στο οποίο δε θα ήταν πλέον δυνατό να απεμπλέξει [κανείς] τη φιλοσοφία από τη λογοτεχνία. Ένας χώρος, με άλλα λόγια, όπου δεν υπάρχει πλέον μια τυπική διαφοροποίηση μεταξύ έννοιας και ζωής, γιατί η επινόηση αυτής της γραφής συνίσταται εντέλει στην παροχή μιας νέας ζωής στην έννοια· μιας λογοτεχνικής ζωής.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Αλαίν Μπαντιού, Η περιπέτεια της γαλλικής φιλοσοφίας III


Τέσσερις κινήσεις

Έπειτα, η αναγνώριση των κοινών σε όλους αυτούς τους στοχαστές διανοητικών επιχειρήσεων. Θα αναφέρω συνοπτικά τέσσερις διαδικασίες οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, παραδειγματοποιούν καθαρά έναν τρόπο να κάνει κανείς φιλοσοφία που είναι ιδιαίτερος σ' αυτήν τη στιγμή· όλες, υπό κάποιαν έννοια, είναι μεθοδολογικές. Η πρώτη κίνηση είναι γερμανική, ή μάλλον, μια γαλλική κίνηση πάνω σε γερμανούς φιλοσόφους. Όλη η σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία είναι επίσης, στην πραγματικότητα, μια συζήτηση της γερμανικής κληρονομιάς. Οι διαμορφωτικές της στιγμές περιλαμβάνουν τα σεμινάρια του Κοζέβ πάνω στον Χέγκελ, παρακολουθούμενα από τον Λακάν και επίσης επιδραστικά πάνω στον Λεβί-Στρως, και η ανακάλυψη της φαινομενολογίας στις δεκαετίες του 1930 και 1940, μέσα από τα έργα των Χούσσερλ και Χάιντεγγερ. Ο Σαρτρ, για παράδειγμα, τροποποίησε ριζικά τις φιλοσοφικές του προοπτικές αφότου διάβασε αυτούς τους συγγραφείς στο πρωτότυπο κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο. Ο Ντερριντά μπορεί να θεωρηθεί ως, πρώτα απ' όλα, ένας τελείως πρωτότυπος ερμηνευτής της γερμανικής σκέψης. Ο Νίτσε ήταν μια θεμελιώδης αναφορά για αμφότερους τους Φουκώ και Ντελέζ.

Οι Γάλλοι φιλόσοφοι πήγαν στη Γερμανία αναζητώντας κάτι, λοιπόν, μέσα από το έργο των Χέγκελ, Νίτσε, Χούσσερλ, και Χάιντεγγερ. Τί ήταν αυτό που αναζητούσαν; Σε μια φράση: μια νέα σχέση μεταξύ σκέψης και ύπαρξης. Πίσω από τα πολλά ονόματα που αυτή η έρευνα υιοθέτησε -αποδόμηση, υπαρξισμός, ερμηνευτική- εδράζεται ένας κοινός στόχος: εκείνος της μετατροπής, ή της μετατόπισης, αυτής της σχέσης. Ο υπαρξιακός μετασχηματισμός της σκέψης, η σχέση της σκέψης με το ζωντανό της υπόστρωμα, ήταν ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για Γάλλους στοχαστές που πάλευαν με αυτό το κεντρικό ζήτημα της δικής τους κληρονομιάς. Αυτή, τότε, είναι η «γερμανική κίνηση», το ψάξιμο για νέους τρόπους χειρισμού της σχέσης της έννοιας προς την ύπαρξη μέσω προσφυγής σε γερμανικές φιλοσοφικές παραδόσεις. Στη διαδικασία της μετάφρασης της πάνω στο πεδίο μάχης της γαλλικής φιλοσοφίας, εξάλλου, η γερμανική φιλοσοφία μετατράπηκε σε κάτι εντελώς νέο. Αυτή η πρώτη επιχείρηση, τότε, είναι πρακτικά μια γαλλική απαλλοτρίωση της γερμανικής φιλοσοφίας.

