Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Σοπενχάουερ ή μια παιδαγωγική της επιθυμίας


«Η καθημερινότητα των κοινωνιών μας, μας κάνει να βιώνουμε ένα άλλο είδος εφιάλτη. Πρόκειται πάντοτε για την πανάκριβη εξαγορά της ευχαρίστησης να αναπνέεις. Ο Σοπενχάουερ επιστρέφει στη μόδα γιατί είναι ο στοχαστής όλων των εποχών παρακμής. Κι αυτές οι εποχές τον αγαπούν γιατί τους επιστρέφει την εικόνα της κενότητας τους.
Σε τούτο το fin de siècle μονάχα μια φωνή έχει κάποια ελπίδα να βρει μιαν απήχηση· αυτή του μηδενός»…
Ντιντιέ Ραυμόντ




Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ [1788-1860] συχνά αντιμετωπίζεται ως ένας ανορθόδοξος ερμηνευτής -αν όχι και εκλαϊκευτής- της καντιανής φιλοσοφίας. Γεννήθηκε το 1788 και έγραψε το σημαντικότερο του έργο με τίτλο Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση πριν κλείσει τα τριάντα. Είχε μάλιστα σε τόσο μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, ώστε έφτασε να ισχυριστεί ότι ορισμένες σελίδες του έργου αυτού είχαν υπαγορευτεί σ’ αυτόν από το Άγιο Πνεύμα (!). Οι κύριες πηγές της σκέψης του ήταν ο καντιανισμός, ο πλατωνισμός και οι ινδουιστικές Ουπανισάδες. Το 1811 παρακολούθησε τον Φίχτε [1762-1814] στο Βερολίνο, τον οποίο αρχικά θαύμαζε ώσπου σύντομα τον πήρε χαμπάρι: «την ώρα του μαθήματος λέει πράγματα που μου γεννούν τη διάθεση να του βάλω ένα πιστόλι στον κρόταφο και να του πω: “Θα πεθάνεις τώρα, και δίχως οίκτο· αλλά, ενονόματι της μικρής σου ψυχής, πες μου αν σκέφτηκες ποτέ κάτι σαφές μέσα στην ασυναρτησία σου ή αν μας περιπαίζεις”»!...
      Υπήρξε καθηγητής για ένα διάστημα στο Βερολίνο, και μάλιστα είχε επιλέξει οι διαλέξεις του να γίνονται την ίδια ώρα με εκείνες του Χέγκελ [1770-1831], με αποτέλεσμα να παρίσταται σε αυτές ελάχιστος κόσμος, δηλαδή με το ζόρι πέντε φοιτητές -δεν ξέρω κι εγώ τι θα έδινα για να μάθω ποιοι ήταν και τι απέγιναν!-, ενώ στα επόμενα είκοσι τέσσερα εξάμηνα που συνέχισε να διδάσκει κανείς φοιτητής δεν επέλεξε το μάθημα του! Ταξίδεψε από μικρός σε πολλές χώρες (Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία) και είχε μια συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα του· η τελευταία, ερωτική και μορφωμένη γυναίκα, είχε σχετιστεί μ’ έναν άντρα μεγαλύτερο της και έγραφε γυναικεία μυθιστορήματα αντίστοιχα των σημερινών άρλεκιν. Μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι από την κυρία αυτή πήρε την σκληρή και κυνική του ειρωνεία, έχοντας την δει πρώτα να την εφαρμόζει επάνω στον ίδιο. «Η παθολογική αυτή σχέση με την πρώτη γυναίκα της ζωής του θα επιβαρυνθεί και από μια σειρά μονότονα ατυχείς έρωτες του Σοπενχάουερ. Έφηβος, ερωτεύεται μιαν ηθοποιό, την Καρολίν Ζάγκεμαν, η οποία όμως έχει την καρδιά της δοσμένη αλλού. Νεαρός, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία, κατακτά με το πάθος του μιαν Ιταλίδα, την Τερέζα Φούγκα· πολύ σύντομα θα τον εγκαταλείψει. Καθιστά έγκυο μια νεαρή καμαριέρα και το βάζει στα πόδια κατατρομοκρατημένος, αναθέτοντας στην αδερφή του ν’ αποζημιώσει την κοπέλα. Από το 1821 συντηρεί την κοσμική πόρνη Καρολίν Μπεντόν, η οποία τον εγκαταλείπει το 1831 για έναν πιο ευκατάστατο προστάτη»…
