Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Σοπενχάουερ ή μια παιδαγωγική της επιθυμίας


«Η καθημερινότητα των κοινωνιών μας, μας κάνει να βιώνουμε ένα άλλο είδος εφιάλτη. Πρόκειται πάντοτε για την πανάκριβη εξαγορά της ευχαρίστησης να αναπνέεις. Ο Σοπενχάουερ επιστρέφει στη μόδα γιατί είναι ο στοχαστής όλων των εποχών παρακμής. Κι αυτές οι εποχές τον αγαπούν γιατί τους επιστρέφει την εικόνα της κενότητας τους.
Σε τούτο το fin de siècle μονάχα μια φωνή έχει κάποια ελπίδα να βρει μιαν απήχηση· αυτή του μηδενός»…
Ντιντιέ Ραυμόντ




Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ [1788-1860] συχνά αντιμετωπίζεται ως ένας ανορθόδοξος ερμηνευτής -αν όχι και εκλαϊκευτής- της καντιανής φιλοσοφίας. Γεννήθηκε το 1788 και έγραψε το σημαντικότερο του έργο με τίτλο Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση πριν κλείσει τα τριάντα. Είχε μάλιστα σε τόσο μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, ώστε έφτασε να ισχυριστεί ότι ορισμένες σελίδες του έργου αυτού είχαν υπαγορευτεί σ’ αυτόν από το Άγιο Πνεύμα (!). Οι κύριες πηγές της σκέψης του ήταν ο καντιανισμός, ο πλατωνισμός και οι ινδουιστικές Ουπανισάδες. Το 1811 παρακολούθησε τον Φίχτε [1762-1814] στο Βερολίνο, τον οποίο αρχικά θαύμαζε ώσπου σύντομα τον πήρε χαμπάρι: «την ώρα του μαθήματος λέει πράγματα που μου γεννούν τη διάθεση να του βάλω ένα πιστόλι στον κρόταφο και να του πω: “Θα πεθάνεις τώρα, και δίχως οίκτο· αλλά, ενονόματι της μικρής σου ψυχής, πες μου αν σκέφτηκες ποτέ κάτι σαφές μέσα στην ασυναρτησία σου ή αν μας περιπαίζεις”»!...
      Υπήρξε καθηγητής για ένα διάστημα στο Βερολίνο, και μάλιστα είχε επιλέξει οι διαλέξεις του να γίνονται την ίδια ώρα με εκείνες του Χέγκελ [1770-1831], με αποτέλεσμα να παρίσταται σε αυτές ελάχιστος κόσμος, δηλαδή με το ζόρι πέντε φοιτητές -δεν ξέρω κι εγώ τι θα έδινα για να μάθω ποιοι ήταν και τι απέγιναν!-, ενώ στα επόμενα είκοσι τέσσερα εξάμηνα που συνέχισε να διδάσκει κανείς φοιτητής δεν επέλεξε το μάθημα του! Ταξίδεψε από μικρός σε πολλές χώρες (Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία) και είχε μια συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα του· η τελευταία, ερωτική και μορφωμένη γυναίκα, είχε σχετιστεί μ’ έναν άντρα μεγαλύτερο της και έγραφε γυναικεία μυθιστορήματα αντίστοιχα των σημερινών άρλεκιν. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι από την κυρία αυτή πήρε την σκληρή και κυνική του ειρωνεία, έχοντας την δει πρώτα να την εφαρμόζει επάνω στον ίδιο. «Η παθολογική αυτή σχέση με την πρώτη γυναίκα της ζωής του θα επιβαρυνθεί και από μια σειρά μονότονα ατυχείς έρωτες του Σοπενχάουερ. Έφηβος, ερωτεύεται μιαν ηθοποιό, την Καρολίν Ζάγκεμαν, η οποία όμως έχει την καρδιά της δοσμένη αλλού. Νεαρός, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία, κατακτά με το πάθος του μιαν Ιταλίδα, την Τερέζα Φούγκα· πολύ σύντομα θα τον εγκαταλείψει. Καθιστά έγκυο μια νεαρή καμαριέρα και το βάζει στα πόδια κατατρομοκρατημένος, αναθέτοντας στην αδερφή του ν’ αποζημιώσει την κοπέλα. Από το 1821 συντηρεί την κοσμική πόρνη Καρολίν Μπεντόν, η οποία τον εγκαταλείπει το 1831 για έναν πιο ευκατάστατο προστάτη»…
      Το πορτραίτο του που φιλοτεχνεί ο Ντρουά είναι πραγματική αγιογραφία: «είναι μισάνθρωπος, χολερικός, φιλέρειδος, καχύποπτος, ματαιόδοξος, ναρκισσιστής. Είναι προφανώς μια ανυπόφορη προσωπικότητα. Φαίνεται να μοιράζει δεξιά κι αριστερά κατηγορίες όσο ζούσε. Από τη μια επιστολή στην άλλη, από δεκαετία σε δεκαετία, δεν παύει να αξιώνει υπερβολικές εγγυήσεις από τους οφειλέτες του, να προτείνει πανούργες επιχειρηματολογίες στους δικηγόρους του, να επιβάλει εξαντλητικά λεπτομερειακές ρήτρες στους εκδότες του, να προπηλακίζει τους “αποστόλους” του, αν τους διαφύγει κάποιο απόκομμα του Τύπου ή ένα πρόγραμμα μαθημάτων που αναφέρει το όνομα του». Ελιτιστής και μισογύνης, δηλώνει πως οι γυναίκες μόνο ειρωνικά μπορούν να θεωρηθούν ως το “ωραίο” φύλο. “Όταν έγινα τριάντα χρονών”, εξομολογείται, “είχα πια εντελώς βαρεθεί να πρέπει να θεωρώ ισότιμα μου όντα που καθόλου ισότιμα δεν ήταν. Το γατί, όσο είναι μικρό, παίζει με χάρτινα μπαλάκια, γιατί νομίζει πως είναι ζωντανά και πως του μοιάζουν. Το ίδιο συνέβη και σε μένα με τα ανθρώπινα δίποδα”. Ξεκαθαρίζει σε ποιον δεν απευθύνεται το έργο του: “δεν έχω γράψει για τον όχλο... Παραδίδω το έργο μου στους σκεπτόμενους ανθρώπους που στην πορεία του χρόνου θα εμφανίζονται ως σπάνιες εξαιρέσεις. Αυτοί θα νιώθουν όπως ένιωσα εγώ, ή όπως νιώθει ένας καραβοτσακισμένος ναύτης σ' ένα ερημονήσι, που τον ανακουφίζει περισσότερο το ίχνος ενός ανθρώπου που βρέθηκε παλιότερα στην ίδια δυστυχία απ' όλους τους παπαγάλους και τους πιθήκους που βλέπει ζωντανούς πάνω στα δέντρα”. Ήταν αλαζόνας και σαρκαστικός, μονίμως σκυθρωπός και γκρινιάρης, αλλά περισσότερο προσηλωμένος στη ζωή από ότι θα περίμενε ο αναγνώστης από έναν υπέρμαχο της άρνησης της (ο ίδιος το δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι διαφορετικό να δείχνεις τον δρόμο απ’ το να τον ακολουθείς!): ήταν εξωστρεφής, γούσταρε το ποτό, το τραγούδι, τις γυναίκες ενώ ζήλευε τον Χέγκελ και την εκτίμηση της οποίας εκείνος έχαιρε. Οι αφορισμοί του για την αξία της ζωής είναι, εντούτοις, αρκετά ζοφεροί: «αν μπορούσαμε να δούμε το μέλλον, υπάρχουν φορές που τα παιδιά θα έμοιαζαν με αθώους φυλακισμένους, καταδικασμένους όχι σε θάνατο αλλά στη ζωή, και προς το παρόν εντελώς ανίδεους για το τι σημαίνει η ποινή τους. Παρ' όλα αυτά οι άνθρωποι επιθυμούν να φτάσουν στη γεροντική ηλικία... μια φάση ζωής για την οποία μπορέι κανείς να πει “σήμερα είναι κακή, και κάθε μέρα θα γίνεται χειρότερη, ώσπου να έρθει το χείριστο όλων». Κι ακόμη: “κάθε ανάσα που παίρνουμε απωθεί τον θάνατο που συνεχώς μας πολιορκεί... Στο τέλος ο θάνατος πρέπει να θριαμβεύσει, γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννηση μας και παίξει με το θύμα του μόνο για λίγο, πριν το καταβροχθίσει. Κι όμως, συνεχίζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον και με πολλή φροντίδα τη ζωή μας για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, όπως θα φτιάχναμε μια σαπουνόφουσκα, όσο μεγαλύτερη μπορούμε, παρά την απόλυτη βεβαιότητα μας πως στο τέλος θα σκάσει”. Η αναζήτηση μιας αμυδρής έστω ελπίδας από τον αναγνώστη καταλήγει στο τέλος σχεδόν διασκεδαστικά άκαρπη: “Η ευθυμία και ελαφράδα της νεότητας μας οφείλονται εν μέρει στο γεγονός ότι ανηφορίζουμε το βουνό της ζωής και δεν βλέπουμε τον θάνατο που βρίσκεται στη βάση της άλλης μεριάς”. Ζούσε μόνος και το 1857, όταν είχε αρχίσει να αποκτά δόξα, οι εφημερίδες της Φρανκφούρτης ανακοίνωσαν κατά λάθος τον θάνατο του, έπειτα από γκρέμισμα του κατά τη διάρκεια μιας από τις καθημερινές του βόλτες. «Τελικά εγκαταστάθηκε στη Φρανκφούρτη», γράφει στην ιστορία του ο Ράσελ, «όπου περνούσε ζωή γεροντοπαλλήκαρου [sic]. Είχε μια σγουρότριχη σκυλίτσα που την φώναζε Άτμα (παγκόσμια ψυχή), περπατούσε δυο ώρες κάθε μέρα, κάπνιζε ένα μακρύ τσιμπούκι, διάβαζε τους Times του Λονδίνου και χρησιμοποιούσε ανταποκριτές για ν’ ανιχνεύουν ενδείξεις της φήμης του. Ήταν αντιδημοκρατικός και μισούσε την επανάσταση του 1848· πίστευε στον πνευματισμό και στη μαγεία· στο σπουδαστήριο του είχε μια προτομή του Καντ και έναν μπρούντζινο Βούδδα. Στον τρόπο της ζωής του προσπαθούσε να μιμηθεί τον Καντ, εκτός από το πρωινό σήκωμα απ’ το κρεββάτι». Άλλο ένα παράδειγμα είναι ενδεικτικό· «κάποτε, σε μια φιλονικία του με μια γριά, στάθηκε η αιτία ώστε αυτή να πάθει ένα σοβαρό ατύχημα, που την κατέστησε ανάπηρη. Το δικαστήριο τον καταδίκασε να της καταβάλει εφ’ όρου ζωής ένα επίδομα. Ατυχώς, γι’ αυτόν, η γριά έζησε αρκετά -είκοσι- ακόμη χρόνια. Όταν, τελικά, πέθανε, η ανακούφιση του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν παρέλειψε να γράψει στο βιβλίο που κρατούσε τους λογαριασμούς του ‘η γριά πέθανε, το βάρος έφυγε’»1
      Η βασική διάκριση της καντιανής επιστημολογίας αγκαλιάζεται αυτούσια από τον Σοπενχάουερ που, ωστόσο, θέτει την προβληματική για το πράγμα καθεαυτό. Το γνωστικό αντικείμενο δεν νοείται, ως τέτοιο, ανεξάρτητα από το υποκείμενο και άρα μπορούμε να το γνωρίσουμε μόνο ως παράσταση (Vorstellung), δηλαδή ως το καντιανό φαινόμενο. Μπορούμε όμως να παραβλέψουμε αυτή την κουρτίνα και να φτάσουμε στο πράγμα όπως είναι (πλατωνική επιρροή αναμφίβολα) με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας: πέρα από το φαινόμενο υπό τις κατηγορίες της αιτιότητας και του χώρου και χρόνου, αυτό που αποτελεί την «ουσία» μας είναι η βούληση, κάτι σαν ένστικτο αυτοσυντήρησης, ζωτική ορμή, «πρακτικός λόγος» και λίμπιντο μαζί. Όπως γράφει, “ένας δρόμος από μέσα βρίσκεται ανοιχτός για μας, ένας δρόμος προς την πραγματική εσωτερική φύση των πραγμάτων, στην οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε από έξω. Είναι, τρόπον τινά, μία υπόγεια διάβαση, μία μυστική συμμαχία που, λες και με προδοτικό μέσο, μας τοποθετεί αμέσως στι φρούριο που δεν μπορούμε να κυριεύσουμε από έξω”. Η άμεση μη-εννοιολογική αυτεπίγνωση μας παρουσιάζει την βούληση μόνο ως φαινόμενο, εφόσον η εσωτερική εμπειρία υπόκειται στο χρόνο, αλλά με κάποιον τρόπο είμαστε σε θέση να τη συλλάβουμε και στην πραγματική της μορφή, ως τυφλή, ασύνειδη και αιώνια κινητήρια δύναμη. Αυτή η δύναμη εξατομικεύεται στην ύπαρξη κάθε όντος σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να εμφανιστεί στον εαυτό της ως Ιδέα – στον άνθρωπο ο φιλόσοφος διέκρινε ως κίνητρα της βούλησης τον εγωισμό, τη μοχθηρία και τη συμπάθεια. Στα διάφορα είδη η βούληση εμφανίζεται ως διάθεση για διαιώνιση του εαυτού της· η ατομική ύπαρξη, ωστόσο, ενδέχεται να λειτουργεί ως παρέκκλιση, αφού ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που συνειδητοποιεί την ορμή αυτή, που εμφανίζεται στο αντίθετο της: η βούληση επιθυμεί το ξεπέρασμα της ατομικότητας και την επιστροφή της στην προαιώνια θάλασσα, επομένως η ατομική, και ειδικά η ανθρώπινη, είναι «το έγκλημα της ίδιας της ύπαρξης». Η επιθυμία συνιστά έλλειψη και ως εκτούτου οδύνη που παρατείνεται στο διηνεκές: «Κάθε επιθυμία γεννιέται από μια έλλειψη, από μια κατάσταση που δεν μας ικανοποιεί. Ως εκ τούτου, στον βαθμό που δεν ικανοποιείται, αποτελεί οδύνη. Όμως, καμία ικανοποίηση δεν διαρκεί: δεν είναι παρά σημείο αφετηρίας για μια νέα επιθυμία… Δεν υπάρχει ύστατο σημείο για την προσπάθεια, και συνεπώς δεν υπάρχει μέτρο, δεν υπάρχει τέλος στην οδύνη»…
      Η διάνοια, αν και υπόδουλη της βούλησης -της οποίας αποτελεί κατά κάποιο τρόπο έκφραση- διατηρεί το δικαίωμα της απάρνησης και μπορεί να επιδιώξει την (προσωρινή) λύτρωση μέσω της αισθητικής απόλαυσης της τέχνης (και ιδιαίτερα της μουσικής), της ασκητικής ενατένισης στα πρότυπα των εξ ανατολών μοναχών που εκμηδενίζουν την ατομικότητα στη νιρβάνα και, φυσικά, μέσω της αυτοκτονίας. Η τελευταία -την οποία ασφαλώς δεν επέλεξε- δε θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως τραγικό γεγονός αφού προέχει η προοπτική του όλου και της αιωνιότητας – ο Σοπενχάουερ είναι αρκετά σπινοζικός στο σημείο αυτό. Αφού η πορεία μου στον κόσμο είναι καταδικασμένη στην επιθυμία που μου προκαλεί συνεχώς πόνο (ομοιότητα με τις τέσσερις ευγενικές αλήθειες του βουδισμού) σε μια τραγωδία δίχως νόημα, αφού είμαι καταδικασμένος να τυραννιέμαι ως το τέλος, αφού η ζωή μου μοιάζει με ένα εκκρεμές που κατευθύνεται απαρέγκλιτα από την οδύνη στην πλήξη, μία είναι η λύση που διανοίγεται εμπρός μου: να σκοτωθώ. Όπως λέει ο Ροζέ-Πολ Ντρουά στη Συντροφιά των φιλοσόφων, «ο οίκτος επιβάλλεται ανάμεσα στους ζωντανούς ως εφήμερη αλληλεγγύη μέσα σε μια νύχτα δίχως τέλος. Τίποτε το κυνικό, λοιπόν, ούτε καν το εγωιστικό σε αυτή τη σκέψη που γδέρνει τη ζωή. Τίποτε, μονάχα η ύστατη διαπίστωση ότι αξίζει καλύτερα να μπει ένα τέλος».
      Έχει ειπωθεί για αυτόν ότι «η σημασία του ως φιλοσόφου έγκειται περισσότερο στην αδέσμευτη έρευνα και την αμφισβήτηση χωρίς περιστροφές, στη διάλυση των παραδοσιακών βεβαιοτήτων και των νέων αβεβαιοτήτων που αντιμετώπισε», καθώς και ότι «αν και ποτέ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα σχολή φιλοσοφίας του, η επιρροή του την ιστορία της σκέψης ήταν μεγάλη και ποικιλόμορφη». «Γνωρίζουμε», γράφει ο Ντρουά, «τον κατάλογο όσων δέχτηκαν την επιρροή του, ανάμεσα στα 1880 και 1930. Εντυπωσιακός κατάλογος! “Παιδαγωγός” του Νίτσε, ο Σοπενχάουερ σημάδεψε λίγο-πολύ τους Κίρκεγκορντ, Φρόυντ, Γιουνγκ, Μπερξόν, Βιτγκενστάιν, Καμύ, Πόπερ… Επέδρασε επίσης σε πεζογράφους, δραματουργούς και μουσικούς, από τον Κάφκα έως τον Προυστ, από τον Χάμσουν έως τον Μπέκετ, από τον Μαν έως τον Τζόυς, από τον Στρίντμπεργκ έως τον Ντίρενματ, από τον Βάγκνερ έως τον Σένμπεργκ. Ο νεαρός Τσάρλι Τσάπλιν, στα παρασκήνια ενός λονδρέζικου θεάτρου, διάβαζε κι αυτός τον Κόσμο ως βούληση και ως παράσταση. Αρκεί να δει κανείς τον Σαρλό για να το ξέρει: πρόκειται για ένα σοπενχαουερικό ήρωα». Ο Σοπενχάουερ πράγματι επέδρασε καταλυτικά τη κουλτούρα της εποχής μας, μιας εποχής που γεννά μόνο έλλειψη νοήματος· πέραν του Νίτσε που τον διαδέχτηκε φιλοσοφικά και τον ξεπέρασε, στοχαστές τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους αναφέρονται σ’ αυτόν, όπως οι περισσότεροι μοντέρνοι συγγραφείς (ειδικά ο Τόμας Μαν), ο Βιτγκενστάιν, ο Χορκχάιμερ απ’ τη σχολή της Φρανκφούρτης κι ο επίσης αριστερών πεποιθήσεων Αλέξανδρος Δελμούζος, ίσως ο μεγαλύτερος παιδαγωγός που έβγαλε η Ελλάδα, ο οποίος είπε γι’ αυτόν ότι ήταν «ο μόνος πραγματικά μεγάλος φιλόσοφος που είπε σπουδαία πράγματα με κατανοητό τρόπο». Ο γνωστός λογοτέχνης Μπόρχες είπε ότι παρά την κλίση του για τη φιλοσοφία και την ενασχόληση του με αυτήν, δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να γράψει μια συστηματική πραγματεία μεταφυσικής όπου θα εξέφραζε τις απόψεις του, διότι αυτή ήδη υπήρχε και είχε γραφτεί από τον Σοπενχάουερ! Ενέπνευσε πολλές από τις κατοπινές κριτικές της αναπαράστασης και στη σύγχρονη εποχή ο στοχαστής που αναφέρεται περισσότερο σ' αυτόν είναι ο Κλεμάν Ροσσέ, κατεξοχήν “φιλόσοφος του πραγματικού”. Παρέμεινε -εν μέρει ως τις μέρες μας- ένας παρίας της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας, πράγμα που δε θα πρέπει να μας εκπλήσσει αν λάβουμε υπόψη αφενός την γλαφυρότητα του ύφους που αρμόζει σε μυθιστοριογράφο κι αφετέρου την δηλωμένη προτίμηση του στην ιδέα των σκουληκιών να τρώνε το πτώμα του παρά των καθηγητών να αναλύουν το έργο του! (“Μπορώ ν' αντέξω τη σκέψη ότι σε λίγο καιρό σκουλήκια θα καταβροχθίζουν το σώμα μου, αλλά τρέμω στην ιδέα ότι καθηγητές φιλοσοφίας θα ροκανίζουν τη φιλοσοφία μου”). Είπαμε και πριν πως δεν γράφει για τη μάζα, αλλά μας καθιστα σαφή και την απέχθεια του για τους καθηγητίσκους, όπως γίνεται φανερό στο παρακάτω μήνυμα “προς τους λογίους και τους φιλοσόφους της Ευρώπης: για σας ένας φαφλατάς σαν τον Φίχτε είναι ισότιμος του Καντ, του μεγαλύτερου στοχαστή όλων των εποχών, κι ένας αδίστακτος τσαρλατάνος σαν τον Χέγκελ νομίζετε ότι κατέχει βαθιά σοφία. Συνεπώς δεν έγραψα για σας”.
1. Θεοδόσης Πελεγρίνης, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας (σ. 347), Ελληνικά γράμματα, 1997.

Ο πόθος της Ουτοπίας


Συνεχιστής και ανανεωτής των σημαντικότερων επαναστατικών παραδόσεων θεωρείται από ορισμένους ο Τάκης Φωτόπουλος [1940- ] που ανέπτυξε αντιδικτατορική επαναστατική δράση στην Αγγλία κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών, χώρα στην οποία δίδαξε επί εικοσαετία οικονομικά μέχρι να αφιερωθεί στη συγγραφή βιβλίων και άρθρων και τη διεύθυνση του περιοδικού Κοινωνία και Φύση (μετέπειτα Δημοκρατία και Φύση και πλέον Διεθνές περιοδικό για την Περιεκτική Δημοκρατία) όπου συνεργάστηκε με στοχαστές όπως ο Πιέρ Μπουρντιέ, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Μάρεϊ Μπούκτσιν. Ως πηγές της σκέψης του έχει τους κλασσικούς μαρξιστές κι αναρχικούς συγγραφείς, τον Καρλ Πόλανυι [1886-1944] -Ούγγρο συγγραφέα του αριστουργηματικού δείγματος ιστορικής κοινωνιολογίας με τίτλο Ο μεγάλος μετασχηματισμός, 1944-, τον Καστοριάδη και τον Μπούκτσιν, στον οποίο για λίγο θα σταθώ. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν [1921-2006] είναι ίσως ο σπουδαιότερος ελευθεριακός θεωρητικός και ακτιβιστής του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα και εισηγητής του προτάγματος του κομουναλισμού ή κοινωνικής οικολογίας, που αποτελεί μια πρόταση οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής στα πρότυπα αγροτικών κομμουνιστικών κοινοτήτων. Στον πυρήνα της ανάλυσης του Μπούκτσιν βρίσκονται δυο φιλοσοφικές-πολιτικές παραδοχές: η πρώτη είναι ο διαλεκτικός νατουραλισμός του, που πρεσβεύει ότι η κοινωνική εξέλιξη αποτελεί -έστω και μη τελεολογική- προοδευτική τάση και συνιστά την «αυτοκατευθυνόμενη δραστηριότητα της Ιστορίας και του Πολιτισμού προς ολοένα μεγαλύτερη ορθολογικότητα, ελευθερία». Έτσι η πορεία προς το “βασίλειο της ελευθερίας” μοιάζει εγγεγραμμένη στη διπλή έλικα του γενετικού κώδικα της Ιστορίας (Χέγκελ;), αν και μπορεί να συναντήσει “τυχαία” εμπόδια και να καθυστερήσει. Η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στην αναγωγή των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων στις εξουσιαστικές και ιεραρχικές σχέσεις που παράγονται και αναπαράγονται από τον καπιταλισμό. Η τεχνολογική έκρηξη έχει κατ' αυτόν δημιουργήσει τις υλικές προϋποθέσεις για την απελευθέρωση και τον ερχομό μιας κοινωνίας μετα-σπάνεως όπου καμία συζήτηση για την κατανομή των πόρων δε θα είναι απαραίτητη, παρά μονάχα η αντικατάσταση των ιεραρχικών καπιταλιστικών δομών από την πραγματική πολιτική δημοκρατία και την επικράτηση ηθικών σχέσεων στην οργάνωση της παραγωγής.
      Ο Φωτόπουλος προσπαθεί να συνθέσει τα παραδοσιακά χειραφετητικά προτάγματα (σοσιαλισμός, αναρχισμός) με τις ριζοσπαστικές τάσεις που υπάρχουν στα νέα κοινωνικά κινήματα για τη δημιουργία του σύγχρονου αντισυστημικού οράματος που θεωρεί πως έχει ανάγκη η εποχή μας. «Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο πλούτος και η οξύτητα των αναλύσεών του, που προδίδουν ένα μοναδικό χάρισμα: την ικανότητα να αναπαράγει μια γνήσια θεωρητική σκέψη με φιλοσοφικό βάθος και βαρύτητα σε ένα πλήθος ειδικών θεμάτων και καταστάσεων, χωρίς να χάνει ούτε μία στιγμή την επαφή με το συγκεκριμένο, την οξύτατη αίσθηση της πολιτικής περίστασης. Γενικά μιλώντας, η σκέψη του παρουσιάζει εμφανέστατες συγγένειες με αυτήν του Καστοριάδη όσον άφορα τη θεμελίωση του προτάγματος της αυτονομίας, είναι όμως πολύ πιο συγκεκριμένη και καλύπτει με πιο ειδικό τρόπο την οικονομική διάσταση των υπό διερεύνηση φαινομένων1». Απορρίπτοντας ως «κλειστή» την -έστω τροποποιημένη από τον Καστοριάδη- φροϋδική αντίληψη της ψυχής και τη συνακόλουθη ερμηνεία της κοινωνικοποίησης, ο Φωτόπουλος θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ψυχής άνευ των δεδομένων κοινωνικών και λοιπών συνθηκών. Επίσης επεκτείνει την καστοριαδική έννοια των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών εισάγοντας τον ευρύτερου περιεχομένου όρο κοινωνικό παράδειγμα, το οποίο ορίζεται ως «το σύστημα των πεποιθήσεων, ιδεών και των αντίστοιχων αξιών, που είναι κυρίαρχες (ή τείνουν να γίνουν κυρίαρχες) σε μια συγκεκριμένη κοινωνία σε μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορία της, δεδομένης της μεγάλης συμβατότητας τους με τους υπάρχοντες πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς». Έτσι το κοινωνικό παράδειγμα είναι πλησιέστερο στη μαρξιστική έννοια της κυρίαρχης ιδεολογίας και φιλοδοξεί να θεραπεύσει την -εκλαμβανόμενη από τον Φωτόπουλο ως- αδυναμία της έννοιας του φαντασιακού να εντάξει στους κόλπους των κοινωνικών σημασιών τις υπαρκτές ταξικές διαφοροποιήσεις.
      Η σημερινή κοινωνία, κατά την ανάλυση του, αντιμετωπίζει μία πολυδιάστατη κρίση -πολιτική, οικονομική, οικολογική, πολιτιστική- που οφείλεται στην ύπαρξη -σε όλα τα επίπεδα και περισσότερο ή λιγότερο- εξουσιαστικών και ιεραρχικών δομών, που οδηγούν στην άνιση συγκέντρωση δύναμης και διαρκώς διογκώνονται στο σύγχρονο διεθνές πλαίσιο της «νεοφιλελεύθερης συναίνεσης». Περιοδολογεί την νεοτερικότητα επί τη βάσει της ανάδυσης της “οικονομίας της αγοράς” -όρος που προτιμά αντί του “καπιταλισμού”- και των εξελίξεων της σε “φιλελεύθερη” (τέλη δεκάτου ογδόου αιώνα – 1930 περίπου), “κρατικίστικη” (1945-1975) και “νεοφιλελεύθερη” (1975 και εξής) φάση. Η εποχή μας σήμανε την οριστική, διπλή χρεοκοπία της παραδοσιακής αριστεράς -λόγω αφενός της μονομερούς έμφασης στους οικονομικούς παράγοντες (μεθοδολογική) και αφετέρου της ικανοποίησης των βασικών οικονομικών αιτημάτων των εργαζομένων στο πλαίσιο του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας (πολιτική)- στις δυο ιστορικές εκδοχές της (μαρξισμός-λενινισμός και κεϋνσιανής έμπνευσης σοσιαλδημοκρατία). Η αριστερά βυθίζεται καθώς είναι προσδεδεμένη στο άρμα της εργατικής τάξης που ενσωματώθηκε χάρη στις σημαντικές παραχωρήσεις και κατακτήσεις που έλαβαν χώρα, αδυνατώντας να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να συνδιαλλαγεί με τα αναδυόμενα επαναστατικά υποκείμενα των νέων κοινωνικών κινημάτων (γυναικείο, οικολογικό, αυτοδιαχειριστικό κλπ).
      Ως ίσως μόνη λύση στην δομική αυτή κρίση προτείνεται η περιεκτική δημοκρατία (που συνεπώς δεν νοείται ως ουτοπία, με την αρνητική τουλάχιστον σημασία του όρου· σε συνθήκες απελευθερωμένων αγορών και διεθνούς κυκλοφορίας του κεφαλαίου τέτοια είναι μάλλον η απαίτηση για μια επιστροφή σε έναν εθνικό ή παγκόσμιο κεϋνσιανισμό), δηλαδή δημοκρατία (που σημαίνει ισοκατανομή εξουσίας) σε όλα τα επίπεδα. Η επαναστατική βία δεν είναι απαραίτητη (μονάχα ως άμυνα στην ενδεχόμενη βία των ελίτ), αλλά μέσω της παιδείας μπορεί να λάβει χώρα η ριζοσπαστική συνειδητοποίηση των πολιτών και να δρομολογηθεί η νέα κοινωνική οργάνωση, που προτείνεται από τον εισηγητή της μέσα από συμμαχίες που θα εκφράζονται στα ψηφοδέλτια των δημοτικών εκλογών, μιας και ο κοινοβουλευτισμός αποτελεί, κατά την ανάλυση του, το απαραίτητο πολιτικό συμπλήρωμα-δεκανίκι της οικονομίας της αγοράς που ελέγχεται στις σημερινές συνθήκες από την καπιταλιστική υπερεθνική ελίτ, η οποία “αντλεί την εξουσία της (οικονομική, πολιτική ή γενικά κοινωνική εξουσία) με βάση τη λειτουργία της στο υπερεθνικό επίπεδο ―γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν εκφράζει αποκλειστικά ή ακόμη και κατ’ αρχήν τα συμφέροντα κάποιου συγκεκριμένου έθνους-κράτους. Η υπερεθνική ελίτ αποτελείται από την υπερεθνική οικονομική ελίτ (πολυεθνικές επιχειρήσεις, στελέχη επιχειρήσεων και τοπικές θυγατρικές τους), την υπερεθνική πολιτική ελίτ, δηλαδή τους γραφειοκράτες και τους πολιτικούς που στηρίζουν τη παγκοσμιοποίηση και μπορεί να ανήκουν είτε σε σημαντικούς διεθνείς οργανισμούς είτε στις κρατικές μηχανές των βασικών οικονομιών της αγοράς, και την υπερεθνική επαγγελματική ελίτ, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν μείζονα ρόλο στα διάφορα διεθνή ιδρύματα, think tanks, ερευνητικά τμήματα των μεγαλύτερων διεθνών πανεπιστημίων, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) κ.λπ.”. Στόχοι του νέου χειραφετητικού προτάγματος δεν μπορεί παρά να είναι η «δημοτικοποίηση» των μέσων παραγωγής και ο κοινωνικός έλεγχος επάνω τους, η άμεση δημοκρατία άνευ εκπροσώπων στο πλαίσιο της δημοτικής συνέλευσης -και μέσω εκλεγμένων κι ανά πάσα στιγμή ανακλητών σε εκείνο της συνομοσποδιακής- και η συνακόλουθη οργάνωση σε συνομοσπονδιακό επίπεδο διεθνώς, ο συνδυασμός του δημοκρατικού σχεδιασμού με μια «τεχνητή» αγορά που θα επιλύσει τα προβλήματα του ελέγχου και της ισορροπημένης διανομής σε μια κοινωνία σπάνεως (και όχι σε κάποια μυθική κομμουνιστική κοινότητα υλικής αφθονίας όπου η λήψη οικονομικών αποφάσεων θα έχει γίνει αχρείαστη), η αρμονική επανενσωμάτωση της οικονομίας με την κοινωνία, την πολιτεία και τη φύση και φυσικά η δημοκρατική-αυτόνομη θέσμιση της κοινωνίας.
      Στο πρόσωπο του Φωτόπουλου συνυπάρχουν ο στιβαρός θεωρητικός, του οποίου καλύτερο σημείο νομίζω πως αποτελούν οι πολιτικο-οικονομικές αναλύσεις με άξονα τις διεθνείς σχέσεις, αναλύσεις που χαρακτηρίζονται από την διεισδυτικότητα τους και την εποπτεία του όλου που διατηρούν, και ο δογματικός ακτιβιστής που είναι πάντα έτοιμος να εμπλακεί σε παθιασμένες πολεμικές με όσους διαφωνούν με τις απόψεις του, ιδιαίτερα όταν αυτοί εμφορούνται από αριστερές πεποιθήσεις και προκρίνουν λιγότερο αντισυστημικά μονοπάτια. Φαίνεται πως εδώ ταιριάζει εν μέρει τουλάχιστον ό, τι ο Κούρτοβικ είχε γράψει με αφορμή τον Φώτη Τερζάκη για τους διανοουμένους της “αντισυστημικής ή αντιεξουσιαστικής αριστεράς” συλληβδην· «ενώ η κριτική που ασκούν στο σύστημα και στους ιδεολογικούς απολογητές του είναι πειστικότατη, ενώ αποκαλύπτουν λειτουργίες του, συχνά αντιφατικές, τις οποίες οι τελευταίοι αποκρύπτουν ή αδυνατούν να διακρίνουν, η διαλεκτική τους σταματά μπροστά στο «δια ταύτα». Αποκλείουν τη δυνατότητα της εκ των έσω διάβρωσης του συστήματος από δυνάμεις που το ίδιο παράγει (αυτό δηλαδή που γινόταν πάντοτε στην ιστορία των κοινωνικών καθεστώτων). Αντί γι΄ αυτήν οραματίζονται, στην εντελώς ειδική, υποτίθεται, περίπτωση του καπιταλισμού, αν όχι την άμεση ανατροπή του, τουλάχιστον την κρίσιμη αποσταθεροποίησή του, είτε με την «κινηματική δράση» περιθωριακών κοινωνικών ομάδων είτε με την αντίσταση κάποιων πολιτικών καθεστώτων στην αφομοίωσή τους από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση- παραβλέποντας ότι η όποια ανατρεπτική λειτουργία τέτοιων καθεστώτων τείνει προς μια αλλαγή τελείως διαφορετική από την επιθυμητή γι΄ αυτούς (και για μένα). ΄Ετσι όμως η πολιτική αφήνεται στα χέρια των διαχειριστών του συστήματος ή όσων το αντιμάχονται από πρωτόγονες, πραγματικά σκοταδιστικές θέσεις».
1. Από την κριτική του Φώτη Τερζάκη στο βιβλίο του Η νέα διεθνής τάξη και η Ελλάδα στην “Καθημερινή” της 27ης Ιανουαρίου του 1998. Βλέπε και εκείνη του βιβλίου Παγκοσμιοποίηση, Αριστερά και Περιεκτική Δημοκρατία στην “Ελευθεροτυπία” της 19ης Ιουλίου του 2002.