Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοσχονάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοσχονάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

Η σκοτεινή όψη της Μεταπολίτευσης


του Γεράσιμου Μοσχονά*


Το 2024 η Ελλάδα έκλεισε μισόν αιώνα αδιάλειπτης δημοκρατικής λειτουργίας. Η επετειακή χρονιά έδωσε το έναυσμα για έναν μεγάλο απολογισμό. Δίκαια, διότι, έστω και ως άσκηση ελίτ, κάπως έπρεπε να μιλήσουμε με απόσταση για μια διαδρομή με πολλές επιτυχίες και βαριές διαψεύσεις. Με αυτές άλλωστε τις επιτυχίες και διαψεύσεις φτιάχτηκε το συλλογικό εμείς των 50 χρόνων δημοκρατικής ζωής.

Ευλόγως η συζήτηση εστιάστηκε στη δημοκρατία, στην ανθεκτικότητα, στις αδυναμίες της. Ευλόγως, επίσης, η (συγκρατημένη) αισιοδοξία έδωσε τον τόνο. Συχνά, ωστόσο, όχι όμως πάντα, το μείζον γεγονός της χρεοκοπίας αντιμετωπίστηκε σαν μια «σκιά» –και κακή μνήμη– στη μεγάλη θετική δημοκρατική εικόνα των 50 χρόνων.

Μπορεί όμως να υπάρξει κατανόηση της Μεταπολίτευσης χωρίς αυτό το τρομερό συμβάν; Οι χώρες χρεοκοπούν σπάνια. Και αργούν να ξαναβρούν, αν την βρουν κάποτε (η Αργεντινή δεν το κατάφερε ποτέ), τη θέση στην οικονομική ιεραρχία των εθνών που κατείχαν πριν από τη χρεοκοπία. Φοβάμαι ότι οι περιοδολογήσεις που κυρίως καταγράφουν θετικές και αρνητικές όψεις χάνουν, υποβαθμίζοντας «το μεγάλο γεγονός», το νόημα της ιστορικής κίνησης. Η ιστορική κίνηση δείχνει, για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση του Κέβιν Φέδερστoουν, ότι η Ελλάδα τελικά συνέκλινε με τα βαλκανικά μέλη της Ε.Ε., όχι με τις χώρες του κεντρικού πυρήνα της Ευρώπης. Αυτή η βαριά αποτυχία πώς εντάσσεται στη μεγάλη εικόνα της Μεταπολίτευσης;


Καραμανλής: Μετάβαση και δημοκρατική εδραίωση

1. Παρά το γεγονός ότι η αντιδικτατορική δράση ήταν πλειοψηφικά υπόθεση της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς, παρά την κρίσιμη συμβολή του Πολυτεχνείου στην απονομιμοποίηση των συνταγματαρχών, η ελληνική μετάβαση έγινε «από τα πάνω» και φέρει το όνομα του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και ήταν αριστοτεχνική. Ο πλήρης πλουραλισμός, όπως αποτυπώθηκε στις πρώτες εκλογές που, όχι τυχαία, έγιναν τη 17η Νοεμβρίου 1974, το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974, που επέλυσε «έντιμα και οριστικά» (Ευάνθης Χατζηβασιλείου) το πολιτειακό ζήτημα, και η σταδιακή επιστροφή του στρατού στους στρατώνες συνιστούν μείζονες τομές σε σύγκριση με την προδικτατορική «καχεκτική δημοκρατία». Ταυτόχρονα, η πλημμυρίδα δημοκρατίας από τα κάτω ωθούσε τους «επάνω» να μην κάνουν πίσω και προσέθετε πάθος και ορμή στη δημοκρατική δυναμική. Δεν έδωσε όμως αυτή τον τόνο και δεν καθόρισε την τελική έκβαση. Σε κάθε περίπτωση, η μεταπολίτευση της πρώτης φάσης δεν ήταν αλλαγή φρουράς, και μάλιστα «νατοϊκής φρουράς».

2. Συνολικά, η συμβολή του Κ. Καραμανλή υπήρξε εξόχως στρατηγική και για έναν άλλο λόγο: η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ (1η Ιανουαρίου 1981) ήταν κίνηση ενδυνάμωσης της γεωπολιτικής ασφάλειας και, ταυτόχρονα, κίνηση που θα προσδιόριζε, θετικά αλλά και αρνητικά, το καθεστώς οικονομικής πολιτικής των επόμενων δεκαετιών.


ΠΑΣΟΚ: Αρχιτέκτονας του οικονομικού – κοινωνικού προσανατολισμού

3. Το ΠΑΣΟΚ πήγε πιο μακριά από τη Ν.∆. στα θέματα δημοκρατίας. Κατέστησε τη δημοκρατία συμπεριληπτική και πιο δημοκρατική. Ωστόσο, κυρίως από μια άλλη σκοπιά, από τη σκοπιά των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών, η συμβολή του υπήρξε κομβική. Το 1981 υπήρξε μια συναρπαστική στιγμή ακριβώς γιατί, ανάμεσα σε άλλους λόγους, εμπεριείχε τη δυνατότητα καθιέρωσης ενός άλλου οικονομικο-κοινωνικού παραδείγματος.

4. Αυτό έγινε εν μέρει. Η σημαντική επέκταση του κοινωνικού κράτους, η αύξηση των κοινωνικών δαπανών, η ισχυροποίηση του ρόλου των συνδικάτων, η ατζέντα κεϋνσιανής αναθέρμανσης της οικονομίας, συνδυασμένη με ελλειμματικούς προϋπολογισμούς (και ταχεία διολίσθηση της δραχμής), υπήρξαν συνιστώσες του νέου καθεστώτος οικονομικής – κοινωνικής πολιτικής.

5. Μη οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όπως οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο και ένας γενικότερος πολιτισμικός εκσυγχρονισμός (παρά τον αυριανισμό και τον λαϊκιστικό πολιτισμικό εθνικισμό του ΠΑΣΟΚ) συμπλήρωσαν τις στενά οικονομικές όψεις του νέου policy regime. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, οι οποίες επεκτάθηκαν από μεταγενέστερες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αργότερα από εκείνες του ΣΥΡΙΖΑ, εν μέρει και από τη Ν.Δ. (βλ. νόμος για τα ομόφυλα ζευγάρια), έγιναν τμήμα ενός νέου, σε μεγάλο βαθμό διακομματικού, mainstream. Ο πολιτισμικός εκσυγχρονισμός θα διαφοροποιήσει οριστικά την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης από τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμικό συντηρητισμό της προδικτατορικής περιόδου.

6. Το σύνολο των ανωτέρω έφερε τη χώρα πιο κοντά, αφενός, στον ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό και, αφετέρου, στην πολιτισμική modernity των δυτικών κοινωνιών.


Οι μεγάλες παθογένειες του νέου policy regime

7. Εν τούτοις, το νέο καθεστώς οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής είχε στο επίκεντρό του ισχυρά αρνητικά χαρακτηριστικά. Τέσσερα εξ αυτών ήταν τα πιο σημαντικά: η αναποτελεσματικότητα του κράτους, η συνειδητή ανοχή στη διαμόρφωση «φοροδοτικών ερήμων», η απόδοση προνομίων σε επιλεγμένες ομάδες, η έλλειψη στρατηγικής για τον αναπροσανατολισμό τoυ παραγωγικού μοντέλου. Και οι τέσσερις αυτές παθογένειες δεν υπήρξαν «στιγμιαίες». Αποδείχθηκαν μακράς διαρκείας. Και δεν αφορούσαν μόνο το ΠΑΣΟΚ. Oρισαν τη ταυτότητα του νέου καθεστώτος πολιτικής. Λειτούργησαν δε ως οι ατμομηχανές της μεταγενέστερης επέλασης προς την άβυσσο.

8. Οι αρνητικές όψεις του νέου policy regime παρέμειναν σε σημαντικό βαθμό ενεργές, ανεξαρτήτως οικονομικής φάσης. Βεβαίως, οι πελατειακές σχέσεις μειώθηκαν (και λόγω ΑΣΕΠ), η λειτουργία του κράτους βελτιώθηκε (ΚΕΠ, θεσμοποίηση ανεξάρτητων αρχών) και η διοικητική αποκέντρωση ενισχύθηκε. Ποτέ όμως δεν συγκροτήθηκε ένα κράτος ικανό να σχεδιάζει, να καινοτομεί και να υλοποιεί πολιτικές. Στην πορεία, τα προνόμια των ομάδων με επιρροή διευρύνθηκαν, η διαπλοκή έφυγε εκτός ελέγχου, η κατανομή των φορολογικών εσόδων παρέμεινε σκληρά άδικη και η εισφοροδιαφυγή υψηλή. Η δε δημοσιονομική πολιτική χαλάρωσε μετά το 2000, ενώ το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας, λόγω και της συμμετοχής στην ΟΝΕ, διευρύνθηκε, οδηγώντας σε έκρηξη το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.

9. Οι αρνητικές όψεις του policy regime παρέμειναν ανεπηρέαστες από τις εναλλαγές των κομμάτων στην κυβέρνηση. Το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. υπήρξαν πρωταγωνιστές στο ίδιο έργο. Ειδικά, η θέση ότι το Μάαστριχτ «κατέστησε την επιστροφή στις μεθόδους της δεκαετίας του ’80 πρακτικώς αδύνατη» διαψεύστηκε πριν από όλα από τη Ν.Δ., το κόμμα που έβαλε την Ελλάδα στην Ευρώπη και είχε μια ιστορική παράδοση νοικοκυρεμένων προϋπολογισμών. Παρά την ακραία πόλωση, τα τότε δύο μεγάλα κόμματα συνέκλιναν, έστω εν μέρει, και στα «καλά» (κοινωνικό κράτος, πολιτισμικός εκσυγχρονισμός) και στα «κακά». Η χρεοκοπία είναι το προϊόν αυτής της δεύτερης σύγκλισης.

10. Ο μικρός ΣΥΡΙΖΑ του 3%-5%, επηρεασμένος από την παγκόσμια κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεών, οδηγήθηκε σε μια αμυντική στάση υπεράσπισης του κρατικού «κεκτημένου». Μη κατανοώντας ότι οι ανισότητες δεν είναι μόνο προϊόν της σύγκρουσης κεφαλαίου – εργασίας, αλλά, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, και των προνομιακών ή μη σχέσεων με το κράτος, λειτούργησε συχνά ως υπερασπιστής του κακο-οργανωμένου, μη αναπτυξιακού και κοινωνικά άδικου κράτους που είχαν κτίσει το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. Παραδόξως, κυρίως με τις παραλείψεις της, η ριζοσπαστική Αριστερά «κάλυψε» τη μεταφορά εισοδήματος από τη μισθωτή εργασία στον κόσμο του κεφαλαίου (μεγάλου και μικρού) και των ελευθέρων επαγγελματιών που υλοποιούσε ο ελληνικός φορολογικός μηχανισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι η «πρώτη φορά Αριστερά» δεν άφησε θετικό αποτύπωμα στη μεταρρύθμιση των διοικητικών θεσμών της δημοκρατίας.

11. Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ο εκτροχιασμός των δημόσιων οικονομικών, η διαμόρφωση προνομιούχων και μη προνομιούχων ομάδων, η έλλειψη φροντίδας για την κλασική εργατική τάξη και τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, η αναλγησία για τους ανέργους (με τη συνυπογραφή των συνδικάτων), όπως και η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, ήταν οι συνέπειες ενός policy regime που βρήκε στήριξη και από τα δύο τότε μεγάλα κόμματα. Συνέπεια των συνεπειών υπήρξε η χρεοκοπία.


Κατανοώντας τα κόμματα

12. Τα μεγάλα ελληνικά κόμματα τείνουν να είναι υπερπολυσυλλεκτικά. Η ιδεολογική και προγραμματική τους συγκρότηση είναι ρηχή, εμμονικά προσανατολισμένη στις εκλογικές επιδόσεις και στην επικράτηση επί του αντιπάλου. Αυτό οφείλεται και στην εκλογική βαρύτητα της πολυπληθούς μικροαστικής τάξης. Οφείλεται και στον πολωτικό εκλογικό νόμο. Η αντιδεξιά ιδεολογία του ΠΑΣΟΚ, την οποία υιοθέτησε και ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2012, και η αντι-ΠΑΣΟΚ και, αργότερα, αντι-ΣΥΡΙΖΑ ιδεολογία της Ν.Δ. είναι αβαθείς ιδεολογικές συγκροτήσεις που φέρουν ίσως εκλογικές νίκες, αλλά συμβάλλουν στη μη επίλυση των δύσκολων προβλημάτων. Η μη αντιμετώπιση των αιτίων που έφεραν την κοινωνική καταστροφή της χρεοκοπίας οφείλεται στην απουσία ισχυρών ιδεολογιών, φιλελεύθερων, σοσιαλδημοκρατικών ή ριζοσπαστικών.

13. Με πελατειακές σχέσεις, με σεβασμό στον πιο καθυστερημένο ελληνικό μικροκαπιταλισμό, με διαπλοκή με το κρατικοδίαιτο κεφάλαιο, με τα φορολογικά βάρη στους μισθωτούς, με τον εκλογικό τακτικισμό σαν οδηγούς, δεν πας πουθενά. Ειδικά για την ευρεία Αριστερά, ένα από τα μεγάλα μαθήματα, ίσως το μέγιστο, της εμπειρίας των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ είναι το εξής: χωρίς αποτελεσματικό κράτος δεν μπορεί να υπάρξουν στη μακρά διάρκεια αποτελεσματικές πολιτικές αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα, όταν οι διάδρομοι για την άσκηση ισχυρών μεταρρυθμιστικών πολιτικών είναι λίγοι και μικροί και οι διεθνείς καταναγκασμοί πανίσχυροι.

14. Το 2022, η αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στην Ελλάδα αντιπροσώπευε μόλις το 56,9% του μέσου μισθού στην ΕΖ-20. Το κύριο πρόβλημα της επόμενης δεκαετίας είναι η αύξηση του παραγόμενου πλούτου και η διανομή του. Το πώς όμως θα επιτελεστεί η ανάπτυξη είναι το πρόβλημα του προβλήματος. Οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις, παρά τις βελτιώσεις, κινούνται, στους περισσότερους τομείς, σε διαδρομές κοντινές σε αυτές του παρελθόντος. Ως εάν τίποτε το δραματικό να μην έχει μεσολαβήσει.

15. Μια καταληκτική σκέψη. Το ευρωπαϊκό – εκσυγχρονιστικό ρεύμα μάλλον δεν έχει εμπιστοσύνη στην ελληνική κοινωνία ούτε στην άρχουσα τάξη της χώρας, παρότι το μεγαλύτερο τμήμα της τελευταίας προέρχεται από τις τάξεις του. Ο ευφυής Χρυσάφης Ιορδάνογλου το διατυπώνει (2020) διεισδυτικά: «Η εισαγωγή συνοχής και πειθαρχίας από το εξωτερικό ήταν, ίσως, η βαθύτερη ουσία της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ». Κυρίες και κύριοι, χρεοκοπήσαμε εντός της ΟΝΕ! Oταν δεν πιστεύεις στην άρχουσα τάξη της χώρας (μάλλον δίκαια), όταν δεν πιστεύεις στον εαυτό σου ως ελίτ (μάλλον δίκαια), τότε, αν αποτυγχάνεις εντός, θα αποτύχεις και εκτός. Και τότε ο ευρωπαϊσμός σου γίνεται τυφλός. Αυτό είναι ένα από τα πικρά μαθήματα των 50 χρόνων δημοκρατίας, της καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ.

--------------

* Ο Γεράσιμος Μοσχονάς είναι καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής Ανάλυσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.


Πηγή Καθημερινή της Κυριακής, 29.12.2024

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Μιτεράν πρόεδρος της Γαλλίας

 

του Γεράσιμου Μοσχονά

 

Το Κοινό Πρόγραμμα (Κ.Π.) αποτελεί «το πιο συνεκτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο που διατυπώθηκε ποτέ στη Γαλλία». Αυτό δήλωνε στις 28 Ιουνίου 1972, την επομένη τής υιοθέτησης του Κ.Π. από τους Γάλλους κομμουνιστές και σοσιαλιστές, ο Αλέν Κριβίν, εμβληματικός τροτσκιστής ηγέτης και έντονα κριτικός προς την Ενωμένη Αριστερά. Το Κοινό Πρόγραμμα έφερε τα πάνω κάτω στο γαλλικό πολιτικό σύστημα. Οδήγησε σε έναν ισχυρό διπολισμό (Δεξιά – Αριστερά), ανέτρεψε την πρωτοκαθεδρία των κομμουνιστών στο εσωτερικό τής Αριστεράς και οδήγησε, μετά πάνω από 20 χρόνια στην αντιπολίτευση, στη μεγάλη νίκη τού Φρανσουά Μιτεράν στις 10 Μαΐου 1981, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, με ποσοστό 51,8%. Το «πιο συνεκτικό μεταρρυθμιστικό σχέδιο που διατυπώθηκε ποτέ στη Γαλλία» ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστικό για τα δεδομένα τής ευρωπαϊκής Αριστεράς τής εποχής. Η υπογραφή του ολοκλήρωσε μια δύσκολη διαδικασία προσέγγισης μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών, η οποία είχε ξεκινήσει στις αρχές τής δεκαετίας τού 1960· είχε δε ως στόχο όχι απλώς την άνοδο της Αριστεράς στην εξουσία, αλλά τον μετασχηματισμό τής κοινωνίας στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Ήταν όμως έτσι;

Παρακάτω θα αναπτύξουμε δύο ιδέες.

Το Κ.Π. αποτέλεσε το πρώτο βήμα διαμόρφωσης ενός «συστήματος δυαδικής δύναμης» (σοσιαλιστές + κομμουνιστές) το οποίο οδήγησε τη γαλλική Αριστερά, στο εσωτερικό τής οποίας κανένα κόμμα, και πάντως όχι το σοσιαλιστικό, δεν διέθετε τα χαρακτηριστικά τής κλασικής σοσιαλδημοκρατίας, στην ανάληψη ενός άτυπου σοσιαλδημοκρατικού «ρόλου» εντός τού κομματικού συστήματος.

Η κυβερνητική εμπειρία τής Ενωμένης Αριστεράς υπήρξε –για το σύνολο της Ευρώπης– η τελευταία, η πιο προχωρημένη και πολιτικά η πιο αξιόπιστη απόπειρα διατήρησης στη ζωή τού μεταπολεμικού σοσιαλδημοκρατικού οικονομικού παραδείγματος. Η οικονομική αποτυχία της, αποτυχία που σηματοδοτείται από τη μεγάλη στροφή στη λιτότητα το 1983, άνοιξε οριστικά τον δρόμο προς μια νέου τύπου κυβερνώσα Αριστερά, πιο κοντά σε αυτό που αργότερα ονομάστηκε ο «Τρίτος Δρόμος».