      Το πορτραίτο του που φιλοτεχνεί ο Ντρουά είναι πραγματική αγιογραφία: «είναι μισάνθρωπος, χολερικός, φιλέρειδος, καχύποπτος, ματαιόδοξος, ναρκισσιστής. Είναι προφανώς μια ανυπόφορη προσωπικότητα. Φαίνεται να μοιράζει δεξιά κι αριστερά κατηγορίες όσο ζούσε. Από τη μια επιστολή στην άλλη, από δεκαετία σε δεκαετία, δεν παύει να αξιώνει υπερβολικές εγγυήσεις από τους οφειλέτες του, να προτείνει πανούργες επιχειρηματολογίες στους δικηγόρους του, να επιβάλει εξαντλητικά λεπτομερειακές ρήτρες στους εκδότες του, να προπηλακίζει τους “αποστόλους” του, αν τους διαφύγει κάποιο απόκομμα του Τύπου ή ένα πρόγραμμα μαθημάτων που αναφέρει το όνομα του». Ελιτιστής και μισογύνης, δηλώνει πως οι γυναίκες μόνο ειρωνικά μπορούν να θεωρηθούν ως το “ωραίο” φύλο. “Όταν έγινα τριάντα χρονών”, εξομολογείται, “είχα πια εντελώς βαρεθεί να πρέπει να θεωρώ ισότιμα μου όντα που καθόλου ισότιμα δεν ήταν. Το γατί, όσο είναι μικρό, παίζει με χάρτινα μπαλάκια, γιατί νομίζει πως είναι ζωντανά και πως του μοιάζουν. Το ίδιο συνέβη και σε μένα με τα ανθρώπινα δίποδα”. Ξεκαθαρίζει σε ποιον δεν απευθύνεται το έργο του: “δεν έχω γράψει για τον όχλο... Παραδίδω το έργο μου στους σκεπτόμενους ανθρώπους που στην πορεία του χρόνου θα εμφανίζονται ως σπάνιες εξαιρέσεις. Αυτοί θα νιώθουν όπως ένιωσα εγώ, ή όπως νιώθει ένας καραβοτσακισμένος ναύτης σ' ένα ερημονήσι, που τον ανακουφίζει περισσότερο το ίχνος ενός ανθρώπου που βρέθηκε παλιότερα στην ίδια δυστυχία απ' όλους τους παπαγάλους και τους πιθήκους που βλέπει ζωντανούς πάνω στα δέντρα”. Ήταν αλαζόνας και σαρκαστικός, μονίμως σκυθρωπός και γκρινιάρης, αλλά περισσότερο προσηλωμένος στη ζωή από ότι θα περίμενε ο αναγνώστης από έναν υπέρμαχο της άρνησης της (ο ίδιος το δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι διαφορετικό να δείχνεις τον δρόμο απ’ το να τον ακολουθείς!): ήταν εξωστρεφής, γούσταρε το ποτό, το τραγούδι, τις γυναίκες ενώ ζήλευε τον Χέγκελ και την εκτίμηση της οποίας εκείνος έχαιρε. Οι αφορισμοί του για την αξία της ζωής είναι, εντούτοις, αρκετά ζοφεροί: «αν μπορούσαμε να δούμε το μέλλον, υπάρχουν φορές που τα παιδιά θα έμοιαζαν με αθώους φυλακισμένους, καταδικασμένους όχι σε θάνατο αλλά στη ζωή, και προς το παρόν εντελώς ανίδεους για το τι σημαίνει η ποινή τους. Παρ' όλα αυτά οι άνθρωποι επιθυμούν να φτάσουν στη γεροντική ηλικία... μια φάση ζωής για την οποία μπορέι κανείς να πει “σήμερα είναι κακή, και κάθε μέρα θα γίνεται χειρότερη, ώσπου να έρθει το χείριστο όλων». Κι ακόμη: “κάθε ανάσα που παίρνουμε απωθεί τον θάνατο που συνεχώς μας πολιορκεί... Στο τέλος ο θάνατος πρέπει να θριαμβεύσει, γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννηση μας και παίξει με το θύμα του μόνο για λίγο, πριν το καταβροχθίσει. Κι όμως, συνεχίζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον και με πολλή φροντίδα τη ζωή μας για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, όπως θα φτιάχναμε μια σαπουνόφουσκα, όσο μεγαλύτερη μπορούμε, παρά την απόλυτη βεβαιότητα μας πως στο τέλος θα σκάσει”. Η αναζήτηση μιας αμυδρής έστω ελπίδας από τον αναγνώστη καταλήγει στο τέλος σχεδόν διασκεδαστικά άκαρπη: “Η ευθυμία και ελαφράδα της νεότητας μας οφείλονται εν μέρει στο γεγονός ότι ανηφορίζουμε το βουνό της ζωής και δεν βλέπουμε τον θάνατο που βρίσκεται στη βάση της άλλης μεριάς”. Ζούσε μόνος και το 1857, όταν είχε αρχίσει να αποκτά δόξα, οι εφημερίδες της Φρανκφούρτης ανακοίνωσαν κατά λάθος τον θάνατο του, έπειτα από γκρέμισμα του κατά τη διάρκεια μιας από τις καθημερινές του βόλτες. «Τελικά εγκαταστάθηκε στη Φρανκφούρτη», γράφει στην ιστορία του ο Ράσελ, «όπου περνούσε ζωή γεροντοπαλλήκαρου [sic]. Είχε μια σγουρότριχη σκυλίτσα που την φώναζε Άτμα (παγκόσμια ψυχή), περπατούσε δυο ώρες κάθε μέρα, κάπνιζε ένα μακρύ τσιμπούκι, διάβαζε τους Times του Λονδίνου και χρησιμοποιούσε ανταποκριτές για ν’ ανιχνεύουν ενδείξεις της φήμης του. Ήταν αντιδημοκρατικός και μισούσε την επανάσταση του 1848· πίστευε στον πνευματισμό και στη μαγεία· στο σπουδαστήριο του είχε μια προτομή του Καντ και έναν μπρούντζινο Βούδδα. Στον τρόπο της ζωής του προσπαθούσε να μιμηθεί τον Καντ, εκτός από το πρωινό σήκωμα απ’ το κρεββάτι». Άλλο ένα παράδειγμα είναι ενδεικτικό· «κάποτε, σε μια φιλονικία του με μια γριά, στάθηκε η αιτία ώστε αυτή να πάθει ένα σοβαρό ατύχημα, που την κατέστησε ανάπηρη. Το δικαστήριο τον καταδίκασε να της καταβάλει εφ’ όρου ζωής ένα επίδομα. Ατυχώς, γι’ αυτόν, η γριά έζησε αρκετά -είκοσι- ακόμη χρόνια. Όταν, τελικά, πέθανε, η ανακούφιση του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν παρέλειψε να γράψει στο βιβλίο που κρατούσε τους λογαριασμούς του ‘η γριά πέθανε, το βάρος έφυγε’»1
      Η βασική διάκριση της καντιανής επιστημολογίας αγκαλιάζεται αυτούσια από τον Σοπενχάουερ που, ωστόσο, θέτει την προβληματική για το πράγμα καθεαυτό. Το γνωστικό αντικείμενο δεν νοείται, ως τέτοιο, ανεξάρτητα από το υποκείμενο και άρα μπορούμε να το γνωρίσουμε μόνο ως παράσταση (Vorstellung), δηλαδή ως το καντιανό φαινόμενο. Μπορούμε όμως να παραβλέψουμε αυτή την κουρτίνα και να φτάσουμε στο πράγμα όπως είναι (πλατωνική επιρροή αναμφίβολα) με το να παρατηρούμε τον εαυτό μας: πέρα από το φαινόμενο υπό τις κατηγορίες της αιτιότητας και του χώρου και χρόνου, αυτό που αποτελεί την «ουσία» μας είναι η βούληση, κάτι σαν ένστικτο αυτοσυντήρησης, ζωτική ορμή, «πρακτικός λόγος» και λίμπιντο μαζί. Όπως γράφει, “ένας δρόμος από μέσα βρίσκεται ανοιχτός για μας, ένας δρόμος προς την πραγματική εσωτερική φύση των πραγμάτων, στην οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε από έξω. Είναι, τρόπον