Η δεύτερη επιχείρηση, όχι λιγότερο σημαντική, αφορά την επιστήμη. Οι γάλλοι φιλόσοφοι ζητούσαν να αποσπάσουν την επιστήμη από την αποκλειστική αρμοδιότητα της φιλοσοφίας της γνώσης αποδεικνύοντας ότι, ως ένας τρόπος παραγωγικής ή δημιουργικής δραστηριότητας, και όχι απλώς [ως] ένα αντικείμενο αναστοχασμού ή νοητικής επεξεργασίας, πήγαινε πολύ πέρα από την επικράτεια της γνώσης. Ανέκριναν την επιστήμη για μοντέλα επινόησης και μετασχηματισμού που θα μπορούσαν να την εγγράψουν σαν μια πρακτική δημιουργικής σκέψης, συγκρίσιμης μάλλον προς την καλλιτεχνική δραστηριότητα, παρά σαν την οργάνωση των αποκεκαλυμμένων φαινομένων. Αυτή η επιχείρηση, μετατόπισης της επιστήμης από το πεδίο της γνώσης σε εκείνο της δημιουργικότητας, και εν τέλει φέρνοντας την ακόμα εγγύτερα στην τέχνη, βρίσκει την ανώτερη έκφραση της στον Ντελέζ, που εξερευνά τη σύγκριση μεταξύ επιστημονικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας με τον πλέον λεπτό και οικείο τρόπο. Αλλά αρχίζει πολύ πριν απ' αυτόν, ως μια από τις συγκροτητικές επιχειρήσεις της γαλλικής φιλοσοφίας.

Η τρίτη επιχείρηση είναι πολιτική. Οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου ζητούσαν όλοι μια σε βάθος ενασχόληση της φιλοσοφίας με το ερώτημα της πολιτικής. Ο Σαρτρ, ο μεταπολεμικός Μερλώ-Ποντύ, ο Φουκώ, ο Αλτουσέρ και ο Ντελέζ ήταν πολιτικοί ακτιβιστές· ακριβώς όπως είχαν πάει στη γερμανική φιλοσοφία για μια φρέσκια προσέγγιση στη σχέση έννοιας και ύπαρξης, έτσι κοίταξαν στην πολιτική για μιαν νέα σχέση μεταξύ έννοιας και δράσης, εν προκειμένω, της συλλογικής δράσης. Αυτή η θεμελιώδης επιθυμία να εμπλέξουν τη φιλοσοφία με την πολιτική κατάσταση μεταμορφώνει τη σχέση μεταξύ έννοιας και δράσης.

Η τέταρτη επιχείρηση έχει να κάνει με εκσυγχρονισμό της φιλοσοφίας, με μια έννοια αρκετά διακριτή από τις υποκριτικές διακηρύξεις διαδοχικών κυβερνητικών διοικήσεων. Οι Γάλλοι φιλόσοφοι εμφάνισαν μια βαθιά έλξη για τη νεωτερικότητα. Παρακολουθούσαν τις σύγχρονες καλλιτεχνικές, πολιτιστικές και κοινωνικές αναπτύξεις πολύ στενά. Υπήρχε ένα ισχυρό φιλοσοφικό ενδιαφέρον στην μη παραστατική ζωγραφική, τη νέα μουσική και το νέο θέατρο, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, τη τζαζ και τον κινηματογράφο, και μια επιθυμία να φέρουν τη φιλοσοφία [στο σημείο] να επηρρεάζει τις εντονότερες εκφράσεις του σύγχρονου κόσμου. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε επίσης στη σεξουαλικότητα και τους νέους τρόπους ζωής. Σε όλα αυτά, η φιλοσοφία αναζητούσε μια νέα σχέση μεταξύ της έννοιας και της παραγωγής νέων μορφών – καλλιτεχνικών, κοινωνικών, ή μορφών ζωής. Ο εκσυγχρονισμός ήταν έτσι η αναζήτηση για έναν νέο τρόπο με τον οποίο η φιλοσοφία θα μπορούσε να προσεγγίσει τη δημιουργία μορφών.

Εν συνόψει: η γαλλική φιλοσοφική στιγμή περιελάμβανε μια νέα απαλλοτρίωση της γερμανικής σκέψης, ένα όραμα της επιστήμης ως δημιουργικότητας, μια ριζοσπαστική πολιτική ενασχόληση και μια αναζήτηση για νέες μορφές στην τέχνη και τη ζωή. Τις επιχειρήσεις αυτές διατρέχει η κοινή απόπειρα να βρεθεί μια νέα θέση, ή διάθεση, για την έννοια: να μετατοπιστεί η σχέση μεταξύ της έννοιας και του εξωτερικού της περιβάλλοντος μέσω της ανάπτυξης νέων σχέσεων στην ύπαρξη, τη σκέψη, τη δράση, και την κίνηση των μορφών. Είναι η καινοτομία αυτής της σχέσης μεταξύ της φιλοσοφικής έννοιας και του εξωτερικού περιβάλλοντος που συγκροτεί την ευρύτερη πρωτοτυπία της γαλλικής φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα.