Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

Σκέψεις για τις εμμενείς δυνατότητες μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Ο οδικός χάρτης της ανατροπής σήμερα


Το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα (The Left Case Against the EU, Η Υπόθεση της Αριστεράς Κατά της ΕΕ) αξίζει να διαβαστεί ως κριτική του θεσμικού πλαισίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως πρόταση για αριστερό πρόγραμμα, η οποία όμως αποκαλύπτει την εντυπωσιακή θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς στην οποία θέλει να ανήκει ο συγγραφέας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πρόγραμμα, αλλά για ένα σύνολο τοποθετήσεων, για ρήξη με τους θεσμούς της ΕΕ και έξοδο από την ΟΝΕ, για φορολογικές και νομισματικές πολιτικές προς όφελος της εσωτερικής ζήτησης, για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, για βιομηχανική πολιτική προς όφελος της εγχώριας παραγωγής, για τράπεζες ελεγχόμενες από το δημόσιο, για πρωτεύοντα ρόλο των δημοσίων επενδύσεων. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς σε μια χώρα της ΕΕ μπορεί να υλοποιήσει αυτό το “πρόγραμμα” χάρη στις αντίστοιχες πολιτικές της αποφάσεις.

Κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο, η προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης είναι συνάρτηση μιας νίκης στις εκλογές, και τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Λατινική Αμερική, αφορά τη διακυβέρνηση του υπάρχοντος καθεστώτος, παρά την ύπαρξη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, νησίδων εναλλακτικών τρόπων παραγωγής και μορφών λαϊκής εξουσίας. Μια γενικευμένη όμως ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, απαιτεί αφενός την μαζική εμπλοκή των λαϊκών τάξεων σε ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές και αφετέρου την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές σχέσεις, και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και άσκησης των σχετικών πολιτικών, μέσω νέων μορφών δημοκρατικών λειτουργιών. Αν παραβλέπει κάποιος αυτές τις προϋποθέσεις σημαίνει ότι έχει ως πρότυπο την εγκαθίδρυση “σοσιαλιστικών” καθεστώτων στην μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη, όπου όπως γνωρίζουμε εγκαθιδρύθηκαν μη καπιταλιστικά καθεστώτα χάρη στην παρουσία του Κόκκινου Στρατού.

Η κλασική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού βασιζόταν στην οργάνωση της εργατικής τάξης στους χώρους παραγωγής, την κατάληψη της εξουσίας σε αυτούς τους χώρους καταρχάς, και την εγκαθίδρυση ενός νέου θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο του κρατικού μηχανισμού. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδειξε την κρισιμότητα της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας και μιας αυθεντικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων (σχέσεις της εργατικής εξουσίας με τους αγρότες, εξέγερση της Κροστάνδης), αλλά και την κρισιμότητα της διαθεσιμότητας ενός ανθρώπινου δυναμικού ικανού να στελεχώσει το νέο καθεστώς (αξιωματικοί και κομισάριοι στον Κόκκινο Στρατό). Σε αυτή την κλασική μαρξιστική προσέγγιση τα υπάρχοντα μέσα παραγωγής, τα οποία κατορθώνει να ελέγξει η νέα εξουσία, ήταν η βάση της σχεδιασμένης πλέον παραγωγικής δραστηριότητας, και οι χώροι αυτοί είναι –κατά τον Γκράμσι– ένα από τα φυτώρια των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης.

Στις σημερινές συνθήκες, μετά την επέλαση του νεο-φιλελευθερισμού και την ανάπτυξη του γνωσιακού καπιταλισμού, ο κόσμος της εργασίας είναι διάσπαρτος, δεν αφορά μόνο τη μισθωτή εργασία, και διαθέτει ασύγκριτα υψηλότερες γνωσιακές ικανότητες. Η συγκρότησή του σε μια κοινωνική και πολιτική δύναμη που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός νέου μη καπιταλιστικού καθεστώτος, απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ό,τι αφορά μεγάλες ανακατανομές των μέσων παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής, που είναι συνάρτηση επιλογών στο επίπεδο των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού, των περιβαλλοντικών πολιτικών, της κατανομής του παραγόμενου εισοδήματος, στο επίπεδο δηλαδή μιας μεγάλων διαστάσεων ανασυγκρότησης. Είναι επομένως ορατό ότι αυτή η στρατηγική επιλογή απαιτεί μορφές δημοκρατικής οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, που επωμίζονται κατευθύνσεις ανασυγκρότησης, και μορφές γνωσιακής παραγωγής και ενδυνάμωσης που επιτρέπουν τον από κοινού σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων.

Στις σημερινές συνθήκες εγκαθίδρυσης αριστερών κυβερνήσεων η δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτές τις ανάγκες, είναι μια διαδικασία η οποία ξεκινάει με τη διαχείριση του υπαρκτού καπιταλιστικού καθεστώτος και απαιτεί την υιοθέτηση μεταβατικών μέτρων και πολιτικών πολύπλευρης ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας, και την εγκαθίδρυση νέων θεσμικών κατακτήσεων που ικανοποιούν διαπιστωμένες ανάγκες ή αιτήματα μαζικών κινημάτων, και βελτιώνουν με ορατό τρόπο τις συνθήκες ζωής των πολλών, και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για την παραγωγή και την απασχόληση, το περιβάλλον και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το σημαντικό δεν είναι να αναγγέλλει κανείς ρήξεις, αλλά να βελτιώνει τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και να εγκαθιδρύει θεσμικές λειτουργίες οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στην προοπτική ενός μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.

Η πολιτική στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα είναι ένα θετικό παράδειγμα που επεκτείνει τη δημόσια υγεία προς όφελος της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων είναι μια απόφαση που μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της οργανωτικής ικανότητας του κόσμου της εργασίας, και του βιοτικού του επιπέδου. Στον τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας δεν φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό ότι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την επέκταση κοινωνικών μορφών οργάνωσης της παραγωγής και της προσφοράς υπηρεσιών, και το ίδιο ισχύει και για τους συνεταιρισμούς στον αγροτικό τομέα. Τα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής μπορεί να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικά αν γίνουν εργαλεία άσκησης σχεδιασμένων δημόσιων πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Μια αναπτυξιακή τράπεζα και η ενίσχυση θεσμών ελέγχου της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος μπορούν να συμβάλουν επίσης στην μεγέθυνση της παραγωγής και της απασχόλησης με ταχύτερους ρυθμούς, ενώ η αξιοποίηση συμπληρωματικών μέσων πληρωμών μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο.

Η εμπειρία των “κινηματικών” δήμων στην Ισπανία δείχνει ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος μιας καθεστωτικής αλλαγής. Από την άλλη μεριά οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, δείχνουν ότι μια αριστερή κυβέρνηση που δεν φροντίζει να ενισχύσει αποφασιστικά και με διάρκεια τις κοινωνικές τάξεις που την επέλεξαν και να εγκαθιδρύσει και ενισχύσει θεσμούς που μπορούν να εμποδίσουν την επιστροφή στο παρελθόν, κινδυνεύει από τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απογοήτευσης σε κρίσιμα ζητήματα.

Η αξιοποίηση των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού ενός κρατικού ή αυτοδιοικητικού μηχανισμού, για την υλοποίηση νέων στρατηγικών επιλογών, είναι αναμφίβολα μια δυνατότητα που δεν προκύπτει όμως αυτόματα με την εγκατάσταση των νέων υπουργών. Η πολιτική απόφαση είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά η επιλογή στόχων, προτεραιοτήτων, και η επιλογή διαδικασιών προετοιμασίας του πολιτικού και τεχνικού δυναμικού, και η εφεύρεση νέων θεσμικών λειτουργιών είναι αναπόφευκτες.


Προς το Νέο Παραγωγικό Μοντέλο

Σε πολλές διατυπώσεις της Αριστεράς και των αριστερών, η αναφορά στο Νέο Παραγωγικό Μοντέλο, μια αναφορά προφανώς σε παραγωγικές επιλογές και παραγωγικές σχέσεις, μπορεί να αφορά εύκολες υποσχέσεις και παρουσιάσεις πολιτικών, ή και πιο σοβαρές προσπάθειες περιγραφής στόχων και στρατηγικών. Η επιλογή της ευκολίας είναι η πιο συνηθισμένη εκδοχή, καθώς επιχειρείται να αποκτήσουν ανατρεπτική πατίνα, χρήσεις αυτής της διατύπωσης κοινότοπες και σχεδόν συστημικές. Για να σκεφτεί κανείς πώς μπορεί να αντικατασταθεί το σημερινό παραγωγικό μοντέλο, και να σχεδιαστεί το νέο, δεν αρκεί να περιγράφει κάποιες αλλαγές που συντελούνται ή που αναμένεται να συντελεστούν στο πλαίσιο του σημερινού παραγωγικού συστήματος. Χρειάζεται να αναδειχθούν και να σχεδιαστούν παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα σχέδιο ενίσχυσης του παραγωγικού και πολιτικού ρόλου των λαϊκών τάξεων, και των θεσμών που κατοχυρώνουν την προτεραιότητα του δημοσίου συμφέροντος και της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.

Η δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος, ο συνδυασμός του εξογκούμενου περιβαλλοντικού κόστους, με την αντιπαραγωγική και αντικοινωνική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και με την ενίσχυση δραματικών κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην Ελλάδα ειδικότερα αυτή η δυναμική επιδεινώθηκε από το πελατειακό σύστημα διαχείρισης και την προσαρμογή σε αυτό το σύστημα της διοίκησης του δημόσιου τομέα. Και επομένως η αναζήτηση νέων θεσμικών επιλογών σε ό,τι αφορά την οργάνωση της οικονομίας περιλαμβάνει την ανάγκη να γίνουν σοβαρές αλλαγές στη διοίκηση των πολιτικών που αφορούν την πραγματική οικονομία αλλά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, η απομάκρυνση δηλαδή από το μοντέλο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, το πέρασμα από την εργατική τάξη στο “πλήθος”, οι αλλαγές που οφείλονται σε τελευταία ανάλυση στην προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να υποτάξει τη γνωσιακή εργασία, είναι εξελίξεις που πρέπει να οδηγήσουν σε νέες στρατηγικές επιλογές οι οποίες επιδιώκουν την άμεση συλλογική παρέμβαση του κόσμου της εργασίας στα επίπεδα της παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών σχέσεων δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί από την Αριστερά το σύνολο των επιλογών του παρελθόντος. Η παγκοσμιοποίηση ως στρατηγική του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, έχει οδηγήσει σε οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις τις χώρες που αποδέχθηκαν την καθαρή μορφή αυτής της στρατηγικής, και σε σχετικές επιτυχίες τις χώρες που αντιστάθηκαν στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Η ανάγκη της εξωστρέφειας των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις συνθήκες μιας κρίσης που οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό σε μια μακρόχρονη διαδικασία διεύρυνσης του εξωτερικού ελλείμματος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Από την άλλη μεριά όμως, δεν μπορεί να βασιστεί στην εξωστρέφεια και μόνο η ανάκτηση παραγωγικών δυνατοτήτων και η αύξηση της απασχόλησης, όταν μάλιστα το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον δεν χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακό δυναμισμό. Όταν επιπλέον η ανασυγκρότηση της παραγωγής και η κάλυψη κοινωνικών αναγκών πρέπει να συνδεθούν με συστηματικές διαρθρωτικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις, ο τοπικός χαρακτήρας του αναπτυξιακού σχεδιασμού (που συμπεριλαμβάνει τις εξωστρεφείς δραστηριότητες) είναι ένας αναπόφευκτος προσανατολισμός.


Ξανά για την κρίση

Τα υπολείμματα του παλαιού δικομματισμού αλληλοκατηγορούνται σχετικά με τις επιλογές που οδήγησαν στην κρίση το 2009. Το γεγονός όμως ότι το ελληνικό παραγωγικό σύστημα οδηγήθηκε σε ένα θεαματικό αδιέξοδο, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης περιόδου, κατά την οποία το ανανεωμένο από τον “εκσυγχρονισμό” πελατειακό σύστημα, συρρίκνωσε τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, αναπαρήγαγε έναν αναποτελεσματικό διοικητικό μηχανισμό, οδήγησε άφθονους πόρους στη σπατάλη και τη διαφθορά, και συρρίκνωσε την εφαρμοσμένη οικονομική σκέψη στην επανάληψη των θαυματουργών ιδιοτήτων της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Η φυγή προς τον δανεισμό, που κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, δεν ήταν μόνο μια φυγή προς ένα αδιέξοδο, αλλά ήταν και η κατάληξη της αδυναμίας της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να σκεφτεί την οικονομία έξω από τη μυθοποίηση του ιδιωτικού συμφέροντος.

Η ενσωμάτωση αυτού του δόγματος στη σύγχρονη οικονομική σκέψη, και η αναπαραγωγή του για τρεις δεκαετίες, αποδυνάμωσε όλες τις πλευρές των καπιταλιστικών θεσμικών πλαισίων υποστήριξης των αναπτυξιακών πολιτικών, και κατά κύριο λόγο τις λειτουργίες που αφορούν τον σχεδιασμό των οικονομιών και τη διοίκησή τους, όπως και την αξιοποίηση της παραγωγής νέας γνώσης σε ό,τι αφορά την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Οι υστερήσεις σε ό,τι αφορά την εισαγωγή καινοτομιών (τεχνολογικού ή οργανωτικού χαρακτήρα) στην παραγωγή, οι άφθονες κακοτεχνίες και ελλιπείς συντηρήσεις στον τομέα των υποδομών (που παρατηρούνται σε όλη τη χώρα), οι παραβιάσεις της νομοθεσίας και οι δραματικές υστερήσεις σε θέματα περιβάλλοντος, υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των αναπόφευκτων αδυναμιών του πελατειακού συστήματος, με τις ανορθολογικές ειδικές επιλογές, τη λήψη αποφάσεων με την υποταγή σε μεμονωμένα συμφέροντα, τη στρέβλωση πολιτικών προς όφελος ειδικών συμφερόντων. Ο συνδυασμός αυτών των δυσλειτουργιών με τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, συνέβαλε στην επιδείνωση της κρίσης, οδηγώντας τόσο στην απώλεια του ελέγχου των παραγόντων που την τροφοδότησαν, όσο και στην ακαμψία διαδικασιών και εργαλείων που αφορούν την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της αναπαραγωγής αυτών των δυσλειτουργιών είναι ότι σε μια στιγμή κατά την οποία είναι αναγκαίες μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο και τα εργαλεία άσκησης πολιτικής, για την υλοποίηση μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης, η επιχειρηματική τάξη –συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών– παραμένει αναδιπλωμένη στην υπεράσπιση της κερδοφορίας χωρίς την παραμικρή αναζήτηση κατευθύνσεων για το σύνολο της οικονομίας. Παραμένει δηλαδή προσκολλημένη στην ποιότητα των πολιτικών που καθιερώθηκαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, διεκδικώντας μάλιστα την ενίσχυσή τους προς κατευθύνσεις εξασφάλισης της κερδοφορίας με δημόσιες πολιτικές, όπως συμβαίνει με καθαρό τρόπο στην περίπτωση των συστημικών τραπεζών (στην εποχή της υπερφορολόγησης, πετυχαίνουν αναβολή των πληρωμών φόρων). Παράλληλα, έχει ελαχιστοποιηθεί το προσωπικό του δημόσιου τομέα που έχει τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίες ώστε να μπορεί να αναλάβει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίσουν την απεξάρτηση των αναπτυξιακών πολιτικών από την απόλυτη υποταγή στις επιδιώξεις και τις δυνατότητες του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα.

Ένα σύνολο παραγόντων κάνουν ώστε η ριζική ανανέωση του θεσμικού πλαισίου και των κατευθύνσεων των αναπτυξιακών πολιτικών να είναι ταυτοχρόνως απαραίτητη και ιδιαίτερα δύσκολη. Η εμμονή των δυνάμεων του κεφαλαίου με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι στρατηγικού χαρακτήρα, και δεν υπάρχει καμία πρόθεση αλλαγής αυτού του προσανατολισμού τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά οι πολιτικές απέναντι στην εργασία που υλοποιήθηκαν κατά την 30ετή περίοδο και κατά την 8ετία των μνημονίων έχουν αποδυναμώσει συστηματικά τις λαϊκές δυνάμεις, και η κινητοποίησή τους έχει μεν οδηγήσει στις εκλογικές νίκες της Αριστεράς το 2015, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τον επηρεασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης και των κινηματικών πολιτικών παρεμβάσεων. Το βάρος των πρακτικών του πελατειακού συστήματος παραμένει, ακόμα κι αν έχουν αφαιρεθεί σε καθοριστικό βαθμό από τη σημερινή κυβέρνηση οι πρακτικές που συνδέονται με τη διαφθορά και εν μέρει αυτές που οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων. Καθώς είναι ακόμα κανόνας η αποσπασματική επιλογή και χρηματοδότηση έργων και δράσεων, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής και πόσο μάλλον υλοποίησης αναπτυξιακών στόχων, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

Η αποσπασματική προσέγγιση αυτών των πολιτικών συνυπήρχε και συνεχίζει να συνυπάρχει με την εξάρτηση από πολλαπλές και αυτοτελείς κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης (της αναμενόμενης αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης), όπως η ελκυστικότητα του τουριστικού τομέα, οι ξένες επενδύσεις, οι αυξήσεις των δημοσίων και των κοινωνικών δαπανών, οι δημιουργία των start up's. Η ιδέα ότι η δημιουργία ή η εγκατάσταση κάποιων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα των αυξήσεων της ζήτησης, και χάρη στις πρωτοβουλίες του νεφελώδους χώρου της επιχειρηματικότητας, μπορούν να γεννήσουν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, είναι –δυστυχώς– μια επανάληψη της μυθολογίας που διέδωσε και εγκαθίδρυσε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, πείθοντας ιδιοτελείς επιχειρηματίες, ανεπαρκείς δημόσιους λειτουργούς και πολιτικούς όλων των παρατάξεων, για τον αναντικατάστατο χαρακτήρα των αυτοματισμών της αγοράς.


Από την εργατική τάξη στο πλήθος

Η μορφή που μπορεί να πάρει η ένταξη του κόσμου της εργασίας σε ένα νέο μοντέλο, δεν μπορεί πλέον να είναι η υλοποίηση του φορντιστικού οράματος, το οποίο ματαίωσε στην Ελλάδα ο “εκσυγχρονισμός”. Του οράματος δηλαδή που επιδιώκει τον συνδυασμό της οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και του κοινωνικού κράτους. Σήμερα ο κόσμος της εργασίας είναι κατά κύριο λόγο ένα πλήθος επισφαλώς απασχολούμενων και ανέργων, εκ των οποίων κάποιοι μπορούν να κατακτήσουν δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί παλαιότερα στον φορντιστικό ευρωπαϊκό κόσμο, αλλά πρέπει να είναι στην πραγματικότητα σε αναζήτηση, όχι μόνο μισθού και δικαιωμάτων, αλλά και ρόλου στην οικονομία και την κοινωνία. Είναι προφανές ότι λόγω της κατάρρευσης της παραγωγής, αλλά και της αναδίπλωσης των επιχειρηματιών και των μετόχων στην εξασφάλιση της τρέχουσας κερδοφορίας, υπάρχει ένα τεράστιο κενό ως προς τους παράγοντες ενεργοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και μόνο οι συλλογικές μορφές άσκησης πολιτικών και οργάνωσης της παραγωγής μπορούν να δώσουν λύσεις που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν ανάγκες αλλά και να αξιοποιήσουν τις υπαρκτές γνώσεις αυτού του δυναμικού.

Οι παρεμβάσεις σε ό,τι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τόσο τα διεθνή όσο και τα τοπικά, απαιτούν και αυτές συλλογικές μορφές απόφασης για ασκούμενες πολιτικές, και το ίδιο ισχύει πόσο μάλλον για τον αναγκαίο συνδυασμό πολιτικών για το περιβάλλον και αναπτυξιακών πολιτικών. Σε ό,τι αφορά τόσο την επεξεργασία, όσο και την υλοποίηση αυτών των πολιτικών, η εκδήλωση της συλλογικής θέλησης δεν μπορεί να προκύψει μόνο “από τα κάτω”, και πρέπει μάλλον να είναι και το αποτέλεσμα μιας εκδήλωσης της θέλησης της κοινωνίας και με αποφάσεις σε επίπεδο θεσμών κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης, οι οποίες αφορούν οικονομικούς πόρους και συνδυασμούς πολιτικών παρεμβάσεων. Απέναντι σε κατόχους των μέσων παραγωγής και των μέσων δημιουργίας και διαχείρισης του χρήματος, που δεν επιδιώκουν την ολοκληρωμένη συγκρότηση ενός συστήματος παραγωγής και αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, αλλά επιδιώκουν αντίθετα την αξιοποίηση ευκαιριών κερδοφορίας σε μια κοινωνία αποδιοργανωμένη και φτωχοποιημένη, ο ρόλος του κόσμου της εργασίας είναι να ανασυγκροτήσει την κοινωνία και την παραγωγή μέσω πρωτοβουλιών που αφορούν επιλογές για τις κατευθύνσεις της παραγωγής, και τις μορφές σχεδιασμού και διοίκησής της.

Υπάρχουν ορατές δυνατότητες υλοποίησης ενός τέτοιου προσανατολισμού που αφορούν την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, τις Ενεργειακές Κοινότητες, τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, τις μορφές συνεργασίας Μικρών Επιχειρήσεων, των οποίων η αξιοποίηση εμποδίζεται ή αναστέλλεται από ελλείψεις στον σχεδιασμό της ανάπτυξης και τη διοίκηση της υλοποίησής αυτού του σχεδιασμού. Παράλληλα είναι δυνατή η ενεργοποίηση των εργαζομένων σε μεγάλες δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε δημόσιες υπηρεσίες, με την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ίδιους του εργαζόμενους σε ό,τι αφορά τον αναπτυξιακό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων και υπηρεσιών. Επίσης, είναι δυνατή η ενεργοποίηση των πολιτών με τις κατάλληλες συμμετοχικές δομές, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, για να ενισχυθεί ο ρόλος της, και να αντιμετωπιστούν προς όφελος των τοπικών κοινωνιών ζητήματα αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά.

Ένας τέτοιος γενικός προσανατολισμός αποτελεί την οδό για τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας στις νέες συνθήκες, και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της καταστροφικής δυναμικής του καπιταλισμού, χωρίς να παραβλέπουμε και την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών με την πλήρη σημασία του όρου. Πρόκειται για έναν προσανατολισμό ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει να υλοποιείται με μια μεταβατική λογική, κατακτώντας θεσμικές λειτουργίες που δεν είναι πάντα ξένες προς ιστορικές ή και σύγχρονες μορφές ρύθμισης καπιταλιστικών κοινωνιών, αλλά στην σημερινή συγκυρία μπορούν να ενταχθούν σε μια διαφορετική δυναμική.


Η μεταβατικότητα

Η χάραξη πολιτικών για την επίτευξη στόχων με μεταβατικό χαρακτήρα, που ενισχύουν τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και των μετακαπιταλιστικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που είναι ακόμα εχθρικό και με αφετηρία ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης που αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι η αναπόφευκτη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν αριστερές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν, και τα εμπόδια που συναντάει η αξιοποίησή τους δεν είναι η αδιάσπαστη συνοχή των υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού, αλλά πολύ περισσότερο οι ελλείψεις των αριστερών πολιτικών δυνάμεων ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μεταβατικών στόχων. Δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η οποία έχει προφανή αντι-αναπτυξιακά αποτελέσματα, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις καταρχάς των δανειστών, οι οποίοι θα είναι πρόθυμοι να δεχτούν ετερόδοξες πολιτικές και στόχους, όταν είναι ορατά τα μακροοικονομικά τους αποτελέσματα.

Αλλά σε συνθήκες εξασθένισης της οικονομικής ισχύος του κεφαλαίου, είτε του επιχειρηματικού, είτε του τραπεζικού (που είναι η σκιά του εαυτού του και συντηρείται από ισχυρές ενέσεις δημοσίου χρήματος), υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων από συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, ειδικότερα από συνεργασίες και δικτυώσεις μικρών επιχειρήσεων, με τις οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν παραγωγικοί και κοινωνικοί στόχοι, που μπορούν μάλιστα να ικανοποιήσουν και μέρος ενός εκ των προτέρων αρνητικού επιχειρηματικού κόσμου. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αξιοποιήσουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες προέρχονται εν μέρει από το θεσμικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, και ενισχύουν τόσο τις δυνατότητες ενός αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα, όσο και τις δυνατότητες ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο, συλλογικών οικονομικών δραστηριοτήτων και δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος. Από τη στιγμή που επιτυγχάνονται τέτοιοι στόχοι, μέσω του συνδυασμού της υιοθέτησης των κατάλληλων πολιτικών αποφάσεων και της ενεργοποίησης των ενδιαφερομένων παραγωγών και πολιτών, δεν χρειάζεται να καταληφθούν τα Χειμερινά Ανάκτορα για να διαπιστωθεί ότι μπορεί να αμφισβητηθεί όχι μόνο η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά και η πρωτεύουσα σημασία της καπιταλιστικής λογικής. Μιας λογικής που έχει προ πολλού υποβαθμιστεί καθώς η αναπαραγωγή του συστήματος δεν αφορά πλέον κατά κύριο λόγο τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος κεφαλαιούχων που υποστηρίζονται και προστατεύονται από την τάξη των πολιτικών. Πρόκειται για τη λογική που αναπαράγει και εμβαθύνει τις κρίσεις.

Η παρέμβαση της Τρόικα είχε δύο διαστάσεις. Η μια αφορούσε την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και η άλλη την υιοθέτηση “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” που αναμενόταν ότι θα είχαν αναπτυξιακές επιπτώσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η τρομερή τριετία 2015-2018, είχαν υιοθετηθεί αποφάσεις σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους, με τα υπερβολικά και αμφισβητούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ήταν συγχρόνως σαφές ότι οι “διαρθρωτικές” αποφάσεις δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, και επομένως ότι ήταν λογικό να ληφθούν μέτρα ικανά να τονώσουν τη μεγέθυνση του προϊόντος της οικονομίας κι επομένως να επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει για κάποια χρόνια τις υποσχέσεις της. Είναι προφανές ότι το πεδίο της διαπραγμάτευσης για την μείωση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να κλείσει (σε ευρωπαϊκό επίπεδο), αλλά πρέπει να ενεργοποιηθεί το πεδίο της επιλογής θεσμικών αλλαγών ως προς την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών, που να είναι αποτελεσματικές για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Πολιτικές που πρέπει να είναι ετερόδοξες και αντίθετες όχι μόνο με την εγχώρια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, αλλά και με τις λογικές αναπαραγωγής μιας παρακμασμένης, παραγωγικά και θεσμικά, καπιταλιστικής οικονομίας. Η προοπτική ουσιαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα τροφοδοτηθεί από τη δυνατότητά τους να ενισχύσουν την κοινωνική και πολιτική συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε περισσότερες από μια χώρες.

Πρόκειται για μια συγκυρία πρωτοφανή για την Αριστερά. Έχουμε μαζικά κινήματα συνολικής αμφισβήτησης καθεστώτων όπως στη Γαλλία σήμερα (αλλά και την Αλγερία και τα Βαλκάνια), σε συνδυασμό με νησίδες μεταβατικών συστημάτων παραγωγής (Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία) και διοίκησης (Δήμοι στην Ισπανία), ενώ η διακυβέρνηση ή η προοπτική διακυβέρνησης από αριστερά κόμματα αναμένεται να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές που μεταβάλουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς προς όφελος του κόσμου της εργασίας και συνθέτουν από την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού ως την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου σε ένα παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα. Τα κόμματα της Αριστεράς έχουν να παίξουν σε αυτή τη συγκυρία, έναν πρωτεύοντα ρόλο, να συμβάλουν στην επεξεργασία σχεδίων και στόχων, να αποκτήσουν σε διάλογο με την κοινωνία και τα κινήματα έναν καθαρό προγραμματικό ρόλο.


Πηγή μέσα από το πλήθος 1, 2



Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Ο Λούκατς και η εποχή μας


του Χρήστου Λάσκου


Κωνσταντίνος Καβουλάκος, Ιστορία και πράξη –Η φιλοσοφία της πράξης του Γκέοργκ Λούκατς, εκδ. Τόπος, σελ. 300



[Η ορθή γνώση της ολότητας] επιφέρει μια αντικειμενική δομική αλλαγή στο αντικείμενο της γνώσης
ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ



Έχει, άραγε, μια μικρή έστω αξία η ενασχόληση σήμερα με το έργο θεωρητικών, όπως ο Γκέοργκ Λούκατς; Σημαίνει τίποτε το έργο του για μας, τους ανθρώπους της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα; Ή είναι ενδιαφέρον, απλώς, από την άποψη μιας ορισμένης ιστορίας των ιδεών, η οποία γράφεται λόγω ακαδημαϊκής εμμονής του συγγραφέα της;

Να το ρωτήσω κι αλλιώς: δεδομένου ότι η στήλη που φιλοξενεί τα λόγια που διαβάζετε είναι μια στήλη βιβλιοκριτικής, η οποία, όμως, κάθε άλλο παρά κρύβει την αριστερή της «στράτευση», αξίζει να ασχολούμαστε μ’ «αυτά», όταν ο κόσμος καίγεται;

Για τον Καβουλάκο, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αποφασιστικά καταφατική:

«Η ανανέωση της κριτικής θεωρίας περνά σήμερα μέσα από την θεωρητική ανάδειξη των περιεχομένων της ζωής του παρόντος που βρίσκονται σε διακινδύνευση εξαιτίας του ότι μερικευτικά κοινωνικά συμφέροντα ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα εις βάρος τους. Όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, αλλά και η συνεχιζόμενη παγκόσμια κρίση, η δυναμική της επιβολής τέτοιων συμφερόντων […] δεν είναι απεριόριστη, η εκτύλιξή της δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συνεχίζεται επ’ άπειρον χωρίς το ξέσπασμα κρίσεων και την προσφυγή στη βία για τη σταθεροποίηση του κλυδωνιζόμενου καθεστώτος. Γι’ αυτό και […] η έλευση της βαρβαρότητας σε εκσυγχρονισμένη μορφή δεν έχει πάψει ούτε στιγμή να αποτελεί ανοικτή δυνατότητα και εν μέρει ήδη πραγματωμένο γεγονός.

Η εκ νέου ανάδυση του κλασσικού διλήμματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» δεν είναι μέρος μιας επικής αφήγησης για την ιστορική πρόοδο, ούτε μιας δραματικής σκηνοθεσίας κάποιας υποτιθέμενης «αιώνιας ανθρώπινης τραγωδίας». Αποτελεί μάλλον την υπόμνηση του γεγονότος ότι κάθε πρακτική ευκαιρία για τον μετασχηματισμό του κόσμου, η οποία χάνεται κατά τη διαρκώς ανανεωνόμενη διαλεκτική αντιπαράθεση μεταξύ πραγμοποίησης και αποπραγμοποίησης, σηματοδοτεί ένα βήμα υποχώρησης απέναντι την αυτοκαταστροφική τάση μιας κατά βάση παράλογης θέλησης για «ορθολογική κυριαρχία». Οσοδήποτε μικρή κι αν είναι, κάθε υποχώρηση ανοίγει λίγο περισσότερο τη ρωγμή της ιστορίας, μέσα από την οποία μπορεί να αναδυθεί κι έτσι να επαναληφθεί το αδιανόητο. Αν μη τι άλλο, απέναντι στο καθησυχαστικό νανούρισμα της «τραγικής μοίρας» μιας τέτοιας αιώνιας επιστροφής του ίδιου, ο Λούκατς υπέδειξε τον θεωρητικό και πρακτικό δρόμο του ανυποχώρητου αγώνα ενάντια σε τέτοια πισωγυρίσματα» (σελ. 279-280).

Στα λόγια του Καβουλάκου αντηχεί, νομίζω, έντονα η πεποίθηση του Μπένγιαμιν, σύγχρονου του Λούκατς, πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κόσμου, η Επανάσταση, συνιστά επείγον «καθήκον», πρώτα απ’ όλα για να αποτραπεί η βαρβαρότητα. Όπως και τότε, όταν η ήδη επελαύνουσα βαρβαρότητα των Μεγάλων Πολέμων, των φασισμών, του ναζισμού, του σταλινισμού, των καταστροφικών οικονομικών κρίσεων έφτιαξε τις ρωγμές, μέσα από τις οποίες «αναδύθηκε το αδιανόητο». Νομίζω, λοιπόν, πως το νέο βιβλίο του για τον Λούκατς είναι απότοκο αυτής της πεποίθησης και της σύστοιχης αγωνίας του. Αγωνίας που μόνο όσοι βαριά εθελοτυφλούν δεν έχουν.

Το βιβλίο του, λοιπόν, μας δίνει μια εξαιρετική δυνατότητα να σκεφτούμε πάνω σε πολλά από τα κρίσιμα ζητήματα της μετασχηματιστικής πολιτικής πράξης, τα ζητήματα της επαναστατικής πολιτικής, με άλλα λόγια, καθώς και στα γνωσιοθεωρητικά και οντολογικά συμφραζόμενα τους. Το θέμα του αξονίζεται γύρω από το περίφημο έργο του Λούκατς Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, που σηματοδοτεί και την στροφή του τελευταίου προς τον μαρξισμό. Όμως ο Καβουλάκος δεν μας προσφέρει απλώς μια ανάλυση του συγκεκριμένου καθοριστικού έργου του Λούκατς, αλλά ερευνά την πορεία που οδηγεί σε αυτό, τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις του, τις εκλεκτικές του συγγένειες με τις πνευματικές διαμάχες που προηγήθηκαν της συγγραφής του, τις εννοιολογικές οφειλές και τις ασυνέχειες.

Πρόκειται για μια εργασία πολύ πυκνή, πολύ πλούσια και πολύ απαιτητική – προφανώς για τον συγγραφέα της, ακόμη περισσότερο για τον αναγνώστη. Ωστόσο, η συζήτηση για τα μεγάλα θέματα της εποχής δεν μπορεί παρά να είναι «δύσκολη» και απαιτητική – σήμερα, περισσότερο κι από άλλοτε, δεν υπάρχει βασιλική οδός. Εκτός κι αν η φιλοδοξία μας σταματάει στην παρέμβαση σε όσα διαμείβονται μεταξύ των πόλων του δικομματισμού και των οργανικών τους (!) διανοούμενων. Εκτός, δηλαδή, αν η φιλοδοξία μας σταματάει στις κρίσεις περί της προοδευτικής συμμαχίας και της «δίκαιης ανάπτυξης» ή της «αντιαναπτυξιακής φορολογίας» και του αναγκαίου «ευρωπαϊσμού».

Αν δεν σταματάει σε αυτά, τότε δεν υπάρχει παρακαμπτήριος δρόμος, που να αποφεύγει τη βουτιά στα βαθιά, με όλες της τις απαιτήσεις.

Ο Καβουλάκος αναλαμβάνει αυτό το έργο και το κάνει πολύ καλά. Παρουσιάζοντας, μέσα από την ανάλυση της εξέλιξης της σκέψης και της εννοιολογίας του Λούκατς, τη ιστορική φιλοσοφική συζήτηση αναφορικά με τα ζητήματα της [λογικής] μορφής και του [ανορθολογικού] περιεχομένου, του υποκειμένου και του αντικειμένου, της συνείδησης και της πράξης, του παν-λογισμού ή του ακατάληπτου, εν τέλει, πράγματος καθεαυτό [όποιες ονομασίες κι αν δοθούν σε αυτό] διατρέχει, επαρκέστατα, την συζήτηση με σταθμούς τον Καντ, τον Φίχτε, τον Χέγκελ, μέχρι και τους νεοκαντιανούς Ρίκερτ και Λασκ. Κεντρικό ζητούμενο αυτής της συζήτησης δεν είναι παρά η πραγμάτευση του ζητήματος της ανορθολογικότητας του περιεχομένου, όσο κι αν οι λογικές μορφές εξελίσσονται προκειμένου να τιθασεύσουν αυτήν την ανορθολογικότητα.

Με απλά λόγια, το θέμα είναι αν μπορεί να συλληφθεί το όντως ον, η «πλήρης» πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα άμεσα δοσμένα στην αντίληψή μας εμπειρικά πράγματα και γεγονότα επιδέχονται τόσο πολλούς προσδιορισμούς, που είναι αδύνατο να καταγραφούν όλοι επιτρέποντας την ολοκληρωτική σύλληψή τους. Από την καντιανή αναλυτική, που μας έδωσε μια εμβριθή ταξινόμηση των βασικών εννοιών και κατηγοριών, με τις οποίες επιχειρούμε να συλλάβουμε το πραγματικό, αλλά πάντοτε με κάποιο άγνωστο υπόλοιπο, στο μέτρο που το «πράγμα καθεαυτό», το πράγμα στο βάθος του πράγματος είναι αδύνατο να γίνει πλήρως γνώσιμο μέχρι την εγελιανή διαλεκτική που ισχυρίστηκε πως επέλυσε το πρόβλημα θεωρώντας το συγκεκριμένο ανορθολογικό περιεχόμενο της εμπειρίας ως περιπτωσιακό «γέννημα» του Λόγου, που μέσα από την αυτοεκτύλιξή του παράγει όλα τα επιμέρους, τα οποία βρίσκουν το «νόημά» τους μόνο μέσα στην ολότητα, η κεντρικότητα αυτού του ζητήματος είναι δεδομένη. Και διαχρονικά επίκαιρη, από την άποψη πως δεν μπορείς π.χ. ως κομμουνιστής ή αναρχικός αγωνιστής να μην αναρωτιέσαι διαρκώς για την συμβατότητα –και την πόση συμβατότητα– της «θεωρίας» σου με την όντως πραγματικότητα και, συνεπώς, με τη δυνατότητα μετασχηματισμού της.

Ο Καβουλάκος πειστικά αναιρεί την επικρατούσα άποψη πως ο Λούκατς, αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα –επομένως, και όλα τα υπόλοιπα- δεν είναι, τελικά παρά ένας ιδεαλιστής εγελιανής κοπής. Άποψη, που προβλήθηκε ήδη από την πρώτη εμφάνιση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση από τους ντετερμινιστές του μαρξισμού της εποχής, των οποίων η «επιστήμη» περιέγραφε έλεγαν απολύτως ικανοποιητικά την κατάσταση και την εξέλιξη του κόσμου, κορυφώθηκε στην κριτική του Αντόρνο και την αντιμετώπιση ως «ανθρωπιστή» του Λούκατς από τον Αλτουσέρ και επανήλθε μετά την επανάκαμψη του βιβλίου στη δεκαετία του ’60 και του ’70.

Ο Λούκατς, πραγματικά, στην προσπάθειά του, στα συμφραζόμενα της ήττας των επαναστάσεων των αρχών της δεκαετίας του ’20, να αναμετρηθεί με τα δυο κακά της μοίρας του μαρξισμού, δηλαδή, της αντίληψης περί νομοτελειακής έλευσης του σοσιαλισμού και της αντίπαλης, αλλά σύστοιχης, υπερ-βουλησιαρχικής, προσέφυγε στον Χέγκελ, η διαλεκτική μέθοδος του οποίου προσέφερε εργαλεία για μια κάποια διέξοδο. Ωστόσο, υπήρξε ιδιαίτερα κριτικός απέναντί του, αρνούμενος τόσο τη μυθοποιητική έννοια του παγκόσμιου πνεύματος όσο κι εκείνη της περίφημης εγελιανής «πανουργίας του Λόγου». Μ’ όλο τον αναμφισβήτητο ιστορικό χαρακτήρα του εγελιανού συστήματος, ο Λούκατς θεωρεί πως ο Χέγκελ, εντελώς αντίθετα με την δική του θεώρηση, υποβαθμίζει τη σημασία της ίδιας της ιστορίας, η οποία γίνεται μια απλή στιγμή του ολοκληρωμένου συστήματος. Για τον Χέγκελ, υποκείμενα της ιστορίας είναι τα, κατά φάσεις, πνεύματα των λαών, που, όμως, τελικά, δεν είναι παρά υποστασιοποιήσεις του «παγκόσμιου πνεύματος», τις συγκεκριμένες μορφές που κάθε φορά λαμβάνει το Απόλυτο. Ενώ η ίδια η ανθρώπινη πράξη είναι εντελώς ανεξάρτητη από το νόημα που τις αποδίδουν τα δρώντα υποκείμενα.

«Γι’ αυτό και στο εγελιανό πλαίσιο είναι αναγκαία η προσφυγή στην έννοια της «πανουργίας του Λόγου», ενός Λόγου ο οποίος «χρησιμοποιεί» τα επιμέρους σχέδια δράσης των ατόμων και των ανθρώπινων ομάδων προκειμένου να υλοποιηθεί ο ίδιος εντός της ιστορίας […] Για τον Λούκατς, η «λύση» της πανουργίας του Λόγου δεν είναι κάτι περισσότερο από μια «εννοιακή μυθολογία», αφού η εγελιανή φιλοσοφία «είναι αναγκασμένη να πάει πέρα από την ιστορία και να εγκαθιδρύσει εκείθεν της ιστορίας εκείνο το βασίλειο του Λόγου που έχει φτάσει στον εαυτό του, από την σκοπιά του οποίου μπορεί να κατανοηθεί η ιστορία ως βαθμίδα» αυτής ακριβώς της επιστροφής του λόγου στον εαυτό του» (σελ. 93).

Ο Λούκατς δεν είναι ιδεαλιστής, γι’ αυτό και αναζητάει στο Μαρξ την απάντηση στα ζητήματα που θέτει η ιστορία. Και είναι πεπεισμένος πως τη βρίσκει σε αυτόν. Από αυτήν την άποψη, η επαναφορά της «κατηγορίας» για ιδεαλισμό λόγω της γνωσιοθεωρητικής και οντολογικής πρόταξης της πράξης από μέρους του, που τον κάνει για κάποιους νεο-φιχτιανό, είναι εντελώς ανερμάτιστη. Η ιστορία είναι πράξη, η ιδεολογία («συνείδηση») είναι πρακτική, για να θυμηθούμε τον Αλτουσέρ, ο υλισμός είναι εμμονή στην πρακτική, με τα λόγια του Μαρξ, από τις περίφημες Θέσεις για τον Φόιερμπαχ.

Ο Καβουλάκος, νομίζω, αίρει κάθε υπόνοια για τον ιδεαλισμό και τον «ανθρωπισμό» του Λούκατς. Και το κάνει δείχνοντας την προέλευση πολλών εννοιών του, που, ας πούμε, είναι βέβαιο πως μπορούν να αποδοθούν στους νεοκαντιανούς. Γενικότερα –κι αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον στο Λούκατς– έχουμε την αξιοποίηση ενός πολύ πλούσιου αποθέματος από την κλασική γερμανική φιλοσοφία, που επιτρέπει «διαβάσεις», τις οποίες άλλοι μαρξιστές αδυνατούν να διανοίξουν. Χαρακτηριστική είναι η πολύ παραγωγική έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» –κατεξοχήν νεοκαντιανή–, η οποία δεν αναφέρεται στο αντικείμενο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το αντικείμενο είναι, ιδέα κρίσιμης σημασίας για την κατανόηση του Ιστορία και Ταξική Συνείδηση. Όπως σημειώνει ο Andrew Feenberg, στον πρόλογο του βιβλίου, «[σ]το νεοκαντιανό πλαίσιο υπάρχουν πολλαπλοί τέτοιοι τρόποι [να είναι ένα αντικείμενο]. Οι φυσικές επιστήμες έχουν αντικείμενα ενός ορισμένου τύπου, αρκετά διαφορετικού από τα αντικείμενα της καλλιτεχνικής παραγωγής κ.ο.κ. Υπάρχουν πολλοί τύποι αντικειμένων, καθένας από αυτούς αποτελεί μια συνεκτική διατομή στην άπειρη πολυπλοκότητα της εμπειρίας. [Ο] Λούκατς μας λέει ότι το εμπόρευμα αποτελεί το πρότυπο του συγκεκριμένου τρόπου του να είναι κάτι αντικείμενο, που χαρακτηρίζει όλα τα αντικείμενα στην αστική κοινωνία και διαμορφώνει την υποκειμενική αντίδραση σε αυτά τα αντικείμενα. Το γεγονός ότι επιστρατεύει το νεοκαντιανό όρο έχει σημασία» (σελ. 19). 

Ο Λούκατς αξιοποιεί τη νεοκαντιανή έννοια της «μορφής αντικειμενικότητας» στην ανάπτυξη της κεντρικής στο «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» σημασίας της πραγμοποίησης. Η πραγμοποίηση στον καπιταλισμό είναι ο τρόπος να είναι τα πράγματα στις ειδικές δικές του –γενική εμπορευματοποίηση και εκμετάλλευση- συνθήκες. Σημαίνει πως τα αντικείμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας μοιάζουν με τα αντικείμενα των φυσικών επιστημών με όρους ποσοτικοποίησης και νομοτελειακότητας.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί μια «δεύτερη φύση», φτιαγμένη από τα περιεχόμενα του κοινωνικού κόσμου, περιλαμβανομένων των ανθρώπινων όντων, στην οποία η τεχνολογία και οι νέες μορφές «ορθολογικότητας» παίζουν ένα ρόλο κλειδί. Έτσι γίνονται τα «πράγματα» στον καπιταλιστικό κόσμο κι έτσι είναι τα «πράγματα» όσο συνεχίζει αυτός ο κόσμος να υφίσταται. Αυτή είναι η μορφή αντικειμενικότητας που του αντιστοιχεί. Ο Χάιντεγκερ θα έχει αντίστοιχους προβληματισμούς, στο δικό του ιδιόλεκτο, το καθόλου αντικαπιταλιστικό. Ενώ και ο Βιτγκενστάιν, μαζί με τους δύο προηγούμενους, θα μοιραστεί, στο πλαίσιο αυτής της μορφής αντικειμενικότητας, το εγχείρημα ενός ριζικού αναπροσανατολισμού της σκέψης.

Το ερώτημα, για τον Λούκατς, είναι αν ο κόσμος αυτός είναι υπερβάσιμος ή αποτελεί την απόλυτη ΤΙΝΑ: με τους δικούς του όρους, αν το προλεταριάτο μπορεί, γινόμενο το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας, να οδηγήσει στο ριζικό μετασχηματισμό του κόσμου. Η απάντηση του μαρξιστή Λούκατς, ο οποίος ήδη είχε χρηματίσει λαϊκός επίτροπος στην επαναστατική κυβέρνηση της Ουγγαρίας το 1919, είναι καταφατική: το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας είναι ήδη εδώ, στην ταξική πάλη του προλεταριάτου, στο πραγματικό κίνημα, που καταργεί από τώρα την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ.

Ο Λούκατς θα αναμετρηθεί με όλα όσα απαιτούνται για την στήριξη αυτής της κατάφασης στην επανάσταση ως ριζικού «ρεαλισμού». Θα αναμετρηθεί, δηλαδή, με την κριτική των «οικονομικών» και του ρεφορμιστικού μαρξισμού, με την ανάδειξη της εμπορευματικής μορφής ως αρχέτυπου της καπιταλιστικής μορφής νεωτερικότητας, όπως και της υπολογιστικής ορθολογικότητας. Με την «τραγωδία της επαναστατικής πράξης», την ταξική συνείδηση, την «καταλογιζόμενη» ταξική συνείδηση, με την ταξική συνείδηση ως άλμα στο ριζικά νέο. Με την επαναστατική συγκυρία και το πρόβλημα της βίας, όπως και της ατομικής τρομοκρατίας. Με το κόμμα ως «πραγματική μορφή διαμεσολάβησης», τη διαλεκτική της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής του, την πολιτική του και το εσωτερικό όριο της από-πραγμοποίησης.

Το βιβλίο του Καβουλάκου είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί, νομίζω, για τη μάθηση αυτών των ζητημάτων. Και πείθει για τη μεγάλη σημασία τους, τη μεγάλη σημασία, δηλαδή, του Λούκατς για την επαναστατική πολιτική της εποχής μας.

                                                                      ***

Στην παρουσίαση του βιβλίου στην Θεσσαλονίκη, πριν λίγες μέρες, ο συγγραφέας, στη διάρκεια της συζήτησης, αναρωτήθηκε πώς είναι δυνατόν «αλτουσεριανοί» –όπως ο υπογραφόμενος ή ο Άρης Στυλιανού, που το παρουσίασε, μαζί με τον Κώστα Σταμάτη και τον Αλέξανδρο Κιουπκολή– να βρουν ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο για τον Λούκατς. Είναι σωστό το ερώτημα – είναι πολύ δύσκολο αλτουσεριανός να διαβάσει Λούκατς. Το γεγονός πως κάποιοι το έκαναν δείχνει πόσο καλή είναι η δουλειά έκανε του Καβουλάκου. Πραγματικά εξαιρετικό έργο.


Πηγή alterthess

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Τάξη, συνείδηση, γνώση


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η Αριστερά, τα αριστερά κόμματα, αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν μέσα από τον 19ο αιώνα ως κόμματα που εξέφραζαν την εργατική τάξη, τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, ως κόμματα που διαμόρφωναν τις πολιτικές τους με βάση δύο επιρροές: αφενός μεν την οργανωτική και κοινωνική συγκρότηση της εργατικής τάξης και την ανάδειξη μιας δικής της ταξικής συνείδησης, αφετέρου δε την ανάπτυξη μιας θεωρίας της ταξικής κινητοποίησης και δράσης, όπου κυριάρχησε η μαρξιστική ανάλυση και προγραμματική επεξεργασία.

Η ταξική συνείδηση δεν σήμαινε αναγκαστικά την ύπαρξη ενός σχεδίου για το μέλλον και από την άλλη μεριά η θεωρία δεν μπορούσε να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί χωρίς τις κινηματικές και οργανωτικές μορφές που αποτελούσαν εκδηλώσεις της ταξικής συνείδησης.

Κατά την ιστορική περίοδο ως την Επανάσταση του 1917, την οργανωτική και πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης συνόδευαν μια θεωρητική επεξεργασία και συζήτηση που αφορούσαν τον χαρακτήρα και τους στόχους των εργατικών κινημάτων, τον χαρακτήρα των κομμάτων που τα εκπροσωπούσαν και τις στρατηγικές αυτών των κομμάτων.

Επρόκειτο για μια περίοδο δημιουργική, όπου η ανυποχώρητη στράτευση και το ακούραστο θεωρητικό έργο του ίδιου του Μαρξ είχε δώσει τον πολιτικό και ηθικό τόνο.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, και για τον υπόλοιπο 20ό αιώνα, ξεκίνησαν διεργασίες που με πολλαπλούς τρόπους υπέταξαν την εργατική τάξη και ανέδειξαν τα αριστερά κόμματα ως εργαλεία αυτής της υποταγής, που υπάκουαν πλέον σε δικά τους συμφέροντα και εγκατέλειπαν την αναζήτηση επαναστατικής θεωρίας του εργατικού κινήματος.

Η κυριαρχία του σταλινισμού στην 3η Διεθνή ήταν η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, που κορυφώθηκε με τον Ισπανικό Εμφύλιο και την επίθεση κατά των επαναστατικών πρωτοβουλιών του αναρχικού κινήματος.

Ήταν μια νέα εντελώς περίοδος για το εργατικό κίνημα, καθώς είχε πλέον εδραιωθεί στην ΕΣΣΔ η μετεξέλιξη του κόμματος σε μια κοινωνική τάξη με δικά της συμφέροντα, και η θεωρία ήταν πλέον η προσπάθεια αιτιολόγησης αυτής της κυριαρχίας. Η οποία θεμελίωνε και τις μεθόδους και πολιτικές των υπόλοιπων κομμουνιστικών κομμάτων, τα οποία δεν μπορούσαν παρά να κατακτήσουν την εξουσία με τη δύναμη του σοβιετικού στρατού ή να αναζητήσουν μια μορφή συνεργασίας με τα κόμματα της αστικής τάξης.

Η διαμόρφωση των μεταπολεμικών κοινωνικών συμβολαίων με την υποστήριξη της σοσιαλδημοκρατίας αποτέλεσε το επόμενο στάδιο της αποδυνάμωσης των εργατικών κινημάτων και της παρακμής των κομματικών γραφειοκρατιών, που κατέφυγαν στην υποστήριξη διαχειριστικών λογικών και στις άνευρες θεωρητικές επαναλήψεις.

Το τελευταίο στάδιο αυτής της παρακμής ήταν η εφεύρεση του ευρωκομμουνισμού, της επιδίωξης να ενταχθούν στον αστικό κρατικό μηχανισμό οι εκπρόσωποι της κομματικής νομενκλατούρας, και να εδραιώσουν τη θέση τους όσοι από αυτούς είχαν ενταχθεί στην κυρίαρχη πλέον τάξη των μάνατζερ.

Έτσι χάθηκε περαιτέρω η κριτική πρακτική της εργατικής τάξης, η ανατρεπτική στρατηγική των αριστερών κομμάτων και η θεωρητική επεξεργασία των νέων μορφών εναλλακτικής εξουσίας και των μεθόδων για την εμφάνιση και εδραίωσή τους.

Οι αναζητήσεις και στα τρία αυτά επίπεδα δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αφορούσαν και αφορούν το περιθώριο της κινηματικής και πολιτικής ζωής και το περιθώριο της παραγωγής γνώσης, ακόμα και στον πολιτικό χώρο που παρουσιάζεται ως Αριστερά.

Ο νεοφιλελευθερισμός ως θεωρητικό ρεύμα κατανόησε ότι η κρίση των κοινωνικών συμβολαίων εγκυμονούσε την αναζωπύρωση των μαχητικών εργατικών κινημάτων, ότι η αυξανόμενη ένταση γνώσης στους χώρους εργασίας θα ανέτρεπε ιεραρχίες και παραγωγικούς σχεδιασμούς και ότι, από την άλλη μεριά, το εκτεταμένο κοινωνικό στρώμα των μάνατζερ –η νέα μεσαία τάξη– που ήδη συμμαχούσε με το κεφάλαιο, έπρεπε να διαφυλαχτεί.

Όταν, λοιπόν, έγινε πολιτική αυτό το ρεύμα, για να διατηρηθεί η κυριαρχία του κεφαλαίου, διέλυσε τις όποιες μορφές συγκρότησης του κόσμου της εργασίας, επεδίωξε να καταπνίξει την αναπτυσσόμενη «μαζική διανοητικότητα» των εργαζομένων με την ανασφάλεια και τη φτώχεια, και εκτόξευσε τις αμοιβές και την πρόσβαση στην ιδιοκτησία των μάνατζερ.

Το τοπίο των κοινωνικών κινητοποιήσεων άλλαξε ριζικά: η ταξική συνείδηση αντικαταστάθηκε από τη συνειδητοποίηση από πολλές κοινωνικές ομάδες -και όχι μόνο από τους μισθωτούς- της εναντίωσης με τις ολιγαρχίες, της άρνησης των ανισοτήτων, της επιδίωξης της δημοκρατίας. Χωρίς όμως να υπάρχουν κόμματα ικανά να περάσουν από την έκφραση αυτών των συνειδητοποιήσεων (μέσω των ανεπαρκών μορφών λαϊκισμού), στη χάραξη της στρατηγικής που θα ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα. Κάτι που πρέπει να γίνει μέσω της μετάβασης σε μετα-καπιταλιστικά καθεστώτα, που θα ανατρέψουν και θα αντιστρέψουν τις συνεχιζόμενες καταστροφικές επιπτώσεις των στρατηγικών του κεφαλαίου για το οικονομικό σύστημα, τις κοινωνίες και το περιβάλλον.

Όπως κατά την περίοδο συγκρότησης της Αριστεράς στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, ο κρίσιμος παράγοντας για την εξεύρεση απαντήσεων στα πολιτικά ερωτήματα είναι η θεωρητική και προγραμματική επεξεργασία. Δεν υπάρχει άλλη οδός για την επίτευξη ενός κοινωνικού, παραγωγικού και οικολογικού ορθολογισμού.


Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Μετασχηματίζεται ο καπιταλισμός;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η έκδοση στα ελληνικά των Ρεαλιστικών Ουτοπιών του Erik Olin Wright, προκάλεσε από διάφορες πλευρές το ενδιαφέρον του κοινού της Αριστεράς. Έγινε δεκτό αυτό το έργο από αρκετούς κυβερνητικούς παράγοντες ως μια ανάλυση που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο τις βασικές υποθέσεις της κυβερνητικής πολιτικής, οι οποίες εκ των πραγμάτων υιοθετούν ένα όραμα (και όχι αναγκαστικά μια προοπτική) που μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλ-δημοκρατικό. Αφήνει όμως ανοιχτό και το ενδεχόμενο να υπάρξουν στρατηγικές μετασχηματισμών οι οποίες επιτρέπουν να ξεπεραστούν τα όρια ενός καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου. Πρόκειται για μια προσέγγιση η οποία έχει οπωσδήποτε ένα ιστορικό βάθος, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν θεωρήσουμε ότι η ιδέα ενός μετασχηματισμού με τη σταθεροποίηση ενός μοντέλου νέου καπιταλισμού, αναζωογονημένου χάρη στις κοινωνικές κινητοποιήσεις, χάρη ειδικότερα σε ένα νέο “ταξικό συμβιβασμό”, ανήκει στις “μη ρεαλιστικές ουτοπίες”. Η προοπτική μετασχηματισμών με ανατρεπτική κατάληξη θέτει, μετά από τις πρόσφατες εμπειρίες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, νέα ερωτήματα που δεν απαντώνται αν αναφερθούν μόνο οι “κατάλληλες στρατηγικές διάμεσων μετασχηματισμών”, ή η υπέρβαση των καπιταλιστικών ορίων με “τη διαδικασία ενδυνάμωσης της κοινωνικής εξουσίας”.

Η ιδέα ότι μια από τις διαθέσιμες εκδοχές μετασχηματισμού είναι ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού μέσω κάποιου νέου ταξικού συμβιβασμού, είναι προφανώς διαδεδομένη, αλλά είναι αδύνατο να υποστηριχθεί αν με κάποια σχολαστικότητα εξετάσει κανείς τις διαστάσεις και το βάθος της κρίσης αυτού του συστήματος. Ο νεοφιλελευθερισμός, που συνδυάζει την εξασφάλιση τραπεζικών “ολιγοπωλίων” με μια πολύπλευρη επίθεση κατά του κόσμου της εργασίας, δεν αφήνει να εμφανιστούν διαθέσεις για ταξικό συμβιβασμό, και ακόμα κι αν υιοθετήσει κανείς την άποψη ότι ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε κρίση, πάλι δεν βρίσκει από την πλευρά του κεφαλαίου και των συμμάχων του, ταξικών και πολιτικών, παρά την πρόθεση της εμβάθυνσης των βασικών χαρακτηριστικών του, που αδιαφορεί απέναντι στην αναπόφευκτη επιδείνωση όλων των διαστάσεων της κρίσης.

Ας σημειωθεί όμως και το γεγονός ότι αυτοί που φαίνεται να πιστεύουν στις δυνατότητες μετασχηματισμού του καπιταλισμού, δεν δίνουν έμφαση στην υιοθέτηση θεσμικών λειτουργιών που αναπτύχθηκαν κατά την ωρίμανση του καπιταλισμού, και μπορεί να αξιοποιηθούν από μεταβατικές διαδικασίες για την ενίσχυση του συλλογικού και δημοκρατικού χαρακτήρα των αναπτυξιακών επιλογών. Πρόκειται για τις διαδικασίες σχεδιασμού οι οποίες στήριξαν όλες τις εκδοχές επιτυχημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης, και οι οποίες είναι σε μάς απαραίτητες για να βγούμε από το αδιέξοδο των αποσπασματικών χρηματοδοτήσεων και δράσεων. Κανείς όμως από την πλευρά του κεφαλαίου (ή ακόμα και των υποστηρικτών σοσιαλ-δημοκρατικών προοπτικών) δεν έχει εκδηλώσει την επιθυμία για την ανάπτυξη τέτοιων θεσμικών λειτουργιών, που στην Ελλάδα έχουν καταπολεμηθεί συστηματικά και για μακρά χρονικά διαστήματα από την οικονομική και πολιτική ελίτ.

Χρειάζεται επιπλέον να αμφισβητήσουμε την ιδέα μιας τροχιάς αργής αλλά αέναης ανάπτυξης. Έχουμε ήδη πάρει μια γεύση των αλλαγών που επιφέρει η κλιματική αλλαγή, και των προσαρμογών που πρέπει να γίνουν τόσο σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις δημοσίων φορέων, όσο και στο κόστος που συνεπάγονται οι παρεμβάσεις αυτές για την προστασία των πληθυσμών, την φροντίδα των καλλιεργειών και των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, ειδικότερα δε την εξασφάλιση της επάρκειας υδάτινων πόρων. Μόνο και μόνο απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους, που δύσκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα τεθούν υπό κάποιον έλεγχο σε σύντομο χρονικό διάστημα σε διεθνές επίπεδο, είναι απαραίτητη μια ταχεία αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, ώστε μετά την κατάρρευση που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία, να είναι διαθέσιμοι οι πόροι που θα κάνουν δυνατές τέτοιες παρεμβάσεις. Ένας διαφορετικός δυναμισμός της ανάπτυξης απαιτεί την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αναπτυξιακών πολιτικών, τον συντονισμό τους με τις δημόσιες πολιτικές, και την αναζήτηση και εξεύρεση πρόσθετων πόρων και ρευστότητας.

Χρειάζεται επίσης να πάρουμε στα σοβαρά τις εκτιμήσεις σχετικά με την αστάθεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος, που είναι συνάρτηση της αναγνώρισης του δικαιώματος των τραπεζών να αντιμετωπίζονται ως ολιγοπώλια των οποίων την επιβίωση και την κερδοφορία εξασφαλίζουν οι κρατικές πολιτικές και οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών. Μόνο που αυτή η προστασία δεν επαρκεί για να παίξουν και κάποιο ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη. Οι ελληνικές “συστημικές” τράπεζες που μπόρεσαν να αποφύγουν τον δημόσιο έλεγχο μετά τις διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, είναι μόνο μηχανισμοί εξασφάλισης των κερδών των μεγαλομετόχων, αλλά με κανένα τρόπο μηχανισμοί χρηματοδότησης της οικονομίας. Η ανάγκη ταχείας αύξησης των παραγωγικών δυνατοτήτων, όχι μόνο για λόγους που σχετίζονται με το περιβάλλον, αλλά και για λόγους καθαρά κοινωνικούς -απασχόληση, κοινωνικές και δημόσιες υπηρεσίες-, όπως και για την αντιμετώπιση της καθήλωσης της οικονομίας που ενισχύει η στάσιμη παγκοσμιοποίηση (και μπορεί να επιδεινώσει μια νέα κρίση), σημαίνει ότι πρέπει να δοθεί η μάχη για την κατάκτηση του ελέγχου του δημοσίου επί της δημιουργίας και αξιοποίησης του χρήματος.

Ο Erik Olin Wright διαπιστώνει σωστά οτι υπάρχουν ρωγμές στο καπιταλιστικό σύστημα, οι οποίες επιτρέπουν την ανάδειξη “διάμεσων μετασχηματισμών”, αλλά διατηρεί μια “παραδοσιακή” θα λέγαμε προσέγγιση, αναφερόμενος στην ενίσχυση της κοινωνικής εξουσίας, που είναι αντιμέτωπη με το κράτος και τους θεσμούς του καπιταλισμού. Οι πρόσφατες εμπειρίες σε χώρες όπου τέτοιοι μετασχηματισμοί συνυπήρξαν ή συνυπάρχουν με αριστερές κυβερνήσεις, ή κινηματικές τοπικές αυτοδιοικήσεις, δείχνουν ότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πραγματικοί μετασχηματισμοί που υπερβαίνουν τα καπιταλιστικά όρια, αν δεν συνδυαστούν τα κινήματα για μετα-καπιταλιστικούς θεσμούς και κοινωνικές σχέσεις, με αντίστοιχες πρακτικές σε επίπεδο κράτους ή τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πεδίο των δυνατών μετασχηματισμών δεν βρίσκεται σε θεσμικά κενά, αλλά ενυπάρχει σε θεσμούς άσκησης πολιτικής που μπορούν να αξιοποιηθούν με μια λογική σύγκρουσης με το καπιταλιστικό καθεστώς, μέσω της συσσώρευσης κατακτήσεων μιας κοινωνικής εξουσίας.

Η ανάπτυξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος στον αγροτικό τομέα, ακόμα και η επέκταση του μικρού τομέα των συνεταιριστικών τραπεζών, η δημιουργία και κυριαρχία μιας δημόσιας αναπτυξιακής τράπεζας, η δημιουργία και ενίσχυση θεσμών σχεδιασμού και υλοποίησης τοπικών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, είναι πεδία τα οποία μπορούν να ενταχθούν σε λογικές μετασχηματισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς θα αποφασίσουν να συνοδεύσουν ένα τέτοιο προσανατολισμό. Οι αδυναμίες που μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν σε ότι αφορά τη δυνατότητα χάραξης και υλοποίησης αυτού του προσανατολισμού, οφείλονται στο γεγονός ότι έχουμε κληρονομήσει ένα θεσμικό πλαίσιο και εργαλεία άσκησης πολιτικής που έχουν φτιαχτεί για να μην είναι δυνατό να γίνουν μετασχηματισμοί, και ακόμα χειρότερα να μην υπάρχουν γενικότερα δυνατότητες αξιολόγησης και διόρθωσης των υπαρκτών θεσμών και λειτουργιών. Το βάρος αυτής της αδράνειας είναι τόσο μεγάλο που δεν επιτρέπει τη διεξαγωγή μιας ουσιαστικής συζήτησης για αναγκαίους μετασχηματισμούς, ακόμα κι αν είναι προφανές ότι θα εξυπηρετούσαν σε κάποιο βαθμό και τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.


Πηγή Εποχή, 13.01.2019

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο χρόνος της συνείδησης και της ζωής


του Γιάννη Πρελορέντζου


Ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Μπερξόν (Henri Bergson, 1859-1941) ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν διαπίστωσε ότι, τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και στα μαθηματικά και στη φυσική της εποχής του, ο χρόνος γινόταν αντιληπτός με όρους χώρου (ωρολογιακά): αναπαριστούμε τον χρόνο με μια γραμμή, στην οποία τα χρονικά διαστήματα (λεπτά, ώρες, μέρες κ.λπ.) θεωρούνται ισότιμα, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη τα μεσοδιαστήματα. Ωστόσο, ο χρόνος που βιώνουμε είναι άλλου τύπου: όταν πλήττουμε, λ.χ., «δεν περνά η ώρα», ενώ όταν μας συναρπάζει κάτι, δεν καταλαβαίνουμε «πώς πέρασε η ώρα».

Στο «Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης» (1889), ο Μπερξόν υποστηρίζει ότι τα βασικά γνωρίσματα της «διάρκειας» (durée), όπως ονομάζει τον πραγματικό (βιωμένο) χρόνο (σε ρητή αντιδιαστολή προς τον χωροποιημένο –ωρολογιακό– χρόνο των επιστημών), είναι τα εξής: η ποιότητα, σε αντίθεση με την ποσότητα· η ετερογένεια, σε αντίθεση με την ομοιογένεια· η αλληλοδιείσδυση, σε αντίθεση με την παράταξη ή συμπαράθεση· η διαδοχή, σε αντίθεση με την ταυτοχρονία· η συνέχεια, σε αντίθεση με την ασυνέχεια· η ποιοτική πολλαπλότητα σε αντίθεση με την ποσοτική ή αριθμητική πολλαπλότητα· η αδιαιρετότητα σε αντίθεση με τη διαιρετότητα· η μη αντιστρεψιμότητα, σε αντίθεση με την αντιστρεψιμότητα· και η ακατάπαυστη ανάδυση του απρόβλεπτου νέου, σε αντίθεση με τη μηχανική αναπαραγωγή του ίδιου, όπου το καινοφανές δεν συνίσταται επ’ ουδενί σε απλή αναδιάταξη ή αναδιευθέτηση παλαιών στοιχείων. Ο Μπερξόν εφιστά την προσοχή μας στο γεγονός ότι αυτά τα χαρακτηριστικά της διάρκειας, τα οποία εξέθεσα παρατακτικά (γραμμικά), στην πραγματικότητα αλληλοδιεισδύουν.

Σε επόμενα βιβλία του ο Μπερξόν θα αναδείξει τον οντολογικό χαρακτήρα της διάρκειας. Δεν αφορά μόνο κάθε ανθρώπινη ψυχή, αλλά χαρακτηρίζει εγγενώς κάθε έμβιο ον, ακόμη και την ύλη, «θεωρημένη ως αδιαίρετο όλον», και, γενικότερα, το σύμπαν.

Οι συνέπειες αυτής της σύλληψης είναι θεμελιώδεις: κατ’ αρχάς, ο Γάλλος φιλόσοφος αντιτίθεται στη θεμελιώδη παραδοχή της παραδοσιακής φιλοσοφίας –κυρίως στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη– σύμφωνα με την οποία το είναι προηγείται και υπερτερεί του γίγνεσθαι, και ο χρόνος είναι υποβάθμιση της αιωνιότητας ως αμεταβλησίας. Ο Μπερξόν χαρακτηρίζει την τελευταία «νεκρή αιωνιότητα», στην οποία αντιπαραθέτει τη «ζωντανή αιωνιότητα» ως αέναη μεταβολή.

Η μπερξονική σύλληψη της «διάρκειας» συνεπάγεται την απόρριψη τόσο της μηχανοκρατικής εξήγησης της πραγματικότητας όσο και της ριζικής τελεολογίας. Η βαθιά εξοικείωση του Μπερξόν με τις μεθόδους και βασικά πορίσματα επιστημών της αρχαιότητας και της εποχής του τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το επιστημολογικό μοντέλο της μαθηματικοποιημένης φυσικής δεν ήταν ενδεδειγμένο για όλες τις επιστήμες, επειδή είχε καταστεί ήδη σαφής η πολυπλοκότητα του αντικειμένου της βιολογίας, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας. Ο Μπερξόν επισημαίνει ότι η ζωή και η ύλη είναι ανάλογες με τη συνείδηση, χαρακτηρίζονται δηλαδή από διάρκεια, έστω διαφορετικού ρυθμού ή έντασης. Oσον αφορά το σημαντικότερο γνώρισμα της διάρκειας –την ακατάπαυστη ανάδυση του απρόβλεπτου νέου– σταδιακά θα το ερμηνεύσει ως δημιουργία.

Σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο, ο Μπερξόν ασκεί κριτική στον ιμπεριαλισμό της νόησης (ή διάνοιας). Δίχως να παραγνωρίζει τη χρησιμότητά της, επισημαίνει ότι η νόηση, ενώ είναι επαρκής γνωστική λειτουργία σε ό,τι είναι ποσοτικό και μετρήσιμο, είναι αθέμιτο να επιβληθεί σε όλη την πραγματικότητα. Η νόηση, που, μέσω των εννοιών, στερεοποιεί ό,τι είναι φύσει μεταβαλλόμενο, συμπληρώνεται από μια άλλη γνωστική δύναμη ή ικανότητα, την οποία ο Μπερξόν ονομάζει ενόραση (intuition).

Η ενόραση του Μπερξόν δεν αναφέρεται στην άκοπη διαίσθηση αλλά σε μια υπερνοητική γνωστική δύναμη, εξαιρετικά δύσκολη και σπάνια, που διαρκεί ελάχιστα εκάστοτε. Προϋποθέτει όλη την εργασία της νόησης και τη συμπληρώνει για ό,τι διαρκεί. Ενώ η νόηση γνωρίζει επακριβώς –με όμως μόνο ένα είδος ακρίβειας, της γεωμετρικής– ό,τι είναι ακίνητο και από το μεταβαλλόμενο γνωρίζει μόνο ό,τι μεταφράζεται σε ακίνητο, η ενόραση επιτρέπει να αγκαλιάσουμε το πραγματικό (να το αγγίξουμε και να το αφουγκραστούμε, όχι μόνο να το δούμε), στους μαιάνδρους του, στις καμπύλες του, στις λεπτομέρειες και στις αποχρώσεις του, στην ιδιαιτερότητά του.

Για τον Μπερξόν, η ενόραση «είναι κάποιου είδους αίσθηση, σαν την όραση, στραμμένη όμως προς τα μέσα, που επανακτά (ατελώς άλλωστε) την ίδια τη ζωή κάτω από τα πέπλα που την καλύπτουν». Αντικείμενό της είναι «η κινητικότητα της διάρκειας» – το τελούμενο, όχι το τετελεσμένο. Είναι η ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε ό,τι διαρκεί με τη συνεχή δημιουργία που ενέχει· η κοπιώδης προσπάθεια να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα (εσωτερική και εξωτερική), αναζητώντας τάσεις και εντοπίζοντας ροές εκεί όπου η νόηση αναφέρεται στατικά σε πράγματα και σε καταστάσεις. Μόνο η ενόραση μας επιτρέπει να συλλάβουμε το βαθύ εγώ μας σε αντιδιαστολή προς το επιφανειακό, κοινωνικό εγώ. Μολονότι δεν είναι τηλεπάθεια, βοηθάει να μπούμε στη θέση των άλλων.

Η φιλοσοφία της διάρκειας, «στην οποία εγκαθιστάμεθα μεμιάς, με ενορατική προσπάθεια», δεν επιτρέπει απλώς να προσπελάσουμε –καλύτερα από τη νόηση– τα προβλήματα της προσωπικότητας, της ελευθερίας, της θέσης μας στο σύμπαν, της καταγωγής μας, ίσως και της μοίρας μας, συμβάλλοντας έτσι στην εξάλειψη, έστω στην ελάττωση, πολλών δυσκολιών, αλλά μας παρέχει μεγαλύτερη δύναμη δράσης και πιο έντονη ζωτικότητα.


---------------------------------------------
* Ο κ. Γιάννης Πρελορέντζος είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Φιλοσοφίας, κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και συγγραφέας του βιβλίου «Γνώση και Μέθοδος στον Bergson» (Ευρασία, 2012).

Επιμέλεια: ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ




Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Μήπως δεν έπρεπε να γεννηθούμε;


του Αλέξανδρου Ζωγραφάκη


«We called the chess-board white, – we call it black», λέει ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ σε ένα ποίημά του. Με απλά λόγια, είτε βλέπουμε τα πράγματα άσπρα είτε μαύρα, είναι εξίσου δόκιμο. Ο Τόμας Λιγκότι το τονίζει αυτό σε πολλά σημεία του βιβλίου γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε ότι είτε είναι κάποιος αισιόδοξος είτε πεσιμιστής, θα βρει, σε αυτό τον κόσμο, πληθώρα επιχειρημάτων για να υποστηρίξει τη θέση του. Και ο Λιγκότι είναι ακόμη πιο φιλελεύθερος γιατί θα μας πει από την αρχή του βιβλίου ότι, συνήθως, η απόφασή μας για το αν βλέπουμε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο έχει παρθεί στα εκτός λογικής χωράφια. «Μπορείς να βρεις την αλήθεια στη λογική μόνο αν την έχεις βρει χωρίς τη λογική», γράφει κάπου ο παραδοξολάγνος Τζ. K. Τσέστερτον, και ο Λιγκότι δεν χάνει την ευκαιρία να μας το υπογραμμίσει.

Ο Τόμας Λιγκότι πιάνεται από ένα δοκίμιο: «Ο Τελευταίος Μεσσίας», του Πίτερ Ζάπφε. Ο Ζάπφε, ένας σχεδόν άγνωστος Νορβηγός φιλόσοφος, διατυπώνει το 1933 μια ασυνήθιστη θέση. Η συνείδησή μας, λέει, συνιστά μια εξαίρεση· μια τερατογένεση· ένα τραγικό λάθος της φύσης. Τι μπορεί να εννοεί όμως ο Νορβηγός; Σύμφωνα με τον Ζάπφε, η συνείδησή μας συνιστά ένα βιολογικό παράδοξο γιατί ο εγκέφαλός μας αναπτύχθηκε τόσο που μας έκανε να απολέσουμε, ανεπιστρεπτί, τη συνοχή μας με το σύνολο της υπόλοιπης φύσης. Η εξελικτική διαδικασία έκρυβε για το είδος μας μια δυσάρεστη έκπληξη, και έτσι, βρεθήκαμε στην άλλη πλευρά του τείχους – έξω από τον Παράδεισο. Γράφει ο Ζάπφε: « [...] Σηκώνει τα χέρια του ο άνθρωπος, ικετεύοντας αυτό που τον δημιούργησε να τον δεχθεί πίσω, αλλά η φύση δεν απαντά πια, τον έχει απαρνηθεί». Αυτή η νοητική υπερτροφία, συνεχίζει ο Ζάπφε, είχε ως αποτέλεσμα να μετασχηματιστούμε σε υποκείμενα αέναης αναζήτησης νοήματος. Η ζωή μας, εξαιτίας αυτής της αναζήτησης, θα ήταν κανονικός εφιάλτης αν δεν είχαμε καταφέρει να επινοήσουμε τρόπους να περιορίζουμε τη συνείδησή μας.


Οι τρόποι

Ποιοι είναι μερικοί από αυτούς τους τρόπους; Οι θρησκείες, οι ιδεολογίες, οι τέχνες... Ο Ζάπφε δεν χαρίζεται σε κανέναν, και έτσι, η θέση του, είναι ακόμα πιο ακραία. Υποστηρίζει ότι οι τρόποι αυτοί, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να μας αγοράζουν χρόνο απέναντι στην αναπόφευκτη συνειδητοποίηση που θα συμπέσει με τον ερχομό του τελευταίου Μεσσία. Η διδασκαλία του θα έχει έναν και μόνο σκοπό: πρέπει να εξαφανιστούμε ως είδος. Αν κάποιος θεωρεί ότι ο συλλογισμός του Ζάπφε συνιστά κάποιο είδος κακόγουστης φάρσας, ας αναλογιστεί ότι η τυφλή πεποίθηση των περισσοτέρων από εμάς ότι είναι ενάρετο να διαιωνίζεται το είδος μας, ότι έτσι αβασάνιστα είναι αναμφισβήτητα καλό να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, συνιστά και αυτό με τη σειρά του μια φάρσα. Ως ανθρώπινο είδος σκεφτόμαστε και πράττουμε με τρόπους που φανερώνουν ότι εμπλεκόμαστε με το μέλλον και το παρελθόν μας με πολύ ιδιαίτερους τρόπους. Το αγέννητο μωρό μας, για παράδειγμα, μας κάνει να ετοιμαζόμαστε ποικιλοτρόπως για την άφιξή του αφ’ ης στιγμής μάθουμε το χαρμόσυνο. Ή η σπίλωση της μνήμης κάποιου προγόνου μας μάς κάνει να λαμβάνουμε μέτρα για την αποκατάσταση της τιμής και υπόληψής του. Τι θέλω να πω με τα δύο αυτά παραδείγματα, που το ένα στρέφεται προς το μέλλον και το άλλο στο παρελθόν;

Η αιτιότητα που είναι συνυφασμένη με την ύπαρξή μας ξεπερνάει κατά πολύ τα στενά βιολογικά όρια αυτής της ύπαρξης. Συνιστά χαρακτηριστικό της ανθρωπινότητάς μας το ότι δύναται να υποκινηθούμε, έμπρακτα, και από το πλέγμα των ιδεών (και όχι μόνο από τη βιολογική υπόσταση) που αναφέρονται στην ύπαρξη των μελών του είδους μας. Οι πεσιμιστές λοιπόν, και ειδικά οι αντιναταλιστές (αυτοί που εναντιώνονται στις γεννήσεις), έρχονται και λένε ότι ενώ σε κάθε περίσταση μεροληπτούμε υπέρ της ζωής, ενώ εμφανιζόμαστε υπέρμαχοι πλειάδας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τελικά υποκρινόμαστε. Και υποκρινόμαστε γιατί αδιαφορούμε για τα δισεκατομμύρια αγέννητων ακόμη υπάρξεων που στέκονται προ των πυλών αυτού του κόσμου, τα οποία, αν δεν λάβουμε τα μέτρα μας, θα έρθουν να επωμιστούν το άχθος της ύπαρξης. Κάποιοι, ίσως, χαμογελούν ενοχλημένοι. Είναι απόλυτα κατανοητό τέτοιες σκέψεις να αντιμετωπίζονται ως προδοσία.


Κόσμος χωρίς Θεούς

Φαντάζει πολύ σκληρό να παίρνει κάποιος τέτοιες ατραπούς, αλλά από την άλλη, ένας κόσμος χωρίς Θεούς, χωρίς Βαλχάλες, χωρίς Παραδείσους με ρύζια και παρθένες, ένας κόσμος που έχει απεκδυθεί όλη αυτή τη φαντασμαγορία των τρόπων που συντηρούν το παραμύθι, των τρόπων που περιορίζουν τη συνείδησή μας, είναι ένας κόσμος στον οποίο, κατά γενική ομολογία, υπάρχει άπλετος χρόνος για δυστυχία και ελάχιστος χρόνος για ευτυχία. Ο αναγνώστης, αν τελικά αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο, θα βρεθεί, όπως βρέθηκα κι εγώ, απέναντι σε μια ιδιότυπη πραγματεία που έχει να κάνει λιγότερο με φιλοσοφία και περισσότερο με τις καταβολές και τα θεμέλια του είδους της λογοτεχνίας που ονομάζεται «κοσμικός τρόμος». Ο κοσμικός τρόμος, είδος στο οποίο επιδίδεται με μαεστρία και ο ίδιος ο Λιγκότι, αριθμεί υπό τη σκέπη του πλειάδα εκλεκτών δημιουργών μεταξύ των οποίων και τους Εντγκαρ Αλαν Πόε και Χ. Φ. Λάβκραφτ. Ο Λιγκότι, όμως, δεν είναι απλός μιμητής τους. Και το συγκεκριμένο βιβλίο παραθέτει αρκετά στοιχεία για να δώσει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει το γιατί.

Ο Λιγκότι κάνει εξαιρετική δουλειά. Ορμώμενος από το δοκίμιο του Ζάπφε θα καταδυθεί σε συλλογισμούς φιλοσόφων και συγγραφέων που κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ο φιλοσοφικός πεσιμισμός: Σοπενχάουερ, Νίτσε, Καμύ είναι μερικά από τα γνωστά ονόματα που παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου. Ο Λιγκότι θα απαγκιστρώσει και θα οργανώσει σε ένα νέο, αξιοζήλευτο σύνολο πληθώρα επιχειρημάτων και σκέψεων από τη φιλοσοφική και λογοτεχνική γραμματεία, και, σιγά σιγά, θα δυναμιτίσει ακόμη και τα θεμέλια των πιο βασικών καταφυγίων μας. Τελικά, το πιο δυνατό χαρτί του βιβλίου είναι η σαγήνη που ασκεί στον αναγνώστη του. Σαγήνη όμως που λειτουργεί ως γεννήτρια παραγωγής διαισθήσεων.

Ετσι, μέσα από τον συλλογισμό του βιβλίου, ακόμη και αυτή η αθωότητα της παιδικής ηλικίας αποκαθηλώνεται και πάνω της επικάθεται μια αλλόκοτη πατίνα. Το παιδί που χαίρεται ανέμελο το παιχνίδι του, το παιδί που βλέπει τα πάντα με αθώα μάτια και συνήθως ξεχειλίζει από αγάπη και προσήνεια για καθετί που το περιτριγυρίζει στον φυσικό κόσμο, αυτό το παιδί, που η ψυχοσύνθεσή του, συνιστά, ως ανάμνηση μιας περιόδου της δικής μας ζωής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί, και δικό μας ανομολόγητο καταφύγιο, αρχίζει, καθώς ξετυλίγεται η θέση του Λιγκότι να διαφαίνεται υπό διαφορετικό πρίσμα. Το παιδί δεν είναι απλώς μια μικρογραφία ενήλικα, αλλά ένα ζωάκι με περιορισμένη ακόμη συνείδηση. Είναι φυσικά ένας από εμάς, το δικό μας μικρό, που η μη (υπερ)αναπτυγμένη λόγω ηλικίας συνείδησή του, του επιτρέπει να βιώνει την αδιατάρακτη ευτυχία τής ενσωμάτωσής του στο σύνολο της φύσης. Ετσι, η σχεδόν ενστικτώδης επιθυμία επιστροφής του ενήλικα στις χάρες και στις χαρές της παιδικής ηλικίας αποκτά μια άλλη, πιο βαθιά, ανάγνωση και αντικατοπτρίζει τώρα αυτή την κραυγή ικεσίας του ανθρώπου, που αναφέρει ο Ζάπφε, για την πολυπόθητη επιστροφή στις αγκάλες της ακατάδεκτης πια μητέρας φύσης.


Η ρόδινη εικόνα

Από τη δική μας πλευρά, των ενηλίκων, είναι αυτή η θέα προς το μέλλον που κάνει τα πάντα να φαίνονται ρόδινα. Γιατί, μη γελιόμαστε, παρά τις αντιξοότητες, είναι η αισιοδοξία που κυριαρχεί τελικά και μας κάνει να συνεχίζουμε. Η ακλόνητη πεποίθησή μας ότι έρχονται καλύτερες ημέρες, είναι που δίνει τον ρυθμό στο τύμπανο αυτής της γαλέρας, στα κουπιά της οποίας είμαστε όλοι, λίγο πολύ, αλυσοδεμένοι κωπηλάτες. Στη ρόδινη αυτή εικόνα –σχεδόν ρόδινη– αντιτάσσεται η ιδέα που αφήνει να πλανιέται, σε λελογισμένες δόσεις και με προσεκτικές διατυπώσεις, ο Λιγκότι μέσα στο βιβλίο: ότι κανένας δεν σκέφτεται την ημέρα που η πρόοδος της επιστήμης, ή κάτι άλλο, απρόβλεπτο ίσως, θα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε παρά μαριονέτες σε ένα μεγαλειώδες κοσμικό θέατρο λογικών, ή, ακόμα χειρότερα, άλλων, παράλογων δυνατοτήτων.

Η ανοχή στις επιστημονικές ανακαλύψεις καθόλου δεν πρέπει να μας κάνει να εφησυχάζουμε σχετικά με τη δημοκρατικότητα της επιστημονικής και όχι μόνο κοινότητας. Το ότι δεν παρατηρούμε πια ιεροεξεταστικές διαδικασίες (και μεγαλειώδη auto-da-fé) δεν πρέπει να διαβάζεται μονόπλευρα: μόνο με την αφέλεια της ηθικής προόδου. Πρέπει να διαβάζεται και από την άλλη, τη σκοτεινότερη πλευρά, που όσο κι αν φαντάζει απίθανη τίποτα δεν μπορεί να την αποκλείσει: οι ανακαλύψεις της επιστημονικής κοινότητας δεν βρίσκονται ceteris paribus στην ίδια τάξη μεγέθους και σπουδαιότητας με τη δήλωση, για παράδειγμα, ενός Γαλιλαίου ότι η Γη κινείται. Ζούμε εφησυχασμένοι πίσω από ένα προπέτασμα επιστημονικής και ηθικής προόδου, και θεωρούμε ότι με μικρά πισωγυρίσματα ο κόσμος βρίσκεται καθ' οδόν προς ένα καλύτερο αύριο. Κάποιοι από εμάς διαδίδουν ιδέες περί εξωγήινων επισκεπτών που μπορεί να αναποδογυρίσουν τη χύτρα μέσα στην οποία κοχλάζει η πρόοδός μας, αλλά λίγοι σκέφτονται ότι ο τρόμος μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει την εμφάνισή του στο όνομα και με τον μανδύα αυτής ακριβώς της επιστημονικής προόδου που τόσο έχουμε, όχι αδίκως, θεοποιήσει. Αυτή είναι η έννοια του φιλοσοφικού τρόμου, η συνωμοσία ενάντια στο ανθρώπινο είδος, που εξυφαίνει ο Λιγκότι σαν άλλος ιεροκήρυκας που έχει στήσει τη σκηνή του σε κάποια έρημο του πραγματικού.

Αλλά ο Λιγκότι, όπως και ο Ζάπφε στο παρελθόν, δεν τρέφουν αυταπάτες. Πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν μια κοινωνία, που απαρτίζεται από πληθώρα υπεραναπτυγμένων εγώ, με τόσο δυνατό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και διαιώνισης του είδους, να πάρει ποτέ την απόφασή να οδηγηθεί συνειδητά στην εξαφάνιση; Κι όμως! Η διαρκής αναζήτηση καθολικού νοήματος φανερώνει ένα και μόνο πράγμα: δεν υπάρχει νόημα. Ο άνθρωπος δεν έχει καμία εγγενή αξία, δεν είναι αυτοσκοπός, δεν έχει δικαιώματα πέρα από ένα και μοναδικό. Αυτό του θανάτου. Το μόνο που δικαιούμαστε όλοι, δημοκρατικά, αξιοκρατικά, και αδιαπραγμάτευτα είναι ένας θάνατος. Και τελικά δεν παίρνουμε ούτε καν αυτό καθότι κάποιοι πεθαίνουν μακαρίως στον ύπνο τους ενώ κάποιοι άλλοι... Δεν υπάρχει νίκη, υπάρχουν μόνο διαβαθμίσεις ήττας. Όλες οι προσπάθειες του είδους μας είναι προσπάθειες για τη δημιουργία διαχωριστικών γραμμών που ως στόχο έχουν την περιχαράκωση της επικράτειας που εμείς, για χιλιάδες χρόνια, με απροσμέτρητους κόπους, λαξεύουμε και χτίζουμε πάνω από τις μαύρες θάλασσες του άπειρου, που λέει και ο Λάβκραφτ. Έτσι, μέχρι το σημείο που θα πιάσουμε πάτο, που θα συνειδητοποιήσουμε πώς έχουν τα πράγματα, και δεν θα είμαστε σε θέση να αναβιώσουμε καμιά στρατηγική παραμυθιού ή αποχαύνωσης, μέχρι τότε, μπορούμε, τουλάχιστον πολλοί από εμάς, να σφυρίζουμε ανέμελα. Η δύναμη του Λιγκότι βρίσκεται ακριβώς εκεί. Να πριονίσει τις βεβαιότητες, να δείξει ότι τα στοιχεία είναι ήδη εδώ, μπροστά στα μάτιά μας, αλλά εμείς αποφεύγουμε να τα εναποθέσουμε, όλα μαζί, σε ένα οργανικό σύνολο. Αποφεύγουμε γιατί είναι η δύναμη της λογικής που μας κάνει να φοβόμαστε, και είναι η λατρεία μας για το εξω-λογικό που αενάως μας σώζει.

Προτείνω να διαβαστεί αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο, όχι ως δοκίμιο φιλοσοφίας, αλλά ως βιβλίο αυτοβελτίωσης (self-help book). Και όχι, δεν το λέω καθόλου ειρωνικά. Δεν υπαινίσσομαι ότι πρέπει να οδηγηθούμε στην εξαφάνιση γιατί αυτό υπαγορεύει η λογική κάποιων επιχειρημάτων. Τουναντίον, υποστηρίζω ότι το βιβλίο κρύβει κάτι αναπάντεχο: μια δύναμη που σε κάνει να δεις τα πράγματα θετικά. Ίσως η ματιά αυτή στον φιλοσοφικό τρόμο, το θεμέλιο του κοσμικού τρόμου, να έχει τη δυνατότητα να σε κάνει να παραμιλάς και να παραλογίζεσαι. Γιατί έχει τη δυνατότητα να σε κάνει να πιστεύεις το αδύνατο: ο κύβος δεν έχει ακόμη ριφθεί, όλα τα δεδομένα είναι ανοιχτά. Ποιος ξέρει;


Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Κοκτέιλ Ομπλόμοφ 7: Οι βεβαιότητες του Κ.*



Όταν ρώτησαν κάποτε τον Κ. σχετικά με τις βεβαιότητες που είχε, έλαβε χώρα το ακόλουθο, κάπως κωμικό περιστατικό. Από την αρχή πάντως, κάθε άλλο παρά φαινόταν ότι η ιστορία θα έπαιρνε απρόσμενη τροπή: Ήταν όλοι απασχολημένοι από την αμφίρροπη έκβαση μιας παρτίδας, πλην του Κ., ο οποίος δε σκάμπαζε από χαρτιά και είχε στραμμένη αλλού την προσοχή του.
   
Κάποια στιγμή, ο Χανς βρήκε λίγο χρόνο και κοίταξε τον Κ., ρωτώντας τον τι ήταν εκείνο που μελετούσε με τόση προσήλωση, ενώ θα μπορούσε να συμμετέχει στο παιχνίδι με τους υπόλοιπους. Ο Κ. ολοκλήρωσε γρήγορα την ανάγνωση του άρθρου που τον είχε απορροφήσει.
   
«Διάβαζα το ρεπορτάζ για τη συνάντηση του Λαϊκού Επιτρόπου Σοσιαλιστικής Οικονομίας με τον Σύμβουλο Κεντρικού Σχεδιασμού» αποκρίθηκε.
   
«Λοιπόν, τι βρήκες τόσο ενδιαφέρον σ’ αυτή την υπόθεση;» πρόσθεσε ο Χανς, ενώ ο Ντεξ αναρωτήθηκε φωναχτά για το πόσο σημαντική μπορούσε να ήταν έτσι κι αλλιώς μια συνάντηση, στην οποία δεν είχαν παρευρεθεί γυναίκες. Ο Κ. χαμογέλασε με το σχόλιο κι απευθύνθηκε εκ νέου στον Χανς.
   
«Έκπληξη μού προξενεί που δε σε νοιάζουν αυτής της υφής τα τεκταινόμενα. Εδώ γράφει πως οι δύο αυτοί ανώτεροι αξιωματούχοι του Κόμματος διέψευσαν τις φήμες περί οικονομικής αντιπαραγωγικότητας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αν μη τι άλλο, ακούγεται αρκετά σοβαρό!»
   
«Είναι επειδή ζεις λίγους μήνες εδώ» είπε συγκαταβατικά ο Χανς. «Ο μόνος λόγος, για τον οποίο δε δίνουμε βαρύτητα σε τέτοιες φήμες, είναι ακριβώς ο ανυπόστατος χαρακτήρας τους. Ο Λαϊκός Επίτροπος και ο Σύμβουλος είναι πολύ σοβαροί άνθρωποι, ξέρεις, για να κάτσουν να ασχοληθούν με τέτοιες μπούρδες. Κι αν ακόμη συνέτρεχε κάποιος πραγματικός λόγος ανησυχίας, είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για να αντιμετωπίσουν το όποιο πρόβλημα θα μπορούσε ποτέ να προκύψει».
   
«Ίσως έχεις δίκιο, άλλωστε παρόμοιες φήμες αναφορικά με τα αδιέξοδα της σχεδιοποιημένης οικονομίας κυκλοφορούν από καιρό στο εξωτερικό. Αλλά, πες μου τότε» πρόσθεσε ο Κ. με ανυπόκριτη ειλικρίνεια, «γιατί κατά τη γνώμη σου κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, και κατόπιν το ένα δορυφορικό καθεστώς του σοβιετικού μπλοκ μετά το άλλο;»

«Αν θες να μάθεις, για να μην κάνεις τον ξερόλα» απάντησε ο Χανς ελαφρώς εκνευρισμένος, ενώ η Φρίντα έδειχνε επίσης ενοχλημένη από την ερώτησή του, σε αντίθεση με τους περισσότερους εκ των υπολοίπων, που μάλλον έμοιαζαν να το απολαμβάνουν, «η Σοβιετική Ένωση δεν “κατέρρευσε”, αλλά διαβρώθηκε εκ των έσω. Ο σοσιαλισμός ανατράπηκε γιατί για σαράντα πέντε περίπου χρόνια υπολείμματα της αστικής τάξης κατόρθωσαν να παλινορθωθούν μέσα στο Κόμμα, να διεισδύσουν, πώς το λένε, όπως έγινε και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, και εργαζόμενα μεθοδικά επί μακρόν, σαν τους τυφλοπόντικες, ξήλωσαν τις κατακτήσεις του εργατικού κινήματος μία προς μία».
   
«Έστω ότι έτσι έχουν τα πράγματα» επέμεινε ο Κ., «γιατί λοιπόν σπεύδετε όλοι σας να αποκλείσετε το ενδεχόμενο να συμβεί το ίδιο και εδώ, να έχει αρχίσει μάλιστα να συμβαίνει ήδη;»
   
«Είσαι ξεροκέφαλος!» επενέβη ο Ζαχαρίας, η υπομονή του οποίου ήταν φανερό ότι είχε αρχίσει να εξαντλείται από την επίμονη αυθάδεια του Κ. «Σεβάσου τουλάχιστον το ψωμί που τρως σ’ αυτή τη χώρα και το κεραμίδι που ’χεις πάνω απ’ το κεφάλι σου· πρόκειται για πράγματα που καθόλου δεδομένα δεν είναι στον μισό πλανήτη, στα δύο τρίτα του, μη σου πω. Αφού βλέπεις ότι η κατάσταση εδώ είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι λένε τα “παπαγαλάκια” στο εξωτερικό, ότι τάχα μου το καθεστώς είναι “ολοκληρωτικό” και ο λαός υποφέρει κάτω από τη δεσποτική μπότα του “νεοσταλινισμού”. Έξυπνο παιδί είσαι, σοβαρέψου λίγο κι άσε τις προβοκατόρικες μαλακίες».
   
«Άλλωστε, ποιος ασχολείται με τους γκεμπελίσκους;» ρώτησε ο Ντεξ. Ο Ζαχαρίας κατένευσε και παρότρυνε τον Κ. να μπει στην παρτίδα απ’ την επόμενη γύρα.
   
«Είναι δυνατόν να μην είσαι σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» Ο Χανς είχε πάρει ξανά τη σκυτάλη, απευθύνοντάς του το ερώτημα εύθυμα και συνάμα μελοδραματικά, ίσως σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. «Στο κάτω κάτω» συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο, «ο Κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου!»
   
Ο Κ. έμεινε σιωπηλός με ένα ίχνος πικρού μειδιάματος να διαγράφεται στα χείλη του. «Είναι δυνατόν να είναι κανείς σοσιαλιστής στον εικοστό πρώτο αιώνα;» αναρωτήθηκε σιωπηλά. Σα να διάβασε τις σκέψεις του, η Φρίντα πήρε τον λόγο και τον ρώτησε πού ταξίδευε πάλι ο νους του. Παρά την απροθυμία του Κ. ν’ απαντήσει ολοκληρωμένα και διεξοδικά, στην επιμονή της να δοθούν οι σχετικές διευκρινίσεις αρκέστηκε ν’ αντιτάξει την ακόλουθη δήλωση: «Ζηλεύω τη βεβαιότητά σας, τη σιγουριά σας καθώς προβαίνετε σε τέτοιου τύπου διαπιστώσεις, αυτό είν’ όλο».
   
Φαίνεται όμως ότι η συγκεκριμένη απόκριση επέτεινε το κλίμα περιέργειας και καχυποψίας, που είχε ήδη αρχίσει να διαχέεται στην ατμόσφαιρα.
   
«Δηλαδή;» ρώτησε ο Ζαχαρίας.
   
«Ναι» συμφώνησε ο Χανς, «τι θα πει στ’ αλήθεια αυτό;»
   
«Και ποιες είναι λοιπόν οι δικές σου βεβαιότητες;» ρώτησε η Φρίντα με ενδιαφέρον, από το οποίο δεν απουσίαζε μια ορισμένη επιτήδευση.
   
Ήταν η σειρά του Κ. να γελάσει. Φαντάστηκε τη φωνή του Σπιούνου να συμπληρώνει τη διατύπωση του ερωτήματος με την κάτωθι παράκληση: «και μην πεις πάλι ότι σε αγαπά η μητερούλα σου!» «Μα, δε θα ’λεγα αυτό!» θα απαντούσε εκείνος έκπληκτος, «Όχι, γιατί το ’χουμε πλέον εμπεδώσει» θα επέμενε ο Σπιούνος, «δεν πιάνεται ως βεβαιότητα αυτό, όλοι το ξέρουμε, δε λογίζεται, μη μας αραδιάσεις πάλι τα ίδια, άλλα να βρεις αυτή τη φορά να πεις!» «Κι όμως, συγκαταλέγεται» απάντησε ο Κ. νοερά, αλλά δεν επέμεινε, αφού με διαφορετικό τρόπο σκόπευε να προσεγγίσει το ζήτημα.
   
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον τού τέθηκε το ερώτημα, μετά από σύντομη περίσκεψη απάντησε ως εξής: «Τα καλά νέα είναι ότι μπορεί κανείς, ως βλάκας, να είναι ευτυχισμένος. Τα άσχημα ότι η εν λόγω διαπίστωση μπορεί να γίνει μόνο από την απέναντι όχθη, άπαξ κι έχει χαθεί, παντοτινά κι ανεπίστρεπτα, η παραδείσια κατάσταση».
   
«Ε;» απόρησε η Φρίντα. «Τι σχέση έχει αυτό;»
   
«Έχει, πώς δεν έχει; Αμ, έχει και παραέχει!» απεφάνθη ο Κ., αλλά τού φάνηκε ότι έμειναν με τη μουδιασμένη αίσθηση του ανικανοποίητου στο στόμα, γεγονός που τού επέφερε βέβαια μια κάποια ευχαρίστηση. Έπειτα από ένα ξερό βήξιμο, συνέχισε: «Ελλείψει εμφανών βεβαιοτήτων, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ορισμένες προτιμήσεις... Λοιπόν, μού αρέσουν οι άνθρωποι με ρωγμές. Εύθραυστοι, χωλοί και τσακισμένοι. Όχι όσοι είναι σαν περιγράμματα βιβλίων, οι ρετουσαρισμένοι, αλλά οι φτιαγμένοι σαν απ’ τις κοφτές πινελιές ενός πρόχειρου εξπρεσιονιστικού πίνακα, τόσο άχαρου και απογοητευτικού που δεν προορίζεται να ιδωθεί απ’ το κοινό. Αφήστε το άκαμπτο περίγραμμα να σταθεί όρθιο, και θα χυθεί στο πάτωμα, εκεί όπου ήδη σέρνεται ο Άνθρωπος για τον οποίο μιλώ, ο θολά περιγεγραμμένος, εκεί όπου χωλαίνει και συνεχίζει ακέραιος τη διαδρομή του. Βήμα το βήμα, όχι ακριβώς αγέρωχα μα ούτε και σκυφτός, βήμα ακολουθούμενο από μικρότερο βήμα, με άνισο και τραγουδιστό βηματισμό χωλού, προχωρά φωτίζοντας τη μεγάλη νύχτα με ηλεκτρικές πυγολαμπίδες, και, για κάθε γωνίτσα που καταφέρνει να φωτίσει, αυξάνονται εκθετικά το σκοτάδι, η άγνοια, η ομίχλη, το μυστήριο, ανυπερθέτως δε η βλακεία και η φυσική του προστυχιά. Τέτοιοι άνθρωποι μού αρέσουν όμως, όχι αφτιασίδωτοι, αλλά με φτιασίδια ορατά απ’ όλους, όχι χωρίς να κουτσαίνουν, αλλά με δεκανίκια και πατερίτσες, δίχως προοπτική ανάβασης ή λύτρωσης άλλη απ’ την αναπηρία που τους έλαχε και θα τους συντροφεύει παντοτινά – και δεν έφταιξαν γι’ αυτή, τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ όλους τους υπόλοιπους. Όμορφους και θλιμμένους αγαπώ τους ανθρώπους, κι αυτά πάνε χιαστί, το ένα 'δείχνει' προς το άλλο, όμορφοι καθότι θλιμμένοι και αντιστρόφως, θλιμμένοι κι όμορφοι, αχωρίστως κι αδιαιρέτως... Μού αρέσει ακόμη ο κόφι, αλλά αυτό μάλλον το ξέρατε ήδη, όχι ότι είναι λιγότερο σημαντικό επειδή το ξέρετε, κάθε άλλο, πάντως είναι τα πραγματάκια σαν αυτό, τα μικρά πράγματα, που λένε, στο να πίνει κάποιος τον καφέ του απρόσκοπτα και τα συναφή, εκεί θαρρώ πως βρίσκεται η ευτυχία!» Το βλέμμα του σκοτείνιασε ελαφρώς. «Επίσης» αναφώνησε σα να χάρηκε για την υποψία σιγουριάς, «μάλλον μετά βεβαιότητος μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν είμαι Κομμουνιστής, Κοινωνικός Δημοκράτης ή Αναρχικός!»
   
Για πρώτη φορά ακούστηκαν περιπαικτικά γέλια, ίσως όχι όλα εναντίον του.
   
«Επιτρέψτε μου τώρα να σας εξηγήσω σε ντοστογιεφσκικό πνεύμα γιατί δεν είμαι Σοσιαλιστής».
   
«Σε ακούμε όλο προσμονή!» πετάχτηκε με κοροϊδευτικό ύφος ο Νώρι.
   
Έκανε μια παύση για να προετοιμάσει την αντεπίθεσή του. Μια καλή ανάσα, οι περίπου σωστές λέξεις να μπουν στην κατάλληλη σειρά. Τώρα όλοι έμοιαζαν να κρέμονται από τις κουβέντες που θα ξεστόμιζε, κι ας ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ούτε που θα τις άκουγαν. Έριξε ένα σύντομο, κοφτό βηχαλάκι, γιατί, μολονότι δεν ήταν σίγουρος ότι το χρειαζόταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να το βρει μπροστά του ενόσω θα εκδίπλωνε το λογύδριό του.
   
«Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία» απεφάνθη με διπλωματική αβρότητα, «μα το καθεστώς που δημιούργησε αυτός, το καθεστώς του Κομμουνισμού δεν παραδέχομαι... Γιατί δεν υπέφεραν οι ανθρακωρύχοι και οι χαλυβουργοί για να χαρίσουν με τα βάσανά τους και τους κόπους τους σε κάποιους άλλους την τελική χειραφέτηση, σε κάποιο επέκεινα της Ιστορίας. Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πώς αυτός που το πρωί ήταν σκουπιδιάρης και χειρώνακτας εργάτης θα γράφει κριτική θεάτρου το απόγευμα, και πώς ο ψαράς θα είναι σε θέση να σχολιάζει τον Ιονέσκο και τη γλυπτική του Γιόζεφ Μπόις στον ελεύθερό του χρόνο. Θέλω να τον δω τον θρίαμβο των καταπιεσμένων, αυτόν που τόσο αναγγέλλεται, και σας λέω ότι δε βλέπω τίποτε άλλο, πέρα από αερολογίες, εκ του πονηρού σχεδιασμούς και μεθοδεύσεις, και ασφαλώς άφθονες υποσχέσεις εκδίκησης. Αλλά η εκδίκηση είναι, κατά το κοινώς λεγόμενο, ένα ‘πιάτο που τρώγεται κρύο’, όπως η γλαύκα της Αθηνάς, η οποία, σύμφωνα με τον ‘γέρο’, πετάει το δειλινό και φτάνει πάντοτε πολύ αργά – κατόπιν εορτής, ούτως ειπείν. Και τι να την κάνω την εκδίκησή τους, τι να το κάνω, ποιος δίνει δεκάρα αν οι εκμεταλλευτές και οι καταπιεστές πάνε στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας; Ποιο είναι το νόημα τώρα που σκάφτηκαν οι λάκκοι; Τι μπορεί να διορθώσουν στην περίπτωση αυτή τα στρατόπεδα, όταν το παιδί έχει ήδη βασανιστεί, δουλεύοντας στα κάρβουνα ‘σαν το σκυλί’; Και τι σόι χειραφέτηση θα είναι αυτή, όταν οι εκάστοτε κρινόμενες ως ανεπιθύμητες θα εξακολουθούν να τρώνε το βιτριόλι στη μούρη, τι θα έχει αλλάξει δηλαδή, εφόσον θα υπάρχουνε στρατόπεδα και ψυχιατρεία;...»
   
Οι άλλοι είχαν μείνει να τον κοιτάζουν εμβρόντητοι, το δίχως άλλο αποσβολωμένοι. Παρατηρώντας για πρώτη φορά τα βλέμματά τους, ο Κ. ανησύχησε ελαφρώς κι αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να συνεχίσει. Στρεφόμενος στο ποτήρι που κρατούσε, αντίκρισε μια υποτυπώδη τελευταία γουλιά απ’ το ουίσκι, την οποία απορρόφησε μελαγχολικά, φαντασιωνόμενος ότι θα μαλακώσει με κάποιον τρόπο τον λαιμό του, αποτρέποντας κάποιο βήξιμο και τελετουργικά ξορκίζοντας κάθε περαιτέρω κομπασμό. Εστίασε στον πάτο του ποτηριού και ήταν σα να έβλεπε από εκεί το υπόλοιπο σύμπαν, «δίχως πόρτες και παράθυρα επικοινωνίας / σύνταγμα εσύ προδιατεταγμένης αρμονίας» έλεγε ένα στιχάκι που είχε σκαρώσει προ διετίας και το είχε χαράξει στο σχολικό θρανίο, ενώ βαριόταν κατά τη διάρκεια του μαθήματος της πολιτικής αγωγής. Ήταν αμφίβολο αν έβγαζαν κάποιο νόημα οι κουλαμάρες του –εδώ καλά καλά ο ίδιος δεν καταλάβαινε, πολλώ μάλλον εκείνοι–, το έβλεπε στα απορημένα τους πρόσωπα. Σα να τού φώναζαν κατάμουτρα: «Τι μάς τσαμπουνάς τόση ώρα;» Ή: «μάς έχεις φλομώσει στην παραμύθα!» Ήταν αποκαρδιωτικό. Αδυνατώντας εντούτοις να πράξει διαφορετικά, με βλέμμα αποφασιστικό διαπέρασε τα πρόσωπά τους και εστίασε την προσοχή του σ’ ένα σημείο του τοίχου, λίγο παραδίπλα και πίσω τους, προκειμένου να συνεχίσει.
   
«Εκεί αυτός, απτόητος!» ήταν το μήνυμα που εξέπεμπαν οι αντιδράσεις τους. «Μα, τι μαλάκας!»
   
«Λοιπόν» αναθάρρησε, «σάς λέω πως δεν τη θέλω τη χειραφέτηση, όχι γι’ άλλον λόγο, παρά από αγάπη για την ανθρωπότητα, εργαζόμενη και μη... Σαν πολύ την εκτιμήσανε τη χειραφέτηση, εδώ που τα λέμε, δεν κάνει, δεν είναι για του λόγου μας, τη δοκιμάσαμε, σπάσανε τα δόντια μας απάνω της, ξεμείναμε να περισυλλέγουμε τα κομμάτια τρέχοντας στους οδοντοτεχνίτες· δεν τη σηκώνει το βαλάντιό μας τη χειραφέτηση, παραείναι ακριβή, πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε, δεν είμαστε για τα γούστα της, δεν μπορούμε να πληρώσουμε τόσα για το εισιτήριό της, δεν ‘της κάνουμε’ και –μαντέψτε!– ούτε εκείνη ‘μας κάνει’. Γι’ αυτό κιόλας βιάζομαι να επιστρέψω το δικό μου εισιτήριο... Ορίστε, πολύ ακριβά μάς ήρθε το ‘μανίκι’ της χειραφέτησης, αυτή είναι όλη κι όλη η καρδιά της υπόθεσης. Είναι τα μικρά πράγματα, που λένε. Τις προάλλες πήραν έναν ανάπηρο σηκωτό που έπινε τον καφέ του δίπλα μου, αλλά ειπώθηκε ότι δεν τον πήραν επειδή ήταν ανάπηρος, αλλά επειδή ήταν δολιοφθορέας στον χώρο εργασίας του. Είναι τα μικροπράγματα, έτσι ακριβώς, ειπώθηκε ότι, αν δεν ήταν δολιοφθορέας, δε θα υπήρχε κάποιο πρόβλημα, μόνο επειδή δρούσε αποδεδειγμένα ως σαμποτέρ, σεσημασμένος και αμετανόητος, ‘καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθησιν’ στις γραμμές της Παλινόρθωσης, και δεν τού επέτρεψαν να τελειώσει το ρόφημά του. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι τον Κομμουνισμό ή την Αναρχία λοιπόν, μονάχα το εισιτήριό τους σπεύδω να επιστρέψω. Στα πραγματάκια είναι το πρόβλημα πάντοτε εκ της φτιαξιάς μας, από τη στόφα που ’μαστε καμωμένοι, δεν ξέρω, ίσως δεν είμαστε για τα μεγάλα, ίσως δε φτουράμε... Με γωνίες και ψεγάδια τούς προτιμώ, και διόλου δε με συγκινεί η υπόθεση μιας διοικητικής κατασκευής, οποιασδήποτε, ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου. Μεταξύ μας, τι είδους ντελίριο ήταν πάλι τούτο; Όποιος προλάβει το προϊόν στις προθήκες των κρατικών πρατηρίων, ο Νέος Άνθρωπος κατά παραγγελία – σπεύσατε! Όμορφους και θλιμμένους τούς αγαπώ, να σηκώνονται και να πέφτουν, να φορτώνουν τα φτιασίδια, να ζώνονται τα δεκανίκια και να τραβούν τον δρόμο τους, φωτίζοντας στη μεγάλη Νύχτα με στραπατσαρισμένη κορμοστασιά. Σηκώνονται, πέφτουν, προχωρούν, ξανακατρακυλάνε, έρπουν, σηκώνονται εκ νέου και πάει λέγοντας. Συνθλίβονται, τσακίζονται, χαλκομανία, ούτε όραμα ακριβό για τα πορτοφόλια τους, ούτε τίποτα. Οπότε, λαμβάνει χώρα η επάνοδός μου στον γκισέ, και μάλιστα δίχως ιδιαίτερα παράπονα – κάθε συνάλλαγμα που αγοράζει ένα φλιτζάνι καφέ γίνεται δεκτό μ’ ευγνωμοσύνη. Δεν είναι πως δεν παραδέχομαι, μονάχα το εισιτήριο του Κομμουνισμού σάς επιστρέφω, να με συγχωράτε δηλαδή και μ’ όλον τον απαιτούμενο σεβασμό».

-----------------------------
* Πρόκειται για Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δεν έχει γραφτεί ακόμη. Διευκρινίζεται πάντως ότι δεν αφορά το κείμενο, τη δημοσίευση του οποίου είχαμε υπαινιχθεί σε αντίστοιχη σημείωση στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση, προαναγγέλλοντας τρόπον τινά ένα είδος εορταστικού δώρου στον φίλτατο Ο. Είναι όμως ένα παλιό κείμενο, διόλου άσχετο και ίσως όχι στερούμενο ενδιαφέροντος για το κοινό του ιστολογίου, του οποίου η επικαιροποίηση θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ελλείψει καλύτερου όρου, ότι τώρα προέκυψε