τινά, μία υπόγεια διάβαση, μία μυστική συμμαχία που, λες και με προδοτικό μέσο, μας τοποθετεί αμέσως στι φρούριο που δεν μπορούμε να κυριεύσουμε από έξω”. Η άμεση μη-εννοιολογική αυτεπίγνωση μας παρουσιάζει την βούληση μόνο ως φαινόμενο, εφόσον η εσωτερική εμπειρία υπόκειται στο χρόνο, αλλά με κάποιον τρόπο είμαστε σε θέση να τη συλλάβουμε και στην πραγματική της μορφή, ως τυφλή, ασύνειδη και αιώνια κινητήρια δύναμη. Αυτή η δύναμη εξατομικεύεται στην ύπαρξη κάθε όντος σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να εμφανιστεί στον εαυτό της ως Ιδέα – στον άνθρωπο ο φιλόσοφος διέκρινε ως κίνητρα της βούλησης τον εγωισμό, τη μοχθηρία και τη συμπάθεια. Στα διάφορα είδη η βούληση εμφανίζεται ως διάθεση για διαιώνιση του εαυτού της· η ατομική ύπαρξη, ωστόσο, ενδέχεται να λειτουργεί ως παρέκκλιση, αφού ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που συνειδητοποιεί την ορμή αυτή, που εμφανίζεται στο αντίθετο της: η βούληση επιθυμεί το ξεπέρασμα της ατομικότητας και την επιστροφή της στην προαιώνια θάλασσα, επομένως η ατομική, και ειδικά η ανθρώπινη, είναι «το έγκλημα της ίδιας της ύπαρξης». Η επιθυμία συνιστά έλλειψη και ως εκτούτου οδύνη που παρατείνεται στο διηνεκές: «Κάθε επιθυμία γεννιέται από μια έλλειψη, από μια κατάσταση που δεν μας ικανοποιεί. Ως εκ τούτου, στον βαθμό που δεν ικανοποιείται, αποτελεί οδύνη. Όμως, καμία ικανοποίηση δεν διαρκεί: δεν είναι παρά σημείο αφετηρίας για μια νέα επιθυμία… Δεν υπάρχει ύστατο σημείο για την προσπάθεια, και συνεπώς δεν υπάρχει μέτρο, δεν υπάρχει τέλος στην οδύνη»…
      Η διάνοια, αν και υπόδουλη της βούλησης -της οποίας αποτελεί κατά κάποιο τρόπο έκφραση- διατηρεί το δικαίωμα της απάρνησης και μπορεί να επιδιώξει την (προσωρινή) λύτρωση μέσω της αισθητικής απόλαυσης της τέχνης (και ιδιαίτερα της μουσικής), της ασκητικής ενατένισης στα πρότυπα των εξ ανατολών μοναχών που εκμηδενίζουν την ατομικότητα στη νιρβάνα και, φυσικά, μέσω της αυτοκτονίας. Η τελευταία -την οποία ασφαλώς δεν επέλεξε- δε θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως τραγικό γεγονός αφού προέχει η προοπτική του όλου και της αιωνιότητας – ο Σοπενχάουερ είναι αρκετά σπινοζικός στο σημείο αυτό. Αφού η πορεία μου στον κόσμο είναι καταδικασμένη στην επιθυμία που μου προκαλεί συνεχώς πόνο (ομοιότητα με τις τέσσερις ευγενικές αλήθειες του βουδισμού) σε μια τραγωδία δίχως νόημα, αφού είμαι καταδικασμένος να τυραννιέμαι ως το τέλος, αφού η ζωή μου μοιάζει με ένα εκκρεμές που κατευθύνεται απαρέγκλιτα από την οδύνη στην πλήξη, μία είναι η λύση που διανοίγεται εμπρός μου: να σκοτωθώ. Όπως λέει ο Ροζέ-Πολ Ντρουά στη Συντροφιά των φιλοσόφων, «ο οίκτος επιβάλλεται ανάμεσα στους ζωντανούς ως εφήμερη αλληλεγγύη μέσα σε μια νύχτα δίχως τέλος. Τίποτε το κυνικό, λοιπόν, ούτε καν το εγωιστικό σε αυτή τη σκέψη που γδέρνει τη ζωή. Τίποτε, μονάχα η ύστατη διαπίστωση ότι αξίζει καλύτερα να μπει ένα τέλος».