Η θεωρία τής «αστικοποίησης» της εργατικής τάξης βρήκε τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της στα τέλη τής δεκαετίας τού 1950 και στις αρχές τής δεκαετίας τού 1960. Στη Γαλλία, ο Ρενέ Μουριό, το 1970, θεωρούσε δεδομένο ότι «οι εργάτες ψήφιζαν όλο και περισσότερο υπέρ δεξιών υποψηφίων. Πρόκειται για ένα διεθνικό φαινόμενο που πήρε μεγαλύτερη έκταση στη Γαλλία απ’ ό,τι αλλού, και ιδιαίτερο χρωματισμό με την προεδρία τού στρατηγού Ντε Γκωλ». Ωστόσο, η αλλαγή τής «πολιτικής προσφοράς», μέσω της συγκρότησης της Ένωσης, φάνηκε να σαρώνει, σε λιγότερο από ένα χρόνο, τις θεωρίες τής αστικοποίησης της εργατικής τάξης και του τέλους των ιδεολογιών. Στις βουλευτικές τού 1973, ένα μόλις έτος μετά την υπογραφή τού Κοινού Προγράμματος, η Αριστερά λαμβάνει 68% της εργατικής ψήφου (+14 μονάδες σε σχέση με τις εκλογές του 1967) και 44% στο εσωτερικό τής ευρύτερης κατηγορίας των υπαλλήλων και μεσαίων στελεχών (όσο ακριβώς και το 1967). Στον δε δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών τού 1974 ο Φρανσουά Μιτεράν, κοινός υποψήφιος της Αριστεράς, λαμβάνει 73% της εργατικής ψήφου (+18 μονάδες σε σχέση με το ποσοστό που είχε ο ίδιος λάβει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών τού 1965).

Ο σχηματισμός τής αριστερής συμμαχίας επαναφέρει στο επίκεντρο της γαλλικής πολιτικής ζωής την ταξική ψήφο και διαίρεση. Δημιουργείται έτσι ένας χωρίς προηγούμενο –στη μεταπολεμική γαλλική εκλογική ιστορία– συνασπισμός εκλογέων, ο οποίος φέρει την Αριστερά πολύ κοντά, από την άποψη της εκλογικής κοινωνιολογίας, στα κόμματα του «σοσιαλδημοκρατικού τριγώνου» τής εποχής (σκανδιναβικά, βρετανικό Εργατικό Κόμμα, γερμανικό SPD). Οι ομοιότητες είναι σημαντικές. Θα αναφερθώ σε δύο από αυτές: α) Το επίπεδο διακύμανσης της εργατικής διείσδυσης της γαλλικής Αριστεράς κατά την περίοδο 1973-1981 (68%-73% της εργατικής ψήφου) είναι αντίστοιχο με αυτό των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. β) Η εκλογική ανάπτυξη της γαλλικής Αριστεράς σε δύο φάσεις (πρώτη φάση: ταχύτατη βελτίωση της επιρροής της στο εσωτερικό των εργατικών στρωμάτων, δεύτερη φάση: βαθμιαία ενίσχυσή της στο εσωτερικό των μεσαίων μισθωτών στρωμάτων) ανταποκρίνεται απόλυτα στη δόμηση του «κοινωνιολογικού χρόνου» που χαρακτηρίζει τους σοσιαλδημοκρατικούς συνασπισμούς εκλογέων. Έτσι, όχι μόνον ως προς τη στατική εικόνα, αλλά και ως προς τη δυναμική, το εκλογικό σώμα τής Συμμαχίας μοιάζει εντυπωσιακά –για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο– στα εκλογικά σώματα σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Επιπλέον, σε συνθήκες αύξουσας αποβιομηχάνισης, με το ποσοστό τής κατηγορίας «εργάτες» να μειώνεται σημαντικά στο εσωτερικό τής μισθωτής εργασίας, η Ένωση εμφανίζεται να έχει την ίδια δομή εκλογικής επιρροής με εκείνη των επιτυχημένων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αλλά ταυτόχρονα να είναι πιο μοντέρνα από αυτά (λόγω της πιο ισχυρής διείσδυσής της στα νέα μισθωτά στρώματα).

Την περίοδο 1973-1981, η Ένωση καθιερώνεται ως ισχυρή λαϊκή συμμαχία και συγχρόνως ακολουθεί μια πορεία μερικής αποριζοσπαστικοποίησης. Η αποριζοσπαστικοποίηση είναι το αποτέλεσμα, αφενός, της αλλαγής τού συσχετισμού ισχύος μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΓΣΚ) και του Κομμουνιστικού (ΚΚΓ) –και άρα της ιδεολογικής μετατόπισης του κέντρου βάρους τής Συμμαχίας υπέρ του πιο μετριοπαθούς πόλου– και, αφετέρου, της συνειδητής κεντρομόλου στρατηγικής τού Μιτεράν.

Σε όλο το διάστημα μετά την υπογραφή τού Κ.Π. όλοι οι δείκτες ισχύος, είτε έμμεσοι (δημοσκοπήσεις, εικόνα κομμάτων και ηγεσιών) είτε άμεσοι (τοπικές, επαναληπτικές εκλογές) ευνοούν το ΓΣΚ εις βάρος των κομμουνιστών. Στα μάτια των Γάλλων, το ΓΣΚ εμφανίζεται σαν «το κόμμα τού μέλλοντος» – με εντυπωσιακά μεγάλη διαφορά σε σύγκριση με όλα τα γαλλικά κόμματα της εποχής. Βέβαια, η αλλαγή τού εκλογικού συσχετισμού υπέρ τού ΓΣΚ και εις βάρος τού ΚΚΓ έγινε μόλις το 1978. Όμως οι κομμουνιστές, που έσπασαν τη συμμαχία το 1977, διατυπώνοντας αιτήματα ριζοσπαστικοποίησης του Κοινού Προγράμματος, δεν έκαναν καθόλου λάθος: η μετατόπιση του ιδεολογικού κέντρου βάρους τής Ένωσης δεν τους ευνοούσε. Ήταν όμως ήδη αργά γι’ αυτούς, με δεδομένο το ισχυρό ενωτικό φαντασιακό που είχε δημιουργηθεί στο εσωτερικό τού «κόσμου τής Αριστεράς».

Σταδιακά, το Κοινό Πρόγραμμα έπαψε να προκαλεί φόβο στο εκλογικό σώμα. Και όπως έγραψε ο Ετιέν Σβεσγούτ, ένα τμήμα των εκλογέων τής Αριστεράς ψήφιζε αριστερά παρά το Κ.Π. και όχι εξαιτίας του. Η γαλλική Αριστερά, μέσω της στρατηγικής τού Κ.Π., επιβλήθηκε, είτε ως επίσημη τυπική συμμαχία (1972-1977) είτε, μετά τη διάσπασή της το 1977, ως ελάχιστος άτυπος εκλογικός συνασπισμός (1977-1981), ως δύναμη φυσικής κυβερνητικής εναλλαγής. Καθιερώθηκε ως νομιμοποιημένη δύναμη κυβερνητικής κλίσης ικανή να εξουδετερώσει την «καθεστωτική ψήφο» – την ψήφο που θα έτεινε να εμποδίσει μια αντισυστημική δύναμη να ανέλθει στην εξουσία.

Συνεπώς, η Ενωμένη Αριστερά δεν λειτούργησε ως πόλος αντίστοιχος με τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μόνον ως προς τη δομή τής κοινωνικής της επιρροής. Λειτούργησε ως πόλος αντίστοιχος με τη σοσιαλδημοκρατία και ως προς τη συμπεριφορά της στον κομματικό ανταγωνισμό, δηλαδή ως «εκλογικός επιχειρηματίας». Και κατάφερε, όπως ακριβώς η πλειονότητα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, να καθιερωθεί ως νομιμοποιημένη δύναμη κυβερνητικής εναλλαγής. Παραδόξως, η Ενωμένη Αριστερά ανέλαβε ένα ρόλο κοντινό με αυτόν των κομμάτων σοσιαλδημοκρατικού τύπου, σε μια περίοδο που έμοιαζε να συγκροτείται, περισσότερο από ποτέ, ως το αντι-παράδειγμα, ως ένα είδος «αντι-σοσιαλδημοκρατίας». Ο δε Φρανσουά Μιτεράν αποδείχτηκε, βοηθούμενος από την προεδρική λογική τού συστήματος την οποία πλήρως υιοθέτησε, ένας δεξιοτέχνης των ισορροπιών. Η μεγάλη ιστορική νίκη τού 1981 ήταν σε μεγάλο βαθμό δικό του επίτευγμα.

Αν η γαλλική Αριστερά προσέγγισε πολύ, και ως κοινωνικός συνασπισμός και ως εκλογικός επιχειρηματίας, το σοσιαλδημοκρατικό υπόδειγμα, το ιδεολογικό-προγραμματικό της προφίλ παρέμεινε, εν τούτοις, πιο ριζοσπαστικό από εκείνο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων τής εποχής. Στην πράξη, η Ένωση της Αριστεράς υπήρξε, στη διάρκεια των δεκαετιών 1970 και 1980, η σημαντικότερη προσπάθεια προώθησης στην Ευρώπη ενός είδους αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Βέβαια, η κίνηση προς τον ριζοσπαστισμό δεν έλαβε χώρα μόνο στη Γαλλία, όπως δείχνουν το σχέδιο Μάιντνερ των Σουηδών και η στροφή στα αριστερά τού βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Μόνο, όμως, στη Γαλλία η κίνηση αυτή έλαβε κυβερνητικά χαρακτηριστικά (για το ΠΑΣΟΚ ας μη μιλήσουμε), στηρίχτηκε από υψηλού επιπέδου ελίτ και από την dirigiste κουλτούρα τού γαλλικού κράτους.

Με ένα πρόγραμμα που συνδύαζε δομικές μεταρρυθμίσεις (ανάμεσά τους, εκτεταμένες εθνικοποιήσεις) και μεταρρυθμίσεις αναδιανομής, καθώς και μια ατζέντα κεϊνσιανής αναθέρμανσης της οικονομίας, ο Μιτεράν προώθησε μια οικονομική και κοινωνική πολιτική που εμπνεόταν από το μεταπολεμικό σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα. Η ενδεχόμενη επιτυχία αυτής της πολιτικής θα αποτελούσε πρότυπο για την ευρωπαϊκή Αριστερά, η οποία ταλαντευόταν ανάμεσα στην παραδοσιακή πολιτική της και στη στροφή στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις. Η ενδεχόμενη αποτυχία της θα αποτελούσε επίσης «πρότυπο», αλλά αρνητικό.

Το φύσει επισφαλές και φύσει πρόσκαιρο εγχείρημα της Ένωσης, αυτή η οιονεί σοσιαλδημοκρατία χωρίς σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, προσέκρουσε στον εχθρικό εθνικό και διεθνή περίγυρο (οικονομική κρίση), σε ευρωπαϊκούς καταναγκασμούς, αλλά και στις διαιρέσεις τόσο της πολιτικής όσο και της συνδικαλιστικής γαλλικής Αριστεράς. Εντέλει, η «άλλη πολιτική» εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1983.

Μαζί με τη στροφή τού Μιτεράν στη λιτότητα, το τρίτο προγραμματικό κύμα συγκρότησης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αυτό που δημιούργησε το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος και μια νέα ισορροπία μεταξύ πολιτικής και αγορών, έφτασε στο τέλος του. Η τελευταία σημαντική σοσιαλδημοκρατική μάχη ήταν ριζοσπαστική και ήταν γαλλική. Η μάχη αυτή χάθηκε.

Η τελική έκβαση, η εγκατάλειψη της αρχικής οικονομικής πολιτικής, αποδείχτηκε «παραδειγματική». Επικύρωσε και επιτάχυνε το τέλος τής «παλαιάς» σοσιαλδημοκρατίας και άνοιξε διάπλατα τον δρόμο στη λεγόμενη «νέα» σοσιαλδημοκρατία. Αυτή η νέα σοσιαλδημοκρατία, που κυριαρχεί και σήμερα, υπήρξε η λιγότερο σοσιαλδημοκρατική και η λιγότερο εκλογικά αποτελεσματική στο σύνολο της ιστορίας τής Αριστεράς.

 

-----------------

Ο Γεράσιμος Μοσχονάς είναι καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου 


Πηγή Η Καθημερινή