      Έχει ειπωθεί για αυτόν ότι «η σημασία του ως φιλοσόφου έγκειται περισσότερο στην αδέσμευτη έρευνα και την αμφισβήτηση χωρίς περιστροφές, στη διάλυση των παραδοσιακών βεβαιοτήτων και των νέων αβεβαιοτήτων που αντιμετώπισε», καθώς και ότι «αν και ποτέ δεν υπήρξε στην πραγματικότητα σχολή φιλοσοφίας του, η επιρροή του την ιστορία της σκέψης ήταν μεγάλη και ποικιλόμορφη». «Γνωρίζουμε», γράφει ο Ντρουά, «τον κατάλογο όσων δέχτηκαν την επιρροή του, ανάμεσα στα 1880 και 1930. Εντυπωσιακός κατάλογος! “Παιδαγωγός” του Νίτσε, ο Σοπενχάουερ σημάδεψε λίγο-πολύ τους Κίρκεγκορντ, Φρόυντ, Γιουνγκ, Μπερξόν, Βιτγκενστάιν, Καμύ, Πόπερ… Επέδρασε επίσης σε πεζογράφους, δραματουργούς και μουσικούς, από τον Κάφκα έως τον Προυστ, από τον Χάμσουν έως τον Μπέκετ, από τον Μαν έως τον Τζόυς, από τον Στρίντμπεργκ έως τον Ντίρενματ, από τον Βάγκνερ έως τον Σένμπεργκ. Ο νεαρός Τσάρλι Τσάπλιν, στα παρασκήνια ενός λονδρέζικου θεάτρου, διάβαζε κι αυτός τον Κόσμο ως βούληση και ως παράσταση. Αρκεί να δει κανείς τον Σαρλό για να το ξέρει: πρόκειται για ένα σοπενχαουερικό ήρωα». Ο Σοπενχάουερ πράγματι επέδρασε καταλυτικά τη κουλτούρα της εποχής μας, μιας εποχής που γεννά μόνο έλλειψη νοήματος· πέραν του Νίτσε που τον διαδέχτηκε φιλοσοφικά και τον ξεπέρασε, στοχαστές τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους αναφέρονται σ’ αυτόν, όπως οι περισσότεροι μοντέρνοι συγγραφείς (ειδικά ο Τόμας Μαν), ο Βιτγκενστάιν, ο Χορκχάιμερ απ’ τη σχολή της Φρανκφούρτης κι ο επίσης αριστερών πεποιθήσεων Αλέξανδρος Δελμούζος, ίσως ο μεγαλύτερος παιδαγωγός που έβγαλε η Ελλάδα, ο οποίος είπε γι’ αυτόν ότι ήταν «ο μόνος πραγματικά μεγάλος φιλόσοφος που είπε σπουδαία πράγματα με κατανοητό τρόπο». Ο γνωστός λογοτέχνης Μπόρχες είπε ότι παρά την κλίση του για τη φιλοσοφία και την ενασχόληση του με αυτήν, δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να γράψει μια συστηματική πραγματεία μεταφυσικής όπου θα εξέφραζε τις απόψεις του, διότι αυτή ήδη υπήρχε και είχε γραφτεί από τον Σοπενχάουερ! Ενέπνευσε πολλές από τις κατοπινές κριτικές της αναπαράστασης και στη σύγχρονη εποχή ο στοχαστής που αναφέρεται περισσότερο σ' αυτόν είναι ο Κλεμάν Ροσσέ, κατεξοχήν “φιλόσοφος του πραγματικού”. Παρέμεινε -εν μέρει ως τις μέρες μας- ένας παρίας της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας, πράγμα που δε θα πρέπει να μας εκπλήσσει αν λάβουμε υπόψη αφενός την γλαφυρότητα του ύφους που αρμόζει σε μυθιστοριογράφο κι αφετέρου την δηλωμένη προτίμηση του στην ιδέα των σκουληκιών να τρώνε το πτώμα του παρά των καθηγητών να αναλύουν το έργο του! (“Μπορώ ν' αντέξω τη σκέψη ότι σε λίγο καιρό σκουλήκια θα καταβροχθίζουν το σώμα μου, αλλά τρέμω στην ιδέα ότι καθηγητές φιλοσοφίας θα ροκανίζουν τη φιλοσοφία μου”). Είπαμε και πριν πως δεν γράφει για τη μάζα, αλλά μας καθιστα σαφή και την απέχθεια του για τους καθηγητίσκους, όπως γίνεται φανερό στο παρακάτω μήνυμα “προς τους λογίους και τους φιλοσόφους της Ευρώπης: για σας ένας φαφλατάς σαν τον Φίχτε είναι ισότιμος του Καντ, του μεγαλύτερου στοχαστή όλων των εποχών, κι ένας αδίστακτος τσαρλατάνος σαν τον Χέγκελ νομίζετε ότι κατέχει βαθιά σοφία. Συνεπώς δεν έγραψα για σας”.
1. Θεοδόσης Πελεγρίνης, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας (σ. 347), Ελληνικά γράμματα, 1997.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget